Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen)

Η ύπαρξη του σταυρού εν μέσω του έντονα κόκκινου φόντου, δεσπόζει σε αυτό το εξώφυλλο. Παραπέμποντας με σε μια σειρά από ισχυρούς συμβολισμούς: τα 4 σημεία του ορίζοντα, τα 4 σημεία του κύκλου, οι 4 εποχές, μα και ακόμα τα 4 επίπεδα της ύπαρξης. Όποια από τις ενδεχόμενες αυτές επιλογές προτιμήσει κανείς, η στόχευση παραμένει καίρια. Και σε άμεση συνάφεια με το ως τώρα έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, μπορώ να προσθέσω. Η πορεία του οποίου εκτείνεται ως τώρα σε μια μακρά σειρά κυκλοφοριών, σε διάφορα σεβαστά labels που σχετίζονται μα και ερωτοτροπούν με τον ηλεκτρονικό ήχο. Το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις προγενέστερες κυκλοφορίες, έμοιαζε να είναι η πρόκληση δονήσεων που με τον τρόπο τους εκφεύγουν από την μάταιη προσήλωση στην ρηχή καθημερινότητα. Προσφέροντας δηλαδή ήχους που λειτουργούσαν ως πύλη, μεταφραζόμενοι σε δηλώσεις εσωτερικής φύσης. Η ίδια αγωνιώδης μα στέρεη εκφορά είναι παρούσα και εδώ, σε αυτήν την πρόσφατη ηχογράφηση.

Χρησιμοποιώντας ως συνήθως μια (μετα) βιομηχανική βάση, ο Idehall κατορθώνει να συνταιριάξει πολλές ιδιομορφίες, μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο. Ποικιλία παλλόμενων ρυθμών, μια υφέρπουσα μυστικιστική ατμόσφαιρα, υπόκωφα ραπίσματα, εναλλαγές διαφόρων φωνητικών ηχομορφών. Η κυρίαρχη κατεύθυνση στέκει ακέραια μέσα σε αυτά τα δαιδαλώδη υποσύνολα. Πιστό στον τίτλο που επιλέχθηκε, το υπάρχον υλικό ενυπάρχει σε ένα αποκαλυπτικό περιβάλλον.

Πυλώνες του οποίου αποτελούν έννοιες όπως η λύτρωση, η κάθοδος και η ενοποίηση. Ρέοντας αγόγγυστα μεταξύ παλμών, η ιδιαιτερότητα αυτής της απόπειρας είναι πασιφανής. Σχετιζόμενη άμεσα με το άτεγκτο όραμα του Michael. Σε κάποιο ποσοστό, ίσως αυτό οφείλεται στην προτέρως αποκτηθείσα εμπειρία. Επιπρόσθετα όμως, η σπάνια λεπτότητα αυτών των προσμείξεων είναι για εμένα αποτέλεσμα της στεντόρειας, ανήσυχης φύσης του συνθέτη και εκτελεστή αυτών των κομματιών. Είναι ο ξεκάθαρος έλεγχος του πάνω στο υλικό του-μα είναι ταυτόχρονα και η άρνηση αυτού ακριβώς του ελέγχου, στα σημεία όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι η μορφοποίηση του σημαντικού σε ένα απέριττο παλίμψηστο. Είναι βεβαίως, αυτά τα φαινομενικά απόμακρα φωνητικά που η ενέργεια τους δονεί το ασυνείδητο. Είναι, τέλος, το προφητικό διακύβευμα των επιμέρους πτυχών αυτού του έργου η ρυθμική διακύμανση του οποίου σκιαγραφεί το πεδίο της συνάντησης.

Άσκοπο, λοιπόν, βρίσκω το να ανακαλύψω συνθέσεις που ξεχωρίζουν. Αχρείαστη, επίσης, η κατανομή με βάση τα παρακλάδια του νεότερου βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού ήχου. Μάταιη ακόμα και η αναφορά στις όποιες επιρροές και επιδράσεις. Το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση εδώ είναι ο συντονισμός με τις λυτρωτικές συχνότητες. Συχνότητες που εκπνέουν σθεναρά. Συχνότητες που ορίζουν τον δεσμό με αυτό που προϋπήρξε. Και που ως κατάληξη οδηγούν τελετουργικά στον θάνατο της Αφροδίτης. Στον αφανισμό της μορφής, καθώς εισερχόμαστε στο άυλο τέμπλο. Στην διάλυση που προϋποθέτει τον διαχωρισμό των στοιχείων έχοντας ως μόνη κατάληξη τη σύνδεση με το Επέκεινα.

Αυτές οι συνθήκες εκφράζονται με σεβασμό και ιερή λιτότητα. Περιλαμβάνουν δε μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταπιεστικά, άλλα που θα μπορούσαν να ιδωθούν ως αρχέγονα δρώμενα, όπως και κάποια που λάμπουν αυτόνομα, ως ηδονικές αμυχές. Όλα αυτά τα θραύσματα διαλαλούν την παρουσία τους, περίτρανα. Κοσμώντας μια απόλυτα όμορφη συνάθροιση. Έχοντας πάντα κατά νου την ακτίνα που αποτελεί το αίτιο αυτής της σπονδής. Σε ένα πιο άμεσο, σχεδόν πραγματιστικό επίπεδο τολμώ να πω πως η ακρόαση αυτή με οδήγησε στην ανάμνηση του σκοτεινού ήλιου που βρίσκεται στις παρυφές των Αθηνών. Μια σύγκριση βέβαια που φοβάμαι πως μόνον κάποιοι από τους ημεδαπούς αναγνώστες μας θα κατανοήσουν. Ας είναι όμως-το σημαντικό στοιχείο όπως έγραψα πιο πάνω, είναι ο συντονισμός. Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, μπορώ απλά να πω πως αυτή είναι μια από τις πιο άρτιες ηχητικές προτάσεις του σήμερα. Και, ως τέτοια, καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη σχετική με το 2018 λίστα μου.


The appearance of a cross, in through a vividly red background, is emphatically dominant upon seeing this cover art. Its presence leads me towards a series of truly powerful symbolisms: 4 points of horizon, 4 sides of a circle, 4 seasons and even, yet, 4 levels of existence. Whichever choice among these is preferred, the aim remains intact. And it also stands as an immediate connection to this artist’s previous works, may I add. His personal route is so far displayed through a rather long variety of releases, in cooperation with certain, well-respected labels that are related to, as well as worshipping at, the altar of electronic sound, as a whole. The main cohesive element that unified these earlier recordings seemed to be the induction of vibrations that, in certain qualities and manners, escape the vain adherence of this mundane world-view. Thus, offering sounds that are capable of mediating as a gate, somehow translated into statements of esoteric nature. The same anguished yet strong enunciation is also present here in this relatively recent recording.

Relying as usual on a post-industrial basis, Idehall manages to combine a number of oddities, while staying focused on said above trail. A wide selection of turbulent rhythms, an underlying mystical ambiance, eerily hollow beats, an alternating sequence of different vocal audio forms. The main direction shines blissfully through each and any of these equally rambling sub-sections. Being loyal to the title chosen, this existing material is a testimony of an absolutely apocalyptic environment. An environment that is composed of certain pylons-the main ones being notions such as the following ones: redemption, descent and unification. Willingly floating in between palms, this attempt’s distinctiveness is ever present. Obviously connected at once to Michael’s intense vision. To some extent, this could be interpreted as a result of previously gained knowledge and experience. Moreover though, this rarely found delicacy of mixtures, shines for me as a definite sign of a stentorian, never resting personality that the composer/performer here certainly possesses. It is the brightly obvious control he has, regarding his material-and yet, is is also the gesture of denial towards the above said sense of control, at certain points on which this attitude seems to be a necessity. It is the formation of what is seen as important, in the process of a flawless palimpsest. And naturally, it is the presence of these seemingly distant voices. The energy of whom vibrates the unconscious. And lastly, it is about the prophetic stake that individual aspects of this work are comprised of. The rhythmic variance of which, is the key factor that outlines the purpose of this meeting.

Therefore I assume that the task of discovering compositions that stand out is a worthless one, indeed. Attempting to label this by picking up some of the separate branches that are linked to the industrial as well as the post-industrial sound vocabularies, is equally useless to me. The effort of pointing out influences would also prove to be a vain path. The major key of deciphering here is simple and pure: it is the absolute tuning in to these emancipating frequencies. Frequencies that are firmly exhaled. Frequencies that solidify the bond to what once existed, long before time, perhaps which strongly wind up to Venus’ ritualized death. To the eradication of form, as a concept. As we enter the immaterial Temple to a dissolution that involves the segregation of elements, as a vital demand, which leads to a thoroughly specific ending: being one to infinity.

All these statements are carried out and expressed in a mode of respect and dare I say, sacred, leanness. As a whole, this work includes some parts that could be viewed as oppressive, other ones that could be seen as primeval acts, as well as some that tend to shine autonomously, appearing as lacerations of hedonism. The whole of these fragments trumpets its presence, gloriously. Gracing a totally beautiful gathering. Keeping always in mind the ray that was the primal reason for this libation. In an abruptly direct, almost realistically inclined mode, I must admit that this listening experience drove me back to the dark sun that lives and breathes somewhere in the suburbs of Athens. I am afraid that this latest reference is something that only some of our native readers will get. Nevermind, though-the factor of importance here is coordination, as stated above. On a strictly musical level, I can honestly say that this is one of the most essential sonic propositions of this date. And, as such, it occupies a special place to my 2018 related best of list.

Giorgos Kanavos

Six Steps Above The Earth – The Fog Ensemble – cold i

Σε κάθε χρονιά που οδεύει προς το κλείσιμό της οφείλουμε να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία σε ό,τι αξιόλογο βγήκε στα μέρη μας. Όχι γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να παινέψουμε τα δικά μας παιδιά, λες και η μουσική χωρίζεται από σύνορα και πατρίδες, αλλά γιατί καλό είναι να ακούμε αυτό που συμβαίνει και δημιουργείται γύρω μας ως μια προσπάθεια ψηλάφησης του ιδιαίτερου περιβάλλοντος που ζούμε. Μακριά, βέβαια, από μας η μιζέρια του “για ελληνικό καλό είναι” ή οι σερί αποθεωτικές κριτικές, καθώς έχουμε μάθει να ακούμε με τα αυτιά και όχι με τη γλώσσα. Ας δούμε, λοιπόν, την τελευταία σοδειά κυκλοφοριών από ημεδαπά ονόματα που έχουμε ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν, σημειώνοντας ότι συμπεριλαμβάνεται σε μια ούτως ή άλλως κακή χρονιά με βάση το τι βγήκε μέσα στο ’18.

Six Steps Above The Earth – Step 3 – AStudy On Human Nature

Το να ψάχνεται μια μπάντα με τον ήχο της είναι κάτι το ολότελα θετικό. Τόσο που τείνει να καλύπτει το γεγονός ότι μπορεί πολλοί δρόμοι να οδηγούν στον ποθητό στόχο, αλλά δεν μπορούν να παρθούν όλοι ταυτόχρονα, παρά μόνο ένας. Μπροστά στα εν λόγω σταυροδρόμια, βγαίνει μια διστακτικότητα που αποτυπώνεται στην τελική μορφή ενός άλμπουμ, με τη λύση να δίνεται από την ακολούθηση του ενστίκτου που οδηγεί μοιραία και χωρίς μια δεύτερη, πιο ώριμη, σκέψη στη δισκογραφική αποτύπωση κάθε ιδέας. Καλός ο πειραματισμός, λοιπόν, αλλά υπάρχει και το ανάλογο κόστος.

Η γόνιμη βρομιά των προηγούμενων δουλειών των SSATE έχει δώσει τη θέση της σε έναν καλογυαλισμένο τρόπο αντίληψης που τα φέρνει όλα μπροστά με κάπως απότομο τρόπο. Για αυτό και το υπερφιλόδοξο 23λεπτο πρώτο κομμάτι του δίσκου ακούγεται σαν ένας συγκερασμός διαφόρων ιδεών σε κάτι που απομακρύνεται από αυτές. Στα επόμενα ορχηστρικά κομμάτια υπάρχει ως κάτι το διαφορετικό, μια γυμνή μελωδικότητα που ιδίως στο “Earth Gazing” αποκτά μια ιδιαίτερη γοητεία. Την αξία της μπάντας, εξάλλου, τη γνωρίζουμε, οπότε μένει να την αποδείξει η ίδια στη συνέχεια σε ένα ολοκληρωμένο αποτύπωμά της.

The Fog Ensemble – Throbs (inner ear)

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, είναι μεγάλο προτέρημα για μια μπάντα να έχει κατακτήσει τον δικό της ήχο. Στη μόλις δεύτερη κυκλοφορία τους, οι TFE έχουν ήδη αυτό που με το που ακούσεις ένα κομμάτι τους αμέσως τους καταλαβαίνεις. Αυτό όμως ισχύει και για τα κομμάτια τους αυτά καθαυτά, όπου η αρχή υποδηλώνει και το πώς θα κυλήσουν στη συνέχεια. Το θέμα είναι να μη γίνεται και με όλο τον δίσκο, για προφανείς λόγους. Για να δούμε, λοιπόν, αν αυτό συμβαίνει.

Στο Throbs, για καλή τους/μας τύχη, το γράψιμο της μπάντας παραμένει ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως δυναμικό. Η αίσθηση της συνέχειας, από κει που μας είχαν αφήσει με την προηγούμενη κυκλοφορία τους, προσδίδει μια οικειότητα απέναντι στις νέες συνθέσεις. Επίσης, είναι ωραίο που δεν μπορείς να καταχωρήσεις κάπου τον ήχο της μπάντας, αν και μια ροπή στον βρετανικό ήχο υποβόσκει ολούθε. Πάντως αυτή η μονόπλευρη διάσταση των συνθέσεων περιορίζει το εύρος των πεδίων που φτάνουν ως μπάντα και αυτή η εκτός χρόνου uptempo διάθεσή τους τους κοστίζει ως προς το μη σύγχρονο μουσικό τους στίγμα. Αν αυτό οφείλεται στα απλά παιξίματά τους, τότε καλώς. Αν φταίει η βάση των ιδεών της μπάντας, τότε αναμένουμε το ξεπέρασμά της έχοντας κατά νου και τις δεδομένες δυνατότητές της (βλ. χαρακτηριστικά το κλείσιμο του δίσκου).

cold i – Άνθη Γκρεμού (scarecrow records)

Με τους cold i αυτό που συμβαίνει, και σε συνέχεια της εισαγωγής του προηγούμενου κειμένου, είναι ότι πριν πατήσεις το καταραμένο play ξέρεις ακριβώς τι θα ακούσεις. Είναι αδιαμφισβήτητα μια μπάντα που ξέρει τα βασικά πέραν των επιρροών και την όλη ασπρόμαυρη αισθητική που έχουμε αναλύσει σε παλαιότερο κείμενό μας. Ως μια βάση στέρεη έχουμε ένα στρωτό παίξιμο και τις δυνατές κιθαριστικές μελωδίες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το υλικό τους. Πόσο όμως να αντέξει αυτή η βάση το πέρασμα του χρόνου προς τα πίσω;

Μόνο ως παγίδα μπορεί να χαρακτηριστεί αυτό το πισωγύρισμα, με την εκφραστικότητα να εγκλωβίζεται σε καθιερωμένα μουσικά και στιχουργικά μοτίβα. Αυτό αποδεικνύεται αφενός από την επιμονή οι μελωδικές γραμμές της κιθάρας να ταυτίζονται με αυτές της φωνής σε όλα σχεδόν τα μέρη των κομματιών και αφετέρου οι ταχύτητες να είναι πιο punk παρά post, χωρίς να αφήνουν στο τέλος χώρο για κάτι το καινοτόμο ή το διαφορετικό. Οπότε η κατάληξη είναι η προβλεψιμότητα του ήχου και των συνθέσεων, παρόλο που στην κυκλοφορία αυτή βρίσκουμε αρκετές καλές στιγμές για ξεσηκωτικό χορό!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Psych-rock jams, spells and avant-punk feminism: Lydia Lunch’s Big Sexy Noise/Οmega Ray live in Athens (10.11.2018)

 

0

Έχει έρθει επιτέλους το σαββατόβραδο που ανυπομονούσα με στωικότητα για να πρωτοακούσω από κοντά και κυρίως να φωτογραφίσω την αυθεντική avant-garde μάγισσα της τελευταίας, ίσως, ανατρεπτικής γενιάς των κοινωνικών αποβλήτων, την κυνική και επιβλητική φωνή των αθεράπευτα τρελών και απροσάρμοστων στη Νέα Υόρκη των ’80s. Δέος, μελαγχολική έκσταση και εφηβικά χτυποκάρδια, θα μπορούσε κανείς να γράψει για να συμπυκνώσει, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, την ολιστική εμπειρία. Ας το πιάσουμε από την αρχή, όμως, σιγά σιγά.

Ως συναυλιακός χώρος, το Gagarin 205 έχει φιλοξενήσει αρκετές από τις πιο ξεχωριστές προσωπικές στιγμές και πετυχημένα λάιβ που έχω ζήσει, οπότε ήταν αναμενόμενο να προσδοκούσα άλλη μια τέτοια στιγμή. Και η πρόβλεψή μου δεν ήταν λανθασμένη. Σε ένα σχετικά παγωμένο και λιγοστό κοινό, που σταδιακά αυξανόταν, εμφανίστηκε το πρώτο και μοναδικό support σχήμα, η αθηνέζικη psychedelic rock μπάντα Omega Ray. Να ξεκαθαρίσω ότι, αγαπώντας διαχρονικά τους Last Drive, είχα την προκατάληψη ότι το νέο σχήμα του Γιώργου Καρανικόλα θα κινηθεί στην ίδια μουσική garage/surf-rock πεπατημένη, παρ’ ολ’ αυτά διαψεύστηκα περίτρανα. Στη σχεδόν μονόωρη παρουσίαση του ομότιτλου ντεμπούτο τους (Ω-Ray) και με τον παραδειγματικό επαγγελματισμό των υπόλοιπων νεανικών μελών (Στέφανος Φλώτσιος, Άγγελος Κώττας, Κώστας Λουκόπουλος, Αριάννα Κ.), ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ακούσω να διαπλέκεται ο μεστός ελληνικός στίχος με κατανυκτικά shoegaze φωνητικά και πειραματικά folk/acid-rock τζαμαρίσματα. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στον κρυστάλλινο ήχο του ξυλοφώνου στο “Ξενιστής”, στις αργόσυρτες κιθάρες του νεοψυχεδελικού “Κυκλικός Χορός”, στα αισθησιακά blues του “Oξείδωση” και αναμφίβολα στην κορύφωση μιας μυσταγωγικής ατμόσφαιρας με το “Αίτνα”. Σε γενικές γραμμές, οι Omega Ray μπόρεσαν να χτίσουν μια κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση, να σπάσουν τη φθινοπωρινή παγωμάρα του κοινού και να αφήσουν μια αξιοπρεπή παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εμφανίσεις τους, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό.

 Το ενδιάμεσο διάλειμμα με το εκ νέου στήσιμο της σκηνής μάς βρήκε όλες και όλους να προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για ένα χυδαίο performance, ενώ η αναμονή ήταν βασανιστική, κάτι που σίγουρα θα απολάμβανε “σαδιστικά” το αντιδραστικό τρίο των Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White μαζί με τη Lydia Lunch) στα παρασκήνια. Καθώς όλα ήταν έτοιμα, πάνω στη σκηνή είχε ήδη τοποθετηθεί ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ένα γυάλινο ψηλό ποτήρι, ένα ακόμη στοιχείο που προοικονομούσε και εξασφάλιζε την επερχόμενη απόλαυση. Δεν άργησε να βγει στη σκηνή η Lydia Lunch και με τον δικό της καυστικό και ενδυναμωτικό τροπο, μας ξόρκισε άλλοτε με τραχιά και άλλοτε με αισθησιακή φωνή, ράγισε κάθε ανδρικό εγωισμό με μια αντισυμβατική femme-fatale επιτέλεση και κυριολεκτικά έφτυσε στα μούτρα κάθε καταπιεστική κοινωνική νόρμα που καταστρατηγεί τις ηδονές μας. Η διαχυτική της παρουσία, η άλλοτε απαθής και άλλοτε παιχνιδιάρικη θεατρικότητα και οι προβοκατόρικοι μονόλογοί της κατάφεραν να ενορχηστρώσουν μαζί με την εντυπωσιακή κιθάρα του James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) και τα εκκωφαντικά τύμπανα του Ian White (Gallon Drunk) ένα “κανιβαλιστικό ρομάντζο”. Συνεπαρμένος από το μεθυστικό high της στιγμής, μπόρεσα να ξεχωρίσω το μαγευτικό “Ballin’ The Jack”, το καταγγελτικό ύφος του “Your Love Don’t Pay My Rent”, την περιρρέουσα σεξουαλικότητα του “Trust The Witch”, το αμαρτωλό “Collision Course”, την εφιαλτική διασκευή του μνημειώδους “Κill Your Sons” (Lou Reed) και, τέλος, το οργασμικό “Forever On The Run”. Ουφ, επικό ρίγος!

Σε τελική ανάλυση, όλα τα υπόλοιπα που δεν μπορούν να περιγραφούν, απαθανατίζονται με ευκρίνεια στις ακόλουθες φωτογραφίες.

This slideshow requires JavaScript.


At last it’s Saturday night for which I long awaited with tremendous stoicism, for the sole purpose of listening to, for my first live, and mainly photographing the authentic avant-garde witch of the presumably last, subversive generation of social waste, the grandiose and cynical voice of the untold mads and misfits in ’80s New York. Awe, melancholic ecstacy and adolescent heartbeats would anyone write to condense, as vivid as possible, this holistic experience. Νonetheless, let’s get it from the beginning rather slowly.

 As a concert venue, Gagarin 205 has hosted some of the most memorable personal moments and successful lives I’ve ever experienced, so I was expecting another one successful night. And I didn’t false predicted. In a relatively cold and scarce audience that gradually grew, the first and only support appeared, Omega Ray, a psychedelic rock band from Athens. To clarify, since I love eternally The Last Drive, I was biased that George Karanikolas’ new band would oscillate between the same old garage and surf-rock soundscapes, but I was totally refuted. In an almost one-hour presentation of their self-titled debut album (Ω-Ray) along with the exemplary professionalism of the other younger members (Stefanos Flotsios, Angelos Kottas, Kostas Loukopoulos, Arianna K.), the mixing of concise Greek lyrics with devout shoegaze vocals and experimental folk/ acid-rock jams was a pleasant surprise. Worth-mentioning moments involve the xylophone’s crystallic sounds in “Xenistis”, the lengthy chords of neopsychedelic “Kyklikos Horos”, the sensational blues of “Oxidosi” and , unequivocally, the climax of an atmospheric ritual with “Etna”. In a few words, Omega Ray succeeded in building up a proper emotional charge, breaking the ice among the audience and setting a decent example for their future live appearances, at least from my perspective.

This slideshow requires JavaScript.

The mid-break with the stage set-up got us all emotionally prepared for a vulgar performance, while the standing by was tantalizing, a momentum which the reactive trio of Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White with Lydia Lunch) would surely enjoy in the backstage. As everything was set up, a big bottle of white wine and a typical wine glass were placed on stage, yet another fact which foreshadowed and ensured the upcoming enjoyment. Lydia Lunch wasn’t too late to come out and, in her own poignant and empowering way, haunted us sometimes with a harsh, sometimes with a sensual voice, broke down every male’s ego with an unconventional femme-fatale persona and literally spat in the face of any oppressive social norm which stifles our pleasures. Her effusive presence, her either apathetic either playful theatricality and the provocatorial monologues managed to orchestrate a “cannibal romance” alongside with the impressive guitar of James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) and the deafening drums of Ian White (Gallon Drunk). Deluged with the moment’s high, I was able to distinguish the enchanting “Ballin’ The Jack”, the denunciatory attitude of “Your Love Don’t Pay My Rent”, the raw sexuality of “Trust The Witch”, the sinful “Collision Course”, the eerie cover of monumental “Kill Your Sons” (Lou Reed) and, finally, the orgasmic “Forever On The Run”. Sigh, what an epic shiver!

In the long run, all the rest that cannot be described, were clearly immortalized in the following photos.

Pantelis Daskalakis

The Ocean Collective – Phanerozoic I: Palaeozoic (Pelagic Records)

Το Phanerozoic I: Palaeozoic (το 2ο μέρος θα κυκλοφορήσει το 2020), 8ο άλμπουμ των Γερμανών The Ocean Collective, δεν έχει κάποιο καινούριο στοιχείο σε σχέση με την πρότερη δισκογραφία τους και δεν εισάγει κάποια καινοτομία. Δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που επιδιώκει να πετύχει την τέλεια φυσική ισορροπία ανάμεσα στο αργόσυρτο και θηριώδες post/sludge και στις προοδευτικές εκφάνσεις του metal ήχου. Σαφώς, έχουμε ακούσει μυριάδες άλλα άλμπουμ με πελώρια riff, εκτεταμένα, ατμοσφαιρικά περιβάλλοντα και με σύμμαχο την εξαιρετική παραγωγή. Δεν είναι το πρώτο metal άλμπουμ που συνταιριάζει βέβαια τις υψηλές δυναμικές του με πιάνα, έγχορδα και ηλεκτρονικά στοιχεία και, ούτε συζήτηση, έχουμε ακούσει άπειρους δίσκους που τραγουδήθηκαν από εξαιρετικούς τραγουδιστές – αν και νομίζω ότι είναι καιρός να αναγνωρίσουμε τον Loic Rossetti ως έναν από τους σπουδαίους της εποχής μας. Και όσο και αν όταν τραγουδάει ο Jonas Renske των Katatonia λιώνουν και οι πέτρες, τέλος πάντων έχουμε ακούσει πολλές άλλες συνεργασίες στο παρελθόν αντίστοιχης εμβέλειας με το “Devonian: Nascent”(;).

Το Phanerozoic I: Palaeozoic δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που αφηγείται ιστορίες για τις δυνάμεις της γης και παραδίδεται σε απόλυτα φυσιοκεντρικά οράματα. Δεν είναι το πρώτο επιστημονικό ή και διδακτικό άλμπουμ, ούτε βέβαια το πρώτο που μας κάνει να υποπτευόμαστε ότι οι στίχοι του αποτελούν ουσιαστικά μια τεράστια αλληγορία – οι καταστροφές, οι ανασχηματισμοί και οι αναγεννήσεις της Φανεροζωικής περιόδου ως τα γεωλογικά σύμβολα της ανθρώπινης ασημαντότητας και των μικρών και μεγάλων θανάτων που όλοι ζούμε καθημερινά. Οι The Ocean δεν είναι οι πρώτοι που έχτισαν συναισθήματα απόλυτης φθοράς και απόλυτης ανάτασης με αντίστοιχες μουσικές και δεν είναι το πρώτο άλμπουμ με τόσο έντονο το δραματικό κι επικό στοιχείο. Αρκετές φορές στο παρελθόν ακούσαμε μουσικές που έφεραν μπροστά στα μάτια μας δυνατές εικόνες, θάλασσες να υψώνονται σαν βουνά και σεισμούς να ανοίγουν τη γη στα δύο.

Αναλύοντας τα συστατικά του, το Phanerozoic I: Palaeozoic θα έπρεπε να είναι άλλο ένα απλώς καλό άλμπουμ, γιατί όμως ακούγεται τόσο καλύτερο από όσο θα του έπρεπε;

Εξήγηση δεν υπάρχει καμιά. Η μόνη υπαίτια για το διαμέτρημά του δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη η αλήτισσα και ανυπόταχτη δεσποινίς που δεν παντρεύεται, δεν συγκινείται και δεν ταπεινώνεται για κανέναν. Εκείνη που αγνοεί τα παρακάλια μεγάλων και τρανών και δεν απαντά σε καμιά προσευχή κι αν της καπνίσει, διαλέγει έναν “μικρό” και “ταπεινό”, κάθεται κοντά του απρόσκλητη και αποχωρεί σαν σκιά όταν της έρθει. Μούσα την έλεγαν οι παλιοί, έμπνευση τη φωνάζουμε σήμερα, όπως κι αν την πεις, η άτιμη πήγε κι ερωτεύτηκε τον Robin Staps και τη βερολινέζικη κολεκτίβα του και προφανώς δεν τον άφησε στιγμή όσο το album δουλευόταν. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί κάπως το γεγονός ότι κάθε νότα αυτού του δίσκου μοιάζει να εκπληρώνει την ίδια του τη νομοτέλεια και να εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε. Και όπως η σπείρα του Milky Way αναμετράται με τη σπείρα του κελύφους ενός σαλιγκαριού, έτσι και τα σκάρτα 50 λεπτά του Phanerozoic χωράνε τα 500 εκατομμύρια χρόνια και τις 5 μαζικές αφανίσεις του Φανεροζωικού, διεκδικώντας τις ίδιες γενεσιουργές αιτίες.

Οι The Ocean δεν είναι δα και οι πρώτοι τους οποίους η metal μουσική –με τα μοντέρνα, μετά του 2000 αισθητικά πλαίσια– θα πρέπει να ευχαριστήσει για το φιλί της ζωής που της δίνει. Μέχρι όμως να εμφανιστεί ανάλογο τέτοιο album, υπάρχει περίπτωση να είναι οι τελευταίοι.


The 8th album of German act The Ocean Collective entitled Phanerozoic I: Palaeozoic (part II will be released in 2020), doesn’t add any new elements to their previous discography and carries no innovation with it. It is not the first album that tries to achieve a perfect, natural balance between an enormous mid-tempo post/sludge style and the most progressive aspects of metal sound. Clearly, we have listened to myriads of albums that include huge riffs, extended atmospheric ambiences and great production. Of course, it’s not the first metal album that combines its high dynamics with piano, cello and electronic sounds and, no discussion about it, we have listened to countless albums sang by phenomenal singers – though I believe it is time to acknowledge Loic Rossetti as one of the best singers of our time. And despite the fact that Katatonia’s Jonas Renske can make even stones weep when he sings, we have listened to many collaborations in the past, as important as this one in “Devonian: Nascent” (?).

Phanerozoic I: Palaeozoic is not the first album that narrates stories regarding the powers of the earth, surrendering itself to nature-centric visions. It is not the first scientific or instructive album, neither the first one that makes us suspect that its lyrics hide essentially a great allegory – the disasters, reconstructions and rebirths of the Phanerozoic era as geological symbols of human insignificance and of the little deaths and rebirths we experience in our everyday lives. The Ocean is not the first band to evoke feelings of ultimate decay or ultimate uplifting and this is not the first album to include dramatic or epic elements of this intensity. Many times in the past we have listened to music that created powerful imaginary images of seas that rise as mountains and of earthquakes that tear the land in pieces.

Analysing its characteristics, Phanerozoic I: Palaeozoic should be just another good album, so how is it possible to feel so much more than that?

There is no reasonable explanation. It seems that the only one responsible for the creation of an album of this calibre is that vagabond, untamed lady that never marries or belongs to anyone, that never gets abused by anyone. That lady that ignores the begging of the great and answers to no prayers and, if she feels like it, she sits next to the small and humble of her choosing, uninvited and then departs again like a shadow, without any warning. The ancients called her Muse, we call her inspiration today, but no matter how you call her, it seems that this wild entity fell in love with Robin Staps and his Berlin-based collective and obviously she didn’t leave him alone not even for a moment while this album was being created. It’s the only way to explain the fact that every note of this album seems to fulfill its causality and completely serve the purpose it was born for. And as the Milky Way’s spiral can be compared with the spiral of a snail’s shell, so the less than 50 minutes of this record compete with the 500 million years and the 5 mass extinctions of the Phanerozoic era, claiming the same root causes.

The Ocean Collective is not the first band that metal music – with its modern, post-2000 aesthetic context – should owe gratitude for the kiss of life it offers. Yet, until an album of that quality appears again, there is the possibility to be the last.

 

Antonis Kalamoutsos

 

OHHMS – Exist (Holy Roar Records)

Ο παραγωγικός συλλογισμός, ως τρόπος ανάπτυξης της σκέψης, ξεκινά από μια γενική ή και αφηρημένη έννοια με δεδομένη ισχύ, για να καταλήξει σε κάτι πιο ειδικό ή διευκρινιστικό. Ο επαγωγικός τρόπος κινείται ακριβώς αντίθετα, εκκινώντας από το μερικό με στόχο την αναγωγή της σκέψης σε γενικό συμπέρασμα. Αναλόγως την περίπτωση, επομένως, κατευθύνεις τη σκέψη σου επαγωγικά ή παραγωγικά. Κάπως έτσι, οι OHHMS κατέληξαν στον τίτλο του 4ου full length studio album Exist, αντί της αρχικής τους επιλογής Animal Rights, θέτοντας ως στίγμα της δουλειάς τους τη γενικότερη έννοια της ύπαρξης αντί της ειδικής που περιορίζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία, στα δικαιώματα των ζώων, στην προκειμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη, η ίδια η ζωή είναι η γενικότερη έννοια στην οποία συμπεριλαμβάνεται η μερική έννοια που αφορά στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ζώων, με στόχο την άρση της εκμετάλλευσής τους και την τελική διαφύλαξη της ελευθερίας και διαβίωσης στο φυσικό τους περιβάλλον. Ένα ξεκάθαρο μήνυμα, άμεσα προβεβλημένο ήδη από το εξώφυλλο του δίσκου με τον πίθηκο-πειραματόζωο πίσω από τα κάγκελα, εικόνα που σου προκαλεί εκτός από σφίξιμο στο στομάχι, πολλές σκέψεις και συνειρμούς. Εξάλλου, αυτό το βλέμμα του ζώου που πονά και (συν)θλίβεται μέσα από τα πειράματα που υφίσταται στον βωμό της προόδου και της ανάπτυξης είναι ξεκάθαρη έκκληση για ζωή και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον frontman των OHHMS Paul Waller, σκοπός του album είναι η αφύπνιση και η ενημέρωση του κόσμου, χωρίς όμως αυτή η διαδικασία να πάρει τη μορφή του κηρύγματος, κάτι που και ο ίδιος, άλλωστε, απεχθάνεται. Μέσα από ήχους progressive-post metal και πρόσμειξη στοιχείων doom, sludge, ακόμα και παραδοσιακού rock, εκλύεται ο θυμός, η αγανάκτηση από την εκμετάλλευση των ζώων. Αυτό διαφαίνεται με το 23λεπτο εναρκτήριο “Subjects”, με το κυρίαρχο, επαναλαμβανόμενο, βαθύ ουρλιαχτό του frontman “…murderer…” και τις εναλλαγές ανάμεσα στα δυναμικά και μελωδικά μέρη του τραγουδιού. Η συνέχεια κινείται στις ίδιες νόρμες με το “Shamples”, όπου οι δημιουργοί στηλιτεύουν τον έκδηλο ελιτισμό ορισμένων που στο όνομα της προστασίας των ζώων συμπεριφέρονται αλαζονικά προς τους ανθρώπους. Τραγούδια γεμάτα απόγνωση και οργή για την εκμετάλλευση των ζώων, με το πιο μελωδικό “Calves” να είναι σαν να μας απευθύνονται τα ίδια λέγοντας “…don’ t take my blood from me”.

Οι ίδιοι οι δημιουργοί παρουσιάζουν τη νέα τους δουλειά ως την καλύτερη ως τώρα. Η θεματική που διαπνέει τη συγκεκριμένη δουλειά των OHHMS, μέσα από τους σκληρούς ήχους και τα ιδιαίτερα νοήματα, θέλει να περάσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα της παύσης της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στα ζώα. Κάποια στιγμή, εξάλλου, η φύση εκδικείται…


Productive reasoning, as a way of developing thought, begins with a general or abstract concept with a given force, to conclude to the specific or clarifying reasoning. The inductive way moves exactly to the opposite direction, starting from the partial aiming at the deduction of thinking to general conclusions. Depending on the case, therefore, you direct your thinking inductively or productively. Somehow, OHHMS ended up giving their 4th full length studio album the tile Exist, instead of “Animal Rights” that was their original choice, highlighting the general concept of being instead of the specific – limited to a particular category, animal rights in this case.

Life itself is the general concept, including the partial concept of animal rights, aiming to remove their exploitation and ultimately entrenching freedom and living in their natural habitat. A clear message, which is immediately visible from the cover of the album that depicts a monkey – lab animal behind the bars, a picture that causes you stomach ache and many thoughts. Besides, the look of the animal is full of pain and crushed by the experiments that take place on the altar of progress and development is a clear call for life and freedom.

According to OHHMS’ frontman Paul Waller, the purpose of the album is to awaken and inform the world, but this process does not take the form of preaching, something that he rejects. Through the progressive sounds – post-metal and doom, sludge, even traditional rock sounds, anger or indignation emerges due to the exploitation of animals. This is clarified by the 23-minute “Subjects” with the predominant, repetitive, deep-grin of the frontman “..murderer …” and the alternations between the dynamic and lyrical parts of the song. The sequel goes in the same norms as the “Shamples”, where the creators stigmatize the obvious elitism of people who behave arrogantly towards humans, in the name of animal protection. Songs full of despair and anger for the exploitation of the animals, with the melodic “Calves” where it feels like animals are telling us ” do not take my blood from me ”

The creators present their new work as the best one, so far. The theme that inspires OHHMS’ work through harsh sounds and special meanings is giving a clear message for the termination of exploitation and the dominance of man over animals. At some point nature will take its revenge after all…

 

 

Sylvia Ioannou

 

Medicine Boy – Leigh Toro

Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records)

Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

Με αυτούς τους στίχους ξεκινά το “Bottom of the blue” και δίνεται μονομιάς ο τόνος του Lower, του ίσως καλύτερου noise pop δίσκου της χρονιάς που οδεύει προς το τέλος της. Ίσως να ’ναι παρακινδυνευμένη η επιλογή να ξεκινάμε με τόσο χιλιοειπωμένες φράσεις που αναδύουν μυρωδιά κοινοτοπίας, αλλά αυτό είναι το τίμημα του συναισθηματικού αντίκτυπου που φέρει μια πραγματικά καλή κυκλοφορία: ο νους του ακροατή μηδενίζεται και η σκέψη του καταφεύγει σε οικείες λέξεις και φράσεις για να αποδώσει όσο το δυνατόν καλύτερα το βίωμα.

Παρότι ένας μήνας θα ήταν ίσως παραπάνω από ικανοποιητικό χρονικό διάστημα για να μιλήσουμε για την κυκλοφορία του βερολινέζικου ντουέτου Medicine Boy, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στη σύνθεση και τα όποια technicalities, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα απέδιδε καθόλου τον τόνο του Lower.

Με ερωτικό θεματικό προσανατολισμό (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), φαντασιακές αναφορές (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , αισθαντικά φωνητικά, μπλουζ αισθητική που ξεδιπλώνεται σε άκρα τόσο πειραματικά όσο και του γνώριμου και κοντινού shoegaze, το Lower ξεδιπλώνεται σαν νήμα μέσα σε τρία τέταρτα πεσιμιστικής (αν όχι ενίοτε μακάβριας) απαλότητας (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).


Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

It’s with these lyrics that “Bottom of the blue” sets off and gives away the tone of Lower – probably the best noise pop album of this soon-to-be-gone year. It may seem too risky a choice to use a phrase that’s so commonplace to describe this release but that is the price one has to pay when an album hits so close to heart. The listener’s mind gets resettled and his/her thought resorts to familiar words and phrases that serve only one purpose – to describe the experience as accurately as possible.

Surely one month is thought to be a timeline sufficient enough for anybody to talk in further detail about Medicine Boy’s, a duo from Berlin, latest release in terms of compositional traits and technicalities, but that would be us overlooking the aforementioned emotional tone of Lower.

The album is set on an erotic axis (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), references to fantasies (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , sensual vocals and a blues esthetic that spirals both to experimental and shoegaze paths.

All in all, Lower unravels as naturally as a thread during three quarters of pessimistic (if not macabre) gentleness (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).

 

 

Leigh Toro – Eternal Navigation (eilean rec.)

Μια συχνή κινηματογραφική εικόνα επιτάσσει τη θέαση του εαυτού να βυθίζεται σε έναν ωκεανό σκέψεων, αναμνήσεων και συναισθημάτων – ο πρωταγωνιστής, αμέτοχος, παρακολουθεί με προσοχή. Παραδόξως, από την παθητική αυτή κατάσταση αναδύεται σοφότερος, έχοντας μια νεοαποκτηθείσα επίγνωση του είναι του.

Κατ’ αναλογία, ο επίμονος μινιμαλισμός των συνθέσεων που βρίσκουμε στο Eternal Navigation του Leigh Toro δημιουργεί την απαραίτητη συνθήκη ώστε από μια φαινομενικά ήπια και σχεδόν παρασκηνιακή ακρόαση να αναδυθούμε, έχοντας επιτύχει τον μόνο στόχο που δεν θέσαμε: την αριστοτελική κάθαρση.


One of the most recurring scenes in cinema is that of the self drowning in an ocean of thoughts, memories and feelings whilst the protagonist remains detached but closely observant. Oddly enough, from the passive state he/she emerges wiser, having a newly found awareness of the self.

By analogy, the persistent minimalism of the compositions found in Leigh Toro’s Eternal Navigation maintains the ground on which the experience of the listener may seem sublime and almost of a secondary nature but actually sets the tone for achieving the Aristotelian catharsis.

 

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Mamaleek – Out Of Time (The Flenser)

Τα πιο τρομακτικά όνειρα, εκείνα που ρίχνουν τη σκιά τους και στις πιο γενναίες καρδιές, είναι αυτά που όταν τα περιγράφεις ή τα θυμάσαι δεν κουβαλούν κάποια φρικαλέα εικόνα αλλά τη βαριά αίσθηση ενός φόβου αδιόρατου και παντελώς αδιαπέραστου. Οι Mamaleek, ένα μυστηριώδες και ανώνυμο ντουέτο από δύο αδερφούς που δρουν στη Δυτική Ακτή και στη Βηρυτό αντίστοιχα, ξέρουν καλά από ποια υλικά χτίζεται ένας καλός μουσικός εφιάλτης. Η μουσική φρίκη δεν κρύβεται στον ήχο αλλά σε αυτά που υπονοεί και στην ελαφριά απόκλιση της συνείδησης που προτείνει. Και αν στιλιστικά υποτίθεται πως ανήκουν στον πειραματικό black metal χώρο, ο συγκαλυμμένος εφιάλτης τους γίνεται πειστικότερος τώρα που οι κιθαριστικές παραμορφώσεις είναι στα όρια του ανύπαρκτου.

Για ποιο black metal μιλάμε, λοιπόν, όταν από τα ηχεία σου ξεπηδάνε απροσδόκητα ηλεκτρονικά, funky, jazz έως και dub grooves; Είναι τα σκοτεινά φωνητικά που επιβάλλουν την αύρα τους, όντας κάτι ανάμεσα σε ουρλιαχτούς ψιθύρους ή δαιμονικούς μονολόγους; Όχι, δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό, τουλάχιστον όχι αποκλειστικά. Είναι το κολάζ από κάθε είδους αλλόκοτο sample “από τουρκικά κοντσέρτα, διαφημίσεις που δεν υπάρχουν πια και παλιά pop τραγούδια”, όπως λέει χαρακτηριστικά το δελτίο τύπου, που γεννάνε ένα καλοσχηματισμένο βδέλυγμα; Ή μήπως τελικά είναι η αποσπασματικότητα των ιδεών, αυτή η αίσθηση του φευγαλέου, του άπιαστου, του απίθανου να αιχμαλωτιστεί; Ο συνδυασμός των παραπάνω, προφανώς. Ο ακροατής βομβαρδίζεται από ήχους και μουσικές που όλες μοιάζουν κάπως οικείες, το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι άβολο, αλλόκοτο, άγνωστο και όλα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ζοφερή διαστρέβλωση της “φυσιολογικής” πραγματικότητας.

Το Out Of Time είναι εκ φύσεως ένα άλμπουμ που είναι αδύνατον να περιγραφεί. Οι Mamaleek φαντάζομαι παρακολουθούν με απορία έναν σωρό μπάντες να δρέπουν τις δάφνες ενός δήθεν πειραματισμού ανώδυνων ουρλιαχτών πάνω σε χαρωπές ντο ματζόρε, ενώ η μουσική τους είναι μια δυο δεκαετίες μπροστά. Ας είναι. Θα τους δικαιολογήσουμε και κάποια blackgaze ατοπήματα τύπου “Almost dead dog”, αφενός γιατί η ροή του άλμπουμ το σηκώνει και αφετέρου γιατί εξισορροπούνται από γρανιτένιες συνθέσεις όπως τα “The Recompense is real” ή “Doomed Beast” και διότι τέτοιες θα μπορούσαν να παρουσιάζουν –και εδώ έρχεται η κομπλιμεντάρα– μόνο κάποιοι Dodheimsgard, αν δισκογραφούσαν με συνέπεια την τελευταία εικοσαετία. Το άθροισμα όλων αυτών; Ένας από τους πιο avant δίσκους που θα ακούσεις από την black metal οικογένεια, φέτος, του χρόνου, κάθε χρόνο. Κι αν η υπέροχη The Flenser φέτος κατάφερε οι Bosse-de-Nage να αλλάξουν κατηγορία, θα πρέπει να μην ξεχάσει ότι το αληθινό της διαμάντι είναι η γυαλισμένη παράνοια των δύο ανώνυμων αδερφών. Η μυστικοπάθεια για τους Mamaleek διανύει τις τελευταίες της στιγμές και αυτό πιστεύω ότι δεν θα επηρεάσει καθόλου τον πραγματικό εφιάλτη και τον ανόθευτο κυνισμό του. Η δική μου καρδιά, πάντως, δεν είναι αρκετά γενναία και μια παράξενη άβυσσος καλεί πίσω από αυτόν τον απόηχο που αρνείται πεισματικά να σβήσει.


The scariest of dreams, the ones that cast their shadows even upon the bravest hearts, are those that carry not images of horror when remembered or described but a sense of a fear intangible and impenetrable. Mamaleek, a mysterious and nameless duet of two siblings located on the West Coast and Beirut respectively, seem to know very well how to build a solid musical nightmare. True horror is not expressed through notes but through its insinuations and the slight deviations of conscience they suggest. And if we accept that they belong stylistically to experimental black metal territories, this well-hidden nightmare becomes even more convincing now that guitar distortions are almost non-existent.

So, what kind of black metal is this, with electronica, funky, jazzy or even dub grooves rushing out from the speakers? Is it black metal because of the dark vocals, sounding like howling whispers, demonic monologues and everything in between? No, I guess this is not enough, at least not exclusively. Is it because of the collage of all sorts of weird samples, like “excerpts from Turkish concerts, ads that no longer exist and old pop songs” as the press release aptly states, that give birth to a well-formed abomination? Or maybe finally it’s the fragmentation of ideas, that sense of something elusive and really impossible to capture and tame? Obviously, it is the sum of all of the above. The listener is being bombarded by notes and sounds that sound somehow familiar but the final result is unidentified, uncomfortable and strange, leading with mathematical precision to a bleak twist of “normal” reality.

By nature, Out Of Time is an album impossible to describe. I guess Mamaleek watch in wonder other bands being glorified because of totally harmless screaming vocals on top of cheesy C major scales “experimentations”, while their music sounds like coming from 1-2 decades ahead in the future. So be it. We have to even forgive false blackgaze steps like “Almost dead dog”, firstly because they match with the general album’s flow and secondly because they are balanced by phenomenal compositions like “The recompense is real” and “Doomed beast”, tracks that could only be presented – and here comes the ultimate compliment – by bands like Dodheimsgard, if they were to produce music consistently for the last 20 years. And what is the final verdict? One of the most avant albums coming from the big black metal family you will listen to this, next or any year. Their wonderful label The Flenser may have achieved the promotion of Bosse-De-Nage to the next league but I hope they know that the highly-polished paranoia of these brothers is a true gem in their roster. Their anonymity may be about to end very soon but I think this won’t affect the nightmare they create and its untold cynicism. In any case, my heart is not brave enough and a strange abyss is calling behind that echo that refuses to fade away.

 

 

Antonis Kalamoutsos