Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou

Echo Basement – No Form Of Human Government (Rudu Records)

Πριν από περίπου δυόμισι χρόνια οι Echo Basement έδωσαν μια συνέντευξη με ενδιαφέρουσες ερωταποκρίσεις. Σε μια από τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου για το τι είναι αυτό που τους ωθεί να ασχοληθούν με τη μουσική, απάντησαν πως ο λόγος είναι η ανάγκη τους για έκφραση, ειδικά σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένη δημιουργικότητα και ακόμα λιγότερο ελεύθερο χρόνο για όλους μας, λόγω των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων που συμβαίνουν γύρω μας. Εκεί, τόνιζαν τη βαρύτητα που έχει ο ρόλος του πομπού – καλλιτέχνη που κοινωνεί τη δημιουργία του στον κόσμο, σε αντιδιαστολή με τον απλό δέκτη ερεθισμάτων από κάθε μορφή τέχνης, η οποία δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό λόγο ύπαρξης το να μας κάνει να νιώσουμε καλά, άβολα ή στενάχωρα, αλλά είναι σημαντικό να μπορεί να ευαισθητοποιεί και να αφυπνίζει το κοινό της.

Ανυπομονούσα λοιπόν, να ακούσω τη νέα τους κυκλοφορία, έχοντας ήδη θετική προδιάθεση από το debut album τους Placid με το – αγαπημένο- “Our Mondays Apart”, το οποίο είχε συμπεριληφθεί και στη συλλογή Against The Silence V.b το 2016.

Το No Form Of Human Government πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό άλμπουμ με 6 κομμάτια, ένα εκ των οποίων έχει στίχους στην αγγλική γλώσσα, όπως συνηθίζουν. Η μπάντα κινείται σταθερά στα μονοπάτια του post rock, του progressive και του indie, ενώ εντάσσει στους ήχους της και μερικά post metal στοιχεία. Η δουλειά που έχουν κάνει τα μέλη της μπάντας είναι παραπάνω από εμφανής στο δίσκο αυτό. Είναι ξεκάθαρες οι εναλλαγές ανάμεσα στα μέρη των τραγουδιών, όλα τα στοιχεία είναι τοποθετημένα με, σχεδόν, μαθηματική ακρίβεια και κάθε ήχος καταλαμβάνει τη δική του θέση. Κάθε όργανο της  βασικής τριάδας ντραμς- κιθάρας- μπάσου ξεχωρίζει μέσα από τον συμπαγή συγχρονισμό τους, ενώ στην βασική αυτή τριπλέτα προστίθενται τα πλήκτρα και το φλάουτο που αποτελεί το διακριτικό στοιχείο της μπάντας και στα δύο LP τους, παρουσιάζοντας έτσι ένα ομαδοποιημένο σύνολο.

Με μια βαθιά ανάσα ξεκινά το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ “Jones County, Mississippi” ενώ ήχοι που θυμίζουν ανατολή δίνουν μια ιδιαίτερη νότα στο “Komplex#A”. Ακολουθεί το “Klov”, στην εισαγωγή του οποίου θαρρείς πως ακούς τον ήχο από το εκκρεμές να μετρά τα δευτερόλεπτα με αγωνία και ένταση, σαν κάτι απειλητικό να πλησιάζει. Στο “Post Dance” εμφανίζεται πιο ηλεκτρονικός ήχος με τα synths να κυριαρχούν, ενώ το “Days of Retreat” χαρακτηρίζεται από post metal στοιχεία. Και για το τέλος, είναι το “Free State” το μόνο τραγούδι του άλμπουμ με στίχους που αναφέρονται στο κατά πόσο επιθυμούμε να διατηρούμε τον έλεγχο σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. 

Το No Form Of Human Government είναι ένα τεχνικά άρτιο άλμπουμ. Ορισμένες φορές βέβαια, δεν αρκεί ένα άρτιο τεχνικά αποτέλεσμα για να μας κάνει να αγαπήσουμε μια καλλιτεχνική κατάθεση. Αντίθετα, κάποιες φορές οι αρτιότητες μπορεί να αποβούν σε βάρος του συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά μια μουσική σύνθεση. Χρειάζεται να ακούσεις μια δουλειά αρκετές φορές πριν αρχίσει να σου «μιλάει». Αυτό συνέβη και σε μένα με το συγκεκριμένο άλμπουμ.



Sylvia Ioannou

Anemone Tube, Jarl & Monocube – The Hunters In The Snow (The Epicurean)

Τι κάνει ένα καλλιτεχνικό έργο να ξεχωρίζει; Ποια επιθυμία μας προβάλλεται σε αυτό; Πόσες λέξεις αρκούν για να το περιγράψουν; Οι απαντήσεις ή οι ερωτήσεις νικάν στο τέλος; Ερωτήματα που είτε μένουν στο κενό όταν οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας συνθλίβουν, είτε μας κάνουν να αιωρούμαστε περιγελώντας την αθανασία των ψυχών, αλλά και θαυμάζοντας την αθανασία της τέχνης.

Το έργο του Φλαμανδού Bruegel, Hunters In The Snow, ήταν από αυτά που μένουν αθάνατα αναπαριστώντας τη ζωή και το θάνατο, το χειμώνα και το άγνωστο που πάντα το ακολουθεί. Πάνω σε αυτό το έργο πάτησαν αισθητικά και θεματικά, μετά τον Lars Von Trier στο Melancholia, οι Anemone Tube, Jarl και Monocube, ώστε να εκφράσουν με τα δικά τους καλλιτεχνικά μέσα αυτή την αίσθηση της ζωής που, όσο παγωμένη μας φαίνεται, τόσο ρέει κάθε στιγμή προς το επέκεινα.

Πώς όμως, αναπαρίσταται ένα έργο ζωγραφικής με τη μουσική; Άγνωστο, πέραν του ότι οι ήχοι προσπαθούν να ξεπεράσουν την στατικότητα της εικόνας. Εδώ όμως, έχουμε μια εικόνα γεμάτη κίνηση, γεμάτη ζωή, αν και το περιβάλλον που απεικονίζεται εντός της είναι βαρύ και σκούρο. Αυτή η αίσθηση διατρέχει το υλικό που έγραψαν μαζί, ή σε δυάδες, ή κατά μόνας οι τρεις συνοδοιπόροι, καθώς τα μουσικά τους μοτίβα αν και μονόχρωμα, συνθέτουν ένα άλμπουμ που κυλά αέναα και γόνιμα προς ένα τέλος που δεν είναι τέλος. Αυτή η κυκλικότητα της καθημερινής ζωής που αναπαρίσταται στο έργο του Bruegel μεταφέρεται εδώ, με τη μορφή κυκλικών μουσικών θεμάτων και τη σύνδεση του τέλους με την αρχή του δίσκου.

Οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων συνθλίβονται, όλα έρχονται σε ένα σώμα. Οι συνεισφορές των τριών μουσικών συνιστούν ένα κοινό μυαλό, μια κοινή ανάσα. Τίποτα επικό ή μεγαλόστομο, μόνο αυτή η αίσθηση της κίνησης των εποχών. Όλα σε ήχους, όλα ξεκάθαρα!

What makes an artistic work stand out? What desire is depicted in it? How many words are enough to describe it? Answers or questions win in the end? Questions that either remain in the void when the rhythm of our everyday life crushes us, or make us hover around mocking the immortality of souls, but also admiring the immortality of art.

The work of Flemish Bruegel, Hunters In The Snow, was one among those that immortally represent life and death, winter and the unknown that always follows. By this work, Lars Von Trier in Melancholia, Anemone Tube, Jarl and Monocube, have been aesthetically and thematically inspired to express with their own artistic means a sense of life that, as frozen as it may seem, so flows every moment to the next.

But how can a painting be represented through music? It is unknown, apart from the sounds trying to overcome the staticity of the image. Here, however, we have a picture full of motion, full of life, even though the environment depicted in it is heavy and dark. This sensation runs through the material they wrote all together, or a pair, or only one of the three companions, as their musical motifs, even monochrome, make up an album that rolls endlessly and fertile to an end that is not the end. This circularity of everyday life depicted in Bruegel’s work is transported here, in the form of circular musical themes, and the connection of the end to the beginning of the record.

The time durations of the compositions are crushed, everything comes as one. The contributions of the three musicians are a common mind, a common breath. Nothing epic or grand, just that sense of motion of the seasons. Everything in sounds, all clear!

Μπάμπης Κολτράνης

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Live Zu/s̶i̶s̶t̶e̶r̶

Συνήθως, όταν κάθομαι μέσα λόγω κρυολογήματος (και όχι μόνο) για κάποιες ημέρες, με το που βγαίνω από το σπίτι, εντυπωσιάζομαι με τα πάντα. Μια πόλη για ελάχιστο χρόνο μακρινή μου φαντάζει, νέα και γεμάτη περιπέτειες. Αυτήν τη βραδιά όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αδιάφορες εικόνες, αδιάφορος κόσμος, αδιάφορη εποχή που δεν ξέρει αν αξίζει να φέρει την τρέλα της άνοιξης ή την σοβαρότητα του χειμώνα. Ως εκ τούτου, η διάθεση μου δεν ήταν η ιδανική για να παρακολουθήσω μια συναυλία με την όρεξη ενός αμούστακου έφηβου, αλλά τελικά, όλα αυτά στο τέλος δεν είχαν καμία σημασία παρά μόνο για να αποτελέσουν μια βιωματική και -παραλίγο- λογοτεχνική εισαγωγή στη συγκεκριμένη συναυλιοκριτική, όπως εξάλλου, αρμόζει να πράττουμε σε όλες.

Πριν όμως, από κάθε τέλος υπάρχει η αρχή κι αυτή έγινε με τους ημεδαπούς s̶i̶s̶t̶e̶r̶ που αποτελούνται από συνομήλικους μου, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους πριν κάτι μήνες και εμφανίστηκαν ως το κλασσικό κιθαριστικό τρίο συν έναν τρομπετίστα. Ο δε κιθαρίστας τύχαινε να είναι γνωστή φυσιογνωμία και το γεγονός ότι τον είχα δει με μια παλιά του μπάντα σε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ να παίζει σε encore μια διασκευή σε Fugazi, με προδιέθετε για κάτι πολύ καλό με το νέο του σχήμα. Όπερ και συνέβη, καθώς οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ αποδείχθηκαν μια μεστή μπάντα, με απλές και όχι απλοϊκές ιδέες στις συνθέσεις τους, οι οποίες είχαν στοιχεία από διάφορες δεκαετίες και είδη (surf, indie, noise rock) συμπυκνωμένες σε ένα δικό τους ορχηστρικό ήχο. Η προσφορά του τρομπετίστα ήταν ιδανική, σε τέτοιο βαθμό που, με το που αποχώρησε για να παίξουν τα κομμάτια στα οποία δεν τον είχαν συμπεριλάβει, θα έλεγες ότι άκουγες μια άλλη μπάντα που κάτι της έλειπε! Την άλλη Παρασκευή παρουσιάζουν στο Underflow το δίσκο τους συν νέο υλικό, δηλαδή ένα μεγαλύτερο των 45 λεπτών σετ που μας παρέδωσαν εδώ, οπότε η στήριξη μας μένει αδιαπραγμάτευτη.

Για τους Ιταλούς Zu τώρα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω πολλά για τον ήχο τους, όχι γιατί είναι γνωστοί (μα σχεδόν όλ@ οι φίλ@ να μην τους ξέρουν;!), αλλά γιατί ο ήχος τους είναι απίστευτα δύσκολο να προσδιοριστεί. Το ξέρουν εξάλλου και οι ίδιοι, οπότε θα αρκεστώ στο ότι είναι μια hardcore μπάντα, με την ευρεία έννοια, που πιάνει τα σχήματα που ξεπερνούν τον ήχο που θεωρούμε εμείς καθιερωμένο. Ευτυχώς, τους είχα ήδη δει άλλη μια φορά, οπότε ήξερα τι θα δω και τι θα ακούσω, δηλαδή ένα τρίο μπάσο-ντραμς-βαρύτονο σαξόφωνο που θα έπαιζε το Carboniferous ολόκληρο, μιας και το είχαν βγάλει πριν δέκα χρόνια. Αλλά και πάλι, αυτή η μπάντα έχει το μαγικό ραβδάκι να σε εντυπωσιάζει με τις δυνατότητες της, καθώς είναι τέτοιες οι δυναμικές της, οι ιδέες και το δέσιμο της, που νομίζεις ότι τζαμάρουν οι Converge με τον Colin Stetson! Απλώς να σημειώσω, ότι πέραν της μαγικής αρχής τους είχαμε και ένα μαγικό φινάλε, με την μπάντα να έχει μια διαολεμένη όρεξη και να μας δίνει ένα λόγο να πείσουμε τον μουσικό μας κύκλο να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δεν μας συνόδεψε στη συναυλία τους.

Κάποιο -ελαφρώς- λογοτεχνικό φινάλε στο κείμενο; Μπα, έξω επανήλθε η αδιαφορία με μιας και έμεινε μόνο το σουρεαλιστικό γεγονός ότι δύο από τις ελάχιστες παρέες που πέτυχα μέχρι να φτάσω στο σταθμό του τρένου μίλαγαν ιταλικά! Σαν να έπαιζαν στα μέρη τους, σκέφτηκα, αλλά μήπως οι Zu, μιας και κατάγονται από μια γειτονική χώρα, θα μπορούσαν να είναι από τα μέρη μας; Βλέποντας τι έχουν πετύχει και σε τι επίπεδο βρίσκονται ακόμη και τώρα, ομολογώ ότι δύσκολα μια τόσο ανοιχτόμυαλη και τολμηρή μπάντα, όπως οι Zu, να έβρισκε κάποιο χαμένο διδυμάκι εδώ που ζούμε. Το γιατί, ξεπερνά ακόμη και τα όρια ενός ολόκληρου λογοτεχνικού πονήματος.


Μπάμπης Κολτράνης

Venom Prison – Samsara (Prosthetic Records)

Οι Venom Prison ξεκίνησαν τη μουσική τους πορεία το 2014 και εξαρχής ήταν φανερό πως πρόκειται για μια μπάντα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ο ήχος τους είναι ένα καθαρό death metal εμπλουτισμένο με στοιχεία grindcore και hardcore, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η εμπειρία των μελών τους από τη συμμετοχή τους σε hardcore punk μπάντες στο παρελθόν. Στο δεύτερο LP τους Samsara, ο ήχος είναι δομημένος, τεχνικά οργανωμένος και ενισχυμένος, τόσο μουσικά όσο και λυρικά, γεγονός που το διαφοροποιεί από το Animus το πρώτο τους full length albumκαι την –ελαφρώς- ατάκτως ειρημένη οργή του. Οι κιθάρες έχουν έντονη παραμόρφωση, τα ντραμς είναι αρκούντως επιθετικά, υπό τον πλήρη έλεγχο του ντράμερ και τοποθετημένα στις στιγμές του δίσκου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αρμονικό και ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο. Τα φωνητικά της Stupar είναι οργισμένα και δυνατά, βαθειά και πολύ καλά δουλεμένα. Στο Samsara είναι ξεκάθαρη η δουλειά που έχουν κάνει όλα τα μέλη της μπάντας τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, παρουσιάζοντας ένα καλοδουλεμένο υλικό που δεν μπορεί, παρά να συνεπάρει τους φαν του είδους.

Η θεματολογία τους διαφοροποιείται από τη συνήθη στιχουργική του death metal που παραπέμπει σε ταινίες θρίλερ, ή σε μυστικισμούς και μυθοπλασίες. Τα θέματα που απασχολούν τους Venom Prison και ιδιαίτερα τη στιχουργό Larissa Stupar είναι κοινωνικά. Ενδεικτικό της κοινωνικής ευαισθητοποίησης της στιχουργού είναι η αποτύπωση σε στίχους της εκμετάλλευσης των γυναικών της Ινδίας που ζουν σε συνθήκες ένδειας και οι οποίες αναγκάζονται, έναντι οικονομικής αμοιβής να γεννήσουν παιδιά ως παρένθετες μητέρες για λογαριασμό πλούσιων οικογενειών που επιθυμούν απογόνους, αλλά δεν μπορούν οι ίδιες να τεκνοποιήσουν. Αυτό το θέμα αποτυπώνεται στο “Uterine Industrialisation” με ένα εξίσου δυνατό βίντεο.

Το “Matriphagy”, αφορά στο πώς οι απόγονοι κατασπαράσσουν την γεννήτορά τους κάτι που ενέπνευσε τον καλλιτέχνη Eliran Kantor στην αποτύπωση του συγκεκριμένου θέματος στο εξώφυλλο του Samsara. Παράλληλα, θέματα που αφορούν τη βία που αναπτύσσεται ενάντια σε άτομα της LGBTQI+ κοινότητας αναφέρονται στο “Megillus & Leaena”, ενώ ο ναρκισσισμός αποτελεί το θέμα διαπραγμάτευσης στο “Sadistic Rituals”, έχοντας ως έμπνευση μια σχέση που είχε η Larissa στην ηλικία των 17 ετών με έναν ναρκισσιστή, κατά την οποία ένιωσε ότι –εκείνος- την απομυζεί υποτιμώντας της.

Η θεματολογία, της μπάντας παρουσιάζει τον κοινωνικό προβληματισμό των μελών της και αποτυπώνεται έντεχνα τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική τους. Όταν δε, η frontwoman μιας death metal μπάντας συμμετέχει στον αντιφασιστικό αγώνα ως μέλος σε ομάδες Antifa στη Γερμανία θεωρώντας μάλιστα, τη συμμετοχή της αυτή ως αυτονόητη, όταν μάχεται για τα δικαιώματα των γυναικών δηλώνοντας πως ο φεμινισμός δεν είναι ένα θέμα που αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά τους πάντες, δεν μπορεί παρά να τραβήξει την προσοχή μου και να κερδίσει την εκτίμησή μου.

Venom Prison began their musical journey back in 2014 and it was obvious from the beginning that they are a band that could not be unnoticed. Their sound is a clean death metal enriched with grindcore and hardcore elements, which also contributed to the experience of their members from their involvement in hardcore punk bands in the past. In their second LP Samsara, the sound is structured, technically organized and enhanced, both musically and lyrically, which differentiates it from Animus their first full-length album and its -slightly- frightened rage. The guitars are heavily distorted; the drums are sufficiently aggressive, under drummer‘s control and placed in such way that the result is harmonious and clearly identifiable. Stupar’s vocals are angry and strong, deep and elaborated. In Samsara, the work done by all members of the band, both individually and collectively, is clear, presenting a well-crafted material that will stimulate the fans of this music genre.

Their themes differ from the usual death metal lyrics that are referring to thriller films, or to mysticism and fiction. The issues that concern Venom Prison and especially the lyricist Larissa Stupar are social. Indicative of the social awareness of the songwriter are the lyrics about the exploitation of women in India who are forced to give birth to children as surrogate mothers on behalf of wealthy families who want descendants but cannot child bearing. This subject is imprinted on “Uterine Industrialization” with an equally powerful video.

“Matriphagy,” relates to the way that the descendants are “devouring” their parent, something that inspired the artist Eliran Kantor to imprint this particular subject on Samsara‘s cover. At the same time, issues related to violence against LGBTQI + community people are reported in “Megillus & Leaena,” while narcissism is the topic of negotiation in “Sadistic Rituals”, inspired by a relationship that Larissa had with a narcissist at the age of 17, where she felt drained by his constant devaluation.

The band’s theme contains the social concerns of its members and is imprinted both in lyrics and in their music. After all, when the front-woman of a death metal band participates in the anti-fascist struggle as a member of Antifa groups in Germany, considering her participation evident, when fighting for women’s rights, stating that feminism is not a woman’s issue but everyone’s, can only draw my attention and gain my appreciation.

Sylvia Ioannou

Vessel Of Iniquity – Void Of Infinite Horror (Xenoglossy Productions, Sentient Ruin Laboratories)

Το άγνωστο ποιόν του σχήματος αυτού, σε συνδυασμό με τον μάλλον υπέρμετρα, τυπικό τίτλο, ενδεχομένως δημιουργούν μια αρχικά αρνητική προδιάθεση. Ωστόσο, οι εντυπώσεις ανατρέπονται άμεσα, ενώ και ο τίτλος που επιλέχθηκε, εν τέλει φαντάζει απολύτως ταιριαστός. Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από την αρχή: το συγκεκριμένο project αποτελείται από ένα και μόνο άτομο. Πρόκειται για τον S.P. White, ο οποίος μπορεί μεν να μη φαντάζει ιδιαιτέρως γνωστός- στους περισσότερους έστω-, έχει όμως, ήδη προλάβει να αφήσει το στίγμα του σε μερικές σημαντικές κυκλοφορίες, ως τώρα. Με μέγιστο σημείο αναφοράς τη συμμετοχή του στην καταπληκτική death/doom σύμπραξη των The NULLL Collective. Σε ένα πιο underground επίπεδο, αξίζει οπωσδήποτε, να αναφερθεί και η προσωπική του απόπειρα στα χωράφια του drone, δρώντας εκεί ως Uncertainty Principle. Εν προκειμένω όμως, διαφοροποιείται σημαντικά από τον κατά βάση πειραματικό χαρακτήρα των παραπάνω αναφερθέντων σχηματισμών, επιλέγοντας να κινηθεί κατά βάση στα χωράφια του σπηλαιώδους, μυστικιστικού death metal. Ενός είδους που είναι ούτως ή άλλως κυρίαρχο, στις υπόγειες διαδρομές των τελευταίων χρόνων τουλάχιστον.

Πράττοντας τούτο, αναλαμβάνει το ρίσκο να σταθεί επάξια απέναντι σε μυριάδες κυκλοφορίες, οι οποίες κατ’ ουσίαν αναμασούν τα ίδια κλισέ. Οι όποιες δεύτερες σκέψεις σχετικά με αυτήν την κίνηση όμως, σταματούν εμφατικά με την έναρξη αυτού του album. Εκεί όπου βρίσκομαι αντιμέτωπος με έναν ασταμάτητο ορυμαγδό από καταιγιστικούς τυμπανισμούς και λασπώδη riffs. Οι ρυθμοί ηχούν μηχανικά καταπιεστικοί, προσδίδοντας μια σχεδόν βιομηχανική αύρα στο όλο εγχείρημα. Το δε αποτέλεσμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αστρικό/εσωτερικό grind! Φαντάζομαι πως, ίσως ακούγεται άτοπος ο ως άνω τεθείς ισχυρισμός, πέρα από ορισμούς όμως, φρονώ πως περιγράφει επακριβώς τη φύση του πυρήνα του εναρκτήριου άσματος. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε αμφιβολία σχετικά με το εδώ υπάρχον περιεχόμενο, διαλύεται στομφωδώς. Η συνέχεια περιλαμβάνει μια πιο τυπικά αναμενόμενη προσέγγιση, η οποία φέρνει στο νου τις αρτιότερες μπάντες αυτού του ρεύματος. Αναφέρομαι, προφανώς, στους Dead Congregation, Grave Miasma και Teitanblood. Αλλά και στην εξ Αυστραλίας προερχόμενη σχετική σκηνή, πυλώνες της οποίας στέκουν οι Portal και οι Impetuous Ritual. Η διαφοροποίηση όμως, αυτού του solo σχήματος στηρίζεται στην απρόσκοπτη χρήση ambient και θορυβωδών περασμάτων, τα οποία χρωματίζουν το αποτέλεσμα με έναν έντονα μαύρο ιριδισμό. 

Ενδεικτικό παράδειγμα της τελευταίας φράσης, αποτελεί το κομμάτι που κλείνει αυτόν τον δίσκο, λειτουργώντας τρόπον τινά, ως προπομπός μιας αβυσσαλέας κατάβασης. Αλλά ταυτόχρονα και ως επισφράγισμα μιας θεμελιώδους τελετουργίας. Βασιζόμενο ολότελα στις ηχητικές αναταράξεις, που λειτουργούν ως σημεία σύνδεσης ανάμεσα σε κόσμους. Ενώ, σε αυστηρά μουσικό πλαίσιο, υποβοηθά την αυστηρή αίσθηση συνθετικής οικονομίας, που στιβαρά διαπνέει το σύνολο αυτής της ηχογράφησης. Μάλιστα, επιχειρώντας μία ακόμα παρομοίωση μέσω της αναλογίας, θα έλεγα ότι η συνύπαρξη death metal εκρήξεων με βιομηχανικής υφής διασπώμενες ατμόσφαιρες, μου έφερε στο μυαλό τον Miserist. Εδώ όμως, χρειάζεται να τονιστεί ότι το παρόν album χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση συνοχής, αλλά και από μια ολικά τελετουργική κατεύθυνση. Στοιχεία τα οποία το οδηγούν σε ένα δραστικά διαφορετικό μονοπάτι από αυτό που ο προαναφερθείς Αυστραλός είχε επιλέξει.

Ο τελετουργικός χαρακτήρας αυτής της απόπειρας εμβόλιμα πιστοποιείται από το γεγονός της αφιέρωσης του στη Μητέρα Babalon. Κάτι που, προφανώς, αντανακλάται και στο ύφος που επιλέχθηκε για να ενδύσει αυτήν την ιεροτελεστία. Αποφεύγοντας μάλιστα τις συνήθεις παγίδες που μια τέτοια επιλογή επιφυλάσσει. Καταλήγοντας  στην ενδελεχή προσφορά μιας απολαυστικής διαδρομής, η οποία επισύρει την αίσθηση της ηδονικής επανάληψης, μέσα από αλλεπάλληλες, διαδοχικές ακροάσεις. Θα έλεγα πως το μόνο μειονέκτημα που δύναμαι να προσάψω, έχει να κάνει όχι με το ύφος αυτού του έργου, αλλά με τη διάρκειά του. Τα 25 περίπου λεπτά της διάρκειας αυτής, είναι αρκούντως επαρκή, ώστε να ξεδιπλώσουν οι παρούσες συνθέσεις τoν χαρακτήρα τους. Η ευδαιμονική όμως, διάθεση αυτής της ιερουργίας, με αφήνει να αποζητώ περισσότερα, διακαώς. Ένα στοιχείο όμως, που τελικά δεν αποτελεί μειονέκτημα, μα, απεναντίας, συνηγορεί στην απαράμιλλη αρτιότητα που αυτός ο δίσκος κατέχει. Ένα εξαιρετικό αμάλγαμα ρωγμών και εκρήξεων, συναρπαστικά τοποθετημένων.


The fact that this project’s identity was initially unknown to me, closely entwined with the presence of an album title that seems rather typical, upon first sight at least, were functioning as elements that could quite possibly lead to a negative apprehension of this album, to begin with. However, these assumptions are easily and steadily withdrawn, after giving in to the material that this disc contains. To the point that one can see that even the album title selected is, in fact, a perfectly fitting addition, herein. Now, please let me introduce some necessary information regarding this work starting with a deeply necessary piece of information: this project is comprised of just one person, who is thus solely responsible for the aesthetic directions of this solo formation. More specifically, this is a personal affair of SP White, a name that might not be well known to the majority of our readers, even though he has managed to assert his personal stigma on a series of wonderful attempts, up to now. His greatest reference, so far, is his contribution to the marvelous death/doom group known as The NULLL Collective. In a relatively more underground aspect, one should most certainly mention his personal voyage on the fields of drone, under the moniker of Uncertainty Principle. This time around though, he chooses to drastically differentiate himself from the more or less experimental nature of the aforementioned efforts, opting to move among the barriers that the contemporary cavernous, occult interpretation of the death metal sound cannon emphatically has set. A direction that is definitely dominant, concerning the underground connotations of recent years, at least.

Acting in this manner, he obviously undertakes the risk of managing to sound equally strong, when compared to the myriad of releases related to this sub-genre, that have so far emerged. Releases that beneficially ruminate an identically similar line of cliches. Any kind of second thoughts drops off though, in a very abrupt way, as soon as the listening session of this album takes hold. Which has me facing into a relentless din of hammering drum beats, in full alignment to a number of murky riffs. Its rhythmic development comes of as being a sort of a mechanically oppressive allegory, providing a sense of an utmost industrial aura, to the whole picture of this. If I had to come up with a solid definition of this attack, I would probably call this as astral/esoteric grind! I guess that the phrase stated above might somehow seem out of place, leaving definitions aside though; I suppose that it stands as a clearly exact statement, when it comes to describing the core that the essence of this opening song consists of. Thus, each and any doubt that one could have, regarding the quality of the existing material gathered here, bombastically falls apart. Moving forward, I come across to a more typical and expected version of the direction that is prevailing in the current death metal scene. This approach is definitely reminiscent of the sound modules that have been set by the finest paradigms of said wave. I am obviously referring to bands such as Dead Congregation, Grave Miasma and Teitanblood. Whilst, by no means forgetting to include the branch that comes out of Australia, the pylons of whom can be traced to well-received formations of the caliber that Portal and Impetuous Ritual, above else, possess. This solo effort though, manages to distance itself thoroughly from being yet another clone, by simply bringing to the table a variety of ambient and noisy passages that help to portray a totally bleak opalescence, which is warmly welcome as it sets the tone for a magnificently engraved operation.

The song that closes this record would mark a fine example of the statement that lies right above, likewise functioning as a precursor of a descent of abyssal proportions. Solely concentrated on a barrage of sonic turbulence which seem to appear as a point of connection between spheres and worlds. While simultaneously on a purely musical level, it helps to provide a sense of absolutely needed and strictly imposed economy, regarding composition. A sense that could be strongly detected as a vibrant factor that is present for the whole duration of this specific recording. Moreover, in yet another attempt to draw a comparison based on the path of analogy, I would say that the juxtaposition of death metal eruptions laid along ambiances that resemble an industrial type of texture, brought to mind Miserist’s work. Regarding this though, I need to stress out that the album examined here, stands as testament of a uniquely special sort of cohesion, as well as a direction that is almost totally focused on its ritualistic path. Said ingredients ultimately lead this to a wholly different perspective if compared to the one that the mentioned right before Australian project seemingly endorses.

Apart from these details, the ceremonial core of this effort gracefully shines through its dedication to our Great Mother, Babalon. It’ s a connection that is profoundly reflected on the tonal modes that were chosen in order to clad this ritual in the most respectful manner of course, hence avoiding the usual traps that a choice such as this regularly implies. Culminating into offering a thorough and pleasurable road, that fulfills itself, through a course of consecutive listening sessions. Come to think of it, the only disadvantage that I managed to detect is not anything related to the form of this work, but, instead, has to deal with its relatively short duration. Indeed so, clocking on around the 25 minute mark, this duration seems to be enough, concerning the necessary time that these tracks need, in order to fully display their inner characteristics and so forth. It is the praising vibe that this rite possesses, that leaves me wanting more. I think that it’ s easily understandable though, that this disadvantage is not in fact a negative point. Quite the contrary, might I add- it is another fact that proves the sheer excellence that this record is a document of. A superb amalgam of crevices and explosions set together in a fascinating mode.

Γιώργος Καναβός/ George Kanavos

Vatican Shadow – Berghain 09 (ostgut ton)

Λένε ότι η αφετηρία ενός μουσικού ονόματος συμπυκνώνει όλα τα βιώματα της ως τότε ζωής του και για αυτό οι πρώτες δουλειές του είναι και οι πιο ουσιώδεις. Συμβαίνει όμως, το ίδιο αφότου έχει περάσει ένα σεβαστό διάστημα όπου οι εμπειρίες έχουν βοηθήσει να διανυθεί η απόσταση από το μηδέν ως την ωριμότητα; Ως απάντηση μπορεί να ιδωθεί αυτή εδώ η κυκλοφορία του Vatican Shadow.

Μιλάμε για 21 χρόνια πορείας, για τα άπειρα project με το κύριο και πιο αναγνωρίσιμο να είναι το προσωπικό του σχήμα ως Prurient, για τη σκυτάλη που πήρε από την χρυσή γενιά της Sandwell District, ως VS ο ίδιος, για την διάθεση του να συνδέσει τις underground παραδόσεις που τον έκαναν αυτό που είναι μουσικά σήμερα. Θα μπορούσε να αποτυπωθεί το εύρος των μουσικών του καταθέσεων σε ένα ενενηντάλεπτο μιξ; Σίγουρα όχι! Αυτό όμως, που αποτυπώνεται είναι ένας πλούτος εμπειριών και ένας τρόπος προσέγγισης της καλλιτεχνικής δημιουργίας που λέγεται μουσική (ας μην το ξεχνάμε αυτό), κάπως φιλοσοφημένος.

Η ύπαρξη των cut ups λουπών που διαχέεται στη ροή του μιξ, δίνει ένα μυστηριακό τόνο, όχι όμως, απόκοσμο, αλλά με ουσία. Οι αμέτρητες επιλογές δένονται μεταξύ τους ως ένα παζλ που αναδεικνύει κάτι νέο και διαφορετικό από αυτό που φάνταζε ότι θα βγει στην αρχή. Οι πιο electro και ήπιες ατμοσφαιρικές στιγμές δίνουν τη σειρά τους σε πιο techno περάσματα και, κάπου προς το τέλος, έρχεται η καθολική αποδόμηση, με τον θόρυβο να εναλλάσσεται με την μελωδία, χωρίς όμως, να νικά το χάος στην όποια μορφή του. Απόδειξη της μεστότητας του όλου μιξ είναι η αίσθηση της μαθηματικής κυκλικότητας του, όπου κάνει το κλείσιμο να θυμίζει αρκετά το μπάσιμο του σετ, φέρνοντας στο νου το νόημα της ρήσης του Genesis P Orridge που ακούγεται και στα δύο αυτά μέρη και αναδεικνύει το όλον ως ένα… One being, one orientation, one power.


http://ostgut.de/label//record/238

Καθώς έχω την άποψη, ότι στις περισσότερες δουλειές του κατά κόσμο Dominick Fernow λείπει αυτό το κάτι που θα τις απογείωνε, εδώ ομολογώ, ότι όλα βρίσκονται σε μια χορταστική ισορροπία. Κάπως έτσι και η βινυλιακή έκδοση που περιέχει τις αποκλειστικότητες της λίστας, ενώ αρχικά φάνταζε ως το διαμάντι του ντουέτου των κυκλοφοριών, εντούτοις είναι το μιξ στο οποίο επιχειρείται επιτυχημένα το πάντρεμα της χορευτικότητας με την εγκεφαλικότητα, κάνοντας της κυκλοφορία αυτή να αποτελεί μια επιτομή του τι σημαίνει techno σήμερα!

It is said that the beginning of a music name conjures all the experiences of their life up until then and that’s why their first works are the most essential ones. Does, though, the same happens even after a considerable amount of time in which experiences aid in traversing the distance from zero to maturity? This Vatican Shadow’s very launch can be taken as a response to that.

We’re talking over a 21-year course; innumerable projects with “Prurient” being its main and most popular personal line up; the baton it took from the Sandwell District golden generation being himself the VS; his willingness to link the underground cults that made him what he musically is today. Could his whole range of musical deposits be captured in a 90-minute mix? Definitely not! But what is captured is a wealth of experiences and a manner of approaching artistic creation called “music” (not to be forgotten) somewhat philosophical.

The existence of the cut-up loops, which are diffused in the mix, gives a mysterious tone, far from eerie but with meaning. The innumerable options are bound together as a puzzle highlighting something new and different from what it seemed to come out at first. The most electro and mild atmospheric moments give their place to some more techno riffs and, somewhere in the end, absolute degradation comes, with the noise interchanging with the melody, but without defeating chaos of whatever form. Proof of the meaningfulness of the whole mix is the sensation of mathematical circularity which makes the closure resembling the introduction of the set, bearing in mind the meaning of the quote of Genesis P. Orridge, heard in both placements designating the whole as one… “One being, one orientation, one power”.

Having the opinion that in most of his work –worldly- Dominick Fernow is missing the very point that would skyrocket it, hereby I admit that everything is in an indulging balance. Somehow as that, the vinyl version, containing the exclusivities of the list, while initially seemed to be the diamond of the duet of the works, it is nevertheless the mix in which the breeding of dance and intellectuality is attempted, making this work to be the epitome of what techno means today!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης