Dirk P. Haubrich – Robinson Out Of Context (Quanta Records)

Πριν λίγο καιρό το Against The Silence και συγκεκριμένα η Βικτώρια, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με το Γερμανό καλλιτέχνη, Dirk P. Haubrich, για την τελευταία του κυκλοφορία Robinson Out Of Context για τη σημασία που διαδραματίζει η μουσική στην καθημερινή μας ρουτίνα. Ας δούμε λοιπόν, το αποτέλεσμα αυτής της συζήτησης.



V: Καλησπέρα κ. Haubrich. Βρίσκουμε εσάς και την τελευταία σας κυκλοφορία «Robinson Out Of Context» στο μεταίχμιο μίας νέας χρονιάς – ένα χρονικό σημείο που συνεπάγεται ενδοσκόπηση και νέα ξεκινήματα. Υπήρχε μία αίσθηση αναγέννησης ενόσω δημιουργούταν ο δίσκος, ένας στόχος που θέσατε στον εαυτό σας υπό τη σκοπιά της ωρίμανσης;

Η: Τόσο το «Robinson Out Of Context» όσο και το b-side «7 to 8» αποτέλεσαν συνθέσεις προορισμένες να ακουστούν – ή όπως προτιμώ να αναφέρω- να αποτελέσουν στοιχείο μίας παράστασης σύγχρονου χορού. Προκειμένου να παρουσιάσω αυτές τις συνθέσεις αποκλειστικά και μόνο ως μουσική, αποχωριζόμενες ομαλά από το πλαίσιο της σκηνικής παρουσίασης και από τις οπτικές αναπαραστάσεις στις οποίες αφορούν, χρειαζόταν να βρω μία νέα προσέγγιση. Άνοιξα τις ανεπεξέργαστες εκδοχές των κομματιών και τα άκουσα, τα βίωσα αποκλειστικά και μόνο ως προς τα θεμελιώδη στοιχεία τους έχοντας κατά νου ότι θα υπάρξει ένα άτομο, σε ένα ήσυχο δωμάτιο που θα τις ακούσει αποκλειστικά και μόνο ως μουσική. Η αίσθηση της αναγέννησης ενυπάρχει σε αυτή την εμπειρία, καθώς για πρώτη φορά εστίασα στο να δημιουργήσω αυτές τις συνθέσεις προκειμένου να κυκλοφορήσουν στο ευρύ κοινό που θα έχει την ευκαιρία να τις ακούσει στις φορητές του συσκευές κατά το δοκούν.

Το να δημιουργεί κανείς μουσική για το θέατρο είναι πολύ διαφορετική εμπειρία ως προς τις τελικές μίξεις, την ένταση και την τελική επεξεργασία. Στην αρχική επεξεργασία υπήρχαν τμήματα χαμηλής έντασης -60db, που λειτουργούν πολύ αρμονικά στο θέατρο και σε αίθουσες εκδηλώσεων. Μπορώ να χρησιμοποιήσω πολύ περισσότερη δυναμική, να κρατήσω τμήματα πολύ ήρεμα – πιο ήρεμα και από τον ήχο της πέψης ενός ατόμου που κάθεται τρεις σειρές πίσω σου. Παράλληλα, μπορώ να χρησιμοποιήσω πολύ έντονα τμήματα μόλις μία στιγμή αργότερα με τη βοήθεια χιλιάδων watt του ενισχυτή. Κι όλη αυτή η διαδικασία γίνεται, έχοντας κατά του ότι η ένταση δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή από όλο το σώμα, όχι να περιοριστεί σε ένα κουδούνισμα στα αυτιά μέχρι το επόμενο πρωινό.

V: Η ambient μουσική αποκαλείται το πλέον μινιμαλιστικό είδος μουσικής. Συμφωνείτε; Είναι αυτό το χαρακτηριστικό της προτέρημα κατά την άποψή σας;

H: Μπορώ να φανταστώ ότι μία μινιμαλιστική σύνθεση μπορεί εύκολα να γίνει ambient, αν με τον όρο «ambient» αναφερόμαστε στο μη ενοχλητικό, εστιασμένο, σε αυτό που εύκολα ακούς τυχαία. Ένα ambient περιβάλλον, για εμένα, είναι αυτό που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, που δε σε προβληματίζει. Σταματάς να σκέφτεσαι και να χρησιμοποιείς τις αισθήσεις σου σε πλήρη εγρήγορση. Ambient φως, τηλεόραση, σπίτι – οτιδήποτε ambient δε σε κινεί, σε χαλαρώνει, σε προετοιμάζει για ύπνο. Δεν είμαι μεγάλος οπαδός του οτιδήποτε είναι ambient. Όμως, μου αρέσουν τα ambient στοιχεία στη μουσική που λειτουργούν ανανεωτικά και βοηθούν το νου του ακροατή να εστιάσει και πάλι, να κάνει μια παύση και να επαναπροσδιορίσει τον χρόνο, να έλθει σε επαφή με το σώμα και την αναπνοή του. Τα ambient τμήματα είναι εργαλεία για να επανακτήσεις τις αισθήσεις σου. Από την άλλη πλευρά, σκεπτόμενος αυτό που μόλις είπα, ομολογώ ότι μου αρέσει να δημιουργώ την αίσθηση στον ακροατή ότι επιπλέει και είναι σε μία συνειδητή κατάσταση, ενώ παράλληλα μου αρέσει η σκέψη ότι κάθε νευρώνας πυροδοτείται κατά την ακρόαση.

V: Το «Robinson Out Of Context» διαρκεί σχεδόν σαράντα λεπτά και αποτελείται από δύο κομμάτια. Εντούτοις, η ακρόασή του δημιουργεί πλειάδα συναισθημάτων και μπορεί να αποτελέσει μία υπερβατική εμπειρία. Ήταν αυτή η επιδίωξή σας ή η ίδια η μουσική εκτείνεται σε άκρα τα οποία ούτε καν εσείς είχατε κατά νου;

H: Μου δίνει μεγάλη χαρά να μαθαίνω ότι βιώνεται έτσι. Ίσως η μουσική μου θα έπρεπε να πωλείται σε τοπικά φαρμακεία μαζί με κάποια προειδοποίηση στη συσκευασία. «Προσοχή, ίσως να εγκαταλείψετε το σύμπαν».

V: Είστε επαγγελματίας και στους δύο τομείς – τη μουσική και το χορό. Υπάρχει κάποια αντιστοιχία ανάμεσά τους;

H: Πιστεύω ότι ο χορός είναι ένας πολύ υγιής τρόπος έκφρασης. Είναι αναζωογονητικός για το νου. Ο καθένας από μας θα έπρεπε να χορεύει έστω για μερικές στιγμές κάθε μέρα μόνο και μόνο για να μη λησμονεί ότι ενυπάρχει ένα υπέροχο συναίσθημα μέσα μας που μας περιμένει να το φέρουμε στην επιφάνεια. Κάτι που σε κάνει να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου και σε κάνει δοτικό.

Η μουσική πηγάζει από έναν παρόμοιο πυρήνα, αλλά είναι πολύ πιο επεμβατική στο περιβάλλοντα χώρο της. Αν ο χορός και η μουσική συμφωνήσουν να συνυπάρξουν σε έναν συγκεκριμένο χώρο, το πάντρεμα τους είναι αρμονικό.

V: Πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος στη σύγχρονη κοινωνία για μουσική που είναι πνευματική και κινείται με αργούς ρυθμούς, όπως η δική σας, δεδομένου ότι ολοένα και περισσότερα άτομα περνούν τη ζωή του αγχωτικά, σε «γρήγορη κίνηση»;

Η: Πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη για το είδος της μουσικής που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να ανακτήσουν το πνεύμα τους, ή αν δεν το είχαν ποτέ εντοπίσει, ίσως πρόκειται για μία ανάγκη ανάκτησης του πνευματικού μας περιβάλλοντος. Η μουσική μπορεί να βοηθήσει σε μια τέτοιου είδους επιβράδυνση.

V: Κατά τη διάρκεια είκοσι ετών έχετε δημιουργήσει έναν σεβαστό αριθμό συνθέσεων. Ποιο είναι το κίνητρό σας για τη συνέχεια αυτής της διαδρομής; Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να διαβιβάσετε σε κάθε έναν από τους ακροατές σας;

H: Μήνυμα; Όπως το να τρως καλά, να ζεις υγιεινά και να φροντίζεις τα αυτιά σου; Νομίζω ότι το να επικοινωνεί κανείς χωρίς τη χρήση λέξεων είναι μία εξαιρετική εμπειρία και το να τροφοδοτούμε τα αυτιά μας με αναζωογονητικές ακουστικές εμπειρίες είναι ο στόχος.


Α little while ago, Against The Silence’s Viktoria had the opportunity of reaching out to German artist, Dirk P. Haubrich, to talk about his latest release Robinson Out Of Context and converse on the meaning of music in our stressed-out daily routines. Here’s what we made out of it.

Good evening Mr. Haubrich. We find you and your latest work “Robinson Out Of Context” right at the turn of the year, a time of reflection and new beginnings. Was there a sense of rebirth while making this album, a new goal you set for yourself in terms of growth?

“Robinson out of Context” and the B-side “7 to 8” were both composed to be played – or as I like to use the word – “performed” for stage in combination with modern dance. For the presentation of those compositions as pure music, gently taken out of that context of stage and all those visuals that are involved with it, I needed a new approach. I opened the original unmixed versions, and  went through those tracks , listened and lived through its elements gain, knowing, that there will be a quiet room, with a person focusing only on the music.

The sense of rebirth is there, because this is the first time, I was focused on creating it for publication and for an audience to listen on their own sound devices.

 Creating music for stage is very different when it comes to the final mixes, the levels, loudness and mastering. In the original master I had quiet sections of -60db, and this worked very well in the field of stage and performance hall. I can use much more dynamics, have sections very quiet, quieter then somebody’s digesting noises three rows behind you. And I can have the loud parts to be experienced very loudly just a moment later, using the power of thousands of watts of amplification. But keeping still in mind, that the loud parts need to felt in the body not in the ears with a ringing until next morning.

 Ambient music is said to be the most minimalist genre of all. Do you agree? Is this characteristic an asset in your opinion?

 I can imagine that minimal music can become easily ambient, ambient in the meaning of not disturbing, unfocused, easy to overhear. An ambient surrounding for me is something that makes you feel safe, something you don’t have to worry about. You stop thinking and you stop using your senses in full awareness. Ambient light, ambient TV, ambient home, ambient doesn’t move you, it makes you chilled out, ready to go to sleep. I am not a big fan of ambient anything. But I like ambient parts in the music, for refreshing and refocusing the listeners mind, to give them a rest, to re-judge the experience of time or reconnect with their own body, breathing. Ambient sections are tools for re-sensing.

 On the other hand, rethinking what I just said, I like to create a state of floating, being aware, but enjoying a reconsideration of every neuron that gets fired up as a result of listening.

 “Robinson Out Of Context” lasts for approximately 40 minutes and comprises of two tracks. Yet, listening to it can be full of emotions and be felt like an out-of-body experience. Is that an intention of yours or does the music extend to reaches you haven’t even thought of?

 I am very pleased to hear this experience. Maybe my music should be sold at the local drug store or pharmacy with some warning on the package. “Be Aware, You Might Leave Your Universe”.

You are a professional in both fields -music and dance. Is there a correspondence between the two?

 Dancing I find to be a very healthy way of expression. It is very refreshing for your mind. Everyone should dance, at least for a few moments every day, so as not to forget that there is a wonderful feeling resting in each of us, waiting to be uplifted. Something that makes you friendly with your own self and turns oneself to a giving person.

 Music has a similar core of emergence, but is more invasive to the surrounding world. If both dance and music agree to share the same space, it will be a good match.

 Do you find that there is a place in today’s society for music that is both spiritual and slow-paced, as your own, considering that a growing amount of people are spending their lives in an anxious, fast-forward way?

 I think there is even a need for music that will help people to find their spirits again, or if they never knew what those are, maybe it means that people have started looking for their spiritual environment. Music can help to de-accelerate.

 Over a span of twenty years you’ve created quite a number of compositions. What is your drive as to continuing this journey? Is there a message that you wish to convey to each and every one of your listeners?

A message? Like eat well, live healthy, take care of your ears? To communicate without using words can be a wonderful experience, and feeding the ears with refreshing acoustic activities is the aim.


Βικτώρια Λ./ Victoria L.

The Marked Men – On the Other Side (Dirtnap Records)

Πριν 9 χρόνια τα φαντάσματα – Ghosts παρουσιάστηκαν από τους Marked Men και ήταν, όπως διαφάνηκε τελικά, η τελευταία LP κυκλοφορία τους. Παρά την έλλειψη νέας δισκογραφικής δουλειάς σε μορφή LP, καθόλη τη διάρκεια των περασμένων ετών, η παρουσία τους σε μουσικές σκηνές, φεστιβάλ και συναυλίες συνεχίστηκε αμείωτη και ας μην ξεχνάμε και τις παράλληλες κυκλοφορίες singles και 7ιντσων. Τα μέλη της μπάντας άλλωστε, υπήρξαν δραστήρια, ήδη πριν από το σχηματισμό της μπάντας, πάντα στο φάσμα της punk – rock μουσικής (ο Burke ήταν μέλος στους The Vomit Punx, Rolemodels και E-Class, οι Burke, Ryan & Throneberry δημιούργησαν επίσης τους Reds). Παράλληλα δε, με την ύπαρξη των ΜΜ, κάθε μέλος είναι ταυτόχρονα ενεργό και σε άλλες μπάντες (ο Burke στους The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, οι Ryan & Throneberry στους High Tension Wires, ενώ ο Ryan δημιούργησε και ένα solo project τους The Mind Spiders), στις δημιουργίες των οποίων ανιχνεύεται αυτό που έχει καταχωρηθεί ως ήχος των Marked Men.

Δεν πρόκειται δηλαδή, για μια μπάντα που σίγησε ή αποσύρθηκε, πρόκειται για ένα σχήμα δραστήριο και αεικίνητο που τυπικά ακόμα δεν έχει διαλυθεί. Επιθυμώντας να εξηγήσει τη στάση τους αυτή ο κιθαρίστας & τραγουδιστής Mark Ryan, δηλώνει πως δεν θεωρεί καλή ιδέα την επιστροφή τους μετά από τόσο μεγάλο διάστημα δισκογραφικής απουσίας, μιας και “καταφέραμε ό, τι θέλαμε με αυτή τη μπάντα, οπότε δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα “.

Η δήλωση αυτή αποτελεί μια προετοιμασία για το τέλος και τον αποχωρισμό του σχήματος από το κοινό του, τουλάχιστον δισκογραφικά. Για το κλείσιμο και σαν αποχαιρετισμό επέλεξαν να κυκλοφορήσουν κάτω από την Dirtnap Records μια συλλογή που αποτελείται από 16 τραγούδια, δύο εκ των οποίων είναι νέα τα “Disappear” και “Go Cry.” Στο On the Other Side παρακολουθούμε μια αναδρομή στις δουλειές του γκρουπ όλα αυτά τα χρόνια, με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Είναι μια κυκλοφορία από αυτές που, όταν πατάς το play, σε παρασύρει η απίστευτη ενέργειά τους, η μελωδικότητα και η φρεσκάδα του ήχου τους. Μια μουσική που δεν χρειάζεται να είσαι έφηβος για να σε συνεπάρει. Και που, παρά το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να ακροβατείς μεταξύ του πανκ, του ροκ και του ποπ ήχου και να καταφέρνεις να διατηρείς ισορροπία με σταθερή ένταση και φουλ εκλυόμενη ενέργεια από τις μουσικές σου, στην ακροβασία αυτή οι Marked Men είναι όπως πάντα, αποτελεσματικοί.

Θα ήταν δύσκολο -έως και άδικο- να προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις ένα – ένα τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στη συλλογή αυτή, ακόμα κι αν υπάρχει κάποιο ή κάποια που θα τα παίξεις στο repeat, ξανά και ξανά. Είναι προτιμότερο να το ακούσεις όλο, να σηκωθείς από την αναπαυτική σου θέση και να νιώσεις αυτήν την καλή διάθεση που σου δημιουργείται κατά την ακρόαση και που τόσα πράγματα γύρω σου προσπαθούν να σου στερήσουν.

9 years ago Ghosts were presented by Marked Men and were, as eventually revealed, their last LP release. In spite of the lack of new LP recordings, their presence in musical scenes, festivals and concerts continued unabated, not to mention the release of singles and 7’’. The members of the band were active in the punk-rock music scene (Burke was a member of The Vomit Punx, Rolemodels and E-Class, Burke, Ryan & Throneberry created the Reds). Meanwhile, each member of MM is also active in other bands (Burke at The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, Ryan & Throneberry on High Tension Wires, and Ryan created a solo project The Mind Spiders), whose creations detect what has been recorded as the sound of Marked Men.

It’ s not about a band that has been silenced or withdrawn, it is an active and animated figure that has not been dissolved yet. Wishing to explain their attitude, the guitarist and singer Mark Ryan says that he does not think it’s a good idea to return after such a long period of absence, because “We accomplished everything we wanted to, with that band, so I’m not sure there’s much more to do “.

This statement is a preparation for the end and the separation of the band from its audience, at least in the form of recordings. As a farewell they chose to release under Dirtnap Records a collection consisting of 16 songs, two of which are new “Disappear” and “Go Cry.” On the Other Side, we have been watching a group’s work over the years, with a bittersweet feeling. It’s the kind of music that when you hit the play button, drifts you with its incredible energy, the melodicity and the freshness of the sound, a music that you do not have to be a teenager to convey to you. And despite the fact that it is not easy to walk between punk, rock and pop sound and manage to keep balance with constant intensity and full energy, in this equalization, Marked Men are, as always, effective.

It would be difficult – even unfair – to try to separate the songs included, in this collection one by one, even if there is one or some of them that you would play over and over again. It is better to listen to it all, to stir up from your comfortable sofa and get the good mood, though many things are trying to deprive you.

Sylvia Ioannou

Ancient Morass – Bog Barrow (Consistentis Veritatis Peremptoria)

Το φαινομενικά άγνωστο αυτό σχήμα προέρχεται από την Ολλανδία. Έχοντας ήδη, μερικές κυκλοφορίες στο ως τώρα ενεργητικό του, κυρίως υπό τη μορφή κασέτας. Το αυτό συμβαίνει και εδώ, σε ό,τι αφορά το format, τουλάχιστον. Πρόκειται για το solo όχημα του Tjalling Janssen, ο οποίος παρουσιάζεται ιδιαιτέρως παραγωγικός, έχοντας ήδη, δημιουργήσει – ή πάρει μέρος σε – μια σειρά από σχηματισμούς. Με την πλειοψηφία εξ αυτών να κινείται στο χώρο του metal, με την εξαίρεση κάποιων που κινούνται στις παρυφές του σκοτεινού ήχου, είτε αυτός σχετίζεται με τις dark ambient απολήξεις, είτε αυτός αναφέρεται καθαρά σε εξάρσεις θορύβου. Αναφέρω -ενδεικτικά- κάποια από τα εν λόγω σχήματα: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition, κ.α. Συνήθως, ανάλογες περιπτώσεις ακραίας παραγωγικότητας τείνουν να αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλιστα. Εδώ ωστόσο, τα πράγματα, ευτυχώς, δεν ακολουθούν την κατιούσα οδό της παντελούς απουσίας έμπνευσης.

Απεναντίας, μάλιστα- όπως συμβαίνει και στους άλλους σχηματισμούς του- ο εν λόγω μουσικός εμφανίζεται καίριος και συνάμα καυστικός, επιλέγοντας αυτή τη φορά να εστιάσει σε ένα μελωδικά παλλόμενο, μελαγχολικής υφής black metal. Οι ρίζες του οποίου θα πρέπει να αναζητηθούν στις 90’ς παρεκβάσεις που έλαβαν χώρα στα σκανδιναβικά -κυρίως- εδάφη, ως συνήθως. Αλλά και σε μια, σχεδόν ανεπαίσθητη επιρροή, από τη στωικότητα που χαρακτήριζε εν πολλοίς τον shoegaze ήχο και που εμβόλιμα τοποθετείται εδώ, προσθέτοντας πολλά στη συναισθηματική ανάβαση αυτών των συνθέσεων. Δίνοντας έναν γήινο τόνο, στο κατανυκτικά χειμερινής φύσης οικοδόμημα, που παρουσιάζεται εδώ.

Οι μόλις τρεις συνθέσεις που παρατίθενται σε αυτό το demo, είναι πληρέστατα ενδεικτικές της κατεύθυνσης που αυτό το όχημα θέτει. Μελαγχολικό, μα όχι καταθλιπτικό. Παγερό, μα και παρήγορο. Προσπαθώντας να ξεχωρίσει στιγμές εν μέσω αυτού του ορυμαγδού από riffs, καταλήγει κανείς να αντιμετωπίσει αυτή τη σύντομη παραφορά, ως ένα άρρηκτο σύνολο. Οι πυλώνες του οποίου καθορίζονται από την εγγενή αγάπη του συγκεκριμένου μουσικού προς το υλικό του. Μα και από την άφοβη περιφορά του στα εδάφη της επούλωσης. Συνοπτικά, λοιπόν μιλώντας, θα έλεγα πως το παρόν αποτελεί ένα ακατέργαστο κόσμημα. Το οποίο πολλές και πολλοί, ενδεχομένως να απολαύσουν. Η συνέχεια του οποίου θα είναι, ίσως καθοριστική. Κρίνοντας από το υπάρχον δείγμα, τολμώ να προσθέσω πως η συνέχεια αυτού, θα είναι και υπέροχη.

Προς το παρόν, αυτή η κασέτα κυκλοφόρησε μόλις από ένα μικρό, όπως και εξόχως καλόγουστο ολλανδικό label, ενώ αρχικά είχε κυκλοφορήσει σε digital εκδοχή, λίγους μήνες πριν. Τώρα λοιπόν, έφτασε η στιγμή να περιβληθεί με την προσοχή που αναμφίβολα του αξίζει.

This seemingly unknown formation comes from the Netherlands. Having so far already spawned a few releases, most of which appeared in the form of limited edition tapes. His latest release moves along that fields, regarding format preference, at least. Ancient Morass is in fact the solo vehicle of Tjalling Janssen, who appears to be quite productive, having formed a variety of projects, while, simultaneously, having been a member of a series of bands. The majority of said projects and bands move within the boundaries of certain varieties that associate themselves to the black metal milieu. Yet, among those, one could find some that seem to merge into the fringes of darkly toned sounds. That sort of categorization would largely include dark ambient transmissions, as well as some noise related outbursts. Needless to say, though- some of these formations ought to be mentioned, for sure: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition and many more, as the list is long, indeed. Usually, the expedition of such phenomenal creativity in short amounts of time, tends to be seen suspiciously, at best. The present case differs, though. Thankfully, this is not a showcase of yet another boring failure. That usually comes as a result of complete and utter lack of inspiration.

Yet, as said, this is not the formula presented here. Quite the contrary, in fact-if compared to the aphorism stated above, this artist’s route so far has been clearly remarkable, in terms of quality. Something that is also easily evident here. Concentrating on this specific release, I could say that, this time around, his sounds are crucial, yet caustic. For now, opting to focus on an audio form that is deeply rooted to the nineties black metal motives, especially those that were cultivated in Scandinavian grounds, an influence that is certainly no stranger to a project of this kind. While not neglecting to add a subtle, scarcely notable amount of the stoic harmony that was such a dominant attribute of the shoegaze cannon, a trait which is carefully embedded in this mix, inserting some delightful modes to the emotional ascension that these sounds explore. Vibrating this whole, operating as a passage to earthly tonal forms. Giving shape to a purely devout foundation, that unfolds itself in the manner of a winter inspired inner core. Its nature diverted into a handful of spinning frequencies.

This demo is contrived of three compositions only, clocking at less than 11 minutes, actually. In the course of its short duration though, it manages to project itself as a fully incisive step, solidly indicative of the path that this project has chosen to move along to. A path that could be heralded as melancholic- and yet, not depressive. Frigid, yet comforting. Attempting to distinguish some motion amid this maelstrom of riffs and phrases, ultimately leads into concluding that this material should actually be regarded as a unified assemblage. The pylons of which seem to be strongly defined by the inherent love that this musician displays, thus connecting his material in a flawless manner. But also, of equal importance is his fearless wandering on captivating terrains. Blessing these songs with an almost healing quality.

Having to reach to a conclusion, I must state that I view this tape as being a roughly tempered jewel. Which could turn into being quite a treat, for many people that would choose to indulge into this sonic territory. The follow up to this demo, might even prove to be of vital importance, I feel. Solely basing my judgment upon this, dare I add that what follows might also prove to be fascinating, as well. Until then, this cassette has just been released by a small, yet wonderfully eclectic dutch label. Having initially seen the light of day, some months ago, as a digital only release. A perfect time, it seems to be, to give this demo the well-deserved attention it ought to receive.

Giorgos Kanavos

Techno Athens by night

Εδώ και καιρό, η Αθήνα προσφέρει αμέτρητες επιλογές συναυλιακών και βραδινών συγκινήσεων. Μπορεί τα μεγάλα ονόματα να έρχονται μόνο όταν βαράει ο ήλιος κατακούτελα για να αντλήσουν την κατάλληλη δόση βιταμίνης D, καθώς και τις αντίστοιχες αμοιβές που τους αναλογούν, αλλά σε αυτό που (αυτο)αποκαλείται underground γίνεται ο κακός χαμός όλον το χρόνο! Αυτό αφορά όλα, σχεδόν, τα μουσικά είδη και, ακολούθως, όλα τα γούστα. Τους επόμενους μήνες, βδομάδες, μέρες, παρατηρείται μια μαζική επίθεση techno ονομάτων που θα εμφανιστούν στην πόλη κι αυτό έχει από μόνο του ένα ενδιαφέρον. Είναι ο πολύς κόσμος που ασχολείται με το σχετικό άθλημα (βλ. clubbing), είναι το είδος σε άνθηση ή συμβαίνει κάτι άλλο, αδιόρατο; Μήπως η ίδια η πόλη θέλγει τα χορευτικά και ανηλεή, ρυθμικά μοτίβα και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι; Ας ψηλαφίσουμε τα σχετικά ονόματα που θα έρθουν, μπας και βρούμε μια κάποια άκρη, σε μια πόλη που άκρη δεν βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς!

Αν δεν θυμάστε τίποτα από το ντεμπούτο του Βρετανού Tommy Four Seven με τον τίτλο Primate πίσω στο 2011, μην ανησυχήσετε για την αδύναμη μνήμη σας, γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε αφήσει και κάτι σημαντικό που να κρατηθεί ως ανάμνηση, έστω και αναιμική. Η πρόγευση του επερχόμενου άλμπουμ, όμως, είναι αρκούντως δυνατή, για να μας κάνει να ελπίζουμε ότι κάτι – πιθανόν – να αξίζει στον Απρίλη που θα μας έρθει, οσονούπω.

Η ολλανδική Mord είναι ίσως, το κορυφαίο αυτή τη στιγμή label στο χώρο του techno και το ημεδαπό ντουέτο Jokasti & Nek με την κυκλοφορία του πρόπερσι, έκανε ένα σχετικό μπαμ, σπάζοντας αυτή την αίσθηση ότι από ονόματα πάμε καλά στα μέρη μας, αλλά από κυκλοφορίες δεν ακούμε και τίποτα το τρομερό. Η συνέχεια φαντάζει ανάλογη, ακούγοντας το νέο του EP και ανυπομονώντας να τους δούμε από κοντά στα μέσα του μήνα, μαζί με ένα πλήθος άλλων ονομάτων της τοπικής σκηνής για ζέσταμα.

Για τον Perc τα έχουμε ξαναπεί, οπότε δεν μένει τίποτα άλλο, μόνο η 22.2 για ένα καταραμένο ραντεβού κάπου στο κέντρο αυτής της πόλης (βλ. six dogs). Στις 28.2 εμφανίζεται ο Max Cooper στην Αγγλικανική εκκλησία με το στοίχημα να παραμένει ανοικτό, κατά πόσο μπορεί να δεθεί στον χώρο εκείνον η χορευτική-ηλεκτρονική μουσική με τα λείψανα μιας απαρχαιωμένης αποικιοκρατικής αισθητικής.

Στο καπάκι, αρχές του μήνα, εμφανίζεται ο Luke Slater με τον οποίο έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς, με την καλή έννοια. Πρώτη μέρα της άνοιξης είναι αυτή, αξίζει ένα σχετικό ξεβίδωμα! Και έπεται ο Ancient Methods στο Temple και η Amelie Lens, ως πρόγευση του ADD Festival και ως αντίδοτο στις ελληνάδικες βραδιές στον Βοτανικό όπου και θα εμφανιστεί. Τον Μάη εξάλλου, έχουμε το ίδιο το φεστιβάλ που πέρσι στο ντεμπούτο του άφησε θετικά σχόλια. Ας μην παραθέσουμε τα ονόματα που έχουν ήδη βγει για αυτό κι ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι θα ανακοινωθούν κι άλλα! Συν όλα αυτά, έχουμε και την πρώτη έκδοση του Sonar Festival τον Οκτώβρη στην Αθήνα και μαντεύουμε ότι το είδος για το οποίο μιλάμε δεν θα μείνει παραπονεμένο. Υπερπληθώρα και πλούτος ή υπερβολή και εξάντληση; Θα φανεί στην κατάσταση που θα μας αφήσουν όλες αυτές οι βραδιές για το καλοκαίρι που, μοιραία, θα ακολουθήσει.

Μπάμπης Κολτράνης

Boy Harsher – Careful (nude club)

Αυτό το κείμενο γράφεται κάτω από νορμάλ ψυχολογία, ήλιο έξω, το άλμπουμ όμως, που είναι ο λόγος ύπαρξης του, προσπαθεί να την αλλάξει. Αντί για καθιστό, σε σηκώνει στο πόδι, σβήνει το φως έξω, σου απευθύνει στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και σου υπόσχεται διάφορα γελώντας σαρδόνια!

Θέλει ταλέντο να γράφεις με πενιχρά μέσα ένα τόσο γεμάτο άλμπουμ και να καταφέρνεις να ξεπεράσεις σε επίπεδο τις προηγούμενες δουλειές σου. Οι BH είναι από αυτές τις μπάντες που, έχοντας το κοκαλάκι της νυχτερίδας-έμπνευσης, καταφέρνουν και τερματίζουν στο όριο αυτού που δεν περίμενες να καταφέρουν. Για άλλη μια φορά, ο ήχος τους ακούγεται ρετρό μα και φρέσκος, μίνιμαλ και χυμώδης, σαρκώδης και σαρκοφάγος, στο τέρμα, αλλά κρατώντας πάντα ενέργεια για τη συνέχεια στη ροή του δίσκου! Αν το στοίχημα σήμερα είναι να ακουστείς up to date, τότε το αρχικό ερώτημα είναι πως διάολο τα βγάζουν πέρα, χωρίς καν να ιδρώσουν! Αυτή η άνεση στην έκφραση που τους διακρίνει έχει αναφορά στην άδολη χορευτικότητα τους. Επίσης, πιστοποιείται στην δόλια επιμονή τους να παίζουν στο ίδιο στυλ συνεχώς, βρίσκοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν την μουσική τους εθιστική και “άρρωστη”.

Είναι το Careful απρόσεκτο ως προς το να δείχνει προς τα έξω καλογυαλισμένο; Είναι. Ως δίσκος είναι η καλύτερη δουλειά που έχουν βγάλει; Μπορεί να αναδειχθεί και η καλύτερη που θα έχουν βγάλει ποτέ, ακόμη και μέσα στην άγνωστη συνέχεια τους. Ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι μέσα στην πλημμύρα καταραμένων σουξέ που διακρίνει το άλμπουμ; Ναι, το “Tears”. Έχει αυτό το κείμενο μια κάποια αξία ως προς το να αποδώσει τα δέοντα στον πρώτο μεγάλο δίσκο της χρονιάς; Πατάς το play και η αβίαστη απάντηση είναι Όχι!

These lines are written under normal psychology, sunny weather and yet the album – reason for its existence – aspires to change it. Instead of letting you at your seat, it lifts you on your feet, fades all the outdoor lights, addresses lyrics that you cannot really comprehend and promises a lot, laughing sardonically.

Writing with meager expedients such an overwhelming album and achieving in breaching all your previous material in terms of level, requires talent. BH band is among those bands which, having the rabbit’s foot – plus inspiration – manage to head for the limit of what you would never expect them to achieve. For yet another time their sound seems retro but fresh at the same time, minimal and juicy, fleshy and carnivorous, to the limits, yet always saving some energy for the continuity of the album flow! If today’s stake is to sound “up-to-date”, then the initial question is how the hell do they manage without a drop of sweat! That ease at their expression that distinguishes them has a reference to their guileless dance mood. It also validated, through their devious persistence in playing the same style over and over again, finding the details that make their music so addictive and “sick”.

Is Careful careless in appearing polished? It is! As an album, is it the best material they have launched? It can even be designated as the best that they will have ever launched throughout their unknown onwards. Can we point out any track in such a torrent of wicked hits that discerns the album? Yes, that would be “Tears”. Is this text meant to have any value at attributing what is proper at the first big album of the season? Just press “play” and the unforced answer is No!

 

 


Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Όψεις του Αισώπου: για τον Χρήστο Ζυγομαλά

Είναι κάποιες συνδέσεις που, απλά αδυνατώ να εξηγήσω, με λογικούς όρους, τουλάχιστον. Εν προκειμένω λοιπόν, ήταν ο Χρήστος που αρχικά με συνάντησε. Έχοντας τότε ως αφορμή την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου. Σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Μάλιστα, εξαιτίας του Χρήστου κράτησα ένα ενθύμιο από εκείνη τη νύχτα: καθώς είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τα τεκταινόμενα. Χωρίς ακόμα να το γνωρίζω, επιπρόσθετα, εκείνη η συνάντηση υπήρξε η απαρχή της μορφοποίησης του σχηματισμού της Ιερής Γεωμετρίας. Και, συνεπώς, η καταγραφή της ήταν ένα εξόχως σημαντικό δώρο, εκ μέρους του Χρήστου. Από εκείνα τα δώρα που βασικά, δε θέλεις να μοιραστείς. Αφού η κατοχή του είναι αυτόφωτα πολύτιμη.

Η σύνδεση με την προγενέστερη πορεία του Χρήστου αναπόφευκτα κυλά ως μια ροή συνέχειας. Συνέχειας αισθητικής, στη βάση των χαοτικά ελεύθερων δημιουργιών των Exarchia Square Band. Ή ακόμα, περνώντας μέσα από την οδό των μελαγχολικά δομημένων προσωπικών του κομματιών. Που μέσα στην αδήριτη απλότητά τους, συνένωναν τις δονήσεις πολλών ταξιδιών και θαυμάτων. Δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσω συνολικά την πορεία του Ζυγομαλά εδώ, προφανώς. Το πέρασμα του από διάφορα στερεώματα λειτούργησε πάντοτε με συνεκτικό στοιχείο την ομορφιά. Αυτή ήταν, θαρρώ, η πυξίδα του, ο γνώμονας που καθόριζε την πορεία της πλεύσης του. Στο διηνεκές.

Θραύσματα αυτής της διαδρομής άλλωστε, έχουν ήδη εξιστορηθεί από τον ίδιο τον δρώντα. Και οπωσδήποτε από την πλευρά μου, άνετα θα παρέπεμπα στο έντονα προσωπικό βιβλίο του. Με τον εύγλωττα ακέραιο τίτλο «Η μπαλάντα της Πλατείας». Εκεί, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αποχαιρετά συντρόφισσες και συντρόφους. Και συνομιλεί με τις εποχές του, απρόσκοπτα. Διαβάζοντας το, είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για ένα κύκνειο άσμα. Όχι όμως, υπό τη μορφή κάποιου είδους απολογισμού, μα απεναντίας, ως σπονδή που στηρίζεται στη μεστότητα του μύθου. Και των πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας που εμπεριέχει αυτός. Μια ενοποίηση που στέκει ως απολύτως ενδεικτική της σχέσης του ως συγγραφέα, με την ίδια την έννοια της ομορφιάς. Και το πως αυτή μετουσιώνεται σε συναίσθηση και εμπειρία. Μέσα από την κατάβαση, στον αέναο κύκλο των σφαιρών.

Η άδολη προσφορά του Χρήστου δεν περιορίζεται στις σχετιζόμενες με τις τέχνες παρουσίες του. Πηγάζει σθεναρά από μια βαθύτερη, ανήσυχη φλόγα που περιεργάζεται το ύφος του δασκάλου, υιοθετώντας τον άσπιλο σαρκασμό του μαθητή. Οι συνθήκες αυτής της ενότητας στέκονται στον πυρήνα των έργων που αφιέρωσε σε αυτή την ύπαρξη. Ατέρμονα εκρηκτικές, ήσαν. Σαν ανατροπή που εκτυλίσσεται.

Δε θα ήθελα πάντως, να αποτολμήσω μια σκιαγράφηση που θα παραπέμπει σε αγιογραφία, ούτε σε χρονικό μιας περιοχής. Είναι δεδομένο ότι βρεθήκαμε και συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Είναι επίσης, δεδομένο ότι κι αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μέρος της προαναφερθείσας συνέχειας. Το να τοποθετήσω όμως, το Χρήστο αυστηρά σε αυτό το πλαίσιο, θα αποστερούσε κομμάτι της δέουσας προσοχής. Η οποία θα όφειλε, αντιθέτως να επικεντρωθεί στο ιδιαίτερο και μοναδικά αποκαλυπτικό ύφος του, που είναι ολότελα εμφανές στα δημιουργήματα του. Είτε πρόκειται για λέξεις, είτε για ήχους, είτε ακόμα και για εικόνες. Είναι παρούσες και θα είναι, εσαεί. Όντας κληροδοτήματά του στο Επέκεινα.

Έχω την αίσθηση πως η έσχατη συνάντηση μου με αυτόν, ήταν ενδεικτική της ζεστασιάς που τον συνόδευε. Απόρροια, ενδεχομένως της ένθερμης φύσης του. Μα και των εμπειριών που είχε συλλέξει, κατεβαίνοντας. Η ολοκληρωμένη ηχώ των επιτευγμάτων του λοιπόν, είναι η αγάπη. Η αγάπη με την οποία περιέβαλλε τις οντότητες. Η γλυκύτητα την οποία επέδειξε απέναντι στα σημαίνοντα.

Είναι ηγεμονικά αξιοσημείωτο: κάποιες περιπλανήσεις, ενώ εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, εν τέλει συγκλίνουν αρμονικά, απολήγοντας στην αβίαστη ταύτιση. Ταύτιση που απομακρύνεται από την προσκόλληση, επιλέγοντας αντιθέτως, το μονοπάτι των αισθητικών- και όχι μόνο- συγγενειών. Σε αυτό το πλαίσιο θα αποτιμούσα τη σχέση μου με τον Χρήστο. Και τη βαθιά εκτίμηση που τρέφω για το σύνολο του έργου του. Έτσι λοιπόν, δε θα έλεγα πως η θλίψη αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημα μου, απέναντι στο γεγονός αυτής της αναχώρησης. Είναι το χαμόγελο του χαιρετισμού, που θερμαίνει την αύρα της απογείωσης. Ως συνέχεια της πληρότητας. Σε μια διάσταση όπου διαμένουν οι εκλάμψεις μας.

Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χρήστος Ζυγομαλάς το επέλεξε συνειδητά: στήριξε την υπόθεση του στο τίποτα. Παραμένοντας αναλλοίωτα αιχμηρός, στο μονοπάτι που διένυσε. Εκεί, όπου η σκιά γίνεται φως. Ολόψυχα τον ευχαριστώ, για αυτές- μα και για άλλες- αποδράσεις.


# Επισυνάπτω κάποιες κυκλοφορίες του, ενδεικτικά:

«Πολιτεία», self- released, 1981

«Άσπρο- Μαύρο», self- released, 1984

«Απ’ τη Σμύρνη Στην Αθήνα», Molon Lave

Και, πέρα από κάποιες από τις μουσικές του κυκλοφορίες που παρατέθηκαν ως άνω, προσθέτω εδώ και κάποια από τα βιβλία του. Ας τονιστεί όμως ότι πρόκειται για κάποια εξ αυτών και ουχί για συνολική εργογραφία. Η συνεισφορά του στις underground εκδοτικές απόπειρες είναι ανώφελο να αποτιμηθεί, εδώ. Ιδού, λοιπόν:

«Cantos Desperados», αυτοέκδοση, 2011

«Η Μπαλάντα της Πλατείας», Ρενιέρη, 2018

«Η Μυγοσκοτώστρα», Bibliotheque, 2019

Giorgos Kanavos

MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou