War On Women – Capture The Flag (bridge nine)

Ποια εικόνα σού έρχεται σχεδόν αυτόματα στο μυαλό ακούγοντας hardcore punk; Άντρες κυρίως, πάνω στη σκηνή, να κοπανιούνται δυνατά, να κραυγάζουν εκκωφαντικά, ενάντια στο κατεστημένο και σε κάθε μορφή εξουσίας, το δε πλήθος κάτω από τη σκηνή να απελευθερώνει καθαρή οργή από κάθε κύτταρο της ύπαρξής του. Η αντίρρηση με την εικόνα αυτή είναι ότι ο θυμός ή η αγανάκτηση και η αντίσταση δεν είναι μόνο αντρικό προνόμιο.

Οι War On Women στο Capture The flag μάς δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου στερεοτυπικά, ο θυμός δεν εκφράζεται, κατά δήλωση της τραγουδίστριας του γκρουπ Shawna Potter, με τον καθιερωμένο και αποδεκτό από τους περισσότερους, “γυναικείο”, χαριτωμένο και μη προκλητικό τρόπο, αλλά γνήσια, δυναμικά, αγριεμένα και άφοβα. Φεμινιστικό hardcore punk και από τις πρώτες νότες σε παρασύρει η αυθεντικότητά του. Αυτή η καταπιεσμένη οργή που εκρήγνυται ενάντια σε κάθε τι παγιωμένο και καταπιεστικό, ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας, αλλά και κατά του εφησυχασμού είναι ζητούμενα του μουσικού είδους και προσφέρονται απλόχερα σε αυτό το άλμπουμ.

Σε αυτόν τον αγώνα το όπλο είναι η μουσική, “ντυμένο” με στίχους που καλό είναι όχι μόνο να τους ακούσεις, αλλά να τους νιώσεις. Η μπάντα στέλνει ανοιχτή πρόσκληση σε όλα τα φιλήσυχα και ήρεμα άτομα να ξεκουνηθούν από την καρέκλα τους και να δράσουν. Το να εναντιώνεσαι στα λόγια είναι μια καλή αρχή και εκφράζεται στο άλμπουμ μέσα από ποικιλία θεμάτων. Η τρομοκρατία των όπλων με πρόσχημα την ασφάλεια, γιατί “δεν ενδιαφέρονται αν ζείτε, δεν τους νοιάζει αν πεθάνετε, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο έλεγχος”, όπως λένε στο “Lone Wolves”. Το “Pleasure and the Beast” σπάει τα ταμπού μιλώντας για τη γυναικεία ευχαρίστηση στο σεξ, ενώ στο “YDTMHTL” (You don’t tell me how to live) αρνείται ξεκάθαρα την οποιαδήποτε και από οποι@δήποτε υπόδειξη συγκεκριμένου τρόπου ζωής, ως δήλωση προσωπικής (και όχι μόνο) ελευθερίας, έχοντας τη συνδρομή της πρωτοπόρου του φεμινιστικού πανκ και του riot grrrl Kathleen Hannah. Η αυστηρή και κοφτή δήλωση “I΄ ll never be a quiet woman” στο “Silence Is A Gift” δείχνει πώς κάθε γυναίκα πρέπει να διεκδικεί τις ελευθερίες της, στο “Predator In Chief” η επίδειξη και η επιβολή δύναμης στη γυναίκα από τους “ισχυρούς”, κακοποιητικούς άντρες απλώς δεν είναι αποδεκτή, ενώ στο “Childbirth” τα βάζουν με τους συντηρητικούς και θρησκόληπτους που προσπαθούν να επιβάλουν την άρση του δικαιώματος στην άμβλωση, κι ας είναι οι ίδιοι που μετά τη γέννησή του αδιαφορούν για την τύχη του ίδιου του παιδιού και της μητέρας. Στο “The violence of bureaucracy” το θηρίο της γραφειοκρατίας αντιμετωπίζεται με την παρουσία της Lauren Kashan των Sharptooth (συμμετέχει και στα “Predator In Chief”, “The Chalice & The Blade” και στο “Childbirth”), δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο hardcore των WoW με το ιδιαίτερο τραγουδιστικό της στιλ.

Το Capture The Flag μάς παρουσιάζει ένα φρέσκο, μελωδικό και άγριο ταυτόχρονα punk, με τρίλεπτες κυρίως θεματικές κραυγές ενάντια σε θρησκεία, ρατσισμό, πατριαρχία και φυσικά τον καπιταλισμό. Το μουσικό είδος που εντάσσονται είναι παραδοσιακά ανδροκρατούμενο, αλλά το συγκρότημα μας δηλώνει ότι πρέπει να αλλάξουμε μυαλά και να δράσουμε, μέσα από μια θηλυκή και πολύ δυναμική ματιά. Δεν μπορείς παρά να τους παραδεχτείς για αυτόν τον δυναμισμό και την αγωνιστικότητα που εκλύουν σε κάθε νότα, σε κάθε στίχο και σε κάθε τους εμφάνιση. Για μένα, είναι ένα από τα κορυφαία άλμπουμ του είδους για το 2018. Ακούστε το και απολαύστε το ανεπιφύλακτα.

 

 

Sylvia Ioannou

 

MESSA – Feast For Water (Aural Music)

“Φίλε, είναι πολύ βασικό που έχετε μια γυναίκα στα φωνητικά. Εξασφαλισμένο κοινό και ξέρεις… Αν μια γυναίκα κάνει λάθος και φαλτσάρει, ας πούμε, κανείς δεν δίνει σημασία. Δεν είναι όπως στον άντρα, που θα τρέξουν να σε γιουχάρουν όλοι”.

Ο χώρος είναι ένα γειτονικό προβάδικο, ο πρωταγωνιστής ένας μεσήλικας μουσικός και η μουσική υπόκρουση ο δεύτερος δίσκος των Ιταλών MESS. Ο μισογυνισμός είναι προφανής, η ειρωνεία των συνθηκών σχεδόν δαιμονική. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει μόλις λίγες μέρες και έχω σπεύσει να τον ακούσω – ο απόηχος του ντεμπούτου τους, Belfry, είναι ακόμα ολοζώντανος στα αυτιά μου κι ας κοντεύει να κλείσει τη διετία.

Δεν παύω να αναρωτιέμαι πώς θα ξεχώριζε ένα doom metal σχήμα όπως αυτό, αν δεν έσπαγε τα σχετικά προδιαγεγραμμένα ριφ το χαρακτηριστικά γλυκό ηχόχρωμα της Sara κι αν θα είχαν ποτέ στον νου τους τα λοιπά μέλη του συγκροτήματος την απλοϊκή σκέψη “ας βρούμε μια όμορφη παρουσία που να κουτσοπιάνει τις νότες για να έρχεται κόσμος στα gig”. Πιστεύω πως όχι, και η γνώμη μου απηχεί κάτι παραπάνω από ελπίδα.

Το Feast For Water είναι ένας καλοδουλεμένος, ισοβαρής δίσκος. Μια δουλειά που αναδύει σεβασμό από και προς κάθε μέλος της. Τα doom ριφάκια της έναρξης με το “Naunet” ακολουθούνται από “σιωπές” που προετοιμάζουν την άφιξη των στοιχειωτικών φωνητικών της Sara στο “Snakeskin Drape”. Τίποτε δεν υπερτερεί και τίποτε δεν παραλείπεται.

Μερικές, βέβαια, συνθέσεις πληρούν άκοπα τις προϋποθέσεις της “ραδιοφωνικότητας”, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οκτάλεπτο “Leah” – γεγονός που φυσικά δεν διαγνώσαμε πρώτοι, καθώς και οι ίδιοι οι MESSA εύλογα το επέλεξαν ως το πρώτο κομμάτι-βίντεο προώθησης του δίσκου, αλλά και το “The Seer”, που είναι ποτισμένο με επιχρώσεις τζαζ στοιχείων και μελωδικότητας. Στον αντίποδα, έχουμε το αργόσυρτο “She Knows” να φέρνει στον νου την Chelsea Wolfe, το ολίγον στονεριασμένο “Tulsi”, το λιγότερο αξιομνημόνευτο από όλα “White Stains” και το αποχαιρετηστήριο “Da Tariki Tariquat”, το καθένα από τα οποία συνιστούν έναν μοναδικό πλανήτη, που κινείται στη δική του αυτόνομη τροχιά.

Όλα αυτά, λοιπόν, συνηγορούν στο ότι το τι φύλο είσαι δεν σε “φτιάχνει” ή σε “χαλάει”, η επιτυχία δεν έχει συνταγή που απλώς με ένα κλικ θα προστεθεί στη φαρέτρα σου και εντέλει ότι, αν έχεις τέτοιο σκεπτικό, αναρωτιέμαι αν είσαι το είδος ακροατή ή δημιουργού που έχει κάτι να προσφέρει στον οποιοδήποτε θνητό από εμάς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Godspeed You! Black Emperor live in Göteborg

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κριτικές δεν ξέρω να γράφω, ούτε είμαι μουσικός για να μπορώ να κρίνω την αρτιότητα ενός μουσικού περφόρμανς. Μπορώ μόνο να μεταδώσω εικόνες και συναισθήματα, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει το περιορισμένο μέσο της γραφής.

Οι Godspeed You! Black Emperor αφίχθησαν στο Γκέτεμποργκ την περασμένη Πέμπτη. Παρότι ήταν ένα λάιβ που περίμενα απ’ τη στιγμή που αγόρασα το εισιτήριο τρεις μήνες πριν, πήγα με μισή καρδιά. Η άλλη μισή ήταν απασχολημένη με άγχη, αυτο-αμφισβητήσεις, αυτο-μαστιγώματα, υπαρξιακές ανησυχίες, φόβους και όλα τα δεινά που ταλανίζουν τον μέσο άνθρωπο σε καπιταλιστικά περιβάλλοντα. Η μουσική εντάσσεται σ’ αυτά τα παραθυράκια που σ’ αφήνουν να δεις καλύτερες εκδοχές της πραγματικότητας, ως προβολές της υπό φαντασιακά πρίσματα ενεργοποιούμενα με τον κάθε ήχο. Διαφυγή; Ίσως. Μ’ αυτό το σκεπτικό και την ελπίδα σύρθηκα ως το Pustervik.

Μπαίνω στον χώρο και ψάχνω για ένα βολικό σημείο, μπίρα ανά χείρας, υπό τους ήχους ενός σαξόφωνου, μέσω του οποίου η Mette Rasmussen -το support δρώμενο της βραδιάς- επιδιδόταν σ’ ένα αυτοσχεδιαστικό session. Δεν θα προσπαθήσω καν να βρω ωραιότερες λέξεις ή ευφημισμούς ή ό,τι άλλο παρεμφερές. Ήταν απερίγραπτα ανυπόφορο. Μια άνευ νοήματος, ασυνάρτητη αλληλουχία ήχων, που ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.

Αναμονή. Σιγά σιγά τα φώτα χαμηλώνουν και στη σκηνή ανεβαίνουν η Sophie Trudeau και o Thierry Amar, ξεκινώντας τις πρώτες νότες ακολουθούμενοι σταδιακά και από τα υπόλοιπα μέλη, με τελευταίους το αρχικό τρίο. Ένας ένας, άφηνε τον εαυτό του στα σκαλάκια της σκηνής κι ανέβαινε για να ενωθεί με το ηχητικό παζλ του “Hope Drone”. Τουλάχιστον έτσι το ’νιωθα εγώ ως θεατής.

Τα φιλμάκια του Karl Lemieux έντυσαν πολύ όμορφα τους ήχους της υπόλοιπης μπάντας, καθοδηγώντας ελαφρά τις κατά τ’ άλλα σκόρπιες σκέψεις που παρέλαυναν στο κεφάλι και αποδίδοντας ξεκάθαρα το πολιτικό στίγμα της μπάντας. “Bosses Hang”, “Anthem For No state”, “Fam/Famine”, “Undoing A Luciferian Towers”, όλο δηλαδή το Luciferian Towers, αποδόθηκαν με αφοσίωση, κάτι που κατάφερε να παραποιήσει τους χωρικούς συσχετισμούς του απτού περιβάλλοντος. Δεν ήμουν πια ανάμεσα σε μια θάλασσα θεατών, αλλά σ’ ένα πεδίο μουσικής, σκέψεων και συναισθημάτων που δεν δύναται να οριστεί και να περιοριστεί. Κι είναι πολύ όμορφο όταν συμβαίνει αυτό.

Η συνέχεια ήρθε απ’ το παρελθόν, απ’ το Slow Riot For New Zero Kanada του 1999, τα δύο κομμάτια του οποίου, “Moya” και “BBF3”, ήρθαν να απογειώσουν ό,τι έχτισε το Luciferian Towers. Το “String Loop Manufactured During Downpour” έκλεισε 2 ώρες που δεν κατάλαβα πότε πέρασαν, με την μπάντα να φεύγει όπως μπήκε: ένας ένας, όλοι επανερχόμενοι σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Και μαζί μ’ αυτούς κι εμείς.

Συναυλίες σαν αυτή με κάνουν να καταλαβαίνω γιατί κάποια λάιβ πρέπει να βιώνονται σαν ατομικές εμπειρίες. Γιατί σε κάποια λάιβ δεν χρειάζεται να ’χεις παρέα. Οι GY!BE έχουν τη μαγική ικανότητα να σε φέρουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου και να σ’ αφήσουν μ’ ένα αίσθημα κάθαρσης και ηρεμίας.

Και κάποιες φορές είναι παραπάνω από αναγκαίο.

 

Phren

 

Christina Vantzou 2018

Η μοναξιά μάς πνίγει όλ@ς. Σφαλίζει τα παράθυρα, εστιάζει στο όνομα που ορθώνεται στον καθρέφτη και απομένει θλιμμένη στο ημίφως. Αυτό αποδεικνύεται και επιδεικνύεται περίτρανα στη σύγχρονη δισκογραφία της πειραματικής μουσικής, όπου κυριαρχούν τα προσωπικά άλμπουμ. Όσο όμως προβάλλεται το εγώ, τόσο το μέσα μένει μέσα ως ιδέα, αλλά και ως οντότητα. Η μουσική αυτή εξάλλου ερωτοτροπεί με την έννοια της απομόνωσης, καθώς διαθέτει στοιχεία εσωτερισμού, οπότε για αυτό γίνεται μεγαλύτερη η ανάγκη να σπάσει αυτό το μοτίβο της εσώκλειστης δημιουργίας και να συναντηθεί με άλλες. Πολύ απλά, να βγει (προς τα) έξω!

Η CV φαίνεται να τα έχει κατανοήσει όλα αυτά. Αφήνοντας πίσω τη θητεία της στους Dead Texan και τα τρία προσωπικά της άλμπουμ που την καταξίωσαν στον χώρο, προχωρά σε δύο απανωτές κυκλοφορίες που βασίζονται σε συνεργατικό πνεύμα. Η ευχάριστη έκπληξη εκ των δύο αυτών είναι η συνεργασία της με τον JAB των Forma. Βασισμένο στην επένδυση της έκθεσης εικαστικών του Zin Taylor, ένα αυθόρμητο και συνάμα βαθύ άλμπουμ ρέει ακολουθώντας τη ματιά τους που διατρέχει το εν λόγω ενενηντάμετρο έκθεμα σχεδίων. Οι ήχοι του είναι σαν να έρχονται από έξω και όχι από μέσα, και τις στιγμές που αποκτούν μια ambient εσωτερικότητα, αυτή λαμβάνει μια υπερβατική μορφή. Ίσως γι’ αυτό το υγρό στοιχείο είναι αρκετά έκδηλο σε ορισμένες συνθέσεις εδώ, το οποίο αποτελεί το χαρακτηριστικό της κίνησης και της διαδραστικότητας των αισθήσεων.

 

Αυτή η ζωντάνια του άλμπουμ αποτελεί και την απόδειξη ότι το εν λόγω ντουέτο ήρθε όντως σε μια γόνιμη επαφή με την τέχνη των εικαστικών, φέρνοντας κοντά τους δύο μουσικούς κόσμους των μελών του με κατεύθυνση προς τα έξω. Εξάλλου, αν η κατανάλωση ή έστω ημιτελής απόλαυση ενός έργου μπροστά σε μια οθόνη τείνει να οδηγεί ενίοτε στην κατάθλιψη, η συνάντηση με αυτό διά ζώσης δεν είναι μια αγνή μορφή επικοινωνίας, έκφρασης και συγκίνησης;

Τώρα, το τέταρτο προσωπικό της άλμπουμ θυμίζει αρκετά στην υφή τις προηγούμενες δουλειές της, μιας και κυριαρχεί πάλι μια μυστηριακή κατάνυξη. Αυτό που το ξεχωρίζει είναι η λιακάδα που το διαπνέει στο μεγαλύτερο μέρος του, η οποία οφείλεται στη γόνιμη συνεργασία με μια ομάδα μουσικών που είχαν κύριο λόγο και ως προς την τελική διαμόρφωση του υλικού. Αυτό ακούγεται σαν να ακολουθεί μια αόρατη ρυθμικότητα και ταυτόχρονα σε αρκετά σημεία είναι σαν οι ιδέες να μένουν ανολοκλήρωτες. Συνολικά ο συμπαγής αυτός δίσκος δεν θα στεναχωρήσει τον κόσμο που ήδη έχει αφεθεί στα προηγούμενα τρία άλμπουμ της, ανάγοντάς τον ως μια σταθερή δισκογραφική συνιστώσα, αλλά ταυτόχρονα ελαφρώς προβλέψιμη.

 

 

Πάντως τα δύο αυτά άλμπουμ κατά μια περίεργη σύμπτωση διαθέτουν εξώφυλλα που μοιάζουν μεταξύ τους σαν αντεστραμμένα είδωλα της ίδιας μορφής. Το ένα είναι σε λευκό φόντο με απαλή χάραξη και το άλλο σε μαύρο με διασπασμένο το πρόσωπο. Θα έλεγα ότι παραπέμπουν στο ταοϊστικό σύμβολο της λειτουργίας του σύμπαντος. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, στην περίπτωσή μας οι δύο αυτές μουσικές δουλειές, αλληλοσυμπληρώνονται, με τα θετικά του ενός, βλ. η λευκότητα ως χαλαρή δύναμη του θετικού, να αλληλεπιδρούν με τα αρνητικά του άλλου, βλ. το άγνωστο σκοτάδι ως πηγή του αρνητικού. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό και των δύο πλευρών-ημικυκλίων υπάρχει το σπέρμα του αντίθετού τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, χωρίς να ταιριάζουν απόλυτα μουσικά, ακούγονται ως ένα με έντονο ενδιαφέρον.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

[ B O L T ] – ( 04 ) (name your price/dunk records)

Δύση του ήλιου στον καλιφορνέζικο ορίζοντα. Το φως δεν έχει χαθεί, αργοσβήνει. Ήσυχο τοπίο, με έντονα χρώματα να εμφανίζονται, απαλείφοντας σταδιακά τα φυσικά χρώματα του τοπίου. Οι σκιές των δέντρων δεσπόζουν γύρω σου, δημιουργώντας την απαραίτητη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της διαδρομής που θες να ακολουθήσεις, χωρίς ωστόσο να είναι ορατός ο δρόμος. Η εικόνα σε παραπλανά για το τι θα ακούσεις, εσύ όμως θες να περιπλανηθείς, παραμένεις.

Η σιωπή που περιβάλλει το τοπίο αναζητά διέξοδο. Κι αναδύεται ένας ήχος μινιμαλιστικός, αργός και καταιγιστικός. Σκοτεινός και συνάμα καλά δομημένος. Σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι υπάρχει ένα φως παρόμοιο με εκείνο της εικόνας, η συνύπαρξη του σκοταδιού με το φως μέσα στις μελωδίες, με τα χρώματα της συνύπαρξης αυτής να βρίσκονται εκεί, όχι για να φωτίσουν το τοπίο, αλλά για να τονίσουν τις σκιές.

Το γερμανικό συγκρότημα ξέρει πώς να χειριστεί τα συναισθήματα που σου προκαλεί η μουσική τους. Πνίγεσαι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σε καταδιώκει. Και χάνεσαι όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι. Η μουσική εξελίσσεται μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Επαναλαμβανόμενα, ρυθμικά και καταθλιπτικά μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά ξέρεις ότι έτσι πρέπει να είναι. Η κίνηση είναι βραδεία, αργή. Σε προετοιμάζει για ό,τι επακολουθεί. Η αυξανόμενη ένταση και οι ηχητικοί κυματισμοί σε παρασύρουν μαζί τους. Είναι σαν να θες να φτάσεις στον προορισμό σου και ψάχνεις πώς θα το καταφέρεις. Δεν ξέρεις αν έχεις χαθεί, δεν ξέρεις ποια κατεύθυνση να πάρεις.

Οι [ B O L T ] στο νέο τους album ( 04 ) διευρύνουν τον ήχο τους με την ένταξη των drums. Η προσθήκη αυτή προσδίδει ένταση και ρυθμική αρμονία, συνδράμοντας στη μουσική τους εξιστόρηση. Με τα drums ως ισχυρό όπλο στα χέρια τους, οργανώνουν τον χρόνο στη μουσική τους σύνθεση, παρουσιάζουν μια συμμετρική περιοδικότητα, εναλλάσσοντας δυνατά και ήπια μουσικά μέρη, ολοκληρώνουν το μουσικό τους έργο, διατηρώντας παράλληλα την ιδιαίτερη μελωδική τους υπογραφή. Μεθοδικά δομημένη μουσική, αναδυόμενη από την καταπιεστική σιωπή που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα 22 σχεδόν λεπτά του “[ 1 3 ]”, αποδίδει ένταση με τα κενά και την αργή της εξέλιξη, καταλήγοντας σε μελωδικό θόρυβο, ιδιαίτερα στο “[ 1 8 ]”, με στοιχεία drone, doom, black metal.

Η χωρίς λόγια διαλογιστική μουσική των [ B O L T ] σε αφήνει να την “ντύσεις” εσύ με στίχους, να διηγηθείς τη δική σου ιστορία από μια διαδρομή που τελικά επιλέγεις να κάνεις ακούγοντάς τους. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσες να έχεις καλύτερο οδηγό περιπλανώμενος στα σκοτάδια του δημιουργικού ηχητικού τοπίου από τους ίδιους τους [ B O L T ].

 

 

Sylvia Ioannou

 

The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici, d’ailleurs…)

Ποτέ κανείς δεν με ρώτησε από πού πηγάζει η ανάγκη να γράφεις για μουσική.

Η μουσική είναι μια τέχνη ακοής και συναίσθησης, ένας διαβιβαστής μελωδιών που αν βρεθούν με την κατάλληλη σειρά και την κατάλληλη ένταση στα αυτιά σου είναι ικανά να πλάσουν μια εμπειρία από την αρχή.

Αντίθετα με την ιδέα που δίνεται σε έναν κινηματογραφόφιλο, η μουσική δεν είναι μόνο το νήμα με το οποίο ντύνεις μια συναισθηματική ή επεισοδιακά κρίσιμη στιγμή. Είναι αυθύπαρκτη, ενεργή. Επομένως, γιατί να γράψεις κάτι; Μήπως προσπαθείς απλώς να αντλήσεις νόημα ο ίδιος μιλώντας για κάτι που μεταφέρει από μόνο του νόημα;

Στην εποχή που το να έχεις άποψη για το κάθετι είναι από μόνο του μια απασχόληση και το να μην εκφράζεσαι επί παντός επιστητού συνεπάγεται σχεδόν κοινωνική αποξένωση, θα ήταν εύκολο να απαντήσουμε ότι ακούμε μουσική, μιλάμε και γράφουμε για μουσική, ώστε να έχουμε ένα απάγκιο που θα μας κρατά πάντα λίγο πάνω από την αφάνεια.

Η αλήθεια, όμως, δεν είναι τόσο βολικά μηδενιστική.

Ακριβώς σε τέτοιες χρονικές συγκυρίες –τόσο μαλθακές και άνευρες– είναι που, όταν γεύεσαι κάτι και αυτό αγκομαχά ολοζώντανο στα αυτιά σου, πρέπει να το χωνέψεις, να το βγάλεις από το σύστημά σου και έπειτα να το κόψεις σε μικρά κομματάκια κοινωνίας για τους δικούς σου “άλλους”.

Το Wake The Dead είναι μια αποκάλυψη και ίσως η ομορφότερη δουλειά του Matt Elliott ως τώρα, ειδικά αν σας θυμίσω ότι πριν από δύο χρόνια μιλούσαμε με συγκρατημένη απογοήτευση για το The Calm Before. Ίσως η σύγκριση αυτή να είναι ατυχής, μια που ο ίδιος έχει επιλέξει να διαφοροποιείται υφολογικά, κυκλοφορώντας δουλειές άλλοτε προσωπικά σε φολκ ήχους και άλλοτε με το όνομα The Third Eye Foundation σε καθαρά ηλεκτρονικούς. Δυστυχώς, τέτοιες διχοτομήσεις μοιάζουν πολύ απλοϊκές για να με αποτρέψουν από το να είμαι κάθετα εκστατική με την εμπειρία που μου προσέφερε το Wake The Dead. Ο δε τόνος είναι τόσο προσωπικός, γιατί θέλω με τα λόγια μου αυτά να σας πείσω ότι οι γνώμες μας δεν θα συγκλίνουν, ο καθένας σας θα ανακαλύψει κάτι ολότελα διαφορετικό σε αυτόν τον δίσκο.

Η ίδια του η ψυχή βρίσκεται εκτεθειμένη στην αρχή. Το ομότιτλο κομμάτι ξεδιπλώνεται επί δεκατρία ολόκληρα λεπτά, αποτελούμενο μόνο από μελωδικά φωνητικά και ρυθμικές επαναλήψεις – μια σχεδόν μυστικιστική διάθεση κατακλύζει εξίσου άκοπα το θυμικό. Στο “The Procession for Eric”, αφουγκράζεσαι πνιχτούς ήχους κρουστών, φαντάζεσαι ότι σε προσκαλούν σε μια ιεροτελεστία με μόνο μέτοχο και θεατή εσένα. Η αυλαία απουσιάζει, τα φώτα απαλύνουν και κατά τη διάρκεια του “The Blasted Tower” έχεις όλον τον χρόνο να βυθιστείς στις αγαπημένες σου ψευδαισθήσεις. Να νιώσεις ολόκληρος ή έστω να εντοπίσεις τα χαμένα σου κομμάτια. Να αιφνιδιαστείς με το απρόβλεπτα παράταιρο “That’s Why” μέχρι να θυμίσεις στον εαυτό σου ότι δεν υπάρχει ποτέ κάτι που δεν θα έπρεπε να περιμένεις όταν στέκεσαι ακίνητος μες σε ένα περιβάλλον που ζει και αναπνέει την αναποφασιστικότητά σου.

Ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε και τους ημιθανείς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου