Ten New Songs Countdown, 55

Dekalogoi55

Oiseaux-Tempête – I Don’t Know What Or Why (feat. Tamer Abu Ghazaleh)

Μετά το Utopyia? οι OT προχωράνε προς Ανατολάς για να αφουγκραστούν τις τεράστιες και βίαιες αλλαγές που συντελούνται εκεί. Συμπράττοντας με Άραβες μουσικούς και ηχογραφώντας μέρος του δίσκου στη Βηρυτό βγάζουν ένα ζοφερό δίσκο που απηχεί αυτό που συμβαίνει εκεί όσον αφορά την προσφυγιά, τους πολέμους και την ανείπωτη δυστυχία. Για την ιστορία ο δίσκος θα βγει μέσα Απρίλη.

Brokeback – Cairo Levee

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το τελευταίο άλμπουμ των Brokeback, της μπάντας που ηγείται ο Douglas McCombs, μέλος των Tortoise. Μετά από πολλά στάδια δοκιμής διαφόρων συνθέσεων στην μπάντα επιστρέφουν με κάτι ανεβαστικό και σχεδόν πρωτότυπο. Κάπως σαν να ακούμε μια post rock μπάντα να παίζει κάτι γκρούβυ με το μυαλό της πάντα κολλημένο στη σκηνή του Σικάγο. Σε λίγες ημέρες βγαίνει ο δίσκος και θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και τα υπόλοιπα κομμάτια του.

Cataya – Vis-a-vis

Άγνωστο πότε θα βγει το νέο άλμπουμ των Cataya, αλλά φαίνεται ότι ο ορυμαγδός που προκάλεσε η πρώτη τους κυκλοφορία στα αόρατα γραφεία του ats, θα έχει και συνέχεια. Το νέο τους άσμα πατάει πάνω στο ήδη κατατεθειμένο τους υλικό με τις κιθάρες μόνο στα βαριά σημεία να έχουν μια περισσότερο άγρια-ξερή υφή από τα προηγούμενα τους. Πάντως, όπως φαίνεται, η ευρεία τους αναγνώριση στους κόλπους του ορχηστρικού ήχου δεν θα αργήσει να συμβεί. (view)

Pissed Jeans – The Bar Is Low

Πάντα στο όριο να θυμίζουν αρκετά τους The Jesus Lizard τα κατουρημένα τζιν πείθουν για άλλη μια φορά ότι μπορούν να γράψουν ένα άρρωστο και εκρηκτικό κομμάτι. Το ακούς και νομίζεις ότι είσαι μέσα στο ηχείο εν ώρα συναυλίας τους. Και μη χειρότερα!

The Black Angels – The Currency

Άλλη μια δισκογραφική επιστροφή που θα συζητηθεί από μουσάτους, τύπισσες με τατουάζ και λοιπά κομψά όντα της νύχτας και του rock n roll. Το νέο τραγούδι των TBA έχει όλα αυτά τα στοιχεία που τους έχουν κάνει να ξεχωρίσουν και μάλλον θα αναδειχθεί και σε νέο αγαπημένο συναυλιακό ύμνο. Τον Απρίλη ο νέος τους δίσκος. (view)

Clark – Peak Magnetic

Τσαλακωμένη φάτσα σε ένα περίεργο φόντο και ένα μπιτ που τρέχει σε λιβάδια πριν από μια καταιγίδα. Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στο νέο κομμάτι του Clark και ως συνήθως το επερχόμενο του άλμπουμ είναι καταδικασμένο να ακουστεί μετά μανίας. Η όλη δύναμη του συγκεκριμένου κομματιού κρύβεται στη μελωδία που εμφανίζεται στα μισά του και κορυφώνεται στο τέλος. Τί άλλο να θέλουμε;

The Tiger Lillies – Cold Night In Soho

Κρύα νύχτα και μια ιστορία παίζει μπροστά σε φώτα παρκαρισμένου αυτοκινήτου που έχουν ξεχαστεί ανοικτά. Ένα περιφερόμενο τρυπημένο κορμί αποζητά τρεις τελείες, ούτε ερωτήματα, ούτε απαντήσεις. Μια μοναξιά που ζυγίζει όσο μια τελευταία ανάσα πριν την τελευταία αυγή. Για όλα αυτά υπάρχει μια μπάντα που μπορεί να τα ερμηνεύσει με μαγεία και αυτή είναι οι The Tiger Lillies. (listen)

Kassel Jaeger Jim O’Rourke – Wakes On Cerulean (excerpt)

Άμεση η χαλαρωτική επίδραση του πρώτου δείγματος της συνεργασίας των δυο αυτών μουσικών. Στα ανοιχτά μιας πειραματικής διάθεσης που εμπεριέχει ηχογραφήσεις από θάλασσα, βυθίζεται ολοένα η μουσική σε μια χαοτική και γαλήνια φύση όπως αυτή των κυμάτων ή των σύννεφων σε αργή κίνηση. Λογικά όλος ο δίσκος θα κινείται σε αυτό το μοτίβο.

Christina Vantzou & John Also Bennett – Chione

Άλλη μια συνεργασία υψηλού επιπέδου στο χώρο της πειραματικής σκηνής. Οι δυο τους προσφέρουν ένα κινηματογραφικό ηχητικό κύμα στη συλλογή Disquiet vol. I της οποίας τα έσοδα θα πάνε όλα σε οργανώσεις που μάχονται υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των γυναικών, της ελεύθερης δημοσιογραφίας και άλλων σύγχρονων θεμάτων. Για καλό σκοπό λοιπόν…

Evan Caminiti – Toxic Tape (Love Canal)

Η πόλη έχει τη δική της φωνή η οποία αποτελείται από οτιδήποτε πέφτει από τα χείλη μας άψυχο κάτω. Όσον αφορά τη σύνδεση της Νέας Υόρκης με το επερχόμενο άλμπουμ του Evan, μέλους των Barn Owl, αυτό το φαινομενικά χαμένο στο χάος περνά από μια ιδιότυπη ανακύκλωση προς μουσική τέρψη. Κάτι σαν το νομοτελειακό σκοπό του κάθε θορύβου να γίνει ήχος τελικά. 

The Underground Youth – What Kind Of Dystopian Hellhole Is This? (fuzz club)

theundergroundyouth.againstthesilence

Μερικές φορές συμβαίνει να έχεις ακούσει τόσες πολλές φορές ένα δίσκο που δυσκολεύεσαι να αποτυπώσεις στο χαρτί τις εντυπώσεις που σου αφήνει. Εικόνες χώνονται σε καπνούς που καθορίζονται από τις διαθέσεις της εκάστοτε στιγμής και τα “καλά” τραγούδια κολλάνε πάνω σου σαν μια αυτονόητη ασχολία της καθημερινότητας. Στην περίπτωση μάλιστα του νέου δίσκου των Βρετανών TUY που πλέον διαμένουν στο Βερολίνο, έχουμε τόσα “καλά” τραγούδια που μας οδηγούν στην πεμπτουσία ενός “καλού” rock δίσκου. Εκεί, δηλαδή, που δεν μένουν και πολλά να ειπωθούν πέρα από το πάτημα ενός play και το αυτοδίδακτο λίκνισμα σε νωχελικά 4/4.

Αν κάποι@ δεν γνωρίζει τί ακριβώς παίζει αυτή η μπάντα, αρκεί να ακούσει ένα οποιοδήποτε κομμάτι της και θα καταλάβει αμέσως. Τυχαίνει μάλιστα το άλμπουμ αυτό να είναι αντιπροσωπευτικό του ήχου τους σε γενικές γραμμές και αρκετά καλογραμμένο σε ειδικές, οπότε το ξεκίνημα της γνωριμίας με δαύτους μπορεί να γίνει ανάποδα από το τελευταίο τους εν λόγω πόνημα. Θα τους χαρακτήριζα ως ψευδογκαράζ με τάσεις να γράφουν όσο πιο απλές συνθέσεις γίνεται και με μια κλίση προς ένα σκοτεινό σκηνικό που θυμίζει ημίφως σε ένα μισοάδειο μπαρ. Αυτή τους η απλότητα τους βοηθά να αναδείξουν τις συνθετικές τους ικανότητες με κομμάτια όπως το “Alice” και “Persistent Stable Hell” να σε οδηγούν με κλειστά μάτια στο βάθος του εν λόγω μπαρ. Από την άλλη λείπει κάτι που θα θεωρηθεί πρωτότυπο ή πρωτοποριακό, οπότε πάλι επιστρέφουμε στην αφετηρία του συγκεκριμένου είδους.

Πάντως στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει μια διάθεση για μια βόλτα στα ενδότερα με αποτέλεσμα δίπλα στα στοιχεία που τους έχουν καθιερώσει να έχουμε μια πιο ώριμη και πιο εμπνευσμένη, θα έλεγα, ματιά. Βλοσυροί στίχοι για έρωτες ακολουθούνται από πολιτικές σκέψεις, οι μελωδίες είναι τόσο λιτές όσο δεν πάει και κάθε κομμάτι ακούγεται διαφορετικό, αν και ως ένα αναπόσπαστο μέρος ενός ελκυστικού δίσκου. Με εξαίρεση την κουραστική διασκευή στο “Your Sweet Love” του Lee Hazlewood, η μπάντα πετυχαίνει διάνα σε ότι δοκιμάζει και αυτό δεν το λες και μικρό επίτευγμά στον κόσμο των ανούσιων νέων rock κυκλοφοριών που ζούμε σήμερα.

Μπάμπης Κολτράνης

Marcus Fjellstrom – Taylor Deupree – Janek Sprachta

Marcus Fjellström – Skeleκtikon (miasmah)

marcusfelldstrom.againstthesilence

Κυρτές γωνίες εξπρεσιονιστικού σκηνικού περικλείουν σκιές από οστά άγνωστων όντων. Κάπου στο βάθος βγαίνει μια απόκοσμη μουσική για να τα βάλει όλα σε κίνηση. Σαν μια λατέρνα που ερωτοτροπεί με έναν επικίνδυνο γκρεμό, οι μελωδίες της περνούν ξυστά από δίπλα σου για να εξαφανιστούν σαν σε σκηνή τρόμου. Όλα αυτά σε γρήγορη ταχύτητα, αν και φαντάζουν να κυλάνε αργά σαν βήματα σε κηδεία. Κάποιες στιγμές σε πιάνει μια ανάγκη να τρέξεις πιο γρήγορα από τη σκιά σου, κάποιες άλλες δηλώνεις κουρασμένος από την επίμονη της παρουσία. Γλυκόπικρα αντίο οδηγούν σε σκηνές τέλους μιας ταινίας που έχεις ξαναδεί, αλλά στην αρχή πίστευες ότι θα άλλαζε κάτι στην πορεία. Τίποτα δεν άλλαξε ακούγοντας επανειλημμένα το Skeleκtikon, πέραν της εμφάνισης βιρτουόζικων φιγούρων ενός σκουρόχρωμου μπαλέτου που οδηγείται από τις ενδόμυχες πλευρές του μυαλού του Marcus Fellstrom και περνάνε αυτούσιες στις δικές σου.

Taylor Deupree – Somi (12k)

taylordeupree.againstthesilence

Στο βασίλειο των στάλων διαλείπουσων βροχών η προσπάθεια τήρησης μιας τάξης αποτελεί ύβρις. Αυτές καθώς πέφτουν στις χορδές μιας εγκαταλελειμένης κιθάρας σε ένα ακόμη πιο εγκαταλελειμένο μέρος όχι από ανθρώπους, αλλά από ζωή, παράγουν γλυκούς ήχους που ταιριάζουν στη σιωπή και την ακινησία του τοπίου. Κανένα χρώμα στο βάθος του ορίζοντα, καμία ελπίδα μπρος στο τέλμα της σκουριάς. Η κατάνυξη που βγάζει και αυτός ο δίσκος του Taylor Deupree φέρνει σε ζεν πριν το τέλος του κόσμου. Οι μόνες λέξεις που προφέρει είναι μιας ανόθευτης παιδικότητας και μιας σχεδόν χαμένης συγκίνησης.

Janek Sprachta – Grow (midira)

JANEKSPRACHTA.grow-.AGAINSTTHESILENCE

Υπάρχει μια ευκολία που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ορχηστρική (και όχι μόνο) μουσική. Η υποκατάσταση των φυσικών οργάνων με ένα λάπτοπ και των νορμάλ ήχων με την αποδόμηση τους μας έχει οδηγήσει όχι στην αρχή των πραγμάτων, αλλά σε μια στασιμότητα. Λείπει ενίοτε το στοιχείο της σύνθεσης ακόμη και με την αφαιρετική της έννοια. Ο Janek Sprachta με το δεύτερο του άλμπουμ απαντά με έναν ιδιαίτερο τρόπο στα παραπάνω, καθώς αφήνει τις ιδέες του να κινηθούν με φυσικό τρόπο σε μέρη μη προσχεδιασμένα, χωρίς να λείπει το στοιχείο της προσεγμένης συνθετικής αντίληψης. Άλλες συνθέσεις του τείνουν προς τη neoclassical, άλλες προς το post rock και για αυτό λείπει, ίσως, αυτή η συνοχή στο άλμπουμ. Πέρα όμως από στιγμές όπου ορισμένα κομμάτια κλωθογυρίζουν χωρίς να φτάνουν κάπου, υπάρχει μια ανεπιτήδευτη γοητεία στην όλη αύρα του δίσκου. Επίσης υπάρχει μια lo-fi αντίληψη που απογυμνώνει τις μελωδίες με αυτό που μένει στο τέλος να είναι ειλικρινείς στιγμές ενός μυαλού και μιας καρδιάς που μιλά τη γλώσσα της μουσικής με μόνη αλφάβητο αυτή των συναισθημάτων.

Μπάμπης Κολτράνης

Priests – Nothing Feels Natural (Sister Polygon Records)

priests.againstthesilence

Η εποχή των ανεξάρτητων label όπου αρκούσε να δεις μια τζίφρα για να ασχοληθείς με ένα δίσκο έχει περάσει ανεπιστρεπτί και στη θέση της έχουμε την ευκολία στην ακρόαση των πάντων. Το αν μας οδηγούν σε σίγουρα μονοπάτια είναι ένα θέμα βέβαια προς κουβέντα, αλλά όσο να ‘ναι μια δοκιμή πάντα σε βοηθά να αποφύγεις τις κακοτοπιές. Στις καλές περιπτώσεις, μάλιστα, σε βοηθά να ανακαλύψεις νέες μπάντες τις οποίες ναι μεν εύκολα έχεις ανακαλύψει, αλλά δύσκολα στη συνέχεια ξεκολλάς από αυτές. Μια από αυτές είναι οι Αμερικάνες Priests οι οποίες μετά από μια σειρά μίνι κυκλοφοριών μας προσφέρουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ σε μια συγκυρία που τους ταιριάζει γάντι μιας και η στιχουργία τους και η όλη αισθητική τους είναι σαν να φτιάχτηκε για να σταθεί ενάντια σε αυτό που σηματοδοτεί η αλλαγή κυβέρνησης στις Η.Π.Α..

Στο punk rock (και όχι μόνο, αλλά σε έντονο βαθμό σε αυτό) υπάρχει αυτή η εποποιία ντεμπούτων που άφησαν ιστορία και έκαναν τα άλμπουμ της εκάστοτε μπάντας που ακολούθησαν να ωχριούν απέναντι τους. Δεν ξέρω αν θα συμβεί αυτό και με τις Priests αν και ίσως ονόματος ο γέροντας Παΐσιος κάτι θα έχει πει και για αυτήν την περίπτωση, αλλά το ντεμπούτο αυτό τηρεί τις παραδόσεις ως προς την ποιοτική του στάθμη. Έχουμε μια diy punk rock ματιά παιγμένη με έναν απίστευτα καλοπαιγμένο τρόπο και ένα ντουέτο γυναικείων φωνών που συνδυάζουν την καθαρή μελωδικότητα με τη συναυλιακή τσίτα. Σε αντίθεση όμως με τις σύγχρονες White Lung και War On Women, αποτυπώνουν στη μουσική τους μια διάθεση να πειραματιστούν έξω από τα πατροπαράδοτα σχήματα. Όχι ότι ακούμε κάτι το εντελώς νέο, αλλά το να ακούσουμε σαξόφωνο να ωρύεται σε punk δίσκο είχαμε να συναντήσουμε από το Gone Fishin’ των Flipper! Κάπου μάλιστα στη μέση έχει ένα ιντερλούδιο neo-classical (!), οι αλλαγές στην τεχνοτροπία των συνθέσεων δίνουν και παίρνουν και ανάμεσα σε όλα αυτά ξεχωρίζουν οι μελωδικές εκρήξεις σε μορφή απλών τραγουδιών όπως είναι τα “Leila 20” και το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου. Τολμώ να πω ότι τέτοιου επιπέδου συνθέσεις στα πλαίσια αυτού του ταλαιπωρημένου είδους δεν περίμενα να ακούσω εν έτει 2017!

Είναι λογικό σε έναν τόσο χυμώδη δίσκο να υπάρχουν διακυμάνσεις ως προς την πρωτοτυπία και το επίπεδο των κομματιών, αν και η ενέργεια που βγάζουν τα συνέχει όλα ως ένα άλμπουμ-φωτοβολίδα. Αυτή η ενέργεια συγκροτεί και την ταυτότητα της μπάντας και είμαστε ακόμη στην αρχή! Οπότε από το να επιστρέφουμε συνεχώς στις παλιές rock αγάπες που τελικά δεν πάνε καν στον παράδεισο, ας ανοίξουμε τα αυτιά μας απέναντι στο νέο καθώς… Η εποχή μας έχει ανάγκη από έργα μαρτυρίες με τα δικά της χαρακτηριστικά γιατί η ιστορία μαζεύει το υλικό της. (από μονόλογο του Κώστα Τσόκλη το ‘77)

Μπάμπης Κολτράνης

Building Instrument – Fogh Depot – The Swifter

Building Instrument – Kem Son Kan å Leve (Hubro)

buildinginstrument.againstthesilence

 Κατά μία άποψη, η εκούσια χρήση μιας λιγότερο κοινής γλώσσας, πέρα από το να εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια των ακροατών, ταυτόχρονα διαμορφώνει – υπογείως ή υπεργείως – ένα συγκεκριμένο αισθητικό πρότυπο, ανάλογα με την εικόνα που έχουμε για την (εθνική) ιδιοσυγκρασία των φορέων της γλώσσας αυτής, ασχέτως του εάν η εικόνα αυτή βασίζεται σε στερεότυπα καθιερωμένα από τρίτο χέρι ∙ κι ακριβώς επειδή η χρήση τέτοιων γλωσσών αναγκαστικά φέρνει στην επιφάνεια τα στερεότυπα, κι επειδή λίγο-πολύ τα στερεότυπα καθορίζουν και την αντιμετώπιση που έχει κανείς απέναντι στους φορείς της γλώσσας, είναι πάντα ωφέλιμο να θυμόμαστε ότι, όπως έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά (και ξανά), το γεγονός ότι κάποιος ή κάποια μιλάει μια ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει ότι λέει και κάτι το ενδιαφέρον. Το τρίο των Building Instrument κυκλοφόρησε αισίως τον τρίτο του δίσκο ∙ το Kem Son Kan å Leve – μια κατά προσέγγιση μετάφραση του τίτλου είναι «Ποιος ξέρει πώς να ζει» – αποτελείται από 6 κομμάτια αιθέριας, ονειρικής electro (κυρίως) / pop μουσικής, που δίνει την εντύπωση φλερτάρει ανοιχτά την folk μουσική (περισσότερο λόγω των φωνητικών μελωδιών), ή έστω τη συνθετική νοοτροπία της folk μουσικής.

 Το Kem Son Kan å Leve καταρρίπτει ένα στερεότυπο: αυτό του αρκτικού νορβηγικού χειμώνα, της βαριάς συννεφιάς και της ατέρμονης χιονόπτωσης ∙ μολονότι προσεγγίζουν σε κάποια (ελάχιστα) σημεία το στερεότυπο της βόρειας σκοτεινιάς, τα κομμάτια του Kem Son Kan å Leve είναι αναπάντεχα φωτεινά και ελαφριά – αιωρούνται, εκτυλίσσονται, χωρίς όμως να κατασταλάζουν κάπου, κάτι που εντέλει λειτουργεί αρνητικά: το Kem Son Kan å Leve διακρίνεται από μια υπερβολική μελωδικότητα, μια πλήρη απουσία εντάσεων, αλλά και μια συνολικότερη ομοιομορφία στο ύφος και στην κατεύθυνση των συνθέσεων. Ο συνδυασμός όλων αυτών διαμορφώνει, εκούσια ή ακούσια, μια γενικότερη lounge αισθητική. Με λίγα λόγια, παρά τις μελωδικές του χάρες, ο δίσκος παραείναι χαλαρός, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα 37 λεπτά της διάρκειας του. Ίσως κάποια μεμονωμένα κομμάτια (π.χ. Fall) στέκονται – σαν συνολικό άκουσμα, ωστόσο, η εντύπωση που προκαλούν (τα στερεότυπα που λέγαμε) εξαντλείται πιο σύντομα απ’ ότι θα έπρεπε.

Fogh Depot – Turmalinturm (Denovali Records)

foghdepot.againstthesilence

 Οι Μοσχοβίτες Fogh Depot ανήκουν σ’ ένα νέο μουσικό κύμα που επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό που χαρακτηρίζει το κύμα αυτό είναι η δημιουργική αξιοποίηση και ο συνδυασμός στοιχείων από αρκετά μουσικά ρεύματα των τελών του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπως είναι το trip-hop, η dark jazz, η electronica, η κινηματογραφική μουσική, το drone / ambient κ.α., διαμορφώνοντας μια μουσική φόρμα που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε – με αρκούντως παραστατικό τρόπο – ως μουσική πόλεων ∙ δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα σχεδόν αυτά τα μουσικά ρεύματα σχηματοποιήθηκαν έχοντας ως κοινό άξονα τη ζωή και τον ανθρώπινο ψυχισμό στους κόλπους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αναγνωρίζοντας ίσως την ουτοπία των εξαγγελιών της αποανάπτυξης, και την καθολική πλέον δυστοπία των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα, το Turmalinturm, η δεύτερη κυκλοφορία των Fogh Depot παραμένει μουσικά και αισθητικά στον άνω αναφερόμενο άξονα.

 Πατώντας κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θεμέλια, χωρίς όμως να αμελούν την παραδοσιακή, οργανική αντίληψη για την εκτέλεση της μουσικής σε στουντιακό περιβάλλον, οι Fogh Depot αντλούν στοιχεία από τα μουσικά ιδιώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για να αποτυπώσουν την δική τους εικόνα αστικού τοπίου που αλλάζει διαθέσεις και ύφος από κομμάτι σε κομμάτι, όπως αλλάζουν τα τοπία από περιοχή σε περιοχή κατά την διαδρομή στα μέσα αστικών συγκοινωνιών. Μολονότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς ως πρωτοποριακό στο είδος του – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η πρωτοποριακότητα αποτελεί απαραίτητα βασικό κριτήριο απόλαυσης της μουσικής – το Turmalinturm χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη χρήση συνθετικών εργαλείων και επιρροών, με αποτέλεσμα να δομεί με ευφάνταστο και αξιόλογο τρόπο την δική του μουσική και αισθητική πρόταση. Όντας αρκετά μελωδικό και συμμαζεμένο από άποψη ενορχήστρωσης, το Turmalinturm είναι μια δουλειά που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος δίχως να κουράζει, και χωρίς να πλατειάζει. Αν κάτι του λείπει, παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο αυτοσχεδιαστική διάθεση, που σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να προσέθετε ακόμη περισσότερο χαρακτήρα στα κομμάτια – αλλά αυτό πάλι, είναι εντελώς υποκειμενικό.

The Swifter – Wall Sailor (Sonic Pieces)

theswifter.againstthesilence

 Στο πρώτο άκουσμα, το Wall Sailor των Andrea Belfi, Simon James Phillips και BJ Nilsen (υπό την κοινή ονομασία The Swifter) φέρνει στο νου την τεχνοτροπία σχημάτων όπως οι B/B/S, εάν βέβαια οι B/B/S αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια πιο dark jazz προσέγγιση στις ατμόσφαιρες τους όσον αφορά τον συνολικό ήχο ή την συνολική παραγωγή. Το δεύτερο άκουσμα επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση – με μια βασική, καθοριστική διαφορά: εκεί που τα πιο συμβατικά drone / ambient σχήματα θα εκμεταλλευόντουσαν τις τεχνολογικές εφαρμογές για να διαμορφώσουν τον ήχο τους, το Wall Sailor αξιοποιεί τις φυσικές ιδιότητες και την εγγενή μελωδικότητα του πιάνου, το οποίο και εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο, ενώ η χρήση των δυναμικών των οργάνων, σε συνδυασμό με την ζωντανή ηχογράφηση τους, διαμορφώνει ένα κλίμα αυτοσχεδιαστικού διαλόγου μεταξύ των τριών μουσικών, μεταδίδει μια αίσθηση ότι τα κομμάτια είναι προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ των μουσικών, κι όχι απλά αποτέλεσμα δευτερογενούς ή τριτογενούς στουντιακής επεξεργασίας.

 Σε ένα μουσικό ιδίωμα όπου συχνά είναι δύσκολο να εστιάσεις σε κάποιο κομμάτι (ή και σε κάποια ολοκληρωμένη δουλειά), η χρήση του πιάνου από τον Philipps, σε συνδυασμό με τα κρουστά του Belfi και τις ατμόσφαιρες του Nilsen, προσδίδει μια αναλογικότητα στον ήχο που διαφοροποιεί το Wall Sailor από άλλες δουλειές του συγκεκριμένου ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει το άκουσμα του ∙ χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι το Wall Sailor είναι σημείο αναφοράς, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι είναι μια καλοστημένη και ενδιαφέρουσα δουλειά, που προσφέρει μια βάση για περαιτέρω μουσική εξερεύνηση.

ATM

Drab Majesty – The Demonstration (dais records)

drabmajesty.againstthesilence

Το 2016 δεν ήταν μια καλή χρονιά στη μουσική κυρίως γιατί έλειψαν οι μεγάλοι δίσκοι που θα χαρακτηριζόντουσαν ως κλασσικοί από τις μελλοντικές γενιές. Επίσης πήξαμε γενικά στις άκυρες αναβιώσεις παντός είδους. Κάπου εδώ κάνει την εμφάνιση του ο Drab Majesty με το νέο του άλμπουμ και όλα ανατρέπονται! Η πρώτη μου απορία που μου γεννήθηκε ακούγοντας το στην αρχή ήταν από που μας εμφανίστηκε αυτή η ανεμοδαρμένη ψυχή! Η περίπτωση του θυμίζει λίγο αυτή του Cold Cave, καθώς και αυτός έχει ένα underground rock υπόβαθρο και έπειτα από μια ολική μεταμόρφωση οικειοποιείται μια ανδρόγυνη περσόνα με τη μουσική να παραπέμπει ξεκάθαρα στα σκοτεινά 1980s.

Η δεύτερη απορία μου η οποία ακόμη δεν έχει απαντηθεί είναι πάνω στο πώς αυτό το παλιομοδίτικο στυλ που παίζει ακούγεται τόσο φρέσκο και το νέο άλμπουμ του διαθέτει τόσο (πολύ) υψηλού επιπέδου γραφή! Ήδη από τα πρώτα σινγκλ του δίσκου φάνηκε ότι ο συγκεκριμένος έχει ανέβει επίπεδο από τα προηγούμενα του άλμπουμ, αλλά αυτό δεν είχε ξεκαθαριστεί εντελώς μέχρι να ακουστεί το “Dot In The Sky” που ανοίγει θριαμβευτικά το δίσκο και διαθέτει το ρεφρέν που δεν έχουν γράψει οι Depeche Mode τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στη συνέχεια ακούγεται το “39 By Design” το οποίο απλά δεν γίνεται να βαρεθείς να το ακούς, καθώς διαθέτει μια εθιστική μελωδική γραμμή και ενδιαφέροντες στίχους πάνω στην υπόθεση της μαζικής αυτοκτονίας των 39 μελών της οργάνωσης Heaven’s Gate πριν χρόνια. Χωρίς ανάσα περνάμε στο “Not Just A Name” που θυμίζει The Cure και Cocteau Twins με ωραίο τρόπο και διαθέτει κι αυτό όπως όλα τα υπόλοιπα μια απογειωτική γέφυρα.

Για να μην περάσω στην υμνολογία όλων των συνθέσεων του δίσκου ας περιοριστώ στο λιτό απόφθεγμα… “και πάει λέγοντας”. Μα κάθε κομμάτι έχει το δικό του χαρακτήρα, νομίζεις ότι έχει γραφτεί στην καταραμένη δεκαετία, αλλά πριν γίνει ρετρό το σώζει μια υπερβολική δόση έμπνευσης που διέθετε ο δημιουργός του όταν έκανε την χάρη σε μας τους θνητ@ς και το ηχογραφούσε. Ας μη μιλήσω καν για το συναισθηματικό συναίσθημα που περιζώνει όλα τα κομμάτια και κάνει τα λεπτά που διαρκεί η ακρόαση να μικραίνουν και η επιθυμία του να στείλεις το άλμπουμ σε άτομα που δεν πρέπει, να μεγαλώνει επικίνδυνα.

Συνολικά έχουμε ένα άλμπουμ το οποίο διαθέτει μια μελωδικότητα που φέρνει στο νου ακόμη και σχήματα όπως την πιο παρεξηγημένη μπάντα του πλανήτη (τους Duran Duran εννοώ προφανώς) και ταυτόχρονα μια εσχατολογική και υπαρξιστική αύρα που προσφέρει μια μοβ ανταύγεια στο υλικό. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά έχουμε ως μπόνους τέσσερα ιντριγκαδόρικα remix από κάτι “τυχαίους” όπως ο Cold Cave, o Silent Servant και ο Drew McDowall. Μας κάνει πλάκα ο άνθρωπος λέμε!

Μπάμπης Κολτράνης

9T Antiope – Of Murk and Shallow Water (self-released)

9tantiope.murk.againstthesilence

Το ιρανικό σχήμα με έδρα στο Παρίσι παράγει ένα ηχητικό τοπίο που δεν έχει καταγωγή ή προορισμό. Αντίθετα, μοιάζει να προέρχεται από ένα ονειρικό βασίλειο κάποιας μηχανικής φαντασίας. Η ηχητική μάζα και οι αυθόρμητες συχνότητες που συνιστούν τη μουσική τους μοιάζουν με χιλιάδες μικρά αιχμηρά κομμάτια γυαλιού. Ιδού το αίνιγμα: Πρόκειται για θραύσματα της μνήμης; Για οράματα μιας αστικής δυστοπίας; Ή μήπως πρόκειται για την ήσυχη κραυγή μιας ευάλωτης απελπισίας; Μια γυναικεία φωνή, παράταιρη μέσα στην ομορφιά της, παλεύει να κυριαρχήσει πάνω στον ηλεκτρονικό παλμό. Χαλαρή και αφηρημένη, παλεύει να πείσει ότι αδιαφορεί, ότι υπάρχει μια ψυχή ανθρώπινη κλεισμένη μέσα στα γυάλινα θραύσματα. Το γλυκό jazzy βιμπράτο της μοιάζει με πικρό αστείο ή με μια πονηρή διαπίστωση. Τολμά στο “Edax” μέχρι και να κάνει ethnic υπαινιγμούς. Όμως, όπως θα έλεγε ο Sartre, μοιάζει να εκπνέει κάτω από έναν ανώφελο ουρανό.

Η ψυχή και το γυάλινο σώμα της παλεύουν όπως το φως με το σκοτάδι. Οι 9t Antiope δηλώνουν πειραματιστές. Περισσότερο βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό που τροφοδοτείται από την παραπάνω πάλη. Σαν να μας πέταξαν σε μια προβολή ταινίας του Lynch, περιμένουμε να δούμε αν τελικά η τραγουδίστρια με το ρετρό φόρεμα λιποθυμήσει επί σκηνής ή αν το γυάλινο πάτωμα θα σπάσει. Στα 4 tracks του ep Of Murk and Shallow Water δεν έρχεται η τελική απάντηση. Άλλη μια αναμέτρηση φωτός και σκοταδιού λήγει ισόπαλη. Θα χρειαστεί ρεβάνς.

Αντώνης Καλαμούτσος