A-Sun Amissa – For Burdened and Bright Light (gizeh records)

Η πάλη ανάμεσα σε δίπολα είναι διαχρονική και δύσκολη, μιας και οι αντιθέσεις είναι υπαρκτές, ενίοτε δε, μας κατακλύζουν. Είναι το φως με το σκοτάδι, η χαρά με την μελαγχολία, το στιγμιαίο με το αέναο. Και πως να εκφράσεις την οξύμωρη συνύπαρξή τους, πως να μιλήσεις για αυτές, πως να τις παρακολουθήσεις. Η νοητή θέαση των αντιθέσεων φέρνει στο νου την παραγωγή εικόνων στις κινηματογραφικές ταινίες, εκείνες που παράγονται από τη μπομπίνα, το φιλμ της οποίας κινείται με τόση ταχύτητα, εναλλάσοντας τα καρέ των εικόνων με τόση γρηγοράδα, δημιουργώντας την (ψευδ)αίσθηση της κίνησης μέσα από αυτήν τη στιγμιαία ακινησία.

Τα δύο τραγούδια του 5ου άλμπουμ των A-Sun AmissaFor Burdened and Bright Light, θυμίζουν δύο μεγάλα κινηματογραφικά πλάνα. Κάθε ένα από αυτά διηγείται μια αυθύπαρκτη ιστορία, λειτουργώντας ωστόσο, αλληλοσυμπληρωματικά. Ο πειραματισμός, οι παραμορφώσεις, οι ηλεκτρονικές υφές συνυπάρχουν με τα στοιχεία της dark-ambient, του post-rock (ενίοτε και του doom), με τον ξεκάθαρο ήχο του κλαρινέτου της Claire Knox να γίνεται «ένα» με τη δημιουργία. Ο Richard Knox πειραματίζεται και εξερευνά προσφέροντάς μας μια μελαγχολική μελωδία, με εναλλασόμενες στιγμές έντασης και ηρεμίας. Το άλμπουμ ακροβατεί στα δίπολα δημιουργώντας εικόνεςׄ σαν να παρακολουθεί ο ακροατής ταινία βωβού κινηματογράφου, χωρίς λόγια, αλλά τόσο πλούσια σε νοήματα, προκαλώντας μας να αναρωτηθούμε πόσα πράγματα μπορούν να ειπωθούν χωρίς να να αρθρώσεις ούτε μια λέξη.

The fight between dipoles has always been a difficult affairꓼ as opposites are real, and sometimes they overwhelm us. It is the light and the dark, the joy and the melancholy, the instant and the eternal. It’ s not easy to express their life-long coexistence, to talk about them, to watch them. The imaginative view of contrasts brings to mind the production of images in film produced by the bobbinꓼ the film moves so rapidly, alternating the frames of images with such rapidity, creating the (false) sense of motion through this momentary stillness.

The two long-running songs on A-Sun Amissa ‘s 5th album For Burdened and Bright Light are reminiscent of two great movie scenes. Each one of them tells a story of its own, complementary to the other. Experimentation, distortions, electronic textures coexist with elements of dark-ambient, post-rock and sometimes doom, with Claire Knox’s clarinet becoming an integral piece of the creation, keeping its sound clear. Richard Knox is experimenting and exploring, offering us a melancholic melody, with alternating moments of tension and calm. The album stomps on dipoles creating images as if someone was watching a silent movie without words but so rich in meaning that it makes us wonder how many things can be said without a single word.

Sylvia Ioannou

Carla dal Forno – Look Up Sharp (kallista records)

Στην ερώτηση ποιά είναι εκείνα τα ονόματα που ξεχωρίζουν σήμερα στη μουσική, κατά την ταπεινή μου άποψη, το όνομα της Carla δεν μπορεί να λείπει από τη λίστα της σχετικής απάντησης. Το υλικό στο προ τριετίας ντεμπούτο της, καθώς και στο EP που ακολούθησε ακούγεται φρέσκο και ελκυστικό, κλείνοντας την απόσταση μεταξύ του τρόπου έκφρασης της και του τρόπου που εμείς το αντιλαμβανόμαστε. Πάνω-κάτω ισχύουν τα ίδια και για το νέο της άλμπουμ κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε απολύτως θετικό, ούτε απολύτως αρνητικό.

Σίγουρα υπάρχει μια γερή διάθεση να εμπλουτίσει τον ήχο της περισσότερο σε σχέση με τα προηγούμενα της, αν και η μονοσήμαντη φύση των συνθέσεων της δεν επιτρέπει πολλά-πολλά. Θα έλεγα επίσης, ότι υπάρχει μια σκοτεινότερη επίχρωση στα κομμάτια της από όσο μας είχε συνηθίσει, αποτέλεσμα μάλλον της διαβίωσης της σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως το Βερολίνο πριν και τώρα το Λονδίνο. Όλα αυτά όμως, δημιουργούν ένα πανομοιότυπο μοτίβο που διατρέχει όλο το δίσκο, με το νεύρο να απουσιάζει παντελώς. Στο τέλος όμως, όλο αυτό λειτουργεί -έστω στα συγκεκριμένα πλαίσια του- με τις αρκετές όμορφες στιγμές που διαθέτει, ως ένα γοητευτικό υπνωτικό, κάνοντας το Look Up Sharp να αποφεύγει τα όποια μανιχαϊστικά συμπλέγματα που χαρακτηρίζουν -ως επί τω πλείστον- τις δισκοκριτικές.

If you are wondering about the names that stand out in music today, in my humble opinion, Carla’s name cannot be missing from the list of relevant answers. The material in her three years ‘ s ago debut, as well as the ensuing EP, sounds fresh and engaging, closing the gap between the way she expresses herself and the way we perceive her. The same happens, less or more, in her new album and that’s not necessarily either positive or completely negative.

There is certainly a strong disposition to enrich her sound more than her predecessors, although the univocal nature of her compositions is not going to this direction. I would also say that there is a darker essence on her pieces than we were used to, perhaps as a result of her living in big urban centers, such as Berlin before and now in London. All these, however, create an identical pattern throughout the album, with the nerve completely absent. But in the end, all this works – at least in its particular context – with its many beautiful moments, as a charming hypnotic, making Look Up Sharp avoid any Manichaean clusters that characterize mostly the album‘ s reviews.

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

DIIV – Deceiver (captured tracks)

Οι DIIV επιστρέφουν δισκογραφικά, μετά το προ τριετίας άλμπουμ τους, το οποίο τότε είχα βγάλει δίσκο της χρονιάς. Σχεδόν τίποτα δεν φαντάζει το ίδιο για εκείνους, όπως πριν κι αυτό το σχεδόν τίποτα, είναι για καλό! Ακούγοντας το νέο τους πόνημα, νιώθεις τη μπάντα να έχει κυριεύσει το δικό της ήχο, που εντάξει, δεν είναι ολοδικός της, αλλά ακούγοντας τον, καταλαβαίνεις αμέσως σε ποιον ανήκει. Μπορεί οι επιρροές να έρχονται και να παρέρχονται, (βλ. εδώ My Bloody Valentine), αλλά οι καλογραμμένες μελωδίες, τα δεμένα παιξίματα και αυτή η ελαφριά δόση μελαγχολίας στη μουσική τους παραμένει αναλλοίωτη και, ίσως να ακούγεται εδώ στην πιο επιτυχημένη της μορφή.

Όπως συνέβη και στον προκάτοχό του, κανένα κομμάτι του Deceiver δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στο Is The Is Are κι αυτό, όχι μόνο λόγω κάποιας ωρίμανσης, αλλά γιατί το μοναδικό στοιχείο που έλειπε συνειδητά στο προαναφερόμενο άλμπουμ, το στοιχείο της έκρηξης, δηλαδή, εδώ εκχύνεται από παντού. Αλλά δεν είναι μόνο ο ήχος ή η δυναμική διάθεση της μπάντας, είναι πρωτίστως το υλικό που, εδώ είναι τόσο συνεκτικό και εμπνευσμένο, ώστε να το χαρακτηρίσουμε ως μια θετική έκπληξη, μέσα σε μια εκπληκτική μουσικά χρονιά. Το γεγονός, ότι κάτι τόσο απλό στη σύνθεσή του ξεπερνά τις όποιες υψηλές προσδοκίες έχει καλλιεργήσει ήδη από πριν, δεν είναι για να υποτιμάται στην εποχή μας!

DIIV are back, after their last (three-years ago) album, which was on my list of top albums for 2016. Almost nothing seems the same for them, as it did before, and this is happening for a good reason! Listening to their new album, you feel that the band has mastered its own sound, which is not completely their own, but only by listening to it, you immediately understand whose it is. Influences may come and go, (f.e. My Bloody Valentine), but well-written melodies, tied plays and this light dose of melancholy in their music remain unaltered and may be heard here in its most successful form.

As it did in its predecessor, no piece of Deceiver could be on Is The Is Are, not only because of a maturity, but because the only element that was consciously missing in the aforementioned album, the element of explosion, that in this album is, poured from everywhere. But it’s not just the sound or the dynamic mood of the band; it’s primarily the material that is so cohesive and inspiring here that we can describe it as a positive surprise, in an amazing musical year. The fact that something so simple in its composition exceeds any high expectations it has already cultivated, is not to be underestimated in these days!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

9t Antiope – Grimace (eilean records)

Δεν συνοδεύονται όλα τα ταξίδια από συναισθήματα χαράς και προσμονής για την πολυπόθητη άφιξη στον – όποιον – προορισμό. Υπάρχουν και προορισμοί σκοτεινοί, άγνωστοι και ανεξερεύνητοι. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι και το ταξίδι στην άβυσσο, “Mise En Abyme”, όπως το αποκαλούν οι Γάλλοι. Τη φράση αυτή χρησιμοποίησαν οι 9T Antiope ως τίτλο στο τελευταίο τραγούδι του full length album Grimace. Οι δύο Ιρανοί, δημιούργησαν το νέο τους άλμπουμ περιγράφοντας ένα 25λεπτο ταξίδι στην άβυσσο του εαυτού, στα πιο σκοτεινά εσωτερικά σημεία, την ύπαρξη των οποίων αγνοεί το ίδιο το υποκείμενο.

Πρόκειται για μια, σχεδόν, κινηματογραφική εξιστόρηση της πτώσης στην άβυσσο. Στις μελωδίες ακούς τη φύση και τα στοιχεία της, ενώ οι στίχοι εναρμονίζονται και «πατούν» πάνω σε αυτές. Στο “Αn End Οn Itself” είναι σαν να ακούς τη θάλασσα και τα πλάσματα εντός και γύρω της. Μια μαγεία και μια νοσταλγία επικρατεί κατά την ακρόαση του άλμπουμ. Και η μαγεία αυτή αναδύεται με την αιθέρια και συνάμα δυναμικά εύθραυστη φωνή της στιχουργού Sara Bigdeli Shamloo. Η μαγεία της πτώσης στο “Down The Rabbit Hole” ολοκληρώνεται. Κι εκεί τα πάντα σταματούν και μένει μόνο αυτή η εκκωφαντική σιωπή.


Some journeys are accompanied by feelings of joy and anticipation for the long-awaited arrival at any destination. There are also journeys to dark, unknown, and unexplored destinations. This is the journey to the abyss, “Mise En Abyme”, as the French call it. This phrase was used by 9T Antiope as the title track on their latest full length album Grimace. The two Iranians created their new album, describing a 25-minute journey into the abyss of the self, into the darkest interior spaces, the existence of which the human itself ignores.

This is an almost cinematic account of the fall into the abyss. In these melodies you can listen to the nature and its elements, while the lyrics are in full harmony with the sounds. In “An End On Itself” it’s like listening to the sea and the creatures inside and around her. A magic and nostalgia prevail while listening to the album. And that magic emerges with the ethereal and -at the same time- dynamically fragile voice of lyricist Sara Bigdeli Shamloo. The magic of falling into “Down The Rabbit Hole” is fulfilled. And there is where everything stops and only this deafening silence remains.

Sylvia Ioannou

The Humble Bee & Offthesky – All Other Voices Gone, Only Yours Remains (iikki books)

thehumblebeeoffthesky.againstthesilence.com

Κανένα συναίσθημα δεν χρειάζεται λέξεις για να αποτυπωθεί. Προχωρά τυφλό, αν και ευερέθιστο, συγκεχυμένο, παρ΄ όλες τις συγκεκριμένες του στοχεύσεις. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας των The Humble Bee και Offthesky έχει τη μορφή των παραπάνω και πιο συγκεκριμένα, αυτή μιας ολιγόλογης και χαμηλόφωνης ερωτικής εξομολόγησης.

Αποφεύγοντας μια μελωδική σαφήνεια που θα το έκανε μελό ή πομπώδες, δημιουργεί ένα σύμπαν εύηχης νωχελικότητας. Οι φυσικοί ήχοι οργάνων αναμοχλεύονται με lo-fi λούπες και το υλικό, όπως είναι έτσι απογυμνωμένο, σε απογυμνώνει ως ακροατή, έχοντας ως μόνο προαπαιτούμενο, το να ακουστεί αυτή η γλυκιά, αν και χαμηλότονη ροή, σε υψηλή ένταση, για να σε «πιάσει». Αυτές όμως, είναι και οι αντιθέσεις που κάνουν κάτι, το οτιδήποτε, να ξεχωρίζει!

No emotion needs no words to impress. It goes blind, though irritable, confused, despite all its specific goals. The result of The Humble Bee and Offthesky’s collaboration is in the form of the above and more specifically, a discreet and low-key erotic confession.

Avoiding a melodic clarity that would make it weepy or pompous, it creates a universe of sweet sedations. The natural sounds of the instruments are jammed with lo-fi loops, and the material, as it is so stripped, strips you as a listener, having only a prerequisite to hear this sweet, albeit low-tone, stream as loud as you can. But these are the contrasts that make something, whatever, stand out!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Sect – Blood Of The Beasts (southern lord)

Οι «δε χρειάζονται συστάσεις» SECT μπορούν άνετα να θεωρηθούν βιρτουόζοι της hardcore μουσικής σκηνής, (η συμμετοχή τους σε μεγάλες μπάντες του είδους το επιβεβαιώνει) επιδεικνύοντας γαλόνια εμπειρίας και μαεστρίας.

Στο νέο άλμπουμ τους Blood of the Beasts, μέσα απο δέκα τραγούδια και συνολική διάρκεια 15 λεπτά κατανοείς πλήρως τί εστί hardcore punk. Βαβούρα και οργή συνθέτουν ένα μεταλλικό κράμα έντασης και σκληρότητας, έναν ηχητικό καταιγισμό. Ο Colohan τραγουδά ξεκάθαρα και με πάθος. Οι στίχοι δεν αραδιάζονται απλά και άτακτα, βγαίνουν από τα σωθικά του με τόση δύναμη που, σε στιγμές, «καπελώνουν» την ίδια τη μουσική. Στίχοι με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο, που ενεργοποιούν τη σκέψη και την κρίση κάθε ανθρώπου, για την απαξίωση της εξουσίας, για τους υποταγμένους, για την αγάπη, για την ελπίδα.

“…So what light, what tunnel is this you want me to see?…”

The band SECT doesn’t need recommendations; they can easily be considered virtuosos of the hardcore music scene (their participation in great bands of the genre confirms this), displaying tones of experience and mastery.

In their new album Blood Of The Beasts, after ten songs and a total duration of 15 minutes you can fully understand what hardcore punk is: a hustle and a rage form a metallic amalgam of intensity and cruelty, a thunderstorm. Colohan sings clearly and passionately. The lyrics are not simple in their meaning neither disorderly; they come out with such force that they “catch on” to the music itself at some points. They are diving into social issues and politics triggering every person’s thinking and judgment about the depreciation of power about the subordinates, about love, about hope.

“…So what light, what tunnel is this you want me to see?…”

Sylvia Ioannou

Konstrukt & Ken Vandermark – Kosmik Bazaar (karl records)

Αν ανοίξουμε το κεφάλαιο των αξιομνημόνευτων συνεργασιών στη σύγχρονη μουσική δεν ξεμπλέκουμε εύκολα. Αν καταπιαστούμε, επίσης, με ένα απτό παράδειγμα του τι σημαίνει επιτυχημένη συνεργασία έχοντας στα χέρια μας ετούτον εδώ το δίσκο, μάλλον, μπλέκουμε άσχημα! Όχι γιατί δεν πληροί τον ορισμό του τί σημαίνει να βγαίνει ένα άρτιο αποτέλεσμα από μια μουσική σύμπραξη, αλλά γιατί ουσιαστικά τον ξεπερνά.

Αυτό συμβαίνει γιατί δεν χρειάζεται να προβάλλουμε εδώ τα βαριά βιογραφικά και τις μουσικές αριστείες, αλλά απλώς να επικεντρωθούμε στο υλικό καθαυτό. Τότε θα ακούσουμε νότες-χείμαρρους, μετατοπίσεις υποβάθρων, πολυπρόσωπες, δυναμικές γραμμώσεις και τις αναδιπλώσεις τους. Είναι τόσο πλούσιες, εύρωστες και μεστές οι πτυχές του Kosmik Bazaar το οποίο υπογράφουν οι «πώς δεν είχαν συνεργαστεί νωρίτερα» Τούρκοι Konstrukt με τον Αμερικάνο Ken Vandermark, που το μόνο μελανό σημείο του είναι ότι αυτός, όπως ως ένα βαθμό ακόμη και οι ίδιες οι συνθέσεις που τον απαρτίζουν, κλείνει σύντομα και κάπως απότομα. Εκτός, αν αυτό είναι ένα σημάδι ότι έπεται συνέχεια. Tamam!

If we open the chapter of memorable collaborations in contemporary music we do not easily unravel. And if we dive into it, with a tangible example of what successful collaboration means, having the album already in our hands, we are probably in trouble! Not because it does not fulfill its definition of what a perfect result from a musical partnership means, but because it actually surpasses it.

We do not need to project here the strong résumés and musical excellences but simply to focus on the material itself. Then we will listen to tonal notes, background shifts, multifaceted, dynamic lines and their folds. The aspects of Kosmik Bazaar signed by Turkish Konstrukt (how they hadn’t worked together before!) and the American Ken Vandermark are so rich and sturdy that its only black mark is that the compositions are closing abruptlyꓼ unless this is a sign of continuity. Tamam!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης