Black Rain – Computer Soul (blackest ever black)

Το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αρκετή νέα μουσική που να μας ιντριγκάρει, ίσως να οφείλεται στην απροθυμία μας να της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο που της αναλογεί. Ίσως να φοβόμαστε το νέο, την αλλαγή, το άγνωστο τώρα, την παγωμένη στιγμή που είναι έτοιμη να λιώσει. Αρκεί όμως, ένα νέο άκουσμα που, έχοντας την αυτούσια δύναμη του, να σε κάνει να σκεφτείς ότι σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν, μοιραία, κάτι μένει. Μια υπόσχεση; Ένα ρήγμα στην καθημερινότητα ως μια ανάμνηση; Μια μελωδία να σφυρίζεις την ημέρα; Τι μένει, τελικά;

Δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα από το άκουσμα του μπάσου της πρώτης σύνθεσης της νέας κυκλοφορίας των Black Rain για να σου εισχωρήσει η μουσική στον εγκέφαλο με ένα αόρατο χαμόγελο να σε τυλίγει. Λυτρωτικό και επίμονο σε οδηγεί σε ένα άλλο κόσμο, γεμάτο σκηνές από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που εδώ, δεν συνοδεύουν οι εικόνες το σενάριο, αλλά αυτές είναι το ίδιο το σενάριο. Οι ατμόσφαιρες, η κολασμένη φωνή της Star Jelly, το καλοχωνεμένο παρελθόν του Suart Argabright, μέλους των Ike Yard και η ιστορία των ίδιων των BR ως στάλες σε περιλούζουν τρυφερά, αλλά και με μια ένταση.

Πραγματικά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες άλμπουμ, είναι σαν να μη λείπει τίποτα από δω. Ακόμη και το σκότος είναι αρμονικά δοσμένο, διαπεραστικό και ευσυνείδητο, σαν μια βροχή που καθαρίζει τους βρώμικους δρόμους. Τα στοιχεία που διακόπτουν την αργή κίνηση των μοτίβων εδώ δεν είναι πολλά, αλλά θυμίζουν βαρύτονες αστραπές συναισθημάτων, στιγμές που διαρρηγνύουν το παρόν.

Το Computer Soul αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται πολλά για να φτιαχτεί κάτι που να σου τραβήξει την προσοχή. Η απλότητα του συνοδεύεται, μάλιστα κι από μια υπόσχεση, ότι έπεται δισκογραφική συνέχεια για το ίδιο το σχήμα, μέσα στο 2019. Εμείς προειδοποιήσαμε!

The fact that we don’ t find enough new music to intrigue us, is due to our reluctance to give the needed time and space to it. Perhaps, we are afraid of the new, the change, the unknown and that frozen moment that is ready to melt. It is enough, however, for a new sound, that holds its own power, to make you think, that in a world where everything changes, something remains. A promise? A rift in everyday life, as a memory? A melody you whistle during the day? What’ s left, after all?

It doesn’ t take many seconds, while listening to the bass of the first song of the new release of Black Rain to let this music enters in your brain with an invisible smile to enfold you. Reedeming and persistent, leads you in another world, full of scenes of a sci-fi film. Only, the scenes here are the scenario itself! The atmospheres, the sounds, Star Kelly’ s hellish voice, the past of Stuart Argabright, member of Ike Yard and the story of BR as raidrops splashes over you tenderly, but also, with an intensity.

Actually, if we exempt the fact that this is not a full – length album, it’s is like Computer Soul lacks nothing at all. Even its darkness is harmoniously given, permeable and conscientious, like a rain which cleans the dirty roads. The elements that interrupt the slow motion of the patterns here are not that many, but they are reminiscent of heavy thunders thunders of emotions and moments that rupture the present.

Computer Soul proves that it doesn’ t take much to create something to attract attention. Its simplicity comes with a promise that there are more BR releases to come in 2019. You ‘ve been warned!

Μπάμπης Κολτράνης

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Ten New Songs Countdown, 58

Η φωτογραφία ανήκει στην Δάφνη Τσουμάνη την οποία ευχαριστούμε θερμά

 

Julia Kent – Imbalance

Η πάλη μεταξύ ισορροπίας και ανισορροπίας είναι διαρκής και τόσο εύθραυστη όσο και η ίδια η ύπαρξη. Η Julia Kent μελοποιεί τη σχέση αυτή που ξεκινά ήρεμα και μελωδικά, με την ένταση να αυξάνεται σταδιακά και το πάθος να κυριαρχεί. Μια μελωδία που σταματά εκρηκτικά και έντονα σαν να μην θέλει να ξεφτίσει, επιλέγοντας να ολοκληρωθεί στο απόγειο του πάθους που εκλύει.

 

Op3 – Páthema

Η κυριαρχία του πιάνου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που, ακόμα κι αν οι ρυθμικές εναλλαγές δεν είναι εκκωφαντικές, νιώθεις την ένταση που τις αγκαλιάζει. Ένα 6λεπτο μουσικό ταξίδι που σε κατευθύνει σ΄ εκείνο το σημείο που βρίσκεται κρυμμένη η πιο μύχια σκέψη σου η οποία, μέσα από μια εσωτερική διαπάλη, δεν έχει επιλογή, παρά να εκφραστεί.

 

 

Snowdrops – The Mangrove

Το να γράψεις μουσική για ταινία δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι αυτή οφείλει να ακούγεται μελοδραματική ή συνοδευτική. Το νεότευκτο σχήμα των Christine Ott και Mathieu Gabry ανέλαβε να ντύσει μουσικά την ταινία Manta Ray και το πρώτο δείγμα είναι μια αγκαλιά ημίφωτος με τους παλμούς των δύο συντελεστών να χτυπούν ως ένας, βυθίζοντας την ακροάτρια στη μουσική τους.

 

 

Rope Sect – Handsome Youth

Οι αναμνήσεις στιγμών που κρατάς καλά μέσα σου σαν κάτι προσωπικά πολύτιμο δημιουργούν ένα τόσο δυνατό συναίσθημα που αντανακλάται κι εκπέμπεται σε κάθε σου κύτταρο. Οι στιγμές αυτές είναι οι αποσκευές σου, το υλικό με το οποίο θα συνθέσεις το παρόν σου και θα χτίσεις το μέλλον σου, γνωρίζοντας στην πορεία τι θα κρατήσεις και τι θα αφήσεις να δώσει τη θέση του σε κάτι νέο προσδίδοντας έτσι, αναζωογονητική πνοή σε γερά θεμέλια.

 


YODOK III – This Earth We Walk Upon

Ένα ορχηστρικό ταξίδι πάνω στη γη από τους YODOK III, εξάλλου τα λόγια μπροστά στην τόση ομορφιά και αρμονία περιττεύουν. Η μίξη διαφορετικών ήχων που βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους σε κάνει απλά κλείνεις τα μάτια και να αφήνεσαι στην απόλαυση της μουσικής πνευματικότητας.

 

Saba Alizadeh – Dream

Ένα όνειρο στροβιλίζεται αιθέρια μεταξύ ανατολής και δύσης. Αεροβατούν τα βήματα σε ένα κενό πιο στέρεο κι από τα δύο άκρα του ορίζοντα. Μέχρι που όλα να διαλυθούν, εκεί ακριβώς που ξεκίνησαν, στο ξύπνημα του πρωινού με ένα άλμπουμ του Ιρανού αυτού θαυματουργού που μέσα Φλεβάρη κυκλοφορεί το νέο του δίσκο στην γερμανική Karlrecords.

 

Franck Vigroux – TT

Κλειστά μάτια κι ένας συναγερμός να χτυπά εντός, για να δείξει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρεις σε περίπτωση άμεσου κινδύνου. Κάτι σε κρατά και κάτι σε σπρώχνει. Αλλά στο τέλος, είναι αδύνατο να μείνεις ακίνητος. Κάπως έτσι ηχεί το νέο άσμα του Franck που θα βρίσκεται στο επερχόμενο EP του στην DAC.

 

Silk Road Assasins – Bloom

Μια ήπια επίθεση μελωδίας συγκροτεί ένα σφριγηλό θέμα που είναι σαν να φτιάχτηκε για να παίζει για πάντα. Οι SRA τον άλλο μήνα κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους στην Planet Mu κι αν το όνομα του label σας λέει κάτι, το πρώτο διαθέσιμο δείγμα θα σας πει ακόμη περισσότερα!

 

Oscar Mulero – Leence

Ρυθμός και ατμόσφαιρα, ζάλη και το να συνέρχεσαι από αυτήν, όλα αυτά σε μια στιγμή. Ο ακούραστος Oscar Mulero μας θυμίζει εδώ τις τρυφερές στιγμές του παρελθόντος του, ατενίζοντας το άγνωστο παρόν του.

 

 

 

Planetary Assault Systems – Engage Now

Μόνο τα βράδια ο ρυθμός δεν αργοπορεί στο να βρει το κατάλληλο πεδίο δράσης. Τα φώτα στο δρόμο σβηστά, οι ταχύτητες των οχημάτων αχανείς και τα μάτια κοφτά, ίσια μπροστά. Ακόμη ο Luke Slater αναζητεί το τέλος του δρόμου, εις μάτην!

 

Sylvia Ioannou & Μπάμπης Κολτράνης

Objekt – Cocoon Crush (PAN)

Πλέον, το να ψάχνεις να βρεις νέα, αξιόλογη μουσική μέσα στον κακό χαμό θυμίζει οδήγηση σε δαιδαλώδη πόλη. Μόνο που εδώ δεν έχει GPS, γιατί ακόμη κι αν μια υπογραφή-πινακίδα μας λέει κάτι, αν δεν ακολουθήσεις την πορεία του, δεν βρίσκεις τίποτα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι αν επιλέξεις να οδεύσεις προς την κατεύθυνση που σου υποδεικνύει, υπάρχει η περίπτωση οι πρώτες εντυπώσεις-ακροάσεις να μην είναι αρκετές ή να είναι ακόμη και παραπλανητικές. Κάτι τέτοιο μου συνέβη με το τελευταίο άλμπουμ του Objekt και οι δύο λόγοι που με εμπόδισαν να χωνέψω εύκολα το υλικό του, αποδείχθηκαν αυτοί που καθόρισαν το τελικό μου συμπέρασμα.

Αρχικά, το Coccon Crush είναι ένα άλμπουμ που απλώνεται στο χώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ακριβή διάρκεια του. Έχουμε την ίδια σύνθεση στην αρχή και στο τέλος, αντιστρέφοντας την λογική του φινάλε, καθώς στο κλείσιμο ακούμε την διευρυμένη έκδοση του “Lost & Found”, και ανάμεσα σε αυτά, ιδέες που ρέουν όχι γραμμικά, αλλά σχεδόν άναρχα. Κάπως σαν τα φυτά που ανθίζουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερο, μόνο που εδώ το περιβάλλον είναι ο ήχος που παραμένει μέχρι τέλους αινιγματικός και πλούσιος σε αναγνώσεις. Γι΄ αυτό το λόγο δεν σου μένει στο τέλος κάποια συγκεκριμένη σύνθεση στο μυαλό, παρά μόνο η αίσθηση που σου αφήνει.

Έπειτα, είναι αυτή η φυσικότητα των συνθέσεων που μέσα από ρυθμικά ή σπασμένα ηλεκτρονικά μοτίβα κάνει την εμφάνιση της, μέσω απρόσμενων, μελωδικών και γήινα ρυθμικών εκφράσεων. Η ομορφιά του δίσκου κρύβεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία που θυμίζουν άνθη που ξεφυτρώνουν μέσα από τσιμεντένιες χαραμάδες και τα οποία πάλλονται από ένα αεράκι το οποίο κανείς δεν καταλαβαίνει από που έρχεται.

Όλη αυτή η οργανικότητα δεν είναι άμεσα αντιληπτή κι όμως, είναι εκεί, σαν τις κρυμμένες θέες μια πόλης ξερής. Λόγου χάρη, αν κάποιο μεσημέρι σας φέρει ο δρόμος προς τα Προπύλαια στην Αθήνα, γυρίστε και κοιτάξτε απέναντι το γυάλινο κτίριο. Πάνω σε αυτό καθρεφτίζεται ο πράσινος Λυκαβηττός. Κοιτάζοντας το είδωλο του έχεις την εντύπωση ότι είναι ακριβώς από πίσω σου! Κάπως έτσι ηχεί το Cocoon Crush, κρυμμένο γύρω σου και περιμένοντας να εστιάσεις πάνω του, για να αντιληφθείς τον πλούτο του.

To search for a new and interesting music among chaos is like driving in a labyrinthial city. The difference is that there is no GPS here, because, even when a sign says something, if you don’t follow its guideline, you won’t find anything. In fact, even if you decide to take that specific path, the first impressions-listenings are not enough or even be misleading. This happened to me, while trying to understand Objekt’ s last album and the two specific reasons that prevented me from easily dive into it, became the ones that defined – in a positive way – my final conclusion.

At first, Coccon Crush is an album that is spreading into space, without realizing its exact duration. We have the same composition at the beginning and at the end, reversing the idea of reprise or finale, as the last song is an expended version of the first one “Lost & Found” and between them there are ideas that flow, not linearly but almost anarchically. Somehow like plants who blossom in a free environment, only here environment is the sound that remains enigmatic and grandiose, till the end. That’s why, you do not have a specific synthesis in mind, just a particular sensation that’s left of it.

Afterwards, there is this naturalness of the songs who occurs unexpected melodies and earthly beats among rhythmic or broken electronic patterns. The beauty of this record is hidden exactly in these points which resemble flowers that spring up among cement cracks and which are rattled by a soft breeze that no one knows where it comes from.

All this organic sense is not immediately perceived, but still it’s there like the hidden sights of a dry city. For example, if you pass through Propylaia in Athens at midday, turn and look across the glass building. Lykabettus is reflected on it. Looking at its reflection, you get the impression that the hill is right beside you! That’ s how Coccon Crush sounds, hidden around you and waiting for you to focus on it, just to discover, to sense its wealth.


Μπάμπης Κολτράνης

Σκέτος καφές (Melana Chasmata)

«Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση/ Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες/ …./έσβησε έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε/ χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά /Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκριση η νύχτα…»

Είναι απόγευμα και, κάτι που η μέρα ήταν σκοτεινή και ανήλιαγη, κάτι που ξεκίνησε ήδη να νυχτώνει, αυτοί οι στίχοι του Αναγνωστάκη καρφώνονται στο μυαλό μου. Καταφέρνει ο ποιητής να φορτίσει τη μοναξιά μου σε μια μέρα με έντονους ρυθμούς, αλλά ωστόσο άχρωμη, χωρίς να έχει συμβεί κάτι που θα ήθελα να ταράξει τη ρουτίνα της και να της δώσει μια διαφορετική τροπή. Σταμάτησα για λίγο να κάνω οτιδήποτε, χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μόνο για μένα. Χωρίς δηλαδή, να κάνω τίποτα για τη δουλειά (χαμός γίνεται εδώ μέσα, αλλά ακόμα κι αν σταματήσω για λίγο, τίποτε δεν θα φύγει από τη θέση του μοναχό του, θα με περιμένουν όλα ανυπόμονα να τα διευθετήσω), χωρίς να επισκεφτώ καμία υπηρεσία, χωρίς να απαντήσω σε τηλέφωνα, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει αυτήν την πολυπόθητη -αν και προσωρινή- ηρεμία μου.

Πολλές φορές νιώθεις πως το 24ωρο είναι πολύ λίγο για να χωρέσει όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μέσα όμως, σε αυτό υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ξεκλέψεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Θα μου πεις τώρα, πολύ αισιόδοξη είσαι που θεωρείς ότι μπορείς να βρεις αυτό το χρόνο για την πάρτη σου. Κι εγώ εκεί θα σου απαντήσω πως δεν είναι θέμα αισιοδοξίας, αλλά ζήτημα οπτικής και ιεράρχησης αναγκών. Η αδυσώπητη καθημερινότητα δεν μπορεί να σε ρουφά στους ρυθμούς της κι εσύ απλά να το αποδέχεσαι.

Εκμεταλλεύομαι λοιπόν, αυτές τις πολύτιμες στιγμές της αναπάντεχης και τόσο ποθητής μοναξιάς εν μέσω του στεγνού εργασιακού 8ωρου κι ακριβώς επειδή αυτές οι μοναχικές στιγμές συμβαίνουν σπάνια, αποφασίζω να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει. Και αξία σε στιγμές εργασιακά μοναχικές, χωρίς καφέ δεν υπάρχει. Ετοιμάζω λοιπόν, τον καφέ μου, τον τέταρτο της ημέρας, αλλά τι σημασία έχουν οι αριθμοί, δεν έχει κανένα νόημα να αριθμείς ή να ταξινομείς τις απολαύσεις. Ο καφές σκέτος, καυτός μέσα στην κούπα, «την κολυμπήθρα μου», όπως την αποκαλούν οι συνάδελφοι. Μεγάλη κούπα για μεγάλη απόλαυση, άλλωστε είμαι συνειδητά και αμετανόητα εθισμένη στην καφεΐνη. Την αγκαλιάζω, σχεδόν ευλαβικά και κάθομαι στο γραφείο μου.

Υπάρχει όμως, προσωπική στιγμή χωρίς τη μουσική; Για μένα όχι, νομίζω ότι ακόμα και τα όνειρά μου τα επενδύω μουσικά ανάλογα με το θέμα που επιλέγει το υποσυνείδητο να διαπραγματευτεί κάθε φορά. Θα προτιμούσα βέβαια, να ήμουν αυτή τη στιγμή μπροστά στο πικάπ μου, όπως κάνω κάθε φορά που είμαι μόνη μου, σαν μια προσωπική, μυστικιστική τελετή ακρόασης της μουσικής. Ελλείψει αυτού, καταφεύγω στον υπολογιστή μου και επιτρέπω στην τεχνολογία να επιληφθεί της μουσικής επένδυσης της στιγμής μου. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο νου μου ανοίγοντας τη μηχανή αναζήτησης. Κοιτάζοντας όμως, την οθόνη του υπολογιστή μια σκέψη με διαπερνά και σχεδόν, παραλύει κάθε κίνησή μου. Εκεί, αγκαλιά με την κούπα με τον ζεστό, αχνιστό και μυρωδάτο μου καφέ αυτή η σκέψη σταματά το χρόνο γύρω μου. Ή μάλλον, με γυρίζει πίσω στο χρόνο. Τι περίεργο πράγμα το μυαλό… πως επιλέγει να ανασύρει από το υποσυνείδητο γεγονότα πασπαλισμένα με τα συναισθήματα εκείνης της εποχής… ακριβώς όπως τα ένιωσες τότε…

Κινούμαι στην καρέκλα σαν να θέλω να διώξω αυτή τη σκέψη. Έλα όμως, που εκείνη δεν θέλει να φύγει, παραμένει εκεί, σταθερή, βράχος, αγκωνάρι στο μυαλό μου. Δεν έχω σωτηρία. Με ακολουθεί όπου και να πάω. Και σαν να υπάρχει ενσωματωμένο player στον εγκέφαλο ξεκινά μια μελωδία να «ακούγεται», αυτή του “Aurorae” από τους Triptykon. Τι περίεργη σχέση έχω με αυτό το τραγούδι… Παρόν σε τόσες και τόσες στιγμές της ζωής μου! Συνδεδεμένη μελωδία με κάθε δυσκολία, σαν να θέλει να είναι δίπλα μου, να μην μ΄ αφήνει μόνη.

Επιτόπου βάζω το δίσκο Melana Chasmata και ακούγεται από τα ηχεία του υπολογιστή. Και οι πρώτοι ήχοι των ντραμς συγχρονίζονται με τον καρδιακό μου ρυθμό. Ανεβάζω την ένταση στο τέρμα. Και όσο o Fischer, ο κοινώς γνωστός ως Tom Warrior, παίζει την κιθάρα του και ξεκινά να βγάζει αυτήν την απόκοσμη φωνή του τόσο στο μυαλό μου οι σκέψεις ανακατεύονται, ανακατευθύνονται, αναμοχλεύονται. Η ένταση χτυπάει κόκκινο, ακριβώς όπως μου αρέσει να τον ακούω, τόσο δυνατά, όσο και το συναίσθημα που μου προκαλεί. Ανατρεπτικός ο ίδιος ο Fisher όσο και οι εμπνεύσεις του. Με μεγάλη μουσική μεταλλική ιστορία (ιδρυτικό μέλος των Hellhamer, των Celtic Frost και των Τriptykon) ισορροπεί ανάμεσα στα βαθιά σκοτάδια και το ελάχιστο –αλλά αρκετό για να δημιουργήσει σκιές- φως, ανάμεσα στην σκληρότητα και την gothic – doom ευαισθησία, ένας καλλιτέχνης την αξία του οποίου δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ακόμα κι αν δεν είσαι φανατικός οπαδός του. Δίνοντας την απαραίτητη σημασία σε κάθε πτυχή της δουλειάς του, συνεργάστηκε στο δίσκο αυτό με τον H. R. Giger που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο των Μελανών Χασμάτων, όπως είχε κάνει και στο προηγούμενο LP Eparistera Daimones και στο To Mega Therion των Celtic Frost.

Και παρασύρομαι δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι στον εργασιακό μου χώρο, νιώθω πως είμαι κάπου αλλού έξω σε φυσικό περιβάλλον, νύχτα, μόνη, χωρίς να υπάρχει κανείς δίπλα μου. Είναι αυτή η αίσθηση που έχεις ότι θες να χαράξεις κάποια πορεία, να οδηγηθείς κάπου, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις ούτε το που θες να πας ούτε το πώς θα πορευτείς, ούτε τελικά αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον ζητούμενο προορισμό. Αλλά, ως γνήσια ξεροκέφαλη, αφήνομαι στους ήχους των Χασμάτων να με πάνε εκεί που θέλουν. Με τον καφέ να τελειώνει στην κούπα, με τη σκέψη να έχει κυριαρχήσει στο μυαλό και την καρδιά μου, συνειδητοποιώ πως πάντα στις στιγμές μου ένα σκοτάδι και μια μουσική με οδηγούσαν. Άλλοτε σωστά, άλλοτε λανθασμένα. Πάντα όμως, με οδηγούσαν σε συλλογή στιγμών που ακόμα κι αν εμπεριείχαν δυσκολίες ή ζόρια ή στενοχώριες ήταν όμορφες, γιατί τελικά η ομορφιά είναι αυτό που εμείς επινοούμε ανάμεσα στις όποιες ασχήμιες μας περιβάλλουν.

Sylvia Ioannou

Zoé Zanias – Into The All (Candela Rising)

Μέσα στην υπαρξιακή σκοτοδίνη και τις νευρωτικές αυταπάτες που ενσαρκώνει το σύγχρονο εκμαγείο ονόματι δυτικός πολιτισμός, αναδύονται συχνά, άλλοτε ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες και άλλοτε ως συνειδητές επιλογές, προσωπικές εκλάμψεις διαύγειας που διαρρηγνύουν μια προκαθορισμένη πορεία βίου και έργου. Μια ανάλογη οικουμενική αλήθεια επικαλείται και αναδεικνύει το πρώτο ολοκληρωμένο LP άλμπουμ της Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, και δεύτερη προσωπική δουλειά, μετά το ντεμπούτο EP της, To The Core (2016).

Γεννημένη στην Αυστραλία, μεγαλωμένη στη νοτιοανατολική Ασία και έχοντας σπουδάσει αρχαιολογία στο Λονδίνο, η -πλέον- Βερολινέζα κοσμοπολίτισσα Zoé Zanias μας συστήνει εκ νέου τη χαρισματική φωνή της, επιχειρώντας να επανεφεύρει ένα δυστοπικό μέλλον, μέσα από θραύσματα αρχαίας σοφίας, εξωτικά ethereal wave ηχοτόπια και φουτουριστικά cold synths οράματα.

Με εμφανείς avant-garde industrial επιρροές από SPK/Graeme Revell, πολυπολιτισμικές folk ενθυμήσεις από Dead Can Dance/Lisa Gerrard και experimental noise/techno ρυθμούς αλά Coil/Psychic TV, το Into The All μας εισάγει στον αιώνιο κύκλο “γέννηση – ζωή – θάνατος” μέσω υπνωτικών κυμβάλων, κατανυκτικών αλαλαγμών και διονυσιακών τελετουργικών από τα δύο πρώτα tracks, “Uroboros” και “Division”, αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πώς η ονοματοδοσία της tracklist καθεαυτή εμπεριέχει μια πλούσια φιλοσοφική σημειολογία και ενσταλάζει αρμονικά συνειρμικούς συμβολισμούς στο εκάστοτε κοινό. Με αυτό τον τρόπο ακριβώς, εκρήγνυται μπροστά μας μια μουσική κοσμογονία από coldwave πλήκτρα και dark techno beats τόσο στο “Aletheia” όσο και στο “Idoru”, δύο διαμαντάκια που αμέσως ξεχωρίζουν. Ακολουθεί η ηλεκτρονική εξιστόρηση της δεδομένης ανθρώπινης απόπτωσις με τα τρία επόμενα tracks του LP, “Rise”, “Atrophy” και “Thanatos”, στο οποίο συμμετέχει φωνητικά η Lynette Cerezo των Bestial Mouths. Το αποκαλυπτικό οδοιπορικό αυτογνωσίας και αισθητικότητας τερματίζει με ατμοσφαιρική lo-fi ambient/drone αισθητική, καθώς και με minimal σαμανικά κελεύσματα, μέσω του “Exuvia” και του ομώνυμου “Into The All”, όπου ωκεανός, ορίζοντας και ουρανός, ως ζωντανές αναπαραστάσεις, νοηματοδοτούν την αέναη αναγέννηση.

Συνοψίζοντας, η Alison Lewis, ξεφεύγοντας και συγχρόνως υιοθετώντας μουσικά μοτίβα από τα προηγούμενα σχήματά της (Linea Aspera και Keluar), τολμάει να πειραματιστεί και να συνδυάσει τα κρυστάλλινα φωνητικά της με πιο παραδοσιακά όργανα, με ένα πρωτόγονο μυστικισμό σε σχέση με τη φύση. To Into The All χαρτογραφεί απόκρυφες επιθυμίες και απελευθερώνει τις αισθήσεις, πετυχαίνοντας μια συμφιλίωση με την ανθρώπινη κατάσταση. Αναμφίβολα καθηλωτική, συγκινησιακή, γήινη synthwave performance.


Death Disco, Athens 2016

From the existential vertigo and the neurotic illusions which embody the modern cradle called western civilization, personal flares of clarity often emerge, either as self-fulfilling prophecies or as considered choices, changing a predetermined course of life and work. A similar universal truth invokes and highlights first solo LP album of Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, after her EP debut, To The Core (2016).

Born in Australia, raised in South-East Asia and lived as an archeology student in London, most cosmopolitan Berliner Zoé Zanias introduces afresh her charismatic vocals to us, attempting to re-invent a dystopian future, through shards of ancient wisdom, exotic ethereal wave soundscapes and futuristic cold synths visions.

Likewise with evident avant-garde industrial influences from SPK/Graeme Revell, multitribal folk remembrances of Dead Can Dance/Lisa Gerrard and a Coil/Psychic TV experimental noise/ techno tempo, Into the All enters us into the eternal circle of birth – life – death via hypnotic cymbals, worshipping calls and dionysian rituals from the first two tracks, “Uroboros” and “Division” respectively. It is noteworthy how the tracklist’s naming itself involves abundant philosophical semantics and harmoniously instills coherent symbolisms to the audience. In such way, a musical cosmogony of coldwave synths and dark techno beats explodes both in “Aletheia” and “Idoru”, two diamonds that right away stand out of the album. An electronic narration of the given human descent follows with the next three LP tracks, “Rise”, “Atrophy” and “Thanatos”, in which Lynette Cerezo, vox of Bestial Mouths, also features. The revealing journey of self-sentience and sensuality ends with atmospheric lo-fi ambient/drone aesthetics, as well as with minimal shamanic invocations, through “Exuvia” and homonymous “Into The All”, where ocean, horizon and sky as vivid representations mean perpetual rebirth.

In summary, Alison Lewis, escaping from and simultaneously adopting music patterns from her earlier career (Linea Aspera and Keluar), dares to experiment and mix her crystal vocals with more traditional instrumentation and a primitive mysticism in peace with nature. Into The All cartographes inner desires and releases the senses by achieving a reconciliation with the human condition. Undoubtedly immersive, empathetic, earthly synthwave performance.

Pantelis Daskalakis

Καζαμίας 2019 (Γενάρης – Απρίλης)

Γενάρης

Ξεκίνημα από ένα σημείο που δεν είναι ποτέ αφετηριακό. Νέα αρχή, όχι σε όλα, αλλά σε κάποια τουλάχιστον, στα μουσικά ας πούμε. Το μόνιμο άγχος της αναγνώρισης μέσα στο χάος θα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για την γκάμα των δημιουργών που θεωρούν ότι οτιδήποτε βγάζουν είναι άξιο κυκλοφορίας προς τα έξω, για όλ@ς δηλαδή, σήμερα! Για παράδειγμα, οι MMD παρουσιάζουν τέλη Γενάρη στο γνωστό ναό την τελευταία τους δουλειά που ανάθεμα κι αν ακούστηκε πουθενά από τον Σεπτέμβρη που κυκλοφόρησε. Μπας και περίμενε όλος ο κόσμος την προβολή της ταινίας που αυτή η μουσική, ζωντανά παιγμένη, φτιάχτηκε για να συνοδεύει;! Θα δείξει.

Πάντως, την ίδια σχεδόν, ημέρα κυκλοφορεί το πρώτο soundtrack που έχει την σφραγίδα του James Holden για το πολιτικό και άκρως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ “A Cambodian Spring”. Άραγε, την ιστορία που διαπραγματεύεται το φιλμ αυτό την είδαμε ποτέ στις ειδήσεις; Επίσης, προς τα τέλη Γενάρη κυκλοφορεί νέο άλμπουμ από τον Jay Glass Dubs στην Bokeh Versions και ακολουθεί το πρώτο διαθέσιμο κομμάτι του:

 
 
 

Φλεβάρης

Μετά το άπλωμα των πλάνων και τον αρχικό ενθουσιασμό έρχεται η πραγματικότητα. Οι διαψεύσεις βέβαια, έχουν πάντα καλοκαιρινό χρώμα, οπότε είναι ακόμη νωρίς για να τα βάψουμε μαύρα ή λευκά, αν προτιμάτε την αντιστροφή της γνωστής ποιήτριας. Μαύρο βέβαια, θα ντύνει τις επικείμενες εμφανίσεις των Slapshot σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με την πρωτοτυπία ότι άλλοι διοργανωτές κινούν τα ηνία της πρώτης εμφάνισης και άλλοι της δεύτερης! Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα με την μπάντα, γιατί ο Choke – ο τραγουδιστής της ντε- και το μόνο μέλος από την αρχική σύνθεση τους, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ως ο ψυχραιμότερος (βλ. κυνηγητό σε ναζί, χώσιμο σε κατάληψη που φιλοξενήθηκε για ένα live στην Αγγλία και πολλά άλλα). Λογικά και το νέο άλμπουμ του Evan Caminiti των Barn Owl θα έχει το σκουράκι του κι αυτό, αλλά σε εντελώς άλλο μήκος κύματος. Επίσης, οι Xiu Xiu, ο Bob Mould και οι Teeth Of The Sea θα προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερους χρωματισμούς κι ένα ενδιαφέρον στο μήνα με τις νέες τους δουλειές γιατί έρχεται και η άνοιξη! Πριν κλείσει ο μήνας, θα βγει στις οθόνες και η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν Der Goldene Handshuh, οπότε όλα καλά!

 

 

Μάρτης

Αφήστε τα ζώδια, γιατί ο πιο ανορθόδοξος μήνας βρήκε μάλλον, το άλμπουμ που θα τον εκφράσει. Οι Snapped Ankles βγάζουν την πρώτη μέρα του μήνα το νέο τους πόνημα και το μοναδικό δείγμα που έχουμε εύκαιρο είναι καλούτσικο για τα δικά μας στάνταρ και αριστουργηματικό για αυτά που μας έχει συνηθίσει η Βρετανία εδώ και πολλά χρόνια! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Helado Negro από το άγνωστο πουθενά και οι Lambchop από το γνωστό παντού κάνουν ήπια την μετάβαση στην καλοκαιρία που, κάποια στιγμή, θα έρθει κι αυτή. Συναυλιακά ο μήνας ξεκινά με δύο εμφανίσεις των Sad Lovers & The Giants στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων και η ελπίδα να ξεφύγουν λίγο από την προβλεψιμότητα των συνομήλικων τους σχημάτων που ζουν μια νέα εφηβεία αυτή την εποχή μένει να πεθάνει τελευταία!

 

Απρίλης

Οι πτήσεις πάνω από την Ευρώπη με μπαγκάζια μουσικά όργανα, όλο και θα πληθαίνουν. Το Borderline, που διοργανώνει η φιλόπτωχος εταιρία που δεν αφήνει τίποτα άστεγο, θα δώσει ένα άλλο χρώμα στα μουσικά της πόλης. Ακραιφνής πειραματισμός θα φέρει σε αμηχανία mainstream μουσικούς συντάκτες που προμηθεύθηκαν προσκλήσεις για την κάλυψη του φεστιβάλ. Κάπως έτσι, αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είναι για τα εν λόγω άτομα, όχι μόνο να φτάνουν νωρίς στην ώρα τους για να δουν τα αποκαλούμενα “support”, αλλά να πρέπει να μένουν μέχρι τέλους σε συναυλία που όχι μόνο δεν έχει κιθάρες, αλλά ούτε καν μελωδίες! Έλεος κάπου!

Έχουμε και την δύσμοιρη την Record Store Day προς το τέλος του μήνα που αντί να αναβιώσει την αγάπη μας προς το βινύλιο θα αποτελέσει την ταφόπλακα του. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων συναντά την μανία της κατανάλωσης και το νόημα κάπου αναζητείται στο μεράκι κάποιων μικρών που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως παιχνίδι με την κλασσική έννοια και όχι ως παιχνίδι στις πλάτες άλλων, μουσικών ή μουσικόφιλων! Τον δυναμικό δίσκο του μήνα μη ξεχάσουμε: Jaws – The Ceiling 5.4!

 

 

January

A beginning from a point that is hardly ever a starting point. New start, not in everything, but just in some, let’s say in music. The constant anxiety of recognition within the chaos will be continued with unbearable intensity for the music producers who believe that everything they write is worthy of public release, and that applies to all of them! For example, MMD are presenting at the end of January at the known Temple their latest work which wasn’t heard almost anywhere since September when it was officially released. Was it because everyone was waiting for the screening of the film which this album was made to accompany? We’ll see. However, almost on the same day, the first soundtrack bearing James Holden’s signature will be released. It’s the musical score composed for “A Cambodian Spring”, a political documentary, painting the picture of story which no media ever covered! There is also a new release from Jay Glass Dubs on Bokeh Visions coming up on late January and here is its first song.

February

After the unveiling of the plans and the initial enthusiasm, here comes reality. Disenchantment always has a summer shade on it, so it is still early for black and white predictions. Eventually, though, black will be the colour to characterise the two upcoming Slapshot gigs in Athens and Thessaloniki with the novelty that this time it will not be the same organising company responsible for making both concerts happen. Let’s hope that no problemwil occur because of that since Choke, the singer of the band and the only remaining original member, is not exactly the calmest guy, rumour has it (see a hunting down on nazis, an argument with a British squat which was meant to accommodate them among others). Logically, Evan Caminiti’s new album will have its own dark aesthetics but in a totally different and unique way. We‘ll also have new releases from Bob Mould, Xiu Xiu and Teeth Of The Sea that will show us more colours and a whole fresh interest in new music as spring prevails. Before this month ends, Fatih Akin’s new film, called Der Goldene Handshuh, will be released,so everything will be fine!

March

Don’t listen what the zodiac signs tell us, as the album to signify the most unorthodox month has been found. On the first day of March, Snapped Ankles release their new work and the only sneak peek available, is simply good for our standards and a masterpiece for the ones that Britain usually has presented it us with during the past years! On the other side of the ocean, Helado Negro hailing from the unknown and Lambchop from the known, make a smooth transition towards summer which won’t be far for long. This month has also two Sad Lovers and Giants concerts in store for us at the famous basement in Exarheia with the hope that they‘ll avoid the predictability of a revisited adolescence that other bands of their era seem to have dived into.

April

Flights above Europe with luggage full of instruments will be more and more frequent. Borderline festival, which is held by the well known philanthropist company, will give a whole new colour in the music affairs of the city. Acute experimentalism will bring about confusion and puzzlement to mainstream music columnists who already got the necessary passes to cover the fest. And this will prove how difficult it will be for these columnists who not only must not be late and catch the opening support acts, but also to see this through and stay till the very end of these concerts that not only lack guitars but melodies too!

We also have this miserable Record Store Day at the end of this month who instead of reviving our love towards vinyl, it will be its gravestone. The fetishising of products meets the mania of consumption and the whole meaning of this may only be found among the persistent love of some small record lovers who face this subject as a game with its classic notion and not as a game on the backs of others, musicians or music lovers.Let’s also not forget the dynamic album of the month: Jaws – The Ceiling 5.4!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane