Christian Zanési – Grand Bruit/Stop! l’horizon (Recollection GRM)

Ποιες είναι οι σωστές λέξεις για να περιγράψουν ένα συναίσθημα; Αναζητώντας τες καταλαβαίνεις ότι πάντα μετά το φως τους στην άκρη του τούνελ που λέγεται λόγος υπάρχει ξανά σκοτάδι. Αν στη θέση των λέξεων βάλουμε τις νότες, οι απαντήσεις θα διαλυθούν αυτομάτως σε ένα έγχρωμο νέφος. Εντούτοις, το συναίσθημα παραμένει όχι μόνο το τέλος της διαδρομής τους, αλλά και η αφετηρία τους, όσο χαοτικό κι αν ακούγεται αυτό. Εξάλλου, χάος δεν είναι αυτό το άπειρο που εμπεριέχει τις κινήσεις μας ως μηδαμινές κουκκίδες σε έναν αμμώδη χάρτη;

Όλα όμως κινούνται χάρη στους ανέμους της έμπνευσης, μουσικά μιλώντας. Είτε ως κινήσεις των δημιουργών-πομπών τους, είτε ως αντανάκλαση αυτών που γεννιούνται στον περίγυρο των τελευταίων. Η αρχή όλων όμως είναι η ακινησία! Αυτή η φυσική κατάσταση που προηγείται της όποιας ιδέας την οποία και κυοφορεί. Σε αυτό το σκεπτικό, ο πειραματιστής Christian Zanési είναι που βασίζει τις δύο παλιότερες συνθέσεις, η πρώτη του ’91 και η δεύτερη του ’83, που κυκλοφορεί για πρώτη φορά επισήμως. Ουσιαστικά μιλάμε για μια σπουδή ηλεκτρακουστικής υφής πάνω στο θολό σημείο μεταξύ κίνησης και ακινησίας, μεταξύ ήχων και σιωπής.

Καταρχάς μιλάμε για δύο εντελώς νυχτερινού, αλλά όχι σκοτεινού, ύφους συνθέσεις, που βασίστηκαν στην ιδέα των αόρατων θορύβων που μας ζώνουν καθημερινά. Άστρα που πέφτουν ως άλλα γκρεμίσματα κτιρίων στο βάθος του ορίζοντα φέρνουν στον νου ασταθείς βόμβους σε ένα απλανές σύμπαν που μπορεί να χωρά σε ένα δωμάτιο ή σε έναν άδειο δρόμο, πάντα νύχτα. Οι δύο συνθέσεις, αν και γραμμένες σε διαφορετική δεκαετία, ακούγονται σαν να γράφτηκαν την ίδια περίοδο και οι διαφορές τους παραπέμπουν στη θέαση μιας κλεψύδρας που αργά μετρά τον χρόνο (βλ. α΄πλευρά) και απότομα ένα χέρι την αναποδογυρίζει (βλ. β΄πλευρά), για να συνεχιστεί αντίστροφα η ροή της με μεγαλύτερο άγχος προς το οριστικό τέλος.

Κάπου το όριο μεταξύ φυσικού και ηλεκτρονικού ήχου, παραγωγής και αναπαραγωγής, συνθλίβεται, αποτυπώνοντας την αίσθηση του απροσδιόριστου. Τι είναι αυτό που ακούγεται στο βάθος; Σίγουρα κάτι αφαιρετικό αλλά και δομημένο, σιωπηλό αλλά και γεμάτο ιδέες, το οποίο αναβλύζει μια μουσική δύναμη και μια απόλυτη καλαισθησία. Ίσως, λοιπόν, να έχουμε να κάνουμε εδώ με μια από τις κορυφαίες πειραματικές κυκλοφορίες αρχειακού χαρακτήρα των τελευταίων χρόνων. Ίσως, γιατί τίποτα δεν είναι σίγουρο, αλλά παραμένει ανοικτό, στο τώρα, στη μουσική.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Oscar Wilde – Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι

Έξω έχει ησυχία, μέσα νέκρα. Λείπουν όλοι. Κοιτάζω τα φθαρμένα έπιπλα, που όλως περιέργως ποτέ δεν χαλάνε. Ίδιες σκιές, ρούχα με ναφθαλίνη και πακέτα με ξεχασμένα πράγματα στέκουν σαν να πιστεύουν ότι θα μείνουν για πάντα εκεί. Γυρνώ προς τον τοίχο απέναντι από τον καθρέφτη. Εκεί στέκει η παλιά βιβλιοθήκη για δεκαετίες. Την κοιτάζω και ψάχνω τα ράφια της. Το χέρι ακολουθεί τη ματιά. Παύση. Γνωστός ο τίτλος και ο συγγραφέας, αλλά το εξώφυλλο έχει σχεδόν διαλυθεί. Ευτυχώς οι σελίδες κρατιούνται μια χαρά. Σκαλίζω τον πρόλογο όρθιος και συνεχίζω να διαβάζω, τώρα με μεγαλύτερη προσοχή, τα πρώτα κεφάλαια καθισμένος πρόχειρα κάπου. Παρακολουθώ μια πλοκή που φέρνει στον νου τον κόσμο που ζω, ενώ το βιβλίο έχει γραφτεί πριν από άπειρα χρόνια κάπου μακριά. Τα ερωτήματα των πρωταγωνιστών γίνονται και δικά μου. Οι σελίδες τρέχουν. Μια προφητική μεταφυσική ριζώνει στην τότε πραγματικότητα. Συμβολισμοί παράγουν στιγμές ζώσες. Φτάνω στο τέλος της ιστορίας. Ξεφυσάω και μετά από μια στιγμή παράλυσης επανατοποθετώ το βιβλίο στη θέση περίπου που το είχα βρει. Για κάποιες ώρες αυτό το σπίτι δεν μου ήταν τόσο παλιό και κρύο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Fire! – The Hands (rune grammophon)

Τι παίζει μια μπάντα; Τόνοι ονομασιών, ενίοτε διπλών, αλλά ποτέ αλυτρωτικών, προσφέρονται για να μας βοηθήσουν στο σκανάρισμα μουσικών. Συνήθως, όμως, κάθε προσπάθεια να ονοματίσουμε κάτι εξαρχής πρωτοποριακό καταλήγει στο κενό. Η ουσία της μουσικής δεν κρύβεται στο πώς θα την αποκαλούσαμε, αλλά στο να την ακούσουμε. Να την αφήσουμε να μας κατακτήσει και στη συνέχεια να κατακτήσουμε το βαθύτερο νόημά της. Γιατί αν δεν κρύβεται κάτι τέτοιο εντός της, τι σημασία έχει το οτιδήποτε όσον αφορά αυτήν;

Στα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα, οι Fire!, το τρίο των Σουηδών Mats Gustafsson, Johan Berthling και Andreas Werliin, απαντά παίζοντας. Από εμπειρία άλλο τίποτα. Ειδικά ο σαξοφωνίστας Mats έχει ένα βιογραφικό που ζαλίζει. Ήδη βέβαια η μπάντα αυτή έχει αποτυπώσει μέσα από πέντε δίσκους το ποιόν της, οπότε τι άραγε μένει σε αυτό το άλμπουμ; Ακούγοντάς το, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: “Πολλά!”. Καταρχάς μιλάμε για τον πιο απλό δίσκο που έχουν βγάλει. Μην περιμένετε όμως κάτι το στατικό, γιατί το ταλέντο αυτής της μπάντας είναι τέτοιο που μπερδεύεσαι σε στιγμές να βρεις ποιος είναι αυτός που την καθοδηγεί, πώς γίνεται κιθαριστικά μοτίβα χωρίς κιθάρα να σε συνεπαίρνουν και πώς συνθέσεις του ενός θέματος ακούγονται τόσο γεμάτες. Ούτε κρεσέντο εναλλαγών, ούτε ατέλειωτα solo, παρά μόνο αυτή η μαγεία που κλείνεις τα μάτια και μπαίνεις σε άλλο σύμπαν.

Αυτό δεν αφορά μόνο εμάς που ακούμε τις εφτά συνθέσεις του δίσκου, αλλά πρωτίστως τα μέλη της μπάντας, που πλέον λειτουργούν σε τέτοιο αρμονικό βαθμό ώστε να μην ξεφεύγει κανείς τους σε ένταση από το συνεκτικό πλαίσιο του ήχου τους. Ενώ αρχικά νομίζεις ότι ακούς συνέχεια το ίδιο, οι μουσικοί αλλάζουν τα χτυπήματα, εξαπολύονται αλλόκοτοι ήχοι και όλα είναι σαν να κινούνται αέναα, εκτός του μπασίστα Johan, που παίζει σαν να είναι στον κόσμο του μονότονου ριφ. Μόνο που, διάολε, ακόμη και όταν όλο αυτό το σκηνικό φτάνει στα άκρα (βλ. τις συνθέσεις που διαρκούν περισσότερο) ακούγεται όμορφο. Blues, spiritual, jazz, free, doom, rock, ψυχεδέλεια, όλα μαζί, το καθένα χωριστά και στο τέλος τίποτα παρά μόνο μια σπάνια πλέον μπασταρδεμένη αγνότητα.

Εν κατακλείδι, το The Hands όχι μόνο δεν κουράζει, όπως ίσως κάνουν παλαιότερες δουλειές τους, αλλά σε προϊδεάζει για μια ουσιαστική και ουσιώδη μελέτη ενός έργου που φαντάζει ξαναπαιγμένο, αλλά τελικά δεν είναι. Μπορεί να φανεί υπερβολικό, αλλά εδώ ούτε καν η κάθε ακρόασή του δεν είναι ίδια με την προηγούμενη, μιας και όλο θα ανακαλύπτεις διάφορα νέα στοιχεία στον συμπαγή αλλά κι ανοικτό σε κάθε ερμηνεία δίσκο. Φαντάσου δηλαδή!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aidan Baker & Gareth Davis – Loke Rahbek & Frederik Valentin

Aidan Baker & Gareth Davis – Invisible Cities (karlrecords)

Όλα τελικά κάνουν τον κύκλο τους. Η πρώτη κριτική που γράφτηκε στο ats αφορούσε το νέο τότε άλμπουμ του AB και, μέχρι ετούτη τη νέα συνεργασία του με τον σπουδαίο κλαρινετίστα GD που είχαμε συναντήσει στις δουλειές των Oiseaux Tempete, έχουν παρεμβληθεί ένα κάρο κριτικές αφιερωμένες στις δουλειές του. Για μένα, ο AB συμβολίζει την απαρχή της ενασχόλησής μου με την drone/ambient/experimental μουσική, καθώς το έργο του μπορεί να ιδωθεί ως το εύκολο βήμα μετά την post rock παρακαταθήκη των zeros.

Τώρα όμως τι μένει; Κακά τα ψέματα, η όποια καλλιτεχνική αναζήτηση μέσω επαναλαμβανόμενων μουσικών μοτίβων έχει καταντήσει στείρα. Ο AB δεν μπορεί βεβαίως να χρεωθεί το τι συμβαίνει με όλο αυτό το γαϊτανάκι ζωντανών ηχογραφήσεων, πανομοιότυπων αυτοσχεδιασμών και αυθόρμητων μουσικών καταγραφών που έχουν κάνει τον lo-fi κατά τ΄άλλα συγκεκριμένο χώρο να φαντάζει σαν μια βιομηχανία-μινιατούρα. Παρ’ όλ’ αυτά, η όλη του πορεία χαρακτηρίζει και χαρακτηρίζεται από αυτή την εποχή.

Οφείλεται κάπου να μπει ένα τέλος; Αν ναι, αυτή η δουλειά δεν δείχνει να έχει ένα καταληκτικό ύφος. Υπάρχει βέβαια αυτό το απόκοσμο στις σχεδόν στατικές ατμόσφαιρες του AB, που δίνουν το πάτημα στον GD να απλώσει νότες ως άλλα τιτιβίσματα πουλιών. Μόνο που αυτά τα πουλιά δεν πετάνε ψηλά. Για λίγο κινούνται στον αέρα και κουρνιάζουν ξανά ατενίζοντας από τις φωλιές τους τις πόλεις μας. Αυτό που κοιτούν είναι αόρατο σε μας, καθώς βλέπουν την ασχήμια που εμείς αδυνατούμε να δούμε. Ως προς αυτό, με τα αστικά field recordings να συμπληρώνουν το ντεκόρ του άλμπουμ, δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ειλικρίνεια που αποπνέει η πρώτη του ύλη. Αρκεί όμως αυτό; Από την άλλη, πότε συνέβη να κλείσει μια κουβέντα με μια ερώτηση;

 

 

Loke Rahbek & Frederik Valentin – Buy Corals Online (editions mego)

Πηγαίνοντας στο άλλο, περίπου, άκρο, καλό είναι να ειπωθεί χωρίς περιστροφές ότι η δισκογραφική συνεργασία των δύο Δανών συνδαιτυμόνων εδώ μπορεί να θεωρηθεί ως το βήμα προς το πιο πέρα. Με βάση τη γενικότερη pop μετάλλαξη των πάντων και έχοντας στον νου την ιδιαίτερη παρουσία της Posh Isolation, του label του LB στις τάξεις του οποίου βρίσκουμε την μπάντα του FV ονόματι KYO, φαντάζει λογικό ότι αυτή η νεωτεριστική έκδοση της ηλεκτρονικής μουσικής είναι το μέλλον.

Το Buy Corals Online δεν είναι βέβαια το άλμπουμ που θα εξυμνηθεί από τις επόμενες γενιές, κρατώντας κι έναν αστερίσκο ως προς τη μη ως τώρα αναγνώριση του σήμερα μέσα στον γενικό χαμό των νέων κυκλοφοριών. Αυτή του όμως η παιγνιώδης φωτεινότητά του, που έρχεται σε αντίθεση με την όχι και τόσο καλαίσθητη ambient τεχνοτροπία του νέου ήχου σήμερα, παράγει μια αυταξία. Μπορεί σε σημεία να αναρωτιέσαι αν θα σου μείνει κάτι από την ακρόαση (βλ. pop που αναφέρθηκε πιο πριν), αλλά η όλη αίσθηση που βγάζει το άλμπουμ είναι συνάμα ευχάριστη και μυστηριώδης. Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά ίσως αν ο Oneohtrix Point Never επέλεγε να γράψει ένα άλμπουμ-νανούρισμα, να πλησίαζε το αποτέλεσμα αυτού εδώ του δίσκου. Πάλι, όμως, η αισθητική σφραγίδα του Buy Corals Online έχει μια ιδιαίτερη σαφήνεια, η οποία αποτυπώνεται μεταξύ ύδατος, διαδικτύου, συναισθημάτων και γοητείας. Στοιχείων φτιαχτών; Η μουσική απαντά Όχι!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Perfect Beings – Vier (inside out)

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Johannes Luley των Perfect Beings δήλωσε: “Βάλτε ακουστικά και κλείστε το κινητό για μια ώρα. Κάνει καλό στην ψυχή”. Όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν ή και να εφαρμόσουν το παραπάνω, δεν θα βρουν νόημα στην παρουσίαση που ακολουθεί και σίγουρα δεν θα μπορέσουν να αντιληφθούν τι είδους δίσκος είναι το Vier.

H progressive κοινότητα του rock απασχολείται εδώ και αρκετά χρόνια με ζητήματα υπαρξιακού αυτοπροσδιορισμού. Περίλυπος, παρακολουθώ τη συντριπτική πλειονότητα των καλλιτεχνών να θεωρούν “προοδευτικό” οτιδήποτε εμπεριέχει μια κάποια αυξημένη τεχνοκρατική αντίληψη (λες και οι υπόλοιπ@ είναι άτεχν@ και αμόρφωτ@), βιάζοντας κατ’ επανάληψη τα ιερά τέρατα του παρελθόντος και αναδεικνύοντας τελικά το prog ως μια ακόμα στείρα-ξύλινη φόρμα, σε βάρος φυσικά της όποιας πραγματικά ανανεωτικής μουσικής πρότασης. Κι ενώ αυτά συμβαίνουν στον δεξιοτεχνικά φτιαγμένο prog μικρόκοσμο, οι Perfect Beings από το Los Angeles παρουσιάζουν το τρίτο τους πόνημα σαν έτοιμοι από καιρό, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς αυταπάτες. Κυρίως, χωρίς συμπλέγματα αυτοπροσδιορισμού, αφού η δημιουργική τριάδα των Ryan Hurtgen (φωνή, πιάνο), Johannes Luley (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, παραγωγή) και Jesse Nason (πλήκτρα, πιάνα) μοιάζει να έχει προσπεράσει προ πολλού αυτά τα ζητήματα.

Σ’ ένα χαριτωμένο κλισέ, αποκαλούμε διάφορες ωραίες μουσικές “ταξιδιάρικες”. Αλήθεια, τι είναι αυτό και πώς σηματοδοτείται το ταξίδι στη μουσική; Όπως και να το ορίζει κανείς, όσο συχνά ή σπάνια επικαλείται αυτό το επίθετο, λίγα πράγματα δικαιούνται τόσο να χαρακτηριστούν Ταξίδι όσο το Vier. Δεν είναι φυσικά τα 72 λεπτά του (χωρισμένα σε τέσσερις 18λεπτες συνθέσεις που κάθε μια καλύπτει μια πλευρά βινυλίου), τέτοια “ταξίδια” έχουμε δει πολλά και ανούσια. Είναι ο εντελώς απροσδόκητος χαρακτήρας του. Ο W.Blake έγραψε κάποτε πως “η βελτίωση δημιουργεί ίσιους δρόμους, αλλά οι τεθλασμένοι δρόμοι χωρίς βελτίωση είναι οι δρόμοι της διάνοιας”. Αυτή ακριβώς η χαοτική διάνοια είναι η πηγή και ο σκοπός αυτού του album. Στα 72 του λεπτά, κάθε γνωστή μουσική νόρμα μοιάζει να αγνοείται. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να επαναλαμβάνεται, δεν υπάρχουν κουπλέ-ρεφρέν, ούτε ένα εύκολο, πιασάρικο, προσβάσιμο ή αναμενόμενο μέρος. Δεν υπάρχει τίποτα να γαντζωθείς, τίποτα να ανατρέξεις και τίποτα να σε ξεκουράσει, ούτε ένα στρωτό riff για να ξεμπουκώσεις κάπου – εσύ ή η ίδια η μπάντα. Ταυτόχρονα όμως δεν είναι μουσική ψυχρή σαν γυαλί ή αφηρημένη. Είναι πάντα ζεστή και οικεία και προχωράει συνεχώς μπροστά αδιαφορώντας για το τι προηγήθηκε ή τι θα ακολουθήσει. Είναι τελικά μουσική που μάλλον αδιαφορεί πλήρως για τον χρόνο και τα παράγωγά του. Αντίθετα, όπως τα γεωμετρικά σχήματα του εξώφυλλου, το Vier είναι αφιερωμένο καθαρά στην εξερεύνηση του χώρου. Ως αεικίνητο-ακίνητο, διαστέλλεται τόσο που μοιάζει τελικά να γίνεται τόσο μεγάλο που απλώνεται ως τις εσχατιές της έκφρασης. Τόσο ευρύ που τελικά στρέφεται μόνο στον εαυτό του. “Enter the center’’, λέει ξανά και ξανά ο Ryan στο “Guedra’’. Η αναζήτηση του κέντρου είναι η μία από τις δύο φράσεις κλειδιά του album.

Οι PB κερδίζουν λοιπόν με το σπαθί τους τον χαρακτηρισμό progressive, αλλά από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Το Vier αφομοιώνει τόσα στοιχεία που το να πούμε ότι πρόκειται για rock δίσκο δεν είναι ασφαλές ή 100% αληθές. Κάθε μια από τις τέσσερις συνθέσεις/θεματικές ενότητες εξάλλου μοιάζει να κατασκευάζεται από διαφορετικά υλικά. Τα “Guedra” και “Anunnaki” έχουν σαφώς πολλά τέτοια rock στοιχεία, το “The golden arc” όμως διαλέγεται ανοιχτά με τη Σύγχρονη Μουσική και το “Vibrational” με ηλεκτρονικoύς/new age ήχους. Να το πω διαφορετικά, το Vier σε καμία περίπτωση δεν οφείλει περισσότερα στους Yes παραδείγματος χάριν απ’ ό,τι στους Tangerine Dream, Mike Oldfield ή στη jazz/fusion, σε world μουσικές ή στον Stravinsky. Όλα τα παραπάνω αποδίδονται με τέτοια συνθετική/ενορχηστρωτική ελευθερία που προκαλεί δέος. Μια πλειάδα ταλαντούχων συντελεστών προσθέτει τη δική τους πινελιά, αξίζει όμως να αναφερθούμε στα σαξόφωνα του Max Kaplan που ξεχωρίζουν όπου εμφανίζονται.

Η ολοκληρωμένη εμπειρία του Vier προϋποθέτει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αφοσίωση και στο στιχουργικό κομμάτι. Με μια ποίηση που με την πρώτη ματιά μοιάζει ρευστή, αφηρημένη, έως και υπερρεαλιστική, οι λέξεις επιθυμούν την ίδια κατάλυση των όποιων ορίων όπως και η μουσική. Οι αινιγματικές αναφορές σε μυσταγωγικούς χορούς του Μαρόκου, στον Λωτό, σε αρχαίους θεούς της Μεσοποταμίας, στον χαλίφη Al Ma’Mun, σε γεωμετρικούς όρους, στους ιθαγενείς Powhatan, εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν ασαφείς κι αινιγματικοί. Είπαμε όμως, το Vier αναζητάει το κέντρο μας πέρα από τα όρια της αντίληψης. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκεται ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και η διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μακριά από τη φύση και τις μεγάλες φιλοσοφικές μας αλήθειες. Φυσικά, όπως κανένα σοβαρό έργο τέχνης, το album δεν έχει έτοιμες απαντήσεις. Για την ακρίβεια, η δεύτερη φράση κλειδί του είναι το “Mysteries, not answers’’. “ Δεν θέλω απαντήσεις, αλλά περισσότερες ερωτήσεις”, μοιάζει να λέει. Κανείς εδώ δεν θα μασήσει την τροφή σου για σένα, κανείς δεν θα σκεφτεί για σένα. Πρέπει να το κάνεις μόνος και θα είναι ένα μακρύ και μοναχικό ταξίδι.

Όσα θα μπορούσα ακόμα να γράψω για το Vier είναι χωρίς τέλος. Τελικά όμως οι λέξεις πρέπει σιγά σιγά να παύουν και η μουσική να παίρνει τη σκυτάλη. Οι PB έχουν ήδη κάνει το θαύμα τους για όποιον μπορέσει να το αντιληφθεί. Το Vier μοιάζει να είναι ένα άλμπουμ που θα επιλέξει τους ακροατές του και όχι το αντίστροφο. Δεν ξέρω ούτε εγώ ακόμα να πω πόσο “καλό” άλμπουμ είναι – με όρους διασκέδασης. Δεν ξέρω πόσο ψηλά θα είναι στη λίστα μου, γιατί θα μου πάρει μήνες μέχρι να ξεκλειδώσω τα μυστικά του. Ξέρω όμως με μεγάλη σιγουριά ότι πρόκειται για ένα έργο ικανό να ανανεώσει την πίστη μου για ένα prog πραγματικά ανανεωτικό κι επαναστατικό κι ότι πρόκειται για δίσκο-σταθμό για το progressive rock του τρέχοντος αιώνα, μιλώντας καθαρά με καλλιτεχνικούς όρους. Για τ@ς πολύ τολμηρ@ς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

 

Sect – No Cure For Death (southern lord)

Ένα πανί τινάσσεται από πάνω σου για να φανερώσεις το πρόσωπό σου, όμορφο ή άσχημο. Γράφοντας μουσική ή λόγια, δεν γίνεται να αποφύγεις την εμφάνιση κάποιου ψήγματος του εαυτού σου. Γνωστό αυτό και εξίσου γνωστό ότι υπάρχουν είδη μουσικής που απηχούν αυτή την αμεσότητα και με αντίστροφο τρόπο, καθώς και κατά την ακρόαση νιώθεις εκείνη τη στιγμή πομπός της. Ένα από αυτά είναι το punk/hc. Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που σε αυτό το είδος ακούς μουσικές που θυμίζουν ηχώ ενός όχι και τόσο πειραγμένου νου (του δικού σου ή δικού μου), όπως για παράδειγμα οι συνήθως εύκολα αναπαραγώγιμες κραυγές που ερμηνεύουν στίχους που μιλάνε όχι για άλλους κόσμους μα για αυτόν εδώ.

Κάπου εδώ θα μπορούσε να κλείσει μια κριτική παρουσίαση του πρόσφατου δίσκου των Sect, καθώς αυτός πληροί όλους του όρους ενός αρχετυπικού και χορταστικού άλμπουμ του είδους. Υπάρχει όμως ένα σημαντικό στοιχείο που μας κάνει να προχωρήσουμε στα ενδότερα και αυτό είναι το παρελθόν των μελών της μπάντας. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα που να έχει μέλη με θητεία σε τόσο σημαντικές μπάντες του συγκεκριμένου είδους (Left For Dead, Earth Crisis, Catharsis) με τον ντράμερ των Fall Out Boy να συμπληρώνει με απρόσμενο τρόπο το καρέ. Καλά κάνουν πάντως και δεν μνημονεύουν συχνά τα γαλόνια τους στο vegan straight edge το οποίο υπηρετούν και σήμερα, καθώς μουσικά δεν θυμίζουν πάρα πολλά από τα παραπάνω ονόματα και, χάρη στην παραγωγή του αρχιμάστορα Kurt Ballou, ακούγοντας το νέο τους άλμπουμ θαρρείς ότι έμπασες στο στερεοφωνικό σου τίποτα νεανίες γεμάτους οργή και πληγωμένα όνειρα. Έτσι κι αλλιώς, σπανίζουν ιδιαιτέρως τα supergroup στο punk/hc που έχουν λόγο ύπαρξης, καθιστώντας τον όρο καθαυτό ως αδόκιμο, μιας και δεν έχει πολύ νόημα να βρίσκονται μέλη διάφορων σχημάτων για να αναβιώσουν την πρωταρχική φλόγα που τους συνεπήρε στον χώρο.

Πέραν λοιπόν της ταχυφλεγούς μουσικής των Sect, είναι και οι στίχοι τους που δεν σε αφήνουν να τους αγνοήσεις με τίποτα. Όχι μόνο διακρίνονται ξεκάθαρα μέσα στον κακό χαμό, αλλά σε βάζουν να μελετήσεις προσεκτικά τα μηνύματά τους. Κάπως σαν μια crust μπάντα να έπαθε κρίση έμπνευσης και όλο το μαύρο του κόσμου υποκλίθηκε σε λέξεις γεμάτες οργή και αλήθεια, όπως σαν κι αυτό το στιχάκι “They gave you rope, you made a noose called time”. Εντάξει, υπάρχει το κλασικό μοτίβο του “εμείς κι εσείς”, αλλά εδώ εμπλουτίζεται με μια ουσιώδη και όχι ξύλινη πολιτικότητα θαρρώ.

Οπότε φτάνουμε στον επίλογο, που θα μπορούσε να γεμίσει με κάθε είδους ενθουσιώδες σχόλιο που έχει γραφτεί σε δισκοκριτικές του παλιού metal hammer. Μέχρι βέβαια να τα αραδιάσουμε όλα, ο δίσκος που διαρκεί 18 λεπτά θα έχει τελειώσει. Οπότε πάμε πάλι από την αρχή, όχι μόνο της ακρόασης, αλλά και της ιστορίας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Avatar – Avatar Country (century media)

“Where there is silence, there shall be sound, and it shall be LOUD!” Κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία και τα πρώτα λόγια Εκείνου, του Βασιλιά που ήρθε να αναστήσει το έρημο τοπίο, την άγονη Γη από την αθλιότητα που είχαν αναγκαστεί να ζουν χρόνια πολλά οι κάτοικοι του Avatar. H δύναμή του, το σθένος του και η επιβλητικότητά του μαγεύουν τους κατοίκους, που ζούσαν σαν νομάδες για να επιβιώσουν. “I am the chosen one, for I have chosen myself! This land which was once dead is now alive. And it’s mine!”

Το στέμμα θα βρει τη θέση του και το τσεκούρι του με τις έξι χορδές ηχεί καταστροφικό. Ο ουρανός θα ανοίξει για να μπουν λίγες ακτίνες φωτός, φέρνοντας την ελπίδα. Τα καιρικά φαινόμενα που θα ακολουθήσουν θα ξυπνήσουν επιτέλους τους κατοίκους από τη λήθη και την αδράνεια που είχαν πέσει, δείχνοντάς τους πως τα σημάδια αυτά είναι μόλις η αρχή.

Αναφωνούν.

“Glory To Avatar Country! Glory To Our King”. Ο Βασιλιάς, όπως φάνηκε, δεν ήταν μόνο ιδανικός για την Avatar πολιτεία και τους κατοίκους της, αλλά και για τον υπόλοιπο πληθυσμό που βρισκόταν εκτός της πολιτείας. Από τις metal πηγές της με τους γεμάτους σπόρους, θα τροφοδοτήσει όλους αυτούς που λιμοκτονούν. Θα ανοίξει τα σύνορα για να δεχτεί όλους αυτούς που βρίσκονται απέξω και σε άθλια κατάσταση. Δεν θα είναι εύκολο, μιας και ο κόσμος δεν είναι πάντα αυτό που δείχνει. “Sharing is caring and caring is King”.

Το άλμπουμ Avatar Country είναι ένα εξαίσιο concept album που θα σε συνεπάρει. Το 2016 έχω αναλάβει να γράψω για το Feathers & Flesh και συγκεκριμένα γράφω τότε: “Και εδώ έρχεται η σειρά του μουσικού ύφους. Αχ, τι να πω. Όλα και ακόμα άλλα τόσα είδη ακούγονται εδώ μέσα. Μελωδικό death metal, classic hard rock και metal, οι κιθάρες δίνουν και παίρνουν και μελωδικές και παραμορφωτικές συνάμα με άρτια αποτελέσματα. Τα φωνητικά αλλάζουν στιλ με την ταχύτητα της παράνοιας. Πολλά prog στοιχεία, αφού η θεματολογία και μόνο απαιτεί παραξενιές και τρέλες. Ακουστικά είναι πολύ δεμένοι και λάθη προσπαθειών για κάτι άλλο δεν ακούγεται. Αν δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται, θα σου αναφέρω κάποια ονόματα που μου ήρθαν σαν αστραπές στο μυαλό κατά την ακρόασή του. Πρώτα από όλα, ο θρόνος ανήκει δικαιωματικά στον King Diamond. (Κανένα σχόλιο εδώ, παρακαλώ, και συνεχίζω). Η βαρύτητα των Opeth και των Mastodon γίνεται αισθητή. Η ρυθμικότητα των Lake Of Tears και των Volbeat και Pain Of Salvation σε σημεία έρχεται σαν αναλαμπή. (Και πώς να μη γίνει, αφού κιθαρίστας των POS έχει περάσει από κει). Η τρελάρα του Davin Townsend περικεφαλαία! Η πολυπλοκότητα των Diablo Swing Orchestra, επίσης παρούσα. Θεατρινισμούς και επιβλητικότητα στην παρουσία στιλ Ghost θα συναντήσεις επίσης”.

Το ίδιο συμβαίνει και εδώ και εγώ αναφωνώ και πάλι. “Τι σόι πράμα είναι τούτοι;” Μπορώ να πω πως το σημερινό τους “έργο” μού διαλύει κάθε σκεπτικό σκόνταμμα όσον αφορά το μέλλον τους. Έχουν δημιουργήσει ένα καινούριο ύφος, που τραβά όχι μόνο τα αυτιά για να ακούσουν καθαρούς και γεμάτους από heavy metal ήχους, αλλά και τα μάτια, αφού συναυλιακά δίνουν ρεσιτάλ. Δεν αντιγράφουν, αλλά αντίθετα τιμούν τον Μεγάλο Πατέρα King Diamond, που, όσο κάθεται καλά στον θρόνο του, όλα θα κυλούν όμορφα. Οι Diablo Swing Orchestra και οι Ghost είναι από αυτό το “νέο” αίμα μουσικών. Έτσι και οι Avatar, με πολύ σκληρή δουλειά, από ό,τι μπορώ να κρίνω, φτάνουν σήμερα να πάρουν πια αυτό που τους αξίζει. Μια διάκριση στο αναγεννημένο metal στερέωμα. Το Avatar Country ξεκινάει με μια πολύ όμορφη, ήσυχη και ορχηστρική εισαγωγή, για να μπει το “Legend Of The King” (που για μένα είναι από τα πιο εκπληκτικά metal κομμάτια μέχρι στιγμής). Οι κιθάρες ανήκουν στον Θρόνο του Βασιλιά και δίκαια. Τα φωνητικά με τάραξαν πολύ στις στιγμές (μετά το έκτο λεπτό) που στο δράμα τους μου έφερε τη μοναδικότητα του Warrel Dane. Το στιλ αλλάζει αμέσως με την εισαγωγή του hard rock (american style και βάλε λίγο Ac/Dc για να δέσει) “The King Welcomes You to Avatar”, που εντωμεταξύ αναμιγνύουν κι άλλα στιλ μουσικής μέσα, έτσι; Ακολουθεί ο λόγος του Βασιλιά (στα σουηδικά με στιλ Βασιλιά και χιούμορ, φοβερό!) και συγχρόνως δίνεται και η μετάφραση στα αγγλικά. Έχουν προηγηθεί αλλά και ακολουθούν heavy metal κομμάτια με βάση πάντα στις κιθάρες και με τα φωνητικά να έχουν εναλλαγές “βρόμικων”-“καθαρών”.

Αν και περιμένω πια τα πάντα από δαύτους, στο ένατο κομμάτι “Silent Songs of the King Pt. 1: Winter Comes When the King Dreams of Snow” έχουμε να κάνουμε με κάτι 100% διαφορετικό. Ένα αυστηρά ηλεκτρονικό κομμάτι, μαλακό και ήπιο, που δικαιολογεί γενναία τον τίτλο του. Έτσι θα κλείσει και η ιστορία με “Silent Songs of the King Pt. 2: The King’s Palace”. Και τα δύο, θαυμάσια instrumental κομμάτια. Στο τέλος δε, θα αισθανθείς πως περνά από τα αυτιά σου όλη η heavy metal ιστορία, αλλά όχι μόνο δεν θα σε απογοητεύσει, μα θα σου δώσει και υποσχέσεις. Ακολούθησε τον Βασιλιά της Avatar πολιτείας. Είναι ο επόμενος ηγήτωρ. Επίσης, οι Avatar on tour είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να ζήσετε ένα όμορφο μουσικό βράδυ, σε όποιο σημείο της Ευρώπης αλλά και Β. Αμερικής κι αν βρεθείτε. “METAL makes METAL more METAL.”

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson