Decemberance – Conceiving Hell (Endless Winter)

 Οι Decemberance ανέκαθεν ήταν από τα πιο παράδοξα ελληνικά σχήματα. Από το 1998, όταν κυκλοφόρησαν το πρώτο τους ντέμο, έως τις μέρες μας, κράτησαν μια απόμακρη στάση από τις εγχώριες μουσικές τάσεις. Ελάχιστες, πολύ αραιές μεταξύ τους κυκλοφορίες, ακόμη πιο αραιές ζωντανές εμφανίσεις – αραιές, αλλά στοχευμένες, ίσως έχοντας κατά νου την νοοτροπία του ελληνικού κοινού – και εμμονή σ’ ένα μουσικό ιδίωμα που μόνο την τελευταία δεκαετία έγινε μόδα, και αυτό αφού πρώτα πέρασε από αρκετές μεταλλάξεις.

 Κυρίως, όμως, οι Decemberance ανέκαθεν ήταν απρόβλεπτοι όσον αφορά το περιεχόμενο των κυκλοφοριών τους. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι η ίδια μπάντα που έβγαλε το Just a Blacklad το 2001 είναι η ίδια μπάντα που έβγαλε το Inside το 2009 ∙ ο υποφαινόμενος θεωρεί ότι ο εν λόγω δίσκος ήταν όχι μόνο εξαιρετικός, αλλά ένα πραγματικό κατόρθωμα για το doom metal γενικά – ένας δίσκος που, παρά τη δυσκολία του, εξαιτίας των διαρκών αλλαγών στις συνθέσεις, που περνούσαν απ’ το καθαρόαιμο doom στο τεχνικό death metal κι από’ κεί στο progressive rock και ξανά πάλι, ακουγόταν – και ακούγεται ακόμη και σήμερα – πρωτότυπος, συναρπαστικός και δουλεμένος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ∙ για να το πω διαφορετικά, το Inside ήταν ένας ένας δίσκος που δύσκολα μπορεί να τον ξεπεράσει ο δημιουργός του.

 Απ’ αυτή την άποψη, το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του Conceiving Hell, της τωρινής κυκλοφορίας των Decemberance μετά από ολοκληρωτική απουσία έξι ετών, είναι ότι δεν αποπειρώνται καν να ξεπεράσουν το Inside. Αντιθέτως, αν κάτι είναι άμεσα εμφανές είναι ότι οι Decemberance προσπαθούν πρωτίστως να ξεπεράσουν την μέχρι τώρα ιστορία τους, κι αυτό γιατί στο Conceiving Hell μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία που παραπέμπουν τόσο στις βαρύτερες, πιο αργόσυρτες, αλλά και πιο τεχνικές στιγμές του Inside, με σκεπτικό όμως που παραπέμπει στους πιο πρώιμους Decemberance (ευτυχώς, περιορίζονται μόνο στο σκεπτικό – κάθε τι άλλο έχει εμφανώς προχωρήσει από εκείνη την εποχή). Μ’ άλλα λόγια, στο Conceiving Hell, οι Decemberance απεμπόλησαν τα progressive στοιχεία, τα πολλά πλήκτρα, και εστίασαν στο καθαρά doom/death metal σκέλος, με τρόπο που αναμφίβολα θα καταγοητεύσει – εάν δεν ενθουσιάσει – τους οπαδούς της παλιάς doom/death metal σχολής των ‘90’ς, θυμίζοντας το παλιό, καλό doom/death των πρώιμων My Dying Bride, Anathema και άλλων παρεμφερών κλασικών σχημάτων του είδους, σε συνδυασμό με μέρη που παραπέμπουν στον ήχο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα (π.χ. την μεσαία περίοδο των Esoteric). Η ποικιλία των μουσικών θεμάτων είναι μεγάλη, αλλά όχι τόσο καταιγιστική όσο στην πρώτη δουλειά των Decemberance, πράγμα που επιτρέπει τόσο τα θέματα, όσο και τα κομμάτια συνολικά, να αποτυπώνονται πιο εύκολα στην μνήμη, παρά την μεγάλη (έως πολύ μεγάλη) διάρκεια των κομματιών ∙ τα κάνει να ακούγονται περισσότερα σαν κομμάτια, παρά σαν ασκήσεις ενορχήστρωσης θεμάτων.

 Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν σωστό να πούμε ότι το Conceiving Hell είναι κι αυτό μια ακόμη τακτική επιβίωσης διαμέσου της επιστροφής στις ρίζες, κι ένα ακόμη δείγμα ότι το doom metal, υπό την τρέχουσα μορφή του, έχει κορεστεί; Θεωρώ πως όχι, κι αυτό γιατί το Conceiving Hell πρωτίστως αναδεικνύει και φέρνει στην πρώτη γραμμή χαρακτηριστικά που υπήρχαν απ’ την αρχή στους Decemberance – εξάλλου, μιλάμε για ένα συγκρότημα που υφίσταται ήδη κοντά είκοσι χρόνια στα πράγματα –, αλλά το κάνει αυτό με τρόπο που να δείχνει όχι πισωγύρισμα, αλλά εξέλιξη. Δεδομένου ότι, όπως ανέφερα πιο πάνω, οι Decemberance είναι απρόβλεπτοι, δεν θα αποπειραθώ καν να εικάσω πως μπορεί να είναι η επόμενη δουλειά τους, εάν και όταν υπάρξει. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά, πάντως, ότι το Conceiving Hell είναι ήδη στο προσωπικό μου τοπ 5 για το 2017.

ΑΤΜ

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος

Christine Ott – High Plains – Jacaszek

Christine Ott – Tabu OST (gizeh)

Ως γνωστόν οι ταινίες του βωβού κινηματογράφου δεν ήταν ποτέ βουβές, καθώς υπήρχε μια ζωντανή μουσική που διάνθιζε κάθε τους σκηνή. Πολλά ονόματα σήμερα τολμούν να επενδύσουν με δικό τους υλικό κάποια κλασσική ταινία του μακρινού παρελθόντος θέλοντας να κλέψουν κάτι από τη μαγεία τους και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν κάτι το νέο. Αυτό που συμβαίνει στη περίπτωση της Christine Ott η οποία επιλέγει να ντύσει με δική της μουσική την τελευταία ταινία του F.W. Murnau Tabu (του 1931), είναι αξιοπρόσεκτο, καθώς το soundtrack της ακούγεται μόνο του αρκετά φλύαρο. Όταν όμως συνοδεύει την ίδια την ταινία, όλα είναι σαν να βρίσκουν το τέλειο σημείο εφαρμογής τους!

Όσον αφορά την ταινία, τολμώ να πω ότι αν και χωρίς φωνές περνά το κατώφλι που διαχωρίζει τον βουβό με τον κινηματογράφο όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, καθώς η χρήση των γραμμάτων που διαβάζουν ή συγγράφουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστ@ς δίνει κάτι το πιο ζωντανό από την παράθεση απλών φράσεων που εξηγούν την πορεία των γεγονότων. Η μουσική βέβαια υπακούει στο ρυθμό της κάθε σκηνής και αποφεύγοντας πολλές εναλλαγές και δραματικά κρεσέντο, αν και κατά βάση πιανιστική, οδηγεί ιδανικά στην κορύφωση της ταινίας. Μιας ταινίας που καθώς τελειώνει μένεις απορημέν@ πώς με ηθοποιούς ερασιτέχνες ιθαγενείς των νησιών όπου γυρίστηκε και όντας παμπάλαιη, κρατά αυτή την αδιάψευστη τελειότητα που χαρακτηρίζει κάθε αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Ευχαριστούμε, λοιπόν, την Chistine για την ευκαιρία να (ξανά)δούμε το Tabu με ένα άλλο μάτι… και αυτί!

High Plains – Cinderland (kranky)

Διανύουμε μέρες κατάνυξης και νηστείας οπότε και περιμένουμε τα ανάλογα θαύματα. Θαύματα κανονικά όμως, όχι χριστιανικά με εικόνες που κλαίνε ψεύτικα δάκρυα ή σαρκία που δεν σαπίζουν ποτέ επειδή τα ζώνει η υγρασία. Θαύματα μουσικά για να έρθουμε και στο θέμα μας. Το Cinderland, ο πρώτος δίσκος της σύντομης συνεργασίας του Scott Morgan (Loscil) με τον τσελίστα Mark Bridges, αποτελεί ένα δίσκο-ρουφήχτρα. Με το που ξεκινά δεν δίνεις σημασία στις νότες ή στις ατμόσφαιρες που διακριτικά απλώνονται γύρω σου, αλλά στο ψυχρό και συνάμα γλυκό ρεύμα που σε ρουφάει και σε παρασέρνει σε μια κατηφόρα προς το άγνωστο.

Κάθε σύνθεση ξεκινά με κάτι πολύ απλό ως βάση και στη συνέχεια εμπλουτίζεται με μαγικό τρόπο χάρις στην έμπνευση των δυο δημιουργών. Κάθε απολαυστικό κομμάτι σκιαγραφεί αργά αλλά και συνεκτικά μια απαράμιλλη γοητεία, θυμίζοντας σε συγκινησιακό επίπεδο τη θέρμη post rock συνθέσεων (βλ. την έκρηξη στο “The White Truck”). Η κατάληξη του Cinderland σου γεννά την αίσθηση ανύψωσης πάνω από μια επίπεδη καθημερινότητα κι ενώ όλα ξεκίνησαν από μια κάθοδο! Αυτό κι αν είναι θαύμα!

Jacaszek – Kwiaty (ghostly international)

Πως υπολογίζεται ο χρόνος στη μουσική; Το να κυλάει αργά ένας δίσκος δεν είναι ένα καλό σημάδι, ασχέτως αν στη ζωή ισχύει το ανάποδο όσον αφορά την απόλαυση. Αμέσως όμως μετά από κάθε απάντηση έρχεται το ερώτημα πάνω στην ίδια την έννοια του χρόνου. Τί είναι αργό και τί γρήγορο; Η ταχύτητα που ένα λουλούδι ανθίζει στη νύχτα έχει άλλο μέτρο εκτός από τον εαυτό της; Σαφώς και όχι! Κάτι παρεμφερές συμβαίνει στο νέο άλμπουμ του Πολωνού Jacaszek όπου κάθε σύνθεση καθορίζει την δικιά της αργοκίνητη, αλλά και ουσιαστική κίνηση. Για άλλη μια φορά επικεντρώνεται σε λουλούδια στους τίτλους (βλ. το προηγούμενο του άλμπουμ) και ίσως η ελαφρώς ποιητική παρομοίωση που προανέφερα να μην ακούγεται τόσο άκυρη κι εδώ.

Βασικό συστατικό του δίσκου είναι οι γυναικείες φωνές των Hania Malarowska, Joasia Sobowiec-Jamioł και Natalia Grzebała. οι οποίες καθορίζουν το ηχόχρωμα κάθε κομματιού. Πότε οι στίχοι είναι καθαροί, πότε στο χάσιμο, με τα αποτελέσματα να είναι σταθερά κατανυκτικά. Είμαι σίγουρος ότι όσο θα ακούω τον δίσκο θα ανακαλύπτω ολοένα και περισσότερο τις κρυφές του χάρες, οπότε επανερχόμενος στο αρχικό μας θέμα, θα αφήσω τον χρόνο να συμμαχήσει με τις ακροάσεις του Kwiaty.

Μπάμπης Κολτράνης

Amniac – Matriarch (name your price)

Στην δεύτερη τους δουλειά, ονόματι Matriarch, οι Amniac αν μη τι άλλο δείχνουν ότι βρίσκονται σε μεγάλες φόρμες: καλογραμμένα και δουλεμένα – από όλες τις απόψεις – κομμάτια, έγχορδα και τύμπανα που αποπνέουν τεχνική, χωρίς ωστόσο να κάνουν επίδειξη, και χωρίς να αναλώνονται σε φλυαρίες ή να κάνουν κατάχρηση των διαθέσιμων τεχνολογικών βοηθημάτων, παθιασμένα φωνητικά, άλλοτε άγρια κι άλλοτε μελωδικά, και παραγωγή που μολονότι ο υποφαινόμενος θα την ήθελε πιο μπασαρισμένη, είναι αρκετά καθαρή και δεν υποβαθμίζει την συνολική ενέργεια της μπάντας. Εάν το Matriarch είχε βγει κατά την περίοδο 2010-2013 (άντε, 2014, που είναι και η χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας των Amniac), ο εγχώριος τύπος θα είχε βουίξει για τους έλληνες (με μικρό ή κεφαλαίο γράμμα) Neurosis, ή τους έλληνες Amen Ra, ή τους έλληνες (ας συμπληρώσει ο καθένας κι η καθεμιά το σχετικό, κατά τη γνώμη τ@, συγκρότημα).

Δεδομένου, όμως, ότι η περίοδος αυτή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, εδώ είναι που υπεισέρχεται και το «αλλά» του πράγματος.

Μέσα στα κομμάτια του Matriarch υπάρχουν δύο τάσεις: η μία τάση, εκουσίως ή ακουσίως, παραπέμπει στο πιο παραδοσιακότροπο metal, και η άλλη τάση ακολουθεί τα τυπικά postrock/metal μοτίβα. Υπάρχουν, δηλαδή, ιδέες που άνετα θα μπορούσαν να υπάρχουν σ’ έναν σύγχρονο doom metal δίσκο – και όχι μόνο (π.χ. στα “Huntress Virgin Goddess” και “Devadasi”). Τολμώ να πω ότι η ίδια τάση υπήρχε και στην πρώτη τους δουλειά, με τίτλο Infinite, αλλά στο Matriarch είναι ακόμα πιο τονισμένη. Παρ’ ότι η συνύπαρξη των δύο τάσεων δεν αποβαίνουν η μία κατά της άλλης κατά την ανάπτυξη των συνθέσεων, και χωρίς να παραβλέπω ότι οι Amniac φαίνονται γενικά ταγμένοι στον postmetal/sludge ήχο, τα πιο παραδοσιακότροπα στοιχεία ακούγονται πιο τολμηρά, ίσως και πιο «φρέσκα» (!), σε σχέση με τα post στοιχεία, που ακούγονται απλά… συνηθισμένα, σχεδόν τυπικά του ιδιώματος – σαν να θεωρήθηκε θεμιτό να υπάρχουν στα κομμάτια απλά ως δηλωτικά, σαν αναγκαία σύμβαση, ως έναν τρόπο προκειμένου οι Amniac να υπενθυμίζουν σε ποια κατηγορία ανήκουν, ίσως όμως κι ως απαραίτητο συνδετικό στοιχείο μεταξύ των δύο κυκλοφοριών των Amniac.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η συνύπαρξη των στοιχείων δεν δυσχεραίνει την ακρόαση ∙ έχει, ωστόσο, ένα άλλο αποτέλεσμα: ότι καθιστά, από ένα σημείο και μετά, τα κομμάτια προβλέψιμα ως προς την ανάπτυξη τους – πράγμα που με τη σειρά του, καθιστά πιο δύσκολη την επιβίωση του Matriarch σε βάθος χρόνου, όπως καθιστά δύσκολη και την ανάδειξη των Amniac σε μια αυτόνομη οντότητα σ’ έναν χώρο που, αν και σε μικρότερο βαθμό απ’ ότι στο postrock, φλερτάρει πολύ στενά με τις συμβάσεις. Το Matriarch είναι μια καλή δουλειά από πολλές απόψεις, αλλά εν έτει 2017, είναι εξίσου θεμιτό να υπάρχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις.

ATM

Rank/Xerox – Cut Off – Crusades

Rank/Xerox – M.y.t.h. (adagio830)

Η μουσική των Καλιφορνέζων RX φέρνει στην αίσθηση που σου αφήνουν τα πρωινά που έχουν να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη μέρα μπροστά τους και τα βράδια που ξεμένουν από απαντήσεις. Αυτό το τέντωμα πριν το σπάσιμο, πριν εκραγούν όλα, μεταδίδεται και από τα τέσσερα κομμάτια του νέου τους EP. Το φοβερό είναι ότι ακούγεται τόσο ολοκληρωμένο το αποτέλεσμα που σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις να κάνεις με ένα κανονικό άλμπουμ, αν και η διάρκεια του είναι μόλις δεκατέσσερα λεπτά! Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι τα κομμάτια διαφέρουν ευτυχώς και επιτυχώς μεταξύ τους κάνοντας το διαχωρισμό στον ήχο μεταξύ post-punk και punk rock να φαντάζει ανούσιος.

Cut Off – Selftitled 7inch (scarecrow)

Χωρίς ανάσα έχει κλείσει και η δεύτερη πλευρά του τελευταίου επτάιντσου των Αθηναίων Cut Off και δεν έχω προλάβει καν να γράψω μια αράδα. Στο διάλειμμα, λοιπόν, μεταξύ των δυο απανωτών ακροάσεων του αντιλαμβάνομαι ότι η μπάντα συνεχίζει να κρατά τα εντελώς απαραίτητα από την hc τεχνοτροπία έχοντας αυτή τη φορά μια ελαφρά κλίση προς τις πρώτες δουλειές των Agnostic Front. Όλα κινούνται γρήγορα χωρίς δεύτερη σκέψη και είναι ουσιαστικά αυτό που θέλει να πετύχει η μπάντα, κραδαίνοντας το α λα Black Flag απειλητικό μαχαίρι στο εξώφυλλο, αυτή η αίσθηση του χτυπήματος που δεν προλαβαίνεις καν να το πάρεις χαμπάρι. Αν και δυστυχώς αυτή η μίνι κυκλοφορία είναι το κύκνειο άσμα της μπάντας, το χτύπημα μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως νοκ άουτ!

Crusades – This Is A Sickness & Sickness Will End (Anxious & Angry/Countless Altars)

Οι Καναδοί Crusades δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη φτωχή λίστα των νέων σχημάτων στο punk/hc που έχουν να που κάτι και δεν θυμίζουν αναμασήματα του παρελθόντος. Ο βασικός λόγος που ισχύει αυτό είναι ο ογκόλιθος που έβγαλαν πριν τρεισήμισι χρόνια και ο οποίος συμπύκνωνε ουσία, έμπνευση και νεύρο. Στο νέο τους άλμπουμ δεν παρατηρείται καμία ιδιαίτερη αλλαγή στο ύφος τους, πέραν του γεγονότος ότι θυμίζουν για πρώτη φορά ελαφρώς τους Propagandhi, όπως επίσης ότι ο ήχος τους έχει γίνει λιγότερο βρώμικος από ότι στα προηγούμενα τους.

Πρωτίστως σε αυτή τη μουσική παίζουν ρόλο οι μελωδίες και τα παιξίματα τους. Ως προς το δεύτερο η μπάντα διαπρέπει, αλλά ως προς το πρώτο κάπως πάσχει εδώ. Λείπει η συνέχεια μετά το εναρκτήριο κατακλυσμιαίο “1590”, λείπουν οι μεστοί στίχοι που θα απογειώσουν τις συνθέσεις και λείπει αυτή η δύναμη που σε παρέσερνε στο προηγούμενο τους δίσκο. Πάντως σε σχέση με ότι παρεμφερές βγαίνει στο συγκεκριμένο ήχο εδώ και πολλά χρόνια, το άλμπουμ αυτό στέκει σε αξιοπρεπή επίπεδα και συστήνεται έστω για μια υποτυπώδης ακρόαση.

Μπάμπης Κολτράνης

Manic Street Preachers & Jenny Saville

Υπάρχει άραγε κάποιος αριστουργηματικός δίσκος στην ιστορία της μουσικής που να μη διέθετε ένα εξώφυλλο αντιστοίχου υψηλού επιπέδου όσον αφορά την αισθητική; Απολύτως κανένας! Σε αυτόν τον κανόνα, μάλιστα, δεν χωράνε εξαιρέσεις, και για να βρούμε τους λόγους που συμβαίνει αυτό, θα πρέπει να εξετάσουμε τον εκάστοτε δίσκο ως ειδική περίπτωση. Από μια λίστα κλασσικών δίσκων τέτοιου επιπέδου δεν θα έλειπε, κατά την προσωπική μου άποψη, το The Holy Bible των Manic Street Preachers. Όσα προηγήθηκαν, και όσα ακολούθησαν την κυκλοφορία αυτού του δίσκου το 1994, έχουν λάβει μια μυθική υπόσταση, κι είναι σίγουρο ότι όσα κι αν γραφτούν είναι λίγα για να εξαντλήσουν το συγκεκριμένο θέμα – αν και φαντάζομαι ότι το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο Escape From History, που μιλά ακριβώς για αυτήν την περίοδο, θα έχει να πει ενδεχομένως κάτι το καινούργιο.

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Το 1994, οι MSP έχουν ήδη κάνει ένα εκκωφαντικό μπαμ, αν και δεν ήταν με μια τόσο μεγάλη επιτυχία όσο υπόσχονταν τα τότε επιτυχημένα singles τους. Ο τρίτος τους δίσκος έμελλε να είναι αυτός που θα τους επέτρεπε, σε κλίμα πλήρης καλλιτεχνικής ελευθερίας, να πράξουν μια τολμηρή κατάδυση μέσα τους, βγάζοντας τον πιο δυνατό τους δίσκο (από όλες τις απόψεις), και σίγουρα τον κορυφαίο στιχουργικά δίσκο της γενιάς τους. Ιθύνων νους ως προς τους στίχους, καθώς υποσκέλισε τον Nicky Wire όσον αφορά προς το τότε διαθέσιμο υλικό, αναδείχθηκε ο Richey Edwards, ο οποίος εκείνη την περίοδο διάβαζε τρία βιβλία την ημέρα. Το υλικό που συνέλεξε, και που έδωσε στους άλλους δυο για να γράψουν πάνω τους τα τραγούδια του δίσκου, είχε κάτι το δαιμονιώδες, το ωμό και συνάμα ευαίσθητο, σε σημείο που να αποκαλύπτονται αρκετά σκοτεινά βιογραφικά του στοιχεία. Δεδομένου ότι η αισθητική της μπάντας ήταν ένα στοιχείο που την απασχολούσε σε σημαντικό βαθμό, χαρακτηρίζοντας και την εκάστοτε ξεχωριστή δημιουργική της περίοδο, ο ίδιος ο Richey προσέγγισε τη συνομήλικη του – και νεαρή εκείνη την εποχή – εικαστικό Jenny Saville για να της ζητήσει να συνεργαστούν, εξηγώντας της από κοντά το περιεχόμενο κάθε σύνθεσης του δίσκου! Η ίδια όχι μόνο πείστηκε, αλλά παραχώρησε το έργο της με τίτλο Strategy (South Face/Front Face/North Face) χωρίς να ζητήσει κάποιο αντίτιμο από την μπάντα. Έτσι συναντήθηκαν ο τρόπος που προσέγγιζε την απεικόνιση των σωμάτων η συγκεκριμένη εικαστικός, δηλαδή την σκιαγράφηση γυναικών σε μεγέθυνση και με χρώματα σχεδόν βίαια, και η αισθητική πρόταση της μπάντας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε στους προηγούμενους δίσκους της εξώφυλλα με αντρικά σώματα, και που ήθελε στο The Holy Bible να βγάλει κάτι το ωμά ειλικρινές και βαθυστόχαστο.

 

 

Το τίμημα της συγκεκριμένης κυκλοφορίας αποδείχθηκε πολύ βαρύ για τον ίδιο τον Richey, ο οποίος δεν άντεξε την πάλη με τους δαίμονες του και εξαφανίστηκε από προσώπου γης τον Φλεβάρη του 1995. Μετά την επιστροφή της ως τρίο το 1996, η μπάντα γνώρισε μια τεράστια εμπορική επιτυχία και δικαίως καταξιώθηκε ως ένα από τα κορυφαία σχήματα του καιρού μας. Το 2009, μετά από άλλο ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ, το Send Away The Tigers του 2007, οι MSP αποφάσισαν να βγάλουν ένα δίσκο αποκλειστικά με στίχους του εκλιπόντα, που είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι. Ήταν λογικό να συνεργαστούν για μια ακόμη φορά με την Jenny Saville, έχοντας σκοπό να δημιουργήσουν μια αισθητική γέφυρα που θα συνέδεε το Journal For Plague Lovers με το The Holy Bible.

 

 

Το έργο της καταξιωμένης πλέον εικαστικού με τίτλο Stare έδεσε τέλεια με το περιεχόμενο ενός δίσκου, ο οποίος αποτύπωνε κοφτερές ματιές πέρα από κάθε τι που μπορεί να μας κρύβει μια ποταπή καθημερινότητα, πηγαίνοντας πέρα από τα κλασσικά μοτίβα ενός rock δίσκου. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο, μάλιστα, έφτασε να λογοκριθεί από τα μεγάλα καταστήματα δίσκων στην Αγγλία, καθώς κρίθηκε βίαιη η εικόνα του πορτρέτου, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί ο δίσκος με ένα άσπρο περιτύλιγμα!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie