Disequilibrium – Material Substratum (The Throat Productions)

Αν και συνολικά η Ολλανδία δεν φημίζεται για την παραγωγή της στα σχετιζόμενα με το black metal ηχοτοπία, είναι ωστόσο, γεγονός πως υπάρχει σε αυτή τη χώρα μια χρόνια παράδοση σε ό,τι αφορά μπάντες που επικεντρώνονται στη θορυβώδη, ακατέργαστη εκδοχή της εν λόγω φόρμας. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, επικρατεί ένας αναβρασμός στο underground, με νέους σχηματισμούς να εφορμούν στο έδαφος του υπο-ιδιώματος που συνηθέστερα ονοματίζεται ως raw black metal.

Στην πρωτοπορία αυτής της κίνησης, στέκουν συγκεκριμένα labels, τα οποία εμμονικά στηρίζουν την ύπαρξη τους στην δημιουργία κασετών, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Ανάμεσα σε αυτά, η ολλανδικήThroat ξεχωρίζει με την εκλεκτική επιμονή της, έχοντας ήδη σχεδόν, αναρίθμητες κυκλοφορίες στο ενεργητικό της.

Από τη φετινή προσφορά της, άνετα θα ξεχώριζα διάφορα σχήματα. Στην προκείμενη παρουσίαση, θα επικεντρωθώ σε μια νέα μπάντα, η οποία έκανε την εμφάνιση της αυτή τη χρονιά. Αν και τα ανώνυμα μέλη που την απαρτίζουν έχουν δεσμούς και με άλλες αντίστοιχες απόπειρες, το συγκεκριμένο demo αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία των Disequilibrium. Οι οποίοι στη χρονιά που ολοκληρώνεται συντόμως, πρόλαβαν ήδη να κυκλοφορήσουν 4 κασέτες- η μία εκ των οποίων μάλιστα ήταν καταγραφή της συνεργασίας τους με τους Spiral Staircase. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου όμως, θα περιοριστώ αποκλειστικά στο Material Substratum.

Η λιτή και ολόμαυρη απεικόνιση του εξωφύλλου ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο, τροφοδοτώντας το νου με έντονες εικόνες. Οι Disequilibrium επιλέγουν να ντύσουν τις δυσαρμονικές τους εκρήξεις με θεματολογία που στηρίζεται στην αλχημική παράδοση. Και αυτό με συγκινεί ευθύς εξ αρχής, ομολογώ. Είναι ιδιαίτερα δυνατή η αίσθηση που μου προξενεί ένας τίτλος, όπως ο ακόλουθος: “Ondine’s Curse, Morose Nights Of Paracelsus”. Η εκλεπτυσμένη αυτή προσθήκη τους διαχωρίζει άμεσα από τη μάζα των ανέμπνευστων που παροικεί σε αυτή τη σκηνή. Αποφεύγοντας τα εύκολα κλισέ, εμμένοντας όμως,άτεγκτα στο μυστικιστικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για να στηριχτεί μια τέτοια υφολογία, το ντουέτο που απαρτίζει τους Disequilibrium προβάλλει μια εξόχως ελκυστική πρόταση. Σε ό,τι αφορά στο ηχητικό μέρος κυριαρχεί η ίδια ρηξικέλευθη στάση. Έχοντας ως βάση τον σχετικά περιορισμένο καμβά της ακατέργαστης, αταβιστικής έκφρασης, απολήγουν εντούτοις σε μια σουρεαλιστική,σχεδόν avant-garde διάθεση. Αυτό είναι αποτέλεσμα άποψης: ο ήχος τους είναι τόσο ωμά ακατέργαστος που εκπλήσσει. Η δε, ηχογράφηση τείνει να συνδέει όλα τα ηχοχρώματα σε ένα αποτέλεσμα που θυμίζει απαράμιλλα συμπαγή τοίχο θορύβου. Η ακραιφνής συνοχή του οποίου παραπέμπει αβίαστα σε ambient και noise ακούσματα.Μολονότι η βάση τους – οργανικά μιλώντας- κινείται στέρεα στα πλαίσια του raw black metal. Επιπρόσθετα, η ακρόαση χρωματίζεται από μια οπωσδήποτε απρόσμενη ευφορική διάθεση. Κάτι που, εμφανώς, δεν θα περίμενα από μπάντα αυτού του χώρου.

Η τελευταία πρόταση δε σημαίνει βέβαια πως δεν θα βρείτε σκοτάδι εδώ. Απεναντίας, μάλιστα. Το ευρισκόμενο υλικό, σηματοδοτεί συντονισμένες επιρροές από τον Havohej, κυρίως. Αλλά και μια μικρότερη δόση εμβόλιμου πειραματισμού, όπως αυτός νοείται και ενσαρκώνεται στις απολήξεις τουMories (Gnaw Their Tongues, Aderlating, De Magia Veterum και άπειρα άλλα).Διαφοροποιούνται όμως, επαρκώς από το στριφνό στυλ του Havohej, παρουσιάζοντας έναν στέρεα δυσαρμονικό τρόπο αφήγησης. Γεγονός που τους χαρίζει άφθονη προσωπικότητα. Το δεύτερο κομμάτι, είναι εξόχως ενδεικτικό των προθέσεων τους, θαρρώ: όπου, ανάμεσα στο ερμητικό χάος της εκτέλεσης τους, αναδύεται σαφώς μια υποψία μελωδίας και επικά ψυχεδελικού συναισθήματος. Είναι αυτή ακριβώς η προδιάθεση, που τους διαχωρίζει από ανάλογες προσπάθειες, φετινές και μη. Και πιστοποιεί τον αυστηρά εσωτερικό χαρακτήρα που εδώ επικυρώνεται ως αποκορύφωμα της αυτοσχεδιαστικής υπερβατικότητας τους.

Υπό άλλες συνθήκες, ίσως να αποτολμούσα τη χρήση του αμφιλεγόμενου όρου “progressive”. Κάτι τέτοιο όμως, πασιφανώς δε θα ταίριαζε σε αυτή την περίσταση. Κι αυτό γιατί η ακατέργαστη υφή αυτής της ηχογράφησης οπωσδήποτε θα ξενίσει αρκετές/αρκετούς. Αντίστοιχα όμως, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον ατομικοτήτων που κινούνται πέρα από τα πλαίσια αυτού του στυλ. Φρονώ πως όσοι αρέσκονται σε θορυβικά ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, θα βρουν κάτι οικείο, εδώ. Προσωπικά μάλιστα, θα έλεγα ότι θαμπώθηκα από το αποτέλεσμα. Και χρειάστηκαν πολλαπλές, επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, ώστε να το βιώσω απόλυτα. Ή σχεδόν απόλυτα, ορθότερα. Συνοπτικά, λοιπόν: μια εύμορφη μετατόπιση του κενού,με όχημα μια σειρά αντιθετικών εξάρσεων. Μια λάμψη αλχημικής σπουδής, που μετουσιώνεται σε Υλίαστρο.

Even though the Netherlands are not well known when it comes to producing black metal bands, it is a fact that a sort of tradition seems to exist in this country, regarding formations that specialize on delivering a noisy, raw version of said form. Furthermore, a genuine turmoil has taken over the underground in recent times, something clearly evident by the fact that countless new formations have been spawned, gathering around the sub-genre commonly referred to as raw black metal.

A handful of eclectic labels take place at the forefront of this movement. Obsessively, almost, these labels tend to prefer cassette as a format, exclusively. Among those, Throat Productions, a dutch label, easily stands out, mainly due to its selective persistence. A myriad of releases has already been unleashed by the Throat, so far.

Considering this label’s whole production during this year, I could easily find many worthwhile and recommendable bands. On this specific presentation though, I will focus on a newcomer band, that saw its first releases coming out during 2018. The unnamed members that constitute this group appear to have certain bonds to other, similarly inclined attempts. Yet, the demo presented here is their debut release under the moniker of Disequilibrium. During the course of the year that soon is coming to its end,they have managed to put forth 4 tapes-one of which was a documentation of their collaboration with Spiral Staircase. For this text’s sake though, I will gladly limit myself, strictly focusing on Material Substratum.

The austere and almost full on black drawing that has been chosen as cover art is a totally fitting choice to this content, unveiling a variety of related mind-inducing images to me. Disequilibrium prefer to cladtheir dissonant explosions to a concept that is firmly rooted back toal chemical tradition. That gesture deeply moved me, as a starting point. I could wholeheartedly declare that a truly strong emotion emerges to myself, upon seeing a song title such as the following one: “Ondine’s Curse, Morose Nights of Paracelsus”. This elegant stylistic addition drives them apart of the large maze of talentless and uninspired bands that literally pollute this scene. Avoiding the usual cliches, yet fanatically insisting on a mystical background that is absolutely necessary in order to support this kind of approach, the duo that Disequilibrium is comprised of, project a definitely attractive hypothesis. Moreover, the same entrepreneurial stance is at hand, concerning the sonic part of this release. The usually restricted canvas thatis mostly apparent of the raw and atavistic expression of this sub-genre, is solelyused as a basis, herein. Its conclusion though, is a kind of a surreal, avant-garde intention. This result comes off as being an intentional thesis: their sound is surprisingly harsh and chaotic. The chosen type of recording, seems to unite all pieces of sound forms into a complete whole, that in the end, largely resembles a wall of noise. The consistent purity of whom, pointsto ambient and noise related schemes. Despite the fact that the instrumentation used lies entirely on raw black metal terrain. Additionally, an unexpected sense of euphoria was prevalent during this listening session. A sense that isusually not associated to bands of this idiom, at all.

The later of course, does not mean that there is no darkness to be found, here. On the contrary, as a matter of fact. The material presented here, suggests a blackness that is not far apart from Havohej’s style, for example. A smaller dose of captive experimentation can be traced as well, bringing to mind the outer limits incarnations of Mories (Gnaw Their Tongues, Aderlating, De Magia Veterum and countless more). Somehow though, they are able to diverge from Havohej’s ill-tempered mode, by displaying a solidly inharmonious narrative mode. That fact alone, provides an aura of ingenious personality unto them. This tape’s second track, is clearly indicative of their directions, I guess: whilst, in between the hermetic chaos that is generated of their performance, a hint of melody, as well as a sense of an epic, even psychedelic sentiment, arise. It is this exact sort of disposition that differentiates this duo, from other, like-minded efforts that were released this year, or even before. Standing as proof of a draconian, esoteric nature that is sanctioned here, as a result of this band’s improvising transcendence.

Under different circumstances, I might be tempted touse a -rather – controversial term: “progressive”. By no means though, would this term be a fitting one, for this case. In fact, I am sure that the unpolished texture of this recording would seem too much for many people. On the other hand though, this element might potentially be of interest to certainin dividuals that move beyond the limits of this particular style. I suppose that entities that find pleasure in seeking noisy yet atmospheric soundscapes, will probably discover something vividly familiar, in here. Personally speaking, I dare to say that I was amazed by this demo. A series of multiple, repeated listens were needed in order to embrace this, unconditionally. Almost unconditionally, to be exact. As a synopsis on my behalf: a beauteous shifting of void, using a sequence of opposite outbreaks as medium. A glow of alchemical origins, that merges and transforms into Yliaster.

(download here)

Giorgos Kanavos

Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression Records)

Πλησιάζοντας στο τέλος του έτους νιώθεις σαν να κλείνει ένας κύκλος πριν ανοίξει ένας επόμενος. Βέβαια -για να είμαι ειλικρινής- δεν ξέρω πως ανοίγει ένας επόμενος, πάντα είχα την αίσθηση πως οι κύκλοι δεν κλείνουν ποτέ. Αν οπτικοποιούσα τη σκέψη αυτή, θα της έδινα το σχήμα του ελατηρίου, εκεί που οι εύκαμπτες καμπύλες γραμμές δεν κλείνουν, αλλά η επόμενη είναι συνέχεια της προηγούμενης, χωρίς να είναι ξεκάθαρο που ξεκινά η μία και που τελειώνει η άλλη. Το μόνο ξεκάθαρο είναι η αρχή και το τέλος. Η τελευταία σταματά απότομα απομένοντας ανολοκλήρωτη, ακριβώς όπως και η πρώτη που ξεκινά το σχήμα εξίσου απότομα, σαν να ξεκινά από τη μέση. Μόνο αν ενώσεις τις δύο άκρες θα σχηματισθεί ένας κύκλος ολοκληρωμένος. Επιβεβαιώνοντας συμβολικά πως κάθε νέα αρχή ξεκινά εκεί που κάτι άλλο τελειώνει, με προσδοκίες άμεσα εξαρτώμενες από τις βαθύτερες επιθυμίες μας.

Αναζητώντας και προσδοκώντας, λοιπόν, κάτι που θα μου αφήσει μια ωραία αίσθηση για το κλείσιμο της χρονιάς, ώστε να πάμε στην επόμενη με αισιόδοξη διάθεση, βρέθηκα αντιμέτωπη με το Dances On Walls των Ghostland, που γνωρίσαμε από εμφανίσεις τους σε underground κυρίως, σκηνές. Έχοντας ήδη ως ATS μια πρόσφατη καλή εμπειρία από το ημεδαπό σχήμα άκουσα το άλμπουμ με ομολογουμένως θετική προκατάληψη.

Το ντεμπούτο τους διακρίνεται από σκοτεινές,ατμοσφαιρικές συνθέσεις. Το μπάσο κάνει αισθητή την παρουσία του και αλληλοσυμπληρώνεται αρμονικά με τα πλήκτρα, με απόγειο τα “Wind Of Knives” και “Sway”. Η φωνή της Μακρίνας απογειώνει τη μουσική και συμπυκνώνει το θυμό και την απελπισία, και τη θλίψη, χωρίς ψήγματα μιζέριας, αλλά με μελωδικές κραυγές αγωνίας, όπως στο “The Dancing Crowd” όπου είναι κυρίαρχη η αίσθηση της απώλειας του εαυτού. Στο “Lifeblood” με τον επαναλαμβανόμενο στίχο “I don’t know how to fall” μας παρουσιάζουν μια διαφορετική οπτική της απελπισίας, εκείνης που δεν λειτουργεί κατασταλτικά, αλλά ενδυναμωτικά, για την- κατά μέτωπο- αντιμετώπιση του φόβου και του πόνου και την υπέρβαση των δυσκολιών και των εμποδίων που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Οι ατμοσφαιρικές post punk/new wave συνθέσεις τους που αλληλοσυμπληρώνονται με την υπέροχη φωνή της Μακρίνας στο Dances On Walls είναι ο καλύτερος επίλογος για τη χρονιά που τελειώνει σύντομα. Θεωρώ πως αφήνουν μια πολλά υποσχόμενη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Approaching the end of the year, you feel like a circle is closing while another opens. Of course – to be honest – I do not know how the latter one opens – I always had the feeling that circles never close. Had I visualized this thought, I would give it the shape of a spring, whose flexible curved lines do not close, one being the continuation of the other, without it ever being clear which preceeds the other. The only thing that is clear is the beginning and the end. The one at the end stops abruptly, remaining incomplete, just like the one at the beginning takes its shape equally abruptly as if starting from the middle. Only if you join the two endings a complete cycle will be formed. Confirming symbolically that every new beginning starts at the end of something else, with expectations directly dependent on our deepest wishes.

Looking for and hoping for something that will leave a nice aftertaste of the year and set an optimistic mood for the next, I faced Dances On Walls of ghostland, which we met from their performances in underground scenes mainly. As Against The Silence we’ve already had a recent good experience from the native group, so I listened to the album with a positive prejudice.

Their debut album is distinguished by dark, atmospheric compositions. The bass has strong presence and is complementary to the keyboards, with “Wind Of Knives” and “Sway” topped. Makrina’s voice takes off music and condenses anger, despair, and sorrow, without a shred of mizery but with melodious screams of anguish, as in “The Dancing Crowd” where the sense of self-loss is dominant. In “Lifeblood” with the repeated lyrics “I do not know how to fall”, they show us a different perspective of despair, of the one that does not work suppressively but empowers us to face fear and pain and overcome the difficulties and obstacles that we should deal with.

The atmospheric post punk/new wave compositions that complement each other with Makrina’s wonderful voice on Dances On Walls are the best closure for the soon-to-be-gone year. In my opinion they offer us a promising “deposit” for the future.

Sylvia Ioannou

The Black Book (iDEAL recordings)

Μια συλλογή δεν είναι αυτό που αποκαλύπτει ο τίτλος της. Άντε, δηλαδή, μαζέψαμε κάποια ονόματα, παζαρέψαμε τη συμμετοχή τους με ένα νέο κομμάτι και έκλεισε. Υπάρχει μια βαθύτερη αντίληψη πάνω σε αυτές από ταlabel που σέβονται τον εαυτό τους. Σηματοδοτούν ένα σημείο όπου η εξωστρέφεια συναντά την οξυδέρκεια για να συγκροτηθεί αυτό που θα αποτελέσει ένα ξεχωριστό σταθμό στην ιστορία του label και ευχετικώς και των συμμετεχόντων. Από την iDEAL, βέβαια, δεν νομίζω να περιμέναμε κάτι λιγότερο από όλα αυτά, αλλά στην περίπτωση του The Black Book τα αναμενόμενα υπερβαίνονται σε βαθμό εκπληκτικό!

Έχω την αίσθηση ότι η συλλογή αυτή ξεκίνησε από μια βασική ιδέα που δεν προμήνυε το που θα έφτανε τελικά. Ok, προσκαλέστηκαν κάποια ονόματα που συνδέονται με την iDEAL, αλλά δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι αυτό των επικών διαστάσεων αποτέλεσμα φτιάχτηκε από ένα απλό brainstorming σε ένα γραφείο. Ακούγοντας το δίωρο υλικό είναι σαν το κάθε όνομα να τράβηξε ένα άλλο από το τσεπάκι του για να ορθωθεί στο τέλος μια θεόρατη πυραμίδα στηριγμένη σε υλικά του σύγχρονου ανοιχτόμυαλου ήχου. Περιττό να αναφέρω ότι τα περισσότερα ονόματα μου ήταν εντελώς άγνωστα με την χημεία αναμεταξύ τους να φαντάζει η ιδανική.

Ναι, αλλά τι μουσικά είδη περιέχει η συλλογή; Πιάνοντας το νόημα της εποχής, δεν μιλάμε πια για είδη, αλλά για στοιχεία που αναδεικνύονται ως βάση για την δημιουργία κάτι νέου. Σε αντίθεση με άλλες σπουδαίες φετινές συλλογές που εξέφρασαν μια τοπική σκηνή (βλ. Flowers From The Ashes, Girih: Iranian Sound Artists), αυτή εδώ μιλά μια παγκόσμια γλώσσα φτιάχνοντας μια χοάνη ήχων με διαφορετική καταγωγή, αλλά με παρόμοια αισθητική. Εν τέλει, αυτή είναι η αρχή και το τέλος μιας μουσικής πρότασης και εδώ δεν έχουμε απλώς διάφορες φράσεις ατάκτως τυπωμένες, αλλά ένα γόνιμο διάλογο για τα αυτιά και το μυαλό!

A compilation is not what its title refers to. It’s not that we collect some names, we talk about their contributions and that’s all. There is a deeper perception from the labels who respect themselves. They signal a point where extroversion meets perspicacity so as to constitute something that would be important not only for the label but eventually for the contributors, too. We didn’t expect from iDEAL something different than that, but referring to The Black Book, the expectations have been overpassed in an amazing way!

I have a feeling that this comp started as a basic idea who nobody exactly foreshadow where it would lead. Ok, there were some names invited but I find it difficult to imagine that this epic outcome was made by a simple brainstorming in an office. Listening to this two-hour album is like every name had pulled another one from its pocket so in the end to make a pyramid supported by materials of openminded and contemporary sound. Needless to say that I was not familiar with most of the artists here and the chemistry between them is ideal!

Yes, but what kind of music styles does this compilation include? Catching the meaning of our time, we don’t talk about styles anymore, but about elements which are highlighted as a basis for creating something new. In contrast to other compilations this year that expressed a scene, (for example Flowers From The Ashes, Girih: Iranian Sound Artists), this one here talks a global language creating a crucible of sounds from different origins, but with similar aesthetics. Moreover, this is the beginning and the end of a musical suggestion and here we don’t have only phrases disorderly put together, but a fertile dialogue for the ears and the brain!

Μπάμπης Κολτράνης

Mogwai live in Athens 1.12.18

Οι Mogwai είναι μεγάλη μπάντα, όπως οι νύχτες της Αθήνας είναι μεγάλες, με ή χωρίς εμάς. Χωράει τόσα η μουσική τους, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια κανενός κλασικού άλμπουμ, κανενός εμπορικού τρικ, καμιάς περιττής ή απέριττης κίνησης. Αν και έχουν κλείσει τις δύο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, δεν καταγράφουν καμία καθοδική πορεία ως προς την αποδοχή τους,καθώς η μπάντα χαράσσει μια ευθεία βολή που γεννά ακόμη αξιομνημόνευτα κομμάτια και βραδιές σαν κι αυτήν που παραβρεθήκαμε το περασμένο Σάββατο.

Φτάνοντας στο σημείο της συναυλίας, έγινε προφανές ότι τα παραπάνω εκφράζουν πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νόμιζα. Τουτέστιν, ακόμη κι αν βγάλουμε εκείνο το ποσοστό που πάει σε live μόνο για τη φάση, ο κόσμος που παστώθηκε στον συγκεκριμένο old school συναυλιακό χώρο ήταν πολύς (ας όψεται και η υπερπροσφορά εισιτηρίων από τους “έξυπνους” διοργανωτές). Δεν ήταν, όμως, η ουρά που μας έκανε να χάσουμε τους Afformance που άνοιγαν τη βραδιά, αλλά το γεγονός ότι αυτοί ξεκίνησαν δέκα λεπτά πριν την αναγραφόμενη ώρα εμφάνισης στην αφίσα! Αν η απάντηση στην αργοπορία σε παρόμοια σκηνικά είναι αυτή, μάλλον είμαστε καταδικασμέν@ να μη βρίσκουμε ποτέ το μέτρο. Πάντως,σύμφωνα με τα λεγόμενα των μελών της μπάντας μετά, η ίδια το ευχαριστήθηκε παίζοντας εκεί.

Για τους Mogwai, κάθε περιγραφή μιας εμφάνισής τους τείνει να φαντάζει γραφική ως προς αυτό που βγάζει η μπάντα. Ήταν η τέταρτη φορά που τους έβλεπα και, όπως σε κάθε άλλη, ένιωσα να με συγκινούν παίζοντας με το συναίσθημα, χαλιναγωγώντας το και αφήνοντάς το στις κατάλληλες δοσολογίες. Κακά τα ψέματα, αν ήθελαν να κλαίμε κυριολεκτικά για ενενήντα λεπτά, θα το είχαν καταφέρει πανεύκολα, επιλέγοντας κάμποσα θανατερά τους κομμάτια. Δεν το έκαναν όμως, καθώς δεν είναι η μπάντα που θα χαϊδέψει αυτιά, αλλά μια μπάντα που συνεχώς ανανεώνει τον χαρακτήρα της – αν και μιλώντας για τον τελευταίο τους δίσκο, τον βρήκα τόσο μέτριο που δεν μπήκα καν στον κόπο να γράψω μια κριτική για αυτό.

Οπότε, εκπλήξεις δεν είχαμε στην επιλογή των τραγουδιών (πολλά από τα τελευταία άλμπουμ, διάφορα από –σχεδόν– όλα τα παλαιότερα), πέραν του γεγονότος ότι στη σύνθεση της μπάντας είχαμε τον original ντράμερ και όχι την τύπισσα που τον έχει αντικαταστήσει, λόγω θεμάτων υγείας του. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν ο ήχος να ’ναι πιο Mogwai, δηλαδή λιγότερο τεχνικά αψεγάδιαστο παίξιμο στα ντραμς, περισσότερο, όμως, πάθος (βλ. λαθάκια στο “Don’t Believe The Fyfe” και την έκρηξη στο “Hi, I ’m Jim Morrisson, I ’mdead”). Με εξαίρεση μια κοιλιά στις συνθέσεις που επιλέχθηκαν, κάπου στη μέση του σετ, η μπάντα επεδείκνυε τέτοια συνοχή που ο φίλος στην παρέα που δεν τους είχε τσεκάρει ποτέ είπε το αμίμητο “Αυτή είναι η μουσική που χρόνια έψαχνα να ακούσω, αλλά δεν την έβρισκα ποτέ”!

Για μένα, που σε κάποιο βαθμό μου έχουν καθορίσει τα μουσικά μου γούστα, υπήρξαν στιγμές που, αν και δεν βοηθούσε ο χώρος,καταλάβαινα πιο καθαρά από ό,τι παλιά ορισμένα σημεία στα κομμάτια τους και μαγευόμουν από κάποιες ατέλειές τους που τα κάνουν να μη μοιάζουν μεταξύ τους και να μη μοιάζουν και οι στιγμές που τα αγκαλιάζουν μεταξύ τους. Τέλος, όμως, με τις περιγραφές, το βίωμα είναι το παν και οι Mogwai θα το υπηρετούν, όπως φαίνεται, για κάμποσο καιρό ακόμη.

Μπάμπης Κολτράνης

Bloom Offering – Episodes (Helen Scarsdale Agency)

 Η σεξουαλικότητα υπήρξε ανέκαθεν θέμα ταμπού που οι περισσότεροι αρέσκονται και αρκούνται να παρακολουθούν χαμογελώντας πονηρά μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ο ερωτισμός και ο αισθησιασμός είναι βασικά ζητούμενα για τον άνθρωπο, αλλά η κυρίαρχη (ψευτο)ηθική δεν επιτρέπει την ελεύθερη έκφρασή τους. Γι’ αυτό και είθισται να εκδηλώνεται κρυφά, με μια δόση ενοχής και μια αίσθηση διαπραχθέντος εγκλήματος. Όταν, δε, η σεξουαλικότητα και το πάθος εκφράζονται από γυναίκα, τότε η επικριτική διάθεση εντείνεται, με πλείστα “κοσμητικά” επίθετα να τη συνοδεύουν. Κι αυτό συμβαίνει επειδή οι ερωτικές επιλογές και η αποδοχή τους πλαισιώνονται από μια κοινωνικά επιβεβλημένη ανδρική κυριαρχία, βασισμένη στο αφήγημα περί μιας φύσει ανισότητας των φύλων.

Η Nicole Carr είναι η δημιουργός πίσω από το όνομα Bloom Offering με πολλά δείγματα δημιουργικότητας στο παρελθόν (κυρίως σε μορφή κασέτας και digital albums). Το LP Episodes είναι η πρώτη της κυκλοφορία σε βινύλιο, μέσα στο οποίο ξεδιπλώνει την άποψή της για τον γυναικείο ερωτισμό και την ελεύθερη έκφρασή του, με σαφείς αναφορές κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης και εκμετάλλευσης γυναικών, η οποία εξυπηρετεί και συγκροτείται πάνω σε ένα ολόκληρο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ο τρόπος της ιδιαίτερος, όπως και η ίδια άλλωστε. Με μια διάθεση ανατρεπτική, μιας και μόνο με ανατροπές αλλάζουν όλες οι καθεστηκυίες θέσεις και στάσεις. Το σκοτεινά ατμοσφαιρικό ηχοτοπίο αναδεικνύει μια pop-goth συνθήκη, με το κύμα των συνθεσάιζερ να μας παρασέρνει σε μια σκοτεινή και νεφελώδη ατμόσφαιρα. Τα φωνητικά της Carr είναι σταθερά, κοφτά,παγωμένα και συναισθηματικά αποστραγγισμένα. Στίχοι που επαναλαμβάνονται, ώστε να καταστεί σαφές το μήνυμα που θέλει να περάσει.

Μέσα από τα Επεισόδιά της αμφισβητεί την κυρίαρχη κοινωνική κατάσταση και την ανδρική σεξουαλική εξουσία, προκρίνοντας ως κινητήρια δύναμη την αδιαπραγμάτευτη αυτοδιάθεση κάθε γυναίκας όπως και όπου η ίδια επιθυμεί, στα “Venus Shrugged”, “Swallow meWhole” και “Fishbowl”. Παράλληλα, μιλά για την τριβή που προκαλεί στις σχέσεις η –αδυσώπητη πολλές φορές– καθημερινότητα και η ερμηνευμένη κατά τρόπο που δεν επιδέχεται θετική χροιά οικειότητα. Ενώ στο “Out 2 get U”, με την επιθετική της ερμηνεία, παρουσιάζει τη γυναικεία αντίσταση ενάντια στους εξουσιαστές της και στην πατριαρχία, αλλά και τη διεκδίκηση των θέλω της.

Η Αφροδίτη (Venus) είναι η προσωποποίηση του έρωτα,του πάθους και της σεξουαλικότητας, μιας και οι άνθρωποι, μην μπορώντας να εξηγήσουν το συναίσθημα του έρωτα, το πάθος και την επιθυμία, προσέδωσαν σε αυτά θεϊκές διαστάσεις. Η Nikole Carr χρησιμοποιεί τον συμβολισμό της θεάς του έρωτα για να δώσει τη δική της ερμηνεία πάνω στο αρχέγονο ένστικτο και στη σύγχρονη απελευθερωμένη έκφρασή του, παρουσιάζοντας μέσα από το έργο της μια γυναίκα που αναπτύσσει ανθεκτικότητα και δυναμισμό και που διεκδικεί εκείνο που επιθυμεί.

Sexuality has always been a taboo issue, which most people like to watch smiling cunningly through the keyhole. Eroticism and sensuality are basic prerequisites for humans, but dominant ethics does notallow their free expression. That is why it is customary to express them secretly, with a sense of guilt, as if committing a crime. When sexuality and passionare expressed by a woman, judgemental attitudes are intensified, often times accompanied with the use of offensive adjectives. And this is because erotic choices and their acceptance are framed by a socially imposed male sovereignty, based on the narrative about gender inequality.

Nicole Carr is the creator behind the name Bloom Offering, with many samples of her creativity in the past (mainly in cassette format and digital albums). The LP Episodesis her first vinyl release in which she unfolds her view of female eroticism and freedom of expression, with clear references to sexual harassment and exploitation of women, which serves and assembles on a whole system of the exploitation of man by man.

Her way is as special as she is, with a subversivemood, since all entrenched positions and attitudes can only change through suversions. The dark atmosphere echoes a pop-goth condition, as the wave of synthesizers carries us away into a dark and cloudy atmosphere. Carr’s vocals are steady, sharp, icy and emotionally drained. The lyrics are repeated in order to emphasize the message that she wants to deliver.

Through her Episodes, she challenges the dominant social status quo and male sexual power, as the driving force of the unchangeable self-determination of every woman, in “Venus Shrugged”, “Swallow Me Whole” and “Fishbowl”. At the same time, she speaks about the friction caused in relationships by everyday life and by the negative aspects of intimacy. While in “Out 2 get U”, through her aggressive interpretation, she presents female resistance against those in power and against patriarchy, and she also claims what she wants.

Venus is the personification of love, passion and sexuality, since people, not being able to explain the emotion of love, passion and desire, have given a divine dimension to them. Nikole Carr uses the symbolism of the goddess of love to give her own interpretation of her primordial instinct and her contemporary liberated expression, portraying through her work a woman who develops resilience and dynamism and who claims her own desires.

Sylvia Ioannou

Kikagaku Moyo + Maida Vale live in Göteborg

Εκεί που σιχτίριζα, όχι πάντα εσωτερικώς, όταν πρωτόμαθα ότι οι Kikagaku Moyo θα περάσουν από το Fuzz Club στην Αθήνα στις 7 Δεκέμβρη, βλέπω κάπου στα μέσα Οκτώβρη ανακοίνωση από τοπικό βένιου εδώ στο βορρά περί το ότι θα έχουμε και εμείς την ευκαιρία να βουτήξουμε head first στα ζεστά ψυχεδελικά νερά των χίπηδων απ’ την Ιαπωνία. Ίσως δε χρειάζεται καν να αναφέρω πως το εισιτήριο αγοράστηκε σχεδόν αυτόματα.

Οι Maida Vale, λοιπόν, ένα all-female ψυχεδελικό σχήμα από τη Στοκχόλμη με δύο δίσκους στο ενεργητικό του απ’ το 2012 που συγκροτήθηκε, ανέλαβαν να ανοίξουν τη συναυλία. Μια ευχάριστη έκπληξη από πλευράς διοργάνωσης, κυρίως επειδή ήμουν αρνητικά προκατειλημμένη κι ας μην τις ήξερα. Κι αυτό γιατί στα περισσότερα λάηβ που έχει τύχει να βρεθώ εδώ πάνω, ταsupport σχήματα έχουν αποδειχθεί λίαν χιπστερίζοντα, ως επί το πλείστον, και διακατεχόμενα από έναν άκρατο δηθενισμό καλυμμένο μ ‘ένα πέπλο αβαν-γκαρντοσύνης. Οι Maida Vale ήταν “lagom”, όπως λέμε εδώ πάνω, ή αλλιώς «ό,τι έπρεπε». Εύπεπτοι ήχοι που καθιστούσαν πολύ εύκολο να τις ακολουθήσεις, εξαιρετική σκηνική παρουσία με τη frontwoman Matilda Roth να διοχετεύει μ’ ένα αποχαυνωτικό τρόπο την ενέργεια όλης της μπάντας προς τα εμάς.

Η αυλαία έπεσε για ακόμα μια φορά και η ενέργεια που μας άφησαν οι Maida Vale είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, μα μόνο για να δώσει τη θέση της στην εκρηκτική ηρεμία των Kikagaku Moyo που αργά και ντροπαλά ανέβηκαν στη σκηνή.

Κάπου εδώ νομίζω πρέπει να πω δυο πράγματα σχετικά με τους λόγους που με ωθούν να πηγαίνω σε λάηβ και κατά προτίμηση μόνη. Η προφανής απάντηση είναι φυσικά το ότι έχεις την ευκαιρία να δεις μουσικούς που αγαπάς και εκτιμάς να παίζουν ζωντανά. Πηγαίνοντας όμως λίγο παραπέρα, υπάρχουν φορές που μια συναυλία μπορεί να μετατραπεί σ’ ένα μοναδικό συνονθύλευμα μουσικών,συναισθηματικών και χωρικών εμπειριών, σχεδόν υπερβατικού χαρακτήρα που κάθε φορά αφήνει το θεατή και με μια διαφορετική πτυχή της πραγματικότητάς (τ@). Ο χώρος που σε περιβάλλει, μπορεί να ξεχειλωθεί σε ένα αχανές κενό, με σένα να επιπλέεις μέσα του αποστασιοποιημέν@ς, με την ίδια αποστασιοποίηση που ένα πουλί βιώνει μια πόλη, η σε μια τεράστια ενότητα με σένα και όλους τ@ αλλ@ να αποτελείτε τα απόλυτα συγχρονισμένα μέλη. Για μένα αποτελεί ακόμα μυστήριο το πώς ακριβώς η μουσική και η όλη ατμόσφαιρα μιας συναυλίας μπορούν να μεταφραστούν σε τόσο έντονες εικόνες των οποίων τη φύση δεν αποδίδω ούτε στο ελάχιστο μ’ αυτές εδώ τις αράδες. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που αναρωτιέμαι πώς κατάφερε ο Aldous Huxley να γράψει τις Πύλες της Αντίληψης.

Αλλά τέλος πάντων, ας γυρίσουμε στο παρόν θέμα. Οι Kikagaku Moyo ανέβηκαν στη σκηνή κι εγώ για εξαιρετικά καλή μου τύχη βρίσκομαι στην πρώτη σειρά. Ήταν ομολογουμένως θέση κλειδί όσον αφορά το πως βίωσα το εν λόγω λάηβ. Ούσα μια ανάσα μακριά απ’τη μπάντα κι όντες αυτοί αυτό που είναι, με την αγάπη τους για τη μουσική να ξεχειλίζει σε κάθε νότα, αλλά και τα ντροπαλά και παιδικά “thank you” που μας έλεγαν ανά διαστήματα, ο χώρος έγινε σταδιακά ένα μεγάλο ρευστό σαλόνι, όπου όλοι ήμαστε φίλοι, συγκρότημα και κοινό μαζί, με τη μουσική να γεμίζει κάθε γωνιά της ψυχής. Όταν δε, κάπου στη μέση του σετ, οGo άφησε τα ντραμς και ο Tomo έπιασε το τσέλο για να γίνει ένα ακουστικό«διάλειμμα», με κομμάτια όπως το “Cardigan Song” , μπορούσες εύκολα να νιώσεις την ευδαιμονική γαλήνη όλων.

Κι αυτό ακριβώς το συναίσθημα είναι που με συντρόφευσε μέχρι το τέλος του λάηβ ακόμα και μέχρι το σπίτι. Επανέρχεται ακόμα, κάθε φορά που βάζω ένα δίσκο τους να παίξει. Αν, λοιπόν, βρεθείτε στην Αθήνα στις 7 του Δεκέμβρη, να πάτε να τους δείτε. Σε σκοτεινούς καιρούς όπως αυτοί που ζούμε τώρα, η όμορφη μουσική των Kikagaku Moyo είναι μια πηγή γαλήνης και ευτυχίας που χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ ό,τι νομίζουμε.

While I was cursing, not always internally, after I first heard that Kikagaku Moyo are expected to pop by Fuzz Club in Athens on the 7th of December, I stumbled upon an announcement from a local venue sometime around the middle of October, here in the North, about us going to have the opportunity to dive head-first into the warm and welcoming psychedelic waters of the Japanese hippies. Needless to say, the ticket was bought almostinstantly.

So, Maida Vale, an all-female psychedelic rock band from Stockholm, already counting two records ever since their formation in2012, were to play as the supporting act. They left me positively surprised with their performance, even if I was admittedly negatively predisposed. You see, in most of the live concerts I’ve been to up here, the supporting acts were devoid of purpose, yet full of pretentiousness hidden under a veil of avant-gardeness. Maida Vale were “lagom”, as we say up here, meaning “ justright”; simple -but not simplistic- melodies, easy to follow and get lost to, impeccable stage performance mainly in terms of movement, as the vocalist of the band, Matilda Roth, was channeling the witch-y energy of all the rest towards us in the audience. Overall, they left me wondering whether Fuzz Club Records ever noticed them. They would surely be a nice addition.

The curtains closed again, and the witch-y energy was pretty much gone, only to be succeeded by the vigorous calmness of Kikagaku Moyo, timidly coming on stage, as the curtains were being drawn once again.

Somewhere around this time, I see it fit to say a few things about why I like going to concerts and why I mostly do it alone. The obvious answer is to see your favourite bands perform right in front of your eyes, of course. But moving beyond this, some concerts are a unique musical, emotional and spatial, overall kind of transcending experience, that presents the spectator with different aspects of (their) reality. The venue can suddenly turn into a vast emptiness with you floating in it as a bird flies over a city, distanced from the various occurrences beneath it, or to a huge entity with you and all its different parts in sync. It’s still a mystery to me how the music and the overall ambience of a concert are translated into such vivid imagery, to which I admittedly do little credit through writing these words. At times like these I wonder how Aldous Huxley managed to write Doors of Perception.

But anyway, back to our topic. Kikagaku Moyo come onstage and I fortunately find myself in the front row. That played a key role in how I experienced this concert. Being so close to them and them being them,with their unity and love of music oozing out of every chord struck as well astheir shy and innocent “thank you”s, gradually turned the whole space into alarge, fluid living room, where we were all hanging out, band and audience, with music filling up every nook and cranny of our souls. When, around the middle of the set, Go left his drums and picked up an acoustic guitar and Tomogot his cello to lay down some acoustic songs, such as the “Cardigan Song”, you could easily feel that everyone was blissfully at peace.

And that blissfully peaceful feeling was what accompanied me throughout the rest of the concert and until I got home. Or even when I play their records, since last Sunday. So, if you find yourself in Athens on the 7th of December, please go. At dark times like these, Kikagaku Moyo’s beautiful music is a much needed source of peace and happiness.

phren

Chaos Control Vol. 1 by ENDROPI

Τι κάνει μια συναυλιακή βραδιά πετυχημένη; Η προσέλευση του κόσμου; Οι επιδόσεις των συγκροτημάτων; Η πολιτική χροιά της; Οι κοινωνικές περιπτύξεις που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Αν κάτι,πέραν αυτών, μας διαφεύγει, είναι μάλλον γιατί κρύβεται καλά (και ολίγη μεταφυσική στον πρόλογο για την ατμόσφαιρα). Οπότε η απάντηση είναι προφανής και περικλείει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία και υπήρχαν σε έντονο βαθμό στη βραδιά που διοργάνωσε η ομάδα ENDROPI στη Νομική την περασμένη Παρασκευή.

Ο φεμινιστικός χαρακτήρας της σχετικά νεοσύστατης ομάδας δεν έντυσε απλώς τον χώρο με τον αντίστοιχο λόγο, αλλά με έναν μαγικό τρόπο φρόντισε ο πολύς κόσμος που προσήλθε να είναι “καλής πάστας”. Κοινώς, έλειπαν οι ματσό γραφικές περσόνες και οι τσαμπουκαλεμένες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα diy σκηνικά. Από την άλλη, οι κοινωνικές συναναστροφές που αναπτύχθηκαν στον χώρο, εντός του live και στο προαύλιο, ήταν έντονες και, φαντάζομαι, εποικοδομητικές. Αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίζει τέτοιου είδους βραδιές που αποτελούν μια σημαντική νότα στον ευρύτερο α/α χώρο και, προσωπικά, μου θύμισε κάποια καλά σαββατόβραδα στη Βίλα Αμαλίας – αν κι εκεί το βάρος έπεφτε περισσότερο στα πηγαδάκια έξω, παρά στο live μέσα. Εδώ, όμως, πιστεύω πως η ισορροπία που τηρήθηκε ήταν η ιδανική, καθώς δεν έλειψε το έντονο ενδιαφέρον και για τις μπάντες, που ούτως ή άλλως δίνουν τον ξεχωριστό τόνο της εκάστοτε βραδιάς.

Ως προς αυτές, θα προσπαθήσω να ’μαι σύντομος, γιατί, όσο να ’ναι, πέντε μπάντες δεν είναι και λίγες, όπως δεν είναι λίγες και οι μπίρες που τις συνόδεψαν (εξαιρούνται οι παρευρισκόμεν@). Οι Αρχή του Τέλους έκαναν την αρχή, με το τέλος να φαντάζει μακρινό εκείνη τη στιγμή. Παντελώς λογικά, ο ήχος δεν ήταν ακόμη αυτός που θα έπρεπε, εξάλλου ο χώρος δεν βοηθά και πολύ σε αντίστοιχα live σκηνικά. Πέραν αυτού, η μπάντα απέδωσε στα γνωστά στάνταρ της σε έναν ήδη γεμάτο χώρο.

Οι Ghostland, στη συνέχεια, είχαν την τιμητική τους, γιατί η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την παρουσίαση του πρώτου εθιστικού δείγματος–σε μορφή βίντεο κλιπ– από τον επερχόμενο δίσκο που θα βγάλουν στην Manic Depression. Αν κρίνουμε από τη μεστότητα της εμφάνισής τους, καθώς και το υλικό που ακούσαμε και το οποίο θα πλαισιώνει το ντεμπούτο τους, πιθανόν να μην έχουμε δει τίποτα ακόμη, για το πού μπορεί να φτάσει το σχήμα αυτό.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν οι Ιταλοί Horror Vacui, οι οποίοι μπορεί να κουβαλούσαν ένα ρετρό image και ήχο, αλλά το πάθος που είχαν τους έδινε πολλούς πόντους υπέρ! Προσωπικά, με κούρασαν λίγο με τα μονοδιάστατα κομμάτια τους και βγήκα να πάρω αέρα, μιας και η βραδιά είχε συνέχεια. Οι cold i, λοιπόν, αντιμετώπισαν κάποια τεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην τους βοηθήσει ο ήχος καθ’ όλη την εμφάνισή τους. Μιας και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, νομίζω ότι θα χρειαστώ κι άλλη βραδιά για να αντιληφθώ τη συναυλιακή πλευρά τους, καθώς για τη δισκογραφία τους έχω γράψει πρόσφατα την άποψή μου.

Όσο για τους Chain Cult, αυτό που είδα ήταν μια πολύ δεμένη μπάντα που χρειάζεται να δουλέψει περισσότερο πάνω στο προσωπικό της στίγμα. Το πέρασμα της ώρας, όμως, δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια στο να μείνω μέχρι τέλους, καθώς δημιουργούνταν ένα άγχος ως προς την ώρα που θα πέρναγε το κίτρινο νυχτολούλουδο των Πατησίων με το μίνιμαλ όνομα “11”, για να μας πάει σπίτι. Κάποια στιγμή πέρασε κι αυτό, και η βραδιά επισήμως έλαβε τέλος. Αλλά η συνέχεια για την ομάδα ENDROPI και των ημεδαπών μπαντών που διάνθισαν το φεστιβάλ μένει ανοιχτότατη!

ΥΓ. Ευχαριστούμε τις Koproskilo Prodatsun για τηνευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από τη βραδιά!Μ

Bob Coltrane