The Cyclothymics- Self-titled (είσοδος κινδύνου/name your price)

Σε μια κίνηση αναπάντεχης –μα ταιριαστής– συγχρονικότητας, βρίσκομαι στην εξής ευχάριστη θέση: αμέσως μετά την παρουσίαση του εξαιρετικού πονήματος των Moonshine Effect, ακόμα μια κυκλοφορία που σχετίζεται με έναν αγαπημένο φίλο παίρνει σειρά. Μάλιστα, θα μπορούσε να βρει κάποιος μερικές εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στα δύο αυτά εγχειρήματα, ο κοινός παρονομαστής των οποίων είναι η φαινομενικά ανεξάντλητη πηγή της ψυχεδέλειας. Στο σημείο αυτό, βέβαια, σταματούν οι όποιες ομοιότητες κι αυτό γιατί, ενώ στην περίπτωση των Moonshine Effect ήταν ξεκάθαρη η indie στόχευσή τους, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ολοκάθαρη σπονδή στον αρχέγονο βωμό του ψυχεδελικού ήχου, η οποία ευτυχώς αποτινάσσει τον χαρακτηρισμό του “ρετρό”, πατώντας όμως στέρεα σε ήχους περασμένων δεκαετιών.

Πιο συγκεκριμένα: ο ήχος των Cyclothymics στηρίζεται στη συνύπαρξη έντονων κιθαριστικών παλμών και ριπών από το όργανο, με το τελευταίο να χρωματίζει άνετα και εύηχα το όλο αποτέλεσμα. Πραγματικά, είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητος αυτός ο αναλλοίωτα ζεστός ήχος που βγαίνει από το όργανο της Ίριδας, εν προκειμένω. Ιδιαίτερη εντύπωση, επίσης, μου έκανε το στιβαρό rhythm section που φροντίζει για τις τόσο έντονες εναλλαγές, που διατηρούν το ενδιαφέρον αμείωτο σε κάθε τους ακροβασία. Θα μπορούσε άνετα να πει κανείς πως το συγκεκριμένο ύφος ανήκει στην garage τεχνοτροπία. Πέρα από αυτήν την κατεύθυνση όμως –και αφήνοντας κατά μέρος τις ως άνω αναφερθείσες ψυχεδελικές πινελιές– διαπιστώνω επίσης κάποια ηχητικά στοιχεία που παραπέμπουν στο punk, όπως και μια ανάρμοστα διονυσιακή διάθεση που αποσαφηνίζεται από τον άμεσα “ζωντανό” αέρα της ηχογράφησης αυτής. Εντοπίζω σημεία που εύκολα θα χαρακτήριζα ως χορευτικά, όχι προφανώς με την τυπική έννοια του όρου. Σημειολογικά μιλώντας, η ένταση είναι κυρίαρχη εδώ, κάτι που με εξέπληξε με έναν ενθουσιώδη τρόπο.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα των παραπάνω είναι το “Vampers”: η εισαγωγή με το όργανο, οι ορμώμενες κιθάρες, ο εκρηκτικός συνδυασμός του μπάσου με τα τύμπανα, η σχεδόν ψιθυριστή, βελούδινη χροιά των φωνητικών. Ο έντονα νοσταλγικός τόνος, συνολικά. Στις άλλοτε μειλίχιες και άλλοτε πολυσχιδείς συνθέσεις, τα φωνητικά του Πέτρου λειτουργούν ως παράγοντας ισορροπίας, προσθέτοντας μάλιστα κι έναν ελαφρά σκοτεινό δρόμο στο ήδη υπάρχον αφήγημα. Και όταν οι κιθάρες αγκαλιάζουν αυτόν τον αγαπημένο, “καμπανιστό” ήχο… συγκινούμαι, κυριολεκτικά!

Δρομολογώντας έναν θρίαμβο, οι Cyclothymics διαθέτουν τόσο την απαραίτητη ποικιλία, όσο και τον συναισθηματικό ορυμαγδό που είναι απαραίτητος για να ολοκληρωθεί αυτό το αμάλγαμα ηχοχρωμάτων, το οποίο κινείται οπωσδήποτε στα συνήθως ασφυκτικά πλαίσια του ροκ, γενικολογώντας – ξεφεύγει όμως από το τέλμα του βαρετού αναμασήματος, χαρίζοντας στο διηνεκές απαράμιλλες στιγμές όπως το “Surfbolah”, επί παραδείγματι.

Το αισθητικό παζλ συμπληρώνεται με το άριστο εξώφυλλο. Το τελευταίο ίσως αρχικά φανεί παράταιρο σε σχέση με το ύφος της μπάντας – απεναντίας όμως, φρονώ πως είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για αυτόν τον δίσκο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αισθητικό κομμάτι αναμείχθηκε ο τεράστιος Putsum – αυτό αρκεί για εμένα, σαφώς.

Αντί σύνοψης: το ομώνυμο αυτό ντεμπούτο των Cyclothymics είναι από τις αρτιότερες προσεγγίσεις που έχω ακούσει πρόσφατα. Πρόκειται για εμφανές κατόρθωμα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως αυτός ο ήχος έχει πια περάσει στη ναφθαλίνη της στειρότητας.

Αντίθετα μάλιστα, το εν λόγω ηχογράφημα δείχνει να εμφορείται από μια ατέρμονη ενέργεια, η οποία οδηγεί το όλο οικοδόμημα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ξεδίπλωσής του. Η δε επιλογή του βινυλίου ως format είναι απλώς τέλεια. Δεν νομίζω προσωπικά ότι θα ταίριαζε κάτι άλλο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ήδη φλυάρησα αρκετά όμως – είναι εξάλλου πασιφανές ότι η ακρόασή του ήταν και είναι μια απολαυστική εμπειρία για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα, βεβαίως. Αφήνοντας τη νοσταλγία να με καταβάλει, παραδίνομαι στις ενθυμίσεις. Εγώ και ο Πέτρος, σε απροσδιόριστο χρόνο να διαβάζουμε Φρανσουά Βιγιόν και να ανταλλάσσουμε απόψεις επ’ αυτού. Κάποτε, στα “μαγευτικά” Εξάρχεια.

Ό,τι παρήλθε δεν είναι ποτέ μακρινό…


In an unexpected – yet fitting – sign of synchronicity, I find myself in the following, awkwardly pleasing position: immediately after presenting Moonshine Effect’s fascinating album, yet another release that is connected to a dear friend, takes its turn for presentation. In fact, someone could find certain, eclectic similarities between those two ventures, the common denominator of which, is the seemingly endless source of psychedelia. That is the point where similarities end, though. I am saying this because, in Moonshine Effect’s case, there was an obvious aiming towards the indie pop genre, while here we are dealing with a totally clear libation directed to the primal altar of psychedelic sounds. One that fortunately defies the standard retro characteristics, while still solidly stepping onto sounds reminiscent of past decades.

Specifically speaking: Cyclothymics’ sonic vocabulary finds itself strongly based on the coexistence of guitar palms and organ related gusts. The later instrument holds a key position here, effortlessly painting the outcome in an ear-pleasing mode. Indeed it is impossible for the sound that comes out of Iris’ organ to go unnoticed, respectively. I was also equally impressed by the firm and solid rhythm section, that takes good care of mood and tempo drifts and alternations. Thus, managing to maintain a certain level of interest for the listener, in through each and any of their ongoing variations. Obviously, one could insist that this specific texture sits comfortably into garage territory. Yet, behind this direction – and, leaving aside the aforementioned psychedelic brushes – I can also discover certain audio elements that resemble punk. As well as an unapologetically Dionysian mood which defies itself in through the utmost “live” character that this recording possesses. Moreover, I detect points that could easily be viewed as dance-able, not in the typical sense of this word, of course. Speaking of semiotics, dare I say that tension is the dominant force herein.

A pretty much indicative example of the above stated phrase would be “Vampers”: the organ induced introduction, the sweeping guitar presence, the explosive nature of bass and drums combined, the almost whispered, velveteen vocal tint. The intensely nostalgic tone, in general. At other times sounding smooth, while at others being manifolding, it is a fact that these compositions rely a lot unto Petros’ vocals, that actually serve as a balancing factor, here. Additionally providing a slight touch of darkness to the whole narrative. And when guitars embrace this lovely, bell-like sonic aura, I am honestly touched.

Initiating a triumph, Cyclothymics provide an absolutely necessary sense of variation, as well as the emotional din needed in order to complete this amalgam of chromatic tonal phrases. That definitely moves along the usually frustrating boundaries of what we have come to identify as rock music, generally speaking – yet manages to escape the burden of being yet another boring copycat. Gifting the infinite with unparalleled moments such as “Surfbolah”, for example. This aesthetic puzzle is also complimented by a flawless cover artwork. At first sight, the later could somehow seem out of place in regards to this band’s style. On the other hand though, I personally sense that it is exactly what was needed for this record. Regarding this, I should note that the whole aesthetic piece was handled by the mighty Putsum – and that alone, is enough guarantee in my book.

In place of a summary: Cyclothymics’ same titled debut is most certainly among the finest approaches that I have listened to, in recent times. It comes off as being an obvious achievement, especially more so if one considers that this style of sound has long ago passed itself into a certain stage of sterility. Thankfully, that is not the case here. Quite the opposite, actually, as this specific recording seems to manifest a kind of relentless energy, which functions as a driving force throughout the whole duration of its unfolding process. As for the decision that led to its release on vinyl format, it simply is a perfect choice. Personally, I do not think that any other format would be suitable, in this case.

I have already said enough, though – after all, it probably is crystal clear: this listening session was – and still is – a pleasure to me. And not to me exclusively, of course. As nostalgia is taking over me, I let myself loose into the firmament of memories. Myself and Petros reading Francois Villon and passionately discussing on that matter. In a state of time undefined, at Exarhia.

Anything that passed, is never far away…

 

 

Γιώργος Καναβός

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.