Tropic Of Cancer – Live At Jazz Cafe

 Κάθε συναίσθημα αποζητά την ένταση της στιγμής. Εκείνης της μικρής τελείας που ανοίγει σαν χαράδρα για να καταπιεί τον μέλλοντα χρόνο. Στο τέλος μια σιωπή θυμίζει τον ήχο των αναμνήσεων. Οι λέξεις απολιθώνονται. Τα συμβάντα αλλοιώνονται στη μνήμη. Στη θερινή μοναξιά μας αναζητούμε ένα μέρος για να χωρέσουν όλα αυτά. Πρέπει να το βρούμε κάνοντας πέρα ό,τι δεν είμαστε εμείς. Η μουσική θα βοηθήσει και εδώ, όπως στα πάντα, όπως παντού.

Μπάμπης Κολτράνης

Fragile Vastness – Uneven Structure – Sikth

Fragile Vastness – Perception (Self released)

 Σε μια χρονιά που ρίχνει καταιγίδες εξαιρετικών prog κυκλοφοριών, οι Fragile Vastness βγαίνουν ξανά στις αγορές. Όταν κυκλοφορούσε το A Tribute To Life δώδεκα χρόνια πριν, η μπάντα φάνταζε –και ήταν– ως μια από τις πιο πρωτοκλασάτες εγχώριες προτάσεις στον χώρο τους. Μοιάζει να χάθηκε πολύτιμο έδαφος, ευτυχώς όμως για τους οπαδούς του είδους, το τεχνοκρατικό/ fusion τους κατάγεται από μια άχρονη πατρίδα. Η αισθητική τους είναι γερά στηριγμένη στην Dream Theater/Rush πλευρά του progressive rock, όπου το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός “καθαρής” τραγουδοποιίας κι εξαιρετικών τεχνικών μερών. Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, η μπάντα παραδίδει πολλές στιγμές ανόθευτης μουσικής απόλαυσης, ειδικά προερχόμενες από το σοφιστικέ rhythm section των Γιαλαμά/Τσολάκη. Η νεοεισελθούσα Έλενα Στρατηγοπούλου στα φωνητικά δίνει έναν διαφορετικό τόνο σε σχέση με το παρελθόν κι ερμηνεύει το πολύ cinematic και διάφανο concept με ιδανικό τρόπο.

 Παρόλα αυτά κάτι λείπει στον συνθετικό τομέα. Η αρτιότητα της δουλειάς τους είναι αδιαμφισβήτητη σε όλα τα επίπεδα, θα ήθελα όμως κάτι λίγο πιο χαρακτηριστικό ή κολλητικό, κάτι που να μπορεί σε στιγμές να με αγκιστρώσει χωρίς να μπορώ να ξεφύγω. Ψιλά γράμματα; Πιθανόν. Δεν υπάρχει πάντως κάτι που να μπορεί να με αποτρέψει από το να το προτείνω σε κάθε φίλο του καλού λυρικού progressive. Εδώ μπορεί να βρει την ευγένεια και την ανάταση που ψάχνει.

Uneven Structure – La Partition (Long Branch Records)

 Η επιλογή των Γάλλων Uneven Structure να κάνουν έξι χρόνια να κυκλοφορήσουν το “κρίσιμο’’ δεύτερο άλμπουμ τους –ειδικά τη στιγμή που το ντεμπούτο τους Februus τράβηξε πολλά βλέμματα– είναι σαφώς πιο επικίνδυνη. Στα όρια της ανοησίας ίσως, για όσους σκέφτονται με όρους βιομηχανίας. Λίγα δευτερόλεπτα του εισαγωγικού “Alkaline throat’’ και δεν θα δίνεις δεκάρα για κάθε τι μη μουσικό. Υπάρχει κάτι εκπληκτικά μοναδικό στο ύφος αυτού του γκρουπ. Υποτίθεται ότι βρίσκονται στις παρυφές του djent και μπορώ να δεχτώ τη συγγένεια, δεν γνωρίζω όμως άλλες djent prog μπάντες με τόσο βαθιά στρώματα από ambient περιβάλλοντα. Κοφτές κιθάρες και μεσουγκισμοί ναι, με ένα όμως space-post πρόσωπο, που, όσο κι αν σπας το κεφάλι σου, δεν μπορείς να θυμηθείς αν το έχεις συναντήσει ξανά. Κι έχεις από πάνω έναν Matthieu Romarin για τραγουδιστή να σου θυμίζει κάτι από παλιό καλό grunge. Για τους μυημένους, μπορώ να πω ότι οι Uneven Structure είναι αντίστοιχοι για το σύγχρονο prog με το πώς ακούγονταν οι Black Symphony στα μέσα των 90s: άκουσμα περίτεχνο, κατανοητό, ελαφρώς ροκάδικο και πλήρως ανεξερεύνητο ταυτόχρονα.

 Το La Partition οικοδομεί σε έναν άγνωστο υπνωτιστικό ρυθμό. Μια περίπλοκη αρμονία ντύνει τα πάντα, τα tracks αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνεις κι όλα μοιάζουν με ένα γιγάντιο prog χταπόδι που σε έχει γραπώσει από παντού. Χειροκροτώ μέχρι να πονέσουν οι παλάμες μου τη συνθετική ανωτερότητα ενός προοδευτικού δίσκου που ξέρει πώς να είναι σκληρά ατμοσφαιρικός, καθώς και την ολιστική τους προσέγγιση και να μην ξεχάσω να τους τικάρω ως υποψήφιους για τη λίστα των καλύτερων του 2017.

Sikth – The Future In Whose Eyes? (Victor Entertainment)

 Οι Βρετανοί Sikth, από την άλλη, έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν δισκογραφικά, 11 χρόνια μετά το Death Of A Dead Day του 2006, ως ηθικοί θριαμβευτές: Τα δυο πρώτα τους άλμπουμ θεωρήθηκαν, έπειτα από τη διάλυση τους το 2008, ως σημαντικότατα στην συνδιαμόρφωση του djent κινήματος μαζί με τους Meshuggah. Για να ακριβολογήσουμε, ήταν η επιτυχία των Periphery –και οι δηλώσεις τους– που οδήγησε μια νέα γενιά ακροατών στην ανακάλυψη των Sikth. Κι από τη γενική αδιαφορία της διάλυσής τους φτάσαμε στο σημείο η επιστροφή τους να θεωρείται ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. O tempora, o mores. Φυσικά οι Sikth ήταν και είναι μια πάρα πολύ καλή μπάντα και το hype ελάχιστη σημασία έχει. Το δικό τους prog είναι επιθετικό κι επιδέξιο, φλερτάρει με το χάος, το techno thrash, το death – ωραία πράγματα!

 Κάτω από την επιφάνεια όμως, απανωτές ακροάσεις αποκαλύπτουν μια αρκετά εμπορική προσέγγιση, μια safe διάθεση του “να διασφαλίσουμε την κατάκτηση όσων εξαρχής αξίζαμε’’. Η πορεία της προσωπικής μου σχέσης με το άλμπουμ είναι φθίνουσα. Αρχικά ενθουσιάστηκα, μα, όσο περνάει ο κοινός μας χρόνος, το άλμπουμ σταδιακά ξεθωριάζει. Στα συν του ο μοντερνισμός του, τα έξυπνα φωνητικά από τους δύο τραγουδιστές –ειδικά τα Korn κολπάκια και οι εντελώς sci-fi απαγγελίες– και το επικό εναρκτήριο “Vivid’’. Στα μείον, οι απίστευτα μέτριοι στίχοι, είχα πολύ καιρό να δω δουλειά επιπέδου παλιού ελληνικού demo. Οι Sikth είναι μια φοβερά αξιόλογη μπάντα και το άλμπουμ στέκει ως τέτοιο, είναι μόνο μέτριο σε σχέση με τις προσδοκίες που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Αντώνης Καλαμούτσος

Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Igorrr – Savage Sinusoid (Metal Blade Records)

  Καλώς ήρθατε στο φουτουριστικό μπαρόκ. Η κριτική παγκοσμίως ξύνει αμήχανα το κεφάλι της και σπαταλάει εκατοντάδες λέξεις προσπαθώντας να περιγράψει το ηχητικό φαινόμενο των Igorrr. Αναπόφευκτα θα μπω κι εγώ στο παιχνίδι με την υποσημείωση όμως ότι πιστεύω ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο απλά από τα φαινόμενα. Ξεκινάω όμως με την σκέψη ότι, έχοντας αφιερώσει μια ζωή ακούγοντας ‘‘παράξενα’’ πράγματα, οι Igorrr φαντάζουν ως οι βασιλιάδες του παράξενου. Ίσως αρκεί να πω ότι μπροστά τους οι παλιοί καλοί Mr Bungle μοιάζουν προβλέψιμοι…

 Igorrr πρακτικά σημαίνει το προσωπικό όραμα του Γάλλου Gautier Serre και κουβαλάει ήδη μια δεκαετία αλλόκοτης δημιουργικότητας. Το project σταδιακά ανοίγει και εξελίσσεται σε κολεκτίβα και κάτω από την (κουφή) αιγίδα της Metal Blade, μοιάζει τώρα περισσότερο κανονικό από ποτέ. Αυτό είναι και το τελευταίο στοιχείο κανονικότητας γύρω από το Savage Sinusoid. Πλήρως ακατάτακτο, εμπεριέχει μέρη από σχεδόν κάθε γνωστό είδος μουσικής, τεμαχισμένο σε απολύτως μαθηματικά μετρήσιμες ψηφιακές λωρίδες μουσικής. Για να το κάνω λιανά, θα συναντήσεις, για παράδειγμα, άριες μαζί με ‘’πριόνια’’ και ακορντεόν με blastbeats ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ. Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για ανέκδοτο, άλλοι για ύψιστη καλλιτεχνική πρωτοπορία. Διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται για τίποτα από τα δύο. Η πανταχού παρούσα ψηφιακή καρδιά του άλμπουμ διατηρεί μια industrial/black/electronic αόρατη κλωστή που κρατά τα πάντα δεμένα. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε στο βασίλειο του editing: κάθε σύνθεση ακολουθεί μια βασική πορεία, η οποία τεμαχίζεται σε μικρά αλλοπρόσαλλα κομμάτια και ντύνεται, αποδομείται ή μεταμφιέζεται αναλόγως. Είναι σαν να βλέπεις από πολύ κοντά λεπτομέρειες ενός πίνακα. Απομακρύνσου λίγο, και ο πίνακας δεν μοιάζει τόσο ξεκάρφωτος.

 Οφείλω να βγάλω το καπέλο μου στον Serre για τους εξής λόγους: Πρώτον, για την ασύλληπτη, αδιανόητη ΔΟΥΛΕΙΑ που έχει ρίξει, μιλάμε για λεπτομέρεια και μαεστρία που τρομάζει. Δεύτερον, για την ελευθερία και την τόλμη των ιδεών του. Τέλος, για το ότι το Savage Sinusoid είναι από τα λίγα άλμπουμ που η χρονολογία 2017 δίπλα του είναι ταιριαστή. Από εκεί κι έπειτα, το άλμπουμ αποτελεί έναν θρίαμβο του μουσικού νου έναντι της μουσικής ψυχής. Θεωρώ ότι ο ακροατής θα το βιώσει αναλόγως, το μυαλό του θα μείνει ικανοποιημένο, μα η ψυχή του διψασμένη. Ο κόσμος που πλάθουν οι Igorrr είναι ένας κόσμος όπου η μαγεία και η τεχνολογία συνυπάρχουν. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να θαυμάσει αυτές τις δυνάμεις, μπορεί όμως και να νιώσει ασφυκτικά το βάρος τους.

 Για να μην παρεξηγηθώ, εδώ μέσα υπάρχουν εξαιρετικές ιδέες: πχ το εισαγωγικό ‘‘Viande’’ είναι ένας nu industrial ύμνος από τους λίγους, το ‘’Opus Brain’’ θυμίζει την πιο ρηξικέλευθη πλευρά των Arcturus, το ‘‘Probleme d’ emotion’’ συντάσσει ένα abstract-satie ονειρικό τοπίο. Οι ιδέες αυτές όμως τελικά ίσως χάνονται ‘‘όπως τα δάκρυα στη βροχή’’ – θα έλεγα ως άλλος Roy Butty. Θεωρώ την αποσπασματικότητα ως το μέλλον της τέχνης και οι Igorrr είναι από τους ελάχιστους που προσφέρουν μια ματιά σε αυτό τον μελλοντικό κόσμο. Εκτός όμως από μια καταιγίδα σκέψεων, αυτός ο κόσμος θα χρειαστεί και γερές δόσεις καρδιάς για να γίνει πραγματικότητα.

 Εν κατακλείδι, προτρέπω κάθε μουσικόφιλο να ακούσει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Οι Igorrr προσφέρονται για δημιουργικό debate. Και μόνο γι’ αυτό, θα τους θεωρήσω υπερεπιτυχημένους. Για όσους βρίσκονται σε αθηναϊκό έδαφος, η επικείμενη εμφάνισή τους σηματοδοτεί μια γιγαντιαία αναμέτρηση του παλιού (ΑΝ Club) με το μελλοντικό!

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Against The Silence VI

 Τα λόγια σκιαγραφούν το νόημα στη μουσική. Δίνουν τον τόνο, αφήνουν το στίγμα και διατρανώνουν το ανθρώπινο στοιχείο στον πυρήνα της. Λόγια που περιγράφουν συναισθήματα, πολιτικές σκέψεις και εξομολογήσεις μετουσιώνονται σε ποίηση που αναζητά την πράξη. Η φετινή συλλογή μας, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες, περιέχει κυρίως κομμάτια με στίχους. Αυτοί μπαίνουν στο πρώτο πλάνο μεταφέροντας μια εύφλεκτη ενέργεια στις ίδιες τις συνθέσεις. Ο συγκροτημένος χαρακτήρας τους στέκει κόντρα σε μια εποχή που δεν ευνοεί την ατομική δημιουργία και τα συλλογικά εγχειρήματα, αλλά την ίδια τη σιωπή.

…Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

(Μ. Αναγνωστάκης)

 Η νέα μας συλλογή έχει ως στόχο να δηλώσουμε ότι είμαστε ακόμη εδώ. Ως προς αυτό οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κόσμο που μας στήριξε και φέτος. Επίσης θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλες τις μπάντες και τα label που πρόθυμα αποδέχτηκαν το κάλεσμά μας να συμμετέχουν και να δώσουν εν τέλει πνοή στην Against The Silence VI!

 Words draw the meaning in music. They provide the tone, leave their mark and they empower the human element within the music’s core. Words that describe feelings, political views and confessions, are getting converted into poetry that is looking to put things into action. This year’s music collection, in contrast to all of our previous ones, contains mainly songs with lyrics. Lyrics come in the foreground transfering an explosive energy into the compositions. Their structured character goes against an era that doesn‘t support the individual‘s creation and the collective ventures, but only the silence.

The words should be hammered down like nails, So they will not be blown away by the wind (M. Anagnostakis)

 The aim of our new music collection is to state that we are still here. That happened because of all of you who stood by us during the past year, and who we would like to thank for your support. We would also like to thank all of the bands and the labels that happily accepted our invite to participate and eventually bring Against the Silence VI into life!

01 OISEAUX-TEMPÊTE – Electrique Résistance

02 The Sweet Release Of Death – Does A Bear Shit In The Woods

03 Rank/Xerox – Zero Hour

04 The Lumes – Satan

05 Rope Sect – Tarantist

06 Αρχή του Τέλους – Ο Χρόνος

07 cold i – Ποτέ (Never)

08 Cynical Ants – Normaliser

09 Caudal – Threever (Live in Berlin 28.3.15/previously unreleased)

10 Inwolves – Fukuwa (non-album track)

Artwork made by Alexia Lougaki (https://www.behance.net/AlexiaLou)

Oxbow – Thin Black Duke (Hydra Head Records)

Προς το καινούριο γκρουπ της (κάθε) γειτονιάς:

 Και τώρα που έχετε βγάλει τα πρώτα σας τραγούδια και αρχίζετε να δένετε, προκύπτουν κάποια κρίσιμα στιλιστικά ζητήματα: πώς θα χωρέσουν οι επιρροές και τα γούστα όλων σας; Ο ένας μελετάει jazz, ο άλλος την έχει ακούσει πειραματιστής, ο άλλος ονειρεύεται rock σταριλίκια και ούτω καθεξής. Αγαπητ@ μου, εδώ βρίσκονται οι πραγματικές απαντήσεις στο ποιοι πραγματικά είστε. Η λύση “ας τζαμάρουμε να δούμε που θα πάει” συνήθως καθυστερεί το γεγονός ότι θα διαλυθείτε. Αν η απόφαση είναι να συνδυάσετε κάποια στιλ για να είναι όλοι ευχαριστημέν@, συνήθως οδηγεί στη γελοιοποίηση. Κι αν αποφασίσετε να βάλετε τη μουσική σε δεύτερη μοίρα και ασχοληθείτε απλώς με την πόζα και το PR , χμμ, τότε δεν είστε καν μπάντα.

 Υπάρχει και η δύσκολη απόφαση. Να προσπαθήσετε να ανιχνεύσετε, να ανακαλύψετε τον δικό σας, τον ολόδικό σας δρόμο. Να τον ακολουθήσετε μέχρι τέλος, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς και όπου αυτό σας βγάλει. Ευτυχώς η μουσική έχει πολλά τέτοια παραδείγματα που μπορούν να σας εμπνεύσουν. Πάρα πολλά. Θέλετε ένα πρόχειρο παράδειγμα; Κάτσε να σκεφτώ λίγο. Το ’χω! Oxbow.

 Δεν τους ξέρεις; Τριάντα χρόνια, δικέ μου. Επτά studio album. Άκου το φετινό τους Thin Black Duke ή το πρώτο τους, δεν έχει σημασία. Ο δρόμος τους είναι πάντα ο δικός τους. Τί παίζουν; Ας τους εντάξουμε γενικώς και αορίστως στο alternative rock για να συνεννοηθούμε. Παίζουν όμως και noise. Kαι jazz. Και heavy. Έχουν και κουφά πνευστά. Έχουν έναν τιτάνιο frontman που ονομάζεται Eugene Robinson που τραγουδάει, στριγγλίζει, αναστενάζει και μαρτυρά όσα εκείνος θέλει. Έχουν δρόμο δικό τους να περπατούν και δεν νοιάστηκαν ποτέ να είναι ομαλός. Είμαι σίγουρος ότι αν μια σύνθεσή τους βγαίνει εύκολη, θα κάνουν ό,τι μπορούν να δυσκολέψουν τον δρόμο με νέες λακκούβες και εμπόδια, με νέους τοίχους. Κι όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Buddy Lackey: “Αν ένας τοίχος είναι πολύ ψηλός, θα σκάψω από κάτω του”. Εσύ, γκρουπ της γειτονιάς, ίσως θες τον δρόμο στρωμένο. Οι Oxbow θέλουν βουνά. Κι αφού παίζεις μουσική, τι άλλο είσαι παρά η κορυφή που θες να πατήσεις;

 Αν τύχει και το ακούσεις, θα βρεις πολλή εκκεντρικότητα. Θα βρεις πολλή έκφραση. Θα βρεις τραγούδια, δικέ μου, από αυτά που σε αναγκάζουν να ανακαλύψεις κάτι δικό σου που ίσως αγνοούσες, από αυτά που είναι ικανά να συντροφέψουν μικρές ώρες μεγάλων ημερών. Θα βρεις έναν από τους πιο ιδιοφυείς φασαριόζους κιθαρίστες της πιάτσας, τις καλύτερες δυναμικές που θα ακούσεις από rock rhythm section και, είπαμε, έναν Eugene. Θα μου επιτρέψεις να πω ότι, χωρίς ούτε μία σχετική μουσική αναφορά, θα βρεις το απόλυτο urban blues γκρουπ του 21ου αιώνα. Άκου το “The Upper” και το συζητάμε μετά.

 Και τώρα πρόβα. Στην τελική όλοι κάπου κάπου πρέπει ν’ αναλογιζόμαστε τον δρόμο μας. Οι Oxbow ανηφορίζουν το δικό τους ανώφελο μονοπάτι με μνημειώδη αδιαφορία!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

CAN – Singles (mute)

 Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα από την παλιά εποχή πέρα από τους CAN που στην post-mortem εποχή της να μην έχει βγάλει κάτι το αδιάφορο ή ανούσιο. Μάλλον είναι κι αυτό δείγμα ότι εμείς μπορεί να γερνάμε, από την μπάντα να ζούνε περίπου οι μισοί, αλλά η μουσική τους παραμένει εσαεί φρέσκια και ολοζώντανη.

 Για την ιστορία της μπάντας θα σας παραπέμψω σε ένα κατατοπιστικό κείμενό μας με αφορμή την κυκλοφορία του The Lost Tapes, το οποίο περιελάμβανε έναν σκασμό ακυκλοφόρητου ως τότε υλικού. Κοιτώντας προς τα πίσω και ό,τι ακολούθησε την επίσημη διάλυσή τους, διακρίνεις ότι με το Sacrilege επέδειξαν τον σεβασμό που άρμοζε σε πολλά γνωστά ονόματα της σύγχρονης μουσικής σκηνής μέσω των remix τους. Στη συνέχεια, και καθώς το όνομά τους επανήλθε στο προσκήνιο, είχαμε τις επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας τους, οπότε τι μένει; Αυτά τα μαγικά μικρούτσικα βινύλια με τη σύντομη διάρκεια και τον στόχο να κάνουν γνωστό το όνομα του εξωφύλλου σε όλο τον κόσμο.

 Αυτή εδώ η συλλογή περιέχει οτιδήποτε κυκλοφόρησε στην άνωθεν μορφή μεταξύ ’69-’90, πέρα ελάχιστων εξαιρέσεων (ένα-δυο b-sides) τα οποία καλώς παραλείφθηκαν. Τώρα, ακούτε singles και θα νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή που θα θύμιζε best of. Αμ δε! Με τους CAN ξέρεις ότι τίποτα δεν ακολουθεί την πεπατημένη. B- sides αναδεικνύονται σε κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας διαχρονικά (“She Brings The Rain”, “Future Days”). Σουξέ με τη διαδεδομένη έννοια δεν υπάρχουν, πέρα του “Vitamin C”, το οποίο δεν νομίζω να μπορεί να καταχωρηθεί κάπου ως επιτυχία συγκεκριμένου είδους ακόμη και σήμερα, και του “I Want More” που γράφτηκε ως παρωδία και ανέβηκε στα charts τότε! Επίσης έχουμε edit εκδόσεις ορισμένων μαμούθ κομματιών τους κι εκεί που περιμένεις ότι θα ακούγονται αυτές υπερβολικά “κοντοκουρεμένες”, αυτές συντηρούν την αρχική τους γοητεία (βλ. “Halleluhwah”), ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι, που καταμεσής του καλοκαιριού ακούγεται περίεργο και μια διασκευή στο “Can Can”, η οποία ανεξαρτήτως εποχής ακούγεται αστεία.

 Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές τους με τίτλο Cannibalism, εδώ λείπει η “δύσκολη” πλευρά της μπάντας με τον άκρατο πειραματισμό της για ευνόητους λόγους. Εντούτοις σκιαγραφείται η όλη τους πορεία με τη διαφορετικότητα των πολλαπλών τους ειδώλων και τον συνδυασμό τού λεπτεπίλεπτου ήχου τους με το παιχνιδιάρικο, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται μέχρι και ανεβαστικό, ως γενική αίσθηση. Κατά τα άλλα όλες οι περίοδοί τους εκπροσωπούνται εδώ, δηλαδή δεν λείπει η πρωτόλεια ορμή τους, ο πλούτος που έφερε η παρουσία του Damo Suzuki και το αυτοσαρκαστικό τέλος τους. Για το τέλος αυτό θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλοί αρνητικοί αστερίσκοι, αλλά φαντάζομαι πώς θα ήταν να νιώθουν ότι, εφόσον τα έχουν παίξει κυριολεκτικά όλα, δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πέρα από το να χλευάσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Πλέον όλα αυτά είναι ιστορία και το Singles είναι ένα απολαυστικό βήμα ταχείας εκμάθησής της.

Μπάμπης Κολτράνης