Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA)

Ιδέα δεν είχα περί Zeal & Ardor.

Ένα αυτοματοποιημένο shuffle με σύστησε στο Devil Is Fine πριν λίγες μέρες και , ούσα καταπιασμένη με το να καταχωνιάζω σε κούτες την πραμάτεια μου, άργησα να ανακόψω την πορεία της λίστας πριν περάσει στο Stranger Fruit.

Μία βδομάδα μετά ξεκλέβω μια ώρα από την κάθε μου μέρα για τα δεκάξι κομμάτια του δίσκου – σημάδι ότι κάποια στιγμή θα ’θελα να βάλω στην άκρη λίγες λέξεις γι’ αυτά.

Ιδέα δεν έχω επί της ουσίας για την ιστορία των Αφροαμερικανών και τα χρόνια της (μη κεκαλυμμένης) σκλαβιάς τους. Μόλις το ’99 έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου και έτσι, λογοτεχνικά και ρομαντικοποιημένα, μου κοινωνήθηκε το γεγονός της καταπίεσης, της δουλείας, της αποκτήνωσής τους τον 19ο αιώνα.

Φυσικά, όλα αυτά έλαβαν χώρα μόνο στην επιφάνεια της συνειδητότητάς μου. Η ζωή μου συνεχίστηκε κανονικά.

We all heard the stories… to bring you to your knees. And no one’s gonna help you now”, αυτά τα λόγια ξεστομίζει στο “Intro” ο Gagneux χωρίς ίχνος απειλής, σχεδόν στοργικά, προϊδεάζοντάς μας για ό, τι θα επακολουθήσει.

Η ιστορία θα φύγει από το μπολιασμένο έδαφος μιας λογοτεχνικής σελίδας, θα φωλιάσει μες σε μια απροσδόκητη μίξη metal και gospel ήχων, θα πάρει διαστάσεις κατήχησης. Δεν θα κρυφτεί πίσω από το παραπέτασμα του μοναχικού αγωνιστή που προσπερνά με άνεση τις κακοτυχίες της μοίρας του, αλλά θα φέρει στο προσκήνιο τους νεκρούς πάνω στον χαμό των οποίων πλέχτηκε ένα νήμα σιωπής και εγκαρτέρησης ώστε να μη μας σοκάρουν οι μαύρες πτυχές της πάλλευκης ελευθερίας μας (“Bring the dead down low, Bring the dead body down to the graveyard, son. You can’t run, you can’t hide” – “Gravedigger’s Chant”).

Τραχιά φωνητικά συνοδευμένα από έντονο percussion θα ουρλιάξουν στα έγκατά σου να παραμείνεις παρών, μάρτυρας της φρικωδίας αλλά και της δίψας για αλλαγή (“Don’t You Dare”).

Μη βιαστείς να νεύσεις αποδοκιμαστικά. Εδώ δεν θα βρεις οδηγίες για να προσποιηθείς τον σωστό λυρικό επαναστάτη ούτε μια καρικατούρα εμμονικής ιδεοληψίας καμουφλαρισμένη ως avant garde πειραματισμό. Μόνο μπόλικες ερωτήσεις και το παζλ που συνθέτει τις απαντήσεις τους.

We are the last of the legion and slave to none.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Voices – Frightened (Candlelight)

Ήρθε η ώρα για παράξενους συνειρμούς. Το Frightened, τρίτο άλμπουμ των Βρετανών Voices, αποτελεί την ιδανική ευκαιρία για να εξετάσουμε λίγο τα μεταβλητά πρόσωπα της έννοιας του λυρισμού. Η παραπάνω φράση ίσως μοιάζει οξύμωρο να γεννήθηκε στο σύμπαν μιας μπάντας που πρακτικά αποτελεί τη συνέχεια των black/death metallers Akercocke. Παραδοσιακά, η έννοια του λυρισμού συντάσσεται με την ανάδειξη του πάθους, του ωραίου, του συναισθήματος και, στην περίπτωση της μουσικής, με μια “έντεχνη” καλλιέργεια. Τώρα όμως περπατάς γερά μες στον 21ο αιώνα. Μπορεί να είναι ακόμα το ίδιο αυτό που θεωρούσες λυρικό;

Το Frightened είναι αδύνατο να καταταχτεί και αυτό είναι αδιάσειστο. Ας δούμε σε τι μπορούμε να συμφωνήσουμε. Όπως και αν χαρακτηρίσεις τη μουσική τους, είναι αδιαμφισβήτητο ότι πρόκειται για μουσική σκοτεινή. Το σκοτάδι όμως εδώ δεν αποτελεί μια φαντασιακή προσήλωση ή μια εμμονική θέαση της ζωής. Αποτελεί μια πραγματικότητα, το εδώ και το τώρα μιας βαριάς και μελαγχολικής πραγματικότητας. Πρόκειται τελικά για μουσική ελαφρώς δυστοπική. Οι αδιαπέραστες σκιές της σύγχρονης δυτικής μεγαλούπολης πέφτουν με ορμή πάνω στις νότες, όχι σαν θεατρικό background αλλά σαν παράγοντας συνδιαμόρφωσης. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιλογή της μπάντας: είναι σαν να λένε, “είμαστε οι Voices, έχουμε extreme metal υπόβαθρο κι επιθυμούμε να εξερευνήσουμε τα δημιουργικά μας όρια ως Λονδρέζοι”. Εξάλλου το Λονδίνο τούς ενέπνευσε ολοσχερώς στο London του 2014, έναν εξωφρενικά ποιοτικό δίσκο. Και, τέλος πάντων, μιλάμε για τη σπουδαιότερη ευρωπαϊκή μητρόπολη, δεν μιλάμε για κάτι παίξε γέλασε.

Σκοτάδι και σύγχρονη δυστοπία, λοιπόν. Και πώς εκφράζεται αυτό μουσικά; Εδώ θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι οι Voices σκαρώνουν ένα πλούσιο μουσικό αίνιγμα γεμάτο αντιθέσεις, όμως κι αυτό θα αποτελούσε μια γενικευμένη υπεραπλούστευση. Οι Voices περισσότερο εξερευνούν τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους ικανότητες με τρόπους παράδοξους: όσοι επιθυμούν να βρουν τη σύνδεση με το παρελθόν θα βρουν στον δίσκο για παράδειγμα μερικά blastbeats, όμως προσοχή, χωρίς riff από πάνω τους. Θα βρουν την αίσθηση των φωνητικών στριγκλιών, αλλά, αλίμονο, χωρίς ούτε μία βραχνάδα. Μια προσεκτική ματιά στα κιθαριστικά μέρη θα σε κάνουν να παρατηρήσεις με απορία ότι τα metal riff έχουν στην πραγματικότητα πολύ ήπια παραμόρφωση. Δεν νομίζω ότι η μπάντα έχει κατασταλάξει σε αυτές τις στιλιστικές ιδέες, όπως ήδη ανέφερα, διαισθάνομαι μια γνήσια ανάγκη εξερεύνησης και μια καλώς εννοούμενη ματαιοδοξία, σαν να προσπαθούν να φυτρώσουν ένα λουλούδι στο τσιμέντο. Μελωδικές δυσαρμονίες, φωνητικά που ενίοτε φαλτσάρουν επιτηδευμένα, στρυφνός λυρισμός —ναι— και γενικώς οτιδήποτε θα κουνήσει την μπάντα και τον ακροατή της ελαφρώς από τον άξονά τους.

Τα δύο πρώτα track ίσως σε κάνουν να νομίσεις ότι ο δίσκος θα αποτελέσει μια σύγχρονη σπουδή στο σύμπαν που κάποτε αποκάλυψαν οι Ved Buens Ende. Μην τσιμπάς! Ήδη από το τελικό μέρος του τρίτου track ‘’Evaporated’’, όταν κι εμφανίζεται το περήφανο drum groove που κάθε βρετανική indie rock μπάντα έχει δοκιμάσει, μια ακόμη διάσταση των Voices θα αποκαλυφθεί. Ότι περισσότερο από το Akercocke παρελθόν τους, θα σκύψουν συνολικά πάνω από τη βρετανική τους μουσική κληρονομιά, σκάβοντας indie, darkwave (‘’Funeral Day’’), gothic metal (‘’Manipulator’’) και μετά-Cure διαδρομές (‘’Dead feelings’’), που θα τολμήσουν να φτάσουν ως και την υπόνοια του dubstep (‘’Home movies’’). Είπαμε, το Λονδίνο συνδημιουργεί τον δίσκο. Το κλείσιμο του δίσκου με το ‘’Footsteps’’ θα τολμήσει να αφήσει τελικά να χυθεί και λιγοστό φως σε αυτό το ζοφερό δωμάτιο, λίγο χρώμα, λίγη ελπίδα. Είναι τυχαίο ή υπόσχεση; Ο χρόνος θα δείξει.

Καταλήγοντας λοιπόν στην αρχική σκέψη, το Frightened μοιάζει ανορίωτο, ασυμβίβαστο και ταυτόχρονα λυρικό μέχρι τέλους. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, αφού του λείπουν ακόμα αρκετά σε ενότητα και ισορροπία. Είναι όμως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και προκλητικούς δίσκους που μπορεί κάποιος φίλος της σκληρής μουσικής να ακούσει μέσα στο 2018, ένας δίσκος ικανός να δοκιμάσει τις σκέψεις και την καρδιά σου. Ένας δίσκος που θα τολμήσω να πω ότι για τον γράφοντα αποτελεί τελικά μια στιγμιαία έκφραση του λεγόμενου Art Rock, ενός όχι πολύ μακρινού μέλλοντος.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision)

Οι δίσκοι δεν χωρίζονται σε καλούς και κακούς, μιας και με αυτόν τον τρόπο θα έχαναν το νόημα όχι μόνο οι λέξεις για να τους περιγράψεις, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενό τους. Αυτό εξάλλου που μας μένει στο τέλος κάθε δύσκολης ημέρας/βδομάδας/χρονιάς/περιόδου που δεν χωρά σε κανένα ημερολόγιο είναι να βρούμε όχι ένα απλώς καλό άλμπουμ για την ίαση των όποιων παθήσεων που μας ξέμειναν στην πορεία, αλλά κάτι που στην αρχή να στερεύει τη γλώσσα για να το ορίσει και μετέπειτα η ίδια να πνίγεται, τρέχοντας να προλάβει τις σκέψεις που αυτό σου γεννά!

Το νέο άλμπουμ των τύπων αυτών από το New Jersey, που κυριολεκτικά ήρθε από το πουθενά (βλ. την ξηρασία νέων αξιόλογων σχημάτων από γνωστά και ιστορικά hc label όπως η E.V.), είναι από αυτά που εύχεσαι να συναντήσεις τέτοιες περιόδους για να βγει το καλοκαίρι! Είτε το ακούσεις προσεκτικά είτε απρόσεκτα, νιώθεις μια γήινη δύναμη να σαρώνει τα πάντα σαν να ήσουν εσύ που την εκφράζεις. Πάει πολύς καιρός που στον τομέα της αισθητικής συνοχής ενός δίσκου έχουμε τόσο υψηλού επιπέδου αλληλένδετα στοιχεία, ξεκινώντας από τον τίτλο του άλμπουμ, το εξώφυλλο, τον ορυμαγδό των απίστευτα καλογραμμένων συνθέσεων και πιστευτά ειλικρινών στίχων (για να μη μιλήσουμε για τα δύο αφοπλιστικά βιντεοκλίπ)! Η όλη μουσική θυμίζει το τέντωμα πριν το σπάσιμο, όχι μόνο ως προς το σύνολο του υλικού με βάση και το ήπιο ξεκίνημά του, ούτε κρίνοντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις που η αρχή τους είναι καθόλα ώριμη, αλλά ακόμη και με βάση ασήμαντα “χτυπήματα” ή περάσματα που συμπυκνώνουν τη συνολική ιδέα του δίσκου. Αυτήν που αναφέρεται στο πώς να αντιταχθούμε στη σκληρή καθημερινότητα των άλλων και τη δική μας. Τα όρια εξάλλου των δύο πλευρών εξαϋλώνονται, καθώς τα τραγούδια, αν και μιλάνε κυρίως για τ@ν δίπλα, είναι σαν να μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο ή μάλλον σε όλα τα πρόσωπα!

Επικίνδυνες μελωδίες που ξεπερνούν την πεπατημένη του _ (βάλτε όποια ταμπέλα θέλετε, έτσι κι αλλιώς δεν έχουν σημασία), κοφτεροί στίχοι που εμβαθύνουν ποιητικά στο θέμα της απόγνωσης, περίεργα κοιτάγματα σε αόρατους καθρέφτες και ένα θανατηφόρο φίδι που αλλάζει χρώματα,κινούμενο αργά στα αυλάκια ενός κουρασμένου εγκεφάλου. Αυτό είναι το We Are Alive… και είμαι σίγουρος ότι η ίδια η μπάντα κατάλαβε ηχογραφώντας το πόσα βήματα μπροστά έκανε σε σχέση με το προηγούμενο υλικό της. Αυτή η συναίσθηση δίνει μια σιγουριά όχι μόνο στα παιξίματα των μουσικών, αλλά πρωτίστως στη φωνή του τραγουδιστή, που όπως και να πει τους στίχους, με μελωδικό ή/και βίαιο ή/και τρυφερό τρόπο, αυτό που προσφέρει είναι αγνό συναίσθημα. Σκληρό κι όμως σωτήριο!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Impressions #1

  • Δεν βρίσκω λόγο να γράψω κατεβατό για έναν δίσκο που έχεις ήδη ακούσει ή διαβάσει εκτεταμένα γι’ αυτόν. Αν το έκανα πάντως, θα ειρωνευόμουν τον εαυτό μου που τόλμησα να μη μου αρέσει αρχικά και θα επιχειρηματολογούσα υπέρ της άποψης ότι το Eat The Elephant των A Perfect Circle εμπεριέχει τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του Maynard Keenan. Σαν το καλό κρασί που παλιώνει.
  • Οι Amorphis παραδίδουν με το Queen Of Time άλλο ένα συμπαθητικό δισκάκι, εξαργυρώνοντας ακόμα τους 2-3 εξαιρετικούς δίσκους που έβγαλαν πριν από 25 και βάλε χρόνια. Μου φαίνεται αστείο ότι κάποιοι το αποθεώνουν, αλλά τέλος πάντων παίρνει βαθμό πάνω από τη βάση.
  • Οι Dream the Electric Sleep είναι μπάντα-διαμάντι και για κάποιο ανεξήγητο λόγο το εξαιρετικής ποιότητας prog-ίζον hard rock τους παραμένει underground. Το The Giant’s Newground αποτελεί το πρώτο τους, ανέκδοτο άλμπουμ (πίσω από το 2008), το οποίο κυκλοφορούν τώρα με μεράκι. Αν θες να τους γνωρίσεις, ξεκίνα με το Heretics.
  • Πλούσιο heavy rock από τους Βρετανούς The Fierce and The Dead. Το The Euphoric έχει stoner, ψυχεδελικές και προοδευτικές πινελιές και ωραία, γεμάτα grooves. Τους έχω δει και live και σας εγγυώμαι ότι είναι μπάντα για μπίρες, για πολλές μπίρες.
  • Το punk/rock n roll των Hank Wood and the Hammerheads είναι τόσο cool, τόσο τσαμπουκαλεμένο, sexy και αναιδές που δεν μπορώ να το πιστέψω. Τα 22 λεπτά του ομώνυμου τρίτου LP των Νεοϋορκέζων σε κουνάνε τόσο άσχημα –όπως και η απίθανη ρυθμική αγωγή του θεούλη τραγουδιστή– που αν έχω την ίδια άποψη σε έναν μήνα, τους βλέπω να μπαίνουν στη λίστα ενός κατά τ’ άλλα fan του progressive!
  • Παλαιάς κοπής μα ψιλοφρέσκιας αισθητικής extreme techno metal από τους Καλιφορνέζους Howling Sycamore, με μέλη-συνεργάτες από Watchtower, Ephel Duath, Necrophagist, Yakuza και δεν συμμαζεύεται. Οι λάτρεις του είδους προσκυνούν ήδη, οι υπόλοιποι δεν θα κουνήσουν βλέφαρο. Πολύ καλό το ομότιτλο άλμπουμ τους, αν και δεν μοιάζουν πολύ, τους τοποθετώ μόνο λίγο κάτω από Vektor.
  • Ο κακός χαμός με το Prequelle των Ghost, πόλεμος, πάθος, διαξιφισμοί. Ψυχραιμία. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Αξιοπρεπής μπάντα, με αύρα και αυτοπεποίθηση, μουσική χιλιοακουσμένη. Ούτε τραγικοί, ούτε οι νέοι θεοί του metal. Σίγουρα πάντως οι βασιλιάδες του marketing.
  • Αν δεν ήταν οι παραπάνω εκ Νέας Υόρκης, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι ο φετινός rock ’n’ roll δίσκος της χρονιάς θα έβγαινε από την Ελλαδίτσα. Οι The Last Drive είναι αρρώστια τέλος πάντων και η μόνη ελληνική μπάντα (μαζί με τους Rotting Christ) που τους συγχωρείται και η μετριότατη αγγλική προφορά. Ευθύτητα, αλητεία, ψυχή, λιτές μα ψαρωτικές συνθέσεις και ο ύμνος “Always the sun”. Ο λύκος κι αν εγέρασε…
  • Λίγες φορές στη ζωή μου έχω τσακωθεί τόσο με δίσκο όσο με το Banished Heart των Αμερικανών Oceans of Slumber. Έχεις μια από τις καλύτερες τραγουδίστριες του σκληρού ήχου σήμερα (Cammie Gilbert) και το ταλέντο να φτιάξεις αριστουργήματα και τελικά σπαταλάς τον μισό δίσκο με ανούσια brutal φωνητικά και περιττά extreme μέρη. Σας παρακαλώ, ελάτε στα συγκαλά σας για να γράψετε ιστορία.
  • Οι Αμερικάνοι Rivers of Nihil με το τρίτο τους άλμπουμ Where owls know my name ταράζουν για τα καλά τα νερά του τεχνικού και προοδευτικού death metal, αποσπώντας από παντού διθυράμβους. Όχι κάτι πραγματικά ανανεωτικό ή καινοτόμο, αναγνωρίζω όμως ότι κουβαλούν πραγματικά έναν φρέσκο αέρα και μια ορμή.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Soft Kill – Savior (profound lore)

“Όλοι είμαστε στον υπόνομο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάζουν τ’ άστρα”, λέει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Γι’ αυτό και όταν σου σκάει από το πουθενά η δυσκολία και αποφασίζει να έχει και διάρκεια, δύο είναι οι επιλογές σου: ή βουλιάζεις ή αντιδράς. Ή σε παίρνει η τραγωδία από το χέρι, για να σε ξαναπερπατήσει στα σκοτεινά δρομάκια του “ένδοξου” παρελθόντος σου, με σκοπό να σε βοηθήσει να ξαναχαθείς εκεί που βρίσκονται καλά κρυμμένοι οι εσωτερικοί σου δαίμονες, ή αποφασίζεις να αντιδράσεις και να τα αφήσεις όλα αυτά πίσω σου οριστικά, να κάνεις όλα τα δαιμόνια της ψυχής σου να εξαφανιστούν, μετουσιώνοντας όλον αυτόν τον πόνο σε δημιουργία και σε χάραξη καινούριας πορείας σε νέα και καθαρά μονοπάτια.

Κάπως έτσι ο Tobias Grave άρχισε την αυτοβιογραφική του εξιστόρηση. Ωμή, αλλά συνάμα συναισθηματική, σαν ψυχοθεραπευτικό ψυχογράφημα της απελπισίας του. Η πρόωρη γέννηση του γιού του στον 8ο μήνα της κύησης και η επικινδυνότητα που ενείχε τόσο για την γυναίκα του όσο και για το παιδί τους ήταν η πηγή της συγκεκριμένης δημιουργίας. Θεατής ο ίδιος στο θέατρο του παραλόγου και των αντιθέσεων, με γρήγορη εναλλαγή εικόνων και συναισθημάτων στο ήδη στημένο σκηνικό: ένα νοσοκομείο, μια ευθεία γραμμή που δείχνει την πορεία προς τον θάνατο, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αγωνίζονται για την επιβίωση ενός παιδιού που παλεύει για τη ζωή του.

Οι ατέλειωτες ώρες/μέρες της αναμονής, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα για τον Grave, για το πώς θα αντεπεξέλθει, χωρίς να επιστρέψει στις εξαρτήσεις και τους εθισμούς του, αυτήν τη συνήθη, πρότερη πρακτική αποφυγής μιας δύσκολης και μη αποδεκτής πραγματικότητας. Ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης, της μετάβασης από τον εγωκεντρισμό στην ανιδιοτέλεια, από το εγώ στο εμείς που, στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη βίαια και ξαφνικά. Εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις καμία επιλογή, παρά μόνο να παραμερίσεις κάθε προσωπική σου ανάγκη, να δοθείς απόλυτα στο πλάσμα που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από σένα, που βρίσκεται εκεί αβοήθητο και απογυμνωμένο, χωρίς εφόδια για τη μάχη που καλείται να δώσει.

Με ένα μπάσο, μια κιθάρα, έναν φορητό υπολογιστή και τον εξοπλισμό που ήδη είχε μαζί του, μιας και η γέννα τούς βρήκε στον δρόμο της επιστροφής από περιοδεία, άρχισε να καταγράφει, να συνθέτει και να δημιουργεί. Το “bunny room”, που αναφέρεται στη νεογνική εντατική μονάδα και στην προσπάθειά του να επιστρέφει εκεί για να βλέπει το παιδί του, είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Grave μαζί με το “Savior” και σε αυτά καταθέτει την απελπισία που τη δεδομένη στιγμή είχε κατακλύσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής του, γνωρίζοντας πως λυτρωτής και σωτήρας δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Το “Trying not to die”, μια μελωδική μελαγχολία στην οποία προσπαθεί να διατηρήσει την ελπίδα για την επιβίωση, ξεφεύγοντας από τη μαύρη τρύπα που παραμένει και τον περιμένει εκεί, έτοιμη να τον ρουφήξει ξανά μέσα της. Η μουσική στο “Cry Now Cry Later” γίνεται πιο δυναμική, μιας και μας δηλώνει ότι προσπαθεί να μη μείνει στάσιμος, αλλά να προχωρήσει μπροστά. Υπάρχουν εύθραυστες ισορροπίες, όπως φαίνεται και στο “Dancing on glass”, που ολοκληρώνονται με το “Hard candy” και με μια δυναμική που δηλώνει με σαφήνεια ότι το να παλεύεις τελικά για οτιδήποτε στη ζωή είναι απλώς μονόδρομος.

Ένα post punk άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από ό,τι μας έχουν συνηθίσει ως τώρα οι Soft Kill, που αφορά την προσωπική εμπειρία του Tobias και υποστηρίχθηκε πλήρως από τα μέλη της μπάντας. Κι αυτό έγινε γιατί η αναφορά στη δύναμη που εκλύεται από τον άνθρωπο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και γεμάτη αντιφάσεις στιγμή —που είναι το κυρίαρχο μήνυμα του άλμπουμ— είναι κάτι που αφορά πολλ@ από μας. Ο πόνος που μετασχηματίζεται σε δημιουργία, το πένθος σε χαρά, η αδυναμία σε δύναμη. Μια αδυναμία που, όταν εκφραστεί, βρίσκει συνοδοιπόρους. Aνθρώπους να μοιραστείς αυτό που βιώνεις, να ζητήσεις συμπαράσταση και βοήθεια, όπως ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στο εξώφυλλο του άλμπουμ, που φέρνει στον νου τον στίχο του Λειβαδίτη “δώσε μου το χέρι σου να κρατήσω τη ζωή μου”.

 

 

Sylvia Ioannou

 

God Is An Astronaut – Sonar with David Torn – Toundra

God is an astronaut – Epitaph (Napalm records)

Με δεδομένο ότι το post rock που αντιπροσωπεύουν οι God is an astronaut είναι αρκετά ξεπερασμένο στιλιστικά και τελματωμένο ποιοτικά, οι πιθανότητες για έναν εξαιρετικό δίσκο έμοιαζαν λιγοστές. Σε μια από αυτές τις εκπλήξεις/ανατροπές που καμιά φορά επιφυλάσσει η μουσική όμως, οι Ιρλανδοί μάστορες δεν κυκλοφορούν απλώς την πιο γεμάτη τους δουλειά από το All is violent, all is bright του 2005, αλλά πιθανόν και τον πιο ποιοτικό δίσκο της καριέρας τους, τουλάχιστον κατά το ταπεινό γούστο του γράφοντα. Επίσης, έχοντας ποντάρει όλα μου τα λεφτά στο τελευταίο Primordial, έμεινα πανί με πανί στην παρτίδα “υποψήφιο ιρλανδικό άλμπουμ της χρονιάς”.

Ενώ από το ντεμπούτο τους το 2002 οι συνθέσεις έχουν σταθερό χαρακτήρα, κάποια πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει. Τα περιγράμματα της μουσικής παραμένουν ανοιχτά, τουλάχιστον ως προς τον ηχητικό τους προσανατολισμό κι η μουσική ροή γραμμική, όπως θυμάσαι από πάντα. Παρ’ όλα αυτά, η post αντίληψή τους καταφέρνει παραδόξως να ακούγεται μελωδικότερη, βαρύτερη και πλουσιότερη ταυτόχρονα. Μελωδικότερη ως προς το ότι τα πιάνα και τα σύνθια αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των συνθέσεων, βαρύτερη γιατί οι κιθάρες σε έξυπνα τοποθετημένα σημεία-καθάρσεις ακούγονται σκληρότερες, ακουμπώντας ίσως φευγαλέα μεταλλικές επιφάνειες, και πλουσιότερη γιατί η κινηματογραφικότητα των συνθέσεων είναι αδιαμφισβήτητη ως προς την ποιότητα και την ευγένεια της αισθητικής της. Τελικά επιτυγχάνεται μια σπάνια ισορροπία στη συγκρότηση ενός άλμπουμ που χρησιμοποιεί στο έπακρο τα ατού του, χωρίς να τα καταχράται ούτε στιγμή. Αυτό δεν είναι που λέμε ωριμότητα; Κάθε μία από τις 7 συνθέσεις είναι ένα φιλμ από μόνο του, ένα φιλμ γεμάτο από εκείνες τις leitmotif ονειροπολήσεις που εύκολα ξεχνάς αλλά υποσυνείδητα βιάζεσαι να ξαναζήσεις. Το post rock μπορεί να πέθανε, κάποιοι θαρραλέοι του ήρωες όμως προελαύνουν ακόμα.

 

 

Sonar with David Torn Vortex (RareNoise records)

Ο καθένας κάτι κυνηγάει, γούστο του και καπέλο του. Εγώ ας πούμε, δυόμισι δεκαετίες ψάχνω να βρω μια μέτρια ελβετική μπάντα, κάτι που ακόμα δεν κατάφερα. Ας το ξεκαθαρίσουμε αμέσως: το Vortex είναι άλμπουμ που αφορά λίγους και ψαγμένους ακροατές και ιδιαιτέρως εκείνους που αρέσκονται σε ένα prog που επιθυμεί την εξερεύνηση καινούριων ηχητικών τόπων. Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα: σε ό,τι αφορά την ηλεκτρική κιθάρα ως όργανο, τα όρια, τις δυνατότητες και την ξεχωριστή της ταυτότητα, αυτό εδώ αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ που μπορεί κανείς να ακούσει. Από τη μία οι Ελβετοί Sonar, των οποίων οι κιθάρες είναι tritone (παίζουν μόνο με τις τρεις λεπτές χορδές), και από την άλλη ο Αμερικάνος τζαζ/πειραματιστής David Torn, ένας από τους καλύτερους “γονατάκηδες’’ του πλανήτη. (Γονατάκιας= ο μουσικός, συνήθως κιθαρίστας, που στα live του περνάει περισσότερο χρόνο σκυμμένος στα γόνατα πειράζοντας τα εφέ του παρά όρθιος.)

Ό,τι κι αν θα ήλπιζε κανείς από μια τέτοια σύμπραξη κορυφής θα το βιώσει στο έπακρο. Mid-tempo μακροσκελείς και πολυπρισματικές συνθέσεις, που αποτελούνται ισόποσα από ακραιφνή κιθαριστικό/τεχνολογικό πειραματισμό και ένα rhythm section πραγματική πανδαισία, που τελειοποιεί το δόγμα “εύκολο να το ακούς, πανδύσκολο να το μετρήσεις”. Οι 6 σοφές σπαζοκεφαλιές που θα παρουσιαστούν εδώ μοιάζουν με φευγαλέες ματιές σε ένα αχαρτογράφητο βασίλειο, όπου ηγεμονεί η αιώνια κληρονομιά του instrumental μέρους του “Starless” (King Crimson) πριν αυτό μολυνθεί και βιαστεί (ανεπανόρθωτα;) από τις χολιγουντιανές κιθάρες των βαρβάρων (Tool). Άνετα από τους εξυπνότερους δίσκους εκεί έξω, σε περιμένει για ένα μουσικό trip ικανό να σου ανανεώσει την πίστη σε αυτή τη ρημάδα και γεμάτη κουρέλια κιθαριστική μουσική.

 

 

Toundra – Vortex (Inside out)

Το πέμπτο άλμπουμ των Ισπανών Toundra δικαιολογεί απόλυτα την ολοένα και αυξανόμενη φήμη τους και την εκτίμηση του κοινού. Το ότι αντιμετωπίζονται ως post rock με βρίσκει να διαφωνώ ριζικά βέβαια, αφού στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πλούσια ηχητικά γκρουπ στον ευρύτερο χώρο του σύγχρονου rock. Το πνεύμα της περιπέτειας, της συνεχούς εναλλαγής σε θέματα και ατμόσφαιρες και το στοιχείο του απρόβλεπτου χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων. Να το πω διαφορετικά, εκεί που τα περισσότερα instrumental συγκροτήματα επιλέγουν να χτίζουν συνθετικά πάνω σε κάποιο είδος ατμόσφαιρας, αποσπώντας το ενδιαφέρον του ακροατή από την έλλειψη φωνητικών, οι Toundra μοιάζουν να φτιάχνουν ένα αρκετά περίπλοκο περιβάλλον, που είναι υπέρ το δέον αρκετό για να σου κρατάει το ενδιαφέρον. Από αυτήν την άποψη, οι Toundra συγκλίνουν όλο και περισσότερο με την κοσμοθέαση του progressive rock και μάλιστα ενός prog μοντέρνου και heavy.

Εξαντλώντας την αυστηρότητά μου, εδώ βρίσκω και το μόνο μειονέκτημα. Λείπει κάποιο κέντρο βάρους, κάποιο τεχνητό ζύγισμα, μια οριστική ισορροπία. Νιώθω σαν να κοιτάζω έναν εντυπωσιακά όμορφο σαν ολότητα πίνακα, αλλά αφού τον κοιτάξω πολλή ώρα παρατηρώ ότι το βλέμμα μου δεν ξεκουράζεται κάπου. Ίσως αυτή η παραξενιά μου μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το περσινό τους project των Exquirla (οι Toundra σε συνεργασία με τραγουδιστή…) ήταν ένα ημι-αριστούργημα, στα απολύτως top της χρονιάς. Ο πήχης είναι πολύ ψηλά από τους ίδιους, λοιπόν. Ας μην κολλάμε όμως στους περφεξιονισμούς. Το Vortex είναι παρακαταθήκη κι ένα τρανταχτό επιχείρημα για όσους πιστεύουν ότι το instrumental rock έχει τον τρόπο να είναι ακόμα συναρπαστικό.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος