Worldservice Project & Peter Broderick Live Reports / Galway Jazz Festival 2018

Λίγα λόγια για το φεστιβάλ…

Τόσες και τόσες έχουν πατήσει τα πόδια μας. Σε ταξίδια σύντομα, προγραμματισμένα, μακρινά, ή σε σύντομα περάσματα για άλλους προορισμούς. Ανασαίνουμε τον αέρα τους, περπατάμε τα δρομάκια τους, γεμίζουμε τα καφέ τους, βγάζουμε γρήγορες φωτογραφίες. Κάθε πόλη έχει τον δικό της σφυγμό, ποτέ δεν καταλήγεις να τις αγαπάς όμως το ίδιο. Κάποιες γίνονται πιο πολύ δικές σου, σε πιάνουν από τον γιακά, σου φωνάζουν “Μη φύγεις, μη φύγεις ακόμα”.

Δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω εδώ τη μαγεία του Galway, μια πόλη που κολλάει πάνω σου σαν βδέλλα ονείρων και σε παρασέρνει όπως γουστάρει εκείνη, σαν τους αδυσώπητους αέρηδές της. Για να πάμε στα δικά μας, το Galway μοιάζει με το Βατικανό της παραδοσιακής μουσικής. Διαφεντεύει τα πάντα με μια προφορικότητα στη μετάδοση που μοιάζει με άλλους αιώνες κι αποτελεί το “σχολείο” του οποίου οι απόφοιτοι πάνε μετά και κατακτούν τον κόσμο της trad/folk μουσικής. Για όλους τους “άλλους” (rock, metal, jazz, blues, experimental και τα λοιπά) τα πράγματα είναι δύσκολα. Εδώ είναι που το Galway Jazz Festival γίνεται ιδιαιτέρως πιο σημαντικό από πολλά άλλα φεστιβάλ. Δεν έχει απλώς εξαιρετική μουσική. Είναι ταυτόχρονα και μια δήλωση, το να υψώνεται μια καλλιτεχνική φωνή που ανάμεσα σε βιολιά και μπάντζα φωνάζει “εϊ, είμαι κι εγώ εδώ”!

Πάνω από 50 gig και event, καλλιτέχνες από 14 χώρες, απλωμένα στο τετραήμερο από 4 έως 7 Οκτώβρη. Το πιο σημαντικό, όμως; Κάθε στέκι στην πόλη, κάθε pub, θέατρο, καφέ, βιβλιοπωλείο, όλα να μετατρέπονται σε μικρά venue για λίγο, γεμίζοντας μουσικές, χαμόγελα, αυτοσχεδιασμούς. Και με όλους εμάς τους “άλλους”, χαρούμενους που η φωνή μας ακούστηκε λίγο περισσότερο. Κατά κοινή ομολογία, το επίπεδο των καλλιτεχνών ήταν εκπληκτικό. Και ναι, το Galway είναι εξίσου μαγικό με κοντραμπάσα, πιάνα και τρομπέτες!

Φυσικά, δεν είδα όλα τα gig. Βοηθώντας ως εθελοντής, άκουσα πολλά πράγματα για πολύ ή για λίγο και ήταν όλα από πολύ καλά έως απίστευτα. Εδώ θα γράψω για τα δύο αγαπημένα μου live στο φεστιβάλ, αυτά που έζησα από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο ως το μεδούλι τους.

Worldservice project live @Biteclub (6/10/18)

Έχοντας λιώσει το πρόσφατο τέταρτο album τους Serve, μπορώ να πω ότι ήμουν σχετικά υποψιασμένος για το τι θα παρακολουθήσω, αν και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι μεγάλο μέρος του κοινού δεν ήταν. Ο χαρακτηρισμός anti-Brexit punk jazz που δίνουν στη μουσική τους αποκτά την πλήρη του εμβέλεια και δυναμική σε ζωντανό περιβάλλον. “Μετά από αιώνες ιμπεριαλισμού, είναι τώρα η σειρά μας να σας υπηρετήσουμε απόψε”, λέει ο Dave Morecroft και οι πέντε αυτοί Άγγλοι, φορώντας τα φανταχτερά τους κοστούμια, κάνουν ακριβώς αυτό: υπηρετούν, με την πιο δυνατή και διασκεδαστικά επιθετική jazz που μπορεί κανείς να συναντήσει!

Το fusion των Worldservice Project περιλαμβάνει στιγμές καθαρής Zappa παράνοιας, χορευτικής funk διάθεσης, μοντέρνας ευρωπαϊκής jazz, ανακατεμένα με λίγες αλλά μεγαλειώδεις μελωδικές γέφυρες. Ο φίλος μου ο Harold δίπλα μου, που έχει λιώσει να ακούει αυτό το είδος εδώ και 5 δεκαετίες, μου είπε συνωμοτικά στο αυτί ότι του θυμίζουν κάποιους παλιούς Doctor Nerve κι εγώ σας μεταφέρω την πληροφορία. Πέραν του στιλ τους, όμως, οι Worldservice Project ξεχωρίζουν για τις άγριες δυναμικές τους, την τρομερή ενέργεια και την αστείρευτα feel good διάθεση.

Αν και τα περισσότερα solo μοιράζονταν ανάμεσα σε τρομπόνι και σαξόφωνο, η μεγάλη μορφή της μπάντας είναι ο τρομερός πληκτράς Dave. Η υπέρτατη στιγμή του ήταν το one of a kind performance του ως Mr Giggles –το “alter ego” του– όπου στο Biteclub έγινε πραγματικός χαμός. Γενικά, παρά το πολύ μικρό stage, η ενέργεια της μπάντας είναι υπεράνω λέξεων και ως αποτέλεσμα το live τους έκλεισε με τον κόσμο να τους αποθεώνει. Φανταστική μπάντα, με την οποία μπορείς να χορέψεις, να κάνεις headbanging και να χαζέψεις, σε ένα μεγάλο χαρούμενο πακέτο!

Peter Broderick live @The Loam (7/10/18)

Όσοι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Peter Broderick γνωρίζετε ήδη ότι είναι αδύνατον να ξέρεις τι ακριβώς θα παρακολουθήσεις πριν από μια εμφάνισή του. Στον διαμορφωμένο χώρο του Loam –ένα όμορφο και κυριλέ εστιατόριο– δεσπόζει ένα όρθιο πιάνο δίπλα σε ένα βιολί και μια κιθάρα. Αυτά είναι τα μόνα σύνεργα που θα χρειαστεί αυτός ο πολυτάλαντος χαμαιλέοντας για να μας υψώσει μέχρι τα σύννεφα.

Το μεγαλύτερο μέρος του set του βασίστηκε στο πιάνο και μαζί με την ευαισθησία των φωνητικών του (τα οποία στο μυαλό μου αντηχούν κάτι από το Efterklang παρελθόν) το κοινό βυθίστηκε σε έναν βαθύ και ψιθυριστό λυρισμό, κρατώντας κυριολεκτικά την ανάσα του. Ο Broderick αποδείχτηκε ένας τρομερά επιδέξιος μάστορας των χαμηλών δυναμικών σε όλα τα όργανα που χρησιμοποίησε, αποδεικνύοντας το περίτεχνο, σχεδόν μαγικό του άγγιγμα.

Υπερβαίνοντας με χαρακτηριστική άνεση τα όποια νοητά είδη, η μουσική του Broderick, κάπου εκεί στον χώρο της contemporary, διαθέτει βαθιά πνευματικότητα κι ενσωματώνεται πλήρως στην ίδια τη στιγμή που τη γεννάει. Μπορεί να παίξει back to back Bob Dylan και John Cage και να μην τολμήσεις να σκεφτείς ότι ακούς κάτι άλλο από Peter Broderick. Και το κοινό απορρόφησε κι εκείνο τη στιγμή αυτή με μια ήρεμη εκστατικότητα κι ενώ από τα μεγάλα παράθυρα στο ύψος του δρόμου οι πρώτες σκιές της νύχτας έμπαιναν στο Loam, αργά και μελαγχολικά, σαν να θέλουν κι αυτές να παρακολουθήσουν αυτό το απίστευτο live χωρίς να ενοχλήσουν. Τσεκάρετε τη δισκογραφία και τα άπειρα project του και βάλτε στη λίστα των πραγμάτων που πρέπει να κάνετε το να τον δείτε ζωντανά.

 

Όλοι όσοι ενεπλάκησαν στο φεστιβάλ αισθάνονται λίγο μελαγχολικοί, τώρα που η παραδοσιακή κανονικότητα έχει επιστρέψει. Εμείς, οι “άλλοι”, θα πρέπει να κουβαλήσουμε τις αναμνήσεις από το GJF 2018, τη σπουδαία μουσική και τους ωραίους ανθρώπους που γνωρίσαμε. Ήδη ανυπομονούμε για το 2019. Εγώ σκοπεύω να είμαι εδώ, έτσι κι αλλιώς αυτή η πόλη με διατάζει να μη φύγω.


A few words about the festival…

Our feet have stepped upon so many of them, through journeys short, scheduled, distant or just passing through in order to reach other destinations. We breathe their air, walk through their streets, crowd their cafes, taking hasty pictures. Each city has its own pulse, you never end up loving them all though. Some actually become yours, they grab you from your shirt saying “Don’t leave, don’t you leave yet.”

I won’t describe here Galway ’s magic, a city that sticks all over you like a leech of dreams, carrying you away as it fancies, like its merciless winds. Dealing with the matters of our interest now, Galway feels like the Vatican of traditional music. It reigns upon everything else with an “orality” in its transmission that resembles centuries bygone, forming the school from which the graduates go on and conquer the trad/folk world. For all the “others” (jazz, blues, rock, metal, punk, experimental, whatever really) things are quite hard. This is another reason why Galway Jazz Festival is significantly more important than other local festivals. It’s not only about excellent music. It is the raising of an artistic voice that screams among banjos and fiddles “Hey, I am here too!”

GJF 2018 edition featured over 50 gigs/events and artists from 14 countries in just 4 days, from the 4th to the 7th of October. Most importantly, every spot in town, every pub, theater, cafe and bookshop became a venue for a while, getting filled up with smiles, music, improvisations and all we, the “others”, felt obviously happy that our voices became a bit stronger. By all accounts, the quantity level of all artists was astonishing. And yes, Galway can be equally magical under the sound of double bass, pianos and trumpets!

Of course, I wasn’t able to attend all gigs. Participating as a volunteer, I had the opportunity to be in a lot of events for a short period of time and everything I listened to ranged from very good to brilliant. I will write here a few words about my favourite gigs of the festival, the ones I enjoyed to the bone, from the first to the last second.

Worldservice Project Live @Biteclub (6/10/18)

Having listened to their 4th album Serve several times, I had an idea of what was coming, though judging from the audience reactions, most of them didn’t. The label of Anti-Brexit punk jazz they put onto themselves only becomes fully understood in live environment. “After centuries of British Imperialism, it is our turn to serve you tonight”, says Dave Morecroft and these 5 fine English gents, dressed in their wonderful outfits, fulfill their promise: they serve us, with the loudest and the most entertainingly aggressive jazz one may encounter!

Worldservice Project’s fusion includes moments of crystal pure Zappa-like paranoia, dancing funk moods and modern European jazz, mixed up with few but majestic melodic bridges. My friend Harold beside me, a guy who has spent 5 decades in listening to any jazz record imaginable, shouts to my ears that they are amazing and that they remind him of an old great band called Doctor Nerve. I don’t know who the hell they are, but I pass that tip to you. Besides their style though, Worldservice Project really stand out because of their wild dynamics, their overwhelming energy and their limitless feel-good vibes.

Even though the trombone and the sax have the lion’s share in solos and lead parts, keyboard man Dave is the band’s dominating figure. Their set’s ultimate moment was his one of a kind performance as Mr Giggles – a funny alter ego – where chaos reigned upon the Biteclub. Despite the very small stage, the band’s energy was beyond words and the gig was over under the screams of a fully satisfied audience. A fantastic band with whom you can dance, bang your head or observe, all wrapped up in an exciting, happy package!

Peter Broderick Live @Loam (7/10/18)

Those familiar with Peter Broderick’s work were already aware that it is impossible to know what to expect before one of his performances. In the configured stage area of Loam – a beautiful and quite fancy restaurant – an upright piano dominates the space, while one violin and one guitar sit next to it. These are the only tools to be used by this multi-talented musical chameleon in order to lift us up to the clouds.

Most of his set was based on his piano performance and along with the sensitivity of his vocals (somehow the Efterkland era still echoes to my ears), the audience was taken away by a deep and whispering lyricism which literally made us hold our breaths. Broderick proved himself to be a masterful craftsman of low dynamics in every instrument used, demonstrating a brilliant, almost magical touch.

Comfortably transcending imaginary styles, Broderick’s contemporary music is full of spirituality and finds itself integrated into the very moment that it is born. He is capable of covering back to back Bob Dylan and John Cage but the listener will never dare to think that he/she listens something other that Peter Broderick himself. The audience also absorbed this very moment in a silent ecstasy, while from the big street-level windows, the first shadows of the new born night entered Loam slowly and melancholically, as if they also wanted to attend this unbelievable live performance without disturbing. Check out his discography and include catching him live in your things-to-do-before-you-die list.

 

Everyone involved in the festival feels a bit down now that trad “normality” has returned to our city. We, the “others”, will have to carry the memories of GJF 2018 with us, all the great music and the fantastic people we met. Already looking forward to the 2019 edition! I plan to be here, this city commands me not to leave anyway.

 

Antonis Kalamoutsos

 

Vouna – Self-titled (Artemisia Records)

Είναι στιγμές που δεν χωράς πουθενά. Δεν θες να περιοριστείς σε τέσσερις τοίχους, δεν σου αρκούν οι δρόμοι της πόλης, αναζητάς κάτι διαφορετικό, κάτι που σε παίρνει μακριά από την καθημερινή σου ρουτίνα. Αναζητάς ανοιχτό ορίζοντα, ανοιχτό ουρανό, ανοιχτές θάλασσες, δάση και βουνά. Θες να περιπλανηθείς στη φύση, εκεί που δεν σου επιβάλλεται κανένας περιορισμός. Παρέα με τη νεφελώδη ατμόσφαιρα και το σούρουπο να παίζει με το φως και τις σκιές.

Συγκερασμός διαφορετικών όψεων που συνθέτουν μια εικόνα μυστικιστική. Δέντρα, βράχια, μονοπάτια, ουρανός και μια ομίχλη που τα αγκαλιάζει, χωρίς να θέλει να τα κρύψει. Το τοπίο αφήνεται στη ματιά σου, αποκαλύπτεται όσο η ομίχλη σού το επιτρέπει, σαν κάτι που είναι απαγορευμένο και θα το δεις όταν εκείνη σου επιτρέψει και όταν είσαι εσύ έτοιμ@ να το δεις πραγματικά. Κάποιες φορές, η ομίχλη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ξεκαθαρίσει ό,τι δεν είναι ξεκάθαρο (όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό).

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο νους, ακούγοντας τις πρώτες κιόλας νότες του debut album από τα Vouna. Η Yianna Bekris (υπήρξε μέλος και στις μπάντες Vradiazei, Eigenlicht και Sadhaka) αποτυπώνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα, την ομιχλώδη αίσθηση του black Cascadian metal με funeral doom και folk στοιχεία. Το άλμπουμ είναι ένα one-woman show, μιας και όλα τα όργανα παίζονται από την ίδια και, παράλληλα, στίχοι και μουσική αποτελούν δικές της δημιουργίες. Η ηχογράφηση, δε, του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε στο στούντιο των Wolves In The Throne Room, ενώ ο Nathan Weaver συνεργάστηκε με τη Yianna και στο εξώφυλλο του δίσκου.

Τα στοιχειωμένα, πένθιμα και μελαγχολικά φωνητικά της πλαισιώνουν τη μελωδία και τις νότες των μουσικών οργάνων. Το μαύρο μέταλλο κυριαρχεί στη σχεδόν επιθανάτια ατμόσφαιρα που δημιουργείται, κυρίως από τα synth, σαν μια αίσθηση λιτανείας, στο “Drowning City”. Η έναρξη του άλμπουμ με το “A place to rest” δίνει το στίγμα της μπάντας, με το ορχηστρικό “Castle” να ακολουθεί. Τα “Last Dream” και “You took me” σε παρασύρουν στην καθηλωτική ατμόσφαιρα των Βουνών.

Στο άκουσμα του άλμπουμ συνθέτεις το σκηνικό. Η φύση σού δίνει τα στοιχεία της απλόχερα. Απομένει να επιλέξεις πώς θα τα συνθέσεις. Αντιπαραθετικά, αρμονικά, ομοιόμορφα ή αντίρροπα, εσύ επιλέγεις και φτιάχνεις τη δική σου ισορροπία. Παρέα σου στην περιπλάνηση αυτή οι νύμφες, τα πλάσματα του δάσους που κινούνται σαν αερικά ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης αγκαλιάζοντάς τα, δίνοντάς τους πνοή και ανάσα ύπαρξης. Η διαφορά είναι πως στο συγκεκριμένο σκηνικό, με μουσική υπόκρουση τα Vouna, οι νύμφες φοράνε μαύρα. Και η μουσική τους απογειώνει το τοπίο με όλα όσα αυτό περιλαμβάνει.


Sometimes you feel like you don’t fit anywhere. You do not want to be confined to four walls, you feel that the city streets are not enough for you, you are looking for something different, something that will take you away from your daily routine. You are looking for an open sky, open seas, forests and mountains. You want to wander in nature, where no restrictions are imposed on you. Together with the cloudy atmosphere and the dusk, playing with light and shadows.

A combination of different images that create a mystical picture. Trees, rocks, paths, the sky and a fog that embraces them all, with no need to hide anything. The landscape shows itself before your eyes, it is revealed as long as the fog allows it, as if it were something forbidden. Something that you ‘ll see when the fog permits you to and when you are ready to actually see it. Sometimes, the fog creates the conditions under which whatever is not clear is being clarified (paradoxical as it may sound).

This is the setting that the mind creates, listening to the very first notes of the debut album from Vouna. Yianna Bekris (also a member of the bands Vradiazei, Eigenlicht and Sadhaka) portrays the mystical atmosphere, the muddy sense of black Cascadian metal with funeral doom and folk elements. The album is a one-woman show, since she is the one that plays all the instruments and, at the same time, lyrics and music are her own creations. The album was recorded in Wolves In The Throne Room’s studio and Nathan Weaver collaborated with Yianna on the cover of the album.

Her haunted, mournful and melancholic vocals surround the tune and notes of musical instruments. Black metal dominates the almost-deathly atmosphere created mainly by the synths, making you feel like you’ re in a procession, in “Drowning City”. The opening song of the album “A place to rest” leaves the band’s mark, and then, the instrumental “Castle” follows. “Last Dream” and “You took me” drift you away, into the vibrant atmosphere of the mountains.

While listening to the album, you can imagine the scenery. Nature offers its elements generously. You only have to choose the way to compose them. Confrontationally, harmoniously, evenly or in the opposite direction, you choose and create your own balance. Your nymphs, creatures of the forest, with their ethereal moves among the elements of nature, embrace them, giving them breath and life. The difference is that, in this particular scene, with the music of Vouna playing in the bagkground, the nymphs are dressed in black. And the music helps the scenery take off, including everything this may involve.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Siavash Amini /& Umchunga

 

Η αργή αλλαγή των εποχών επιβραδύνει το πέρασμα του χρόνου. Κοινώς, το καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμη τα μεσημέρια και τα βράδια, όταν η ενατένιση του ουρανού είναι πραγματικά χαλαρωτική, μακριά από την έννοια των διακοπών, του επιβεβλημένου αυτού τρόπου ξεκούρασης σε προκαθορισμένες δόσεις. Κάπως έτσι, οι μουσικές που βγήκαν το κατακαλόκαιρο μπορούν τώρα να κερδίσουν τη δέουσα προσοχή χωρίς τον άπλετο χρόνο να τις στοιβάζει σε must-listen λίστες.

Στην κατηγορία αυτή είναι δύο δίσκοι του Siavash Amini, πιο συγκεκριμένα του τελευταίου προσωπικού του και ενός που είναι ο καρπός της στουντιακής συνεργασίας του με τον Umchunga. Μιλώντας για τον Siavash, αν δεν γνωρίζετε ήδη το μουσικό ποιόν του, θα σας συνιστούσαμε να ακούσετε ως πρώτη επαφή τη συμμετοχή του στην τέταρτή μας συλλογή, η οποία αποτελεί τη σύνθεση με τη μεγαλύτερη απήχηση από όλες τις συλλογές μας! Όχι ότι οι ολοκληρωμένες κυκλοφορίες του πάνε πίσω, κάτι που αποδεικνύεται από τις ποιητικές ή μη, διθυραμβικές κριτικές που του έχουμε χαρίσει. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά ένας πολλά υποσχόμενος πρόλογος και μένει το νέο υλικό να αποδείξει ότι η νέα μουσική δεν (πρέπει να) είναι στατική.

 

 

Αυτό δείχνει ο διττός χαρακτήρας των δύο αυτών άλμπουμ που παρ’ όλες τις διαφορές τους δεν μπορούν παρά να αντιμετωπιστούν ως οι δύο πλευρές ενός θέματος. Δεν θέλω εδώ να υποτιμήσω τη δουλειά του επίσης Ιρανού Umchunga, αλλά να σημειώσω την επιτυχία του να βγάλει κατά μια έννοια τον alter ego εαυτό του Siavash, που στέκεται απέναντι στο έτερο Foras. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε να κάνουμε με δύο ορχηστρικά drone ambient άλμπουμ, αλλά ενώ εκ πρώτης όψεως όλα στέκουν μουσικά ακίνητα, εντούτοις ρέουν με καθαρές δυναμικές προς μια πηγή ήχων!

Αν το The Brightest… αποδομεί κλασικά λυρικά θέματα περασμένων αιώνων αφήνοντας νησίδες να πλέουν στο βάθος ενός παγωμένου τοπίου, το Foras αποτελεί μια δυστοπική απεικόνιση του μέλλοντος. Από τη μία, μια αχτίδα νοσταλγίας μάς πάει προς τα πίσω, απ’ την άλλη μια ματιά προς τα μπρος κρύβει εφιάλτες. Ακόμη κι έτσι, βρίσκουμε εντός των δύο άλμπουμ τις αντίρροπες δυνάμεις που τα εξισορροπούν ως ακούσματα. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε πιο ικανοποιητικό βαθμό στη συνεργασία των δύο τους, μιας και εκεί είναι που δεν επιβάλλεται καμία από τις ακραίες και υπαρκτές αποχρώσεις των μουσικών τους κόσμων. Το Foras, βέβαια, αν και ανά στιγμές δυσπρόσιτο, έχει μια πιο σύγχρονη ταυτότητα από το έτερο άλμπουμ, καθώς με τόλμη ο δημιουργός του καταπιάνεται με την αγνή έννοια του θορύβου.

 

 

Εν κατακλείδι, δεν νομίζω να είναι τυχαίο που αυτοί οι δίσκοι βγήκαν μαζί προς το τέλος του καλοκαιριού. Πέραν αυτών που περιέγραψα πριν, υπάρχει και ένα βασικό κοινό τους γνώρισμα στο ότι δεν ενδιαφέρονται να εμφανίσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αυτή η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια τους τους κάνει αφοπλιστικά αληθινούς, είτε όταν αγγίζουν με τα χέρια τη φωτιά, είτε όταν γλείφουν τον πάγο!


The slow changing of the seasons makes time pass even slower. Thus, summer is still here at noons and at nights, when the contemplation of the sky is really relaxing, far away from the sense of holidays, as the imposed way of relaxation in predefined doses. So, the music that was released in midsummer can now earn the appropriate attention without letting abundant time stowing them in future must-listen lists.

In this category, there are two albums involving Siavash Amini, more specifically his last personal album and his studio cooperation with also Iranian Umchunga. Speaking about Siavash, in case you don’t know his music, we would suggest that you firstly listen to his participation in our fourth compilation, which is the composition with the largest appeal amongst all of our compilations. This doesn’t mean that his complete works are inferior, something that is evident in our poetic or not, dithyrambic reviews on them. Of course, all these are nothing but a well promising prologue, so the new material is here to prove that new music must not stay static.

This is shown through the dual character of these two albums, which, despite their differences, can only be seen as two sides of the same subject. I don’t want to underestimate the importance of Umchunga’s contribution in their common album, instead I want to point out his success in helping Siavash release his “alter ego”, which stands opposite to Foras. It’s not only that we have two instrumental drone ambient albums, but, even if at first all things stand still musicwise, they somehow flow with clear dynamics towards a source of sounds!

If Brightest… takes classic lyrical themes of previous centuries apart, leaving islets floating in a frozen place, Foras is a dystopic display of the future. On the one hand, a ray of nostalgia takes us way back, on the other hand a glance ahead can hide nightmares. Still, in these two releases we can find the reversed powers, which balance them as listenings. This is most likely happening in a more satisfying way in their collaboration, since none of the extreme, existing shades of both music worlds try to prevail here. Foras, for sure, even if it sounds raw at moments, it has a more contemporary approach, since its creator boldly deals with noise in its purest sense.

In conclusion, I don’t think that these albums were released at the same time during the last days of summer by accident. Apart from all mentioned above, they share another common feature. Neither of them is interested in showing something different than what they really are. Their unpretentious honesty makes them disarmingly true, either when they touch fire with their bare hands, or when they lick ice!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Methexis – Topos (Self Released)

Τα μοναχικά και δύσκολα μονοπάτια είναι αυτά που οδηγούν στα ωραιότερα μέρη.

Ο καθημερινός άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή προσπαθεί να κρατήσει μακριά του τις δυνάμεις του χάους, αυτές που υποδηλώνουν την τυχαιότητα, την απρόβλεπτη και εύθραυστη φύση της ίδιας της ύπαρξης, μένοντας προσκολλημένος αντίστοιχα στις δυνάμεις της τάξης. Λοιπόν, ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψη του περί τέχνης και η δική μου είναι ότι αυτή θα έπρεπε να λειτουργεί αντίθετα: να αναγκάζει τον καλλιτέχνη να αποφεύγει την τάξη και τη γραμμική συντήρηση, αλλά να επιδιώκει το χαοτικά φευγαλέο και τη δημιουργική του ορμή.

Οι παραπάνω σκέψεις γεννήθηκαν με την ακρόαση του Topos. Ο λόγος είναι ότι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω διαφορετικά την πλήρη ανατροπή της γραμμικότητας που επιχειρεί ο Νικήτας Κίσσωνας με το δημιουργικό του όχημα που ονομάζεται Methexis. Το Suiciety του 2015 πήρε πολύ καλές κριτικές, όντας ένα φιλόδοξο concept που συνδύαζε κοινωνικό λόγο με “κανονική” progressive rock μουσική. Μουσική με φωνητικά, εκλεκτικές jazz, funk και rock πινελιές. Αντί όμως οι Methexis να πατήσουν πάνω στα κεκτημένα, επιλέγουν στο Topos να σαλπάρουν για νέες και απροσδόκητες κατευθύνσεις.

Το Topos αποτελείται από δύο 20λεπτες instrumental συνθέσεις που αδυνατούν να χωρέσουν σε όρους δημοφιλούς μουσικής. Τα πρώτα δύο λεπτά του “Topos I” παρουσιάζουν ένα παραδοσιακό prog riff, με τα παράξενα μετρήματα, τις άρσεις του και τα όλα του, για να αποδειχθεί όμως σύντομα ότι αυτό ήταν απλώς μια εισαγωγή. Αυτό που ακολουθεί είναι ένα “κινηματογραφικό” όργιο με εναλλασσόμενους ηχητικούς ορίζοντες και ασταθείς διαθέσεις, ένα επικό ταξίδι όπου φως και σκοτάδι αδυνατούν να εξοντώσουν και να εξοντωθούν αλλά πορεύονται μαζί, σφιχτά αγκαλιασμένα. Μου έρχεται έντονα στο μυαλό μου η έννοια του χρώματος: πρόκειται για μια σύνθεση με ιδιαίτερα πολύχρωμη και ανοιχτή ενορχήστρωση, απόδειξη του γεγονότος ότι ο Κίσσωνας χρησιμοποιεί άριστα τους συνεργάτες του Θ. Χριστοδούλου (Τύμπανα), Ν. Νικολόπουλο (Φλάουτο), Κ. Κεφαλά (Τρομπέτα) και Π. Κραμπή (Πιάνο) . Το “Topos II” έχει την ίδια νοηματική αφετηρία, αποτελεί όμως μια ελαφρώς πιο πυκνή σύνθεση, με περισσότερα μέρη, λίγο πιο σύνθετα ηχωστρώματα και σαφώς πιο κιθαριστική διάθεση. Και τα δύο track είναι αφηγηματικά και όσο αποσπασματικά πρέπει, αν και οι φίλοι του παραδοσιακού prog ίσως προτιμήσουν την πιο fusion διάθεση του “Tops II”. Ο Κίσσωνας προσφέρει στον ακροατή την επιλογή να ακούσει τις συνθέσεις τεμαχισμένες (σε 8 και 5 μέρη αντίστοιχα), δεν θα πρότεινα όμως σε κανέναν αυτήν την εύκολη οδό, κατά την οποία η μεγάλη εικόνα θολώνει και τρεμοπαίζει. Συνιστώ ανεπιφύλακτα την ολοκληρωμένη εμπειρία της ενιαίας ακρόασης.

Θα σταθώ σε δύο σημεία που έχουν επίσης ιδιαίτερη σημασία, αρχίζοντας με την παραγωγή. Αν η μπάντα διάλεγε έναν ελαφρώς vintage και λίγο πιο “ζεστό” ήχο, θα δημιουργούσε ίσως μια σχετική σύνδεση με πράγματα που έκαναν στο παρελθόν γίγαντες του prog όπως οι ELP ή οι King Crimson, άρα θα ήταν ίσως και λίγο πιο αρεστοί, τουλάχιστον σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Αντίθετα όμως, επιλέγουν μια μεγάλη και μοντέρνα παραγωγή, χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα περιβάλλον που συγγενεύει ισότιμα με το prog, την contemporary classical ή την κινηματογραφική μουσική.

Το καλύτερο όμως είναι μια καλά κρυμμένη λεπτομέρεια. Κάθε δημιουργός στη θέση του Κίσσωνα θα προτιμούσε να κατευθύνει τον ακροατή προς την εννοιολογική και θεματική ρίζα του album, μασώντας για αυτόν τα γιατί και τα διότι αυτού του περιγραφόμενου “τόπου”. Στα credit notes όμως, ο Κίσσωνας λέει καθαρά “Φαντάσου τον δικό σου τόπο, ο δικός μου δεν έχει σημασία”, σεβόμενος με αυτόν τον τρόπο μια πρωταρχικά χαοτική λειτουργία της τέχνης, κατά την οποία ο δημιουργός δεν έχει κανέναν απολύτως έλεγχο στο δημιούργημα όταν αυτό φτάνει στις αισθήσεις του δέκτη. Ηθελημένα ή άθελα του, το Topos είναι ελεύθερο να γίνει δικό σου, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς αυθυποβολές, χωρίς τάξη.

Όπως ανέφερα και κάπου αλλού λοιπόν, “οι Methexis συνεχίζουν να κυκλοφορούν τη μία αλμπουμάρα μετά την άλλην κάτω από τα ανυποψίαστα αυτιά μας”. Άσχετα από το πώς θα το αξιολογήσει κανείς τελικά, το Topos είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να τσεκαριστεί από οποιονδήποτε θεωρεί ότι η μουσική πρέπει να είναι μια περιπέτεια και κάτι παραπάνω από διασκέδαση, απλή ή ραφιναρισμένη. Ο μεγαλύτερος θρίαμβος των Methexis, όμως, δεν είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ, αλλά η δικαιωματική μας περιέργεια για το τι θα κάνουν μετά. Ευπρόσδεκτο το χάος της τέχνης στις καλά τακτοποιημένες μας ζωές.

Πάρε, λοιπόν, αν το θες εκείνο το μοναχικό, δύσκολο μονοπάτι και δες από μόνος σου αν ο τόπος που βρήκες είναι όμορφος ή όχι. Ταξίδεψε ελαφρά.


The lonely and difficult paths are the ones that lead to the most beautiful places.

Regular humans in their everyday lives try to keep the forces of chaos at bay, those forces that indicate randomness and the unpredictable and fragile nature of existence itself, remaining closely attached to the forces of order. Well, everyone is entitled to have an opinion about Art and mine is that art should function the other way around, forcing the creator to avoid Order and its linear conservatism and to pursue the fleeting, the chaotic and his/her creative momentum.

The thoughts above came to my mind after listening to Topos, since I can’t explain or describe differently the total twist of linearity attempted by Nikitas Kissonas and his creative vehicle Methexis. Their 2015 album Suiciety gained excellent reviews by being an ambitious concept that combined social sensitivities with “normal” progressive rock, music with vocals and eclectic jazz, funk and rock influences. Nevertheless, instead of safely leaning on their achievement, they set sail with Topos to new and unexpected directions.

Topos (translated as “place”) is consisted of two 20 minutes long instrumental tracks that cannot be easily described with popular music terms. “Topos I” kicks off with a traditional prog rock riff, with its odd time signature, off beat dynamics and everything, but it is soon proved that it was just an intro. What follows is a “cinematic” orgy of alternating sound horizons, an epic journey where Light and Dark fail to eliminate or to be eliminated but travel together, tightly held to one another. The sense of colour intensively comes to mind: this is a composition with very colourful and wide arrangements and instrumentation, demonstrating the fact that Kissonas gets the best out of his bandmates, T. Christodoulou (Drums), N. Nikolopoulos (Flutes), K. Kefalas (Trumpets) and P. Krabis (Piano). “Topos II” has the same conceptual roots but feels a bit more dense as a composition, with more parts, a bit more complicated textures and obviously being more guitar oriented. Both tracks are as recitative and fragmentary as they should, though prog rock fans may prefer the fusion mood of “Topos II” a bit more. Kissonas offers the listener the option of listening the tracks in “slices” (in 8 and 5 parts respectively), I wouldn’t suggest this easy road to anyone though, a road in which big picture gets blurry and shimmering. I recommend the experience of the undivided, cohesive listening.

One needs to focus on two points of great significance, starting with the production. If Methexis had chosen a slightly more vintage and “warm” sound, they would build a bridge with music released in the past by prog giants like ELP or King Crimson, thus they could sound a bit more likeable, at least to a specific audience. By choosing a wide and modern production instead, they construct an environment that equally relates to prog, contemporary classical and cinematic music.

But the best feature of all is a well-hidden detail. Almost any creator in Kissonas’ place would rather guide the listener to the conceptual and thematic roots of the album, chewing up the “whys” and “becauses” of the described “place” for him/her. On the contrary, in the credit notes he clearly states “Imagine your own place”, respecting in this way the primary and chaotic function of art, in which the creator should have no control over the creation when it reaches the senses of the receiver. Willingly or not, he lets Topos free for the listener to make it his own, with no guidance, no self-suggestions, no Order.

As I have written elsewhere, “Methexis keep releasing one amazing album after the other under our unsuspicious noses”. Regardless of the final evaluation, Topos is an album that has to be checked out by everyone who believes that music has to be an adventure and something more that simple or refined fun. Methexis’ greatest triumph though is not the release of a remarkable album, but leaving us righteously eager to see what they will do next. We should welcome the chaos of art upon our well settled lives.

So follow, if you will, that lonely and hard path and discover for yourself if it will lead you into a beautiful place. Travel light.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

All Is Violent, Is Everything Bright? (God Is An Astronaut/Head On 06.10.2018)

Δεν μου έχει τύχει να φύγω ξανά από συναυλία νιώθοντας ότι κουβαλάω στους ώμους μου ολόκληρο τον “ελέφαντα του δωματίου”. Δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ξεκινά μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Το Fuzz είχε γεμίσει σε ικανοποιητικότατο βαθμό ήδη από τις εννιάμισι, όταν και ανέβηκαν στη σκηνή οι Head On σε απόλυτη συμφωνία με το πρόγραμμα της συναυλίας. Η αρχική αμηχανία της μπάντας σε συνδυασμό με την όχι και τόσο μεγάλη ανταπόκριση του κοινού δημιούργησε πολύ γρήγορα μια περίεργη δυναμική, την οποία ήρθε να εκτινάξει η νευρικότητα (κατά τη δική μου εκτίμηση) του frontman των Head On.

Για λίγα λεπτά χάνουμε από τα μάτια μας τον Χρήστο (frontman) και από το πουθενά εμφανίζεται στη σκηνή ο Torsten Kinsella. Με μια βίαιη κίνηση παίρνει στα χέρια του το μικρόφωνο για να πει “don’t mess with our fucking equipment”. Παγώνουμε όλοι, μουσικοί και κοινό. Αβέβαιοι αν αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν ένα αμφισβητούμενης έμπνευσης σκετσάκι για να γίνει το πέρασμα από το opening στο main act ή αν πρόκειται για πραγματικό γεγονός, κοιταζόμαστε όλοι μεταξύ μας και περιμένουμε τις αντιδράσεις από τη σκηνή.

Οι Head On ξεστήνουν με τη βοήθεια ατόμων της διοργάνωσης, πέφτει η μουσική και μερικά λεπτά αργότερα επανεμφανίζεται ο Torsten, ζητώντας συγγνώμη για την υπερβολική αντίδρασή του που στοίχισε στους Head On την ολοκλήρωση του set τους και σε πολλούς από εμάς τη διάθεση που είχαμε να παρακολουθήσουμε το live. Έκανε λόγο για τον εξοπλισμό τους, που μετέφεραν με προσοχή από τόσο μεγάλη απόσταση προκειμένου να προσφέρουν στους Αθηναίους φαν τους ένα live αντάξιο των προσδοκιών τους και για την ανάγκη του να διασφαλίσει την ακεραιότητά του εξοπλισμού αυτού από την απροσεξία του οποιουδήποτε.

Για μερικούς ήταν θέμα λεπτών ή μερικών κομματιών από το setlist των God Is An Astronaut να ξεπεράσουν την αρνητική αύρα που απέπνευσε αυτή η εμπειρία, άλλοι συνέχισαν να το συζητούν στα πεζοδρόμια μπροστά από την είσοδο του Fuzz και εγώ θα αποπειραθώ να αποδομήσω το γεγονός μέσα από αυτό εδώ το κείμενο σε μια προσπάθεια να καταγράψω όλες τις πιθανές απόψεις και εξηγήσεις.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι δεν είχαμε όντως κάποια βλάβη στον εξοπλισμό των God Is An Astronaut που να έθεσε εν αμφιβόλω τη δυνατότητά τους να πραγματοποιήσουν τη συναυλία, παρά μόνο αυξημένη τη σχετική πιθανότητα, καθώς ο frontman των Head On αντί να περιοριστεί στο μπροστινό μέρος της σκηνής που προοριζόταν για την εμφάνισή τους κινήθηκε και προς τα πίσω, στο σκοτεινό σημείο που κατείχετο από τον εξοπλισμό των Ιρλανδών. Κατά τα λεγόμενα του Torsten “είναι σκοτεινά εκεί πίσω, δεν μπορείς να δεις τα καλώδια”. Δεκτόν.

Έπειτα, τέθηκε στο προσκήνιο η πιθανότητα μέθης ή μη των μελών της μπάντας – δηλαδή η μειωμένη τους (ίσως) ικανότητα να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ατυχήματος πάνω στη σκηνή. Ως προς αυτό δεν μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα και προσωπικά δεν ξέρω καν πώς να αξιολογήσω μια δήλωση που ξεκινά με άρνηση την οποία εν συνεχεία υπονομεύει, δηλαδή το λεχθέν “μου είπαν ότι δεν ήταν μεθυσμένοι, αλλά δεν ξέρω”. Σίγουρα από αυτά τα λόγια εκμαιεύει κανείς την αγωνία του Torsten, ο οποίος βλέπει έναν τραγουδιστή να κινείται σπασμωδικά στον χώρο, πολύ κοντά στον εξοπλισμό της μπάντας του, ενδεχομένως απόλυτα στρεσαρισμένο ή αρκούντως μεθυσμένο ή επιτηδευμένα ιδιότροπο (διαλέγετε και παίρνετε) και σκέφτεται ότι πρέπει να δράσει άμεσα για να μην καταλήξει σε απόλυτη ματαιότητα ένα τόσο απαιτητικό ταξίδι όσο αυτό που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα.

Ας σταθούμε, λοιπόν, στην επιλογή αντίδρασης. Μόλις ένα λεπτό αφότου όλοι καταλάβαμε ότι όσα εκτυλίχθηκαν πάνω στη σκηνή κάθε άλλο παρά θεατρινισμοί ήταν, ξεκίνησε μια συζήτηση περί του ότι δεν ήταν καθόλου μα καθόλου απαραίτητο να εκδιωχθούν οι Head On από τη σκηνή με αυτόν τον τρόπο.

“Θα μπορούσαν να βάλουν κάποιον από τη διοργάνωση να τους κόψει με τρόπο”, “Θα μπορούσε να τον πιάσει ο ίδιος παράμερα και να τον προειδοποιήσει”, “Θα μπορούσαν να περιμένουν να τελειώσουν το set τους πρώτα”, “Αν τους είχαν οριοθετήσει τον χώρο τους ξεκάθαρα και παρ’ όλα αυτά έκαναν του κεφαλιού τους, τότε έχουν μερίδιο ευθύνης και θα πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας”. Ναι, όλα αυτές οι εναλλακτικές θα ήταν προτιμότερες για όλους τους εμπλεκομένους, ενώ και η τελευταία φράση αποτελεί και συνθήκη αναγκαία για την όποια “απόδοση ευθυνών”. Η διαπίστωση αυτή “χτύπησε” αρκετά γρήγορα και τον ίδιο τον Torsten που είχε εν συνεχεία την ψυχραιμία να αποκαλέσει την αντίδρασή του “uncalled for”.

Σίγουρα είναι κομβικής σημασίας να ακολουθεί μια συγκροτημένη συγγνώμη κάθε υπερβολικής αντίδρασης, ειδικά αν μπορείς να την αποδώσεις σε ειλικρινή μεταμέλεια παρά σε PR. Εξίσου βέβαιο είναι πως σε γεγονότα τέτοιας φύσης δίνει ο καθένας τη βαρύτητα που η ευαισθησία και η εμπειρία του του επιτρέπουν. Εξάλλου, και αυτό το μεμονωμένο γεγονός ανάγεται στη γενικότερη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και αφορά τη διάκριση που κάνει (ή δεν κάνει) ο καθένας από εμάς ανάμεσα στον καλλιτέχνη ως προσωπικότητα και στο έργο του. Μια διάκριση που οδήγησε μερικούς από εμάς σε παρατεταμένο μούδιασμα καθόλη την (καλλιτεχνικά άρτια) παρουσία των God Is An Astronaut στη σκηνή του Fuzz και σε εκστατική χαρά τους λοιπούς.

Αυτό το κείμενο δεν θα κλείσει με ηθικό συμπέρασμα – επιδίωξή μου είναι η καταγραφή του γεγονότος για να μην περάσει αυτό στη λήθη και η συμπερίληψη των παραγόντων που μπόρεσα προσωπικά να διακρίνω ως κρίσιμους για το ό,τι συνέβη. Πιθανότατα μου διαφεύγουν άλλοι τόσοι, πιθανότατα όλοι έχουμε μια κακή μέρα και αυτή ήταν η χθεσινή για τον Χρήστο και τον Torsten Kinsella και ίσως να μη γίνεται λόγος, γιατί απλούστατα “αυτά συμβαίνουν”.

Ελάτε, όμως, που “αυτά που συμβαίνουν” είναι αυτά για τα οποία πρέπει να μιλάμε και να λαμβάνουμε θέση.

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records)

Σειρήνες και θόρυβοι απέξω εισβάλλουν στη μουσική που παίζει, όμως αυτή τους παραχωρεί τον χώρο. Όχι με ανοικτές αγκάλες, αλλά με κοφτές λέξεις που δεν αποζητάνε σαφή νοήματα. Το ίδιο το νόημα είναι αυτή η διαδικασία της παρείσφρησης ήχων σε σκέψεις απ’ το μέλλον, απεικονίζοντας αναμνήσεις που θα ’ρθουν να μας βρουν κατευθείαν στο αόρατο κέντρο και το άγνωστο βάθος.

Δεν είναι ο θόρυβος που μας προσκαλεί σε αυτό το ταξίδι, αλλά ο ρυθμός του και ό,τι αυτό αφήνει πίσω του. Το σκοτάδι με τα ευαίσθητα χέρια του κλείνει τις μονόχρωμες κουρτίνες για να μη φαίνονται οι κινήσεις του ορθού χορού έξω. Μια ανταύγεια, όμως, φαίνεται από τον δρόμο, ένα αχνό φως που όσο το προσέχεις τόσο αυτό σε παρασύρει στο παιχνίδι με τις σκιές του. Δεν είναι ένας αντικατοπτρισμός του τίποτα, αλλά μια υπόσχεση ότι αυτό το θαμπό είδωλο δεν κρύβει μόνο το μαύρο, αλλά ένα πλήθος αχαρτογράφητων χρωμάτων εντός του.

Ο νέος δίσκος της Hiro Kone είναι αυτά και πολλά άλλα. Ακούγεται σαν ποιήματα ή ιστορίες που πέταξες τσαλακωμένα στο καλάθι των αχρήστων με το που τα διάβασες ολοκληρωμένα, αλλά σε μια δεύτερη σκέψη τα μάζεψες ξανά, για να τα ξαναδιαβάσεις με μια νέα ευχαρίστηση. Το πού θα τα συμπεριλάβεις ή θα τα καταχωρήσεις δεν έχει σημασία. Τα κρατάς κι αυτό αρκεί!


Sirens and noises invade in the music that plays, yet music gives away the needed space. Not with open arms, but with sharp words which are not looking  for clear meanings. The meaning itself is hidden in the very process of sounds’ intrusion of future thoughts that will find us right in to the unseen center and the unknown depth.

It’s not the sound  that invites us to this journey, but it’s the rhythm and everything that leaves behind. Darkness, in its fragile hands shuts down the plane curtains so that the dance moves stay hidden. A glint still shines from the road, a pale light, as you observe it, drifts you in a shadowplay. It’s not a reflection of anything, but a promise that this dull reflection doesn’t hide only the black, but a handful of uncharted colors inside.

Hiro Kone’s new album is all these things among others.  It sounds like poems or stories which you threw them away wrinkled in the basket of waste as you read them complete. Eventually, in a second thought you picked them up again to read them once more with a new pleasure. It isn’t so important where you’ll include them. You hold them and that makes sense!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Madder Mortem Interview

Το νέο τους album Marrow ήταν η αφορμή της συζήτησης, αυτό που ο Αντώνης Καλαμούτσος και το Against the Silence δεν περίμεναν όμως ήταν το πόσο αυθόρμητη συνομιλήτρια θα αποδεικνυόταν η Agnete Kirgevaag. Χωρίς περιστροφές στα λόγια, με πάθος, χιούμορ, ειλικρίνεια και αυτοκριτική, η Agnete μιλάει για όλα, σε μια συνέντευξη γεμάτη άποψη, περηφάνια, με πολλή μουσική και πολλή λογοτεχνία!

43065896_10209493650537368_1816332379464138752_n

Agnete, καλωσόρισες στο Against the Silence! Λοιπόν, έβδομο άλμπουμ για τους Madder Mortem με το Marrow να έχει ήδη κυκλοφορήσει εδώ και λίγες μέρες κι αισθάνομαι έναν μεγάλο ενθουσιασμό γύρω του! Μπορείς να μας περιγράψεις την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα μέσα από το στρατόπεδο της μπάντας;

Κατ’ αρχάς, ευχαριστούμε πολύ που μας καλέσατε!

Λοιπόν, υπήρχε μεγάλη ανυπομονησία για αυτήν την κυκλοφορία, αφού είμαστε πολύ περήφανοι για το άλμπουμ και δεν βλέπαμε την ώρα να το μοιραστούμε με τον κόσμο. Υπάρχει πάντα και μια μικρή νευρικότητα, ξέρεις, αν θα καταλάβουν οι άνθρωποι τι θέλουμε να κάνουμε και αν θα συμφωνήσουν με τις επιλογές μας. Όταν γράφουμε ένα τραγούδι σκεφτόμαστε μόνο τη δική μας αίσθηση για αυτό, όταν είναι όμως έτοιμο να βγει στον κόσμο ευχόμαστε όπως είναι φυσικό να τύχει θετικής αποδοχής.

Με ποιους τρόπους θεωρείς ότι το Marrow διαφοροποιείται από τα προηγούμενα άλμπουμ ή προσθέτει καινούρια στοιχεία στη μουσική σας;

Περισσότερο από καθετί άλλο, στο Marrow δώσαμε μεγάλη έμφαση στην τραγουδοποιία. Αυτό υπήρχε ως φυσική διαδικασία εδώ και πολύ καιρό, αλλά αυτήν τη φορά βάλαμε πραγματικά την ιδέα πίσω από κάθε τραγούδι στη θέση του οδηγού. Κατά κάποιο τρόπο, είναι λίγο πιο απαλό από άλλα άλμπουμ που έχουμε κάνει, αλλά σίγουρα φέρνει στην επιφάνεια όλες τις αναφορές και το στιλ μας.

Από την αρχή, οι Madder Mortem ήταν πάντα πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν, πιθανόν επηρεάζοντας αρνητικά και τις πιθανότητες για δημοφιλία. Οι νεότερες γενιές οπαδών δεν νοιάζονται όμως πολύ για τα είδη και τις ταμπέλες. Θεωρείς ότι ίσως τώρα η μουσική σας έχει περισσότερες πιθανότητες να εκτιμηθεί από ό,τι πριν από 20 χρόνια;

Σίγουρα, ναι! Σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η προσβασιμότητα σε κάθε είδος μουσικής που συνόδευσε την έκρηξη του διαδικτύου συνέβαλε πολύ στο να μην ασχολούνται πολύ οι ακροατές με τα είδη αλλά με το να τσεκάρουν καινούρια πράγματα. Για εμάς αυτό είναι φοβερά θετικό. Όπως είπες κι εσύ, δεν αισθανόμαστε άνετα με καμία κατηγοριοποίηση, η μουσική μας είναι μουσική που πρέπει κανείς να ακούσει για να κρίνει αν του αρέσει ή όχι. Βασικά, είναι αδύνατο να βρει κανείς τρεις εύκολες λέξεις για να περιγράψει ένα τόσο εκλεκτικό μείγμα από στιλ και διαθέσεις, νομίζω. Επιπλέον, υπάρχει ένα έντονο progressive κύμα αυτήν τη στιγμή τόσο στο metal όσο και στον εναλλακτικό ήχο, οπότε σίγουρα, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα μας.

Ακόμα μια σημαντική δραστηριότητα ήταν η πρόσφατη crowdfunding καμπάνια σας για την επερχόμενη επέτειο των 20 χρόνων από την κυκλοφορία του ντεμπούτου σας Mercury. Μπορείς να μας δώσεις τις βασικές λεπτομέρειες;

Η καμπάνια τελείωσε μόλις πρόσφατα και τώρα αρχίζουμε να παίρνουμε φωτογραφίες από οπαδούς που λαμβάνουν τα “προνόμιά” τους. Το 2019 συμπληρώνονται 20 χρόνια από την κυκλοφορία του Mercury και ο αρχικός στόχος της καμπάνιας ήταν να ετοιμάσουμε μια ειδική επανέκδοση με bonus καινούριες εκτελέσεις τραγουδιών και να στήσουμε ένα επετειακό live με διάφορους καλεσμένους, visual και τα λοιπά. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν η τρομερή υποδοχή και η τρελή αγάπη και υποστήριξη που πήρε αυτή η καμπάνια από τους Madder Marrow, τους φίλους και υποστηρικτές μας. Πιάσαμε τον στόχο μας, βάλαμε έναν νέο εκτεταμένο στόχο, τον φτάσαμε κι αυτόν, οπότε θα κάνουμε κι ένα ντοκιμαντέρ που θα δείχνει όλη την ιστορία μας.

Αυτό που με ενθουσιάζει περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι ότι ζητάμε από τους οπαδούς μας να συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ με το να βιντεοσκοπούν τους εαυτούς τους λέγοντας τη δική τους ιστορία για το πώς βρήκαν τους Madder Mortem ή άλλες αστείες, παράξενες ή θλιμμένες ιστορίες – σκεφτήκαμε ότι αυτός θα ήταν ένας ενδιαφέρων τρόπος να ανιχνεύσουμε την εξέλιξή μας αυτά τα 20 χρόνια. Αυτό επίσης θα δώσει έμφαση στο ότι δεν θα ήμασταν εδώ τώρα να γιορτάζουμε αυτήν την επέτειο χωρίς την υποστήριξη όλων εκείνων που άνοιξαν την καρδιά τους στη μουσική μας. Γι’ αυτό σκεφτήκαμε ότι θα είναι και διασκεδαστικό και ταιριαστό η διευρυμένη Madder οικογένεια να παίξει μεγάλο ρόλο στο ντοκιμαντέρ!

Σχετικά με την όλη ιδέα του crowdfunding, φαντάζομαι ότι θα πρέπει να μοιάζει λίγο παράξενη για μια μπάντα που είχε συνηθίσει να λειτουργεί με τον “παλιομοδίτικο” ’90s τρόπο. Ήταν μια εύκολη απόφαση ή είχατε δεύτερες σκέψεις κατά τη διάρκεια;

Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει πάρα πολύ από τότε που ξεκινήσαμε. Όταν αρχίσαμε να κυκλοφορούμε άλμπουμ, η προώθηση ήταν ευθύνη της εταιρείας και ως καλλιτέχνης, έπρεπε απλώς να απαντάς στις συνεντεύξεις που σου έστελνε η εταιρεία, να πας στις περιοδείες που πρότεινε και να επιστρέψεις για να κάνεις μουσική. Τώρα είναι εντελώς διαφορετικά. Με την απώλεια εισοδημάτων που επέφερε το streaming και το downloading για τις εταιρείες, ελάχιστες είναι σε θέση να επενδύουν σε περιοδείες και τα χρήματα για προώθηση είναι πολύ περιορισμένα.

Ήμασταν κι εμείς αργοί, δεν είχαμε εκμεταλλευτεί τα social media μέχρι πέρσι που προωθήσαμε την περιοδεία μας με τους Soen. Γινόμαστε όμως κι εμείς πολύ καλύτεροι και η crowdfunding καμπάνια ήταν μια καλή μαθησιακή εμπειρία. Θέλει πολλή δουλειά να στήσεις μια καμπάνια σαν αυτήν, και μόνο η ποσότητα συγγραφής κειμένων και επεξεργασίας φωτογραφιών για παράδειγμα, για να μην αναφέρω τη δυσκολία του να στέλνεις προϊόντα σε όλον τον κόσμο. Είναι όμως το είδος της δουλειάς που οι περισσότερες μπάντες θα μπορούσαν να κάνουν, πιστεύω.

Αυτό που ευχαριστήθηκα περισσότερο είναι ότι συνδεθήκαμε περισσότερο με τη metal κοινότητα κι ειδικά με τη Madder κοινότητα εκεί έξω. Οι οπαδοί μας είναι μια φανταστική ομάδα ανθρώπων, ανοιχτόμυαλοι, ειλικρινείς, γενναιόδωροι. Πέρασα πολλές ώρες αυτό το καλοκαίρι να μιλάω με ανθρώπους, να ακούω τις σκέψεις τους γι’ αυτό που κάνουμε, ποια τραγούδια τους αρέσουν και κάθε είδους άλλη ιστορία. Νομίζω ότι ειδικά μετά από εκείνο το μακρύ, εκνευριστικό διάλειμμα που είχαμε ανάμεσα στο Eight Ways και το Red In Tooth And Claw, ήταν τόοοοσο καλό για εμάς που θυμηθήκαμε ότι η μουσική μας μετράει για πολύ, πολύ κόσμο, πέρσι στην περιοδεία και φέτος με την καμπάνια. Έχουμε καινούρια κινητήρια δύναμη που μας σπρώχνει να φτιάχνουμε νέα μουσική αλλά και να προσπαθούμε να τραβήξουμε την προσοχή που πιστεύουμε ότι αξίζει η μουσική μας. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η δύναμη έρχεται από τους τρομερούς οπαδούς μας και τη συνεχιζόμενη υποστήριξή τους.

Ας επιστρέψουμε στο Marrow. Έχω την αίσθηση ότι το άλμπουμ έχει ιδιαίτερη σημασία για σας στιχουργικά. Το δελτίο τύπου αναφέρει: “Το άλμπουμ αναφέρεται στο να μένεις κοντά στην ουσία σου. Στις ιδέες, στις σκέψεις και στις αξίες σου. Να μένεις πιστός στις ρίζες σου – στο μεδούλι σου (Marrow)”. Δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνώ. Μπορείς να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες για το όλο concept; Ποιες είναι αυτές οι αξίες για την μπάντα και για εσένα προσωπικά;

Το βασικό θέμα των στίχων έχει νομίζω μεγάλη σχέση με το μεγάλο κενό πριν το Red In Tooth And Claw. Δεν το καταλάβαινα ενώ συνέβαινε, αλλά η σχετική αδρανοποίηση της μπάντας ήταν κάτι σκληρό για μένα. Τώρα, κοιτώντας πίσω, βλέπω ότι έχανα σιγά σιγά τον εαυτό μου σε διάφορες ανιαρές και κοινότοπες ασχολίες, που είναι ωραίες κι ευχάριστες αλλά δεν έχουν καμιά σημαντικότητα. Ήταν έξυπνη κίνηση τότε προκειμένου να μην τρελαθώ από τα νεύρα μου, αλλά ταυτόχρονα τραβιόμουν πίσω στις σκιές και άρχιζα να συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από αυτό που πραγματικά ήθελα. Οι στίχοι, λοιπόν, επικεντρώνονται στο να είσαι κοντά στον εαυτό σου, στην πραγματική σου φύση και τα όνειρά σου και στο να μην αναλώνεσαι στο τι θέλουν οι άλλοι από εσένα. Επίσης, γύρω από το Marrow υπάρχει μια επείγουσα αίσθηση που θεωρώ ότι έρχεται από το ότι είμαστε αρκετά μεγάλοι για να μπορούμε να αγκαλιάσουμε την ιδέα ότι οι μέρες μας είναι μετρημένες κι ότι η ζωή είναι μικρή κι εύθραυστη, πολύ μικρή για να την περνάει κανείς με χλιαρά και μισοτελειωμένα πράγματα. Ας είναι κανείς όλα όσα είναι.

Πιστεύω ότι οι στίχοι σας είναι ένα από τα δυνατά σας σημεία. Πάντα ανοιχτοί σε διάφορες ερμηνείες, με δυνατές μεταφορές και συμβολισμούς, τολμώ να πω ότι έχουν μια φιλοσοφική αύρα. Πάντα ήθελα να σε ρωτήσω ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς, ποιητές ή στιχουργοί – οι άνθρωποι που ίσως να επηρέασαν τη στιχουργική πλευρά της μπάντας.

Ευχαριστώ πολύ! Βάζω πάντα πολλή σκέψη στους στίχους μου και οι στίχοι είναι πολύ σημαντικοί για μένα όταν ακούω μουσική.

Υπήρξα αρκετά τυχερή στο ότι μπόρεσα να σπουδάσω Αγγλική Λογοτεχνία για αρκετά χρόνια, κι έτσι γνώρισα πολλούς ποιητές που “έμειναν” μαζί μου και πραγματικά αγαπώ, όπως οι Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Hausman. Από Νορβηγούς ποιητές, πάντα αγαπούσα τους Andre Bjerke, Gunvor Hofmo και Inger Hagerup – τείνω να ευχαριστιέμαι δομικά συντηρητική ποίηση, ίσως γιατί πάντα φαντάζομαι ποίηση μαζί με μουσική και απλώς ζητάω απλές στροφές με απλή ρίμα και απλό ρυθμό. Η παλιά Norse ποίηση, όπως η Edda, με έχει επηρεάσει επίσης πάρα πολύ και πολύ συχνά χρησιμοποιώ συγκεκριμένα στιλ από αυτήν, όπως τις παρηχήσεις και τους δυνατούς ρυθμούς.

Σχετικά με συγγραφείς, η λίστα θα έβγαινε πολύ μεγάλη οπότε απλώς θα αναφέρω μερικούς που θεωρώ πως σχετίζονται με το άλμπουμ. Το Bloody Chamber της Angela Carter ήταν τεράστια επιρροή για τους στίχους του “White snow, red shadows” και νομίζω ότι οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για σύντομες ιστορίες, παραμύθια και διακειμενικότητα πρέπει να διαβάσει αυτήν τη συλλογή. Είναι συνεχώς στα όρια της πραγματικότητας, άλλες φορές απαλά και άλλες όχι παραμορφώνει την αντίληψή σου με το να αλλάζει την προκατάληψη, προσπαθώντας να σε σαγηνεύσει μέσα στην ιστορία. Πρέπει επίσης να αναφέρω τον Terry Pratchett, ο οποίος νομίζω πως καταλάβαινε τους ανθρώπους περισσότερο από κάθε άλλον συγγραφέα. Τα διηγήματά του φωτίζουν την ανθρώπινη υποκρισία, τις αυταπάτες και την σκληρότητά μας, από την άλλη όμως έχει μια τρυφερή ματιά για τους απλούς ανθρώπους. Δεν ξέρω αν αυτό βγάζει νόημα, απλώς διαβάστε τα βιβλία του, ειδικά αυτά με τους Granny Weatherwax, Sam Vimes και Tiffany Aching. Είναι το είδος των βιβλίων που θα έδινα σε ένα παιδί για να διδαχτεί ηθική, συμπόνια και υπευθυνότητα και μεγάλο μέρος αυτής της “κρατήσου στον εαυτό σου” φιλοσοφίας του Marrow προέρχεται από την Granny Weatherwax. Όταν έμαθα ότι ο Pratchett πέθανε, έκατσα κι έκλαψα.

Κι όσο για τα καταπληκτικά σου φωνητικά; Για κάποιο λόγο πάντα πίστευα ότι είσαι η Grace Slick (Jefferson Airplane) του heavy metal! Αγαπημένοι τραγουδιστές/τραγουδίστριες;

Ξανά, σ’ ευχαριστώ! Μου πήρε πολλά χρόνια εξάσκησης για να φτάσω στο σημείο που είμαι τώρα, είμαι χαρούμενη πια με το όργανό μου και σε γενικές γραμμές μπορώ να κάνω με αυτό ό,τι επιθυμώ, πράγμα που είναι πολύ άνετο.

Τραγουδιστές που πραγματικά απολαμβάνω; Mike Patton, Annie Lenox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (σε ποιον δεν αρέσει;), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida και Agneta από τους ABBA.

Αν προεκτείνω τις προηγούμενες ερωτήσεις και προς τη μουσική, νομίζω ότι οι καλά κρυμμένες κλασικές και folk σας επιρροές γίνονται όλο και πιο εμφανείς όσο περνάει ο καιρός. Έχετε σκεφτεί ποτέ να φτιάξετε ένα άλμπουμ με εντελώς διαφορετική κατεύθυνση ή ενορχήστρωση, ένα folk άλμπουμ για παράδειγμα;

Μάλλον όχι. Δεν σκεφτόμαστε και πολύ τι θέλουμε να κάνουμε, ξεκινάμε να φτιάχνουμε κάτι και στη συνέχεια βλέπουμε προς τα πού πάει. Έχουμε μιλήσει πολύ όμως για το πόσο ενοχλητικό είναι που κάποιοι κάνουν copy-paste από folk ή κλασικά μέρη πάνω σε metal σημεία χωρίς καλά καλά να τα καταλαβαίνουν – καταλήγεις να παίζεις μια folk μελωδία με power chords χωρίς τίποτα άλλο να λειτουργεί σύμφωνα με την αίσθηση ή το στιλ του κομματιού κι αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Το να είσαι επηρεασμένος από κάτι σημαίνει ότι προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει σε εκείνον τον “κόσμο” κι έπειτα να χρησιμοποιείς τα εργαλεία του για να φτιάξεις κάτι δικό σου, οτιδήποτε άλλο είναι βασικά διασκευή, κάτι εντελώς διαφορετικό. Για παράδειγμα, το πρώτο riff του “Underdogs” από το Red In Tooth And Claw: παλεύαμε να βρούμε την κατάλληλη ισορροπία και η λύση αποδείχτηκε ότι ήταν να σκεφτούμε πώς έγραφε ο Bach τις φούγκες για Όργανο κι εφαρμόσαμε αυτούς τους μηχανισμούς στο δικό μας ηχητικό τοπίο. Εκείνο το σημείο είναι πολύ μπαρόκ σε δομή και χτίσιμο, οπότε η μπαρόκ προσέγγιση μας οδήγησε στο κατάλληλο μονοπάτι.

Και τώρα μερικές ευαίσθητες ερωτήσεις. Πάντα είχατε αρκετά προβλήματα με συχνές αλλαγές στο line up σας, καμιά μπάντα δεν το θέλει αυτό. Πιστεύεις ότι αυτό σας επηρέασε αρνητικά – με μεγαλύτερα διαστήματα αδράνειας ή ανεπιθύμητες αλλαγές στον ήχο για παράδειγμα; Ή κρατάτε τη θετική του πλευρά, ξέρεις, καινούριοι άνθρωποι, καινούριες επιρροές και τα λοιπά;

Γενικά θα προτιμούσαμε να μην έχουμε τόσες αλλαγές γιατί είναι επιβλαβείς για την ορμή της μπάντας. Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερες ανησυχίες για τον ήχο μας γιατί πάντα βρίσκαμε φοβερούς μουσικούς, το να πρέπει να μάθουν όμως όλα τα παλιά μας τραγούδια παίρνει πάρα πολύ χρόνο και δεν είναι πάντα πολύ δημιουργικό για τους υπόλοιπους από εμάς. Δεν είχαμε πάντως κακούς χωρισμούς και είμαστε φίλοι με όλα τα πρώην μέλη μας, για την ακρίβεια ελπίζουμε να τους φέρουμε όλους στην σκηνή στο επετειακό μας live του χρόνου!

Δεύτερο άλμπουμ με την Dark Essence και φαίνεται ότι πιστεύουν πολύ σε εσάς! Στο παρελθόν συνεργαστήκατε με μερικά πολύ γνωστά label, μήπως νιώσατε ποτέ ότι είχατε έλλειψη προσοχής;

Αυτό είναι δύσκολο να το ξέρεις, αλήθεια. Όντως νιώσαμε ότι η Century Media θα προτιμούσε να είμαστε ένα διαφορετικό είδος μπάντας κι όταν έφυγαν οι Hammy και Lisa από την Peaceville νιώσαμε μόνοι μας σε σχέση με την καινούρια διεύθυνση εκεί. Από την άλλη όμως, είναι δύσκολο να δω τα πράγματα από την οπτική της δισκογραφικής. Έχουμε πολύ καλή συνεργασία με την Dark Essence μέχρι τώρα και είναι πολύ άνετο να είμαστε σε Νορβηγικό label για αλλαγή.

25 χρόνια Madder Mortem, ένα πραγματικά σημαντικό επίτευγμα. Μήπως έχεις μια αγαπημένη ή χειρότερη ανάμνηση;

Η χειρότερη ανάμνηση ήταν μάλλον εκείνη η στιγμή που βρισκόμασταν στις αφίξεις στο Mexico City περιμένοντας τα όργανά μας και αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν έρχονται…

Υπήρξαν πολλές αγαπημένες στιγμές πάντως, κάποιες στο στούντιο, κάποιες στη σκηνή, κάποιες στις πρόβες. Όλες οι διαφορετικές πλευρές της ζωής μιας μπάντας έχουν διαφορετικό συναίσθημα και δεν θα μπορούσα με τίποτα να διαλέξω μία έναντι της άλλης, τις χρειάζεσαι όλες. Αν το αναλύσεις όμως πολύ, η κύρια κινητήρια δύναμη και η κύρια ικανοποίηση είναι να φτιάχνεις μουσική, αυτό το συναίσθημα ότι έφτιαξες κάτι μοναδικό, ειλικρινές και αληθινό, μετά να το παίζεις και να μένεις μαζί του για λίγο.

Σας έχω δει μόνο μια φορά live, πριν καμιά δεκαριά χρόνια στην Αθήνα κι ήταν ένα τρομερό live! Έχετε σχέδια για περιοδεία; Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Έχουμε ήδη ένα πρόχειρο πρόγραμμα για τις επανηχογραφήσεις του Mercury για Φεβρουάριο/Μάρτιο, αλλά αυτές οι ημερομηνίες μπορεί να μετακινηθούν εξαιτίας καινούριων live date και ούτω καθεξής. Σίγουρα πάντως προγραμματίζουμε μια μικρή headline περιοδεία, την πρώτη μας, για τον Δεκέμβριο. Φυσικά υπάρχουν πολλές ανασφάλειες, αφού δεν έχουμε ξανακάνει περιοδεία ως headliner, στ’ αλήθεια όμως ανυπομονούμε. Για να κρατήσουμε χαμηλά το κόστος, μάλλον θα παραμείνουμε στην κεντρική Ευρώπη και δεν θα υπάρξουν ημερομηνίες για τη νότια Ευρώπη μέχρι ίσως του χρόνου. Θέλουμε όμως πολύ να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, εκείνες οι δύο συναυλίες ήταν αξέχαστες! Αα, θυμήθηκα κι άλλη μια κακή ανάμνηση, το ότι περίμενα τον Oddi, που είχε σπάσει τον αστράγαλο του, σε ένα νοσοκομείο την τελευταία μας νύχτα στην Αθήνα, ενώ η υπόλοιπη μπάντα έτρωγε σε ένα καλό εστιατόριο…

Πριν σε ευχαριστήσω, πρότεινέ μας κάτι καινούριο και σπουδαίο, μπάντα, βιβλίο, ταινία, οτιδήποτε!

Αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τσεκάρετε τη γαλλική σειρά Les Revenants, το είχε πρόσφατα στο Νορβηγικό Netflix κι ήταν σπουδαία ανακάλυψη για μένα. Διαβάζω κυρίως για το μεταπτυχιακό μου, οπότε δεν ξέρω πολλά καινούρια βιβλία, διαβάστε όμως τα διηγήματα του Donald Barthelme, για όποιον του αρέσει, θα βρει πολλή παραξενιά. Από μουσική, θα πρότεινα το “Distant Light” του Εσθονού συνθέτη Peteris Vasks, ένα πανέμορφο κοντσέρτο για βιολί, που όταν το άκουσα πρώτη φορά με έκανε να κλαίω σαν μωρό.

Agnete, σε ευχαριστώ από καρδιάς για αυτήν τη συζήτηση και ευχόμαστε καλή επιτυχία στο Marrow και σε όλους εσάς μέσα στην οικογένεια των Madder Mortem!

Ευχαριστούμε πάρα πολύ! Ελπίζουμε να ανταμώσουμε σύντομα ξανά με τη μεγάλη Madder οικογένεια μας στην Ελλάδα!

43018949_10209493654377464_4041738983460306944_n

 

Their new album Marrow was the reason for this interview but what Antonis Kalamoutsos and Against the Silence didn’t expect was to find out how spontaneous Agnete Kirgevaag really is conversationalist. With no fear in her words, with passion, humor, sincerity and even self-criticism, Agnete talked about everything, in an interview full of attitude, pride, with lots of music and literature!

 

Agnete, welcome at Against the Silence! So, album number 7 for Madder Mortem, as Marrow was officially released on the 21st of September and I sense a great enthusiasm for it. Can you describe to us the mood and the feelings from inside the Madders camp? Is the anticipation high as always?

Well, thank you so much for inviting us in!

We’ve been very much looking forward to the release, since we’re so proud of this album and really wanted to share it with the world. And there’s always a tiny bit of nerves as well – will people get what we have been trying to do, will they enjoy the choices we’ve made. We never think about anything else but our own sense of the song while we’re writing, but when it’s all complete and ready to go out in the world, we naturally hope that it will be well received.

In which ways do you think Marrow is different from your previous albums or adds new elements to your music?

More than anything, I think there’s an emphasis on songwriting on Marrow, which I feel has been a natural development for a long time, but this time around we’ve really put the idea of the song in the driver’s seat. I think Marrow is in some ways more subtle than other albums we’ve done, and it certainly maxes out the span of references and styles.

Since the beginning, Madder Mortem has always been very hard to categorise, probably affecting the band’s possible popularity. Younger generations of fans don’t seem to care about genres anymore, do you think that maybe now your music has a better chance of getting understood and appreciated than 20 years ago?

Yes, indeed! I’ve been thinking the same thing; it seems like the accessibility of all kinds of music that came with the Internet explosion really served to make listeners less occupied with genre, and more interested in checking out new stuff. For us, that’s just super positive. As you said, we’ve never fit neatly into any category, and the music we make is music you have to hear to know if you like it or not – it’s basically impossible to make a useful three-word description of such a eclectic mix of styles and moods, I think. In addition, there’s quite a progressive wave going on at the moment, both in metal and in the alternative scene, so I definitely think our time has come.

Another very important activity is your ongoing crowdfunding campaign celebrating the 20 years anniversary of your debut album Mercury. Can you please give us all the basic details about it?

The crowdfunding campaign has ended, and we’re starting to get pictures and posts from people as they receive their perks. 2019 will be the 20th anniversary for our first album, Mercury and the goal of the campaign was originally to do a special re-release of that album, including reworked versions of the songs as bonus material, and to put on a special anniversary live show with guests and visual elements and so on. What we didn’t expect was the amazing reception and crazy amounts of love and support the campaign was greeted with by the Madder Marrow, our supporters and friends, and we reached our goal, set a new stretch goal and reached that too – so we’ll also be doing a documentary to share our whole history.

The part I’m most excited about at the moment, is that we’ll be asking our fans to participate in the documentary by filming themselves and telling the story of how they found Madder Mortem, or other funny, strange or sad stories – we thought that would be a really interesting way of tracking our development through those 20 years. And that will also emphasise that we would never have been here now, celebrating this anniversary, without the support from all those who have opened their hearts to our music. So we thought it would be both fun and fitting to make sure the extended Madder family will play a big part in the documentary!

Regarding the concept of crowdfunding campaigns, I guess it must feel quite strange for a band that was used in doing things in the “old-fashioned” 90’s ways. Was it an easy decision for you or did you had second thoughts along the way?

The music industry has changed so much since we started out. When we started releasing albums, promotion was the label’s responsibility, and as an artist, you were just supposed to answer the inties the label sent you, go on the tours they suggested, and then turn back to making music. This is completely different now – with the loss of income that streaming and downloading meant for the labels, very few labels are willing to invest in touring anymore, and the promotion budgets will certainly be limited.

And we’ve been sort of slow to catch on as well, we didn’t really start taking charge of our social media presence until last year, to promote the tours with Soen. But we’re getting a lot better at it, and this crowdfunding campaign has been a very good learning experience. It’s a lot of work to set up a campaign like this, just the amount of image editing and copywriting required, for example, not to mention the complexities of shipping perks worldwide, but it’s a kind of work that is possible to do for most bands, I think.

What I’ve really enjoyed most about this whole experience, is engaging with the metal community more, and particularly the Madder community out there. Our fans are an amazing group of people; open-minded and honest and generous, and I’ve spent a lot of hours this summer just chatting with people, hearing what they think about what we do, which songs they like the best, all kinds of stories. I think especially since we had that long, frustrating break between “Eight Ways” and “RITAC”, it has been sooooooo good for us to be reminded that our music matters a lot to a lot of people, both through the tours last year and the campaign now. We’ve got a whole new drive to push ourselves, both with new music and with trying to get the attention I honestly think our music deserves. And that drive is to a large extent thanks to our amazing fans and their continued support.

Back to Marrow. I have this feeling that this album stands for something special for you, lyrically. The press release states: “The album is about sticking to the essence of yourself. Your ideas, your thoughts, your values. To stay true to your roots – your Marrow”. I couldn’t agree more! Can you give us more details about this concept? Which are these values for the band and you personally?

This main theme of the lyrics has a lot to do with the long break we had before “RITAC”, I think. I didn’t really realise it at the time, but the relative inactivity of the band was really hard for me. Looking back now, I see how I was slowly losing myself in the sort of humdrum, mundane activities that are all very nice and pleasant, but don’t really matter. It was probably the smartest thing to do at the time, to keep myself from going crazy with frustration, but at the same time, I was sort of receding back into the shadows, starting to settle for something less than what I really wanted. And so a lot of these lyrics are centered around holding on to yourself, staying true to your nature and your dreams and not letting yourself be molded around the wishes of other people. There is also this urgency in Marrow that I think comes from being old enough to truly embrace the idea that our days are numbered, that life is short and fragile, much too short to be spent on lukewarm existence and half-assed commitment. Be all you are.

I think that lyrics are a key strength of Madder Mortem. Always open to different explanations and with strong symbolisms and metaphors, I would dare to say that there is even a philosophical aura sometimes. I always wanted to ask you who are your favourite authors, poets or lyricists – the people that may have influenced the lyrical aspect of the band.

Thank you! I put a lot of thought into my lyrics, and lyrics are very important to me when I listen to music.

I’ve been fortunate enough to be able to study English literature for a number of years, and that introduced me to a lot of writers and poets that have stayed with me and that I truly love, like Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Housman. For Norwegian poets, I’ve always loved André Bjerke, Gunvor Hofmo and Inger Hagerup – I tend to enjoy quite conservative poetry structure-wise, perhaps because I always imagine poetry put to music and then wish for a clear stanza structure and some form of rhyme and rhythm. The old Norse poetry, like the Edda, has also been a huge influence, I often borrow style markers like alliteration and a kind of stomping rhythm from those verses.

For authors, that would be a too-long list, I think, so I’ll just mention a couple that I think are very relevant for this album. Angela Carter’s “The Bloody Chamber” was a huge inspiration for the lyrical approach to “White Snow, Red Shadows”, and I think anyone with an interest in short stories, fairy tales or intertextuality really should read that collection – it’s constantly right on the edge of reality, and subtly and not-so-subtly distorting your perception by tweaking your preconceptions and sort of seducing you into the stories. I also need to mention Terry Pratchett, who I think understood people better than most other authors, and who was able to tell stories that shine a very harsh light on humanity’s pretense, our illusions and our cruelty, but at the same time has such a gentle, loving eye for the common people – I don’t know if this makes sense, but just go read his books, particularly the ones about Granny Weatherwax, Sam Vimes or Tiffany Aching – to me, these books are what I would give a child to read to teach them morals, compassion and responsibility, and a lot of the “hold on to yourself” way of thinking that runs through Marrow is exemplified in Granny Weatherwax. When I heard that Pratchett died, I sat down and cried.

As for your amazing vocals? For some unexplained reason, I always believed that you are the Grace Slick (Jefferson Airplane) of heavy metal! Favourite singers?

Again, thank you! It’s taken a lot of years of practice to get here, but I’m quite happy with my instrument now, and I can generally get my voice to do what I want it to, which is very comfortable.

Singers I really like: Mike Patton, Annie Lennox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (who doesn’t?), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida and Agneta from ABBA.

Somehow extending the previous questions to music, I think that folk and classical influences are getting clearer as time goes by, well hidden under the surface. Have you ever thought of composing an album of an entirely different direction or instrumentation, a folk album for example?

Not really. We don’t really think much about what we want to make, we just sort of start making it and then see what we end up with. Though we have talked a lot about how annoying it is when people sort of try to copy-paste folk or classical influences on to metal without really understanding it – you end up with power chords playing a folk melody while nothing else really is really working with the feeling or the style of the music, and that really bothers me. Being influenced by something means trying to understand how things work in that world and then using those tools to make something that’s your own – anything else is really just doing a cover song, which is something else. Take the opening riff from “Underdogs” from “RITAC”, for instance – we were struggling with getting the production and balance right there, and the solution turned out to be trying to think in terms of how Bach’s organ fugues work and applying those mechanisms to our own soundscape. The arrangement on that part of the song is very baroque in structure and build, and so a baroque approach turned out to lead us on to the right path.

Now a couple of sensitive questions. There was always trouble with many line-up changes over the years, no band wants that. Would you say that this affected you in a negative way – let’s say longer periods of not being active or undesired changes in the band’s sound? Or do you keep the positive aspect of it – new people, new influences, attitudes etc?

I think we’d in general prefer to not have line-up changes, because it is so detrimental to the band’s momentum. I’ve never had any worries about the sound, because we’ve always been able to find amazing new musicians to work with, but just introducing new members to some of our back catalogue takes forever, and is not always that motivating for the rest of us. On the other hand, we haven’t really had any bad break-ups, and we’re still friends with all our ex-members – we’re even hoping to be able to bring almost all previous band members on stage for the anniversary show next year!

Second album with Dark Essence and they seem to believe in you very much! You had worked with some well-known labels in the past, did you ever suffer from lack of attention?

That’s hard to say, really. We did feel that Century Media would have liked us to be a different band than we were, and after Hammy and Lisa left Peaceville, we did feel quite on our own with the new administration there. But then again, it’s always hard to know what it’s like from the label’s perspective. We’ve had a really good collaboration with Dark Essence this far, and it’s very comfortable to have a Norwegian label, for a change.

25 years of Madder Mortem, a great achievement indeed. Do you have a special favourite or worst memory?

I think the worst memory would probably be the moment when we were standing in the arrivals hall in Mexico City, waiting for our instruments, and slowly realising they weren’t coming …

There have been a lot of favourite moments, though – some in the studio, some on stage, and some of them in the rehearsal room. All the different aspects of band life have a different vibe and feel, and I’d have real trouble choosing one over the other, you need all parts of it. But if you really get down to it, the main drive and the main satisfaction is making music, the feeling that you’ve created something that’s unique and honest and true, and then playing it and just being in it for a while.

I have seen you live only once, almost 10 years ago in Athens, Greece and it was a night to remember! Do you have any tour plans? Please tell us what will be the bands near future actions.

We’ve set a tentative recording schedule for the Mercury reworks for February/March, but that might have to be moved, depending on live schedules and so on. But first we’re setting up to do a short headliner tour, our first, in December. Naturally there are a lot of uncertainties, since we’ve never gone out as headliner before, but we’re really looking forward to it. To keep costs down, we’ll stick to Central Europe, and so I think there ’ll be no Southern European dates at all until maybe next year. But we’d really love to get back to Greece, those two gigs were really unforgettable! Oh, that reminds me of another “worst memory” for me personally: Spending the last night in Athens waiting for Oddi (who broke his ankle) outside the hospital, while the rest of the band were enjoying a farewell meal at a good restaurant …

Before I thank you, please recommend to us something new and great, band, book, film, whatever!

If you haven’t already, you should check out the French series Les Revenants (was on Norwegian Netflix, at least), that was a great find for me. I’m currently reading mostly for my MA program, so not a lot of new books, but check out for instance the short stories of Donald Barthelme, for anyone who’s into that – expect weirdness. And for music, I’d recommend “Distant Light” by Estonian composer Peteris Vasks – a beautiful violin concerto that had me crying like a baby in my seat when I heard it for the first time.

I want to thank you from the bottom of my heart for this conversation and we wish the very best of success to Marrow and to everyone in the Madder Mortem family!

Thank you so much! I hope we’ll soon be able to have a big Madder family reunion in Greece!

Antonis Kalamoutsos