Objekt – Cocoon Crush (PAN)

Πλέον, το να ψάχνεις να βρεις νέα, αξιόλογη μουσική μέσα στον κακό χαμό θυμίζει οδήγηση σε δαιδαλώδη πόλη. Μόνο που εδώ δεν έχει GPS, γιατί ακόμη κι αν μια υπογραφή-πινακίδα μας λέει κάτι, αν δεν ακολουθήσεις την πορεία του, δεν βρίσκεις τίποτα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι αν επιλέξεις να οδεύσεις προς την κατεύθυνση που σου υποδεικνύει, υπάρχει η περίπτωση οι πρώτες εντυπώσεις-ακροάσεις να μην είναι αρκετές ή να είναι ακόμη και παραπλανητικές. Κάτι τέτοιο μου συνέβη με το τελευταίο άλμπουμ του Objekt και οι δύο λόγοι που με εμπόδισαν να χωνέψω εύκολα το υλικό του, αποδείχθηκαν αυτοί που καθόρισαν το τελικό μου συμπέρασμα.

Αρχικά, το Coccon Crush είναι ένα άλμπουμ που απλώνεται στο χώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ακριβή διάρκεια του. Έχουμε την ίδια σύνθεση στην αρχή και στο τέλος, αντιστρέφοντας την λογική του φινάλε, καθώς στο κλείσιμο ακούμε την διευρυμένη έκδοση του “Lost & Found”, και ανάμεσα σε αυτά, ιδέες που ρέουν όχι γραμμικά, αλλά σχεδόν άναρχα. Κάπως σαν τα φυτά που ανθίζουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερο, μόνο που εδώ το περιβάλλον είναι ο ήχος που παραμένει μέχρι τέλους αινιγματικός και πλούσιος σε αναγνώσεις. Γι΄ αυτό το λόγο δεν σου μένει στο τέλος κάποια συγκεκριμένη σύνθεση στο μυαλό, παρά μόνο η αίσθηση που σου αφήνει.

Έπειτα, είναι αυτή η φυσικότητα των συνθέσεων που μέσα από ρυθμικά ή σπασμένα ηλεκτρονικά μοτίβα κάνει την εμφάνιση της, μέσω απρόσμενων, μελωδικών και γήινα ρυθμικών εκφράσεων. Η ομορφιά του δίσκου κρύβεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία που θυμίζουν άνθη που ξεφυτρώνουν μέσα από τσιμεντένιες χαραμάδες και τα οποία πάλλονται από ένα αεράκι το οποίο κανείς δεν καταλαβαίνει από που έρχεται.

Όλη αυτή η οργανικότητα δεν είναι άμεσα αντιληπτή κι όμως, είναι εκεί, σαν τις κρυμμένες θέες μια πόλης ξερής. Λόγου χάρη, αν κάποιο μεσημέρι σας φέρει ο δρόμος προς τα Προπύλαια στην Αθήνα, γυρίστε και κοιτάξτε απέναντι το γυάλινο κτίριο. Πάνω σε αυτό καθρεφτίζεται ο πράσινος Λυκαβηττός. Κοιτάζοντας το είδωλο του έχεις την εντύπωση ότι είναι ακριβώς από πίσω σου! Κάπως έτσι ηχεί το Cocoon Crush, κρυμμένο γύρω σου και περιμένοντας να εστιάσεις πάνω του, για να αντιληφθείς τον πλούτο του.

To search for a new and interesting music among chaos is like driving in a labyrinthial city. The difference is that there is no GPS here, because, even when a sign says something, if you don’t follow its guideline, you won’t find anything. In fact, even if you decide to take that specific path, the first impressions-listenings are not enough or even be misleading. This happened to me, while trying to understand Objekt’ s last album and the two specific reasons that prevented me from easily dive into it, became the ones that defined – in a positive way – my final conclusion.

At first, Coccon Crush is an album that is spreading into space, without realizing its exact duration. We have the same composition at the beginning and at the end, reversing the idea of reprise or finale, as the last song is an expended version of the first one “Lost & Found” and between them there are ideas that flow, not linearly but almost anarchically. Somehow like plants who blossom in a free environment, only here environment is the sound that remains enigmatic and grandiose, till the end. That’s why, you do not have a specific synthesis in mind, just a particular sensation that’s left of it.

Afterwards, there is this naturalness of the songs who occurs unexpected melodies and earthly beats among rhythmic or broken electronic patterns. The beauty of this record is hidden exactly in these points which resemble flowers that spring up among cement cracks and which are rattled by a soft breeze that no one knows where it comes from.

All this organic sense is not immediately perceived, but still it’s there like the hidden sights of a dry city. For example, if you pass through Propylaia in Athens at midday, turn and look across the glass building. Lykabettus is reflected on it. Looking at its reflection, you get the impression that the hill is right beside you! That’ s how Coccon Crush sounds, hidden around you and waiting for you to focus on it, just to discover, to sense its wealth.


Μπάμπης Κολτράνης

Σκέτος καφές (Melana Chasmata)

«Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση/ Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες/ …./έσβησε έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε/ χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά /Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκριση η νύχτα…»

Είναι απόγευμα και, κάτι που η μέρα ήταν σκοτεινή και ανήλιαγη, κάτι που ξεκίνησε ήδη να νυχτώνει, αυτοί οι στίχοι του Αναγνωστάκη καρφώνονται στο μυαλό μου. Καταφέρνει ο ποιητής να φορτίσει τη μοναξιά μου σε μια μέρα με έντονους ρυθμούς, αλλά ωστόσο άχρωμη, χωρίς να έχει συμβεί κάτι που θα ήθελα να ταράξει τη ρουτίνα της και να της δώσει μια διαφορετική τροπή. Σταμάτησα για λίγο να κάνω οτιδήποτε, χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μόνο για μένα. Χωρίς δηλαδή, να κάνω τίποτα για τη δουλειά (χαμός γίνεται εδώ μέσα, αλλά ακόμα κι αν σταματήσω για λίγο, τίποτε δεν θα φύγει από τη θέση του μοναχό του, θα με περιμένουν όλα ανυπόμονα να τα διευθετήσω), χωρίς να επισκεφτώ καμία υπηρεσία, χωρίς να απαντήσω σε τηλέφωνα, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει αυτήν την πολυπόθητη -αν και προσωρινή- ηρεμία μου.

Πολλές φορές νιώθεις πως το 24ωρο είναι πολύ λίγο για να χωρέσει όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μέσα όμως, σε αυτό υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ξεκλέψεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Θα μου πεις τώρα, πολύ αισιόδοξη είσαι που θεωρείς ότι μπορείς να βρεις αυτό το χρόνο για την πάρτη σου. Κι εγώ εκεί θα σου απαντήσω πως δεν είναι θέμα αισιοδοξίας, αλλά ζήτημα οπτικής και ιεράρχησης αναγκών. Η αδυσώπητη καθημερινότητα δεν μπορεί να σε ρουφά στους ρυθμούς της κι εσύ απλά να το αποδέχεσαι.

Εκμεταλλεύομαι λοιπόν, αυτές τις πολύτιμες στιγμές της αναπάντεχης και τόσο ποθητής μοναξιάς εν μέσω του στεγνού εργασιακού 8ωρου κι ακριβώς επειδή αυτές οι μοναχικές στιγμές συμβαίνουν σπάνια, αποφασίζω να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει. Και αξία σε στιγμές εργασιακά μοναχικές, χωρίς καφέ δεν υπάρχει. Ετοιμάζω λοιπόν, τον καφέ μου, τον τέταρτο της ημέρας, αλλά τι σημασία έχουν οι αριθμοί, δεν έχει κανένα νόημα να αριθμείς ή να ταξινομείς τις απολαύσεις. Ο καφές σκέτος, καυτός μέσα στην κούπα, «την κολυμπήθρα μου», όπως την αποκαλούν οι συνάδελφοι. Μεγάλη κούπα για μεγάλη απόλαυση, άλλωστε είμαι συνειδητά και αμετανόητα εθισμένη στην καφεΐνη. Την αγκαλιάζω, σχεδόν ευλαβικά και κάθομαι στο γραφείο μου.

Υπάρχει όμως, προσωπική στιγμή χωρίς τη μουσική; Για μένα όχι, νομίζω ότι ακόμα και τα όνειρά μου τα επενδύω μουσικά ανάλογα με το θέμα που επιλέγει το υποσυνείδητο να διαπραγματευτεί κάθε φορά. Θα προτιμούσα βέβαια, να ήμουν αυτή τη στιγμή μπροστά στο πικάπ μου, όπως κάνω κάθε φορά που είμαι μόνη μου, σαν μια προσωπική, μυστικιστική τελετή ακρόασης της μουσικής. Ελλείψει αυτού, καταφεύγω στον υπολογιστή μου και επιτρέπω στην τεχνολογία να επιληφθεί της μουσικής επένδυσης της στιγμής μου. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο νου μου ανοίγοντας τη μηχανή αναζήτησης. Κοιτάζοντας όμως, την οθόνη του υπολογιστή μια σκέψη με διαπερνά και σχεδόν, παραλύει κάθε κίνησή μου. Εκεί, αγκαλιά με την κούπα με τον ζεστό, αχνιστό και μυρωδάτο μου καφέ αυτή η σκέψη σταματά το χρόνο γύρω μου. Ή μάλλον, με γυρίζει πίσω στο χρόνο. Τι περίεργο πράγμα το μυαλό… πως επιλέγει να ανασύρει από το υποσυνείδητο γεγονότα πασπαλισμένα με τα συναισθήματα εκείνης της εποχής… ακριβώς όπως τα ένιωσες τότε…

Κινούμαι στην καρέκλα σαν να θέλω να διώξω αυτή τη σκέψη. Έλα όμως, που εκείνη δεν θέλει να φύγει, παραμένει εκεί, σταθερή, βράχος, αγκωνάρι στο μυαλό μου. Δεν έχω σωτηρία. Με ακολουθεί όπου και να πάω. Και σαν να υπάρχει ενσωματωμένο player στον εγκέφαλο ξεκινά μια μελωδία να «ακούγεται», αυτή του “Aurorae” από τους Triptykon. Τι περίεργη σχέση έχω με αυτό το τραγούδι… Παρόν σε τόσες και τόσες στιγμές της ζωής μου! Συνδεδεμένη μελωδία με κάθε δυσκολία, σαν να θέλει να είναι δίπλα μου, να μην μ΄ αφήνει μόνη.

Επιτόπου βάζω το δίσκο Melana Chasmata και ακούγεται από τα ηχεία του υπολογιστή. Και οι πρώτοι ήχοι των ντραμς συγχρονίζονται με τον καρδιακό μου ρυθμό. Ανεβάζω την ένταση στο τέρμα. Και όσο o Fischer, ο κοινώς γνωστός ως Tom Warrior, παίζει την κιθάρα του και ξεκινά να βγάζει αυτήν την απόκοσμη φωνή του τόσο στο μυαλό μου οι σκέψεις ανακατεύονται, ανακατευθύνονται, αναμοχλεύονται. Η ένταση χτυπάει κόκκινο, ακριβώς όπως μου αρέσει να τον ακούω, τόσο δυνατά, όσο και το συναίσθημα που μου προκαλεί. Ανατρεπτικός ο ίδιος ο Fisher όσο και οι εμπνεύσεις του. Με μεγάλη μουσική μεταλλική ιστορία (ιδρυτικό μέλος των Hellhamer, των Celtic Frost και των Τriptykon) ισορροπεί ανάμεσα στα βαθιά σκοτάδια και το ελάχιστο –αλλά αρκετό για να δημιουργήσει σκιές- φως, ανάμεσα στην σκληρότητα και την gothic – doom ευαισθησία, ένας καλλιτέχνης την αξία του οποίου δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ακόμα κι αν δεν είσαι φανατικός οπαδός του. Δίνοντας την απαραίτητη σημασία σε κάθε πτυχή της δουλειάς του, συνεργάστηκε στο δίσκο αυτό με τον H. R. Giger που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο των Μελανών Χασμάτων, όπως είχε κάνει και στο προηγούμενο LP Eparistera Daimones και στο To Mega Therion των Celtic Frost.

Και παρασύρομαι δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι στον εργασιακό μου χώρο, νιώθω πως είμαι κάπου αλλού έξω σε φυσικό περιβάλλον, νύχτα, μόνη, χωρίς να υπάρχει κανείς δίπλα μου. Είναι αυτή η αίσθηση που έχεις ότι θες να χαράξεις κάποια πορεία, να οδηγηθείς κάπου, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις ούτε το που θες να πας ούτε το πώς θα πορευτείς, ούτε τελικά αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον ζητούμενο προορισμό. Αλλά, ως γνήσια ξεροκέφαλη, αφήνομαι στους ήχους των Χασμάτων να με πάνε εκεί που θέλουν. Με τον καφέ να τελειώνει στην κούπα, με τη σκέψη να έχει κυριαρχήσει στο μυαλό και την καρδιά μου, συνειδητοποιώ πως πάντα στις στιγμές μου ένα σκοτάδι και μια μουσική με οδηγούσαν. Άλλοτε σωστά, άλλοτε λανθασμένα. Πάντα όμως, με οδηγούσαν σε συλλογή στιγμών που ακόμα κι αν εμπεριείχαν δυσκολίες ή ζόρια ή στενοχώριες ήταν όμορφες, γιατί τελικά η ομορφιά είναι αυτό που εμείς επινοούμε ανάμεσα στις όποιες ασχήμιες μας περιβάλλουν.

Sylvia Ioannou

Zoé Zanias – Into The All (Candela Rising)

Μέσα στην υπαρξιακή σκοτοδίνη και τις νευρωτικές αυταπάτες που ενσαρκώνει το σύγχρονο εκμαγείο ονόματι δυτικός πολιτισμός, αναδύονται συχνά, άλλοτε ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες και άλλοτε ως συνειδητές επιλογές, προσωπικές εκλάμψεις διαύγειας που διαρρηγνύουν μια προκαθορισμένη πορεία βίου και έργου. Μια ανάλογη οικουμενική αλήθεια επικαλείται και αναδεικνύει το πρώτο ολοκληρωμένο LP άλμπουμ της Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, και δεύτερη προσωπική δουλειά, μετά το ντεμπούτο EP της, To The Core (2016).

Γεννημένη στην Αυστραλία, μεγαλωμένη στη νοτιοανατολική Ασία και έχοντας σπουδάσει αρχαιολογία στο Λονδίνο, η -πλέον- Βερολινέζα κοσμοπολίτισσα Zoé Zanias μας συστήνει εκ νέου τη χαρισματική φωνή της, επιχειρώντας να επανεφεύρει ένα δυστοπικό μέλλον, μέσα από θραύσματα αρχαίας σοφίας, εξωτικά ethereal wave ηχοτόπια και φουτουριστικά cold synths οράματα.

Με εμφανείς avant-garde industrial επιρροές από SPK/Graeme Revell, πολυπολιτισμικές folk ενθυμήσεις από Dead Can Dance/Lisa Gerrard και experimental noise/techno ρυθμούς αλά Coil/Psychic TV, το Into The All μας εισάγει στον αιώνιο κύκλο “γέννηση – ζωή – θάνατος” μέσω υπνωτικών κυμβάλων, κατανυκτικών αλαλαγμών και διονυσιακών τελετουργικών από τα δύο πρώτα tracks, “Uroboros” και “Division”, αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πώς η ονοματοδοσία της tracklist καθεαυτή εμπεριέχει μια πλούσια φιλοσοφική σημειολογία και ενσταλάζει αρμονικά συνειρμικούς συμβολισμούς στο εκάστοτε κοινό. Με αυτό τον τρόπο ακριβώς, εκρήγνυται μπροστά μας μια μουσική κοσμογονία από coldwave πλήκτρα και dark techno beats τόσο στο “Aletheia” όσο και στο “Idoru”, δύο διαμαντάκια που αμέσως ξεχωρίζουν. Ακολουθεί η ηλεκτρονική εξιστόρηση της δεδομένης ανθρώπινης απόπτωσις με τα τρία επόμενα tracks του LP, “Rise”, “Atrophy” και “Thanatos”, στο οποίο συμμετέχει φωνητικά η Lynette Cerezo των Bestial Mouths. Το αποκαλυπτικό οδοιπορικό αυτογνωσίας και αισθητικότητας τερματίζει με ατμοσφαιρική lo-fi ambient/drone αισθητική, καθώς και με minimal σαμανικά κελεύσματα, μέσω του “Exuvia” και του ομώνυμου “Into The All”, όπου ωκεανός, ορίζοντας και ουρανός, ως ζωντανές αναπαραστάσεις, νοηματοδοτούν την αέναη αναγέννηση.

Συνοψίζοντας, η Alison Lewis, ξεφεύγοντας και συγχρόνως υιοθετώντας μουσικά μοτίβα από τα προηγούμενα σχήματά της (Linea Aspera και Keluar), τολμάει να πειραματιστεί και να συνδυάσει τα κρυστάλλινα φωνητικά της με πιο παραδοσιακά όργανα, με ένα πρωτόγονο μυστικισμό σε σχέση με τη φύση. To Into The All χαρτογραφεί απόκρυφες επιθυμίες και απελευθερώνει τις αισθήσεις, πετυχαίνοντας μια συμφιλίωση με την ανθρώπινη κατάσταση. Αναμφίβολα καθηλωτική, συγκινησιακή, γήινη synthwave performance.


Death Disco, Athens 2016

From the existential vertigo and the neurotic illusions which embody the modern cradle called western civilization, personal flares of clarity often emerge, either as self-fulfilling prophecies or as considered choices, changing a predetermined course of life and work. A similar universal truth invokes and highlights first solo LP album of Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, after her EP debut, To The Core (2016).

Born in Australia, raised in South-East Asia and lived as an archeology student in London, most cosmopolitan Berliner Zoé Zanias introduces afresh her charismatic vocals to us, attempting to re-invent a dystopian future, through shards of ancient wisdom, exotic ethereal wave soundscapes and futuristic cold synths visions.

Likewise with evident avant-garde industrial influences from SPK/Graeme Revell, multitribal folk remembrances of Dead Can Dance/Lisa Gerrard and a Coil/Psychic TV experimental noise/ techno tempo, Into the All enters us into the eternal circle of birth – life – death via hypnotic cymbals, worshipping calls and dionysian rituals from the first two tracks, “Uroboros” and “Division” respectively. It is noteworthy how the tracklist’s naming itself involves abundant philosophical semantics and harmoniously instills coherent symbolisms to the audience. In such way, a musical cosmogony of coldwave synths and dark techno beats explodes both in “Aletheia” and “Idoru”, two diamonds that right away stand out of the album. An electronic narration of the given human descent follows with the next three LP tracks, “Rise”, “Atrophy” and “Thanatos”, in which Lynette Cerezo, vox of Bestial Mouths, also features. The revealing journey of self-sentience and sensuality ends with atmospheric lo-fi ambient/drone aesthetics, as well as with minimal shamanic invocations, through “Exuvia” and homonymous “Into The All”, where ocean, horizon and sky as vivid representations mean perpetual rebirth.

In summary, Alison Lewis, escaping from and simultaneously adopting music patterns from her earlier career (Linea Aspera and Keluar), dares to experiment and mix her crystal vocals with more traditional instrumentation and a primitive mysticism in peace with nature. Into The All cartographes inner desires and releases the senses by achieving a reconciliation with the human condition. Undoubtedly immersive, empathetic, earthly synthwave performance.

Pantelis Daskalakis

Καζαμίας 2019 (Γενάρης – Απρίλης)

Γενάρης

Ξεκίνημα από ένα σημείο που δεν είναι ποτέ αφετηριακό. Νέα αρχή, όχι σε όλα, αλλά σε κάποια τουλάχιστον, στα μουσικά ας πούμε. Το μόνιμο άγχος της αναγνώρισης μέσα στο χάος θα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για την γκάμα των δημιουργών που θεωρούν ότι οτιδήποτε βγάζουν είναι άξιο κυκλοφορίας προς τα έξω, για όλ@ς δηλαδή, σήμερα! Για παράδειγμα, οι MMD παρουσιάζουν τέλη Γενάρη στο γνωστό ναό την τελευταία τους δουλειά που ανάθεμα κι αν ακούστηκε πουθενά από τον Σεπτέμβρη που κυκλοφόρησε. Μπας και περίμενε όλος ο κόσμος την προβολή της ταινίας που αυτή η μουσική, ζωντανά παιγμένη, φτιάχτηκε για να συνοδεύει;! Θα δείξει.

Πάντως, την ίδια σχεδόν, ημέρα κυκλοφορεί το πρώτο soundtrack που έχει την σφραγίδα του James Holden για το πολιτικό και άκρως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ “A Cambodian Spring”. Άραγε, την ιστορία που διαπραγματεύεται το φιλμ αυτό την είδαμε ποτέ στις ειδήσεις; Επίσης, προς τα τέλη Γενάρη κυκλοφορεί νέο άλμπουμ από τον Jay Glass Dubs στην Bokeh Versions και ακολουθεί το πρώτο διαθέσιμο κομμάτι του:

 
 
 

Φλεβάρης

Μετά το άπλωμα των πλάνων και τον αρχικό ενθουσιασμό έρχεται η πραγματικότητα. Οι διαψεύσεις βέβαια, έχουν πάντα καλοκαιρινό χρώμα, οπότε είναι ακόμη νωρίς για να τα βάψουμε μαύρα ή λευκά, αν προτιμάτε την αντιστροφή της γνωστής ποιήτριας. Μαύρο βέβαια, θα ντύνει τις επικείμενες εμφανίσεις των Slapshot σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με την πρωτοτυπία ότι άλλοι διοργανωτές κινούν τα ηνία της πρώτης εμφάνισης και άλλοι της δεύτερης! Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα με την μπάντα, γιατί ο Choke – ο τραγουδιστής της ντε- και το μόνο μέλος από την αρχική σύνθεση τους, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ως ο ψυχραιμότερος (βλ. κυνηγητό σε ναζί, χώσιμο σε κατάληψη που φιλοξενήθηκε για ένα live στην Αγγλία και πολλά άλλα). Λογικά και το νέο άλμπουμ του Evan Caminiti των Barn Owl θα έχει το σκουράκι του κι αυτό, αλλά σε εντελώς άλλο μήκος κύματος. Επίσης, οι Xiu Xiu, ο Bob Mould και οι Teeth Of The Sea θα προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερους χρωματισμούς κι ένα ενδιαφέρον στο μήνα με τις νέες τους δουλειές γιατί έρχεται και η άνοιξη! Πριν κλείσει ο μήνας, θα βγει στις οθόνες και η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν Der Goldene Handshuh, οπότε όλα καλά!

 

 

Μάρτης

Αφήστε τα ζώδια, γιατί ο πιο ανορθόδοξος μήνας βρήκε μάλλον, το άλμπουμ που θα τον εκφράσει. Οι Snapped Ankles βγάζουν την πρώτη μέρα του μήνα το νέο τους πόνημα και το μοναδικό δείγμα που έχουμε εύκαιρο είναι καλούτσικο για τα δικά μας στάνταρ και αριστουργηματικό για αυτά που μας έχει συνηθίσει η Βρετανία εδώ και πολλά χρόνια! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Helado Negro από το άγνωστο πουθενά και οι Lambchop από το γνωστό παντού κάνουν ήπια την μετάβαση στην καλοκαιρία που, κάποια στιγμή, θα έρθει κι αυτή. Συναυλιακά ο μήνας ξεκινά με δύο εμφανίσεις των Sad Lovers & The Giants στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων και η ελπίδα να ξεφύγουν λίγο από την προβλεψιμότητα των συνομήλικων τους σχημάτων που ζουν μια νέα εφηβεία αυτή την εποχή μένει να πεθάνει τελευταία!

 

Απρίλης

Οι πτήσεις πάνω από την Ευρώπη με μπαγκάζια μουσικά όργανα, όλο και θα πληθαίνουν. Το Borderline, που διοργανώνει η φιλόπτωχος εταιρία που δεν αφήνει τίποτα άστεγο, θα δώσει ένα άλλο χρώμα στα μουσικά της πόλης. Ακραιφνής πειραματισμός θα φέρει σε αμηχανία mainstream μουσικούς συντάκτες που προμηθεύθηκαν προσκλήσεις για την κάλυψη του φεστιβάλ. Κάπως έτσι, αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είναι για τα εν λόγω άτομα, όχι μόνο να φτάνουν νωρίς στην ώρα τους για να δουν τα αποκαλούμενα “support”, αλλά να πρέπει να μένουν μέχρι τέλους σε συναυλία που όχι μόνο δεν έχει κιθάρες, αλλά ούτε καν μελωδίες! Έλεος κάπου!

Έχουμε και την δύσμοιρη την Record Store Day προς το τέλος του μήνα που αντί να αναβιώσει την αγάπη μας προς το βινύλιο θα αποτελέσει την ταφόπλακα του. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων συναντά την μανία της κατανάλωσης και το νόημα κάπου αναζητείται στο μεράκι κάποιων μικρών που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως παιχνίδι με την κλασσική έννοια και όχι ως παιχνίδι στις πλάτες άλλων, μουσικών ή μουσικόφιλων! Τον δυναμικό δίσκο του μήνα μη ξεχάσουμε: Jaws – The Ceiling 5.4!

 

 

January

A beginning from a point that is hardly ever a starting point. New start, not in everything, but just in some, let’s say in music. The constant anxiety of recognition within the chaos will be continued with unbearable intensity for the music producers who believe that everything they write is worthy of public release, and that applies to all of them! For example, MMD are presenting at the end of January at the known Temple their latest work which wasn’t heard almost anywhere since September when it was officially released. Was it because everyone was waiting for the screening of the film which this album was made to accompany? We’ll see. However, almost on the same day, the first soundtrack bearing James Holden’s signature will be released. It’s the musical score composed for “A Cambodian Spring”, a political documentary, painting the picture of story which no media ever covered! There is also a new release from Jay Glass Dubs on Bokeh Visions coming up on late January and here is its first song.

February

After the unveiling of the plans and the initial enthusiasm, here comes reality. Disenchantment always has a summer shade on it, so it is still early for black and white predictions. Eventually, though, black will be the colour to characterise the two upcoming Slapshot gigs in Athens and Thessaloniki with the novelty that this time it will not be the same organising company responsible for making both concerts happen. Let’s hope that no problemwil occur because of that since Choke, the singer of the band and the only remaining original member, is not exactly the calmest guy, rumour has it (see a hunting down on nazis, an argument with a British squat which was meant to accommodate them among others). Logically, Evan Caminiti’s new album will have its own dark aesthetics but in a totally different and unique way. We‘ll also have new releases from Bob Mould, Xiu Xiu and Teeth Of The Sea that will show us more colours and a whole fresh interest in new music as spring prevails. Before this month ends, Fatih Akin’s new film, called Der Goldene Handshuh, will be released,so everything will be fine!

March

Don’t listen what the zodiac signs tell us, as the album to signify the most unorthodox month has been found. On the first day of March, Snapped Ankles release their new work and the only sneak peek available, is simply good for our standards and a masterpiece for the ones that Britain usually has presented it us with during the past years! On the other side of the ocean, Helado Negro hailing from the unknown and Lambchop from the known, make a smooth transition towards summer which won’t be far for long. This month has also two Sad Lovers and Giants concerts in store for us at the famous basement in Exarheia with the hope that they‘ll avoid the predictability of a revisited adolescence that other bands of their era seem to have dived into.

April

Flights above Europe with luggage full of instruments will be more and more frequent. Borderline festival, which is held by the well known philanthropist company, will give a whole new colour in the music affairs of the city. Acute experimentalism will bring about confusion and puzzlement to mainstream music columnists who already got the necessary passes to cover the fest. And this will prove how difficult it will be for these columnists who not only must not be late and catch the opening support acts, but also to see this through and stay till the very end of these concerts that not only lack guitars but melodies too!

We also have this miserable Record Store Day at the end of this month who instead of reviving our love towards vinyl, it will be its gravestone. The fetishising of products meets the mania of consumption and the whole meaning of this may only be found among the persistent love of some small record lovers who face this subject as a game with its classic notion and not as a game on the backs of others, musicians or music lovers.Let’s also not forget the dynamic album of the month: Jaws – The Ceiling 5.4!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Tommy Guerrero – Road To Knowhere (Too Good)

Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο με ράθυμους ρυθμούς και ευμετάβλητη διάθεση βρισκόμαστε για ακόμα μια χρονιά στο μεταίχμιο της αλλαγής μιας χρονιάς – στην αφετηρία ενός κύκλου 365 ημερών με τον τριψήφιο αυτό αριθμό να αποτελεί ακόμα κίνητρο για αλλαγές κι όχι μία ανυπέρβλητη πρόκληση.

Σίγουρα στο πέρας μιας χρονιάς σαν το 2018 τίποτα δε φαντάζει απίθανο ή απρόβλεπτο. Τα απώτατα ύψη και τα απώτατα βάθη της ανθρώπινης δράσης έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους πάνω μας και το βάρος της επεξεργασίας του δεν ήταν ποτέ άλλοτε βαρύτερο (εικάζουμε).

Σε ένα τέτοιο χωροχρονικό πλαίσιο, η νέα δουλειά του Tommy Guerrero είναι τόσο παράταιρη όσο και αναγκαία. Όπως προείπαμε, θα ήταν πλέον αναχρονιστικό να επιμείνει κανείς στην παραδοξότητα της σύνθεσης των ιδιοτήτων του κ. Guerrero. Τι το περίεργο στο να συνθέτει μουσική ένας επαγγελματίας sκateboarder; Μήπως οι ρίζες του από τη Χιλή και τις Φιλιππίνες μάς βοηθούν να φτάσουμε πιο ομαλά στην πηγή των jazz και afrobeat μελωδιών του ή δυσκολεύουν ακόμα πιο πολύ το νοητικό μας ταξίδι;

Αυτά τα ερωτήματα είναι εκτός τόπου και χρόνου σήμερα, κενά κάθε περιεχομένου. Ο κ. Guerrero μετρά ήδη είκοσι χρόνια επαγγελματικής πορείας τόσο στον χώρο του skateboarding όσο και της μουσικής, ώστε να είναι δύσκολο για τον παρατηρητή να ξεχωρίσει τις δύο αυτές ασχολίες του σε κύρια και παρεπόμενη.

Το Road To Knowhere μαρκάρει αυτή την εικοσαετή διαδρομή, διαδεχόμενο του Perpetual του 2015. Δεκατρείς μαγευτικά καταπραϋντικές συνθέσεις – κινούμενες κυρίως σε jazz διαδρομές τις οποίες διακόπτουν μικρές funk και afrobeat παρεκβάσεις – συναποτελούν έναν από τους πιο θεραπευτικούς δίσκους της χρονιάς.

Είναι δύσκολο για εμένα προσωπικά να προχωρήσω σε μία – κομμάτι ανά κομμάτι – αποδόμηση του Road To Knowhere. Βρίσκω ότι μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα απέκδυε την ολότητα του δίσκου από την ομαλότητα των μεταβάσεων μεταξύ των συνθέσεων και από την εν γένει φυσικότητα της ροής του.

Θα ήθελα μόνο να κλείσω αυτή τη μικρή λεκτική εισαγωγή στο Road To Knowhere με τη διαπίστωση ότι το μυστικό στο να παραμένεις «relevant», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην πομπώδη μεριά της δισκοκριτικής, δε βρίσκεται στις δοκιμασμένες φόρμουλες (sic) και στις κοπιώδεις εναλλαγές αλλά στη σύνθεση ενός όλου μεγαλύτερου από τον εαυτό σου που μοιάζει πιο αυθύπαρκτο και λειτουργικό από τα μέρη του.

Moving on with a sneaky rhythm and a changeable mood we find ourselves yet another time at a year’s turning point – the beginning of a 365-day circle whose three-digit number sets a motive for us to change rather than a challenge.

Undoubtedly, at the end of a year such as 2018 there is nothing considered as unlikely or unforeseeable. The highest reaches and the deepest lows of mankind have already stigmatized us. The burden of processing all this information has never been so overwhelming (or has it? We can only speculate).

In a time and a place such as the aforementioned, Tommy Guerrero’s new album proves itself to be as discrepant as it is needed. It’s already been stated that it would be anachronistic to maintain the notion that Mr. Guerrero’s qualities as a professional are mismatched. Who would (at the present time and era) marvel at the fact that a professional skateboarder composes music at the rate and with the intensity that he does? Would it help to consider his Chilean and Filipino roots in order to track the source of his jazz and afrobeat melodies or would it intervene with our spiritual journey?

Such questions are simply out of place, should they be asked nowadays, completely devoid of meaning. Mr. Guerrero holds a career that spans for twenty years – both as a professional skateboarder and as a musician. This fact makes it difficult for the observer to tell his two qualities apart and discern which one should be called “primary” and which one is the “secondary”.

Road To Knowhere marks this twenty-year old journey, following the album Perpetual (2015). Thirteen majestically soothing compositions – set on jazz premises mainly with a taste of funk and afrobeat intervals – form together one of the most therapeutical albums of 2018.

Personally, I find it pretty hard to move on and deconstruct each individual track of Road To Knowhere. Such an approach would deprive the album of its well-tempered transitions and harm the natural flow of its melodies.

I would like to conclude this tiny introduction to Road To Knowhere with an ascertainment: the key to staying “relevant” (as usually mentioned in contemporary journalism) cannot be found in well thought-out past formulae or in the strenuous alternations of style. It’s the ability to create a whole which extends to reaches further than your own self. A whole that is way more autonomous and functional than its parts.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Poisoning Seraphs – Dead Congregation/Rapture/Soulskinner live

Η αρχική ανακοίνωση σχετικά με το επερχόμενο live των Dead Congregation επί αθηναϊκού εδάφους, αναμενόμενα διέσπειρε ενθουσιασμό σε ικανότατο αριθμό μυημένων και μη. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν η προσθήκη μιας ακόμα συναυλίας τους, πέραν αυτής που είχε αρχικά ανακοινωθεί. Η συγκεκριμένη μάλιστα, θα επικεντρωνόταν στο “Grave Of Archangels”, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν δέκα έτη από την κυκλοφορία του. Και αυτό αποτελούσε ακόμα έναν πόλο έλξης, προσωπικά μιλώντας.

Φτάνοντας στο Temple σχετικά νωρίς, παρατήρησα πως υπήρχαν κάποιες/κάποιοι ήδη εκεί. Η είσοδος των Soulskinner έγινε σε σχετικά ζεστό κλίμα, λοιπόν. Σχεδόν παρεϊστικο, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η απόδοση τους. Το παλαιών αρχών, κατά βάση αμερικανικής υφής death metal τους, ηχούσε οικείο στα περισσότερα παρευρισκόμενα πρόσωπα. Ενώ και η σκηνική τους παρουσία απέδιδε μια χαλαρή, μα συνάμα μεστή, διάθεση. Έχω ωστόσο την αίσθηση ότι κάτι έλειπε, συνολικά. Ίσως οι συνθέσεις τους να χρειάζονται περισσότερες χαοτικές ανατροπές, ώστε να αναπνεύσουν; Εκτελεστικά πάντως, ήταν επαρκέστατα δεμένοι και είχαν θετική ανταπόκριση από το κοινό. Τίμιους, θα τους χαρακτήριζα. Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί όμως.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, οι ως τότε άγνωστοι σε εμένα Rapture εφορμούν στη σκηνή. Το αναφέρω κυριολεκτικά, καθώς ήταν όντως εκρηκτική η είσοδός τους! Σκηνικά, μα και όχι μόνο. Από το πρώτο κομμάτι ήδη, μου ήρθαν στο νου οι τεράστιοι Demolition Hammer. Αυτό μόνο ως θετικό δύναται να προσμετρηθεί, κατά τη γνώμη μου. Κι αυτό γιατί οι συγκεκριμένοι Αμερικανοί ήταν η αγαπημένη μου thrash μπάντα- ή death/thrash, ακριβέστερα. Σε αυτά τα μονοπάτια κινούνται και οι Rapture, με ιδιαίτερα πειστικό μάλιστα τρόπο. Και απόλυτα παθιασμένη εκτέλεση και παρουσία, θα προσέθετα. Το set τους ήταν λίαν χορταστικό-και έδειχνε να κινητοποιεί τους παρευρισκόμενους. Το ίδιο θα έλεγα πως ίσχυε και για την περίπτωσή μου. Θα τους έχω κατά νου μελλοντικά, συνεπώς.

Σταδιακά, ο ναός γεμίζει από κόσμο, που προσέρχεται για να δει τους headliners. Οι οποίοι μετά από κυριολεκτικά αναρίθμητες συναυλίες σε όλον τον κόσμο, εμφανίζονται στην Αθήνα, με την ιδιαίτερη μα και επετειακή συνθήκη που προανέφερα. Τα banners, στις 2 άκρες της σκηνής, λειτουργούν ως ένδειξη, μα και ως προειδοποίηση: “Pray For Total Death”. Με την ολοκλήρωση του “Hell Awaits” που εδώ καταλάμβανε την θέση της εισαγωγής, η μπάντα καταλαμβάνει τη σκηνή. Με άμεσα επιθετική διάθεση και έναν σφιχτό αέρα αυτοπεποίθησης. Ο τελευταίος πηγάζει προφανώς από την έντονη συναυλιακή τους εμπειρία. Αλλά επιπρόσθετα, είναι και αποτέλεσμα της κυρίαρχης ποιοτικά θέση τους, σε ό,τι αφορά το death metal του σήμερα. Ήταν το “Graves Of The Archangels” ο δίσκος που επέβαλε, τρόπον τινά, την αναβίωση του συγκεκριμένου ιδιώματος. Και συνεπώς, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο ένδοξα νεκρικό παρελθόν και στο σπηλαιώδες metal του θανάτου, που επακολούθησε. Έχοντας επίγνωση της σημασίας του, οι Dead Congregation το εκτελούν με στόμφο και πάθος. Η ολικά βορβορώδης ατμόσφαιρα δημιουργεί την εντύπωση μιας συμπαγούς μάζας. Δε θα ξεχώριζα τραγούδια, καθώς συνολικά το ηχητικό αποτέλεσμα με ρουφούσε, λειτουργώντας ως μια αδιάσπαστη, Τυφώνεια μάζα. Μέσα στο στροβιλιζόμενο χάος αυτής, διακρίνει κανείς τα δυσαρμονικά riffs, τα απολύτως εύστοχα leads, τα καταπληκτικά φωνητικά του Αναστάση. Η σκηνική τους παρουσία είναι λιτή και αυστηρή, προσθέτοντας πολλά στον σχεδόν μυστικιστικό άνεμο αυτής της εμφάνισης. Αξίζει βέβαια και μια αναφορά στα καταιγιστικά τύμπανα, που αποτέλεσαν τη ραχοκοκκαλιά σε αυτό το ηχητικό σύνολο. Η κατανυκτική μείξη ψαλμωδιών σε αντιπαράθεση με πηχτά riffs, οδηγεί σε ένα απλά ψαρωτικό αποτέλεσμα. Λίγο αργότερα, η μπάντα αποχωρεί. Για να επιστρέψει, για το μόνο ταιριαστό κλείσιμο: το “Vomitchrist” δονεί τον Ναό, οδηγώντας σε ένα αβίαστα βάρβαρο αποκορύφωμα.

Η πρωτοκαθεδρία τους στο είδος πιστοποιείται εμφατικά με τελετουργίες όπως η συγκεκριμένη, ομολογώ. Τα αυτιά μου βούιζαν από τις βαρύτατες κιθαριστικές παραμορφώσεις, ενώ εγκατέλειπα χαμογελώντας τα ερείπια του Ναού.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Giorgos Kanavos

Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης