Harvestman – Rope Sect

Harvestman – Music For Megaliths (neurot)

Φθορά στα ερείπια, η κονσέρβα δεν κόβει. Η μοναχικότητα της σκόνης επιβιώνει από το φάντασμα της μνήμης. Κάποτε υπόλειμμα μιας ιεροτελεστίας, η μουσική του Steve von Till (Neurosis) σαν Harvestman, εξερευνά τη δογματική φύση του ιερού. Οι αργοί ρυθμοί σε συνδυασμό με μια drone αισθητική, φαντάζει σαν μια αργή κίνηση σε κινούμενη άμμο. Δεν βουλιάζει ποτέ ως το τέλος. Αέναη κίνηση. Αυτοτιμωρία για την προσβολή των αρχαίων. Music For Megaliths ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου. Ο συγκεκριμένος ηχογραφήθηκε μέσα στην πάροδο πολλών χρόνων, κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών. Διόλου τυχαίο και το αποτέλεσμα. Παρόλο που γραφόταν κατά την αυγή του ήλιου, οι αχτίδες σκοταδιού καραδοκούν. Όμορφη αντίθεση. Η συνεχόμενη παραμόρφωση της κιθάρας αναγκάζει τον θεατή να αφουγκραστεί τη μικρή ζωή του. Μικρή σχετικά με την απειρότητα του χρόνου και του χώρου. Να βρει μέσα από τις χίλιες αρνήσεις του την κινητήρια δύναμη για μια συνέχεια. Άκρως σκοτεινό, επιβλητικό και άρρωστο. Η ακόρεστη ενέργεια και εξερεύνηση της μουσικής από το Steve Von Till και την παρέα του είναι από μόνο του τουλάχιστον πηγή έμπνευσης.

Rope Sect – Personae Ingratae (caligari records)

Το ντεμπούτο των Rope Sect δεν αστειεύεται. Κάτι σε post-punk με goth πινελιές, σε κοιτάζει στα μάτια και περιμένει μια αντίδραση. Οι αυτοκτονικές επιρροές πάνε ενάντια στη κανονικότητα του ρυθμού. Έξι κομμάτια τυπωμένα μόνο σε κασέτα, βγάζουν και την cult αισθητική που έρχεται και κουμπώνει αναπαυτικά με το υπόλοιπο. Το κίτρινο υπόβαθρο του εξώφυλλου αποτυπώνει όμορφα και τη μουσική τους. Υποτονικό με ίκτερο, αγωνιώδες, επιβλητικό. Ο αυτό-ακρωτηριασμός της κοινωνικότητας αφήνει ένα σώμα χωρίς άκρα. Χωρίς τα εργαλεία της κίνησης. Ο γρήγορος ρυθμός και το ξεκούρδιστο background θυμίζει το σώμα που θέλει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί. Το Personae Ingratae είναι το σαρδόνιο γέλιο των Rope Sect απέναντι στην κοινωνικότητα Είναι το άφαντο αστέρι στον ουρανό. Το αντί- που έχει γίνει νόρμα.

ichie

A-Sun Amissa – Loke Rahbek – 9T Antiope

A-Sun Amissa – The Gatherer (consouling sounds)

Η συγκεκριμένη μπάντα, αν και είχε μια ακαθόριστη σύνθεση, κατείχε ανέκαθεν έναν σαφή προσανατολισμό προς μια μετά-GYBE αισθητική. Στον νέο της δίσκο με τον επεξηγηματικό τίτλο The Gatherer, με τη συμμετοχή αρκετών εξεχόντων μουσικών (βλ. Aidan Baker. CHVE κ.α.), η μουσική της ανοίγει σαν βεντάλια ηχοχρωμάτων. Ο λυρισμός τους γίνεται πιο σκοτεινός και οι ατμόσφαιρες πιο πολυσχιδείς από ό,τι μας είχαν συνηθίσει στις παλαιότερές τους δουλειές. Εντούτοις, η ταυτότητα της μπάντας παραμένει ανεξίτηλη και αυτό οφείλεται στην αναζήτηση ομόηχων ερωταποκρίσεων όλων των ομοτράπεζων μουσικών. Το The Gatherer είναι ένας λαβύρινθος με πολλούς παίκτες και παίκτριες, με τον μίτο της Αριάδνης να περιμένει τις ακροάσεις του για να βρεθεί η λύση του.

Loke Rahbek – City Of Women (editions mego)

Είναι ένα σκοτάδι που δεν τα βάφει όλα μαύρα. Καταλαμβάνει τον χώρο που του αναλογεί σαν συννεφιά που κάνει ένα φυσικό τοπίο να φαίνεται από μακριά σαν καμένο. Διεισδύει μέσα μας ως ξέχωρη οντότητα, αλλά αφήνει το στίγμα του στα λεπτά που περνούν. Μας κάνει μα ανασηκώνουμε το βλέμμα για να κοιτάξουμε προσεκτικά τι περνά επικίνδυνα από πάνω μας. Κανένας κίνδυνος όμως δεν ενυπάρχει στο πέρασμά του. Το αντίθετο συμβαίνει μάλιστα, καθώς αυτό καλείται να σε προστατέψει από απότομες αναταράξεις συναισθηματικής φόρτισης. Κάθε φορά σε συνταράσσει διαφορετικά για να σε βάλει ξανά στο τέλος σε όρθια θέση.

Στην ερώτηση πώς ηχεί το νέο άλμπουμ του Δανού Loke Rahbek θα απαντούσα με τα παραπάνω λόγια ως την αίσθηση που μου αφήνει κάθε φορά που το ακούω.

9T Antiope – Isthmus (eilean)

Το έργο αυτής της μπάντας το έχουμε επαινέσει ήδη αρκετές φορές και το ντεμπούτο της άλμπουμ φαντάζει σαν μια δουλειά που δεν έχουν να ειπωθούν πολλά παραπάνω. Αρχικά, ο αριθμός των συνθέσεων είναι ο ίδιος με αυτόν των δύο τελευταίων EP τους. Όμοια είναι και η τεχνική που ακολουθούν με τη μίξη field recordings, μονότονων φαινομενικά βιολινισμών και ηλεκτρονικών ηχοτοπίων και της ποιητικής φωνής της Sarah Bigdelli Shamlooo. Το σχήμα εδώ προσπαθεί να ανοίξει λίγο τον ορίζοντα των συνθέσεών της, με το αποτέλεσμα όμως να μη διαφέρει σχεδόν καθόλου με αυτό της προηγούμενης φετινής τους κυκλοφορίας.

Όσο το άλμπουμ προχωρά, καταλαβαίνεις ότι το όλο άκουσμα έχει τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του, μιας και οι 9TA δοκιμάζουν, ως συνήθως, κάτι το σχεδόν πρωτοποριακό με τον συγκερασμό μητροπολιτικού θορύβου και απόκρυφου λυρισμού. Στο τέλος το “Telophase” αφήνει μια αίσθηση σωτηρίας διαθέτοντας την πιο εύηχη μελωδία του άλμπουμ και έχοντας τα κύματα να κατευθύνουν τις όποιες υπαρξιακές αναζητήσεις μας προς μια άγνωστη τρύπα.

Μπάμπης Κολτράνης

Second Still – Self-titled (manic depression records)

Σίγουρα θα υπάρχει μια θέση στον παράδεισο κρατημένη για μπάντες που αν και αξιόλογες θυμίζουν κάτι έντονα από το παρελθόν. Πέρα από αναβιώσεις, reunion και ξαναζεσταμένα φαγητά, υπάρχει και η απλή απόλαυση της μουσικής που ακούς, οπότε αν αξίζει κάτι, δεν χρειάζεται και πολλές αναλύσεις. Τι θα κάναμε όμως κι εμείς οι δύσμοιροι σε αυτές τις περιπτώσεις; Να γράφαμε απλώς ότι θυμίζουν οι τάδε τη συγκεκριμένη μπάντα και να περνάγαμε στην επόμενη; Η περίπτωση των Second Still ευτυχώς αξίζει κάτι παραπάνω από μια απλή αναφορά ή μια ένταξη στις νέες μπάντες που θυμίζουν τα σκοτεινά eighties.

Ευτυχώς εδώ δεν έχουμε μια μπάντα όπως οι Savages που ξεπατικώνουν ύφη και ριφάκια μπαντών του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος, καθώς οι Second Still είναι μια αμερικάνικη μπάντα, οπότε και κινείται σε underground επίπεδα χωρίς να αποζητά ντε και καλά την εμπορική επιτυχία με εξεζητημένα σουξέ. Το αστείο βέβαια είναι ότι το ντεμπούτο τους βρίθει από υποψήφια σινγκλ που θα έκαναν πάταγο σε πίστες υπογείων, γνωστών και μη εξαιρετέων. Ο ρυθμός του drum machine σε όλα τα κομμάτια δίνει έναν πιο στακάτο ρυθμό και οι μελωδίες αναρριχώνται με την απλή φωνή της Suki. Δεν νομίζω, μάλιστα, να υπάρχει ένα κουπλέ, ένα ρεφρέν ή μια γέφυρα που να μην είναι καλογραμμένη στον δίσκο.

Επίσης τα παιξίματα των μουσικών είναι αρτιότατα και έχω την εντύπωση ότι ζωντανά η μπάντα θα πρέπει να παίρνει τα σκαλπ άμοιρων κεφαλιών. Πέραν όλων αυτών των κοινότοπων διαπιστώσεων, εικασιών και συμπερασμάτων υπάρχουν βεβαίως και τα μειονεκτήματα που συναντάμε αρκετές φορές σε ντεμπούτα σχημάτων. Οι επιρροές που αναφέραμε πριν, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Ειδικά στη φωνή, η παραπομπή στη Siouxsie είναι παραπάνω από εμφανής, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω πού μπορεί να φτάσει αυτό το “παραπάνω”. Επίσης, σε αρκετές στιγμές του δίσκου ένιωσα ότι η μπάντα θα μπορούσε να σπάσει το προκαθορισμένο μοτίβο της χωρίς τελικά να το βάζει ως προτεραιότητα.

Ως εκ τούτου το ντεμπούτο τους ακούγεται, ναι μεν, πέραν των αναμενόμενων συνεκτικό και στιβαρό, αλλά κάπου φαντάζει φτιαγμένο για να μπει στη νόρμα του ρετρό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια αίσθηση ότι η μπάντα μπορεί να εξελιχθεί σε όλα τα επίπεδα. Αυτό αποδεικνύει το υλικό της εδώ σε συνάρτηση με την άρτια αισθητική της πρόταση. Οπότε με αυτό το ελπιδοφόρο μήνυμα ας κλείσουμε μια κριτική ενός σκοτεινού δίσκου, που όμως έχει την ενέργεια μιας πηγαίας εκτόνωσης ως βασικό χαρακτηριστικό του.

Μπάμπης Κολτράνης

Live Drab Majesty

Έχετε βαρεθεί τις κριτικές συναυλιών; Κι εγώ. Ένα μπαράζ εξόδων σε live και σε πάρτι εξαπολύεται κάθε που κλείνει μια βδομάδα και στη σπάνια περίπτωση που τελικά δεν καθόμαστε μέσα, έχουμε την αρρωστημένη απαίτηση να κάτσει να γράψει κάποια ψυχή λίγα λόγια για αυτό που πήγαμε και είδαμε. Είναι όπως συμβαίνει κατά την ακρόαση της θανατηφόρας ατάκας μετά το σεξ, “Σου άρεσε;”. Εσύ τι κατάλαβες, αλλού ήσουν; Μετά λοιπόν, μην αναρωτιόμαστε που αγχώνονται οι ερωτικοί μας σύντρ…, εεε, οι κριτικοί συναυλιών για το τι τελικά να γράψουν.

Ευτυχώς για καλή μας τύχη υπάρχουν και οι συναυλίες που ξεχωρίζουν, οπότε και κάνουν εύκολο το έργο της αποτύπωσης της εμπειρίας που άφησαν πίσω. Μια από αυτές ήταν του DM, όχι γιατί πρόκειται για ένα ανερχόμενο κι όχι απερχόμενο όνομα της dark σκηνής, ούτε γιατί στο μέρος της συναυλίας δεν πετύχαμε ένα κάρο γνωστ@ όπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες βραδιές στην Αθήνα, αλλά γιατί πραγματικά είχαν κάτι ξεχωριστό να πουν. Πριν ανοίξω το παραβάν και μπω στα ενδότερα της συναυλίας να ζητήσω ένα συγγνώμη που για πρώτη φορά χάνω το όνομα που προλογίζει μια συναυλιακή βραδιά. Η αναβολή της συναυλίας για μια μέρα, εξαιτίας ενός προβλήματος που παρουσιάστηκε στην πτήση τους από Ουκρανία, έκανε άνω-κάτω το κυριακάτικό μου πρόγραμμα και την ώρα που έπαιζε ο ημεδαπός Vercretti Technicolor, ήμουν στην εθνική οδό με τα φρένα σπασμένα, να γυρεύω τον έναν. Πάντως, τα σχόλια που άκουσα στην ανάπαυλα μεταξύ των δυο ονομάτων, ήταν θετικά.

Τώρα, αν δεν έχετε υπόψιν σας το ποιόν του DM, γεγονός διόλου απίθανο κρίνοντας και από την χαμηλή προσέλευση του κόσμου στην εν λόγω άχαστη Κυριακή, δεν έχετε παρά να διαβάσετε τη διθυραμβική κριτική μου στο φετινό του πόνημα. Βέβαια, στη σημερινή εποχή, άλλο η συναυλία κι άλλο το στούντιο που μπορεί να είναι κι ένα λάπτοπ στο σπίτι. Καλό είναι να μην κατακρίνουμε εκείνα τα ονόματα που αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο τις δύο αυτές καταστάσεις. Πόσο μάλλον όταν είναι σίγουρο από τα πριν ότι αποκλείεται να αναπαραχθεί αυτούσιος ο ήχος ενός δίσκου επί σκηνής, μιλώντας σαφώς και για το Demonstration του DM. Το ξέραμε όλο αυτό από τα πριν, όπως και το γεγονός ότι ο DM είναι δύο άτομα τελικά. Αυτό που ελαφρώς αγνοούσαμε ήταν η επιλογή τους να κινηθούν σε άλλο μήκος κύματος παίζοντας πιο… ύπουλα. Μέσα σε ένα πέπλο κοσμικού θορύβου εμφανίστηκαν βαμμένοι και μέσα στα μαύρα λες και πήγαιναν για ολονυχτία σε black metal εκκλησία. Εκεί που το intro πέρασε την διάρκεια του “κάτι περίεργο θα συμβεί, οπότε ας ξεκινήσει να δούμε τι είναι αυτό”, μπήκε το “Cold Souls” με μια περισσότερο ονειρική και λιγότερο ονειρεμένη διάθεση.

Μετά ακολούθησαν παλαιότερα τους κομμάτια, πάντα με ορχηστρικά ιντερλούδια θορύβου να παρεμβάλλονται ανάμεσα. Ουσιαστικά αυτά καθόρισαν και το κλίμα του πρώτου μισάωρου, όπου και καταλάβαμε πού θα κινηθεί η μπάντα. Κάπου μετά το μισάωρο έφτασαν τα σουξέ του Demonstration και εκεί η νύχτα έστρωσε τα βαμμένα κόκκινα χαλιά μπρος στα θολωμένα μυαλά μας. Ουσιαστικά η μπάντα δεν ήθελε να μας βάλει να χορέψουμε, αλλά να μας πάρει από το χεράκι για να μας βάλει να εισπνεύσουμε μια καλή δόση της αισθητικής της πρότασης. Προσωπικά, ένιωσα ότι το πέτυχαν απόλυτα σε αρκετές στιγμές του live, ασχέτως αν μια φωνή δίπλα μου αναφώνησε σε μια παύση της μπάντας “Βαρετούληδες, ε;”.

Το μόνο αρνητικό σημείο της συναυλίας, πέρα από τον υπέρ του δέοντος βρόμικο ήχο, ήταν η ωριαία διάρκεια της εμφάνισης τους. Μεσάνυχτα, χωρίς το “και κάτι”, οι DM αποσύρθηκαν πίσω στο διαστημόπλοιο που τους προσγείωσε, ενώ είχαν παίξει ουσιαστικά 8-9 τραγούδια. Παρόλ’ αυτά αυτή η ώρα ήταν χορταστική και φεύγοντας συνέβη το κλασικό να νιώθεις ότι επιστρέφεις στον καθημερινό ζόφο, χωρίς να ξέρεις πότε θα ξαναδείς μια τέτοιου επιπέδου μπάντα ζωντανά.

ΥΓ: ευχαριστούμε θερμά την Βασιλική Παναγοπούλου για την παραχώρηση των φωτογραφιών της από τη συναυλία.

Μπάμπης Κολτράνης

Slowdive – Self-titled (dead oceans)

Έμπνευση: η ξαφνική γένεση μιας ιδέας στη συνείδηση χωρίς την παρεμβολή της θέλησης. Ένας απλός ορισμός κάπως γενικός, αλλά άμεσα κατανοητός όσον αφορά τη μουσική δημιουργία. Υπάρχουν αρκετές μπάντες για τις οποίες πέρα από τον εαυτό τους, το παραδέχεται κι άλλος κόσμος ότι το έργο τους είναι εμπνευσμένο και σίγουρα μια από αυτές είναι οι Slowdive. Τρία εξαίσια άλμπουμ, συν κάμποσο μπόνους υλικό το αποδεικνύουν, καθώς η απλότητα συναντά τις εξέχουσες λεπτομέρειες που κάνουν τη μουσική τους να ξεχειλίζει όνειρα, φως και σκοτάδι την ίδια στιγμή. Πριν 22 χρόνια έπαυσαν να λειτουργούν ως μπάντα, αλλά μετά από ένα σωρό δουλειές των μελών κατά μόνας, η μπάντα επέστρεψε συναυλιακά πριν λίγα χρόνια και πλέον και δισκογραφικά.

Όπως δεν αρκέστηκαν σε μια απλή επιστροφή στο παλκοσένικο μιας περίεργης shoegaze αναγέννησης, έτσι και ένας νέος δίσκος ως γεγονός δεν σημαίνει για αυτούς κάτι από μόνος του. Όλη η πρότερη πορεία τους αποδεικνύει ότι κριτήριο των κινήσεων τους ήταν η καλλιτεχνική έκφραση και όχι η εμπορική επιτυχία (βλ. το πειραματικό Pygmalion μετά το σουξεδιάρικο Souvlaki). Το αποτέλεσμα ήταν τα μουσικά μέσα να αδιαφορούν σε μεγάλο βαθμό για την ποιότητα του υλικού τους, αποθεώνοντας ταυτόχρονα κάθε λογής Charlatans και Inspiral Carpets! Το σήμερα, όμως, τους ανταμείβει με μια καθολική αποδοχή που απολαμβάνουν από τους πάντες, τηρώντας μια τυφλή δικαιοσύνη και μια ψυχρή εκδίκηση, μουσικά μιλώντας. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις για το τέταρτο νέο τους άλμπουμ είναι δικαίως υψηλές.

Εκ πρώτης ακροάσεως, το ομώνυμο τους αυτό άλμπουμ ακούγεται σαν συνέχεια του Souvlaki, συν μια uptempo διάθεση που κληρονόμησαν από τις πρόσφατες ζωντανές εμφανίσεις τους. Η ραφινάτη αισθητική αντίληψη της μπάντας κάνει το υλικό να μην ακούγεται ξεπερασμένο, γεγονός σχεδόν πρωτόγνωρο για μπάντα της συγκεκριμένης γενιάς, ειδικά βρετανικής. Εκεί που ο δίσκος μού επιτρέπει να εξαντλήσω την έτσι κι αλλιώς ανεξάντλητη αυστηρότητά μου, είναι οι ίδιες οι συνθέσεις του. Καθώς οι Slowdive είναι μια μπάντα η οποία πέρα από αριστουργηματικούς δίσκους, έχει γράψει και αυτόνομα πάμπολλα αριστουργηματικά κομμάτια, ακόμη και ως b-sides, ψάχνοντας εδώ παρατηρείς μια έλλειψη ανάλογων στιγμών που να μπορούν να σε συντρίψουν συναισθηματικά. Εξαίρεση αποτελεί το “No Longer Making Time” το οποίο είναι σαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό ή ένα παλιό ερωτικό γράμμα να εξαπολύθηκε στον αέρα μια ξαφνική και πάντα ακατάλληλη και τραυματική στιγμή.

Τα υπόλοιπα κομμάτια είναι καλογραμμένα, αλλά πουθενά δεν ξεφεύγουν από αυτό που θα περιμέναμε να ακούσουμε. Βέβαια, το φλερτ με πιο pop φόρμες ως ένα νέο στοιχείο της μπάντας ακούγοντας και τα δύο ως τώρα σινγκλ του δίσκου, κρίνεται ως πετυχημένο σε πρώτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά όμως, σε σχέση με το Pygmalion που φαντάζει σαν να βγήκε… ακριβώς τόσα χρόνια πριν όπως στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει πουθενά μια διάθεση να τολμήσουν κάτι το καινοτόμο και ρηξικέλευθο.

Εν κατακλείδι, το επίπεδο της γραφής που διαθέτουν ακόμη, τους αναδεικνύει ως την ευχάριστη παραφωνία σε ένα μάτσο reunions που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Ήδη οπαδοί και μουσικά μίντια τους αποθεώνουν, μιας και τους έκαναν το χατίρι να βγάλουν έναν συγκροτημένο δίσκο. Αρκεί, όμως, αυτό σε μια χρονιά όπως αυτή που διανύουμε που έχει δώσει ως τώρα τόσα πολλά αξιόλογα άλμπουμ;

Μπάμπης Κολτράνης

Solitary Dancer – G String – Umwelt

Solitary Dancer – Dualism (dark entries)

Ένα κομμάτι αρκεί για να ξυπνήσει αναμνήσεις ενός παρελθόντος που συμβαίνει ξανά και ξανά. Στη δεύτερη μίνι κυκλοφορία του Καναδού Solitary Dancer έχουμε τον απόλυτο ύμνο του σήμερα. Το “Emails 2 Myself” διαθέτει αυτή τη φλογερή φωνή της Marie Davidson η οποία ως άλλη νάρκισσος στέκεται πάνω από μια λίμνη Διαδικτυακού χάους, διαλόγων επί διαλόγων σε κλειστά παράθυρα και ποσταρισμάτων με τη στάμπα χαμόγελων αυτό-ικανοποίησης πάνω τους. Οι στίχοι που διαβάζει φαντάζουν η εξομολόγησή της μπροστά σε έναν θολό καθρέφτη, όπως ακριβώς δείχνει και η εικόνα του εξώφυλλου. Το εγώ και το εσύ κάπου διαλύονται και μένει ο εαυτός της ως το μόνο κάτοπτρο απέναντι της.

Η βερσιόν χωρίς την φωνή της, καθώς και τα δύο στρωτά και σκοτεινά κομμάτια της Α΄πλευράς, απλώς συμπληρώνουν μια αψεγάδιαστη κυκλοφορία της σύγχρονης και ποιοτικής χορευτικής μουσικής. Και η γραμμή του electro συνεχίζει…

G String – Seductive Games (pinkman)

… την πορεία της προς το διηνεκές. Σκοτάδια-ατμόσφαιρες αιωρούνται σαν χρυσόσκονη μάγου με τον ρυθμό να κινείται υπόγεια και ύπουλα κατά πάνω σου. Τα άκρα ωθούνται σε κίνηση, μα ο εγκέφαλος δεν υπακούει στην αυστηρή ρυθμολογία. Βυθίζεται σε φαντασιακά τοπία σκούρων αποχρώσεων. Κάθε κομμάτι ένας λόγος να γυρίσεις πίσω στην αφετηρία, εκεί που ξεκίνησαν όλα. Ο Gijs Poortman στο νέο του δωδεκάιντσο αν και πατά στη στέρεη βάση του συγκεκριμένου ήχου, βγάζει έναν ανανεωτικό και επικίνδυνα εγκεφαλικό ήχο. Τόσο επικίνδυνα που…

Umwelt – Density (modal analysis)

… αυτό που ηχεί είναι σαν ένα πλοίο φάντασμα να εμφανίζεται καταμεσής μιας στυφής θάλασσας. Η αίσθηση των περασμένων μεγαλείων αποτυπώνεται σε μια τρύπια σημαία στην κορυφή του. Ο Umwelt όπως κάθε δημιουργός από τα χορευτικά 90’s γνωρίζει τον τρόπο να διαποτίζει το ρετρό με μια βροχή σπιθών. Ένα ιδανικό δείγμα της αισθητικής του είναι αυτή η φετινή μίνι κυκλοφορία στην αθηναϊκή Modal Analysis. Το δυστοπικό του electro νοθεύεται με σεβαστές ποσότητες acid και techno. Αδιαφορεί για το όποιο δίχτυ ασφαλείας, χλευάζει την don’t worry, be happy αισθητική της χορευτικής σκηνής και δεν χαρίζεται σε γκρίζες ζώνες. Είτε χωρίς να το αναλύσεις μπαίνεις στον καλώς εννοούμενο ζόφο του, είτε το αφήνεις στην ασέληνη νύχτα των άλλων ώστε να ζήσουν την δική τους ποθητή κόλαση.

Μπάμπης Κολτράνης

Arca – Self-titled (XL Recordings)

 Όλα ξεκινούν με ένα μουρμουρητό ενός αγνώστου μέσα στην ακόμη πιο άγνωστη νύχτα. Τα βήματα του σχεδόν δεν ακούγονται στον έρημο δρόμο και τα κίτρινα φώτα αδυνατούν να φανερώσουν το πρόσωπο του. Το μουρμουρητό γίνεται τραγούδι σε μια σαρκώδη γλώσσα. Κάθε σκέψη του ξένου γίνεται στίχος, διαπερνά το σώμα και διαφεύγει στο βάθος της νύχτας.

 Η φωνή κινείται ολοένα και με μεγαλύτερο ρίσκο μπρος στο οριστικό γκρέμισμα της. Ένας ρυθμός την ζώνει για να κρατήσει την πνοή των στίχων όρθια. Αυτή βαδίζοντας μόνη συναντά φωτισμένα παράθυρα, κρυμμένα είδωλα, άγνωστες ιστορίες, κλειδωμένες πόρτες, βιαστικά ζευγάρια στο πεζοδρόμιο, νυσταγμένα άπαντα σε μια πόλη σε παύση. Η φωνή γίνεται μουσική και όλα αυτά τα ενσωματώνει. Φτύνει ιδιότυπες μηχανικές κραυγές από τα βάθη μιας χαλκόδετης καρδιάς με συνοδεία μοναχικών πιάνων που επαναστάτησαν εναντίον της τελευταίας πρόβας πριν την πρεμιέρα. Ποια πύλη άνοιξε για να βγουν όλα αυτά στη φόρα; Όσο κλείνεις τα μάτια, τόσο πιο κοντά πλησιάζεις στην κάθε απάντηση.

 Κι άλλη ερώτηση στην πορεία. Ποιο δάκρυ είναι αληθινό; Αυτό της νεκρής ανάμνησης ή εκείνο της ζωντανής μηχανής; Το μονοπάτι των ερωτήσεων από την άγνωστη φωνή στα σκοτάδια δεν έχει τέλος. Όλα στάδια αναπαλαίωσης εμπειριών και γκρεμίσματος θορύβων εντός. Όταν βγει το απαύγασμα τους ένα μικρό θαύμα θα έχει συντελεστεί.

 Η φωνή συνεχίζει να κινείται χωρίς σαφή κατεύθυνση με τις σειρήνες της νύχτας να την χαώνουν. Αλλάζει υφή ανάλογα με τη στενότητα των μονοπατιών. Προχωρά κι όμως αισθάνεται ότι παραμένει σταθερά στο ίδιο σημείο. Στο τέλος αυτό το σημείο είναι η κατάκτηση της και δεν μένει τίποτα άλλο παρά να σιωπήσει, καθώς η μουσική σβήνει ως φυσικός αντίλαλος της.

Μπάμπης Κολτράνης