Bald Anders – Farsot/ColdWorld – Noekk

Bald Anders – Spiel (Trollmusic)

Είναι μάλλον, προφανές ότι τα αδέρφια Constantin και Benjamin Konig (πρώην Lunar Aurora) δημιουργώντας τους Bald Anders το 2014 δεν είχαν σκοπό να περιχαρακώσουν την μουσική τους – ή να περιχαρακωθούν από αυτήν – αλλά, μάλλον να αφεθούν ελεύθεροι σε ό,τι προκύψει, σαλπάροντας για μια παράξενη περιπέτεια. Το δεύτερο άλμπουμ τους Spiel, αποτελεί μια περήφανη επιβεβαίωση, αφού αναπτύσσεται και ελίσσεται με ξεκάθαρη αδιαφορία ως προς το που θα καταταχτεί στιλιστικά και με φανερή απροθυμία να παραδοθεί ολοκληρωτικά στις ίδιες του τις επιρροές.

Η τραχιά παραγωγή του Spiel – ίσως άθελα του- αναδεικνύει πολλές από τις ‘80s καταβολές του: τα μεταλλικά riffs έχουν ένα ωμό, σχεδόν punk attitude, θυμίζοντας λίγο παλιές thrash ή black μπάντες, την ίδια όμως, στιγμή τα μελωδικά φωνητικά και οι ευρηματικές ενορχηστρώσεις προσθέτουν νότες μυστηρίου στο όλο ηχητικό τοπίο. Γενικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό και πειραματικό metal/rock, κάθε track του άλμπουμ όμως, φυλάει τα δικά του μυστικά. Μπορώ να διακρίνω αχνά μια σύνδεση και με τους Einstürzende Neubauten, ίσως όχι ακριβώς με τους ίδιους ντανταϊστικούς όρους, αλλά σίγουρα με μια διάθεση συγκαλυμμένης, καπριτσιόζας ανατροπής και με μια λογοτεχνικότητα στην φόρμα.

Οι Bald Anders αποτελούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, μιας εκούσια ρευστής μπάντας. Με μια bigger than life παραγωγή τύπου Monotheist (Celtic Frost φυσικά), ίσως το τρίτο άλμπουμ να ταράξει για τα καλά τα νερά! Το βλέμμα μας καρφώθηκε πάνω σας.

 

 

Farsot/ColdWorld – Toteninsel (Lupus Lounge/Prophecy Productions)

Δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανερχόμενες γερμανικές black metal μπάντες ενώνουν δυνάμεις για ένα split EP αφιερωμένο στη μουσική διερεύνηση ενός πίνακα; Δύσκολο να μην σε μαγνητίσει η ιδέα! Ο πίνακας Toteninsel (‘’Το νησί των νεκρών’’) του Αυστριακού συμβολιστή ζωγράφου Arnold Bocklin υψώνει τα τρομερά του βράχια στο μουντό, απόκοσμο τοπίο και η μουσική, σαν το βαρκάρη, πλησιάζει πρόθυμα και αργά προς τις σκιές μιας νύχτας χωρίς τέλος.

Οι δύο συνθέσεις των Farsot είναι, κατά κύριο λόγο, ακουστικές. Στα 8 λεπτά του ‘’Erde I’’ οι ακουστικές κιθάρες πλέκουν έναν παγωμένο και αδιαπέραστο ιστό, ενώ το rhythm section οδηγεί τη σύνθεση διατηρώντας τον κρυμμένο metal του χαρακτήρα. Τα riffs και τα φωνητικά, όταν εμφανίζονται, θυμίζουν μια ψυχρή ανάσα, έναν απειλητικό ψίθυρο, την χαμένη ανάμνηση ενός παλιού θρήνου. Το επίσης, ακουστικό ‘’Erde II’’ εισάγει αντίθετα μια διαφορετική μελωδικότητα και υποψίες λυρισμού. Θεωρώ, ότι κάτι πήγε στραβά στη μίξη και τα τύμπανα έμειναν ‘’πίσω’’, τα δύο μέρη του ‘’Erde’’ όμως, αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά και με κάνουν να υποψιάζομαι ότι η κρυμμένη avant garde-ίλα των Farsot θα δημιουργήσει άκρως ενδιαφέροντα full length άλμπουμ.

Οι ColdWorld αναλαμβάνουν περίπου στον ίδιο τόνο, αν και το δικό τους ύφος ακολουθεί πιο καταθλιπτικά μονοπάτια. Το ‘’Wasser I’’ είναι ένα πανέμορφο instrumental, όπου τα αινιγματικά ακόρντα και οι μελωδική κιθαριστική ανάπτυξη παραπέμπει ξεκάθαρα σε post/shoegaze ήχους. Το 9λεπτο ‘’Wasser II’’ έρπεται βαριά σε ένα βασανιστικό tempo, δεν ξεσπάει ποτέ, παρασέρνει τον ακροατή σε έναν ανέλπιδο και χωρίς φως κόσμο. Παρόλα αυτά, πρέπει να αναφέρω ότι οι ColdWorld και η μελαγχολία τους είναι άψογα εναρμονισμένοι με τις τάσεις της εποχής.

Συνολικά, μια εξαιρετική και αρτιστίκ κυκλοφορία που ταυτόχρονα βρίθει από underground μεράκι. Η μυστική ακτή της ‘’νήσου των νεκρών’’ είναι πάντα εκεί, 140 χρόνια τώρα και δεν έχει καμιά απάντηση στα αινίγματα που η ίδια θέτει.

 

 

Noekk – Carol Stones and Elder Rock (Prophecy Productions)

Οι Schwardorf και Helm των Empyrium (εδώ ως Yugoth και Baldachin) κυκλοφορούν με το prog rock ντουέτο τους Noekk αυτό εδώ το 7ιντσο (μόνο σε περιορισμένο βινύλιο και ψηφιακά), μετά από μια δεκαετία σιωπής. Στα 4 track του Carol Stones and Elder Rock βέβαια, ο χαρακτηρισμός prog είναι σχεδόν ανεπαίσθητος και δικαιολογείται μόνο στο ‘’Archaic tune’’ και στα παράξενα πλήκτρα που διακοσμούν όλη την κυκλοφορία. Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα ακουστικό EP που στα αυτιά μου μοιάζει περισσότερο με μια obscure neo-folk, απροσδιόριστης ταυτότητας. Οι ακουστικές και τα jazzy grooves (ειδικά στο αγαπημένο μου ‘’Pan’’) μπλέκονται με τα υπέροχα, βαθιά φωνητικά και ξεχύνονται στο κυνήγι κάποιου στοιχειωμένου ονείρου. Αν και υπάρχει ένας ‘70s αέρας, οι στίχοι του Peter Wolfgang Kassel – καλλιτέχνης που εδρεύει στο Μόναχο – συμβάλλουν καταλυτικά στη δημιουργία μιας αίσθησης ‘’φθινοπωρινού μυστικισμού’’, κατά την ίδια την μπάντα και όσο κι αν θέλω να αποφύγω τα στερεότυπα περί ξέφωτων και δασών, είναι γεγονός ότι υπάρχει, όντως, μια τέτοια φυσιοκεντρική αίσθηση. Απομένει να δούμε αν το Carol Stones and Elder Rock σηματοδοτεί το ύφος του επερχόμενου full length τους (αναμένεται μέσα στο 2019) ή αν στέκεται σαν μια αυτόφωτη στιγμή μες στον δημιουργικό τους χρόνο.

 


Bald Anders – Spiel (Trollmusic)

It is rather obvious that by forming Bald Anders back in 2014, siblings Constantin and Benjamin Konig (former Lunar Aurora) did not intend to restrict their music – or be restricted from it – but to apparently let themselves free to whatever happens, setting sail for a strange adventure. Their sophomore album Spiel confirms the above, as it evolves and twists totally ignorant of how it would be stylistically labelled and obviously reluctant to surrender itself even to its own influences.

Maybe unwittingly, Spiel‘s raw production showcases its ‘80s origins, with rough edged metallic riffs of an almost punk attitude that reminds old school thrash/black, nevertheless melodic vocals and sophisticated arrangements add tones of mystery to the whole soundscape. Generally speaking, Spiel contains atmospheric and experimental metal/rock but every track unravels its own secrets. I can also perceive a vague connection with Einsturzende Neubauten, maybe not with the same Dadaistic terms, but definitely with a relative, well-hidden mood of capricious subversion and with a similar literary form.

Bald Anders is an extremely interesting case of a willingly open to perception, transparent band. With a bigger than life production as Celtic Frost’s Monotheist for example, their third album will have the potential of having a massive impact to metal scene. Our eyes are on them.]

Farsot/ColdWorld – Toteninsel (Lupus Lounge/Prophecy Productions)

Two of the most interesting and rising German black metal bands join forces for a split EP dedicated to the musical exploration of a painting? It’s hard not to be mesmerised by this concept! Toteninsel (‘’the isle of the dead’’) by the Austrian symbolist painter Arnold Bocklin raises its horrible rocks on the gloomy eerie landscape and music, as the boatman, heads slowly and willingly towards the shadows of a never ending night.

Farsot‘s two compositions are mainly acoustic. During the 8 minutes of ‘’Erde I’’ the acoustic guitars weave a frosty and impenetrable web, while the rhythm section reserves the well-hidden metal character of the song. When appeared, riffs and vocals evoke a cold breath, a threatening whisper, the lost memory of an old lament. The also acoustic ‘’Erde II’’ enters a different melodic mood with a lyrical element. Though i think that something went wrong in the mixing of this one as drums are lost at the back, the two tracks are perfectly intertwined, leaving me certain that Farsot’s discrete avant-garde aura is capable of producing extremely fascinating full length albums.

ColdWorld take over in the same mood, though their style stays more focused on depressive musical paths. ‘’Wasser I’’ is a beautiful instrumental piece, where the enigmatic chords and the melodic guitar progression clearly reminds of post/shoegaze sounds. The 9minute ‘’Wasser II’’ on the other hand, crawls heavily under a doomy tempo, never outbreaking, dragging the listener deeper into a lightless, hopeless world. I have to point out though that ColdWorld’s melancholic textures are perfectly aligned with present black metal trends.

Overall, it s an exquisite and very artistic release that overflows with underground passion at the same time. The secret shore of the isle of the dead still stands somewhere, for 140 years now, offering no answers to the questions it alone raised.

Noekk – Carol Stones and Elder Rock (Prophecy Productions)

Empyrium’s Schwadorf and Helm (here as Yugoth and Bachdanin) release with their prog rock duo Noekk a new EP (limited 7” and digital release only) breaking a decade of silence. In the 4 tracks of Carol Stones and Elder Rock the prog elements are very subtle though and they can be more noticed in ‘’Archaic Tune’’ and in the strange keyboards sounds throughout the whole EP. Besides that, to my ears it sounds like an obscure neo-folk of unknown origin. Acoustic guitars and jazzy grooves (especially in my favourite ‘’Pan’’) are blended with the wonderful, deep vocals, setting out on a hunt of some haunting dream. Though a ‘70s mood can be sensed, the lyrics of Peter Wolfgang Kassel – a Munich-based artist – contribute to the creation of an “autumnal mystique” aura, described in the band’s own words. As much as I want to avoid stereotypes of woods and glades, the naturalistic essence of Carol Stones and Elder Rock is beyond doubt. It remains to be seen if this lovely EP signifies the direction of their highly anticipated full length (expected in 2019) or if it stands by itself as a self-luminous moment within Noekk’s creative path.

 

Antonis Kalamoutsos

 

Moonshine Effect – Our Eyes Should Meet (B-otherSide records)

Είναι πάντοτε όμορφο να βλέπει κανείς τα επιτεύγματα των φίλων του να ολοκληρώνονται. Ή τουλάχιστον, έτσι νιώθω εγώ. Και εξηγούμαι: ένα από τα μέλη αυτού του συγκροτήματος είναι παλιός και αγαπημένος φίλος. Είχα την τύχη, λοιπόν, να βιώσω αυτήν τη δισκογραφική δουλειά στα διάφορα στάδια της προετοιμασίας και δημιουργίας της. Από σχετική απόσταση, βέβαια. Έχοντας ήδη ακούσει τα κομμάτια στις πρώιμες εκδοχές τους, ήμουν θετικά προκατειλημμένος. Και περίμενα εναγωνίως το τελικό αποτέλεσμα.

Το οποίο, μετά από κάποιον καιρό, κρατώ στα χέρια μου. Να σημειώσω εδώ πως αρχικά ήμουν έτοιμος να ακούσω κάποια μεστή εκδοχή των Mazzy Star. Κάτι τέτοιο έχει μια βάση – μολονότι οι ήχοι των Moonshine Effect αγκαλιάζουν πολύ ευρύτερες επιρροές, που αποκαλύπτονται σταδιακά. Εγώ προσωπικά ακούω στοιχεία που με παραπέμπουν επίσης στους Belle and Sebastian, όπως και μια συνολικά λατρευτική κατεύθυνση προς τα folk και ψυχεδελικά, εν γένει, ηχοτοπία. Στο βάθος, συναντώ και μια αγάπη (κυριολεκτικά) προς τους Velvet Underground, και ειδικότερα στα πιο αργά μέρη των τελευταίων. Υποθέτω πως αυτή η βάση είναι απαραίτητη για μια indie pop μπάντα του σήμερα. Αν και τονίζω ότι ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται ενδεικτικά από μέρους μου, στην πραγματικότητα μάλλον λειτουργεί περιοριστικά, καθώς αυτό το album συνενώνει πολλές διαθέσεις και ατμόσφαιρες.

Ατμόσφαιρα – να μια λέξη που αρκεί για να περιγράψει το χαμηλόφωτο στιλ αυτής της μπάντας. Η επιλογή της χρήσης γυναικείων φωνητικών είναι άριστη και η ζεστή, γήινη φωνή της Jacqueline απογειώνει τις συνθέσεις. Ίσως ηχεί κάπως παράταιρα η προηγούμενη πρόταση – κάτι που όμως γίνεται εσκεμμένα.

Σε ό,τι αφορά στο μουσικό σκέλος: μου έκαναν απείρως θετική εντύπωση οι έντονα γλυκές μελωδίες. Όπως και η αρμονική συνύπαρξη ηλεκτρικής και ακουστικής κιθάρας με τα έντονα χρωματικά πλήκτρα. Αυτό το αμάλγαμα δίνει τη βάση του μουσικού στερεώματος στο οποίο ζουν οι Moonshine Effect. Μελαγχολικός τόνος, διάθεση παιχνιδιού και θερμά φωτεινές διαθέσεις. Μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι. Πραγματικά, όλα ηχούν απέριττα, ενώ ακόμα και τα intro και outro έχουν σαφή λόγο ύπαρξης στη θαυμαστή οικονομία των συνθέσεων. Είναι πασιφανές πως πρόκειται για αποτέλεσμα χρόνιας αφοσίωσης και (συν)εργασίας. Και όταν κατακτούν το συναίσθημα με τόσο εύηχα λυτρωτικό τρόπο, ειλικρινά δεν έχω και πολλά να προσθέσω. Περιττό ίσως να πω, λοιπόν, ότι άξιζε και με το παραπάνω η αναμονή. Δεν υπερβάλλω λέγοντας πως πρόκειται για μια από τις αρτιότερες μουσικές προτάσεις που άκουσα φέτος, και επίσης πως δύσκολα θα συναντήσει κανείς κάποια ανάλογης ποιότητας pop κυκλοφορία σήμερα. Θα έλεγα πως υπερβαίνει τα στενά όρια της ελληνικής indie σκηνής, αποτελώντας συνάμα τη συνέχειά της.

Το γράφω αυτό, έχοντας κατά νου την εκπληκτική συλλογή Try A Little Sunshine, που είχε κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια πριν. Η εν λόγω συλλογή αποτελούσε τρόπον τινά έναν χάρτη της τότε alt pop ελληνικής σκηνής. Ποια η σχέση της με αυτό το ηχογράφημα; Πολύ απλά, αυτό το δισκάκι δείχνει να αποτελεί τη συνέχεια και μορφοποίησή της, τοποθετημένη όμως σε μια ανώτερη ποιοτικά βάση. Χρειαζόμαστε λοιπόν σχήματα όπως οι Moonshine Effect. Το Our Eyes Should Meet οφείλει να ιδωθεί ως μια σπανίως απολαυστική άσκηση ομορφιάς, το ηχητικό στίγμα της οποίας δίνεται τόσο από το αρμονικά ταιριαστό εξώφυλλο όσο και από τις ρήσεις που χρησιμοποιούνται εδώ, δίνοντας έναν ενδεικτικό τόνο της κατεύθυνσης που το σχήμα επιλέγει. Η χρήση των φράσεων του Nick Drake και του Guy-Ernest Debord με συγκίνησε, ενώ επίσης δείχνει επακριβώς το πεδίο που καθορίζει την αισθητική υπεροχή αυτής της κυκλοφορίας. Θα κλείσω, χρησιμοποιώντας μια αφιέρωση, που η ίδια η μπάντα τοποθέτησε εδώ:

“Dedicated to the ones who didn’t make it and to all the wandering stars.”


Watching your friends’ accomplishments taking shape is a beautiful thing. This is how I feel, at least. A bit of explaining on my part: one of the members of this band is a good, old friend. Therefore, I was lucky enough to witness the process of this recording in its various stages of preparation and creation. On a relative distance, of course. Having already listened to these songs, during their primal versions actually, I was positively inclined right from start. And I was eagerly waiting for the final outcome.

The outcome which, after some time, found its way on to my hands. I should note that I was initially prepared to come across to some kind of a ripe version of Mazzy Star. There lies some truth to this assumption, even though the sounds that Moonshine Effect are producing tend to embrace much wider influences. Who have the tendency to reveal themselves, gradually. Personally, I hear traces that remind me of Belle and Sebastian, as well. Overall, there is a worshiping type of direction towards folk and dare I say psychedelic soundscapes. Moving deep, one can stumble upon a gesture of love (literally speaking) for Velvet Underground. Especially referring to the slower, quieter moments of the later. I suppose that the aforementioned ingredients serve as a necessary basis, when it comes to an indie pop band of today. I must also state that the above used term is indicatively used, on my behalf- it functions in a rather limiting mode, for the most part. Simply because this album has the ability to put together many different moods and ambiances.

Ambiance-or atmosphere if you prefer-now, that’s a word capable enough in order to describe the low light style of this group. The choice of mainly using female vocals, is an excellent one, for sure. Jacqueline’s warm, earthly vocal tone provides an absolutely necessary backbone that allows these compositions to take off. Perhaps the previous statement sounds out of place, a bit-though that is something purposely done, on my side.

Now, specifically concentrating on the musical sector: I was definitely, positively impressed by the presence of intensely sweet melodies. Even more so, by the harmonious coexistence of electric and acoustic guitar, melting together along with brightly chromatic keyboard touches. This amalgam is probably used as a base for a musical foundation, in which Moonshine Effect live and breathe. Melancholic tones, playful moods and warm, lighthearted tempers define that space. Pointing and picking stand out tracks, is a rather difficult task, for me. Indeed, everything seems to move in a flawless way, getting to the point where even the intro and outro pieces hold an obvious raison d’ etre as part of an almost miraculous sense of compositional thrift. It is widely obvious that this is a result of long time devotion and co-operation. And, when they manage to conquer emotions in such an ear-pleasing, liberating manner, there are not many things to add, frankly speaking. Stating that this is one of the best releases that I have heard this year, would certainly not be an exaggeration. Adding to that, I must say that is really difficult to come across at a work of similar quality, these days. I would also say that this recording reaches out beyond the usual narrow limitations of the greek indie scene, whilst at the same time it could be regarded as a continuation of said above scene.

I am writing this, having in mind a spectacular compilation that had been released many years ago-”Try A Little Sunshine” was its title. The previously mentioned compilation could be seen as a kind of map of the early alt pop scene in Greece. But, wait-is this somehow related to this recording?

Simply put, I view this record as a step beyond or even as a development in the process of shaping of that scene, albeit presented in a much higher level of quality, this time around. There is an absolute need for bands such as Moonshine Effect, in my opinion. “Our Eyes Should Meet” deserves to be treated as a rare and delightful exercise of beauty. The sonic stigma of whom is definitely evident by the harmonically fitting cover art. Something also evident by the presence of certain mottos, who also help to enhance an indicative tone regarding the direction that the band themselves choose to follow.

The usage of phrases by Nick Drake and Guy-Ernest Debord, literally moved me, whereas at the same time, these words greatly serve in order to show the exact field that defines the aesthetic superiority of this release. I’ ll end this, by placing here a sort of dedication that is contained within the booklet of this disc:

“Dedicated to the ones who didn’t make it and to all the wandering stars.”

 

 

Γιώργος Καναβός

KEN mode – Loved (Season of Mist)

Το hardcore και όλα τα συγγενικά του υπό-είδη έχει πάψει εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία να αποτελεί αποκλειστικά ένα πολιτικό είδος μουσικής. Μια δεύτερη τάση του, το πιο “καλλιτεχνικό” hardcore, –που στην πρώτη γραμμή τοποθετεί τη μουσική εξερεύνηση έναντι του στίχου– έχει πάρει τα ηνία (τουλάχιστον μιλώντας εμπορικά) και συνεχίζει να παράγει ακατάπαυστα ό,τι είδος core χωράει ο νους. Έχοντας ακούσει πάρα πολλές φορές το Loved, έβδομο άλμπουμ των Καναδών KEN mode, αδυνατώ ακόμα να αποφασίσω προς τα πού κλίνει. Όλα συγκλίνουν προς μια αξιέπαινη ισορροπία. Είναι άραγε αυτή μια μεγάλη τους επιτυχία;

Το πρώτο στοιχείο που παρατηρεί κανείς είναι η εξαιρετική ρυθμική προσέγγιση στη μουσική τους. Ως μια μπάντα που δισκογραφεί με συνέπεια εδώ και δεκαπέντε χρόνια αλλά έχοντας θέσει τις βάσεις της στα τελειώματα των ’90s, οι KEN mode δείχνουν να διατηρούν τη φρεσκάδα του groove εκείνης της εποχής – τότε που ΟΛΑ τα εναλλακτικά τραγούδια καταρχήν είχαν σκοπό να σε ΚΟΥΝΗΣΟΥΝ. Τα τρία πρώτα track του άλμπουμ δεν παρεκκλίνουν στιγμή από το ρυθμικό πλάνο και ανάμεσα σε βουνά από θορυβώδη feedback διατηρούν έναν ξεσηκωτικό χαρακτήρα και αγνά και αδιόρατα rocking vibe, κάπου εκεί ανάμεσα σε metal και hardcore ουρανούς. Το εφφεδιασμένο ταμπούρο ειδικά μου δημιούργησε συνειρμούς που έφτασαν μέχρι και τους τεράστιους Cop Shoot Cop. Στη συνέχεια, το άλμπουμ φανερώνει κι άλλες αρετές, με ελαφρώς τεχνικότερα παιξίματα, περισσότερες post ή και mathcore στιγμές, τα υποχρεωτικά πλέον abstract jazz σαξόφωνα, έως και την κορύφωση του τελευταίου track “No Gentle Art”, όπου το spoken word και το υπνωτιστικό του μοτίβο πείθουν τον ακροατή ότι πατάει σε σύγχρονο χώμα. Σε όλη τη διάρκεια του Loved έχουν παρελάσει άρτια παιξίματα, η αγνή ενέργεια και ο ελεγχόμενος θόρυβος που κάθε power trio που σέβεται τον εαυτό του παράγει. Η οργή ως συστατικό δεν μετατρέπεται ποτέ σε βία και η μουσική ισορροπεί ισομερώς στις διάφορες αισθητικές της συνιστώσες.

Το αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητα άρτιο και είμαι σίγουρος ότι οι KEN mode θα πάρουν σούπερ κριτικές, εκτίμηση από το κοινό, συμμετοχές σε καλά φεστιβάλ και τα λοιπά. Δικαίως. Από την άλλη και μιλώντας καθαρά προσωπικά, ως λάτρης της τολμηρότερης καλλιτεχνικής έκφρασης, δεν σταματώ να αναρωτιέμαι τι θα κατάφερναν αν τελικά σταματούσαν να ισορροπούν και άφηναν το ποτήρι να σπάσει. Το Loved απομένει τελικά να είναι ένα εξαιρετικά φτιαγμένο άλμπουμ, που αφήνει όμως μια υπόνοια κι ένα ερωτηματικό. Πολύ παλιά, όταν οι System of a Down ήταν ακόμα σπουδαία μπάντα, είχαν γράψει σε έναν στίχο τους “Δεν έχεις την πολυτέλεια να είσαι ουδέτερος σε ένα κινούμενο τρένο”. Οι KEN mode κινούνται, μένουν όρθιοι, αλλά, για όποι@ θέλει να υπερβάλλει στην κριτική του, μοιάζουν να βρίσκονται μεταξύ διαφορετικών βαγονιών. Κι αν αποφασίσουν το Άλμα;


Hardcore and all its relating sub-genres has ceased to be exclusively a political music style for at least 20 years now. Its other tendency, the more sophisticated kind of hardcore – where musical explorations seem to prevail over lyrics and attitude – dominates the scene (in terms of popularity) and continues to produce any kind of core one may imagine. After several listenings of Loved, 7th studio album of the Canadian act KEN mode, I am still unable to realise its own tendency as everything converges to a creditable balance. Could this be a major stylistic success for the band?

The first noticeable element is the excellent rhythmical approach of their music. A band that releases albums consistently for the past 15 years but its foundations were laid by the end of ’90s, KEN Mode reserve the fresh groovy essence of that era – of a time that every single good alternative song was firstly aiming to MOVE the listener. The album’s first 3 tracks don’ t deviate from their groovy plan not for a second and they retain their uplifting, pure rocking vibes among walls of noisy feedback, in a twilight world somewhere between metal and hardcore skies. Especially the effects use on the snare drum allows free associations that go back even to the almighty Cop Shoot Cop. As it unfolds, Loved eventually reveals additional virtues like more technical playing, post or mathcore moments and the “mandatory” abstract jazz presence of saxophones, until the final 8minute highlight track “No Gentle Art”, where spoken word and hypnotising patterns convince the listener that he/she steps on contemporary ground. Great playability, pure energy and controlled noise – elements that are always being produced by good power trios – parade throughout Loved. The ingredient of rage doesn’t turn into violent aggression and music balances equally in all its stylistic components.

As a result, Loved is undoubtedly a top notch album and I’m certain that KEN Mode will get great reviews, fans appreciation, they will probably participate in good festivals etc. And rightly so. On the other hand and speaking personally now as an enthusiast of more daring artistic expressions, I can’t help but wonder what would happen if they wouldn’t aim for this balance described above, what would happen if they would let the glass break. From this aspect, Loved leaves me with inkling and with some question marks. Once upon a time, when System of a Down were still a great band, one of their lyrics said “You can’t afford to be neutral on a moving train”. Well, KEN mode move, they stand straight and proud but, if I want to exaggerate as a critic, they find themselves between wagons. What if they dare to jump?

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc)

Ζούμε στην εποχή του “ό,τι δηλώσεις είσαι”. Γιατί είναι ευκολότερο να λες το σωστό, και λέγοντας σωστό εννοούμε εκείνο που επιθυμούν να ακούσουν @ άλλ@, παρά να το πράττεις. Το δηλωθέν μήνυμα εκπέμπεται άμεσα και ερμηνεύεται ευκολότερα από τον δέκτη του. Και ο τομέας της μουσικής δεν ξεφεύγει από τη συγκεκριμένη επικρατούσα συνθήκη. Υπάρχουν μπάντες που σθεναρά υποστηρίζουν ότι είναι “ένα”, μια μονάδα, μια ολότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, η δήλωση αυτή απέχει από την πράξη.

Κάποι@ δημιουργ@ δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα στενά όρια του ατομικισμού και του ναρκισσισμού τους, ώστε να αναδείξουν το συλλογικό τους δημιούργημα. Αλλά οι Birds in row δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Στους Γάλλους μουσικούς υπάρχει ταύτιση και συνέπεια μεταξύ των όσων δηλώνουν και υποστηρίζουν και των πράξεων και της στάσης τους, ως συλλογικότητας. Επικεντρώνονται στη δημιουργία και όχι στους ίδιους. Για αυτόν τον λόγο τηρούν ένα είδος ανωνυμίας και τα ονόματά τους αντικαθίστανται από τα αρχικά T,Q και B. Γι αυτόν τον λόγο δεν φωτογραφίζονται, παρά μόνο εάν αποτυπώνεται στη φωτογραφία ότι είναι “ένα”, χωρίς δηλαδή να επιδιώκεται η διακριτή εικόνα κάθε μέλους. Γι’ αυτό το λόγο οι δίσκοι και το merch της μπάντας δίνονται χωρίς καθορισμένο αντίτιμο, αλλά με ελεύθερη συνεισφορά από όποιον θέλει να γίνει κοινωνός της δημιουργίας τους.

Η hardcore-post punk μπάντα θέλει να μας κάνει σαφές πως οι συλλογικές δράσεις και αγώνες αποτελούν μονόδρομο για κάποι@ από μας. Γιατί μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει το οτιδήποτε: συλλογικά. Αυτό γίνεται φανερό και από την εικόνα του εξωφύλλου με δυο χέρια, το ένα να κρατά το άλλο. Ο τρόπος που κρατιούνται είναι η αποτύπωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μιας ξεκάθαρης δήλωσης του “μαζί”, συντονισμένα, σαν κίνηση χορευτική. Μια στιγμή που αποτυπώνεται στο εξώφυλλο του δίσκου και είναι τόσο ηχηρή όσο και το περιεχόμενό του άλμπουμ.

Στο “We Vs. Us” οι στίχοι “I’m just sick of them all” και “My hand in your hand, And the world to grasp” εντυπώνονται στον νου από την πρώτη κιόλας ακρόαση του άλμπουμ. “Don’t tell me what to do, don’t tell me where the fuck I come from” στο “Love Is Political”, όπου και εκεί, μέσα από εναλλαγές έντασης και ηρεμίας, τα μουσικά περάσματα επιτρέπουν στη μελαγχολία και στον θυμό να εκφραστούν. Για να δώσουν στο “Fossils” την ελπίδα και την προοπτική “To all the unhappy wanderers, After the desert there is a sea”.

Ίσως κάποι@ αντιμετωπίζουν με σκωπτική διάθεση τις φωνές και τις ιαχές του τραγουδιστή, θεωρώντας πως δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια βαβούρα. Κάποι@ άλλ@ όμως, σε αυτές τις κραυγές ακούμε την οργή, την απελπισία, την αγανάκτηση, την αντίδραση και την αντίσταση. Γιατί πώς αλλιώς θα δηλώσεις ότι δεν αποδέχεσαι σιωπηρά και πειθήνια όσα σου “σερβίρουν”, όλα όσα θέλουν να σου επιβάλλουν “για το καλό σου”. Μέσα από punk και hardcore εναλλαγές, με τη θυμωμένη μανία του τραγουδιστή, την ένταση που βγαίνει από το σύνολο της δημιουργίας τους, σε κάνουν να αναρωτιέσαι, εκφράζοντας τις βαθύτερές τους σκέψεις, τα συναισθήματά τους, μουσικά και στιχουργικά.

Έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ You, Me And The Violence, οι BIR κυκλοφορούν το άλμπουμ We Already Lost The World, στηλιτεύουν τον εγωκεντρισμό και την εγωπάθεια των ανθρώπων στους στίχους τους. Ένα σαφές μήνυμα για την επικράτηση του εμείς και την ανατροπή του εγώ. Και πως όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να χάσεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παλεύεις και να αγωνίζεσαι. Ξεκάθαρα. Απλά.


We are facing the times when everyone is considered as what he/she declares to be. Because it’s easier to say the right things, and by saying right, we mean things that people wish to listen to from the others and this is easier than the actual action itself. The declared message is immediately transmitted and interpreted more easily by the receiver. And the music sector does not escape the specific prevailing condition. There are bands that strongly state that they are one, a unit. But sometimes this declaration is far apart from the action itself.

Many artists cannot escape the narrow limits of their individualism or their narcissism, so that they will be able to reveal their collective creation. Birds in Row do not belong in this category. There is a sense of identification and consistency among the things the French musicians are saying, doing or showing with their attitude, as a collectivity. Their focus is on creation and not on themselves. That is why they keep a sense of anonymity· instead of using their names they are known as T, Q and B. That is why they are not being photographed, unless it is depicted in the photograph that they are “one”, without seeking the distinct image of each member. This is the reason why the band‘s albums and merchandises are offered without a fixed price but with free contribution from anyone who wants to support them.

The hardcore-post punk band has a clear message, that collective actions and struggles are a one-way street for some of us. Only this way can we deal with anything: collectively. This is also evident from the picture of the cover with two hands holding each other. The way they are held depicts mutual trust, a clear declaration of “togetherness”, coordinated, as a dance movement. A moment that is captured on the cover of the album and is as resonant as the album’s content.

In “We vs. Us” the lyrics “I’m just sick of them all” and “my hand in your hand, and the world to grasp” are imprinted in the mind from the very first listening of the album. “Don’t tell me what to do, don’t tell me where the fuck I come from” in “Love Is Political” where, through variations of intensity and tranquility, musical passages allow melancholy and anger to express themselves. In “Fossils” they are giving us hope and perspective “to all the unhappy wanderers after the desert there is a sea”.

Some people may scoff at the voices and the vocals of the singer, considering that they are no more than a hubbub. Others, however, like us, in these cries hear anger, despair, indignation, reaction and resistance. Why else would you say that you do not tacitly accept the things you are being served, anything that they want to impose on you “for your sake”. Through punk and hardcore alternations, with the angry frenzy of the singer, the tension that comes out of their whole creation makes you wonder, as they express their deepest thoughts, their emotions, through both their music and lyrics.

Six years after the release of their first album You, Me And The Violence, BIR release the album We Already Lost The World in which they criticize the self-centeredness and selfishness of the people in their verses. It’s a clear message for the prevalence of “us” and the overthrow of “ego”. And that, when you have nothing else to lose, the only thing that you can do is fight. Clearly. Simply.

 

Sylvia Ioannou

 

Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos

 

A-Sun Amissa – Ceremony In The Stillness (gizeh)

Πόσα ονόματα αξίζει να αναφερθούν ως αυτά που χαρακτηρίζουν τη νέα μουσική σήμερα; Δεν είναι πολλά και σίγουρα αυτά στέκουν κάπου μακριά από το στόχαστρο των μεγάλων υποβολέων του θεάματος. Δίπλα σε αυτά υπάρχουν κάμποσα άλλα που βγάζουν σταθερά ενδιαφέρουσες δουλειές χωρίς να επιδιώκουν την απόλυτη πρωτοπορία. Ένα από αυτά είναι οι A-Sun Amissa, οι οποίοι, ενώ αποτελούν το προσωπικό σχήμα του Richard Knox, πάντα βγαίνουν μπροστά ως ένα συλλογικό εγχείρημα, με διαφορετική σύνθεση και σκόπευση σε κάθε τους δίσκο.

Έχουμε ήδη καταγράψει τις εντυπώσεις μας πάνω σε ορισμένες προηγούμενες κυκλοφορίες του σχήματος, οπότε έρχεται το νέο αυτό άλμπουμ να θέσει εκ νέου ερωτήματα διαθέτοντας μία και μόνο μονολεκτική απάντηση. Αυτή είναι η απλότητα! Καταρχάς, έχουμε για πρώτη φορά την προσθήκη ενός ντράμερ στο σχήμα, με αποτέλεσμα να ανοίγει ο ήχος τους, σε αντίθεση με το παράδειγμα των [ B O L T ] όταν έφεραν κι αυτοί στον ήχο τους έναν ντράμερ και όπου είχαμε το στένεμα του κάδρου. Το άνοιγμα δίνει προφανώς μια νέα δυναμική στον ορχηστρικό τους χαρακτήρα και κάνει πιο ευδιάκριτες τις βασικές επιρροές του δίσκου, ακόμη κι εκεί που τα ντραμς απουσιάζουν. Για παράδειγμα, όσο αυτά βροντούν ως υπόβαθρο του πηγαίου λυρισμού των μισών συνθέσεων εδώ, έρχεται στον νου η παρακαταθήκη των GY!BE. Όταν σιωπούν, ακούς ένα αεράκι με το όνομα Labradford να σου χαϊδεύει τα αυτιά!

Αυτή, όμως, η ευδιάκριτη φύση των επιρροών τους είναι που κάνει πιο συγκεκριμένη την όλη πρότασή τους. Το προσωπικό στίγμα της μπάντας είναι πιο συγκροτημένο από ποτέ και κάνει να ακούγονται όλα ως μια φυσική απόρροια των μουσικών περιπτύξεων των συντελεστών τους. Οι συνθέσεις κυλούν σαν να μη γινόταν να πορευθούν αλλιώς, χωρίς πίεση, με μια αθώα φυσικότητα. Για αυτό δεν κολλά πάνω τους καμία ρετσινιά άλλης μπάντας ή ακόμη και συγκεκριμένου μουσικού είδους, μιας και όλα αυτά συμπαρασύρονται από μια απαλή ροή, που είναι και η δύναμη του δίσκου.

Το σκοτάδι πάντως παραμένει παρόν. Γίνεται ευδιάκριτο κάτω από τη βρομιά της παραγωγής ή στην κατάληξη νοσταλγικών θεμάτων. Αυτό τα συνέχει όλα ως μια δέσμη εσώτερου φωτός που κάνει το Ceremony In The Stillness, πέρα από την πιο ολοκληρωμένη τους δουλειά, ένα άλμπουμ το οποίο μπορεί να μην εκφράζει πανηγυρικά την εποχή του, αλλά σίγουρα εκφράζει ανόθευτα τον κόσμο του. Κι αυτό, σε έναν κόσμο σύγχυσης και έκφρασης κάτι άλλου από αυτό που το καθένα είναι, είναι κάτι το σημαντικό!


How many names are deserved to be reffered as the ones that characterise new music today? There are not many and for sure they stand away from the lights of spectacle. By them, stand some others who release steadily interesting records without searching for the absolute innovation. One of those names is A-Sun Amissa, who always comes up as a collective – in spite of being a project of Richard Knox – with different members and targeting in each one of their releases.

We have already written down our impressions on some of their previous albums, so the new one comes to raise new questions, which have one and only answer. This is simplicity! First of all, we have, for the first time, the use of drums resulting to the openness of their sound in contrast to the example of [ B O L T ], where adding a drummer “shortened” their own sound. Obviously, a new dynamic emerges regarding their instrumental nature, making the main influences of the album more visible, even where the drums are absent. For example, when those drums bang in the background of the hearty lyricism in half of the songs here, the legacy of GY!BE comes to mind. When they stay silent, a soft wind named Labradford caresses your ears.

However, this appreciable nature of influences makes their impact more unique. Their personal imprint is more structured than ever and it makes everything here sound as a natural result of the musical clinches of the contributors. The arrangements flow as if there wasn’t any other way to go, without pressure, with a naive naturalness. That’s why A-Sun Amissa cannot be pegged as an imitator of another band or even a follower of a musical trend, since all things here are being carried away by a soft flow, which is the force of the album.

In any case, darkness is present. It can be detected beneath the raw production and the endings of the nostalgic themes. It resides in everything as a beam of internal light that makes Ceremony In The Stillness, apart from their most complete work, an album which may not represent its era in a celebratory way, but purely expresses its own world for sure. And this, while living in a world of confusion and misrepresentation, is something important!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

The End – Svarmod Och Vemod Ar Verdisinnen (RareNoise Records)

“No one dares to start the talks”, ψιθυρίζει η Sofia Jernberg στο ξεκίνημα του “Translated Slaughter” και δεν μπορώ παρά να ταυτιστώ – απαιτεί κουράγιο και μόνο το να προσπαθήσεις να παρουσιάσεις έναν δίσκο όπως το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στο μυαλό κάποιων άλλων και να φανταστώ πώς θα ξεκινήσουν να μιλάνε γι’ αυτό.

Θα μιλήσουν για μια δημιουργική σύμπραξη 5 άριστων μουσικών με αποδεδειγμένες ικανότητες σε διάφορους μουσικούς χώρους. Δημιουργώντας, όμως, τους The End, οι κύριοι Mats Gustafsson (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Khetil Moster (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Anders Hana (βαρύτονη κιθάρα), Greg Saunier (τύμπανα) και η απαστράπτουσα Sofia Jernberg (φωνή) διαμορφώνουν έναν συλλογικό νου, μια οντότητα που γεννιέται και διαστέλλεται πέρα από τα κεκτημένα της μέχρι στιγμής καριέρας τους. Η οντότητα αυτή, αθέατη και άυλη, έρπεται στα ύψη και ίπταται στα βάθη της μουσικής γλώσσας, τυφλή από την άγνοια των ίδιων της των ορίων.

Θα μιλήσουν για μια free jazz που αψηφά όλα τα μουσικά είδη. Το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ισότιμο με τόσα και τόσα άλλα άλμπουμ που μπορούν επίσης να περιγραφούν έτσι. Επιφυλάσσοντας πάντα μια καινούρια ανατροπή σε κάθε προηγούμενη ανατροπή, το Svarmod… είναι το άλμπουμ που αψηφά όχι μόνο κάθε γνωστό στιλ, αλλά τελικά τον ίδιο του τον εαυτό, μοιάζοντας με μια μικροσκοπική τελεία που εκρήγνυται, παρασέρνοντας στο διάβα του σύμπαντα ολόκληρα για να καταλήξει πάλι σε μια μικροσκοπική τελεία, σε ένα ελάχιστο νετρόνιο ενέργειας. Θα μπορούσα να πιστέψω ότι η μουσική που περικλείεται εδώ δεν έχει γεννηθεί ακόμα ή ότι αποτελεί το τέλος κάθε γνωστής μουσικής. Ταυτόχρονα θα μπορούσα να συμφωνήσω ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αναρχικούς –σε σκέψη και καρδιά– δίσκους που θα ακούσουμε ποτέ, ένα αληθινό artistic ολοκαύτωμα.

Θα μιλήσουν ίσως για τις συνθέσεις. Πώς όμως να διαλέξεις λέξεις ικανές να περιγράψουν τα 6 επικά μουσικά αινίγματα που ο ακροατής καλείται να επιλύσει; Το εναρκτήριο “Svarmod” μάς εισάγει σε έναν μισοφωτισμένο κόσμο με το τελετουργικό, θρηνητικό θέμα των δύο σαξοφώνων, το noise υπόβαθρο και το αφηρημένο drumming. Το “Vemod” που έπεται χτίζεται πάνω σε ένα σχεδόν νορμάλ psych rock riff του Hana, ξεχειλίζοντας από ενέργεια, ενώ η Jernberg ξεκινάει ένα απίστευτο ρεσιτάλ, που περιέχει από ανατολίτικα τσακίσματα ως απεγνωσμένους λαρυγγισμούς. Η ερμηνεία της, όμως, πραγματικά πάει σε άλλες διαστάσεις στα δύο 14λεπτα track που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του δίσκου, τους δυο αντίθετους πόλους αυτού του παράξενου πλανήτη. Το “Translated Slaughter” μοιάζει περισσότερο με ένα θεατρικό έργο ανοιχτής δομής που βασίζεται πάνω στην ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, σε ένα δράμα που μυρίζει θάνατο και σκόνη. Το “Don’t wait”, από την άλλη, οδηγείται από την ωμή δύναμη των σαξοφώνων –φαντάσου τα δυο βασικά τους “riff” παιγμένα από κιθάρες κι έχεις σαλεμένους Black Sabbath– στον πυρήνα του όμως αποτελεί ένα οργισμένο μανιφέστο. Hardcore γίγαντες με ολόκληρες δισκογραφίες θα ζήλευαν τη σκληρή αλήθεια αυτής της σύνθεσης, τις ζοφερές λέξεις μιας ακόμη πιο ζοφερής πραγματικότητας. Ένας σύγχρονος ύμνος; Δυστυχώς. Το ενός λεπτού “Rich and poor” αυτοσχεδιαστικά οδηγεί στο τελετουργικό ξανά φινάλε “Both Sides Out”, όπου η κάθαρση εξασφαλίζεται μέσα από τη θορυβώδη παράνοια μιας μπάντας, ενώ σηματοδοτεί το όνομα της.

Ίσως να μιλήσουν για τα πηχτά σκοτάδια που κυκλώνουν τον δίσκο. Κι όμως, κανένα σκοτάδι δεν ταιριάζει στο Svarmod… – πέραν του ασήμαντου σκοταδιού των κλειστών ματιών κατά την ακρόαση του. Διότι μπορεί η ακρόαση να είναι επίπονη και δύσκολη, στο τέλος αφήνει ανεξίτηλα όμως το φως, ένα φως μακρινό και απροσδιόριστο μα ζεστό και γενναιόδωρο. Ίσως αυτή τελικά να είναι και η πεμπτουσία του: κάθε φορά που ο δίσκος τελειώνει ίσως νιώσεις αναγεννημένος, λυτρωμένος, με τα δεσμά λίγο πιο χαλαρωμένα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες λέξεις θα διαλέξουν οι άλλοι για να μιλήσουν για αυτό, αναρωτιέμαι αν θα βρουν σωστές και όμορφες λέξεις. Αμφιβάλλω, όπως αμφισβητώ και τις λέξεις που εγώ διάλεξα. Διότι τελικά –και το βλέπω καθαρά τώρα– η μουσική των The End δεν απευθύνεται στο έλλογο μέρος μας. Ορμά κατευθείαν σε ψυχή και σε σώμα. Αν σε γραπώσει, θα μετατραπεί σε βίωμα σωματικό, θα μπει στο κορμί σου και θα σου στρίψει καρδιά και σωθικά. Θα σε αφήσει όμως ελαφρύτερ@ και με αυξημένη συνείδηση. Θα σε αφήσει με έναν παράξενο τρόπο εξαγνισμέν@, λίγο πιο ελεύθερ@, λίγο πιο θυμωμέν@, φανερά όμως ανακουφισμέν@ ότι αυτή η γερασμένη κυρία Τέχνη μπορεί ακόμα –με νύχια και με δόντια– να έχει τέτοια δύναμη, σε πείσμα των καιρών και όλων όσων θέλουν να είμαστε πειθήνιοι, σκλάβοι και προβλέψιμοι.

Οι The End στο ντεμπούτο τους τολμούν και καταφέρνουν να ανοίξουν αυτήν τη συζήτηση και δεν μπορώ να βρω μεγαλύτερο κομπλιμέντο.


“No one dares to start the talks”, Sofia Jernberg whispers in the beginning of “Translated Slaughter” and I have no option but fully relate to that – it takes enormous courage even to start a presentation of an album like Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen . I am trying to put myself in other people’s minds and I am trying to imagine how they would even start talking about it.

They will describe the creative collaboration of 5 excellent musicians with an established presence of proven quality in many different musical territories. Nevertheless by forming The End, Mats Gustafsson (Baritone/Tenor Sax), Khetil Moster (Baritone/Tenor Sax), Anders Hana (Baritone Guitar), Greg Saunier (Drums) and the dazzling Sofia Jernberg (Voice) create a collective mind, an entity that is simultaneously born and ever expanding beyond anything they have acquired in their careers so far. This entity, unseen and intangible, crawls in the heights and flies to the depths of music’s language, blinded by the ignorance of its own boundaries.

They will speak of a genre-defying free jazz album but Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen cannot be regarded as an equal to the countless albums out there described in similar words. Reserving a new twist after each twist, Svarmod… not only defies musical genres, but its very own self. It resembles a tiny dot that explodes and sweeps away entire universes only to end up being a tiny dot again, the slightest neutron of energy. It would be easy to believe that this music has not been conceived yet or that it is the final destination of every known musical style. At the same time I could agree that this is one of the most genuinely anarchic albums – in heart and mind – one will ever encounter, a true artistic holocaust.

They may try to analyse the compositions but how to find the right words to describe the 6 epic enigmas that the listener has to solve? Opening track “Svarmod” enters us into half-lit world, with the ritualistic, mournful theme of the two Saxes, the noise background and the abstract drumming. “Vemod” follows bursting with energy, being built upon an almost normal psych rock riff by Hana, while Jernberg starts her own sensational show that includes everything from eastern-sounding voice bendings to desperate throat noises. Still, her performance is destined to reach new dimensions during the two 14 minutes long tracks that follow, the tracks that consist the album’s very spine and the two opposite poles of that strange planet. “Translated slaughter” feels like an open-structured theatrical play that is entirely based on the protagonist’s every breath, in a masterfully built death-and-dust-smelling drama. On the other hand, “Don’t wait” is led by the saxophones’ raw power – just imagine the two main “riffs’ played by distorted guitars and you’ll get twisted Black Sabbath – only to express its voice as a raging manifesto. Even the greatest hardcore giants would envy the brutal truths of this composition, the morbid words of an even more morbid reality. A modern age anthem? Sadly, yes. The short improvisational “Rich and poor” leads to the grand finale “Both Sides Out”, another ritual-like track where catharsis is obtained through the sonic paranoia of a band that tries to signify its own name.

Maybe they will refer to the thick darkness that surrounds Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen’s every note. However there is no place for real darkness here – besides that insignificant one that comes with listening to it with closed eyes. Listening to it may be hard and agonising but it finally leaves you with an indelible light, a distant and undefined light that also feels warm and generous. This is probably the album’s quintessence: every time it ends one may feel reborn, redeemed and with bonds somehow a bit loosened.

And so I wonder which words will the others choose for this album, I wonder if they will find the right and beautiful words. I doubt it though, as I doubt the words of my own choosing because – and I see it now clearly – The End create music that does not address to the rational part of ourselves but rushes straight towards our souls and bodies instead. If it grabs you, it will transform into a physical experience. It will enter your body twisting your heart and your guts, but it will leave you lighter and with increased consciousness. In strange ways, you may feel purified, a bit more free, a bit angrier and definitely relieved that Art is still capable – clawing and kicking – of producing such power, in spite of the times and of those that want us obedient, enslaved and predictable.

The End’s debut dares, it absolutely dares to start the talks and this particular subject. I have no higher compliment than that.

 

 

Antonis Kalamoutsos