Sëmandjëtrurité – Sëmandjëmendoré Ështënjë Njerëzimin (Self-released demo)

Η εμφάνιση διαφόρων κύκλων που αποτελούνται από όμορα σχήματα είναι σύνηθες φαινόμενο στον black metal χώρο. Έλκοντας την αφετηρία της στις πρώιμες μέρες του δεύτερου κύματος αυτού του ήχου, η ύπαρξη των προαναφερθεισών ομαδοποιήσεων είναι ζωτικό σημείο του χάρτη αυτής της σκηνής,ακόμα και σήμερα. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την εμφάνιση διαφόρων αντίστοιχων προσπαθειών πρόσφατα – μπορώ άνετα να θυμηθώ το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τράβηξαν πάνω τους οι εκ της Πορτογαλίας και Ισλανδίας προερχόμενες απόπειρες, τις οποίες μάλιστα κάποιοι αποθεώνουν, ενώ αντίθετα άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως απλά underground trends.

Αν και προσωπικά αποφεύγω την ταξινόμηση με βάση την καταγωγή, είναι αδύνατον να μην παρατηρήσω το ολότελα αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με μπάντες προερχόμενες από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μια χώρα με απειροελάχιστη παράδοση στον συγκεκριμένο ήχο, η οποία εσχάτως όμως έχει προσφέρει μια πληθώρα σχηματισμών, με κύρια αιχμή ανάμεσά τους τους Obskuritatem. Ο ακατέργαστος, στα όρια του θορύβου, ήχος των τελευταίων, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένδειξη σχετικά με την κατεύθυνση των λοιπών συνοδοιπόρων τους. Η επιρροή των Les Legions Noires είναι αδιαμφισβήτητη, κάτι που γίνεται άμεσα κατανοητό από τους τίτλους αλλά και από και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται. Αλλά και από την ηχητική και όχι μόνο στάση τους, που επιβάλλει σχεδόν μια ωμή, αμόλυντη από τεχνικές υπερβάσεις, πρόθεση. Ανάμεσα σε διάφορες μπάντες αυτού του κύματος, λοιπόν, επέλεξα να παρουσιάσω αυτήν εδώ,για διάφορους λόγους.

Πρόκειται για το προσωπικό όχημα ενός μουσικού που συμμετέχει και σε κάποιες άλλες απόπειρες του ανώνυμου βοσνιακού κύκλου. Το καθόλου εύληπτο όνομά της, όπως επίσης και οι τίτλοι, που με δυσκολία κάποιος θα μπορούσε να προφέρει, λειτουργούν ως άμεση παραπομπή στις λεγεώνες που ανέφερα πριν. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα σχετιζόμενη με το metal απόπειρα. Μάλιστα, θα έλεγα πως η εδώ ευρισκόμενη ηχουργία, αψηφά ακόμα και τα τυπικά όρια των ambient δρόμων.

Το συγκεκριμένο demo αποτελείται από μόλις 3 συνθέσεις, τις οποίες χοντρικά θα σκιαγραφούσα ως ρυθμικό ambient, το οποίο όμως δονείται από πληθώρα βιομηχανικών παραπομπών, όπως και ίχνη προερχόμενα τόσο από τη raw black metal τεχνοτροπία, όσο και, παραδόξως ίσως, από διαφορετικές πτυχές της ηλεκτρονικής έπαρσης. Το πρώτο κομμάτι αβίαστα δημιουργεί μια αίσθηση ύπνωσης. Το σχεδόν industrial ηχόχρωμα απλώνεται οριακά,συμπλέοντας με γκρίζα beat και φωνές που βιώνονται ως αντηχήσεις. Ο ακατέργαστος μα αρκούντως ψυχεδελικός σφυγμός του μου έφερε στον νου αντίστοιχα πειράματά μου, από παλαιότερες εποχές. Η έκπληξή μου όμως γίνεται πρόδηλη στο δεύτερο μέρος αυτής της κασέτας, όπου δίπλα σε μια σχεδόν άστοργη, νιχιλιστική εκκένωση θορύβου, κάνουν την εμφάνισή τους έντονα ρυθμικοί παλμοί. Προσωπικά, ένιωσα κάπως σαν να βρίσκομαι σε μια τελετουργία αντιθέτων, ενώ για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο θυμήθηκα τους/τον Four Tet! Σε απόλυτα σκοτεινό πλαίσιο,βέβαια. Αυτές οι προσμείξεις βρίσκουν το αποκορύφωμά τους στο τέλος αυτής της ακρόασης. Το τρίτο κομμάτι συνταιριάζει αυτές τις επιρροές με μια απαράμιλλα υπόγεια αντίληψη, ενώ η αέρινη απαγγελία που ακούγεται εν μέσω των διονυσιακών θορυβικών εξάρσεων προσδίδει μια εντελώς μυστικιστική αύρα στο όλο εγχείρημα. Κλείνοντας αυτήν την εμπειρία με τον καλύτερα δυνατό τρόπο: με έναν επίλογο που δεν είναι επίλογος, κατ’ ουσίαν.

Είναι εκ των πραγμάτων εμφανές – αυτή η ακρόαση μου προκάλεσε έκπληξη. Το στιλ του πρωτοεμφανιζόμενου αυτού σχήματος διαφέρει αισθητά από άλλες, συγγενικές προσπάθειες. Συνεπώς, η προσωπικότητά του διατυμπανίζεται ευθέως και αποτελεί μια άριστη βάση για επερχόμενες, μελλοντικές απόπειρες. Στο παρόν, να σημειώσω απλώς πως τέτοιας ποιότητας απόπειρες σπανίζουν στις μέρες μας. Σε μια μάλλον άνυδρη χρονιά, κάποιες εκ του underground προερχόμενες φάσεις προσφέρουν μια εναλλακτική, ελπιδοφόρα ματιά. Κάτι κοχλάζει, λοιπόν… Τα αποτελέσματα όμως θα γίνουν ορατά στα επόμενα χρόνια,θαρρώ. Το σίγουρο είναι πως η αφετηρία έχει τεθεί. Και αυτό το demo είναι μια ακριβής και ευφάνταστη παραδοχή αυτής της εντύπωσης. Μια απολαυστική καταγραφή διθυραμβικής ενατένισης. Που δυναμικά προστίθεται στη ζώνη του (μη) υπάρχοντος.

The appearance, as well as the blooming, of certain circles that are usually comprised of a variety of bordering formations, is a common phenomenon, within the ranks of the black metal milieu. Tracing this tendency’s starting point would lead us to today’s scene initial foundations, that were set by what is now known as the second-wave of said scene. Even then, the existence of the aforementioned circular movements was – and, in fact still is – a vital part of this genre’s map. A point that is easily confirmed by the emergence of a number of several yet similar attempts, in recent times – among which I could effortlessly recall the special interest that was drawn upon a series of releases coming out of Portugal and Iceland based circles, respectively. These works have been highly praised by some – while others tend to view them as fashionable underground trends.

Even though, personally, I tend to avoid categorizations that are based on national origins-related assumptions, it is, on my behalf, impossible to ignore the increasing attention towards a great number of bands that are coming from Bosnia-Herzegovina. A country with an almost nonexistent contribution to this specific genre, so far; the later being a situation that has drastically changed in recent years, with the emergence of a plethora of groups originating from Bosnian soil, with Obskuritatem standing at this scene’s forefront, until today. The totally raw approach of the later, which regularly borders on noise inflicted territory, could in fact function as an indication regarding the sound trails followed by the rest of their companions.

The legacy of Les Legion Noires comes off as an utmost significant influence, before all else, a fact easily comprehensible by the usage of similar titles and symbolisms, to the ones once used by the French collective. Said fact is even more evident when researching approaches, regarding sonic fragments while including several hints that stretch beyond the strictly musical related field. Approaches that seem to impose a stance that is based on a totally stripped, devoid of transcending technicalities, intention. Among many bands affiliated to this recently spawned wave, I chose to present this one. A decision adopted based on some eclectic reasons.

What we have here is a personal project of a musician that has participated to a handful of bands that are connected to the unnamed Bosnian circle. Its name, as well as the titles presented, are so hard to pronounce, for sure. A definite similarity, once again reminiscent of the above mentioned legions. The major point of difference though, is that this is a work that has little to do with metal terrains, altogether. Moreover, I could state that the sonic litany that is contained herein, moves beyond the usual ambient connected paths.

The demo tape that we are talking about, is comprisedof only 3 compositions. These compositions could be roughly outlined as being asort of immensely rhythmic dark ambient. On a more indicative level, one mightnotice traces of industrial references, as well as vestiges emanating from araw black metal stylization, not forgetting to include some, absurdly perhaps,unexpected textures that could be attributed as nods referring to certainaspects of an electronica infused type of boastfulness. The first track shines off as an effortless testament of a hypnotic haze. An almost industrial sounding timbre is marginally spreading, drifting along with gray colored beatsand voices that come across as reverberations. The unpolished, yet enormously psychedelic pulsation that this track possesses, brought to mind certain,equivalent experiments of my own that took place many years ago. My initial surprise is even more apparently manifested when moving to the second part ofthis cassette, though. Next to an almost careless, nihilistic evacuation of pure noise, comes the appearance of intensely rhythmic palms and seizures. Personally I sensed a feeling that resembled a ceremony of opposites, while,for some awkward reason, I was reminded of Four Tet’s style. In through atotally darkened spectrum, that is. These amalgamations reach their point ofzenith, as I gradually move towards the end of this listening experience. The third song of this demo gladly combines all said influences, adding anunparalleled, subterranean dimension to them. Whilst an eerie recitation thatis softly heard among dionysian, frenzied outbursts of noise, provides acharmingly mystical aura to this venture, as a whole. Enclosing this ride, inthe most perfect of ways: by simply forming an epilogue. Whom, in return, isnot an epilogue at all.

So – my guess is, that by all means, it is obviousthat this release stirred a grand surprise to me. The sonic path chosen by this debuting formation differs quite a lot, if compared to other, kindred-spirited efforts. Thus, its decisive personality bluntly stands out. Exemplifying an excellent basis for incoming future attempts. Focusing solely on the presentfield, I must admit that works of such quality are rare these days. In a rather uninspired year, there were a few great releases coming off the underground,standing as proof of a freshly alternative view that is on offer. Something is boiling, I guess… The results of this procedure will most probably be visible in years to come. The important factor for now, is that the point of departurehas already been set. This demo tape can be seen as a precise and imaginativeacceptance of the impression stated above. A delightful recording thatfunctions as a sign of an enthusiastic contemplation, of all sorts. One that is dynamically inserted to the zone of (non) existence.

 

 

Giorgos Kanavos

Realm of Distortions: Prurient /Vatican Shadow + more live in Athens (16.11.2018)

Υπό το πέπλο μιας βιβλικής νεροποντής, την περασμένη Παρασκευή πραγματοποιήθηκε το πολυαναμενόμενο live performance του κύριου Dominick Fernow ως Prurient, το κύριο harsh noise/power electronics σχήμα που τον καθιέρωσε στη σύγχρονη underground σκηνή τα τελευταία χρόνια. Λίγο αργότερα, ξεσήκωσε τους μυημένους με το δίωρο live dj set του ως Vatican Shadow, το εξίσου διαβόητο industrial techno project του.

 Η προσωπική αγάπη και βαθιά εκτίμηση για τον Fernow είναι δεδομένη, μιας και είναι από τους λίγους που έχει μπορέσει να πολιτικοποιήσει τον θόρυβο με ριζοσπαστικές αισθητικές σε καιρούς που το πολιτικό ως καθημερινή αφήγηση αποσιωπάται και να θίξει δημιουργικούς προβληματισμούς πάνω στο κυρίαρχο θέαμα ωμής βίας και σεξουαλικότητας. Πρώιμα επηρεασμένος από ένα death metal μισανθρωπισμό και φημισμένος για τα βλάσφημα “παραληρήματά” του, o Fernow, για άλλη μια φορά, επιδόθηκε σε μια μονόωρη θεαματική βαρβαρότητα κατακλυσμένη από υστερικές κραυγές, σπασμωδικά τινάγματα και λευκές ριπές ηλεκτρομαγνητικών παρασίτων. Το στοιχείο της νοσταλγίας δεν έλειψε, καθώς ο Dominick φρόντισε να επιτελέσει και κομμάτια από άλμπουμ περασμένης δεκαετίας, όπως το Cocaine Death. Αντίστοιχα, το Vatican Shadow σετ μπόρεσε νοητά να μας μεταφέρει άλλοτε σε παγωμένα υπόγεια μπουντρούμια και άλλοτε σε σύγχρονα δυτικά πεδία μάχης, πάνταμε σκοτεινά ambient και drone ηχοτοπία.

 Χρονικά, το line-up τηρήθηκε ευλαβικά με μια συνεχώς αυξανόμενη προσέλευση κόσμου μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μαζί με τον Dominick Fernow, έπαιξαν η νεοϋορκέζα συνεργάτιδά του, Becka Diamond (Hospital Productions), ο Γεώργιος Καραμανωλάκης (ΟΔΟΣ 55) με ένα άκρως μετα-αποκαλυπτικό και καρπεντερικό σετ, ο καθηλωτικός ANFS (Vanila, Modal Analysis) καθώς και οι resident DJs της δισκογραφικής π Electronics, 3.14 και DΛS. Συνολικά, η βραδιά αποτέλεσε έναν αποθεωτικό εορτασμό μιας noise υστερίας και των ενδιάμεσων industrial techno τελετουργικών, αφήνοντας εκστασιασμένο και σωματικά εξουθενωμένο το κοινό.


 Under the veil of a biblical rainstorm, last Friday, took place Dominick Fernow’s long-awaited live performance as Prurient, the main harsh noise/power electronics project which has established his name on the modern underground scene in the millenial years. Shortly afterwards, he stirred up his initiates with a two-hour live dj set as Vatican Shadow, his equally notorious industrial techno project.

 My deep appreciation and personal love for Mr. Prurient is obvious, since he is one of the few who manages to radicalize the noise with political aesthetics in times when the political as an everyday narrative is silenced and to create alternative reflections over the dominant spectacle of raw violence and sexuality. Early influenced by a death metal misanthropy and noted for his blasphemous “deliriums”, Fernow once again delivered an hourish thematic barbarity swollen by hysterical screams, spasmodic shocks and white bursts of electromagnetic parasites. The element of nostalgia stroke, while Dominick cared enough to perform tracks from last decade albums, such as Cocaine Death. Respectively, the Vatican Shadow set mind transported us either to frozen undergound dungeons or modern western battlefields, always with dark ambient and drone soundscapes.

The line-up timetable was kept strictly with an ever increasing attendance, even until the early morning hours. Along with Dominick Fernow performed his collaborator from New York, Becka Diamond (Hospital Productions), Georgios Karamanolakis (ODOS 55) with an extremely post-apocalyptic and carpenter-esque set, the immersive ANFS (Vanila, Modal Analysis) as well as the resident DJs of Pi Electronics, 3.14 and DΛS. Overall, the night consisted of a glorifying celebration of a noise hysteria and intermediate techno industrial rituals, rendering the audience ecstatic and physically exhausted.


Pantelis Daskalakis

The shape of dark to come in 2019

Κάπου έχουν ήδη στολίσει γιορτινά κάθε πρόσοψη κτιρίου, τα φώτα αναβοσβήνουν σε έναν άγνωστο ρυθμό και οι ευχές ετοιμάζονται να εκτοξευθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάπου, όχι όμως εδώ, καθώς ψάχνουμε στα σκοτάδια κάτι που να φωτίσει την επόμενη μέρα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο σε αυτή την διαδικασία της αναζήτησης, παρά μόνο μια δίψα για την δύναμη που, ενώ απορρέει από το σκότος, αποβαίνει λυτρωτική και οξυγονούχα. Αν δεν το καταλάβατε, μιλάμε για την μουσική που θα έρθει με το νέο έτος για να αποτελέσει, όχι απλώς ένα όνομα ή τίτλο, αλλά κάτι το σωτήριο που θα μας γεμίσει ενθουσιασμό. Προβλέψεις δεν κάνουμε, απλώς υποθέσεις, οπότε ας δούμε τι ξεχωρίζει ως τώρα από την μεριά των σκοτεινών ακουσμάτων που είναι να μας χτυπήσουν την πόρτα ως άλλοι μάγοι με τα δώρα.

Το μυστήριο με τους Boy Harsher μένει να συνεχιστεί, καθώς και με το νέο τους άσμα-προπομπό του Careful που θα βγει αρχές Φλεβάρη, νιώθεις ότι αυτό που ακούς δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα σου γεννά μέσα σου έναν εθισμό! Στον ήχο, στη φωνή, στο ρυθμό και στα κενά που συγκολλούν τα πάντα σφιχτά σαν να ήταν κλειστά μάτια στο σκοτάδι.

 

 

Ο περίεργος αυτός τύπος που κρατά στα χέρια του τις τύχες ενός από τα πιο πρωτοποριακά label στο σύγχρονο ήχο, έχει έτοιμο το επόμενο του χτύπημα ως Croatian Amor. Όπως αναμενόταν, το πρώτο δείγμα συσκοτίζει αυτό που μπορούμε να περιμένουμε από το σύνολο των νέων του συνθέσεων, αν και η συνεισφορά της τραγουδίστριας των HTRK, μόνο ως ελπιδοφόρο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί. Αν του χρόνου τέτοια εποχή, το Isa βρίσκεται στις λίστες με τα καλύτερα του 2019 μην εκπλαγείτε και μη ξεχάσετε ποιος το πρόβλεψε πρώτος!

 

 

Ναι, υπάρχει το παρελθόν που πολλές φορές καλύτερα να το αφήνεις εκεί που ήταν και υπάρχει το παρόν που δυσκολεύεται να βρει μια θέση να βολευτεί. Ασχέτως του κανόνα, η Cosey Fanni Tutti των ύψιστων Throbbing Gristle μάλλον ετοιμάζει μια έκπληξη. Το Tutti αναμένεται να είναι η εξαίρεση στις ζόμπι κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων της Mute με βάση και αυτό που ακούμε στο πρώτο σύντομο δείγμα του επερχόμενου δίσκου.

 

 

Δεν έχουμε όμως, μόνο αυτά τα ονόματα. Υπάρχουν οι HTRK, οι Second Still, ο Siavash Amini με τον Matt Finney και τόσα άλλα που πιθανόν αγνοούμε την ύπαρξη τους και που ετοιμάζονται να εμπλουτίσουν το επόμενο έτος με νέα αναζωογονητικά άλμπουμ. Αμήν!

 

Somewhere they have already decorated festive the façade of every building, the lights flash at an unknown rhythm and wishes are ready to be launched as it happens every year. Somewhere, but not here, as weare looking for something in the darkness, something to illuminate next day. There is nothing sacred in this process, but the thirst for a specific power that, although it issues from gloom, it turns out redeeming. In case you didn’t get it, we are talking about music which will be released next year, so as toconstitute not only a name or a title but something that will bring us enthusiasm.We don’t make forecasts, just assumptions, whereat lets see what stands outuntil now, from the dark stuff to come in 2019.

The mystery with Boy Harsher goes on as the new song of their upcoming album Careful which will be out on February, makes you feel that you don’t listen something original, but at the same time it sounds so addictive like the rest of their work! In sound, in voice, in rhythm and in between the gaps that splice, everything as if they were eyes closed in the dark.

This strange guy who holds in his hands one of the most innovative labels in contemporary music, has a new album as Croatian Amor coming up on January. As it was expected, the first available song obfuscates what is there to come as a whole, although the contribution of HTRK’s singer is a promising one. If next year, this time of season, Isa is in the lists of the greatest albums of 2019, don’t be surprised and remember who predicted that first!

Yes, there is the past that in many cases it is better to be left where it was and there is the present that finds it difficult toplace itself. Regardless of the rule, Cosey Fanni Tutti of the mighty Throbbing Gristle may prepare a surprise for us. Tuttiis expected to be the exception among the zombie releases of Mute the last fewyears, as we can tell, by listening the first sample of it.

Besides all that we have HTRK, Second Still, Siavash Amini with Matt Finney and many others, which we may ignore, that they areready to fill next year with refreshing albums. Amen!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Impressions #4 – Underground καραβάνια

Οι Εντυπώσεις αυτού του Νοέμβρη αντλούν έμπνευση από τις σκιές που όλο και μεγαλώνουν κάτω από τα παράθυρά μας και γίνονται ένα με το extreme black/death metal καραβάνι που ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ενός ιδιαίτερα υπόγειου κόσμου που διαφεντεύεται ακόμα από παλιούς νόμους!

· Γαλλία. Ντεμπούτο EP για τους Baneful Storm, το one-man-project του Jolyon Dagon, με το Invocations (Invictus Productions), τουτέστιν death metal που λατρεύει τους παλιούς Morbid Angel, γρήγορο, με εκκωφαντικά κιθαριστικά μέρη και πλήρως κακόβουλο. Δεν στοχεύει στην πρωτοτυπία αλλά σε εκείνο το ανίερο συναίσθημα, θυμάσαι;

· ΗΠΑ. Οι Cemetery Lights στο πρώτο τους demo Lemuralia (Nuclear war now productions) παίζουν ένα χαμένο στα ’80s πρωτο-black, πολύ κοντά στο πνεύμα των Mortuary Drape. Εστιάζει στη μαγεία και την ιεροτελεστία του πράγματος και, όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, τα μισά riff σχετίζονται με το punk. Κυκλοφορεί σε κασέτα. Πιο underground δεν έχει.

· Πορτογαλία. Πάντα σέβομαι αυτούς που μπορούν να με τρομάξουν. Οι Degredo, στο ντεμπούτο τους A Noite dos Tempos (Harvest Of Death), έρχονται με βαριές, μυσταγωγικές και drone διαθέσεις και τα 75 λεπτά αυτού του κατάμαυρου ambient εγγυώνται στον αφοσιωμένο ακροατή ότι θα τριπάρει και ότι, ναι, θα νιώσει τρόμο.

· Σουηδία. Τι κι αν το Morkrets Intag (Wolfspell Records) είναι ηχογραφημένο σε κάποιο σαλόνι και αν οι Hostblod είναι one man band; Αυτός ο δίσκος αιχμαλωτίζει την παγωμένη ουσία ενός θλιμμένου black, αναμεμειγμένη με πιάνα, ακορντεόν και λοιπές cinematic/folk αναφορές. Εξαιρετικό ντεμπούτο κι ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα που είδα φέτος.

· Φινλανδία. Εξόχως ενδιαφέρουσα περίπτωση οι Letheria, οι οποίοι κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους (Death Principle, Saturnal Records) μετά από 20 χρόνια underground πορείας. Black/death που ξεκινάει πολύ νευριασμένο, αλλά σταδιακά αποκαλύπτει αρκετές ατμοσφαιρικές “αρετές”. Κατά τ’ άλλα, ταχύτατα τετράγωνα riffs, thrashy λογική, πολύ καλή παραγωγή και φρικτοί τίτλοι.

· Ισπανία. Στη μεγάλη του δυσαρμονικού black metal σχολή φοιτούν και οι Lifelost. Το ντεμπούτο τους Dialogues From Beyond (Transcending Obscurity Records) διατηρεί μια αξιοπρόσεκτη εσωστρέφεια, όχι εις βάρος της ηχητικής βιαιότητας και γίνεται πιο κατανοητό όσο κυλάει. Προάγονται με λίαν καλώς.

· Ολλανδία. Άλλο ένα ντεμπούτο, το Al-Khem-Me (Invictus Productions) των Lucifericon βουτάει βαθιά στην “κλασική” ’80s-’90s death metal παράδοση, με μνημειώδη αδιαφορία για τα σύγχρονα τεκταινόμενα. Η παρελθοντολαγνεία τους δεν είναι όμως άκαρπη, αφού κάτι ιδιαιτέρως σκοτεινό και πειστικό έρπει εκεί ανάμεσα στις νότες τους.

· ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο. Έχοντας τραγουδήσει με τους Death αλλά και σε εκείνο το σπουδαίο From Beyond των Massacre, ο Kam Lee ανήκει στις κλασικές φωνές του χώρου και αποτελεί εγγύηση για κάθε death metal δίσκο. Μαζί με τον Jonny Petterson, φτιάχνουν το νέο τους γκρουπ Nattravnen (Night Of The Raven, Transcending Obscurity Records), αφοσιώνονται στιχουργικά στον θρύλο της Νύχτας του Κορακιού και παραδίδουν ένα ατμοσφαιρικό death με απολήξεις παραδοσιακού metal, που θα γοητεύσει φίλους εμπορικών σχημάτων όπως οι Behemoth.

· Νορβηγία. Ο μπλακμεταλλάς που παρευρίσκεται στον θεσμό του Inferno festival, πριν πάει στο club θέλει να πιει τις μπίρες του ακούγοντας κλασικό metal με black φωνητικά. Κάτι “χαλαρό”, βρε παιδί μου, που θα σε βάζει στο mood. Το Introvert (Dark Essence) των Slegest είναι ο σωστός δίσκος. Και δεν το λέω για πλάκα, I’ve been there. Θα γίνονταν διάσημοι στα late ’90s.

· Ουγγαρία. Υποτίθεται πως το ντουέτο των Svoid αναμειγνύει black metal με post punk επιρροές, στην πραγματικότητα, όμως, το νέο τους EP Spiral Dance (Sun & Moon Records) είναι αποκλειστικά post-punk/gothic rock, φέρνοντας λίγο στο μυαλό το φετινό άλμπουμ των Kontinuum. Ωραίες ιδέες στη μουσική, ελαφρώς κατώτερα τα φωνητικά κι ένας ήχος που μπορεί να μαγνητίσει ακροατές από διάφορους χώρους.

· Ιταλία. Να συμφωνήσουμε ότι το death metal των Thulsa doom ακούγεται ρετρό. Ωραία. Απαντώ, όμως, ότι είναι και τίμιο, περήφανο και χειμαρρώδες. Το demo τους Realms of hatred (Invictus productions) κυκλοφορεί σε κασέτα, βεβαίως, και στο βάθος, στο πολύ βάθος, απλώς θέλει να περάσει καλά ροκάροντας, ξέρεις, με εκείνο το Slayer είδος rock!

· Καναδάς. Η πιο εναρμονισμένη με την εποχή μπάντα αυτού του Impressions, οι Unreqvited, με το τρίτο τους full length Mosaic I: l’ amour et l’ardeur (Northern Silence) δημιουργούν ακόμα ένα από αυτά τα επίκαιρα post rock/blackgaze/symphonic/depressive “black metal”υβρίδια. Μελοδραματικοί αλλά αξιοπρεπείς και σίγουρα πολύ πιο “καλλιτεχνικοί” από διάφορους άλλους που καμαρώνουν τους εαυτούς τους ψηλά στις λίστες του Metacritic.

 

This November’s Impressions draw their inspiration from the constantly growing shadows under our windowpanes and join the extreme black/death metal caravan that travels all around this world. Of a profoundly underground world that remains governed by old laws!

· France. Debut EP by Baneful Storm – Jolyon Dagon’s one man band – entitled Invocations (Invictus Productions), hence old-Morbid Angel worshiping death metal of great speed, blasting guitars and total malice. It doesn’t pursue originality but that old-fashioned unholy feeling, do you remember?

· USA. In their first demo Lemuralia (Nuclear War Now Productions), Cemetery Lights deliver a kind of lost in the ’80s proto-black metal style, really close to the spirit of Mortuary Drape and the likes. They remain focused on the magical and ritualistic aspect of things and, as usual in cases like that, half of the riffs relate with punk. Released on tape. It doesn’t get more underground than that.

· Portugal. Always respect those who can scare you. Degredo come with heavy, drone-mystique intentions in their debut A Noite dos Tempos (Harvest of Death) and the 75 minutes of this blackened ambient guarantee the listener a good trip and, yes, some moments of good fright.

· Sweden. And what if Morkrets Intag (Wolfspell Records) was recorded in some living room and Hostblod is an one man band? This album captures the freezing essence of a melancholic black sound, mixed with pianos, accordions and whatever else cinematic/folk references. A wonderful debut and one of the most beautiful covers I’ve seen this year.

· Finland. Letheria forms a very interesting case, releasing their debut (Death-Principle, Saturnal Records) after 20 years of an underground existence. Their Black/death style kicks off in a really bad tempered way, only to gradually reveal some more atmospheric “virtues”. Besides that, ultra-speed square-sounding riffs, a thrashy mentality, very good production and horrible titles.

· Spain. Like many others, Lifelost attend the great academy of disharmonic black metal. Their debut album Dialogues From Beyond (Transcending Obscurity Records) retains a remarkable introspection without compromising sonic violence and its vibes become clearer as it flows. Very good students, indeed.

· Netherlands. In another debut, Al-Khem-Me by Lucifericon dives deep into the “classic” ’80s-’90s death metal tradition, with proud indifference about its modern context. This past-worshiping isn’t fruitless though, for something particularly dark and threatening lurks within their notes.

· USA/UK. Kam Lee, former singer of Death and of that monumental From Beyond by Massacre, is considered to be one of the classic voices of the genre and a guarantee for any death metal album. Along with Jonny Petterson, they form their new band Nattravnen (Night of the Raven, Transcending Obscurity Records) dedicated lyrically to the legend of the Night of the Raven and they deliver atmospheric death with traditional metal conclusions, fully able to attract fans of commercial bands like Behemoth.

· Norway. The typical blackmetallers who attend the institution of Oslo’s Inferno Festival, before going to the venues, they long to enjoy their beers under the sounds of traditional rock/metal with black vocals. Something “relaxed” to get them in the right mood, you know. Well, Introvert (Dark Essence Records) by Slegest would be the perfect album for it and I’m not joking, I’ve been there. This band would be super famous in the ’90s.

· Hungary. The duet of Svoid is supposed to be mixing up black metal with post-punk influences but in reality, their new EP Spiral Dance (Sun & Moon Records) is exclusively post-punk/gothic rock, reminding a bit the latest album of Kontinuum. Nice ideas musically with a bit inferior vocals and a sound that can charm listeners from many different styles.

· Italy. We can agree that Thulsa Doom’s death metal sounds retro. OK but I have to add that it is also soulful, proud and ardent. Their demo Realms of Hatred (Invictus Productions) is about to be released on tape and deep inside, it just wants you to have fun by rocking out – with that old Slayer type of rock!

· Canada. Unreqvited, the most aligned with the present band of this Impressions, create one of those high-in-demand post-rock/blackgaze/symphonic/depressive “black metal” hybrids in their 3rd album Mosaic I: l’ amour et l’ ardeur (Northern Silence). Melodramatic but dignified and definitely more “artistic” than others that may take pride on seeing themselves high in Metacritic’ s lists.

Antonis Kalamoutsos

Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen)

Η ύπαρξη του σταυρού εν μέσω του έντονα κόκκινου φόντου, δεσπόζει σε αυτό το εξώφυλλο. Παραπέμποντας με σε μια σειρά από ισχυρούς συμβολισμούς: τα 4 σημεία του ορίζοντα, τα 4 σημεία του κύκλου, οι 4 εποχές, μα και ακόμα τα 4 επίπεδα της ύπαρξης. Όποια από τις ενδεχόμενες αυτές επιλογές προτιμήσει κανείς, η στόχευση παραμένει καίρια. Και σε άμεση συνάφεια με το ως τώρα έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, μπορώ να προσθέσω. Η πορεία του οποίου εκτείνεται ως τώρα σε μια μακρά σειρά κυκλοφοριών, σε διάφορα σεβαστά labels που σχετίζονται μα και ερωτοτροπούν με τον ηλεκτρονικό ήχο. Το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις προγενέστερες κυκλοφορίες, έμοιαζε να είναι η πρόκληση δονήσεων που με τον τρόπο τους εκφεύγουν από την μάταιη προσήλωση στην ρηχή καθημερινότητα. Προσφέροντας δηλαδή ήχους που λειτουργούσαν ως πύλη, μεταφραζόμενοι σε δηλώσεις εσωτερικής φύσης. Η ίδια αγωνιώδης μα στέρεη εκφορά είναι παρούσα και εδώ, σε αυτήν την πρόσφατη ηχογράφηση.

Χρησιμοποιώντας ως συνήθως μια (μετα) βιομηχανική βάση, ο Idehall κατορθώνει να συνταιριάξει πολλές ιδιομορφίες, μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο. Ποικιλία παλλόμενων ρυθμών, μια υφέρπουσα μυστικιστική ατμόσφαιρα, υπόκωφα ραπίσματα, εναλλαγές διαφόρων φωνητικών ηχομορφών. Η κυρίαρχη κατεύθυνση στέκει ακέραια μέσα σε αυτά τα δαιδαλώδη υποσύνολα. Πιστό στον τίτλο που επιλέχθηκε, το υπάρχον υλικό ενυπάρχει σε ένα αποκαλυπτικό περιβάλλον.

Πυλώνες του οποίου αποτελούν έννοιες όπως η λύτρωση, η κάθοδος και η ενοποίηση. Ρέοντας αγόγγυστα μεταξύ παλμών, η ιδιαιτερότητα αυτής της απόπειρας είναι πασιφανής. Σχετιζόμενη άμεσα με το άτεγκτο όραμα του Michael. Σε κάποιο ποσοστό, ίσως αυτό οφείλεται στην προτέρως αποκτηθείσα εμπειρία. Επιπρόσθετα όμως, η σπάνια λεπτότητα αυτών των προσμείξεων είναι για εμένα αποτέλεσμα της στεντόρειας, ανήσυχης φύσης του συνθέτη και εκτελεστή αυτών των κομματιών. Είναι ο ξεκάθαρος έλεγχος του πάνω στο υλικό του-μα είναι ταυτόχρονα και η άρνηση αυτού ακριβώς του ελέγχου, στα σημεία όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι η μορφοποίηση του σημαντικού σε ένα απέριττο παλίμψηστο. Είναι βεβαίως, αυτά τα φαινομενικά απόμακρα φωνητικά που η ενέργεια τους δονεί το ασυνείδητο. Είναι, τέλος, το προφητικό διακύβευμα των επιμέρους πτυχών αυτού του έργου η ρυθμική διακύμανση του οποίου σκιαγραφεί το πεδίο της συνάντησης.

Άσκοπο, λοιπόν, βρίσκω το να ανακαλύψω συνθέσεις που ξεχωρίζουν. Αχρείαστη, επίσης, η κατανομή με βάση τα παρακλάδια του νεότερου βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού ήχου. Μάταιη ακόμα και η αναφορά στις όποιες επιρροές και επιδράσεις. Το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση εδώ είναι ο συντονισμός με τις λυτρωτικές συχνότητες. Συχνότητες που εκπνέουν σθεναρά. Συχνότητες που ορίζουν τον δεσμό με αυτό που προϋπήρξε. Και που ως κατάληξη οδηγούν τελετουργικά στον θάνατο της Αφροδίτης. Στον αφανισμό της μορφής, καθώς εισερχόμαστε στο άυλο τέμπλο. Στην διάλυση που προϋποθέτει τον διαχωρισμό των στοιχείων έχοντας ως μόνη κατάληξη τη σύνδεση με το Επέκεινα.

Αυτές οι συνθήκες εκφράζονται με σεβασμό και ιερή λιτότητα. Περιλαμβάνουν δε μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταπιεστικά, άλλα που θα μπορούσαν να ιδωθούν ως αρχέγονα δρώμενα, όπως και κάποια που λάμπουν αυτόνομα, ως ηδονικές αμυχές. Όλα αυτά τα θραύσματα διαλαλούν την παρουσία τους, περίτρανα. Κοσμώντας μια απόλυτα όμορφη συνάθροιση. Έχοντας πάντα κατά νου την ακτίνα που αποτελεί το αίτιο αυτής της σπονδής. Σε ένα πιο άμεσο, σχεδόν πραγματιστικό επίπεδο τολμώ να πω πως η ακρόαση αυτή με οδήγησε στην ανάμνηση του σκοτεινού ήλιου που βρίσκεται στις παρυφές των Αθηνών. Μια σύγκριση βέβαια που φοβάμαι πως μόνον κάποιοι από τους ημεδαπούς αναγνώστες μας θα κατανοήσουν. Ας είναι όμως-το σημαντικό στοιχείο όπως έγραψα πιο πάνω, είναι ο συντονισμός. Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, μπορώ απλά να πω πως αυτή είναι μια από τις πιο άρτιες ηχητικές προτάσεις του σήμερα. Και, ως τέτοια, καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη σχετική με το 2018 λίστα μου.


The appearance of a cross, in through a vividly red background, is emphatically dominant upon seeing this cover art. Its presence leads me towards a series of truly powerful symbolisms: 4 points of horizon, 4 sides of a circle, 4 seasons and even, yet, 4 levels of existence. Whichever choice among these is preferred, the aim remains intact. And it also stands as an immediate connection to this artist’s previous works, may I add. His personal route is so far displayed through a rather long variety of releases, in cooperation with certain, well-respected labels that are related to, as well as worshipping at, the altar of electronic sound, as a whole. The main cohesive element that unified these earlier recordings seemed to be the induction of vibrations that, in certain qualities and manners, escape the vain adherence of this mundane world-view. Thus, offering sounds that are capable of mediating as a gate, somehow translated into statements of esoteric nature. The same anguished yet strong enunciation is also present here in this relatively recent recording.

Relying as usual on a post-industrial basis, Idehall manages to combine a number of oddities, while staying focused on said above trail. A wide selection of turbulent rhythms, an underlying mystical ambiance, eerily hollow beats, an alternating sequence of different vocal audio forms. The main direction shines blissfully through each and any of these equally rambling sub-sections. Being loyal to the title chosen, this existing material is a testimony of an absolutely apocalyptic environment. An environment that is composed of certain pylons-the main ones being notions such as the following ones: redemption, descent and unification. Willingly floating in between palms, this attempt’s distinctiveness is ever present. Obviously connected at once to Michael’s intense vision. To some extent, this could be interpreted as a result of previously gained knowledge and experience. Moreover though, this rarely found delicacy of mixtures, shines for me as a definite sign of a stentorian, never resting personality that the composer/performer here certainly possesses. It is the brightly obvious control he has, regarding his material-and yet, is is also the gesture of denial towards the above said sense of control, at certain points on which this attitude seems to be a necessity. It is the formation of what is seen as important, in the process of a flawless palimpsest. And naturally, it is the presence of these seemingly distant voices. The energy of whom vibrates the unconscious. And lastly, it is about the prophetic stake that individual aspects of this work are comprised of. The rhythmic variance of which, is the key factor that outlines the purpose of this meeting.

Therefore I assume that the task of discovering compositions that stand out is a worthless one, indeed. Attempting to label this by picking up some of the separate branches that are linked to the industrial as well as the post-industrial sound vocabularies, is equally useless to me. The effort of pointing out influences would also prove to be a vain path. The major key of deciphering here is simple and pure: it is the absolute tuning in to these emancipating frequencies. Frequencies that are firmly exhaled. Frequencies that solidify the bond to what once existed, long before time, perhaps which strongly wind up to Venus’ ritualized death. To the eradication of form, as a concept. As we enter the immaterial Temple to a dissolution that involves the segregation of elements, as a vital demand, which leads to a thoroughly specific ending: being one to infinity.

All these statements are carried out and expressed in a mode of respect and dare I say, sacred, leanness. As a whole, this work includes some parts that could be viewed as oppressive, other ones that could be seen as primeval acts, as well as some that tend to shine autonomously, appearing as lacerations of hedonism. The whole of these fragments trumpets its presence, gloriously. Gracing a totally beautiful gathering. Keeping always in mind the ray that was the primal reason for this libation. In an abruptly direct, almost realistically inclined mode, I must admit that this listening experience drove me back to the dark sun that lives and breathes somewhere in the suburbs of Athens. I am afraid that this latest reference is something that only some of our native readers will get. Nevermind, though-the factor of importance here is coordination, as stated above. On a strictly musical level, I can honestly say that this is one of the most essential sonic propositions of this date. And, as such, it occupies a special place to my 2018 related best of list.

Giorgos Kanavos

Six Steps Above The Earth – The Fog Ensemble – cold i

Σε κάθε χρονιά που οδεύει προς το κλείσιμό της οφείλουμε να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία σε ό,τι αξιόλογο βγήκε στα μέρη μας. Όχι γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να παινέψουμε τα δικά μας παιδιά, λες και η μουσική χωρίζεται από σύνορα και πατρίδες, αλλά γιατί καλό είναι να ακούμε αυτό που συμβαίνει και δημιουργείται γύρω μας ως μια προσπάθεια ψηλάφησης του ιδιαίτερου περιβάλλοντος που ζούμε. Μακριά, βέβαια, από μας η μιζέρια του “για ελληνικό καλό είναι” ή οι σερί αποθεωτικές κριτικές, καθώς έχουμε μάθει να ακούμε με τα αυτιά και όχι με τη γλώσσα. Ας δούμε, λοιπόν, την τελευταία σοδειά κυκλοφοριών από ημεδαπά ονόματα που έχουμε ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν, σημειώνοντας ότι συμπεριλαμβάνεται σε μια ούτως ή άλλως κακή χρονιά με βάση το τι βγήκε μέσα στο ’18.

Six Steps Above The Earth – Step 3 – AStudy On Human Nature

Το να ψάχνεται μια μπάντα με τον ήχο της είναι κάτι το ολότελα θετικό. Τόσο που τείνει να καλύπτει το γεγονός ότι μπορεί πολλοί δρόμοι να οδηγούν στον ποθητό στόχο, αλλά δεν μπορούν να παρθούν όλοι ταυτόχρονα, παρά μόνο ένας. Μπροστά στα εν λόγω σταυροδρόμια, βγαίνει μια διστακτικότητα που αποτυπώνεται στην τελική μορφή ενός άλμπουμ, με τη λύση να δίνεται από την ακολούθηση του ενστίκτου που οδηγεί μοιραία και χωρίς μια δεύτερη, πιο ώριμη, σκέψη στη δισκογραφική αποτύπωση κάθε ιδέας. Καλός ο πειραματισμός, λοιπόν, αλλά υπάρχει και το ανάλογο κόστος.

Η γόνιμη βρομιά των προηγούμενων δουλειών των SSATE έχει δώσει τη θέση της σε έναν καλογυαλισμένο τρόπο αντίληψης που τα φέρνει όλα μπροστά με κάπως απότομο τρόπο. Για αυτό και το υπερφιλόδοξο 23λεπτο πρώτο κομμάτι του δίσκου ακούγεται σαν ένας συγκερασμός διαφόρων ιδεών σε κάτι που απομακρύνεται από αυτές. Στα επόμενα ορχηστρικά κομμάτια υπάρχει ως κάτι το διαφορετικό, μια γυμνή μελωδικότητα που ιδίως στο “Earth Gazing” αποκτά μια ιδιαίτερη γοητεία. Την αξία της μπάντας, εξάλλου, τη γνωρίζουμε, οπότε μένει να την αποδείξει η ίδια στη συνέχεια σε ένα ολοκληρωμένο αποτύπωμά της.

The Fog Ensemble – Throbs (inner ear)

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, είναι μεγάλο προτέρημα για μια μπάντα να έχει κατακτήσει τον δικό της ήχο. Στη μόλις δεύτερη κυκλοφορία τους, οι TFE έχουν ήδη αυτό που με το που ακούσεις ένα κομμάτι τους αμέσως τους καταλαβαίνεις. Αυτό όμως ισχύει και για τα κομμάτια τους αυτά καθαυτά, όπου η αρχή υποδηλώνει και το πώς θα κυλήσουν στη συνέχεια. Το θέμα είναι να μη γίνεται και με όλο τον δίσκο, για προφανείς λόγους. Για να δούμε, λοιπόν, αν αυτό συμβαίνει.

Στο Throbs, για καλή τους/μας τύχη, το γράψιμο της μπάντας παραμένει ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως δυναμικό. Η αίσθηση της συνέχειας, από κει που μας είχαν αφήσει με την προηγούμενη κυκλοφορία τους, προσδίδει μια οικειότητα απέναντι στις νέες συνθέσεις. Επίσης, είναι ωραίο που δεν μπορείς να καταχωρήσεις κάπου τον ήχο της μπάντας, αν και μια ροπή στον βρετανικό ήχο υποβόσκει ολούθε. Πάντως αυτή η μονόπλευρη διάσταση των συνθέσεων περιορίζει το εύρος των πεδίων που φτάνουν ως μπάντα και αυτή η εκτός χρόνου uptempo διάθεσή τους τους κοστίζει ως προς το μη σύγχρονο μουσικό τους στίγμα. Αν αυτό οφείλεται στα απλά παιξίματά τους, τότε καλώς. Αν φταίει η βάση των ιδεών της μπάντας, τότε αναμένουμε το ξεπέρασμά της έχοντας κατά νου και τις δεδομένες δυνατότητές της (βλ. χαρακτηριστικά το κλείσιμο του δίσκου).

cold i – Άνθη Γκρεμού (scarecrow records)

Με τους cold i αυτό που συμβαίνει, και σε συνέχεια της εισαγωγής του προηγούμενου κειμένου, είναι ότι πριν πατήσεις το καταραμένο play ξέρεις ακριβώς τι θα ακούσεις. Είναι αδιαμφισβήτητα μια μπάντα που ξέρει τα βασικά πέραν των επιρροών και την όλη ασπρόμαυρη αισθητική που έχουμε αναλύσει σε παλαιότερο κείμενό μας. Ως μια βάση στέρεη έχουμε ένα στρωτό παίξιμο και τις δυνατές κιθαριστικές μελωδίες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το υλικό τους. Πόσο όμως να αντέξει αυτή η βάση το πέρασμα του χρόνου προς τα πίσω;

Μόνο ως παγίδα μπορεί να χαρακτηριστεί αυτό το πισωγύρισμα, με την εκφραστικότητα να εγκλωβίζεται σε καθιερωμένα μουσικά και στιχουργικά μοτίβα. Αυτό αποδεικνύεται αφενός από την επιμονή οι μελωδικές γραμμές της κιθάρας να ταυτίζονται με αυτές της φωνής σε όλα σχεδόν τα μέρη των κομματιών και αφετέρου οι ταχύτητες να είναι πιο punk παρά post, χωρίς να αφήνουν στο τέλος χώρο για κάτι το καινοτόμο ή το διαφορετικό. Οπότε η κατάληξη είναι η προβλεψιμότητα του ήχου και των συνθέσεων, παρόλο που στην κυκλοφορία αυτή βρίσκουμε αρκετές καλές στιγμές για ξεσηκωτικό χορό!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Psych-rock jams, spells and avant-punk feminism: Lydia Lunch’s Big Sexy Noise/Οmega Ray live in Athens (10.11.2018)

 

0

Έχει έρθει επιτέλους το σαββατόβραδο που ανυπομονούσα με στωικότητα για να πρωτοακούσω από κοντά και κυρίως να φωτογραφίσω την αυθεντική avant-garde μάγισσα της τελευταίας, ίσως, ανατρεπτικής γενιάς των κοινωνικών αποβλήτων, την κυνική και επιβλητική φωνή των αθεράπευτα τρελών και απροσάρμοστων στη Νέα Υόρκη των ’80s. Δέος, μελαγχολική έκσταση και εφηβικά χτυποκάρδια, θα μπορούσε κανείς να γράψει για να συμπυκνώσει, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, την ολιστική εμπειρία. Ας το πιάσουμε από την αρχή, όμως, σιγά σιγά.

Ως συναυλιακός χώρος, το Gagarin 205 έχει φιλοξενήσει αρκετές από τις πιο ξεχωριστές προσωπικές στιγμές και πετυχημένα λάιβ που έχω ζήσει, οπότε ήταν αναμενόμενο να προσδοκούσα άλλη μια τέτοια στιγμή. Και η πρόβλεψή μου δεν ήταν λανθασμένη. Σε ένα σχετικά παγωμένο και λιγοστό κοινό, που σταδιακά αυξανόταν, εμφανίστηκε το πρώτο και μοναδικό support σχήμα, η αθηνέζικη psychedelic rock μπάντα Omega Ray. Να ξεκαθαρίσω ότι, αγαπώντας διαχρονικά τους Last Drive, είχα την προκατάληψη ότι το νέο σχήμα του Γιώργου Καρανικόλα θα κινηθεί στην ίδια μουσική garage/surf-rock πεπατημένη, παρ’ ολ’ αυτά διαψεύστηκα περίτρανα. Στη σχεδόν μονόωρη παρουσίαση του ομότιτλου ντεμπούτο τους (Ω-Ray) και με τον παραδειγματικό επαγγελματισμό των υπόλοιπων νεανικών μελών (Στέφανος Φλώτσιος, Άγγελος Κώττας, Κώστας Λουκόπουλος, Αριάννα Κ.), ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ακούσω να διαπλέκεται ο μεστός ελληνικός στίχος με κατανυκτικά shoegaze φωνητικά και πειραματικά folk/acid-rock τζαμαρίσματα. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στον κρυστάλλινο ήχο του ξυλοφώνου στο “Ξενιστής”, στις αργόσυρτες κιθάρες του νεοψυχεδελικού “Κυκλικός Χορός”, στα αισθησιακά blues του “Oξείδωση” και αναμφίβολα στην κορύφωση μιας μυσταγωγικής ατμόσφαιρας με το “Αίτνα”. Σε γενικές γραμμές, οι Omega Ray μπόρεσαν να χτίσουν μια κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση, να σπάσουν τη φθινοπωρινή παγωμάρα του κοινού και να αφήσουν μια αξιοπρεπή παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εμφανίσεις τους, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό.

 Το ενδιάμεσο διάλειμμα με το εκ νέου στήσιμο της σκηνής μάς βρήκε όλες και όλους να προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για ένα χυδαίο performance, ενώ η αναμονή ήταν βασανιστική, κάτι που σίγουρα θα απολάμβανε “σαδιστικά” το αντιδραστικό τρίο των Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White μαζί με τη Lydia Lunch) στα παρασκήνια. Καθώς όλα ήταν έτοιμα, πάνω στη σκηνή είχε ήδη τοποθετηθεί ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ένα γυάλινο ψηλό ποτήρι, ένα ακόμη στοιχείο που προοικονομούσε και εξασφάλιζε την επερχόμενη απόλαυση. Δεν άργησε να βγει στη σκηνή η Lydia Lunch και με τον δικό της καυστικό και ενδυναμωτικό τροπο, μας ξόρκισε άλλοτε με τραχιά και άλλοτε με αισθησιακή φωνή, ράγισε κάθε ανδρικό εγωισμό με μια αντισυμβατική femme-fatale επιτέλεση και κυριολεκτικά έφτυσε στα μούτρα κάθε καταπιεστική κοινωνική νόρμα που καταστρατηγεί τις ηδονές μας. Η διαχυτική της παρουσία, η άλλοτε απαθής και άλλοτε παιχνιδιάρικη θεατρικότητα και οι προβοκατόρικοι μονόλογοί της κατάφεραν να ενορχηστρώσουν μαζί με την εντυπωσιακή κιθάρα του James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) και τα εκκωφαντικά τύμπανα του Ian White (Gallon Drunk) ένα “κανιβαλιστικό ρομάντζο”. Συνεπαρμένος από το μεθυστικό high της στιγμής, μπόρεσα να ξεχωρίσω το μαγευτικό “Ballin’ The Jack”, το καταγγελτικό ύφος του “Your Love Don’t Pay My Rent”, την περιρρέουσα σεξουαλικότητα του “Trust The Witch”, το αμαρτωλό “Collision Course”, την εφιαλτική διασκευή του μνημειώδους “Κill Your Sons” (Lou Reed) και, τέλος, το οργασμικό “Forever On The Run”. Ουφ, επικό ρίγος!

Σε τελική ανάλυση, όλα τα υπόλοιπα που δεν μπορούν να περιγραφούν, απαθανατίζονται με ευκρίνεια στις ακόλουθες φωτογραφίες.

This slideshow requires JavaScript.


At last it’s Saturday night for which I long awaited with tremendous stoicism, for the sole purpose of listening to, for my first live, and mainly photographing the authentic avant-garde witch of the presumably last, subversive generation of social waste, the grandiose and cynical voice of the untold mads and misfits in ’80s New York. Awe, melancholic ecstacy and adolescent heartbeats would anyone write to condense, as vivid as possible, this holistic experience. Νonetheless, let’s get it from the beginning rather slowly.

 As a concert venue, Gagarin 205 has hosted some of the most memorable personal moments and successful lives I’ve ever experienced, so I was expecting another one successful night. And I didn’t false predicted. In a relatively cold and scarce audience that gradually grew, the first and only support appeared, Omega Ray, a psychedelic rock band from Athens. To clarify, since I love eternally The Last Drive, I was biased that George Karanikolas’ new band would oscillate between the same old garage and surf-rock soundscapes, but I was totally refuted. In an almost one-hour presentation of their self-titled debut album (Ω-Ray) along with the exemplary professionalism of the other younger members (Stefanos Flotsios, Angelos Kottas, Kostas Loukopoulos, Arianna K.), the mixing of concise Greek lyrics with devout shoegaze vocals and experimental folk/ acid-rock jams was a pleasant surprise. Worth-mentioning moments involve the xylophone’s crystallic sounds in “Xenistis”, the lengthy chords of neopsychedelic “Kyklikos Horos”, the sensational blues of “Oxidosi” and , unequivocally, the climax of an atmospheric ritual with “Etna”. In a few words, Omega Ray succeeded in building up a proper emotional charge, breaking the ice among the audience and setting a decent example for their future live appearances, at least from my perspective.

This slideshow requires JavaScript.

The mid-break with the stage set-up got us all emotionally prepared for a vulgar performance, while the standing by was tantalizing, a momentum which the reactive trio of Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White with Lydia Lunch) would surely enjoy in the backstage. As everything was set up, a big bottle of white wine and a typical wine glass were placed on stage, yet another fact which foreshadowed and ensured the upcoming enjoyment. Lydia Lunch wasn’t too late to come out and, in her own poignant and empowering way, haunted us sometimes with a harsh, sometimes with a sensual voice, broke down every male’s ego with an unconventional femme-fatale persona and literally spat in the face of any oppressive social norm which stifles our pleasures. Her effusive presence, her either apathetic either playful theatricality and the provocatorial monologues managed to orchestrate a “cannibal romance” alongside with the impressive guitar of James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) and the deafening drums of Ian White (Gallon Drunk). Deluged with the moment’s high, I was able to distinguish the enchanting “Ballin’ The Jack”, the denunciatory attitude of “Your Love Don’t Pay My Rent”, the raw sexuality of “Trust The Witch”, the sinful “Collision Course”, the eerie cover of monumental “Kill Your Sons” (Lou Reed) and, finally, the orgasmic “Forever On The Run”. Sigh, what an epic shiver!

In the long run, all the rest that cannot be described, were clearly immortalized in the following photos.

Pantelis Daskalakis