Conjurer – Mire (holy roar records)

Η γνωριμία με τους Άγγλους Conjurer έγινε τον Ιούλιο του 2016 και το EP τους I – κι αν θα είχαν ακολουθήσει την ευθεία γραμμή από το πρώτο αυτό δείγμα ως την επόμενή τους δουλειά, πιθανότατα δεν θα καταπιανόμασταν σήμερα με το μαρτιάτικο Mire.

Απομακρυνόμενοι από τα καθηλωτικά brutal φωνητικά και τις πολυχρησιμοποιημένες στο sludge metal εναλλαγές μεταξύ μελωδικών και doom riff, αυτή τη φορά μάς προσφέρουν μια πολύ πιο επεξεργασμένη, ραφιναρισμένη εμπειρία.

Σημείωση: η απομάκρυνση αυτή δεν είναι αρκετή ώστε να μιλήσουμε για εγκατάλειψη της πεπατημένης, αλλά παίρνει μορφή που υπόσχεται την ανάγκη για πρωτοτυπία, για την οποία πάντοτε θυσιάζεται η ασφάλεια που προσφέρει το οικείο.

Ο δίσκος ξεκινάει με το βαρύγδουπο, “πεταλιασμένο” δίχως έλεος “Choke” – μια συνεπής και προβλέψιμη για το είδος (αλλά όχι αδύναμη) αρχή. Είναι αυτό το εξάλεπτο που θα μας οδηγήσει στις δύο πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του Mire, τα κομμάτια “Hollow” και “Thankless”. Η δυάδα αυτή από μόνη της αποτελεί ικανό λόγο για να αφοσιωθείτε στον δίσκο, αφού αποδεικνύει την εξέλιξη της μπάντας καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σημείο του.

Εδώ οι αδυναμίες του I έχουν παροπλιστεί και η αλλοτινά αμήχανη εναλλαγή μεταξύ τραχύτητας και μελωδικότητας αποκτά τόση φυσικότητα ώστε ίσως και να πιάσεις τον εαυτό σου να αναπολεί για λίγο τόσο το Exercises In Futility των Mgla όσο και το “I: The Weapon” των Cult of Luna.

A bit of a stretch αναμφίβολα, αλλά με μια διετία ακόμα ποιος ξέρει; Για την ώρα ελπίζουμε κι ας μας διαψεύσουν.

Για το υπόλοιπο του Mire και λόγω του ότι θέλουμε πού και πού να αφήνουμε τις ίδιες τις μπάντες να μιλούν για τη δουλειά τους όπως αυτές επιλέγουν, παραδίδουμε στα χέρια σας το video του ομώνυμου κομματιού:

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Brigid Mae Power – The Two Worlds (Tompkins Square)

Ας μην μπερδεύουμε τους ψίθυρους για πολεμικές κραυγές. Ούτε φυσικά και τον singer/songwriter συρφετό με το δεύτερο άλμπουμ της Αγγλοϊρλανδής Brigid Mae Power. Πλειοψηφικά, οι καλλιτέχνες του μεν αναλώνονται στο να επενδύουν στο τρίπτυχο φατσούλα-φωνούλα-τραγουδάκι, τη στιγμή που η Power χτίζει μια εντελώς διαφορετική πρόταση, αναγκάζοντας τα μεγαλύτερα έντυπα να θαυμάσουν αυτήν την, ψυχή και σώματι ανεξάρτητη, κυκλοφορία. Μία και μόνη ακρόαση του The Two Worlds αρκεί για να καταλάβεις ότι κάτι καλό, σωστό και όμορφο έχει στηθεί. Μπορεί ο καθένας να εξερευνήσει πού βρίσκεται η πηγή της ομορφιάς. Σε αυτήν την παρουσίαση, θα αναφερθούν απλώς τα τρία σημεία που κάνουν αυτό το ακουστικό άλμπουμ αναπάντεχο.

Η εσωτερική του ψυχεδέλεια. Χωρίς να καταλαβαίνεις πώς, χωρίς εφέ ή άλλα μουσικά/ ηχητικά τρικ, το The Two Worlds διακατέχεται από μια ρευστή και ακατανόητη ψυχεδέλεια. Δεν βγαίνει ποτέ στο προσκήνιο και δεν προσπαθεί να τσιμπήσει fans. Μένει καλά κρυμμένη στις σκιές, κουλουριάζει στην αγγελική φωνή της Power και τα παράξενα τσακίσματα της. Ως μόνος σύμμαχος στέκει η μουντή παραγωγή και αυτό όμως δεν εξηγεί το μυστήριο: το πώς γίνεται να ακούς ακουστικές κιθάρες, πιάνα και τα άλλα όργανα που ακολουθούν διακριτικά, αλλά να είναι τόσο αισθητή η ύπαρξη “αναθυμιάσεων’’.

Η συνθετική λογική του. Ξέχνα τα κουπλέ και τα radio friendly ρεφρέν. Κάθε σύνθεση βασίζεται σε μια και μόνο μουσική ιδέα και μια κεντρική μελωδία. Η Power οδηγεί κι εξελίσσει πάντα τη σύνθεση με σταθερή σύνεση προς ένα ήπιο αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο. Από αυτήν την άποψη, κάθε τραγούδι μοιάζει με μια αποτύπωση μιας μοναχικής στιγμής μέσα στον χρόνο, μιας και μόνης στιγμής ημερολογιακού χαρακτήρα. Η τρίλεπτη αυτή μουσική φωτογραφία τελικά μοιάζει να ίπταται, να ίπταται και να κρέμεται ακίνητη πάνω από το κεφάλι σου. Αυτό το άλμπουμ δεν δημιουργήθηκε για να πουλήσει, αλλά για να καταγράψει μια σύντομη πτήση εντός σου.

Ο εξομολογητικός του τόνος. Γραμμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δεύτερο πρόσωπο, τα τραγούδια καταλήγουν να σε κάνουν σύμμαχο, φίλο ή συνένοχο στα βιώματα της καλλιτέχνιδας. Ολοένα και λιγότερα άλμπουμ έχουν αυτήν τη δύναμη του να συνάψεις μαζί τους μια σχέση που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε αρτιστίκ στερεότυπα. Όλα στο φως από την Power, όλα τα συναισθήματα και οι στιγμές που αξίζουν να τραγουδηθούν και να γίνουν μελωδίες. Αν είσαι ο καλός listener, αυτός που δεν βιάζεται να κρίνει αλλά χαίρεται με το μοίρασμα του άλλου, πάτα το play άφοβα και το The Two Worlds θα έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί.

Σε έναν κόσμο που μπερδεύει την πραγματική δύναμη της καλλιτεχνικής και δη της θηλυκής εκφραστικότητας με νιαουρίσματα και ψευτοδράματα, η Brigid Mae Power μοιάζει με εκείνον τον καλά κρυμμένο θησαυρό που περιμένει να βγει στο φως από τα χέρια του αξιότερου. Η μαγική και αμίμητη φωνή της είναι απλώς το Χ πάνω στον χάρτη. Ο ίδιος ο θησαυρός όμως είναι τα όμορφα τραγούδια και αυτή η αιώνια έκφραση της τέχνης που αρνείται να υποταχτεί, ακόμα κι αν φοράει pop ρούχα. Αν ο μουσικός κόσμος ήταν πεδίο μάχης, το The Two Worlds θα ήταν ο μαχητής που μοιάζει εύθραυστος, αλλά τελικά πολύ δύσκολα θα νικηθεί. Γι αυτό λοιπόν, ας μην μπερδεύουμε τις πολεμικές κραυγές για ψίθυρους.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Live Profanatica/Rites Of Thy Degringolade/Lykaionas

Θα έλεγε κανείς πως η παρουσία μου στη συγκεκριμένη συναυλία ήταν ένα απρόσμενο δώρο. Ήταν επίσης μια ευκαιρία να επισκεφτώ το Temple, στο οποίο ως τώρα δεν είχα κατορθώσει να πάω. Παράλληλα ανέμενα με προσμονή και απορία αυτό το live, καθώς οι Profanatica είναι ένα σχήμα που είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου πίσω στα ’90s.

Μπαίνοντας στον χώρο, αποκόμισα μια αρκετά θετική εντύπωση.

Άμεσα σχεδόν, η πρώτη μπάντα ανέβηκε στη σκηνή. Από ό,τι έμαθα ήταν η πρώτη ζωντανή εμφάνιση για τους Lykaionas. Από το εναρκτήριο τραγούδι φάνηκαν οι διαθέσεις τους, όσο και το ηχητικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται: παλιομοδίτικο black metal, με μελωδικά riff και έντονους ρυθμούς, που αποτίει φόρο τιμής στο σκανδιναβικό στιλ της δεκαετίας του ’90. Ο τραγουδιστής τους ήταν το επίκεντρο, δίνοντας τον τόνο με την ξεσηκωτική σκηνική του παρουσία. Αν και το ύφος τους δεν ήταν και ό,τι πιο πρωτότυπο, ανέδυαν ωστόσο μια δυνατή εικόνα που είχε ανταπόκριση στους παρευρισκόμενους. Ο ήχος επίσης ήταν πολύ καλός, βοηθώντας τους να αποδώσουν αβίαστα.

Μετά από μια κυριολεκτικά ολιγόλεπτη ανάπαυλα, ήταν η σειρά των Rites Of Thy Degringolade. Ξεκίνησαν πολύ έντονα, έχοντας εξαρχής ένα χαρακτηριστικό groove στον ήχο τους, το οποίο όμως συνδυαζόταν άψογα με τον χαοτικό χαρακτήρα των συνθέσεών τους. Θυμίζοντας περισσότερο Axis of Advance παρά Conqueror, η υφή του ήχου τους συνοψιζόταν στην ένωση τεχνικής και αταβιστικής έκρηξης, σε ισόποσες δόσεις. Εκτελεστικά όλοι τους ήταν άρτιοι – ειδική μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον drummer και άτυπο leader της μπάντας Paulus Kressman. Στις συνεχείς αλλαγές και το υπερηχητικό σε σημεία tempo προσέθετε παράλληλα τα φωνητικά του. Το γεγονός πάντως πως και οι 4 τραγουδούσαν ανά διαστήματα το βρήκα απλά ψαρωτικό. Το set τους ήταν μοιρασμένο ανάμεσα σε καινούρια και παλαιότερα κομμάτια – κάτι αναμενόμενο, αφού είχαν μόλις κυκλοφορήσει νέο full-length. Έχω την αίσθηση πως οι Rites ήταν η καλύτερη μπάντα της βραδιάς, ωθώντας τον κόσμο να συμμετέχει ενεργά. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν τη μακρόχρονη παρουσία τους, θαρρώ πως θα τους άξιζε να είναι γνωστότεροι. Ίσως μάλιστα τώρα να είναι η στιγμή τους: το βέβαιο είναι πως το δυσαρμονικό πέρασμά τους κέρδισε αρκετούς.

Ολοένα και περισσότεροι μαζεύονταν μπροστά στη σκηνή, σημάδι ότι η έναρξη των headliner πλησίαζε. Ήταν άλλωστε εμφανές πως οι Profanatica ήταν το δέλεαρ της νύχτας αυτής. Και συνεπώς πολλοί ανυπομονούσαν να δουν τον Ledney και τους μουσικούς που τον πλαισίωναν. Η εισαγωγή ήταν καταιγιστική – σχεδόν παραληρηματική από πλευράς κοινού. Όντας τρίο, απέδιδαν εύκολα μια μινιμαλιστική εικόνα, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στον γυμνό χαρακτήρα των τραγουδιών τους. Το “Unto Us He is Born” είναι απολύτως ενδεικτικό των προθέσεών τους: χαμηλά κουρδισμένος ήχος με το μπάσο να κυριαρχεί. Κάτι που πάντοτε τους διαχώριζε από τον αυστηρά πρίμο και ψυχρό τόνο των Nορβηγών και των συνοδοιπόρων τους. Ίσως ακουστεί οξύμωρο, αλλά η βάση τους αναδεικνύει μια ζεστή, μοχθηρή εικόνα. Και ως προς αυτό αξίζει να τονιστεί πως ήταν η πιο ομιχλωδώς σκοτεινή μπάντα από όσες έπαιξαν εκείνη τη βραδιά. Ο μονολιθικά πριμιτιβιστικός προσανατολισμός τους έχει τις ρίζες του σε μια εποχή που προηγήθηκε τόσο του σκανδιναβικού ρεύματος, όσο βέβαια και της μεταγενέστερης ορθόδοξης κατεύθυνσης. Η μονοτονία τους όμως είναι αρκετή από μόνη της για να δημιουργήσει ένα πλαίσιο τελετουργικής αυστηρότητας. Κλίμα ταιριαστό για την ανάπτυξη των βλάσφημων ωδών τους. Μονόχνωτη ροπή ίσως – μα και προσωπικότητα. Δεν ξέρω κατά πόσο ηχούν γραφικά όλα αυτά, το θέμα όμως είναι πως με έπεισαν ότι έχουν ακέραιο λόγο ύπαρξης στο σήμερα, άσχετα με το ότι οι μέρες της κορυφής τους έχουν πια περάσει. Βρήκα το set τους απολαυστικό, αν και κάπως σύντομο. Υποθέτω πως αυτό ξένισε κάποιους από τους παρόντες. Αν και θα ήθελα να διαρκούσε κι άλλο, φρονώ πως η απουσία encore και η συμπυκνωμένη διάρκεια ήταν ταιριαστές με την αύρα τους, εν συνόλω.

Κλείνοντας αυτή την ανταπόκριση που πήρε μακροσκελή τροπή, οφείλω να πω πως η διοργάνωση ήταν άψογη. Ο ήχος ήταν ιδιαίτερα επαγγελματικός για όλα τα σχήματα, ενώ το χρονοδιάγραμμα τηρήθηκε ευλαβικά. Επίσης, το Temple δείχνει να είναι ιδανικός χώρος για τέτοιου είδους συνάξεις. Επιπρόσθετα, η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Και προσωπικά μιλώντας, βρέθηκα κοντά σε ένα από τα εφηβικά μου κολλήματα. Έξοχα, λοιπόν – θα φροντίσω να επισκεφτώ το Temple, πάλι. Σύντομα.

 

Γιώργος Καναβός

 

Mika Vainio + Ryoji Ikeda + Alva Noto – Live 2002 (norton)

Είμαστε στο σωτήριο έτος 2018 κι όμως υπάρχει κόσμος ακόμη στο μουσικολογικό στερέωμα που δεν νιώθει απλώς μια αποστροφή για την ηλεκτρονική μουσική, αλλά δεν την αποδέχεται καν ως ένα πλούσιο μουσικό είδος. Ασχέτως αν η συγκεκριμένη μουσική έχει εξαπλωθεί εδώ και δεκαετίες παντού υπάρχει αυτή η άποψη ότι μιας και απουσιάζει η φυσικότητα των οργάνων, λείπει και το ανθρώπινο στοιχείο, οπότε μας μένουν απλώς ρομπότ να εκτελούν εντολές.

Βέβαια, στην όψη, μπορούμε να πούμε ότι τα άτομα που ασχολούνται με την ηλεκτρονική μουσική θυμίζουν ρομπότ που αποτελούν τα ίδια εντολές ενός αόρατου εγκεφάλου. Συνήθως ακίνητα μπροστά σε ένα λάπτοπ, φέρουν φαινομενικά μια ψυχρότητα στις κινήσεις τους, αλλά στην ουσία έχουμε ακριβώς το αντίστροφο αποτέλεσμα, καθώς η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να διαθέτει άπειρα θρεπτικά στοιχεία για το μυαλό και την καρδιά. Αυτό αποδείχτηκε την περίοδο ’90s-’oos, όταν αποδείχθηκε με σαφή τρόπο ότι χαρακτηριστικά το λάπτοπ είναι κι αυτό ένα μουσικό όργανο και συνεπώς οφείλουμε να σεβαστούμε την ποιότητα των δουλειών των οποίων είναι ο κεντρικός πυρήνας.

Η εποχή βέβαια του ζενίθ της παραγωγικότητας της παραπάνω έκφρασης έχει κάπως περάσει, μιας και οι δημιουργοί κατανόησαν ότι, αντιστρέφοντας την ίδια τη νέα τους φιλοσοφία, οι αναλογικοί και φυσικοί ήχοι προσφέρουν εξίσου θαυμαστά αποτελέσματα σε θέματα ήχου και έκφρασης. Ο πρόσφατος χαμός του Mika Vainio πάντως επανέφερε τη σημασία εκείνης της περιόδου, και πάνω σε αυτό ο Alva Noto αποφάσισε να εμφανίσει από τα κιτάπια τη μοναδική ζωντανή ηχογράφηση που έλαβε χώρα το 2002 στο Νιουκάστλ από τους Ryoji Ikeda, Mika Vainio και του ίδιου.

Έχουμε λοιπόν τρεις εξέχοντες εκπροσώπους της πειραματικής μουσικής με τα λάπτοπ τους επί σκηνής, αλλά απουσιάζει η αίσθηση ότι έχεις να κάνεις με μια συναυλία ή ότι μιλάμε για ένα σύνολο συνθέσεων ενός τυπικού setlist. Στο υλικό αυτό νομίζεις ότι πραγματοποιείται το όνειρο των Autechre να δίνουν εντολές σε μηχανήματα και να ρέει μουσική χωρίς την ανάγκη περαιτέρω επεξεργασίας της. Ένας κυκεώνας ήχων που αναμοχλεύουν το techno, το μίνιμαλ, το noise και δεν ξέρω γω τι άλλο, αφήνει μια γεύση συμπίεσης και αποσυμπίεσης των αισθήσεων χωρίς να φαίνεται κάποια σωτηρία στο βάθος.

Θα μπορούσε όλο αυτό να κουράζει, αλλά είναι τέτοιο το tempo, τόσα τα διαλείμματα κενά αέρος, τέτοια η αγριότητα των ήχων, που δεν πρόκειται ο δίσκος αυτός να σ’ αφήσει σε ησυχία. Θα μπορούσαμε βεβαίως να σταθούμε στο καθένα τους ξεχωριστά, αλλά αυτό κρίνεται περιττό μιας και ακούγοντας το άλμπουμ νιώθεις ότι έχεις μπροστά σου έναν και μόνο εγκέφαλο που τον πιάνουν εκλάμψεις, ζαλάδες, πονοκέφαλοι και διάφορα άλλα συμπτώματα που αποδεικνύουν ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αυτό όμως δεν είναι η πεμπτουσία της μουσικής και γενικότερα της τέχνης; Να σε κάνει νιώσεις άβολα με όσα ήδη ξέρεις, να σου ανοίξει το μυαλό προς κατευθύνσεις που δεν γνώριζες πριν και να σε προκαλέσει στο άγνωστο. Ως προς αυτό, η ηλεκτρονική μουσική έχει θα λέγαμε το “ηθικό” πλεονέκτημα απέναντι σε άλλα είδη μουσικής και αυτή η κυκλοφορία το αποδεικνύει.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Pianos Become The Teeth – Wait For Love (epitaph)

Την εποχή που όλα έχουν παιχτεί στην κιθαριστική μουσική είναι σίγουρα πανδύσκολο μια μπάντα του χώρου αυτού να εκφράσει το νέο. Οι Βορειοαμερικάνοι PBTT το καταφέρνουν όμως. Δεν είναι ότι ως μπάντα παίζουν κάτι το πρωτότυπο, αλλά κάθε τους νότα εκτινάσσει αχαρτογράφητα συναισθήματα. Είναι η μαγική στιγμή που η μουσική απηχεί την αλήθεια, της μπάντας και στη συνέχεια τη δική σου. Απόδειξη δεν είναι μόνο το ήδη κατατεθειμένο υλικό της μπάντας, αλλά και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται μετά το πέρας πολλών ακροάσεων. Ξέρετε πολλές indie/punk/emo μπάντες που οι δίσκοι τους θεριεύουν μέσα σου με το πέρασμα του χρόνου; Εγώ όχι.

Οπότε το να ασχοληθούμε με το νέο άλμπουμ τους δεν είναι κάτι το εύκολο, καθώς στη γωνία περιμένει η ποιοτική ωρίμανσή του ως άκουσμα. Παραπέμποντας στην κριτική μου στο προηγούμενό τους άλμπουμ όπου έπεσα στην παγίδα της γρήγορης αποτίμησής του υποτιμώντας τον, θα απεικόνιζα σχηματικά την πορεία τους μέχρι και το Wait For Love ως εξής. Αρχικά, έχουμε στο πρωτόλειο έργο τους τη φόρα προς μια κατάδυση προς το άγνωστο, έπειτα στο Lack Long After το άλμα στο κενό μέχρι και την επαφή με το ψυχρό νερό με όλα τα ρίσκα του, τη βύθιση στο Keep You σε έναν αγνώριστο κόσμο όπου η ανάσα δυσκολεύεται, αλλά οι σκέψεις και τα συναισθήματα περισσεύουν και η κατάληξη στο τώρα, με τη λυτρωτική και αναζωογονητική ανάδυση από τη θάλασσα. Το ερώτημα είναι αν όντως ο τέταρτός τους δίσκος συμπληρώνει πιστά το παραπάνω σχήμα.

Καλές οι μονολεκτικές απαντήσεις, αλλά όχι για μουσικοκριτικές. Ακούγοντας το Wait For Love, πιστοποιείται για άλλη μια φορά η ποιότητα αυτής της μπάντας. Μιλάμε ξεκάθαρα για άλλο ένα συνεκτικό άλμπουμ που δύσκολα εντοπίζονται σε αυτό μέτριες στιγμές και εύκολα μεταδίδεται το τρυφερό συναίσθημα της έντασης που θέλει να βγάλει. Υπάρχει μάλιστα μια νοητή γραμμή που το συνδέει με τον προκάτοχό του ώστε η μετάβαση να είναι ήπια. Αυτή συμπυκνώνεται στο “Dancing”, που κυκλοφόρησε ενδιάμεσα των δύο δίσκων και συμβολίζει μια πιο upbeat έκδοση του Keep You, η οποία κάνει μπαμ στα τρία πρώτα τραγούδια του δίσκου αυτού.

Στη συνέχεια όμως κάτι συμβαίνει και η αρχική ορμή του δίσκου κατευνάζεται. Κάπου νομίζεις ότι λείπουν εκείνες οι εναλλαγές ή και οι στιγμές που απογείωναν τις συνθέσεις τους, κάπου οι κιθάρες σαν να παίζουν σαν ήρεμα πιάνο, χωρίς πάλι να μιλάμε βέβαια για κάτι πρόχειρο ή κακογραμμένο. Απλώς μου φαίνεται ότι είναι σαν να παίζουν στα σίγουρα, γνωρίζοντας ότι, με εφόδιο την πειστική ερμηνεία των βιωματικών στίχων του τραγουδιστή, τη συνοδεία του αδίστακτου (με την καλή έννοια) ντράμερ και την υψηλή πιστότητα όλης της μπάντας, μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Ευτυχώς, το καλύτερο το αφήνουν για το τέλος με τα “Manila” και “Love On Repeat” (τι βίντεο κι αυτό) να αποτελούν τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου και να εμπεριέχουν τις εκρήξεις που μας έχει καλομάθει η μπάντα. Το “Blue” που κλείνει τον δίσκο απλώς επαναφέρει την αίσθηση ότι η σκιά του Keep You παραμένει μεγαλύτερη από ό,τι θα έπρεπε.

Έχοντας στον νου τον ρου της ιστορίας των σχημάτων που άφησαν το underground για να πάνε στην epitaph με αποτέλεσμα να γνωρίσουν μεν επιτυχία, αλλά να χάσουν την αρχική τους φλόγα, ομολογώ ότι οι PBTT παραμένουν μέχρι και σήμερα η γλυκιά εξαίρεση στον κανόνα. Υπήρξε σαφώς μια ισχυρή μετάλλαξη στον ήχο τους, αλλά ο πήχης παραμένει ψηλά. Το δόντια ακόμη δεν έχουν ξαναγίνει πιάνα. Μήπως όμως ο χρόνος και σε αυτό το δισκογραφικό τους βήμα δεν έχει πει την τελευταία λέξη; Είτε για καλό, είτε για κακό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Hamferð – Támsins Likam (metal blade)

Τελικά επιδράει το τοπίο στη μουσική; Είναι ικανή η γη να συνθέτει μαζί με τον συνθέτη; Άλλο ένα ρητορικό ερώτημα από αυτά που οι καμμένοι μόνο από τους μουσικόφιλους/κριτικούς θα σπαταλήσουν χρόνο να απαντήσουν. Απάντηση: συνήθως όχι. Πώς αλλιώς θα υπήρχαν φαινόμενα όπως νορβηγικό black από Βραζιλιάνους, gangsta rap από Έλληνες, LA glam από Σουηδούς και δεν ξέρω γω τι άλλο; ΌΜΩΣ. Καμιά φορά το τοπίο παίζει ρόλο, αν ο δημιουργός επιθυμεί να το κουβαλήσει στις νότες του και όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει για καλό. Οι Hamferd είναι από τα νησιά Φερόε και κουβαλούν μαζί τους τη γη και τη θάλασσά τους. Όχι μόνο επειδή τραγουδάνε στη μητρική τους γλώσσα, αλλά κυρίως γιατί οι νότες που γεννάνε κουβαλούν μαζί τη δύναμη, την απομόνωση και την αλμύρα της μικρής βορινής τους πατρίδας.

Το πολύ αργό και πολύ βαρύ μουσικό ταξίδι τους έχει επικεφαλίδα και γράφει doom metal. Ένα doom όμως που έχει προσέξει πολύ τις καταβολές και τις ισορροπίες του. Είναι σπαρακτικό αλλά δεν κλαψουρίζει, επικό χωρίς να γίνεται ρεζίλι, ατμοσφαιρικό χωρίς να καταντάει post υποκρισία και σκοτεινό χωρίς να επιθυμεί να σε πλακώσει. Αυτό είναι και το πρώτο κερδισμένο στοίχημα της μπάντας. Η μουσική τους μοιάζει να αποτελείται από όλα τα στιλιστικά τους ζητούμενα ακριβώς στις δόσεις που πρέπει. Στέκει μόνη ψηλά σε ένα στενό βράχο και το ατένισμα είναι επικίνδυνο. Ένας λάθος άνεμος είναι ικανός να την παρασύρει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν είναι εύκολο να φτάσεις σε αυτόν τον βράχο. Μακάρι να μείνουν εκεί όσο περισσότερο μπορούν.

Το μονίμως αργό tempo παραδόξως δεν βάζει τρικλοποδιές στη σωστή ροή του άλμπουμ. Αντιθέτως. Ριφολογικά η μπάντα ακολουθεί περισσότερο μια λογική ακόρντων, συνοδεύοντας τη σπουδαία φωνή του Jon Aldara. Υποψιάζομαι ότι αν βγάλεις τις παραμορφώσεις, θα μπορούσαν άνετα να φτιάξουν ένα μελαγχολικό ηλεκτροακουστικό άλμπουμ τύπου 90 watt sun. Δεν το κάνουν όμως και το ενδιαφέρον μένει αμείωτο εξαιτίας λεπτών τρικ: αν παίζεις στα 70 bpm, μια άρση μοιάζει με το να κουνάς τον άξονα του πλανήτη. Εναλλαγές βαριών και soft μερών. Ενίοτε ritual rhythm section. Και κυρίως εξαιρετικά φωνητικά, τόσο στα καθαρά όσο και στα brutal death του. Δεύτερο κερδισμένο στοίχημα, τα διπλά φωνητικά συνήθως κρύβουν τη μετριότητα σε κάποιο από τα δύο – ή και στα δύο. Ο Jon Aldara όντως δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, το χρώμα και ο λυρισμός της φωνής του είναι σχεδόν συντριπτικά.

Μόνη μου ανησυχία μήπως εδώ έχουμε άλλο ένα φαινόμενο τύπου Solstafir, ξέρεις, μην το γυρίσουν στο Nordic rock στο επόμενο, γίνουν πασίγνωστοι και κάποιοι από εμάς λέμε “τα παλιά ήταν καλύτερα” και μας μείνει η ρετσινιά του κακού ξερόλα δεινόσαυρου. Αιτία της ανησυχίας το “Frosthvarv’’. Μην παρεξηγηθώ, πρόκειται για φοβερό track, απλώς, να, ψυλλιάζομαι ότι προς τα εκεί θα το πάνε. Οι Solstafir είναι γκρουπάρα, αλλά δεν χρειαζόμαστε άλλους. Και οι Hamferð γκρουπάρα είναι και τους χρειαζόμαστε έτσι.

Σάλπαρε μαζί τους σε αυτό το χωρίς ελπίδα ταξίδι. Θα βρεθείς σε μια κρύα και γκρίζα θάλασσα, χωρίς ορίζοντα τριγύρω. Δεν θα σε χτυπήσουν καταιγίδες, αλλά θα πλέεις σχεδόν ακίνητος, χωρίς άνεμο, τα πανιά σου δεν θα φουσκώσουν. Θα γευτείς την ανάμνηση, τη δίψα, το δάκρυ, την ελπίδα και την απόγνωση, και δεν θα σε νοιάξει αν τελικά θα επιβιώσεις. Ακόμα κι αν δεν πιάσεις ποτέ ξανά στεριά, έχεις ήδη κερδίσει. Ακόμα κι αν πιάσεις στεριά, έχεις ήδη χάσει.

 

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

thallMOTH – ANVRF (the explorer records)

 

Η Olmué είναι μια μικρή πόλη στη Χιλή με μόλις 15.000 κατοίκους κι από τα λίγα γεγονότα-ορόσημα της ύπαρξής της είναι πως σε αυτή άφησε την τελευταία του πνοή ο ποιητής και ζωγράφος Eugenio Cruz Vargas.

Αν ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στους πίνακες του Vargas θα αντικρίσουμε μερικά δείγματα νατουραλισμού σε τοπία, ενώ τα ποιήματά του κατατάσσονται στο είδος του σουρεαλισμού (βάλε στο μυαλό σου μια νότα από Εγγονόπουλο ως αυθαίρετη σημαδούρα, μια που ανέκαθεν από δικές μας αφετηρίες κρίνουμε τις πορείες των άλλων).

Αυτή την τόσο αχνή, αποσπασματική και ανολοκλήρωτη εικόνα είναι που θα προσπαθήσουμε να αντιπαραβάλλουμε –χάριν εντυπωσιασμού– στο ντεμπούτο των thallMOTH. Ο Felipe (Falak) και ο Roberto (Anvrf) θα συναντηθούν το 2017 και θα ηχογραφήσουν το ANVRF, πριν το παραδώσουν στην τύχη του διαδικτύου στις 29 Ιανουαρίου 2018.

“The Decadence has arrived”, θα γράψουν προς τέρψη του νιχιλιστή μέσα μας και έπειτα θα ξεδιπλώσουν ένα “τυπικό” νήμα doom συνθέσεων με σταθερό μουσικό πυρήνα και σποραδικές εμφανίσεις αλλοιωμένων φωνητικών.

Η ύπαρξη intro, ήτοι του σχεδόν μονόλεπτου “The Tie”, όσο και ενός κομματιού αφιερωμένου στους Black Sabbath με τίτλο “Message from ANVRF (Black Sabbath Tribute)” μοιάζουν σαν να υποδηλώνουν μια ανάγκη μαθητικής συνέπειας – ήπια εισαγωγή για το κοινό και απόδοση σεβασμού στους πρώτους διδάξαντες.

Η πραγματική τους ουσία, φυσικά, βρίσκεται στο ενδιάμεσο.

Στα “Memento Mori”, “Sclera”, “Null” και “Comm Check”, η δυάδα φαίνεται να κατευθύνεται προς drone doom παραδείγματα, με αργά επαναλαμβανόμενα μοτίβα να εναλλάσσουν μεταξύ τους ένταση και ρυθμικότητα. Οι εκπλήξεις και οι πειραματισμοί είναι περιορισμένοι, αλλά αυτό (αν είμαστε σωστοί ως προς το πού τους κατατάσσουμε) είναι αναμενόμενο, ηθελημένο…

…και αρκετό.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου