Amenra – Mass VI (neurot recordings)

Πολλές φορές η διατύπωση ενός ήχου, μιας μουσικής ή ενός δίσκου στο χαρτί είναι δύσκολη υπόθεση. Ειδικά αν την ώρα της συγγραφής, και ακούγοντας τον δίσκο, περνάνε χίλιες σκέψεις από το κεφάλι. Είναι δύσκολο το φρενάρισμα σε βρεγμένο δρόμο. Και ακόμη πιο δύσκολη η διαδικασία της τοποθέτησης σε μια εύλογη σειρά. Παρόλο που η μουσική των Amenra έχει φαινομενικά αρχή, μέση και τέλος, το βαθύτερο συναίσθημα που βγάζει είναι ένας μικρός στρόβιλος από χίλιες αρνήσεις. Και προστίθεται άλλη μια στη λίστα. Αυτή από το τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο Mass VI.

Ο δρόμος που έχουν χαράξει δεν παρεκκλίνει πολύ από την αρχή του. Εντάσεις και ξεσπάσματα, ηρεμία και σκοτάδι. Νομίζω πως αυτό που αλλάζει στους δίσκους τους είναι η σκοπιά του ακροατή κάθε φορά. Ανά κυκλοφορία δίσκου και με την πάροδο του χρόνου και τις χιλιάδες επιρροές που μπορεί να έχει ο κάθε ακροατής, επιστρέφει σε κάτι γνώριμο, αλλά κάθε φορά και λίγο διαφορετικό. Σε κάθε δίσκο, παλιό και καινούριο. Αυτό είναι και η μουσική. Έχει άπειρα στολίδια, και κάθε φορά μπορεί κανείς από την πλευρά του μουσικού να το ερμηνεύσει διαφορετικά και από την πλευρά του θεατή να το αφουγκραστεί διαφορετικά. Οπότε, μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορεί να βγουν άπειροι συνδυασμοί από την αλληλεπίδραση μουσικού-ακροατή.

Με την εισαγωγή του “Children of the Eye”, ακούμε και το πολύ αγαπημένο γνωστό ύφος των Amenra. Αλλά κάτι έχει αλλάξει. Ο προσδιορισμός αυτού είναι δύσκολος, αλλά νομίζω ότι με τη συγκομιδή λεπτομερειών μπορεί να προσδιοριστεί, ως ένα τουλάχιστον σημείο. Μια από αυτές είναι η επιστροφή της μπάντας στη Neurot για την κυκλοφορία. Και αυτό φαίνεται από τα αμιγώς καθαρότερα φωνητικά του Colin H. van Eeckhout, αλλά ταυτόχρονα την εκκωφαντική βρομιά της κιθάρας στο υπόβαθρο. Με εξαίρεση ίσως την αρχή από το “Plus Pres De Toi”, όπου οι εντάσεις φωνητικών και οργάνων είναι στο ίδιο σημείο. Μια ακόμα λεπτομέρεια, που ίσως μόνο με μια αυτιστική επανάληψη ακροάσεων μπορεί να διακριθεί. Ίσως το μόνο που μένει σταθερό και η ραχοκοκαλιά της μπάντας είναι ο πόνος. Και όλα να χτίζονται γύρω από αυτόν. Σαν ένα βαθύ πηγάδι που στον λασπωμένο πάτο του κάθεται μια σκοτεινή φιγούρα. Από επιλογή. Ένα είδος αυτοτιμωρίας για τις αμαρτίες του ανθρώπου.

Στο κομμάτι “A Solitary Reign”, διακρίνεται η προσαρμοστικότητα στο σκοτάδι με αυτοσκοπό την παράνοια. Τα μελωδικά κοψίματα έρχονται και κουμπώνουν άψογα με τα δαιμονισμένα ξεσπάσματα. Με την ίδια ικανοποίηση που τοποθετείς το τελευταίο κομμάτι στο παζλ. Χωρίς κόπο και δισταγμό. Μια τελευταία λεπτομέρεια είναι νομίζω και η ενασχόληση των μελών της μπάντας με side project τους. CHVE, Syndrome, Wiegedood κλπ. Οι επιρροές αχνοφαίνονται κατά τη διάρκεια του δίσκου από τα ήρεμα κομμάτια όπως το “Spjit” και το “Edeikroone” μέχρι και το “Diaken”. Νομίζω, το τελευταίο κομμάτι σηματοδοτεί την αρχή του κορεσμού. Τα διπλά φωνητικά ηχούν σαν τη χιλιοστή φωνή ενάντια στη κανονικότητα. Ο όμορφος κύκνος κείτεται άψυχα σε ένα κομμάτι ξύλου.

Εν κατακλείδι, οι διαφορές του Mass VI είναι μικρές συγκριτικά με τους προηγούμενους δίσκους, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Δεν σημαίνει ότι είναι απλώς άλλος ένας δίσκος Amenra, ίδιος με τους παλιούς. Αυτό που δείχνει, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ότι η πορεία τους είναι σταθερή, σκοτεινή και οφείλουμε να δώσουμε μια σημασία στη λεπτομέρεια.

 

 

 

ichie

 

Fraternity Of Sound Festival Days 1-2

FOS Day 1

 Αναμένοντας το Fraternity of Sound festival από την ανακοίνωση του μέχρι και σήμερα το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα. Μαζί του έτρεχαν και σκόρπιες σκέψεις όπως πώς κατάφεραν και μάζεψαν έναν τέτοιο πλούτο ξεχωριστής μουσικής, με τόσες ιδιόμορφες μπάντες σε τόσες λίγες μέρες; Ποια είναι η χρυσή τομή σε τέτοιες περιπτώσεις; Τουτέστιν, πού θα πρώτο-πάω και πώς θα μείνω νηφάλιος αρκετά ώστε να έχω πλήρη επίγνωση της εμπειρίας; Γιατί δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο τόσο καιρό; Υπάρχω άραγε; Μωρέ, μήπως να γίνω βοσκός; Και αλλά τέτοια πολλά!

 Και φτάνει η πολυπόθητη πρώτη μέρα του φεστιβάλ (αν εξαιρέσουμε το εναρκτήριο πάρτι). Έπειτα από μια αγχωτική εβδομάδα φτάνει η Παρασκευή. Και μετά από μια αγχωτική ήμερα φτάνει η ώρα 18:00. Ήταν σαν να χτύπησε το τελευταίο κουδούνι στο σχολείο και να έφυγα τρέχοντας. Μετά από δυο νόστιμες μπίρες κάπου στο κέντρο, κατηφόρισα προς το φεστιβάλ. Η αναμονή έχει φτάσει στο τέλος της.

 Αγαπημένος ήχος η πρώτη νότα από τους Maggot Heart και την εξαιρετική Linnea Olsson. Οι σκοτεινές διαθέσεις άλλαζαν συνεχώς θέση με τη noise rock αισθητικη, σαν έναν όμορφο αυτιστικό κυματισμό της θάλασσας. Ο κόσμος λίγος στην αρχή, με την Olsson να αστειεύεται για την αναλογία γυναικών αντρών, αλλά αυτό δεν έδειχνε να πτοεί την μπάντα. Πολύ καλό σετ, με τις heavy metal επιρροές από τους Oath, την προηγούμενη μπάντα της Olsson, να γυροφέρνει τον χώρο σαν φάντασμα.

 Ακολουθούν οι ντόπιοι Kooba Tercu. Προσωπικά, δεν τους είχα ακούσει και ήταν πολύ καλή έκπληξη. Με tribal διαθέσεις και γρήγορες εναλλαγές σε ένα είδους-αρχές-moby punk/rock (τι;;) η ατμόσφαιρα άρχισε να ζεσταίνει και τα πρώτα κουνήματα των κεφαλών άρχισαν να δίνουν τον ρυθμό. Ο πειραματισμός τους μόνο σε κακό δεν τους βγήκε. Από ψηλά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η αγνότητα της παρθένας Αφρικής γνώρισε τη μητρόπολη. Και από τα σπλάχνα της βγήκε η μουσική και η διάθεση της μπάντας. Όμορφη και ηλεκτρισμένη, προκλητική και δυναμική!

 Και με αυτή τη διάθεση δίνουν τη σκυτάλη στους Circle. Με μια μικρή καθυστέρηση για soundcheck, οι πρώτες νότες ακούγονται. Και αμέσως καταλαβαίνεις την εκρηκτική διάθεσή τους. Οι περίεργοι τύποι με τα φωσφοριζέ κολάν κατάφεραν να μας στήσουν στον τοίχο με τη δαιμονισμένη συμπεριφορά τους. Άψογες εκτελέσεις, φοβερά δεμένη μπάντα και trippy καταστάσεις έφεραν τη βραδιά στα ίσια της και την έπιασαν απ’ τον λαιμό, λέγοντάς της, κοίτα να δεις, εμείς κάνουμε κουμάντο τώρα! Προσωπικά, ήταν η καλύτερη έκπληξη της ημέρας.

 Σειρά έχουν οι Nurse with wound. Μεγάλη εναλλαγή διάθεσης. Η κατάσταση πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή απόχρωση του μαύρου. Η ψυχολογία, από την ανεβαστική εμπειρία της προηγούμενης μπάντας, κατέβηκε στο πιο βαθύ σημείο της γης. Το μείγμα noise/industrial με πειραγμένα samples είναι ό,τι πρέπει για σιρόπι ενάντια στην ευτυχία. Δυο φορές τη μέρα, μετά το φαγητό, και η κατάθλιψη είναι εγγυημένη. Το γεγονός ότι μου έβγαλε τόσα μαύρα συναισθήματα στη λίγη ώρα που παίξανε μου ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο και πρωτόγονο. Αφού τελείωσαν η γεύση που άφησαν ήταν πικρή, αλλά αναλογιζόμενος την εμπειρία μετέπειτα, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν από τις πιο περίεργες και όμορφες που έχω ζήσει.

 Και τέλος, οι πολυ αναμενόμενοι Soft Moon! Από την πρώτη κιόλας νότα βγήκε η post-punk αισθητική και μου αφαίρεσε κάπως πρώιμα την εμπειρία την προηγούμενης μπάντας. Η ένταση και η χορευτική διάθεση δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, με τον frontman της μπάντας να μην αφήνει το κοινό να πάρει ανάσα. Ακόρεστη ενέργεια, επιληπτικός φωτισμός και άψογος ήχος ήρθαν και έδεσαν τον γλυκό. Αν και η κούραση είχε έρθει και είχε καθίσει, νομίζω η ενέργεια της μπάντας ήταν ό,τι έπρεπε για να κρατήσει το κοινό λίγο ακόμα όρθιο.

 Εν τέλει, και χωρίς φανφάρες πια, η όλη εμπειρία τους φεστιβάλ ήταν από τις καλύτερες που έχω ζήσει και μακάρι στο μέλλον να ακολουθήσουν πολλές τέτοιες διοργανώσεις!

ichie

FOS Day 2: Θα μετράς τις μέρες σου σε μπασογραμμές

 Αν ξεκινήσουμε αμέσως αμέσως με την παραδοχή ότι το Fraternity of Sound Festival στήθηκε με σκοπό να συγκεράσει διάφορα μουσικά είδη φιλοξενώντας τόσο εγχώρια όσο και ξένα σχήματα σχετικά “αδικημένα” (αν το δίκαιο μετριέται με δόσεις αναγνωρισιμότητας), θα διαφωνήσω.

 Όταν ακούστηκαν ονόματα όπως Nurse With Wound και Ben Frost πολλοί σύντροφοι έκοψαν το πρωινό γάλα και τη βραδινή βότκα για να καταθέσουν τον οβολό τους για ένα τετραήμερο εξοντωτικής χαράς. Αλλά σε αυτό το κειμενάκι θα περιοριστούμε στις εντυπώσεις από τη δεύτερη μέρα της διοργάνωσης – μια μέρα άτυπα αφιερωμένη στις μπασογραμμές που μετουσιώνουν το νευρικό σύστημά σου σε κλωστές άφαντου puppeteer.

 Και εξηγούμαι αμέσως.

 Όταν ξεκινάς με την kraftwerkική (kudos σε συνοδοιπόρο της βραδιάς για το επίθετο) σκηνική παρουσία των Pharaoh Overload και είναι μόλις εφτά το απόγευμα, ήδη περνάς ένα πανέμορφο απόγευμα. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την επαναληψιμότητα ενός ριφ που μοιάζει να φτιάχτηκε για να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε άλλη κοσμική συχνότητα ώστε να σε προετοιμάσει για την εμφάνιση των Omega Monolith, η οποία δεν ήταν (για ακόμη μια φορά) τίποτε λιγότερο από καθηλωτική.

 Oι Omega Monolith –από τα εγχώρια σχήματα που έχουν κατακτήσει τη δεξιότητα της σωστής κορύφωσης– με την παντελή έλλειψη φωνητικών και την ήπια σκηνική τους παρουσία δημιούργησαν ένα κλίμα μυσταγωγίας ικανό να διαταραχθεί μόνο από τη βίαιη “χορωδία” των Ghold που τους διαδέχθηκαν.

 Ένας μικρός τυφώνας στην όχθη που προσωπικά αρχίζω να διακρίνω ως sludge μας πήρε και μας σήκωσε χωρίς περιττό growling ή περιττά ακροβατικά στη σκηνή. Βαρύς, επιβλητικός ήχος, άπειρη ζωντάνια στα φωνητικά και το “Partaken Incarnate” να βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, παρά την απίστευτη συνέχεια που έδωσαν στη βραδιά οι Unsane.

 Με τους Unsane το κοινό απέκτησε υφή μάζας και σείστηκε ρυθμικά η πλειονότητα των σήμερα, θαρρώ, καταρρακωμένων αυχένων. Επίσης, με τους Unsane διαπιστώσαμε πως, αν “αυτό που κάνεις” ταυτίζεται με αυτό που γουστάρεις, η δυναμικότητα που μεταδίδεις αποκτά χαρακτηριστικά ηλεκτρισμού. Και θα μπορούσες να χεις μείνει παντελώς ικανοποιήμέν@ αν δεν…

 …περίμενες τους Godflesh, για τους οποίους δεν θα πω πολλά, πέρα από το ότι αν υπήρχαν metal disco (ή αν υπάρχουν και δεν το ξέρω) είναι έγκλημα να μην είναι headliners πάντα και παντού.

Cheers to them all!

Victoria L.

Elodie – Manos Milonakis – Orchard

Elodie – Vieux Silence (ideologic organ)

 Πολλές φορές ξεχνώ ότι ένας απλός τρόπος για να εισχωρήσεις αμέσως στο μουσικό σύμπαν ενός δίσκου είναι να κοιτάξεις προσεκτικά το εξώφυλλό του. Βέβαια, μια εικόνα μπορεί να μη λέει τίποτα όταν δεν θέλει να πει κάτι και να αφήσει την ίδια τη μουσική να μιλήσει από μόνη της. Συνήθως όμως τα εξώφυλλα απεικονίζουν την πύλη και τους κώδικές της για να την ξεκλειδώσεις περνώντας στα ενδότερά της. Προς την τελευταία κατηγορία γέρνει ο νέος δίσκος των Elodie καθώς στο εξώφυλλο στέκει ένα ακατάληπτο, σκούρο και τρυφερό σχέδιο. Αυτό παραπέμπει άμεσα στη μουσική που καλέστηκε να ντύσει.

 Η συγκεκριμένη δεν μπαίνει σε νόρμες ή κανόνες, ρέει γάργαρα χωρίς απώτερο σκοπό, παρά μόνο για να φέρει τις αισθήσεις μας στα νερά της. Υπάρχει μια χαλαρότητα σε όλη τη ροή του δίσκου, καταπραϋντική, χωρίς να κουράζει η ambient υφή της. Τα όρια μεταξύ των συνθέσεων ξεκουράζονται κι αυτά πάνω στις όχθες ενός αρχέγονου λυρισμού και στο τέλος όλα καταλήγουν σε μια παλιά σιωπή. Σαν αυτή που ακολουθεί μια ταινία που βυθίστηκες εντός της.

Manos Milonakis – Festen (moderna records)

 Για τον Μάνο Μυλωνάκη έχουμε γράψει από την εποχή που ήταν στους Your Hand In Mine, ακολουθώντας τον στην μετέπειτα προσωπική του πορεία, οπότε δεν χρειάζεται κάποιου είδους εισαγωγή. Αυτό ισχύει και για τη νέα του δουλειά, μιας και διακατέχεται από τα ίδια λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά του προηγούμενου έργου του. Υπάρχουν όμως δύο βασικά στοιχεία που δυσχεραίνουν ελαφρώς την επαφή με το Festen. Πρώτον, έχουμε να κάνουμε με μουσική που χρησιμοποιήθηκε για την ομότιτλη θεατρική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, οπότε μην έχοντας τη συνολική εικόνα του έργου (ήχος και εικόνα) μας μένει μια λειψή γεύση. Κάτι που συνέβη αντίστοιχα και στην περίπτωση του δεύτερου άλμπουμ των Sancho 003. Δεύτερον, αυτού του είδους η μουσική έχει κορεστεί πια, οπότε χρειάζεται να γράψεις κάτι πάρα πολύ αξιόλογο για να ξεχωρίσεις.

 Όχι βέβαια ότι το Festen δεν είναι αρκούντως καλογραμμένο ώστε να ασκήσει τη δική του γοητεία στα ευπαθή με τη neoclassical άτομα. Μάλιστα, συμβαίνει το υλικό να μπορεί να χαρακτηριστεί νυχτερινό, με την έννοια ότι υπερισχύει κάτι το μυστηριώδες, χωρίς όμως την αλλόφρονα πίεση του μεσημεριού. Έχουν προστεθεί μάλιστα αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία, τα οποία εμπλουτίζουν τον όλο ήχο. Ως εκ τούτου, χωρίς να διαθέτει συνθετικές κορυφώσεις ή κάποιου είδους ξεσπάσματα, το Festen είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση με αρχή, μέση και τέλος.

Orchard – Serendipity (Ici D’ailleurs)

 Ο Ουμπέρτο Έκο, θέλοντας να ξεμπερδέψει με τ@ς κακ@ς αναγνώστ@ς του Ονόματος του Ρόδου, έκανε να διαβάζονται δύσκολα οι πρώτες εκατό σελίδες του. Μάλλον η τεχνική αυτή είχε επιτυχία αν δούμε την ευρεία αποδοχή του βιβλίου, οπότε είναι λογικό και στη μουσική να είναι πάμπολλα τα αντίστοιχα παραδείγματα. Να, εδώ, το νέο σχήμα του Aidan Baker με τους Gaspar Claus, Franck Laurino και Maxime Tisserand προσφέρει τρία εικοσάλεπτα κομμάτια από την αρχή του ντεμπούτου τους, ώστε να μας βάλει σε ένα ψυχεδελικό κλίμα όπου τα είδη να περιπλέκονται, οι εντάσεις να μην ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία κι όμως όλα να φαίνονται στην εντέλεια τοποθετημένα.

 Ο κόσμος που γνωρίζει το έργο του Aidan, ή τουλάχιστον έχει μια μικρή ιδέα, δεν θα εκπλαγεί με την εγκεφαλικότητα των συνθέσεων εδώ. Από την άλλη, το φιλτράρισμα που έχει γίνει στις διάφορες επιρροές των μουσικών τους οδηγεί σε έναν ήχο, θα έλεγα πρωτότυπο, εφάμιλλο ενός πρωινού όπου σηκώνεσαι και σου φαίνονται όλα σαν να ξύπνησαν κι αυτά γύρω σου από βαθύ λήθαργο. Μεταξύ λοιπόν ενός υπόγειου σκοταδιού και μιας ηλιοκεντρικής ανάτασης, το Serendipity αναδεικνύεται ως ένα γήινο άκουσμα και σε στιγμές αρκούντως ανθοφόρο.

Μπάμπης Κολτράνης

Afformance – Music For Imaginary Film #1/Pop Nihilism (United We Fly)

 Οι Afformance επιστρέφουν με δύο δίσκους που σίγουρα αξίζουν προσοχή και που θα συνοδεύσουν ωραία τα επερχόμενα μουντά Κυριακάτικα μεσημέρια. Πρόκειται για δύο project, το Music for Imaginary Film#1 και το Pop Nihilism, που ξεδιπλώνουν μια πολύπλευρη προσωπικότητα της μπάντας, η οποία καταφέρνει να βγάλει δύο πολύ ξεχωριστά album, χωρίς ωστόσο να χάνει το κεντρικό της ύφος και χαρακτήρα.

Music for Imaginary Film #1:

Το Music For Imaginary Film #1 , όπως φανερώνει και ο τίτλος, είναι στην πραγματικότητα η μουσική που τυλίγει μια ιστορία, ένα παραμύθι που θέλουν να διηγηθούν οι Afformance χωρίς στίχους, αλλά μόνο μέσα από τη μουσική τους.

Όπως περιγράφει και το ίδιο το συγκρότημα:

Είναι η ιστορία ενός άντρα, ο οποίος προσπαθεί να δραπετεύσει από ένα μεγάλο δάσος στο οποίο είναι παγιδευμένος και, κατά την απόδρασή του από αυτό, λύνει αρκετά μυστήρια σχετικά με τον εαυτό του, αλλά και τον ανεξερεύνητο κόσμο που τον περιέβαλλε. Πρόκειται για τη μεταφορική ιστορία ενός ατόμου, το οποίο απομονωμένο στον μικρόκοσμό του, αδυνατεί να καταλάβει ή να σκεφτεί το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή. Τα 8 τραγούδια που περιέχονται στο album ξεδιπλώνουν ψυχικά και φυσικά στάδια από τα οποία περνάει ο χαρακτήρας για να πραγματοποιήσει το πέρασμα από τη λήθη στη συνειδητοποίηση της ασθένειάς του”.

Οι Afformance καταφέρνουν μέσα από αυτά τα 8 τραγούδια-πέρασμα να μας μεταφέρουν μια έντονη ανησυχία που σίγουρα αναζητάει διαφυγή, σαν τον ήρωα της ιστορίας τους, που, παγιδευμένος μέσα στο δάσος (αλλά και τον εαυτό του), αναζητάει επίμονα την έξοδο προς την ελευθερία του.

Το Music for Imaginary film #1 απευθύνεται τόσο σε εκείνες κι εκείνους που επίμονα αγαπούν το post rock αλλά και σε όσους/ες πιστεύουν ότι τα post ακούσματα έχουν στερέψει γι’ αυτούς/ές. Οι Afformance επιδιώκουν μέσα από τους ήχους τους έντονες στιγμές ενδοσκόπησης, αλλά και την εξερεύνηση του κόσμου-δάσους που μας περιβάλλει.

Με το πρώτο τραγούδι του δίσκου (“Intro”) νιώθεις αυτομάτως το άγχος να σε καταβάλει, το οποίο, καθώς περνάνε τα στάδια-τραγούδια, γίνεται συνειδητοποίηση, όπως αναφέρει και η μπάντα, που συνοδεύεται από μια γλυκιά ηρεμία. Το ουρλιαχτό γίνεται αγώνας για αναζήτηση διαφυγής και φωτός και o αγώνας γίνεται λύτρωση. Το τραγούδι “619” που κλείνει τον δίσκο (αναφορά σε κάποιο λεωφορείο-γραμμή προφανώς;) μεταφέρει ένα αίσθημα γαλήνης, αλλά και κυνισμού.Σαν ό,τι προηγήθηκε να ήταν μια ιδέα, μια φαντασίωση (ή η αλήθεια;) και ο επιβάτης ψάχνει να βρει δικές του απαντήσεις σε ένα καθημερινό δρομολόγιο με πορεία κυκλική…

Οι Afformance έφτιαξαν έναν δίσκο-soundtrack που ντύνει όχι μόνο τη φανταστική ταινία τους, αλλά και το κλειστοφοβικό καθημερινό μας τοπίο.

Pop Nihilism:

Ενώ τo Music For Imaginary Film#1 αποπνέει μια έντονη ανησυχία και μυστήριο, στο Pop Nihilism, από τα πρώτα λεπτά του υπέροχου “Perspectivism” που ανοίγει τον δίσκο, προσφέρεται μια αίσθηση πιο ανάλαφρη και ξεκούραστη, αλλά μόνο φαινομενικά! To Pop Nihilism είναι ένας δίσκος που “απαιτεί” περισσότερες ακροάσεις για να σου πει όσα θέλει.

Οι Afformance αποδεικνύουν ότι μπορούν να πειραματιστούν και να συνδέσουν ήχους και επιρροές τους χωρίς να φανούν γραφικοί ή να τους λείψει το συναίσθημα. Post rock μελωδίες και λυρισμός αναμειγνύονται με μια pop, electro και πιο εναλλακτική αφήγηση. Τα γυναικεία φωνητικά που συνοδεύουν τα τραγούδια “Open Mind”, “No Point Return” και “Here, Now, A million years” (από τις δυνατές στιγμές του δίσκου) προσδίδουν μια ονειρική διάσταση στο σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος της μπάντας. Το ηχητικό κράμα των Afformance ξετυλίγει έναn βαθύτερο κυνισμό και μια αίσθηση κούρασης που αποδίδουν πετυχημένα το νόημα του τίτλου… Pop Nihilism!

Το Music for Imaginary Film #1 και το Pop Nihilism είναι δύο ολοκληρωμένα και διαφορετικά project. Ωστόσο, οι Afformance καταφέρνουν να φανερώσουν το στίγμα τους και στους δύο δίσκους, αλλά και να δημιουργήσουν τη σύνδεση τους που ίσως αναζητήσουμε.

Φανή Κ.

1476 – Our Season Draws Near (Prophecy)

 Θα πω την ευχή μου δυνατά. Εύχομαι να βρω ένα άλμπουμ που θα ντύσει ιδανικά τον φετινό χειμώνα, ένα άλμπουμ μοναδικό και ιδιαίτερο που θα γίνει ο μουσικός μου σύντροφος όσο οι νύχτες θα καταπίνουν τον ήλιο. Εύχομαι το άλμπουμ αυτό να μην προέρχεται από προφανείς επιλογές: δεν θέλω να είναι ακουστικό, δεν θέλω βαρύγδουπο doom, ούτε κάποιο ψυχρό black του Βορρά. Δεν θέλω κάποια ατμοσφαιρική μιζέρια ή κάποια ωραιοποιημένη κατάθλιψη, ούτε κάποιο άλμπουμ που μιλάει για το πόσο αβυσσαλέα μαύρη είναι η ύπαρξη και η ζωή μας. Θέλω κάτι που να μη βασίζεται στη δημιουργία εντυπώσεων και που δεν θα μου ορίζει υποχρεωτικά το υποκείμενο της μουσικής. Θέλω να έχει πλούτο, δύναμη κι ευγένεια και να μην κλείνει τα παντζούρια της ψυχής μου με κάθε play. Θέλω κάτι απροσδόκητο. Θέλω κάτι που να μην με κάνει να σκέφτομαι στιλιστικά ή αισθητικά ζητήματα και να μη με κουράζει. Ένα άλμπουμ που να μπορώ να αφαιρεθώ για κανένα 5λεπτο και να ξαναβρίσκω την προσοχή μου ενώ η μουσική είναι ακόμα εκεί. Θέλω ένα άλμπουμ που να με περιμένει και να με σέβεται κι όχι το αντίθετο.

 Εύχομαι αυτό το άλμπουμ να γίνει αληθινός μου φίλος. Όχι όμως εκείνος ο τύπος φίλου- κολλητού που μπορείς να περνάς κάθε μέρα μαζί του πίνοντας μπίρες και μιλώντας για τα πάντα. Όχι, προτιμώ να μοιάζει με εκείνον τον άλλο, τον παράξενο φίλο που συναντάς μια δυο φορές τον χρόνο και αν. Εκείνον τον φίλο που επιλέγεις να τον καλέσεις σπίτι σου, να ξεσκονίσεις τις καλύτερες μουσικές σου και να ανοίξεις μαζί του εκείνο το καλό ουίσκι που έχεις φυλαγμένο. Εκείνον τον φίλο που μιλάει για παράξενα πράγματα και που έχει να σου πει τις πιο κρυφές ιστορίες. Εκείνον που όταν μιλάς μαζί του η κουβέντα θα πετάει απρόβλεπτα από θάλασσα σε σύμπαν κι από άβυσσο σε ουρανό, που ο χρόνος παύει και τα φαντάσματα σιωπούν για να κρυφακούσουν την κουβέντα. Θέλω ένα άλμπουμ για να κάνουμε τέτοια παρέα και η φιλία μας να είναι ζεστή, αληθινή, σαν να ανταμώνω ξανά κάποιον χαμένο μου αδερφό.

 Κι ύστερα, κάπου, κάπως, μια φωνή είπε: 1476. Our season draws near.

 Λίγες ακροάσεις μετά, είχα ήδη γίνει λίγο σοφότερος, γνωρίζοντας πια ότι η μεγάλη μελαγχολία μπορεί να είναι βαθιά επική και τούμπαλιν. Γνωρίζοντας ότι η ατμόσφαιρα μπορεί να συνυπάρχει με πραγματική ανάταση. Γνωρίζοντας ότι συμφωνώ με τον όρο “ερμητικό death rock” κι ότι όλα τα παραπάνω μπορούν να προέρχονται από κάποιο γκρουπ που γεννήθηκε σε punk γειτονιά.

 Κυρίως, όμως, είχα βρει το απόλυτο άλμπουμ για τον φετινό χειμώνα, ακριβώς όπως το είχα ευχηθεί.

Αντώνης Καλαμούτσος

Circle – Terminal (Southern Lord)

 

 Το διαστημόπλοιο των Φινλανδών Circle σουλατσάρει εξερευνώντας το γνωστό και άγνωστο σύμπαν του σκληρού ήχου εδώ και σχεδόν 25 χρόνια, γεγονός που από μόνο του μπορεί να χαρακτηριστεί θρίαμβος. τι είναι αυτό που προσφέρει λοιπόν αυτή η τρελοπαρέα που είναι τόσο πολύτιμο; Αβίαστα απαντώ “Ταυτότητα”. Δεν είναι απλό πράγμα να κυκλοφορείς το νιοστό studio album μιας αχανούς δισκογραφίας και να ακούγεσαι με το ίδιο ενδιαφέρον. Η παντελής έλλειψη ματαιοδοξίας ή πλαστών φιλοδοξιών από την πλευρά τους είναι στοιχεία τόσο αντιληπτά που μοιάζουν σαν να συνδημιουργούν τη μουσική τους.

 Πειραματικό rock θα μπορούσε κάποιος να πει και ξεμπέρδεψε. Η αλήθεια είναι όμως πιο πικάντικη: Πώς ταυτοποιείς το πείραμα χωρίς την ύπαρξη καινοτομίας; Οι Circle δεν δείχνουν να νοιάζονται για κανένα μέλλον και δεν χτίζουν μια κάποια νέα δική τους πρόταση. Αντίθετα, αντλούν περήφανοι από το ένδοξο 70’s ψυχεδελικό παρελθόν. Τους αρέσει να παίζουν μέχρι τελικής πτώσης τα heavy μινιμαλιστικά τους riffs χωρίς να κοιτάζουν το ρολόι. Τα γεμίζουν αναθυμιάσεις. Μπλέκουν phrygian κλίμακες με viking χορωδιακά μέρη. Πανκίζουν κιόλας. Πού και πού αυτοσχεδιάζουν λες και ηχογραφούν πρόβα. Ντύνουν τα τραγούδια τους με εντελώς φευγάτα φωνητικά – ουσιαστικά το πιο ξεχωριστό τους στοιχείο. Για να μην το πολυλογούμε, οι Circle μάλλον δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για το πού θα τους κατατάξουμε. Μάλλον χασκογελάνε κιόλας. Πειραματικό θα πω – και ξεμπέρδεψα; Από πολλές απόψεις, πρόκειται απλώς για rock. Το rock όπως θα έπρεπε να είναι.

 Το Terminal ρέει σαν τα γάργαρα μαύρα νερά του Βοϊδομάτη. Δεν υπάρχει μέτρια νότα εδώ, η μουσική κυλάει ελεύθερα και φυσικά επιφυλάσσοντας μόνο ευχάριστες εκπλήξεις: το ομώνυμο track μπορεί να θυμίσει Stooges και Neu! ταυτόχρονα, το φανταστικό “Saxo’’ να διηγηθεί κάποιο παραμύθι του Βορρά, το 13λεπτο “Rakkautta Al Dente’’ να λοξοκοιτάει σε άλλους γαλαξίες και ούτω καθεξής. Βίωσε το όπως θες. Πρόκειται πράγματι για έναν θαυμάσιο κύκλο: κινείσαι πάντα μπροστά κι όμως έχεις ξανάρθει εδώ. Όλα είναι καινούρια κι όλα είναι οικεία. Οι Circle ήταν πάντα εδώ, αλλά η Μουσική τους χρειάζεται σαν να ήρθαν μόλις. Επιβιβαστείτε. Και κάτι ακόμα: Για εσάς τους τυχερούς Αθηνέζους, μην τολμήσετε να τους χάσετε ζωντανά. Θα είναι μια εντελώς άχρονη και ακομπλεξάριστη εμπειρία, ακριβώς σαν το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι.

Αντώνης Καλαμούτσος

 

 

 

 

Four Tet – Ben Frost – Guerilla Toss/Jay Glass Dubs

Four Tet – New Energy (text records)

 Κάθε μήνας που περνά αφήνει τον προηγούμενο μουδιασμένο και σχεδόν λησμονημένο. Ο Σεπτέμβρης φαντάζει αυτόν το μήνα σαν να συνέβη κάποτε στο μακρινό παρελθόν. Παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει ο μήνας των νέων ξεκινημάτων, άρα παραμένει παρών. Δεν είναι τυχαίο που ο Four Tet κυκλοφόρησε το νέο του άλμπουμ αυτόν τον συγκεκριμένο μήνα και μάλιστα με τον τίτλο New Energy! Ακούγοντάς τον, νιώθεις αυτό το φως που γεμίζει τέτοια εποχή τη μνήμη με μια αύρα στιγμιαίας ευτυχίας. Σαν η όλη εμπειρία του πάνω στη σπουδή θερμής ηλεκτρονικής μουσικής να καταλήγει σε ηλιαχτίδες μελωδίας.

 Κι όμως τίποτα δεν υποδηλώνει εδώ μια νέα αρχή, καθώς τα βασικά συστατικά της μουσικής του παραμένουν αναλλοίωτα. Υπάρχει όμως μια νέα ενέργεια, χαλαρωτική θα έλεγα, η οποία μας αφήνει πανέμορφα ορχηστρικά καλούδια. Χωρίς να είναι παντελώς ανάλαφρα καταφέρνουν να χρωματίζουν τον χώρο με αόρατα χαμόγελα και ένα μυστήριο για το τι θα φέρει αυτός ο χειμώνας. Διόλου απίθανο τέτοια άλμπουμ να τον καθυστερήσουν κι άλλο.

Ben Frost – The Centre Cannot Hold (mute)

 Με κάποια ονόματα γνωρίζεις εξαρχής ότι όχι μόνο δεν θα ξεμπερδέψεις εύκολα με τις εκάστοτε νέες κυκλοφορίες τους, αλλά η συνέχεια θα είναι ακόμη πιο μυστηριώδης. Ένα απ’ αυτά είναι ο Ben Frost. Έπειτα από μια σειρά συνεργασιών μετά το A U R O R A, έρχεται με ένα άλμπουμ που αρχικά εκπλήσσει για τον τρόπο που το δημιούργησε. Πιο συγκεκριμένα, μετέβη στο γνωστό στούντιο του Steve Albini στο Σικάγο και ηχογράφησε σε αυτό ένα υλικό ελαφρώς από τα πριν προσχεδιασμένο.

 Ουσιαστικά χρησιμοποιεί το στούντιο ως ένα επιπλέον όργανο, και θυμίζει η όλη προσέγγιση του κάτι από live ροκ μπάντα. Ο σημαντικός αστερίσκος είναι ότι ο Albini δεν είναι ο παραγωγός που θα πάρει και θα μεταμορφώσει ή θα ανυψώσει το υλικό που θα έρθει στο στούντιό του, αλλά απλώς θα αναδείξει τον πραγματικό του πυρήνα. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώνεται κι εδώ, με τον Ben Frost να εγκλωβίζεται σε μια ελευθερία κινήσεων, η οποία δεν πάει όμως το υλικό του παραπέρα. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κάτι από τα παλιά του, το τέμπο ελάχιστα αλλάζει και κάπου ο δίσκος χωλαίνει χρονικά. Όχι σε βαθμό που θα μας κάνει να μιλήσουμε για κάτι μέτριο, αλλά ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που βγάζει κάτι το απλώς καλό.

Jay Glass Dubs/Guerilla Toss – Guerilla Toss VS Jay Glass Dubs (bokeh versions/DFA)

 Υπάρχει ένας κανόνας που μιλά για την υπεροχή των dub (δηλαδή remix) άλμπουμ ενάντια των πρωτότυπων όπου βασίστηκαν. Από παραδείγματα, μια ματιά σε δουλειές του Lee Perry και του King Tubby αρκεί. Ας μη μένουμε όμως στα κλασικά αυτά ονόματα, καθώς η μουσική προχωρά. Σίγουρα αυτό δεν αποτυπώνεται στο σχεδόν eighties άλμπουμ της Guerilla Toss που βγήκε το καλοκαίρι, αλλά βγαίνει στο νέο αυτό EP που επιμελήθηκε ο JGD.

 Αν έχετε κάποια επαφή με το υλικό του προαναφερθέντα, θα έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Περίπου βέβαια, μιας και εδώ αυτή η αναμόρφωση των τεσσάρων σουξεδάτων συνθέσεων βγάζει ένα περίεργο κράμα pop, dub και μυστηρίου. Το όλο υλικό διαθέτει τη δική του χορευτική πειθώ και όσο θυμίζει κάτι και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, άλλο τόσο αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη και για τους δύο.

Μπάμπης Κολτράνης