Dublin Diaries # 3

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

Και το έκανα. Περπάτησα και μετά περπάτησα κι άλλο. Περπάτησα μέχρι που άρχισα να ιδρώνω. Ίσως ξέφυγε κάπου και κάποιο δάκρυ, δεν είμαι σίγουρος. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λιώνουμε. Οι κόποι και οι χαρές μας γίνονται υγρά. Ίσως, μάλιστα, όταν λιώνουμε να είναι οι στιγμές που είμαστε περισσότεροι ζωντανοί. Οι οργασμοί, ο ιδρώτας, τα δάκρυα… κορυφώσεις του πόνου, του μόχθου, της ευτυχίας. Περπατούσα κι έλιωνα.

Κατέβηκα την Taylor’s hill road σαν φάντασμα. Δεν πρόσεχα καν τα αναρίθμητα πιτσιρίκια που πάνε με πατίνια και ποδήλατα κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν έδωσα σημασία στα ημιπολυτελή αυτοκίνητα (εδώ δεν έχει κρίση) που κατηφορίζουν προς το ποτάμι ή για το αν άρχισε να βρέχει. Φτάνω στον πεζόδρομο, να τος ο Jim. Σφίγγω τα δόντια και λέω την πρώτη, ψεύτικη μα γενναία καλημέρα της μέρας.

Σκεφτόμουν την ομίχλη της προηγούμενης νύχτας. Τέσσερις το πρωί στεκόμουν στο μπαλκόνι χαμένος στην αμφιβολία. Ο κόσμος ακίνητος και σιωπηλός. Ο κόσμος πάντα σταματάει νύχτες σαν αυτή. Πίσω μου ένας καθρέφτης αντανακλά. Το καθρέφτισμα της ομίχλης… Το μυαλό μου στάθηκε πολύ στην εικόνα, στη σημειολογία, στη μεταφορά. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο θολό και αφηρημένο από έναν καθρέφτη στην ομίχλη. Ευχήθηκα, όταν έρθει η αυγή να διώξει όλες τις ομίχλες και να μη μείνει τίποτα παρά λίγη υγρασία στο χορτάρι, λίγη υγρασία στις ζωές μας. Να λιώνουμε, αλλά να γινόμαστε στέρεοι ξανά για λίγο. Να μπορεί αυτή τρελή σφαίρα να συνεχίζει τον ξέφρενο χορό της.

Για κάποιο λόγο, ξεπήδησε μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση. Τέλη Απριλίου, 2002. Όπως πάντα στο τρένο, όπως πάντα διαδρομή από κάπου προς Πατήσια. Βράδυ. Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, ανήμπορος να βάλω τις σκέψεις να ταξιδέψουν ευθεία σαν το τρένο που με πάει. Τότε, ο απέναντι κύριος –δεν είδα ποτέ το κεφάλι του, αλλά τον ευχαριστώ– σήκωσε την εφημερίδα του. Το πρωτοσέλιδο έγραφε παχιά παχιά: ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ. Στο σαλεμένο και ανυπόταχτο μυαλό μου, αυτή ήταν η απάντηση που έψαχνα. Αυτό ορκίστηκα τότε, αν και οι μετέπειτα αποφάσεις μου είχαν τραυματικές συνέπειες. Αυτό ορκίζομαι και τώρα. Ξέρω ότι, σε καιρούς ειρήνης, ο εχθρός σε πιάνει απροετοίμαστο. Μετά το πρώτο σάστισμα όμως, είμαι ξανά όρθιος να πολεμήσω. Πήγα, ήρθα, έφυγα, μετάνιωσα, ξεκίνησα ξανά, είδες πόσο μακριά φτάσαμε;

Ξημέρωσε και πρέπει να πάω στη δουλειά. Πλησιάζω διστακτικά το παράθυρο και κοιτάω έξω. Οι ομίχλες έφυγαν και ο ουρανός έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, ακριβώς όπως σου αρέσει. Έλιωσα αρκετά χτες, αλλά πρέπει να λιώσω κι άλλο.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.

Lör – In Forgotten Sleep (Independent)

 Power folk progressive metal. Αυτό παίζουν τα παλικάρια από τη Φιλαδέλφεια/Πενσιλβάνια και να ήταν το μόνο; Ίσως τότε να λέγατε “έλα μωρέ, βουλιάζει ο πλανήτης από μπάντες του είδους”. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, όμως, ευτυχώς και για αυτούς και για μας. Καινούριο αίμα, λοιπόν, τα κάνει όλα άνω κάτω και αφήνει μόνο εντυπώσεις (τις καλύτερες) με το debut album τους In Forgotten Sleep. Η Φιλαδέλφεια, η μάνα εκατοντάδων μουσικών σχημάτων και άπειρων μουσικών στιλ. Από religious, opera, gospel και jazz μέχρι soul, classical, rock και indie. Πιο επικεντρωμένα και συγκεκριμένα στο heavy metal σπάει κόκαλα (αλλά και σε πιο ακραίες φάσεις grindcore, industrial, hardcore, punk).

 Οι: Tyler Fedeli – lead vocals, Peter Hraur – lead guitar/vocals, Graham Noel – bass, Greg Bogart – drums, Matt Bartlett – keyboards είναι αυτοί που τα κάνουν όλα μαντάρα στο άλμπουμ. Επικής δε μορφής και συνθετικά, αλλά και χρονικά. Σου δίνουν τον άπλετο χρόνο (πάνω από 1 ώρα διάρκειας άλμπουμ) για να ακούσεις, να ευχαριστηθείς και να χορτάσεις όλα τα μουσικά σου γούστα και να τα αφήσεις να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου σαν εικόνες. Η μουσική των Lör, ναι, είναι έργο τέχνης. Δεν περιμένω να το καταλάβουν όλοι αμέσως (γιατί έτσι είναι η τέχνη). Μέσα σε ένα άκρως άψογο τεχνικά heavy metal δημιούργημα θα ακούσεις τουλάχιστον folk, power, progressive (στην ολότητα του Hail Yeahhhh!) death, thrash και black περάσματα. Τα άτομα πρέπει ή να είχαν διαπρέψει στα μαθηματικά στο σχολείο (για να ξέρουν να χειρίζονται με ακρίβεια και συντονισμό όλο αυτό το κατεβατό από νότες) ή να ήταν σκράπες τελείως (και έτσι δημιούργησαν δικά τους “μετρήματα”), δεν εξηγείται αλλιώς. Το δισκάκι αυτό, όπως και να έχει, είναι ένα απίστευτο σκαμπίλι στην κατεστημένη βαρετή σημερινή παγκόσμια heavy metal φάτσα. Όσο υπάρχουν μουσικοί με ιδέες, εμπνεύσεις, κέφι και πολύ σκληρή εργατικότητα πάνω στη μουσική, αφοσίωση στην τέχνη και σεβασμό στους οπαδούς, πάντα θα βγαίνει heavy metal.

 Δέκα κομμάτια breathtaking, που με έβαλαν στο trip-άκι να μην μπορώ να διαλέξω και να υποστηρίξω ένα κάποιο highlight τους. (Το “Requiem” με βούτηξε αμέσως, η αλήθεια είναι.) Τι να πω; Επανειλημμένες ακροάσεις με κάνανε γατί (γατί, ναι…όχι γιατί), να στέκομαι στη γωνία σε πλήρη εγκεφαλική καταστολή. Τι είναι αυτό που άκουσα; Και το άκουσα πολλές φορές και κάθε φορά γινόταν και πιο καλό. Από την US heavy metal underground scene στα αυτιά μου; Ακούστε το και θα το αγαπήσετε αμέσως! Οι εποχές που αναβιώνουν εκφράσεις λατρείας για Iced Earth ή Kamelot και Rhapsody φαίνεται να μην έχουν γκριζάρει τόσο πολύ τελικά, γιατί έρχονται οι Lör να τις αναβιώσουν και να τις φρεσκάρουν. Θα ακούσεις μέσα επίσης Manilla Road, Hammers Of Misfortune ή Slough Feg (διακρίνω κάποιο ενδιαφέρον εεε;). Αυτοί όμως που θα τους λατρέψετε είστε εσείς (και εγώ) όλοι οι “εφάπαξ” κολλημένοι με τους Blind Guardian (Ευχαρίστηση στα μουτράκια βλέπω). Από τα πρώτα κομμάτια σε αρπάζουν αμέσως. Είναι όμως τέτοια η μαεστρία τους που, με τις συνθέσεις και τις δυναμικές που έχουν, ξεγλιστρούν πολύ εύκολα από την παγίδα της σύγκρισης, γιατί πολύ απλά δεν έχεις με τι να τους συγκρίνεις! Δεμένοι απίστευτα (μην ψάξεις για λάθη δεν υπάρχουν), έχοντας ο καθένας τη θέση που πρέπει, αποθεώνουν το ποικιλόμορφο στιλ τους μέσα από μια πανδαισία μουσικών χρωμάτων. Παραδοσιακές αναφορές, black φωνητικά, ελάχιστα μα αρκετά για να δώσουν ένα kick σε πιο αρχέγονες εικόνες, death και thrash βομβαρδιστικά riff που θα σε πωρώσουν (“Spectrum” και “Eidolon” ο κακός χαμός), αλλά συγχρόνως και με πολύ ωραίες μελωδικές και ήπιες γέφυρες κάνουν το άκουσμα του In Forgotten Sleep μια Επική μουσική στιγμή μέσα στο 2017.

 Το άλμπουμ χρήζει άμεσης ακρόασης από τα metal-ια όλων των ειδών. Ανοίξτε νοοτροπίες και αυτιά (με αυτή τη σειρά) και χαρείτε ίσως ένα από τα καλύτερα Βαριά Μέταλλα της Αμερικανικής Γης. Μεγάλη έκπληξη από το πουθενά, εκπληκτική κυκλοφορία.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Fraternity Of Sound Opening Rites – Club Night

Το να πηγαίνεις σε μια συναυλία με ονόματα που δεν πολυξέρεις είναι σαν να σκας σε πρώτο ραντεβού. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς να περιμένεις προσθέτει έναν τόνο μυστηρίου και ίντριγκας, και κάπως έτσι ένιωθα πηγαίνοντας στο άνοιγμα του FOS. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τι κόσμο θα συναντούσα ήξερα, και φάνηκε τελικά πως αρκετ@ γνωστ@ μου έχουν πιο διευρυμένα γούστα από ό,τι νόμιζα. Επίσης, το φτηνό εισιτήριο σε σχέση με τις επόμενες ημέρες του φεστιβάλ, μιας και τα ονόματα ήταν χαμηλότερου βεληνεκούς, έκανε κάποιο λίγο κόσμο να δώσει το “παρών” μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά, αντί των άλλων. Και κάπως έτσι εγένετο φως…

…Ή για την ακρίβεια σκοτάδι, μιας και αυτό απαιτούν οι περιστάσεις του πρώτου ραντεβού. Ο Dead Gum έδωσε το εναρκτήριο κάλεσμα με ένα drone/ambient σετ, το οποίο ταίριαζε ιδανικά εκείνη τη στιγμή που ένα φεγγάρι παραμόνευε πίσω και πάνω από αυτόν στα τζάμια. Η Puce Mary ακολούθησε, και πολύ νωρίς νιώσαμε ένα συγκινησιακό ντου, μη αναμενόμενο. Όταν βλέπεις μια μουσικό να ψιθυρίζει στην αρχή του live τα λόγια μιας προηχογραφημένης φωνής που ακούγεται πάνω στα ερεβώδη ηχοκύματά της, τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά στη συνέχεια. Ειδικά όταν πήρε το μικρόφωνο, φτύνοντας στίχους με έναν υποβλητικό τρόπο και παραδόξως στο υπόβαθρο ενός μαζικού θορύβου, καταλάβαμε για τα καλά ποιο όνομα θα ξεχώριζε εκείνη τη βραδιά στα νέον φώτα του εγκεφάλου μας.

Από το ζεστό στο κρύο θα χαρακτήριζα τη συνέχεια, με τον Colin Potter των Nurse With Wound να κουράζει με τον θόρυβό του, όπως μόνο οι μπαρμπάδες ξέρουν όταν έρχονται σε οικογενειακές μαζώξεις και λένε “Να, εγώ εδώ θα κάτσω με τη νεολαία!”. Θα επέμενα στο χάσμα γενεών, αλλά και ο νεαρός Croatian Amor, που τον γνώριζα μουσικά ως Loke Rahbek, δεν μου έκανε καμία φοβερή εντύπωση. Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι ανήκα στη μειονότητα, γιατί το καλοδουλεμένο του political concept με τη μουσική και τα βίντεο, το οποίο θύμισε Oneohtrix Point Never, κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου.

Η νύχτα έτρεχε κι άντε να την προλάβεις, οπότε αν και δεν ξέφυγε χρονικά στο πρόγραμμα η εμφάνιση του τελευταίου της βραδιάς Jay Glass Dubs, ήταν ωστόσο λίγο αργά για να ρισκάρω να μην προλάβω το τελευταίο τρένο. Όσο άκουσα προσπάθησα να το κρατήσω για τη διαδρομή της επιστροφής…

…και, ξανά μέσα σε ούτε ένα εικοσιτετράωρο, πίσω στο The Temple για το Club Night του FOS. Αφού νόμισα ότι απλώς ξεκουράστηκα σπίτι για να αντέξω το ξενύχτι που προμηνυόταν. Ο Zorz μας έβαλε στο κλίμα με τα βινύλιά του και ένα γλυκό techno, χωρίς να είναι techno σετ. Στη συνέχεια, ο Bill Kouligas βγήκε με δικό του νέο υλικό, το οποίο, αν και είχε ωραίες στιγμές, μου φάνηκε αρκετά περίπλοκο για να ταιριάζει με μια βραδιά που είχε τον χαρακτήρα “κλαμπ” μπροστά. Ο Zorz πάλι εμφανίστηκε στα decks, και μάλιστα παίζοντας αυτήν τη φορά κανονική techno αρκετών bpm για να μη μας έρθει απότομα ο ερχομός του JK Flesh (αυτού του συμπαθητικού τύπου των Godflesh). Ένα άρτιο live industrial-techno σετ μας βάρεσε κατακούτελα κάνοντάς με να σκέφτομαι πόσο ταίριαζε αυτό που ακουγόταν στον συγκεκριμένο χώρο, και μάλιστα με τόσο καλό ήχο να βγαίνει από τα άγια ηχεία. Ακόμη πιο πολύ ταίριαζε η συνέχεια με τους Kondaktor και 3.14 (ο σωσίας του Dave Gahan; Ίσως). Απλό και ξερό techno b2b επιλογών, όπου προσωπικά με έκανε να νιώσω ότι βρίσκομαι σε κάποιο μεγάλο κλαμπ ακούγοντας κάποιο γνωστό όνομα του χώρου. Το ξημέρωμα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε η επιστροφή σπίτι είχε αυτό ως φόντο, όπως εξάλλου κάθε έξοδο σε κλαμπ οφείλει να έχει.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Night – Raft Of The World (the sign records)

Night, απλά και όμορφα. Λέξη που συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα της. Δεν είμαι σίγουρη όμως τι περιμένεις να ακούσεις μέσα στο καινούριο άλμπουμ των Σουηδών Raft Of The World. Πέντε χρονάκια μόνο στη δισκογραφία. Τρία full length άλμπουμ μόλις και νομίζεις ότι ακούς σχήμα τεράστιου rock βεληνεκούς. Τους γνώρισα με το Night άλμπουμ τους το 2013, αλλά τότε ομολογώ δεν με έκαναν να ενθουσιαστώ τρελά τόσο ώστε να με εξιτάρουν όπως πραγματικά συνέβη με αυτό εδώ.

Λοιπόν το άλμπουμ αυτό είναι πωρωτικό, ξεσηκωτικό, θεότρελο, μαγικό, ρυθμικό, μελωδικό, γρήγορο και ό,τι θες βάλε που να ταιριάζει σε ένα retro rock / hard rock ορισμό. Εννέα κομμάτια γεμάτα αρπακτικούς, εκστατικούς rock ύμνους, που δεν σε αφήνουν σε ησυχία. Θέλεις πολλή δόση από δαύτους. Σε μαγεύουν και σε γραπώνουν σαν τα νύχια της κουκουβάγιας, που έχουν και σαν έμβλημά τους σε όλα φυσικά τα άλμπουμ τους. Οι στίχοι είναι στα αγγλικά και εύηχοι, άνετα μπορείς να τους καταλάβεις, να τους μάθεις και να τους τραγουδήσεις (που θα τους τραγουδήσεις!), αφού τα φωνητικά είναι καθαρά και βγαίνουν μπροστά. Όταν δε τα lyrics σταματούν, οι κιθάρες γίνονται σκέτη χειροτεχνία. Πολύ καλή δουλειά, δεμένοι οι κιθαρίστες, ξεκάθαρα πόστα. Οι πρωταγωνιστές! Το μπάσο κρατάει τα μπόσικα (θα ήθελα να τον ακούσω πιο πολύ) και ο ντράμερ διευθύνει την πορεία του πλωτού στον κόσμο και στις μανιασμένες ακουστικές διαθέσεις του κοινού. Φωνητικά χαρακτηριστικά “παλαιάς κοπής” και -ναι!- με ταυτότητα. Τον τυπάκο μπορείς να τον ξεχωρίσεις μέσα σε άλλους. Αυτό είναι πλεονέκτημα που στηρίζεται πάνω του όλη η μουσική rock σκηνή (και κατ’ επέκταση όλο το μουσικό ιδίωμα).

Οι Σουηδοί retro rock καλλιτέχνες, όταν καταπιαστούν σωστά και υπεύθυνα με τις συνθέσεις, βγάζουν καταπληκτικές κυκλοφορίες. Το Raft Of The World είναι λοιπόν μια από αυτές. Χωρίς να υπάρχει ούτε 1% δόση υπερβολής πριν μπω στην καταγραφή εντυπώσεων, άκουσα το άλμπουμ πρώτη φορά κάποιες μέρες πριν με την προτροπή ενός φίλου “μουσικο-ρύχου” (Δημήτρη με έχεις καταστρέψει τελευταία! Σε ευχαριστώ!). Τι συνέβη τότε; Μπήκε το άλμπουμ στα ηχεία, ανέβηκε η ένταση, και το χοροπηδητό πήγε σύννεφο! Μου έφτιαξε το κέφι ρε σεις, σαν εκείνες τις παλιές καλές ημέρες που κοπανιόμασταν παθιασμένα εκστασιασμένοι γεμάτη πώρωση μπροστά στη “μεγάλη ανακάλυψη”. Και μετά αρχίζεις να το μοιράζεσαι αυτό, να το ζήσουν και οι φίλοι σου, οι κολλητοί, να μοιραστεί και να μαθευτεί ότι είναι και “γ@μώ τα άλμπουμ” τελικά! Καταλάβατε τι λέμε τώρα; Ότι μόλις κυκλοφόρησε μια απίστευτη αλμπουμάρα που πρέπει να ακούσεις.

Είναι γνωστό πια ότι οι Σουηδοί έχουν μια ροπή προς τους πιο retro rock ήχους χρόνια τώρα, αυτό το βλέπεις αμέσως και από την εξωτερική εμφάνισή τους, αλλά και από την πληθώρα συγκροτημάτων που κάνουν την εμφάνισή τους συνέχεια. Και το κάνουν τόσο καλά! Από τους πιο doom ήχους, psychedelic μέχρι και heavy rock (Witchcraft – Graveyard – Siena Root – Abramis Brama – Horizont – Ironbird – Nekromant κ.ά.). Τι να πρωτο-αναφέρει κάποι@. Μελίσσι!

Η φάση με τους Night είναι ότι θα σου κολλήσουν. Τα κομμάτια όλα είναι κορυφαίες συνθέσεις, συν ότι σε αρπάζουν, σε γυρνούν πίσω στον χρόνο (και το γουστάρεις) και η πλάκα είναι ότι υπάρχει αυτό το ρίγος του NWOBHM κυρίως στα φωνητικά. Όπως καταλάβατε καλύπτει χαλαρά και το heavy metal κοινό (εκτός και αν θέλεις να γκρινιάξεις). Υπάρχει άπλετο πεδίο κινήσεων, και ο καθένας από τους τέσσερις υπέροχους Σουηδούς βγάζει όλη του την τέχνη στο άλμπουμ. Όμορφες στιγμές με γλυκά ή παθιασμένα solo, ρυθμοί και μελωδίες. Instrumental μουσικά χαλιά χαρίζουν ισορροπία, όπως στη μέση του άλμπουμ με το “Omberg”. Εκεί κάπου σίγουρα θα ακούσεις και την κουκουβάγια τους μέσα στη νύχτα.

Γνήσια Rock αστραπόβροντα λοιπόν από τους: Oskar Andersson – Vocals, Guitars Sammy Ouirra – Guitars Joseph Max – Bass Dennis Skoglund – Drums Το mastering έγινε από τον Chris Common (The Mars Volta, Chelsea Wolfe, Mastodon) και το υπέροχο artwork σχεδιάστηκε από τον ταλαντούχο καλλιτέχνη Mattias Frisk (Ghost, Vanhelgd, Vampire, Trap Them). Πολυχρωμία και νοσταλγία, εμπνευσμένα και αριστοτεχνικά κομμάτια εξελιγμένα και περασμένα σε παλιακές αποχρώσεις που σίγουρα θα αποκτήσουν και περισσότερο νέο κοινό. Τα κομμάτια γλιτώνουν από το δύσβατο μονοπάτι της πολυπλοκότητας και, ναι, γιατί όχι, μπορεί να παιχτούν και στα ραδιόφωνα. Εκεί που ο κόσμος μάθαινε πάντα για καινούρια πράματα. Μεγάλη έκπληξη λοιπόν από τους Σουηδούς Night. Μόλις τελειώσετε την πρώτη ακρόαση… αγοράστε το! Φεύγω, πάω να ακούσω PENTAGRAM, μου ήρθε έτσι, συνειρμικά… γιατί άραγε;

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson