Abske Fides – O Sol Fulmina A Terra (Solitude Productions)

Abske Fides - O Sol Fulmina a Terra.againstthesilence

 Avant-propos, μια προσωπική εξομολόγηση: εξαρχής θεωρούσα, κι εξακολουθώ να θεωρώ, τους Abske Fides ως μία από τις ελάχιστες πραγματικά ενδιαφέρουσες μπάντες του «σύγχρονου» doom metal. Σε μια εποχή όπου η σύνθεση και η εκτέλεση doom κομματιών έχει γίνει μανιέρα, οι Abske Fides έδειχναν μια ειλικρινή διάθεση για πειραματισμό, με την ορθή και πλήρη έννοια του όρου: πλήρη αξιοποίηση και εμπλουτισμός των δυνατοτήτων και των ορίων του ιδιώματος, τόσο από συνθετική, όσο και από εκτελεστική άποψη – αυτό που συχνά καλείται «στήσιμο» των κομματιών.

 Ωστόσο, λέγοντας αυτό, και ακριβώς λόγω του ενίοτε ασυνήθιστου χαρακτήρα των κομματιών τους, οι Abske Fides παρέμεναν μια ιδιαίτερα αξιόλογη, αλλά δύσκολη μπάντα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τον μουσικό χώρο στον οποίο κινούνται. Συν τοις άλλοις, μολονότι οι συνθέσεις τους είναι τολμηρές, έλειπε το στοιχείο εκείνο που πραγματικά θα τις αποτύπωνε στη μνήμη του ακροατή, που θα έκανε την επιθυμία ακρόασης των κομματιών ισχυρότερη – και συχνότερη. Ενδεχομένως η συνειδητοποίηση αυτής της έλλειψης να έδωσε το κίνητρο στη μπάντα να πραγματοποιήσει μερικές αλλαγές τόσο στη λογική των συνθέσεων, όσο και στο ευρύτερο modus operandi της.

 Το ATN, η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά τους μετά το ομώνυμο Abske Fides του 2012, είναι πολύ πιο ευθύ συνθετικά και ενορχηστρωτικά, και κινείται ξεκάθαρα στα πιο μεταλλικά και κλασικά κιθαριστικά στεγανά του doom metal. Τα παλιότερα black metal στοιχεία των Abske Fides έχουν περιοριστεί έως κάποιο βαθμό, ενώ όλος ο δίσκος διέπεται από μια πιο τυπική Funeral Doom λογική όσον αφορά την εξέλιξη και την σύνδεση των κομματιών. Η παραγωγή του O Sol Fulmina a Terra, επίσης, είναι στα ηχητικά χνάρια του παλιού death/black metal ήχου – αλλά αυτό μπορεί κάλλιστα να εκληφθεί ως βελτίωση σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές.

 Σε γενικές γραμμές, το O Sol Fulmina a Terra έχει μια τάση να αναδεικνύει τις επιρροές από τα κλασικά doom/death metal συγκροτήματα, όπως οι Paradise Lost, οι My Dying Bride, ίσως και οι Katatonia – και μιλάμε πάντοτε για τους δίσκους του προηγούμενου (ναι, ας το χωνέψουμε) αιώνα ∙ πράγμα που, με τη σειρά του, επιτρέπει στους Abske Fides να αναπληρώσουν το έλλειμμα που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο: να γράψουν κομμάτια που πραγματικά μένουν στη μνήμη, και σε καλούν να τα ξανακούσεις.

 Ωστόσο, αυτό από μόνο του μαρτυρά πολύ περισσότερα, τόσο για τους Abske Fides, όσο και την ευρύτερη doom σκηνή ∙ και μολονότι το O Sol Fulmina a Terra είναι ένας πολύ αξιόλογος δίσκος, με πολύ καλές συνθέσεις την ίδια στιγμή, αποτελεί επίσης το προϊόν ενός συμβιβασμού, ίσως αναγκαίου, ίσως όχι ∙ αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν παύει να είναι συμβιβασμός.

ATM

Touché Amoré – Stage Four (epitaph)

Touché Amoré - Stage Four.againstthesilence.com

 Κάθε απώλεια είναι δύσκολη. Δύσκολη έως τρομακτική. Νέα δεδομένα που σίγουρα δεν μπορείς να επεξεργαστείς νηφάλι@, θλίψη, πόνος, ετεροχρονισμένα συναισθήματα χωρίς καμία λογική. Όνειρα πραγματοποιήσιμα ή μη, αμαυρώνονται από τη μια στιγμή στην άλλη με μια ξαφνική (ή και όχι) απώλεια.

I haven’t found the courage to listen to your last message to me”

 Stage Four ο τίτλος του νέου δίσκου των Touché Amoré. Μια δουλειά γεμάτη ψυχή, εκρήξεις συναισθημάτων και αποδοχής κάθε δύσκολης κατάστασης. Ένα άλμπουμ βασισμένο στον θάνατο της μητέρας του Jeremy Bolm. Δώδεκα κομμάτια “ποίησης” της hardcore σκηνής.

 Άνοιγμα με μια βαθιά συγνώμη “Flowers and You”, συγνώμη για τον πόνο και τις δύσκολες και αμήχανες στιγμές που δεν ξέρεις τι πρέπει να πεις βλέποντας κάτι να μαραίνεται. Τα κομμάτια κυλούν καταστροφικά ώσπου ξεκινάει το “Eight Seconds”. Ένα μοιρολόι που αιμορραγεί πάνω σε λόγια τα οποία ξεδιπλώνουν την ιστορία της νύχτας του τέλους. Κάθε πραγματικότητα είναι σκληρή, κάπου εκεί συναντάς τον εαυτό σου να διασχίζει τους δρόμους χωρίς κανέναν προορισμό, καμία σκέψη, μόνο βάρος, μόνο φόβος για το μετά. Και το τελευταίο τηλεφώνημα φτάνει, με το “Palm Dreams”. Δεν ξέρεις αν θέλεις να απαντήσεις ή όχι, σίγουρα ξέρεις ότι θέλεις να ακούσεις αυτή τη φωνή η οποία έχει χαραχτεί μέσα σου, την έχεις στην καθημερινότητά σου, αλλά πλέον φοβάσαι για αυτό που θα ακούσεις. Είναι αγαπητή αλλά και ψυχοφθόρα. Επανέρχεσαι όμως σταδιακά και απαιτείς θάρρος από τον εαυτό σου για κάθε προσπάθεια, ακόμη και επώδυνη . Όλα αυτά τα συναισθήματα πάνε κι έρχονται καθ’ όλη τη διάρκεια, μέχρι που φτάνεις στο τελευταίο κομμάτι, πριν καν το καταλάβεις. “Skyscraper”, μια επιτακτική και μεγαλοπρεπή φυγή. Φυγή από το ίδιο σου το μυαλό. Κάτι που δεν μπορεί παρά να σβήσει τα πάντα. Μια ηρεμία που δεν είναι εσωτερική, αλλά πρέπει να γίνει. Σε όλο αυτό το βαρύ συναίσθημα συμμετάσχει φωνητική η Julien Baker.

 Και τα λόγια σταματούν, και η μουσική τελειώνει.. Επικρατεί απόλυτη ησυχία με μια συγκεκριμένη εικόνα καρφωμένη στο μυαλό. Η εικόνα του τέλους, ένα τέλος που σίγουρα δεν κρύβει μια νέα αρχή, απλά και μόνο ένα ασήκωτο τέλος.

Like a wave, like the rapture, something you love is gone”.

Kat

Marissa Nadler – Strangers (Sacred Bones Records)

marissanadler.againstthesilence

 Μία γυναικεία φιγούρα καθισμένη σε ένα γυμνό, αν κι όχι εντελώς άδειο δωμάτιο, με μια κιθάρα καθισμένη στα πόδια της και τα μακριά μαύρα μαλλιά της να κρύβουν κάθε υποψία έκφρασης στο πρόσωπό της – αυτή είναι η πρώτη εικόνα που αποκτάς για τη Marissa και στηρίζεται γερά στο γκόθικ-φολκ πρότυπο που έχει ως τώρα χτίσει για τον εαυτό της. Τα υπόλοιπα αφήνονται στη μουσική και τους τίτλους για να αποκαλυφθούν.

 Το Strangers απηχεί μία αποστασιοποίηση από το φολκ στοιχείο και –αντίστοιχα- μια εμβάθυνση στους ήπιους, μελαγχολικούς τόνους της γκόθικ κουλτούρας. Η αίσθηση αυτή εντείνεται αναπόφευκτα από τους ίδιους τους στίχους που μοιάζουν να απαρτίζουν μία καταγραφή απομάκρυνσης από άτομα άλλοτε πολύ κοντινά (People leaving faster than they come / In my life I remember none – “Katie I Know”). Όπου στο παρελθόν η διήγηση ήταν αφοσιωμένη στην απώλεια, πλέον φαίνεται να έχει επικρατήσει η επιφανειακή συμφιλίωση που προσφέρει ο χρόνος παρά τα υφέρποντα πάθη (Hungry is the ghost inside /And nothing seems to stop – “Hungry Is The Ghost”).

 Το ταξίδι στις ευαίσθητες αυτές περιοχές του μυαλού γίνεται με μια ανάσα, το άλμπουμ δεν προσφέρει περιττές ηχητικές εκπλήξεις. Η ίδια η φωνή της Nadler φροντίζει ώστε η μετάβαση από το ένα κομμάτι στο άλλο να γίνεται με τη λιγότερη δυνατή αποξένωση για να φτάσουμε ομαλά στην εξαΰλωση που κάθε τίμιος μηδενιστής οραματίζεται (Dissolve into the air/I am another body/In this town/I don’t care about anybody – “Dissolve”).

 

Βικτώρια

The Temple – Sadhus/Agnes Vein – Nightstorm

The Temple – Forevermourn (I Hate Records)

temple.forevermourn.againstthesilence

Μετά το υπεραναλυτικό κείμενο του ΑΤΜ πάνω στην πρώτη κυκλοφορία των The Temple, λίγα μένουν να ειπωθούν περαιτέρω εν είδει εισαγωγής. Αυτό δεν οφείλεται στην εκτεταμένη εντρύφηση του εν λόγω άρθρου στη μουσική τους πρόταση, αλλά επίσης γιατί λίγα φαίνεται να έχουν αλλάξει από τότε με βάση το υλικό των δυο αυτών κυκλοφοριών. Βεβαίως ο ήχος και η όλη παραγωγή έχουν ανέβει πολλά επίπεδα με αποτέλεσμα να έχουμε έναν ολοκληρωμένο και στιβαρό δίσκο για οποιαδήποτε metal standards. Επίσης η όλη πένθιμη αισθητική τους με την ορθόδοξη χριστιανική αποδομημένη υφή της συνεχίζει να δένει αρμονικά με τις βαρύτονες και ταυτόχρονα λυρικές συνθέσεις τους. Σίγουρα υπάρχουν ρετρό παραπομπές στον ήχο τους που μας πηγαίνουν δεκαετίες πίσω, αλλά το αποτέλεσμα ακούγεται φρέσκο και σχεδόν εκκωφαντικό.

Μπάμπης Κολτράνης

Sadhus/Agnes Vein – Split 7” (Vault Relics)

sadhus/agnes vein.againstthesilence.com

Δυο από τις αρκετά ενεργές εγχώριες μπάντες του “ακραίου” ήχου αποφασίζουν να κολυμπήσουν μαζί σε μουχλιασμένα νερά. Η Vault Relics μας παρουσιάζει αυτή τη συνεργασία με το νέο 7ιντσο που κυκλοφορεί. Στην πρώτη πλευρά ακούμε το “Abduction” των Sadhus. Αργόσυρτο και με ενδιαφέρουσες, άκρως παραμορφωμένες ιδέες, το κομμάτι ξεδιπλώνεται επιβλητικά, με την έκρηξη λίγο μετά τη μέση του να σε αποζημιώνει. Οι Agnes Vein με το “Voice To The Void” βάζουν μια πιο μαυρομεταλική πινελιά. Τα βαθιά και ατμοσφαιρικά φωνητικά δημιουργούν αρκετά απόκοσμες εικόνες. Δέκα λεπτά και κάτι η διάρκεια, αρκεί για να δώσει το στίγμα των δύο γκρουπ.

Kat

Nightstorm – The Haunted Forest (self-released)

nightstorm.againstthesilence

Tο black metal έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο προβολής που ίσως κανένα άλλο underground metal κίνημα δεν έχει φτάσει ποτέ. Ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι η πορεία του μέσα στα χρόνια και η αναζήτηση νέων οδών έκφρασης μέσω της τήρησης ή της κατάργησης δικών του μοτίβων εκ των έσω. Παραδόξως, σε αυτήν την ηλιόλουστη χώρα υπήρξαν αρκετές μπάντες που βοήθησαν στην ανάπτυξη αυτού του μουσικού είδους. Οι Αθηναίοι Nightstorm οι οποίοι ηχογράφησαν το 2001 αυτό το μίνι άλμπουμ και όντας ανενεργοί βγάζουν τώρα αυτό το συλλεκτικό δεκάιντσο, είναι ακριβώς απότοκα αυτής της ημεδαπής σκηνής που ακόμη στέκει έξω από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η τήρηση των μουσικών γραμμών από πλευράς τους ορίζεται σε τέτοιο σημείο που δεν ξεφεύγουν από τα στερεότυπα του νορβηγικού ήχου, τον οποίο αναφέρουν και ως επιρροή. Τι γίνεται όμως όταν μπάντες όπως οι Satyricon ή οι Immortal (συγκεκριμένα ονόματα που είναι σημεία αναφοράς της συγκεκριμένης κυκλοφορίας) έχουν αφήσει εδώ και χρόνια αυτό το στυλ που πρέσβευαν στα πρώτα τους χρόνια; Κατά γενικά ομολογία αυτό το είδος διακατέχεται από μια ριζοσπαστική φύση, οπότε με το να υπάρχει αυτή η εμμονή με την αρχετυπική αισθητική (βλ. καρφιά, νύχτα, χειμώνας, σκοτάδι), περιορίζεται από όλες τις απόψεις το συνολικό αποτέλεσμα. Συνολικά υπάρχουν έντονα avant garde στοιχεία μέσα στο σκοταδιστικό ορυμαγδό που χαρακτηρίζει και τις τέσσερις συνθέσεις. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να τεστάρει αυτήν τη κυκλοφορία ο κόσμος που ειδικεύεται σε αυτό το παρεξηγημένο μουσικό είδος.

Μπάμπης Κολτράνης

Almost Holy OST – No Man’s Sky OST

Atticus Ross, Leopold Ross & Bobby Krlic – Almost Holy OST (sacred bones records)

almostholy.againstthesilence

 Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί της Ουκρανίας αντιμετωπίζουν τεράστιες αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης μιας όλο και πιο διεφθαρμένης κυβέρνησης με όλο και πιο ανάπηρες υποδομές. Μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων είναι άστεγοι, αλκοολικοί και εξαρτημένοι από οτιδήποτε θανατηφόρο. Όλο αυτό το σκηνικό λοιπόν, μας παρουσιάζει ο Steve Hoover στο ντοκιμαντέρ του με τίτλο Almost Holy. Μια δουλειά που αφιερώνεται στην πραγματική ζωή και στην διάσωση εκείνων που προέρχονται από μια κοινωνία που πλανάται στα βάθη.

 Το σάουντρακ από μόνο του βοηθάει στην όποια εσωτερική ένταση και σίγουρα ηλεκτρίζει κάθε ατμόσφαιρα. Σε κάθε ανάσα η δυσφορία είναι και πιο έντονη. Μάλλον είναι η μόνη αίσθηση που θα μπορούσε να σου αφήσει κάθε κακοποίηση, παραμέληση, ψυχική και σωματική βια. Κάθε κομμάτι μας υπενθυμίζει τελικά ότι ποτέ δεν πρέπει να παίρνεις τον οποιοδήποτε τρόπο ζωής ως δεδομένο. Τελειώνοντας, το μόνο που μπορείς να νιώσεις είναι τρόμος. Τρόμος για το ότι υπάρχουν πράγματι μέρη στον κόσμο τα οποία είναι μακρυά από εμάς και από ότι έχουμε ζήσει. Μήπως όμως αυτό που σε τρομάζει δεν είναι τόσο μακρυά; Μήπως είναι δίπλα σου; Μήπως τα έχεις ζήσει ο ίδιος; Όχι, τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Kat

65 Days Of Static – No Man’s Sky (laced records)

65daysofstatic-no-mans-sky.againstthesilence.com

 Η εποχή κατά την οποία αναφερόταν η λέξη “σάουντρακ” (αντί της φράσης “μουσική επένδυση” των σκληροπυρηνικών) και όλοι μας κάναμε νοητική προβολή σε κάποια αίθουσα κινηματογράφου ή τη βολική οθόνη του υπολογιστή μας, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση της στο βάθρο των παρωχημένων αντιστοιχιών.

 Από το Atomic των Mogwai μέχρι το No Man’s Sky : Music For An Infinite Universe μας χωρίζουν όχι μόνο τέσσερις μήνες, αλλά και ένα ολόκληρο επίπεδο καλλιτεχνικής έκφρασης – περνάμε από το ντοκιμαντέρ στον ψηφιακό κόσμο ενός sci-fi παιχνιδιού. Φυσικά η διάκριση αυτή δε γίνεται για να υπαινιχθούμε κάποια ιεραρχία μεταξύ των δύο αυτών περιβαλλόντων, αλλά για να τονίσουμε την αυτονομία καθενός από αυτά.

 Το No Man’s Sky , ένα sci-fi παιχνίδι με αντικείμενο την εξερεύνηση ενός αχανούς σύμπαντος, βρίσκει στην ορχηστρική ηλεκτρονική μουσική φόρμα των 65daysofstatic ένα ταιριαστό συνοδοιπόρο. Το Music For An Infinite Universe, αποτελούμενο από 10 κομμάτια και 6 soundscapes, ελάχιστα απέχει από τις έως τώρα συνθέσεις της μπάντας και φαίνεται να έχει επηρεαστεί από το έναυσμα της δημιουργίας του κυρίως ονοματοδοτικά με τίτλους όπως Asimov, Heliosphere και Supermoon.

 Παρότι κυκλοφορεί ως σάουντρακ, ακούγεται και αυτόνομα, αλλά δεν μπορεί κανείς να περιορίσει τη φαντασία του και να μην απορήσει – πώς θα είναι άραγε να βυθίζεσαι σε έναν ψηφιακό κόσμο υπό τον ήχο του “End of the World Sun”; Και πόσο πρόκειται να επηρεαστεί η εμπειρία της ακρόασης από το γεγονός ότι η μουσική επένδυση επηρεάζεται από το game play με αποτέλεσμα οι συνθέσεις να αποκόπτονται από το σύνολό τους όπως αυτό παρουσιάζεται στον δίσκο και να σχηματίζουν νέα σύνολα – σαν ένα μωσαϊκό με απειράριθμους δυνατούς συνδυασμούς; 

Βικτώρια Λάμδα

Nick Cave & The Bad Seeds – Skeleton Tree (Bad Seed Ltd)

nickcave.skeletontree.againstthesilence

 Από όποια πλευρά και αν το δεις τελικά πάντα στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξεις. Ότι και αν σε απασχολεί, σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρίσκεσαι, ακόμα και αν όλος ο κόσμος καταρρέει μπροστά στα μάτια σου και εσύ ως άλλος Τάιλερ Ντέρντεν αναρωτιέσαι τι στο τέλος δεν πήγε καλά; Ακόμα και τότε, αν πατήσεις το play και μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα ξεχειλίσει το χώρο η φωνή του, τότε συνειδητοποιείς, ίσως για ακόμα μια φορά, το πόσο πολύ σε ηρεμεί, σε γαληνεύει αλλά ταυτόχρονα σου δημιουργεί ένταση και αναστάτωση εσωτερική και όχι λίγες φορές εξωτερική. Κάθε φορά που επιλέγεις να τον ακούσεις σε λιγώνει κατά έναν περίεργο τρόπο στο τέλος. Ναι, σίγουρα σε λιγώνει. Σε λιγώνει σαν το γλυκό της γιαγιάς που ήταν πάντα εκεί, στο ψηλότερο ράφι, και εσύ πάσχιζες να το φτάσεις για να φας ακόμα λίγο και ακόμα λίγο…

 Ο Νick Cave, αυτός ο υπερήρωας των μοναχικών σου στιγμών είναι και πάλι εδώ ζωντανός! Μόνο που αυτή τη φορά θρηνεί. Θρηνεί πραγματικά. Θρηνεί το χαμό του δεκαπεντάχρονου γιου του ένα καλοκαίρι πίσω. Και αυτόν τον θρήνο, τον πόνο και τη στεναχώρια την μετατρέπει σε τέχνη. Ο δέκατός έκτος δίσκος του μαζί με την παλιοπαρέα των Bab Seeds ήταν να δημιουργηθεί ή έστω να μεταμορφωθεί εκ των υστέρων ως σάουντρακ των δύσκολων στιγμών που πέρασε ο ίδιος και οι υπόλοιποι της οικογενείας μετά το τραγικό γεγονός. Δεν μπορεί να αποτυπωθεί ακριβός ο πόνος της απώλειας, που όχι δεν γίνεται συνήθεια, στην μουσική αλλά και τους στίχους αυτού του άλμπουμ. Αλλά σίγουρα αφήνει μια δυνατή γεύση θανάτου στο τέλος της κάθε φοράς.

 Είναι βαρύ ως άκουσμα, μαύρο όπως το εξώφυλλό του, γι’ αυτό σου λέω μην στρογγυλοκάτσεις στον αναπαυτικό σου καναπέ για να ακούσεις αυτόν τον δίσκο. Θα σε υποχρεώσει να πάρεις άβολες στάσεις σε αυτόν. Θα σου δημιουργήσει αμήχανες στιγμές, τέτοιου μεγέθους που θα σκεφτείς ακόμα και να το κλείσει, έτσι για λίγο, να ξεφύγεις. Θα σου μεταφέρει την συναισθηματική φόρτισή του ιδίου και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν την περίοδο των ηχογραφήσεων, όταν διάβαζε για να τραγουδήσει τους στίχους που ό ίδιος έγραψε.

 Το “Skeleton Tree” ΜHN το ακούσεις λοιπόν μόν@ σου. Ζήτα παρέα. Καλύτερα κάπ@ν που να έχει εξοικειωθεί με τον περίεργο αυτόν άνθρωπο και την θλιμμένη μουσική που γραφεί εδώ και δυο αιώνες περίπου. Ακόμα πιο καλά ζήτησε την βοήθεια αρκετών, έτσι μόνο και μόνο για να μοιραστεί σε μικρότερα κομμάτια το βάρος που καταθέτει στα σαράντα σχεδόν λεπτά του. Και αν τα παραπάνω σου φαίνονται κάπως μελοδραματικά και ακόμα περισσότερο υπερβολικά σε προκαλώ να πατήσεις το play τώρα… ακόμα και αν δεν είναι κανείς δίπλα σου.

MU | TE

Venetian Snares – Traditional Synthesizer Music (Timesig)

venetian_snares_againstthesilence

  Η εκρηκτική επάνοδος των τελευταίων χρόνων των modular synths έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: α) Επαναφέρει στο προσκήνιο ακόμα περισσότερο τον αναλογικό ήχο απ’ όσο είχε ούτως ή άλλως επανέλθει β) με τη βοήθεια σύγχρονης τεχνογνωσίας και καινούριων τεχνολογιών δημιουργούνται modules τα οποία επεκτείνουν ακραία το εκφραστικό εύρος του οργάνου: Καλύπτουν πλέον μουσικές σχολές των τελευταίων 3 δεκαετιών, χωρικό πλαίσιο στο οποίο η ηλεκτρονική μουσική γνώρισε ακραία πολλές μεταμορφώσεις, αλλαγές, μεταλλάξεις και κατακερματισμό από τότε που ο Moog και ο Buchla έφτιαχναν τα πρώτα τους μοντέλα. Αυτό είναι και ένας από τους λόγους που γ) ελκύει περισσότερα χτυπητά ονόματα του ευρύ ηλεκτρονικού χώρου από ποτέ σε αυτή την στροφή (από τον Richard Devine και τον Amon Tobin μέχρι τον Trent Reznor και τους Depeche Mode). Αν λοιπόν κάτι για μένα έχει πρωτίστως ενδιαφέρον σε αυτόν τον δίσκο είναι ίσως ότι αποτελεί το επισφράγισμα του ότι στα επόμενα χρόνια θα βρεθούμε μπροστά σε πλήθος μουσικής μου μαγειρεύεται εδώ και 3 – 4 χρόνια και δημιουργείται εξ’ ολοκλήρου ή με μεγάλη έμφαση στην χρήση και κουλτούρα του modular.

  Από τον τίτλο βεβαίως φαίνεται πως ο κατά κόσμον Aaron Funk δεν έχει διάθεση να δημιουργήσει κάτι ρηξικέλευθο. Και δεν χρειάζεται άλλωστε – η δισκογραφία του χωρίς πολλά πολλά κερδίζει επάξια μια θέση δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Squarepusher, o Aphex Twin και οι Autechre, ως η σχεδόν μπρουταλιστική και ταυτόχρονα αντιφατικά ανθρώπινη και προσβάσιμη έκφανση της IDM. Όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά είναι εδώ: Μικτά μέτρα, οι γνωστές αγχώδεις και ανήσυχες αρμονίες, layers από υψίσυχνες κομμένες κραυγές φίλτρων, μεθυσμένα envelopes. Η μουσική δήλωση είναι ολοφάνερη: Εν έτει 2016, το modular μπορεί επάξια να αντικαταστήσει ως εργαλείο τον υπολογιστή και το λοιπό hardware ως ένα πλήρως αυτόνομο σύστημα το οποίο όχι μόνο βγάζει ένα εναρμονισμένο και ηχητικά πλήρες αποτέλεσμα αλλά αφήνει και περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς και είναι απόλυτα εξοικειωμένο με τη γλωσσική βάση μεταξύ άλλων και της IDM όπως αυτή καθιερώθηκε στα ’90s και ’00s.

  Όχι ότι όλο αυτό είναι εύκολο, φυσικά. Ακόμα και στην περίπτωση που μαζέψει κανείς ένα σύστημα κόστους 6 -7 χιλιάρικων που απαιτούνται για τέτοιο εγχείρημα, η ικανότητα του Venetian Snares να δημιουργεί αυτές τις τελείως πιασάρικες ρυθμικές και αρμονικές κόντρες αντισταθμίζεται και βρίσκεται σε έλεγχο μόνο μέσα από την άρνησή του να κινηθεί σκληρά σε αυτόν τον δίσκο – σκληρά όσο το breakbeat παρελθόν του με το Songs About My Cats ή το Meathole και απαιτεί μελέτη και ατελείωτες ώρες (σ)καψίματος στο να αναγκάσεις μηχανήματα να λειτουργήσουν στα όρια των δυνατοτήτων τους. Παρ’ όλα αυτά, οι γενικά midtempo ταχύτητες στις οποίες λειτουργεί ο δίσκος αλλά κυρίως η ιδιαίτερα έντονη ζεστασιά που έρχεται από αναλογικές γεννήτριες και φίλτρα έρχονται σε πλήρη αντιπαράθεση με τα εφιαλτικά σκοτεινά και ψυχρά μονοπάτια του Winter In The Belly Of A Snake ή του Huge Chrome Cylinder Box Unfolding και δημιουργούν τελικά ένα αποτέλεσμα τελείως ξεκούραστο και “ακίνδυνο” στο αυτί – θα έλεγα ότι παρά τα επίτηδες ελαφρώς ξεκούρδιστα μέρη (ή και ακριβώς λόγω αυτών) τονίζεται το μελωδικό του Venetian όσο δεν έχει τονιστεί από τον καιρό των αριστουργηματικών Rossz Csillag Alatt Szuletett και του My Downfall – μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με sampleαρισμένες ορχήστρες αλλά αγνό ήχο ρευμάτων.

  Εν κατακλείδι και ως τελευταία σκέψη: Μιλάμε για μια εξαιρετική κυκλοφορία, που πολύ ειλικρινά κάνει αυτό ακριβώς που ήθελε ο Funk να κάνει και την ευχαριστήθηκα δεόντως. Θα απογοητευτώ ωστόσο αν αυτή είναι η κύρια τάση που ακολουθήσουν και όσοι ετοιμάζουν καινούρια πράγματα στα modulars τα επόμενα χρόνια – το όλο νόημα των αναβαθμισμένων τεχνολογιών και επανάκτησης ενός τόσο πρακτικού και ευέλικτου μέσου performance είναι η εξερεύνηση καινούριων μεθόδων, δομών και ήχων και όχι το αναμάσημα και στυγνή μεταφορά των γνώριμων δρόμων σε αυτό. Ας μην ξαναγίνει το ίδιο κακό με το Switched-on Bach (σόρρυ, Wendy Carlos), ας ελπίσουμε σε νέα “Silver Apples On The Moon” να εξερευνήσουμε, σε νέα Throbbing Gristle τερατουργήματα να αρρωστήσουμε, σε νέα “Idioteque” να χορέψουμε από όσ@ς είναι να πάρουν τη σκυτάλη αυτή τη φορά.

 

Ηρακλής Χιονίδης