Gevende – Kirinardi (Baykus Music)

  Προσέχω τους Gevende σαν τα μάτια μου. Είναι το καλό μου μυστικό όπλο όταν η κουβέντα πάει σε ψιλοάγνωστα αλλά σπουδαία ψαγμένα group. Είναι το θριαμβευτικό μου χαμόγελο όταν τελικά κάποιος έρχεται ενθουσιασμένος να μου πει πόσο καλοί είναι. Είναι η πληροφορία που θέλω να δίνω σε λίγους. Οι διθύραμβοι οφείλονται κυρίως στο Sen Balik Degilsin Ki του 2011, άλμπουμ που θεωρώ ότι κατέχει θέση στα 10 καλύτερα της τρέχουσας δεκαετίας. Και τώρα, μετά από 6 χρόνια που πέρασαν σαδιστικά αργά, στέλνουν το Kirinardi ως διάδοχό του, σε μια κολοσσιαία αναμέτρηση με τον εαυτό τους.

 Για να δώσω ένα στίγμα των Gevende: το τούρκικο αυτό σχήμα συνδυάζει ψυχεδελικά, progressive rock, jazz και ethnic στοιχεία σε ένα συναρπαστικό, απροσδιόριστο και συμπαγές υβρίδιο. Σε στιγμές, θα μπορούσαν να είναι ξαδέρφια των δικών μας Sleepin Pillow και Human Touch, με μια συντριπτική όμως εκπνοή λυρισμού και ατμοσφαιρικής γραφής. Η εκλέπτυνση κι η ηχητική ελευθερία είναι τα στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν. Ό,τι νότα θ’ ακούσεις είναι αισθητικά δουλεμένη. Κι όπως είπε κάποτε ο Wittgenstein “Η αισθητική είναι ηθική’’.

 Στη ζυγαριά των συστατικών του Kirinardi οι ισορροπίες έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν: προς λύπη μου, τα psych και ethnic στοιχεία έχουν συρρικνωθεί επικίνδυνα. Η prog πλευρά τους δείχνει να παίρνει τα ηνία, σε συνδυασμό με μια νέα, εντελώς soundtrack προσέγγιση (μάλλον η κληρονομιά του Monochroma OST που συνέθεσαν το 2014). Επίσης παρουσιάζονται 2 κλικ πιο μελωδικοί. Ομολογώ ότι οι πρώτες ακροάσεις με μούδιασαν, σύντομα όμως κατάλαβα ότι αυτό το άλμπουμ απαιτεί ηρεμία. Αν του τη δώσεις, θα σ’ το ξεπληρώσει με μια intellectual κομψότητα που μόνο οι Gevende μοιάζουν να κατέχουν.

 Βαθύτερα μες στη μουσική, το υλικό του Kirinardi εξελίσσεται ασύμμετρα. Το εισαγωγικό “Omelas’’ είναι το prog άκρο των Gevende, ενώ τα επόμενα 5 tracks μοιάζουν με σπουδή στη μελωδία. Κι εκεί που το πράγμα μοιάζει να γέρνει, έρχονται τα εντελώς fusion “Domino’’ και “Vertigo’’ και το ελαφρώς πειραματικό “Ters Okyanus’’ να δώσουν στο Kirinardi μια νέα ισορροπία. Σε όλη τη διάρκεια, η παραδοσιακή ροκ τραγουδοποιία βρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση με πνευστά και έγχορδα, το αποτέλεσμα είναι ισόπαλο. Δεν μπορώ όμως να κρύψω την αδυναμία μου στα θεόρατα μέρη όπου σκοτεινές τρομπέτες απλώνονται πάνω σε γλυκές κιθάρες – σήμα κατατεθέν των Gevende: το απόλυτο noir στην πιο παγκόσμια εκδοχή του.

 Τελικά, δεν ξέρω να πω αν το Kirinardi είναι ισάξιο του Sen Balik… Δεν ξέρω καν αν κανείς νοιάζεται για μια τέτοια σύγκριση. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτός ο δίσκος θα τους διατηρήσει σε ψηλά εμπορικά επίπεδα εντός Τουρκίας, σχετικά άγνωστους εκτός. Αν συζητάμε όμως για ποιότητα, οι Gevende στρογγυλοκάθονται σε δύσβατες κορυφές. Το μυστικό μου είναι ακόμα ζωντανό, το χαμόγελο θα παραμείνει θριαμβευτικό. Αυτή η μπάντα μοιάζει με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό. Αν σε κερδίσουν, θα γεύεσαι τα οφέλη τους μέχρι τα γηρατειά σου.

Αντώνης Καλαμούτσος

Aidan Baker & Karen Willems – Nonland (gizeh)

 Κανονικά ο Μη Τόπος υπονοεί ένα ουσιαστικά νεκρό μέρος. Τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει εκεί, καθώς οι ζωές κυλάνε χωρίς νόημα, πέρα αυτού της επιβίωσης. Η μέρα με το ανούσιο φως της σε τυφλώνει στα μάτια ώστε να μη δεις πόσο απότομα διολισθαίνει η νύχτα. Στο τέλος παρακολουθείς την κάθε στιγμή να αργοπεθαίνει στο βάθος χωρίς να περιμένεις κάτι.

 Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται κάτι από το μηδέν, που τελικά ποτέ δεν είναι εντελώς μηδέν. Γιατί τελικά ο Μη Τόπος εμπεριέχει τις αρνήσεις του προς αυτό. Μια γλώσσα λανθάνουσα υποβόσκει στα στενά του και μια απόφαση παραμονεύει. Αυτή είναι που θα ορίσει την αλλαγή και το προχώρημα προς τα εμπρός, προς ένα άγνωστο παντελώς άγνωστο.

 Ο δεύτερος ορχηστρικός δίσκος των Aidan Baker (Nadja, BBS κ.α.) και Karen Willems (Inwolves) κουβαλά τον χαρακτήρα της avant garde φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εμπροσθοφυλακής που θέτει το μυαλό και τις αισθήσεις σε κίνηση. Αν περιμένετε κάτι το καθιερωμένο από το συγκεκριμένο ντουέτο πλανιέστε οικτρά. Όλα είναι σαν να μπαίνουν σε νέα ροή, χωρίς να ’ναι γνωστή από τα πριν η κατάληξη, όπως ακριβώς δίνει το σύνθημα η μουσική βροχή που ξεκινά τον δίσκο, η οποία ποτέ δεν ξεσπά σε μπόρα. Οι κινήσεις στην αρχή, εξάλλου, πρέπει να είναι μυστικές.

 Οι δύο μουσικοί συνθέτουν αυτοσχεδιαστικά ιδιαίτερους χρωματισμούς, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο και την απλή, σχεδόν παιδική, μελωδικότητα. Ούτε χαλαρωτικό ούτε ταξιδιάρικο μπορεί να χαρακτηριστεί το Nonland, παρά μόνο αρκούντως πρωτοποριακό και εγκεφαλικό. Βασικά, είναι σαν οι ρόλοι των δύο μουσικών να περιπλέκονται συνειδητά και η κιθάρα σε πολλά σημεία να αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος, ενώ τα κρουστά ένα ιδιότυπο μελωδικό χτίσιμο της κάθε σύνθεσης.

 Η ελευθερία που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους είναι σχεδόν ευρηματική και με εξαίρεση το “Intro (Digging)”, που τραβά πολύ για intro, όλα τα κομμάτια έχουν κάτι το περίεργα όμορφο να αποτυπώσουν. Η ελευθερία, όμως, ειδικά σε συνθήκες διαβίωσης Μη Τόπου, θέλει και τόλμη. Το Nonland για αυτό τον λόγο διαθέτει μπόλικη από δαύτη.

Μπάμπης Κολτράνης

 Nonland” is implied to be a dead place, dominated by meaningless lives and pure survival. A place where you are getting blinded by the empty light of the day, not to realise how quickly the night has fallen. Where you end up watching every moment die in the background without having any further expectations.

It is where you get the illusion that something appears out of the blue, which in reality in not just happening out of luck, as “Nonland” is not a great believer of it. An underlying language and a decision roam around the alleys of “Nonland” ready to initiate the change and the move towards a completely unknown direction.

The second album of Aidan Baker (Nadja, BBS etc) and Karren Willems (Inwolves) carries the character of the “avant garde” philosophy, a lead activating the mind and putting the senses into motion. You shouldn’t been expecting something simple by this duet. It seems like everything is getting into a new direction, not fully disclosed before the ending, mirrored in the music “rain” in the beginning of the album, which never turns into a storm. Nevertheless, all the moves should be mystical.

The two musicians compose, by improvising, unique colours dangerously balancing between the complete “getting lost” feeling and an almost childhood melody. This album cannot be characterised neither as relaxing nor as tripping, but only as innovative and mind challenging. It feels like the roles of these two musicians are deliberately mixed and that the guitar is responsible for the rhythmic parts, leaving to the drums an untypical way of building a melodical composition.

An innovative freedom characterises their movements and makes all of their songs to have something interesting to express. The only exception would be the “Intro (Digging)” which is a bit extensive. This kind of existing freedom of the album requires a nerve, which is something that “Nonland” definitely has plenty of.

 

Translation by Lena Katsifou  

 

Demen – Nektyr (kranky)

 Το άγνωστο θέλγει. Τροφοδοτεί μια λαίμαργη φαντασία και μαθαίνει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά του. Πόσα ονόματα στη μουσική έσκασαν από το πουθενά αφήνοντας ένα σύντομο έργο πριν εξαφανιστούν πάλι; Όχι λίγα και όχι ασήμαντα. Μένουμε, λοιπόν, στο τέλος να μελετάμε με προσοχή και περιέργεια το υλικό τους για να αποκρυπτογραφήσουμε τι ήθελαν να πουν τόσο λακωνικά οι δημιουργοί τους.

 Ας ελπίσουμε πως στα παραδείγματα της παραπάνω κατηγορίας δεν θα προστεθεί η Σουηδέζα Demen. Το γράφω αυτό διότι το ντεμπούτο της αποτέλεσε ένα μυστήριο για την Kranky, που μια μέρα έλαβε ένα μέιλ-πρόμο με κάποια κομμάτια της χωρίς περαιτέρω πληροφορίες. Η απάντησή τους ήταν θετική, προφανώς, αλλά η Demen έπρεπε να περάσει καιρός για να ανταπαντήσει ώστε να προχωρήσουν μαζί στην κυκλοφορία του δίσκου. Κι έτσι το μυστήριο μεταφέρθηκε σε μας και με την έννοια του αγνώστου που συναντάμε μπροστά μας, αλλά και με την έννοια της αίσθησης που αφήνει η ίδια η μουσική της.

 Έχουμε, λοιπόν, επτά συνθέσεις υψηλής αισθητικής, στιβαρών ατμοσφαιρών και μοντέρνας αντίληψης. Η ίδια η δημιουργός παίζει όλα τα όργανα εκτός από τα ντραμς κάνοντας το Nektyr έναν προσωπικό δίσκο. Ως προς τη σύνθεση, μικρές αλλαγές στη μελωδία κάθε τραγουδιού το καθορίζουν φέρνοντας στον νου πελώρια κύματα αγριεμένου πελάγους.

 Παρόλ’ αυτά ο δίσκος βγάζει μια γεύση γαλήνης, αυτής που αγαπά τη μοναξιά και την απομόνωση. Ίσως, για αυτό τον λόγο έχει ειπωθεί ότι το Nektyr θυμίζει αρκετά Cocteau Twins και κυρίως This Mortal Coil, κάτι το οποίο ισχύει σε κάποιο βαθμό. Βοηθά βεβαίως και η αγγελική φωνή της Demen, όπως και η δυσνόητη γλώσσα που επιλέγει να ερμηνεύσει τα, κατά μια έννοια, όνειρα της, αλλά σε όλα αυτά υπάρχει έντονος ο δικός της χαρακτήρας σε όλο τον δίσκο που τον κάνει, θα έλεγα, μοναδικό. Η αρτιότητά του συνηγορεί πανηγυρικά σε αυτό.

Μπάμπης Κολτράνης

Siavash Amini – Christoph Berg – Olivier Alary

Siavash Amini – Tar (hallow ground)

 Τι άλλο μένει να ειπωθεί για τον Ιρανό δημιουργό Siavash Amini; Το μόνο που έχει αλλάξει από τότε που πρωτοασχοληθήκαμε μαζί του και μετά τις συνεργασίες του με τον Zenjungle και τον Matt Finney είναι η ευρεία αναγνώριση του έργου του στον χώρο της σύγχρονης πειραματικής-ορχηστρικής μουσικής. Απόδειξη αυτής της αναγνώρισης ήταν η φετινή του συμμετοχή σε ένα από τα σημαντικότερα μουσικά φεστιβάλ του Βερολίνου, το CTM. Εκεί έπαιξε σε παγκόσμια πρώτη εμφάνιση το άλμπουμ που σήμερα έχουμε την ευκαιρία να το ακούσουμε στην ολότητά του.

 Φαντάζομαι ότι αυτή η δουλειά αντιπροσωπεύει κάτι ιδιαίτερο για τον ίδιο, μιας και αυτή ήταν το υλικό της πρώτης του συναυλίας εκτός Ιράν. Το Tar ως εκ τούτου φαντάζει δικαίως η πιο εγκεφαλική δουλειά του. Οι σχεδόν ακίνητες ατμόσφαιρες θυμίζουν κάτι από τον απειλητικό πλανήτη του Melancholia του Trier. Τη μια στιγμή επικρατεί μια ηρεμία και την άλλη μια σύγκρουση θορύβων, συμβολίζοντας το εγώ που συναντά το εμείς και επηρεάζεται από αυτό. Οι Nima Aghiani στο βιολί και Pouya Pour-Amin στο τσέλο παίζουν έναν βασικό ρόλο στη ροή και τη φυσιογνωμία του Tar, το οποίο είναι σαν ένα πελώριο κομμάτι που παίρνει βαθιές εισπνοές και εκπνοές πριν το λυτρωτικό σβήσιμό του.

Christoph Berg – Conversations (sonic pieces)

 Το μολύβι μετέωρο λίγα χιλιοστά πάνω από την ημιθανή σελίδα. Μια μουσική διαπερνά το ανοικτό δωμάτιο αφήνοντας τη σκέψη ακινητοποιημένη. Το νέο άλμπουμ του Christoph Berg δεν χωρά πολλές αναλύσεις. Υπάρχει μια αίσθηση νοσταλγικής σκοτεινιάς ολούθε του, χωρίς να γίνεται ούτε μελό ούτε εξεζητημένο. Η μελωδικότητά του το ζώνει από τα μέσα και οι τίτλοι εξηγούν το υπόβαθρο κάθε σύνθεσης, καθώς οι λέξεις απουσιάζουν από μια τέτοια λυρική γιορτή.

 Η κάθε ακρόαση κυλά τόσο γλυκά που νομίζεις ότι πάντα μένει να ειπωθεί και κάτι άλλο την επόμενη φορά , σαν ένας λαβύρινθος με έναν μπορχικό Μινώταυρο στο κέντρο του, όπου η τελευταία του λέξη είναι το μυστικό που τον κρατά ζωντανό.

Olivier Alary – Fiction / Non Fiction (130701)

 Πολλές φορές το βιογραφικό ενός μουσικού μπορεί να είναι παραπλανητικό, καθώς τείνουν οι πίσω σελίδες του να επισκιάζουν την τελευταία προς ανάγνωση. Στην περίπτωση του δίσκου αυτού δεν ακολούθησα την πεπατημένη μου, δηλαδή να βιαστώ κάπως να γράψω την κριτική του αποτίμηση ή να αναλωθώ στη μελέτη του, πλούσιου κατά τα άλλα, ιστορικού του. Το Fiction/Non Fiction εμφανιζόταν θεόρατο μπροστά μου σε ανύποπτες στιγμές και ακολούθως φανέρωσε εν τέλει τις αρετές του. Κάτι παραπάνω από ένα απλό neo-classical άλμπουμ ή ένα υποθετικό σάουντρακ, το άλμπουμ αυτό δημιουργήθηκε από μια πηγή ολοζώντανης μουσικής έμπνευσης.

 Ανάμεσα σε στατικά βιολιστικά θέματα ξεπροβάλλουν συνθέσεις στεντόρειες μα και υπόγεια εσωτερικές. Ο τίτλος κρίνεται ως άκρως πετυχημένος, καθώς έχουμε κάτι σαν μια ιστορία που ξετυλίγεται εν μέσω σιωπών, βλεμμάτων ή ακόμη και κλειστών ματιών. Ειδικά όπου μπαίνουν τα αιθέρια πνευστά κάτι ριγεί στην ατμόσφαιρα, δείγμα του ότι εδώ έχουμε μια δουλειά σπάνιας γοητείας, η οποία ξεπερνά και τα στεγανά ή τα όρια αποδοχής του συγκεκριμένου μουσικού είδους.

Μπάμπης Κολτράνης

Toby Driver – Madonnawhore (The Flenser)

 Ο πολυοργανίστας, πολυθεσίτης (Kayo Dot, Maudlin Of The Well, Bloodmist κ.α.), και γενικά πολυπράγμων Toby Driver έφτασε αισίως στον τέταρτο προσωπικό του δίσκο, ονόματι Madonnawhore, αποτελούμενο από έξι αργόσυρτες, σκοτεινές ατμοσφαιρικές, και μυστηριακές συνθέσεις, στις οποίες δεσπόζουν τα κιθαριστικά μοτίβα και η χαρακτηριστική ελεγειακή και μελοδραματική φωνή του Toby Driver.

Ο υποφαινόμενος αμφιταλαντεύεται για το εάν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το Madonnawhore ως «πειραματικό» δίσκο – υπάρχει σαφέστατα μια τέτοια διάθεση, όπως υπάρχει και μια εναλλακτική συνθετική αντίληψη της pop/rock μπαλάντας (ή κάτι σαν μπαλάντα, τέλος πάντων). Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, οι συνθέσεις είναι (έως πολύ) αργές και ιδιαίτερα μελωδικές, που θυμίζουν σε σημεία την τρίτη περίοδο των Pink Floyd, τους Radiohead στα πολύ λυρικά τους, την electropop των ‘80’s, ή ακόμη και – τολμώ να πω – τους Madrugada.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο η πειραματικότητα, όσο και ο λυρισμός του Madonnawhore δυστυχώς υποβαθμίζονται από δύο μειονεκτήματα των συνθέσεων, που το ένα είναι αλληλένδετο με το άλλο καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου. Αφενός, το γεγονός ότι τα συνθετικά μοτίβα και οι ρυθμοί είναι σχεδόν πανομοιότυπα σ’ ολόκληρο το Madonnawhore, σε σημείο που αν δεν παρατηρείς την αλλαγή, νομίζεις ότι ακούς ένα ενιαίο κομμάτι απ’ την αρχή ως το τέλος, και αφετέρου, η ομοιομορφία αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω απ’ την ρυθμική βραδύτητα των κομματιών – που αποδεικνύει, και σε αυτή την περίσταση, ότι το ζητούμενο μπορεί μεν να είναι τα κομμάτια να είναι υπνωτικά, αλλά αυτό δεν πραγματώνεται πάντοτε με την καλή έννοια.

 Θα επισημάνω, σε πρώτη φάση, ότι μια απόπειρα κριτικής του Madonnawhore γίνεται εύκολη υπόθεση εάν εστιάσουμε στην εν γένει αντισυμβατικότητα του Toby Driver (όποια κι αν μπορεί να είναι η σημασία της λέξης αυτής για τους συνειδητοποιημένους μουσικόφιλους του 21ου αιώνα), όπως αυτή έχει αποτυπωθεί από την μέχρι τώρα μουσική πορεία του καλλιτέχνη. Στο ίδιο μοτίβο, η κριτική μπορεί σε δεύτερη φάση να εστιάσει ακριβώς σ’ αυτή την μουσική πορεία – λες και είναι αδιανόητο ακόμη και οι πιο επιτυχημένες συνολικά καλλιτεχνικές διαδρομές να περιλαμβάνουν λακκούβες.

Όλα αυτά είναι υπεκφυγές. Το Madonnawhore δεν είναι από τους δίσκους που θα τους χαρακτηρίζαμε με απαξίωση ως λακκούβες – έχει τουλάχιστον δύο κομμάτια (“The Deepest Hole” και “Craven’s Dawn”) που είναι εξαιρετικά, ή που τουλάχιστον αναδεικνύονται σε σχέση με τα υπόλοιπα από την εξάδα του δίσκου. Μπορούμε να θεωρήσουμε το Madonnawhore απλώς ως μια μεμονωμένη, αυτόνομη κι αυτούσια οντότητα που σε κάποια σημεία αποδίδει, και σε άλλα όχι. Ακόμη κι οι πιο αξιόλογοι καλλιτέχνες, εξάλλου, έχουν τις μέτριες στιγμές τους.

ATM

Ten New Songs Countdown, 56

Sums – Matha

Συνήθως μια συνεργασία δύο μουσικών δεν αποτελεί άσκηση απλών μαθηματικών, να προσθέσεις το ποιόν τους και να πάρεις το άθροισμα σε μουσική. Έλα ντε όμως που στην περίπτωση των Sums η σύμπραξη του Kangding Ray με τον αναμορφωτή του ήχου των Mogwai, Barry Burns, έχει επιφέρει την απόλυτη πρόσθεση στο τελικό αποτέλεσμα. Το ακόμη πιο σπάνιο που συμβαίνει είναι ότι το υλικό τους είναι υψηλότατου επιπέδου, βλ. το δεύτερο κομμάτι του πρώτου τους EP, οπότε δεν μένει τίποτα άλλο παρά να ευχαριστήσουμε την Berlin Atonal για την ιδέα που είχε να φέρει κοντά τους δύο αυτούς δημιουργούς.

BEAK> – Sex Music

Πλέον θα αδικούσαμε το συγκεκριμένο σχήμα αν για άλλη μια φορά το αναφέραμε ως ένα side project του Geoff Barrow των Portishead. Ο λόγος είναι ότι πλέον έχουν κατασταλάξει στον ήχο τους και μπορούν να φτιάξουν κομμάτια σαν και το “Sex Music”. Το λες άνετα και υποψήφιο σουξέ σε έναν άλλο πλανήτη μιας άλλης εποχής.

Flasher – Winnie

Στην απλότητα κρύβεται η όλη μαγεία της κιθαριστικής μουσικής. Γλυκά ακόρντα, διφωνίες από το πουθενά και μια μελωδία που σου κολλά από την πρώτη στιγμή σχηματοποιούν το νέο single των Flasher. Να και μια ελπίδα που ήρθε τελικά!

Circassian – Proper Motion

Αν και ζούμε σε ηλιόλουστα μέρη, συνηθίζεται οι ημεδαπές μπάντες να μην έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στα χαρούμενα ακούσματα. Το νέο βίντεο των Αθηναίων Circassian αποδεικνύει το αντίθετο με τους ουράνιους χρωματισμούς του. Ακολουθεί πιστά τη νέα τους σύνθεση που συμπεριλαμβάνεται στο νέο τους EP, πιάνοντας το χαμογελαστό μπάσιμο και ακολουθώντας την εναλλαγή ταχυτήτων, καθώς και τη σταθερή πορεία ενός ήλιου που είναι σαν να μη δύει ποτέ. (view)

My Favourite Things – A Little Closer

Ένα είδος που διανύει μια σπουδαία αναβίωση στις μέρες μας είναι το shoegaze. Κι ενώ στη Μεγάλη Βρετανία όλες οι μπάντες της πρώτης γραμμής του παρελθόντος επανεμφανίστηκαν με νέο δίσκο, στις Η.Π.Α. βγαίνουν συνέχεια νέες μπάντες από το underground. Εδώ ακούμε το εμμελές πρώτο δείγμα της επερχόμενης δουλειάς των MFT.

The Vagina Lips – The Internet Is Bringing Me Down

Το κομμάτι κάτι θυμίζει από τα παλιά. Η Θεσσαλονίκη στο φόντο του βίντεο ίδια και απαράλλαχτη όπως τότε που πήγες για πρώτη φορά. Ακόμη και η αισθητική του βίντεο παραπέμπει στην ανεμελιά περασμένων εποχών. Το νέο άσμα του υπέρ-δραστήριου Jimmy Polioudis πατά στα σίγουρα και ποντάρει στην ενέργεια του βασικού ριφ και του ρεφρέν. (view)

Wolvon – Positions

Οι Κάτω Χώρες πάντα έβγαζαν ενδιαφέρουσες μπάντες, αλλά τον τελευταίο καιρό παραέχει γίνει το κακό. Οι συγκεκριμένοι έρχονται από την Ολλανδία και, χωρίς να παίζουν κάτι πρωτότυπο, βγάζουν μια φρεσκάδα στο υλικό τους με αποτέλεσμα να έχουν κερδίσει μια αναγνώριση στη χώρα τους. Πέραν αυτού, το εναρκτήριο κομμάτι του νέου τους άλμπουμ δικαιολογεί για ποιο λόγο ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες σύγχρονες μπάντες που διαβαίνουν τα noise-rock μονοπάτια των 90’s.

Last Rizla – KLSS9532

Ιδού άλλη μια ημεδαπή μπάντα μετά τους Minerva Superduty, η οποία, ενώ ξεκίνησε παίζοντας ορχηστρικά, προσθέτει τραγουδιστή στη σύνθεσή της. Αυτό συνήθως φέρνει και διάφορες άλλες αλλαγές στον ήχο της μπάντας, όπως εδώ που το νέο τους κομμάτι ακούγεται πιο βαρύ και ευθύ από τα προηγούμενά τους. Προσωπικά, θα το χαρακτήριζα επικό με τη μη-μεταλλική έννοια του όρου και διατηρώ μια περιέργεια προς τα πού θα κινηθεί η μπάντα στις επόμενες κινήσεις της.

Andrea Belfi – Lead

Ο συγκεκριμένος μουσικός είναι το κλασικό παράδειγμα ενός ανήσυχου πνεύματος το οποίο έχει πάντα τις κεραίες του ανοικτές προς κάθε πειραματισμό και συνεργασία. Κάθε του κίνηση με άλλ@ς μουσικούς τροφοδοτεί μια πηγαία έμπνευση που εκβάλλει στις προσωπικές του δουλειές. Παράδειγμα, το νέο του κομμάτι το οποίο είναι μια πιστή απόδειξη του τι πετυχαίνει μόνος επί σκηνής, αφήνοντας μάλιστα κι έναν υπόγειο υπαινιγμό πάνω στο punk/hc παρελθόν του. Οι σκηνές που δένουν αρμονικά με την ερμηνεία του στα ντραμς είναι βγαλμένες από μια φανταστική ταινία με τον τίτλο Βερολίνο & Περίχωρα Άνωθεν! (view)

Six Steps Above The Earth – Darkness Is Just Light Turned Inside Out

Για να κατανοήσεις τι εννοεί ο τίτλος του νέου μαμούθ κομματιού των Θεσσαλονικέων SSATE σου παίρνει κάποια λεπτά. Με τον ίδιο τρόπο δίνει η μπάντα χρόνο και χώρο στη σύνθεση να αυτοβυθιστεί σε μια spiritual post rock mantra. Απλώς το αρχικό θέμα αναδεικνύεται στο βασικό του κομματιού με την αλλαγή στο δεκάλεπτο να έρχεται, όχι σαν έκρηξη ως όφειλε, αλλά ως ένα φυσικό επακόλουθο. Το εξωγήινο, πάντως, φινάλε αποτελεί και το κρυφό χαρτί της σύνθεσης. Όπως και κάθε φινάλε τελικά που γνωρίζει τι θέλει.

 

Kreidler – Dollkraut – Caudal

Kreidler – European Song (bureau b)

Πώς να ’ναι άραγε για μια μπάντα να σβήνει ένα υλικό πριν την επίσημη κυκλοφορία του για να ξαναγράψει νέο; Συνήθως η ματαιοδοξία των καλλιτεχνών στέκεται εμπόδιο σε τέτοιου είδους αυτοκτονικά βήματα, παρεκτός κι αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Εδώ, στην περίπτωση των Αμβουργιανών Kreidler οι λόγοι κρίθηκαν αρκούντως καίριοι για να προχωρήσουν στην προαναφερθείσα κίνηση και να βγάλουν άμεσα το European Song. Νιώθοντας απαυδισμένοι με το ρατσιστικό και ακροδεξιό πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη αυτόν τον καιρό, ένιωσαν ότι ο δίσκος που μόλις είχαν ηχογραφήσει ακουγόταν παράταιρος και προχώρησαν στη συγγραφή νέου υλικού. Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη που ο συγκεκριμένος δίσκος ακούγεται δύσθυμος με τα υπόγεια μουντά μοτίβα του και τους αυστηρούς, σχεδόν techno, ρυθμούς του. Χωρίς να ξεφεύγει από τον ήχο που έχουν χτίσει εδώ και χρόνια ο οποίος ισορροπεί μεταξύ kraut και electronica, μια δόση παραπάνω άγχους εντοπίζεται στα νέα τους κομμάτια.

Η πολιτικότητα του δίσκου εντυπώνεται με διακριτικά χαρακτηριστικά μέσω των τίτλων των συνθέσεων και του εξώφυλλου, που παρουσιάζει ένα αυτοκίνητο ευρωπαϊκής (;) μάρκας ακινητοποιημένο κάτω από έναν βαρύ ουρανό στη μέση ενός βιομηχανικού τοπίου. Αυτή η διακριτικότητα τον κάνει όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά και τον σώζει από τις παγίδες της γραφικότητας και της βαρύγδουπης αοριστολογίας.

Dollkraut – Holy Ghost People (Dischi Autunno)

Ο νέος δίσκος των Ολλανδών Dollkraut θα μπορούσε να έχει βγει στο βαθύ παρελθόν έτσι νοσταλγικό που ακούγεται, αλλά εκεί που η ψυχεδελική του τάση πάει να το μετατρέψει σε ένα ρετρό άκουσμα, έρχεται μια σύγχρονη αντίληψη στον ήχο για να δώσει μια σουξεδιάρικη και φρέσκια σπρωξιά στο υλικό. Όλα τα κομμάτια αποπνέουν μια γλυκιά αλκοολούχα ζάλη. Τίποτα δεν ακούγεται εύπεπτο και υπάρχει ένα αλλόκοτο βάθος, την ίδια στιγμή που ορισμένες συνθέσεις του δίσκου τις λες και radiofriendly! Αυτό το παράδοξο διατρέχει όλο το υλικό εδώ και μένει το καλοκαίρι να αποφασίσει αν του κολλά αυτή η συνύπαρξη των δύο αυτών αντίθετων πόλων. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν το βλέπω να λέει όχι στις ορέξεις του Holy Ghost People.

Caudal – Slope/Land (land animal tapes)

Στον κύκλο των σχημάτων ως τρίο που έχει φτιάξει ο Aidan Baker ανήκουν και οι Claudal. Κατά μια έννοια αποτελούν την πιο βατή μπάντα του, αν και πάλι ο αυτοσχεδιασμός είναι η βάση. Απλά το dub και το kraut λειτουργούν ως σταθερές για να κινηθούν οι συνθέσεις προς το επέκεινα. Όπως περίπου και στις προηγούμενες δουλειές τους, η ελευθερία στη φόρμα υπερνικά την επιθυμία για σύνθεση ιδεών. Οπότε φαντάζει λογικό που στις δύο δωδεκάλεπτες περίπου συνθέσεις της κυκλοφορίας αυτής συναντάμε δύο αντίστοιχα βασικά θέματα όπου τα ντραμς παίζουν ελαφρές παραλλαγές ενός ρυθμού, το μπάσο αποτελεί τη μελωδική βάση και η κιθάρα παιανίζει γύρω από τα άλλα δύο όργανα. Ουσιαστικά είναι σαν να είναι οι δύο αυτές συνθέσεις κουρδισμένες πάνω στο δικό τους ψυχεδελικό ρολόι. Εφόσον κουρδίσεις κι εσύ πάνω στην ώρα του, θα νιώσεις οικεία ακούγοντας το αργό, ρυθμικό και απλανές σύμπαν τους. Εφόσον…

Μπάμπης Κολτράνης