James Holden & The Animal Spirits – Machinefabriek – Snow Palms

James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (border community)

Τι άραγε συνδέει μεταξύ τους όλα τα τρία βασικά άλμπουμ του μπιρμπιλομάτη James Holden, τις αρκετές συνεργασίες του, τα υπεραρκετά χορευτικά dj set του και τα remix του σε ένα κάρο ονόματα (βλ. Britney Spears, Depeche Mode μεταξύ άλλων); Πιθανόν τίποτα και ταυτόχρονα κάτι το άμεσα αναγνωρίσιμο, που είναι μια συνεχής προσπάθεια ξεπεράσματος του ίδιου του μουσικού εαυτού του. Το νέο του άλμπουμ αποδεικνύει πανηγυρικά ότι το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της dance σκηνής πλέον κόβει τις γέφυρες με το παρελθόν του, καθώς το νέο του υλικό απέχει κατά πολύ από κάτι που θα μπορούσε έστω να ρεμιξαριστεί κάπως.

Με την μπάντα που πλέον υποστηρίζει τις ιδέες του, απότοκο της τουρνέ του για το The Inheritors, μπήκαν στο στούντιο και λειτούργησαν ως κυνηγοί της έμπνευσης των στιγμών μακριά από λογικές περαιτέρω επεξεργασίας του αυτούσιου υλικού. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς δεν έχουμε ένα απλό τζαμάρισμα, αλλά μια ολοκληρωμένη αισθητικά πρόταση που θυμίζει παγανιστικές λειτουργίες σε αφρικανικό έδαφος και spiritual jazz σε πάρτι στο δάσος. Ok, αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως προβλέψιμο τη σημερινή ανάκατη εποχή, αλλά είναι τέτοιο το φιλτράρισμα που γίνεται σε βαθμό να μιλάμε για κάτι το πρωτοποριακό. Μάλιστα, θα έλεγα ότι το άλμπουμ αυτό στέκει βήματα μπροστά από τον κάπως στρυφνό προκάτοχό του, όπως κι επίσης από άλλες φετινές δουλειές που συγγενεύει μουσικά (βλ. Floating Points). Αν μάλιστα οι όμορφες συνθέσεις εδώ κρατούσαν τον ψηλό πήχη του “Each Moment Like The First”, το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε ξέχωρα από τα άλλα και ακούγοντάς το σε κάνει να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι αυτές τις συγκεκριμένες πρώτες δικές σου στιγμές, θα μιλάγαμε άνετα για τον δίσκο της χρονιάς σε άποψη μουσικής αξίας.

 

 

Machinefabriek – Becoming (self-released)

Όλες οι μουσικές κάνουν τον κύκλο τους. Όσο δεν βρίσκουν διεξόδους αλλαγής και ξεπεράσματος των αρχικών φορμών τους, μένουν να στέκουν αμήχανες στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του Machinefabriek συγκαταλέγεται στα εξέχοντα του drone/ambient/experimental χώρου που βγάζουν σωρηδόν νέες δουλειές μεταξύ των οποίων βρίσκουμε συχνά διαμάντια. Έρχεται όμως η στιγμή που κάπου όλα ακούγονται το ίδιο. Τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες νότες, τα ίδια συναισθήματα παραμονεύουν για να εξαφανίσουν τελικά το στοιχείο της έκπληξης και βεβαίως της ουσίας της μουσικής αυτής, που είναι ο πειραματισμός.

Θεωρώ ότι με το Becoming, το οποίο αποτελεί τη μουσική επένδυση της ομότιτλης φετινής χορευτικής παράστασης του Ivan Perez, ο εν λόγω Ολλανδός δημιουργός προσπαθεί κάπως να ξεφύγει από τον ίδιο του τον φορμαλισμό. Ξεκινώντας η σύνθεση με μιας ιδιαιτέρως χαμηλής έντασης ηχοκύματα, σε βάζει από την αρχή σε ένα κλίμα αναμονής προς κάτι το αχαρτογράφητο. Εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά μια γυναικεία φωνή, η οποία είναι σαν να μεταφέρει σινιάλα από έναν ορίζοντα που σιγά σιγά ξεμακραίνει. Η σύνθεση παίρνει μια πιο συμπτυγμένη μορφή στη συνέχεια, με τον θόρυβο να μη δίνει το οριστικό τέλος, παρά μόνο μια υπόσχεση ότι μετά το πέρασμά του η φωνή θα επανεμφανιστεί πιο ζεστή και οικεία αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση της ίδιας σύνθεσης, λόγω της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από την προαναφερθείσα, ακούγεται πιο άνευρη. Οπότε επιστρέφουμε στα τριανταεννιά λεπτά ενός ταξιδιού προς το άγνωστο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του ως προς τη συνέχεια της πορείας του.

 

 

Snow Palms – Origin & Echo (village green)

Το ζήτημα που τέθηκε πριν για την αξία του σημερινού βομβαρδισμού νέων μουσικών θα μπορούσε να μπει και για τα ονόματα που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά νέο άλμπουμ. Ο Snow Palms είχε πέντε χρόνια να βγάλει νέο υλικό και τα δύο από αυτά χρειάστηκαν για να το ολοκληρώσει. Σε αυτό διακρίνουμε τη λεπτομερειακή δουλειά που έγινε πάνω στην ανάδειξη μιας φυσικότητας στους ήχους και έναν κρυφό μινιμαλισμό στην ανάδειξη ορισμένων σχεδόν post rock μελωδιών, αλλά ως σύνολο δεν παρατηρείται κάποια εμβάθυνση ή κάποια στόχευση κάπου.

Αρχικά, η ακρόαση οφείλει να γίνει με υψηλή την ένταση, καθώς κάθε σύνθεση εύκολα χάνεται στο σκοτάδι παράλληλων σκέψεων ή ασχολιών. Με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα αναδειχθεί το καλοδουλεμένο υλικό του δίσκου αυτού, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για την ποικιλότητα στις ιδέες του. Είναι σαν η ραχοκοκαλιά των συνθέσεων να είναι ίδια και απαράλλαχτη, και απλώς αυτές να αναπτύσσονται η καθεμία με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σαφώς με την τοποθέτηση στον πυρήνα του οργάνων όπως τα γκλοκενσπίλ, μαρίμπα και μεταλλόφωνα, διακρίνουμε μια πρωτοτυπία στο όλο αποτέλεσμα και οφείλω να παρατηρήσω πως για φέτος δεν άκουσα κάτι άλλο παραπλήσιο του Origin & Echo. Εντούτοις, καθώς αυτό κυλά, νιώθεις ότι κάτι πολύ δυνατό θα έρθει χωρίς τελικά να εμφανίζεται, αφήνοντας στην όλη ακρόαση τη γεύση του απλώς συμπαθητικού ακούγοντάς το.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Throane – Plus Une Main À Mordre (Debemur Morti Productions)

Ζόφος ο [zófos] : 1. το βαθύ σκοτάδι του Άδη. 2. (μτφ.) κατάσταση στην οποία επικρατεί φόβος, τρόμος

Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να σχηματίσουμε ένα πολύ επιγραμματικό πορτρέτο της υπόστασης του μπλακ μέταλ μουσικού.

Θα χρειαστούμε σίγουρα μια ατμόσφαιρα επιβλητική, μια νιχιλιστική προσέγγιση της σύνθεσης αλλά και της παρουσίας του ίδιου του υποκειμένου της, βρυχηθμούς να υποδύονται φωνητικά και παύσεις πιο νοηματοδοτημένες από τις εμφατικές μπασογραμμές – trademark του είδους.

Έχουμε, άραγε, κατακτήσει έναν ικανοποιητικό ορισμό για το σύνολο των μουσικών που εντάσσονται στη μπλακ μέταλ σκηνή; Έχουμε χορτάσει την έμφυτη ανάγκη μας για αναγνώριση, κατηγοριοποίηση και κατανόηση του αγνώστου;

Σίγουρα όχι.

Έχουμε όμως συναντήσει τον Throane.

Η εύκολη οδός θα ήταν να αναφερθούμε στον Throane (κατά κόσμον Dehn Sora) ως ένα ακόμα μέλος της κολεκτίβας των Amenra, Church of Ra. Είναι αληθές ότι μια τέτοια προσέγγιση θα μας γλίτωνε τη βάσανο του να αποτυπώσουμε σε λέξεις μια εμπειρία τόσο πλούσια σε καταβύθιση όσο αυτή που μας έχουν προσφέρει όλα τα Mass των Amenra ως τώρα.

Εξίσου αληθές θα ήταν το ότι με αυτόν τον τρόπο θα κονιορτοποιούσαμε την ιδιαιτερότητα της ακουστικής εμπειρίας που προσφέρουν (εφάμιλλα) τόσο το ντεμπούτο του Throane, Derrière​-​nous, la lumière, όσο και ο δεύτερός του δίσκος, Plus une main à mordre, που αποτελεί και τον πυρήνα αυτού του κειμένου.

To Plus une main à mordre κυκλοφόρησε στα τέλη του Οκτώβρη και δεν απέχει πολύ από το να κλείσει ήδη ένα δίμηνο καθημερινών ακροάσεων στον μικρόκοσμό μας.

Ο σκοπός του είναι ένας – να πονέσεις.

Ο δυναμισμός του εναρκτήριου “Aux Tirs Et Aux Traits” δεν είναι παρά το σκοινί που δένεται γερά γύρω από τον λαιμό σου – οι μνήμες που σε κρατάνε καθηλωμένο στο παρελθόν. Στο τέλος του σε προϋπαντά το “Et Ceux En Lesquels Ils Croyaient” – τα πρόσωπα στα οποία επένδυσες αρκετά ώστε να σε προδώσουν απόλυτα και να κάνουν την ήττα σου πιο ένδοξη παρά απελπιστική. Μία μικρή παύση, το “A Trop Réclamer Les Vers” έρχεται σαν ένα απόκοσμο χάδι να σε προετοιμάσει για την πτώση της τελικής τριάδας των “Et Tout Finira Par Chuter”, “Mille Autres” καιPlus Une Main À Mordre”.

Η αλήθεια είναι μία: όλοι θα πέσουμε στο τέλος και καθώς θα χανόμαστε στη ζοφερή αγκαλιά της λήθης, χιλιάδες χέρια θα μαζευτούν για να δαγκώσουν το ένα που τους θρέφει.

Και τότε, ευχαριστημένοι, θα επιστρέψουμε στην αρχή που μας υπόσχεται πάντοτε ένα νέο τέλος.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου 

 

Aidan Baker/Simon Goff/Thor Harris – Noplace (gizeh records)

Ένα σπίτι στο πουθενά, το artwork του Christopher Hefner και η μνήμη μου που με μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Κοιτάζω το εξώφυλλο του Noplace και θυμάμαι την ταινία Up (2009) των θαυματοποιών της Pixar. Βάζω το album να παίξει. Το σχεδόν μινιμαλιστικό και απελπιστικά μελαγχολικό μπάσιμο θα με οδηγήσει σχεδόν υπνωτικά μέχρι το τέλος. Θέλω να αποφύγω οτιδήποτε μπορεί να με πάει έστω κι ένα βήμα πιο κάτω από ό,τι βρίσκομαι. Κι όμως το ακούω εκστασιασμένη σαν να ήρθε για να με λυτρώσει. Δεν θα το αποφύγω. Δεν μπορώ. Επτά συνθέσεις που εισχωρούν βαθιά μέσα σε εκείνους μόνο που ανοίγονται και προσφέρονται χωρίς υπολογισμούς και όρους. Aidan Baker (Nadja / Caudal / B/B/S/), Simon Goff (Molecular, Bee & Flower) και Thor Harris (Swans, Shearwater, Thor & Friends) οι υπαίτιοι όλου αυτού του ποικιλόμορφου, αλλά λιτού και απέριττου δημιουργήματος.

Η ένωση του ταλέντου τους και η πνευματικές τους ανησυχίες τούς έφεραν στα Redrum Studios στο Βερολίνο, και η συνεργασία αλλά και η φιλία πολλών χρόνων βγήκε σε ένα άλμπουμ. Λίγες ώρες αυτοσχεδιασμών μόνο και το Noplace βρήκε τόπο να σταθεί. Στις τελευταίες ανάσες μια εποικοδομητικής μουσικής χρονιάς αντιλαμβάνεται κάποιος πως ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός να αναδείξει τα καλά κρυμμένα καλλιτεχνικά μουσικά διαμάντια. Πόσα να αντιληφθείς, πόσα να εντοπίσεις και να ακούσεις; Πώς να προλάβεις να αξιολογήσεις το όμορφο, το ιδιαίτερο; Στις σχετικότητες, λοιπόν, θα τοποθετήσω ψηλά τα περίεργα, τα πειραματικά τα ιδιόμορφα, τα μελαγχολικά ίσως. Τη μονοτονία του μετρονόμου, την απλότητα των μουσικών οργάνων σε εγκεφαλικές συνθέσεις. Το Noplace δεν είναι για σένα που κοιτάς τη ζωή όπως τη θες. Είναι για σένα που τη σέρνεις με όλο της το βάρος. Για σένα που σκάβεις βαθιά για ανάσες απελευθέρωσης.

Κάτω από τους ρυθμούς του Thor Harris θα βρεις το δικό σου tempo για να αντέξεις. Οι κιθάρες του Aidan Baker σού δίνουν το έναυσμα της αντοχής εκεί που το βιολί του Simon Goff παίζει με τις εμμονές σου, τα βάρη σου, τον άπατο και σύνθετο ψυχισμό σου. Το NoPlace είναι ένα πρωτοποριακό μελωδικό αλλά και ψυχεδελικό ταξίδι. Μπορεί να είναι και μια εσωτερική κάθαρση. Το άμεσο avant/krautrock feeling του σου δίνει την άδεια να φύγεις μακριά. Είσαι ελεύθερ@ να ταξιδέψεις εκεί που μόνο εσύ μπορείς να πας. Σου δίνει στην αφετηρία του 45 λεπτά πραγματικού χρόνου, από κει και πέρα είναι θέμα δικό σου πόσο μακριά θες να πας, αν θα σταθείς κάπου ή θα γυρίσεις πίσω. Ένα υπέροχο αυτοσχέδιο μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Yorgos Krommydas Quartet – Luteus (ankh)

 

Πολλή κουβέντα θα μπορούσε να γίνει για το υποκείμενο της ελληνικής jazz, η άποψή μου όμως είναι ικανή να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις: περίσσευμα ταλέντου κι επιδεξιότητας, έλλειψη συναισθηματικής και συνθετικής τόλμης. Στις λίγες και φωτεινές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα, ο Γιώργος Κρομμύδας με το κουαρτέτο του έρχεται να συμπληρώσει το όνομά του με αναντίρρητο τρόπο, τουλάχιστον για όσ@ς έχουν το θράσος να τεντώσουν τα αυτιά τους. Θράσος γιατί το τέταρτο άλμπουμ του Luteus κατά κάποιον τρόπο εκθέτει το σύνολο της εγχώριας jazz μέσω της σπάνιας προσωπικής και συναισθηματικής του φόρτισης.

Για να καταδυθούμε στο άλμπουμ, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια: σε αντίθεση με τους περισσότερους jazz μουσικούς που γεννήθηκαν ανώτεροι μουσικοί γκουρού, ο Κρομμύδας δεν έκρυψε ποτέ το γεγονός ότι μικρός ήταν μεταλλάς. Πέραν από την επιλογή της μη-υποκρισίας, αυτό τεκμηριώνει ότι η μουσική του έχει έναν εξερευνητικό χαρακτήρα και μια διάθεση να χτίσει πάνω στα υπάρχοντα βιώματά του κι όχι στην προσέγγιση της jazz απλώς ως φόρμας. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ στα προηγούμενα άλμπουμ του η κιθαριστική του δουλειά είχε κάποιες οξείες, σκληρές γωνίες, εδώ ο Κρομμύδας απογειώνεται μέσω της κατάκτησης ενός στοιχείου που κανείς μεταλλάς ποτέ δεν μπόρεσε: της σιωπής ή, αλλιώς, της παύσης. Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ αισθάνομαι ότι η “φωνή” της κιθάρας είναι το ίδιο δυνατή τις στιγμές που παίζει όσο κι εκείνες που απουσιάζει. Κι αν έχει μείνει κάτι από τις παλιές του επιρροές, υπονοείται μόνο στη διάσπαρτη βραχνάδα του τόνου του ή στο ανατριχιαστικό παίξιμο με το volume knob στο τέλος του “Tony”.

Ένα έντονο συναίσθημα μελωδικότητας και μια διάθεση ενδοσκόπησης είναι διάχυτα σε όλη τη διάρκεια του Luteus. Σχεδόν όλες οι συνθέσεις είναι χτισμένες γύρω από μεγαλόπρεπα μελαγχολικά θέματα (“Tony”, “Luteus”) και ακόμα και οι αυτοσχεδιαστικές στιγμές δεν μοιάζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Μένουν ακριβώς όσο χρειάζεται μέχρι την επιστροφή των βασικών θεμάτων, με χαρακτήρα και λειτουργικότητα κάθαρσης. Και τα κύρια συνθετικά μοτίβα, όμως, δεν ακολουθούν τυπικές jazz διαδρομές, αφού ο τρόπος που αλλάζουν σποραδικά μέρη και διαθέσεις δείχνει ότι το κουαρτέτο έχει επενδύσει πολύ πάνω στην κινηματογραφικότητα των συνθέσεων. Αυτό γίνεται εφικτό μέσω της εξαιρετικής και αλληλοσυμπληρωματικής δουλειάς όλων των μουσικών. Ο Περικλής Τριβόλης στο μπάσο έχει μια σπάνια εκφραστική λιτότητα κι επάρκεια, σε αρμονική αντίθεση με το πυκνό παίξιμο του Δημήτρη Κλωνή στα τύμπανα. Ένας Κλωνής που –θα το πω ανοιχτά– ό,τι του λείπει σε γκρούβα, του περισσεύει σε χρώμα. Στο άλμπουμ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, μετατρέπει τα τύμπανα σε ένα αδιάκοπο, μαγικό ψιλόβροχο. Η διαφορά όμως γίνεται κυρίως με το πιάνο του Μάρκου Χαϊδεμένου, ένα πιάνο που μοιάζει να πρωταγωνιστεί ισόποσα με την κιθάρα, αλλά και πάνω του να έχει δομηθεί μεγάλο μέρος από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Κάποια πιανιστικά θέματα μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στον χώρο του soundtrack παρά σε έναν jazz δίσκο. Ως κορύφωση αυτού του ταξιδιού, στο εξαιρετικό “Posidonian Sunset” που κλείνει τον δίσκο, η jazz αποτελεί απλώς μια μάσκα, έναν Δούρειο Ίππο. Μέσα κρύβεται μουσική που στο βάθος της επιθυμεί να διαφοροποιηθεί απ’ όλα και να ορίζεται μόνο από τον εαυτό της.

Για το τέλος άφησα την πληροφορία ότι το Luteus είναι αφιερωμένο στα άτομα με προβλήματα όρασης. Ο Κρομμύδας δομεί μουσικές ιστορίες, που σκοπό έχουν όχι μόνο να αποκαταστήσουν την “ωχρή κηλίδα”, αλλά να κουβαλήσουν τον ακροατή σε ένα ταξίδι όπου η εικόνα συνυπάρχει με τη μαγεία και τη φαντασία. Κι όπως συμβαίνει πάντα στις τέχνες, ο καλλιτέχνης που δημιουργεί εκθέτοντας τον εαυτό του με ειλικρίνεια και βιωματικότητα και τολμά να πολεμήσει την όποια ασφάλεια και το δήθεν του είναι ο καλλιτέχνης που πείθει.

Δεν χρειάζεται να ακούσω άπειρα φετινά jazz άλμπουμ για να αποφανθώ για την ποιότητα του προκείμενου, για τον απλό λόγο ότι το Luteus χτίζει γέφυρες ανάμεσα στον μουσικό και τον ακροατή, τον καλεί να το κάνει δικό του και να γίνει μέρος του, και αυτό πάντα, απολύτως πάντα, αποτελεί κριτήριο μόνο των εξαιρετικών. Για όσους βλέπουν στην jazz μόνο την ακαδημαϊκή ψυχρότητα και το καικαλίκι της, το κουαρτέτο του Γιώργου Κρομμύδα μπορεί να σου χαμογελάσει με ζέση και κατανόηση και, κυρίως, να σε κάνει να ΔΕΙΣ καλύτερα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Einar Selvik – Snake Pit Poetry (bynorse music)

Στις παραδόσεις στηρίζεται το παρόν και το μέλλον. Στη λογοτεχνία, στη μουσική, στην τέχνη γενικότερα. Όταν δε ο δημιουργός, συνεχιστής και άξιος απόγονος αυτών, δίνει με κάθε λεπτομέρεια ήχο και χρώμα στα έργα του από την παράδοση της Σκανδιναβίας, τότε μιλάμε για τον Einar Selvik.

Nordic folk music, dark folk για άλλη μια φορά από τον ιδρυτή των Wardruna. Εδώ, με το πρώτο του προσωπικό -debut EP- Snake Pit Poetry. O λάκκος με τα φίδια, που έχει γίνει ο χειρότερος πραγματικός εφιάλτης για κάποιους σε αρκετά γεωγραφικά μήκη και πλάτη του κόσμου μας, ήταν μια ιστορική ευρωπαϊκή μέθοδος επιβολής της θανατικής ποινής. (Κάτι παρόμοιο όμως υπήρχε και στην αρχαία Κίνα.) Ένα κομμάτι υπάρχει στο EP, το “Snake Pit Poetry” (07:08) σε ολοκληρωμένη studio version και το ίδιο σε ακουστική έκδοση (“Skaldic Mode” 03:03).

Γιατί όμως χρήζει προσοχής ένα και μόνο κομμάτι; Γιατί ίσως ο καλλιτέχνης είναι από τους πιο αρμόδιους πλέον να περιγράφει με παραδοσιακό τρόπο μέσα από τη μουσική του σε συνθέσεις και όργανα τη λαογραφία της Νορβηγίας, αλλά και της Σκανδιναβικής γης γενικότερα. Στο κομμάτι αυτό θα έρθεις και αντιμέτωπ@ με το εξαιρετικό ταλέντο της Ισλανδής τραγουδίστριας Hilda Örvarsdottir (Man of Steel: Hans Zimmer, The Eagle, Babylon AD, Mortal Instruments, Colette και 300: Rise of an Empire), που η αιθέρια φωνή της δίνει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στον πραγματικό χρόνο του. Στην ακουστική έκδοση ακούμε τον Einar Selvik, παρέα με την περίφημη Kraviklyra του.

Το “Snake Pit Poetry” γράφτηκε για την πολύ γνωστή σειρά πλέον του History Channel, VIKINGS. Περιγράφει τη μοιραία πια στιγμή του πολέμαρχου Ragnar Lothbrok. Το τέλος του έμελλε να τον βρει στον λάκκο με τα φίδια, αφού ήδη είχε ηττηθεί με τον στρατό του στη μάχη με τον Aelle II της Northumbria. Το Snake Pit Poetry ΕΡ κυκλοφόρησε σε 10-ιντσο βινύλιο, με την αχρησιμοποίητη Β πλευρά να έχει σκάλισμα κατά το σχέδιο του artcover και μπορεί κάποιος να το βρει αποκλειστικά στα Wardruna Web Stores, αλλά και σε ψηφιακή μορφή. Ακολουθούμε τις παραδόσεις. Όταν μάλιστα αυτές έχουν ιστορίες από πίσω που μας γοητεύουν και μας μαγεύουν (με γνώμονα το άγνωστο, το μακρινό, το άπιαστο), τότε ακούγονται ακόμα πιο όμορφες.

Δεκαπέντε χρόνια ολόκληρα πέρασαν κιόλας από τα πρώτα βήματα του Νορβηγού με την μπάντα του, Wardruna. Ακολούθησαν συμμετοχές του σε άλλα project, οι συναυλίες του ανά τον κόσμο όλο και πιο περίφημες και σε πολλά σημεία sold out, με την είδηση και μόνο αυτών. Είναι ίσως ο πιο γνήσιος αντιπρόσωπος της Σκανδιναβικής μουσικής λαογραφίας στις μέρες μας.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson