Ku – Manos Milonakis – Fragments

Ku – Ganja (inner ear)

Μέσα στην απλότητα κρύβεται ενίοτε η γοητεία στη μουσική. Το μονοσύλλαβο καλλιτεχνικό όνομα που φέρει ο Δημήτρης Παπαδάτος σε αυτό του το δημιουργικό σχήμα, υποδηλώνει και τις προθέσεις του. Αφήνοντας πέρα κάθε μνεία στις δουλειές του ως Jay Glass Dubs και The Hydra, μιας και διαθέτουν εντελώς διαφορετικές φυσιογνωμίες και στοχεύσεις, επιστρέφει στα βασικά. Τουτέστιν, στο δεύτερο δισκογραφικό του βήμα ως Ku βάζει στο επίκεντρο έναν πηγαίο λυρισμό ο οποίος τροφοδοτείται από την φυσικότητα των οργάνων. Ως δύναμη που τα συνέχει όλα στέκει η φωνή του και ως βάση η συνεργασία του με τους Baby Guru οι οποίοι λειτουργούν με άτυπο χαρακτήρα ως η μπάντα του δίσκου.

Το Ganja ως ένας καλοδουλεμένος δίσκος δείχνει να μην διαθέτει καν μειονεκτήματα. Ο ήχος του είναι ταυτόχρονα εύπεπτος και βαθύς, με την παραγωγή και τις ευφάνταστες εκτελέσεις των κομματιών να αναδεικνύουν τον διαφορετικό χαρακτήρα κάθε τραγουδιού. Το βασικό σε αυτές τις περιπτώσεις δίσκων παραμένει το συνθετικό επίπεδο τους και εδώ με έναν, θα έλεγα, ντροπαλό τρόπο, φανερώνεται ο πλούτος του Ganja στο τρίτο τραγούδι του, στο μυστηριακό “Turque”. Σίγουρα το ύφος της μουσικής παραπέμπει στην κλασσική τραγουδοποιία περασμένων δεκαετιών, αλλά αυτές οι παραπομπές δεν παρεμβάλλονται ως μια στάμπα, αλλά πλέουν στην ροή του άλμπουμ ως αιθέριες αισθήσεις. Συμβαίνει επίσης ο δίσκος να λειτουργεί και ως σύνολο γοητευτικών συνθέσεων, και αποσπασματικά με την ανάδειξη κάποιων εξ αυτών ως υποθετικών hit singles (βλ. “Spring Elevator” και “Cypriol”), στην περίπτωση που ο Δημήτρης καταγόταν ή ζούσε στη Νέα Υόρκη ή στο Βερολίνο. Μιας και ζει όμως στην Αθήνα, ας χαρούμε το νέο του άλμπουμ ως έχει σε κάτι ηλιόλουστα πρωινά χωρίς άγχος για το χτες, το σήμερα και το αύριο.

Manos Milonakis – Sólfar Reworked (self-released)

Τα remix άλμπουμ κουβαλούν την κατάρα να ακούγονται συνοδευτικά των ορίτζιναλ άλμπουμ. Πόσα άραγε τέτοια μπορούμε να ανασύρουμε από την μνήμη μας που να αξίζουν να αναφερθούν; Συμβαίνει μάλιστα τέτοιου είδους απόπειρες να σπανίζουν στον χώρο της ημεδαπής παραγωγής. Οπότε ερχόμαστε στην νέα αυτή κυκλοφορία, ένεκα της Record Store Day 2017, με τον άνωθεν προβληματισμό να δημιουργεί ταυτόχρονα μια ελπίδα ότι λόγω του επιπέδου του περσινού Sólfar μπορεί και να τη σκαπουλάρει από τα γνωστά στερεότυπα των remix πρότζεκτ.

Θα ήταν βαρετό να πω ότι ετούτο εδώ το EP διαφέρει αρκετά από το περσινό στο οποίο στηρίχτηκε. Ότι οι πέντε δημιουργοί (Steve Gibbs, Fragile Baloon, Luke Howard, Hior Chronik, Ed Carlsen) ουσιαστικά συνέγραψαν από την αρχή το υλικό εμπνευσμένοι από τον πυρήνα των ορίτζιναλ συνθέσεων. Αντ’ αυτού θα επικεντρωθώ στην συνοχή του EP που με εξέπληξε ευχάριστα. Είναι σαν να πλανιέται η αύρα του Sólfar πάνω και από τις πέντε συνθέσεις συνδέοντας τις με τρόπο υπόγειο, μα και καταλυτικό. Η δύσκολή αποστολή να αποκτήσει μια αυταξία ετούτο εδώ το πρότζεκτ εκτελέσθηκε. Τα υπόλοιπα αφήνονται στα ανοικτά αυτιά μας.

Fragments Compilation (numb capsule)

Έχουμε στα μέρη μας σκηνή με κεντρικό γνώμονα την ηλεκτρονική μουσική; Η απάντηση είναι, σχεδόν, ναι, μιας και έχουμε πλήθος νέων ονομάτων, κυκλοφοριών, συναυλιών και μια βάση σχέσεων όλων των συντελεστών τους που τα συνέχει όλα. Σχεδόν, γιατί λείπει εκείνο το δισκογραφικό αριστούργημα στον εν λόγω χώρο που θα πάει όλα τα παραπάνω ένα βήμα πιο πέρα από καλλιτεχνικής άποψης. Υπάρχει, βέβαια, η αίσθηση ότι δεν θα αργήσει να κάνει την εμφάνιση του και ως προπομπός του τί μέλλει γενέσθαι λειτουργούν μια χαρά συλλογές όπως αυτή της Numb Capsule η οποία βγήκε πριν μια βδομάδα για χάρη της Record Store Day.

Θετική έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή που συνέχει τις εννιά συνθέσεις του Fragments, καθώς ακούγοντας την νομίζεις ότι κάποια κομμάτια φτιάχτηκαν για να συνδεθούν με αυτά που τα ακολουθούν! Επίσης κατά μήκος της ακρόασης υπάρχουν γυναικείες ηχογραφημένες φωνές σε διάφορα σημεία της συλλογής πάλι σαν να υπήρχε μια είδους συνεννόησης μεταξύ των μουσικών. Η βαρύτητα κλίνει προς τον πειραματισμό, αντί της αγνής idm, αν και πάλι αυτές οι τάσεις δεν διαχωρίζονται με κάποιο τρόπο, αλλά συνέρχονται εις σάρκα μια. Κάπως έτσι οι όποιες αδύναμες στιγμές καλύπτονται από τη συλλογική επιθυμία της αποτύπωσης μιας αισθητικής παρουσίας η οποία, θα έλεγα, ξεφεύγει από τα αποκλειστικά μουσικά στεγανά στον χωροχρόνο που ζούμε.

Μπάμπης Κολτράνης

Rediscovering Mika Vainio

Ο θάνατος είναι απόλυτος. Αποκόβει την επαφή με το οτιδήποτε. Ό,τι αφήνει πίσω κάποι@ κουλουριάζεται και αν το αξίζει, θα λυθεί προς τα έξω με έναν τρόπο σχεδόν εξωπραγματικό. Δηλαδή, μπορεί να μην υπάρχει εν ζωή, αλλά το έργο του βαδίζει την δική του πορεία αναπνέοντας ακόμη. Εδώ και λίγες ημέρες ο Mika Vainio δεν ζει. Έχασε αναπάντεχα τη ζωή του όντας πενήντα τεσσάρων χρονών σε ένα άγνωστο δυστύχημα στη Γαλλία. Μετά την είδηση πολύς κόσμος από τον χώρο της ηλεκτρονικής και πειραματικής μουσικής σκηνής εκδήλωσε έναν απεριόριστο σεβασμό για το πρόσωπο του MV καθώς και για το έργο του. Ακολουθώντας όλα αυτά τα σχόλια, τα αφιερώματα και τα βίντεο, ήρθα αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο συγκινησιακό φορτίο ως μουσικόφιλος. Η μουσική του, σε ένα μέρος της οποίας είχα εντρυφήσει, καθώς μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο κυκλοφοριών και συνεργασιών, αποκτούσε μυθικά χαρακτηριστικά. Σαν η ίδια να με έσπρωχνε να ακούσω ολοένα και περισσότερα έργα του, κάνοντας στην άκρη οποιαδήποτε άλλη μουσική θα μπορούσε να παιχτεί δίπλα της. Ουσιαστικά δεν μπορούσα να ακούσω κάτι άλλο αυτές τις βδομάδες, οπότε σχεδόν αυτόματα προχώρησα στην ανακάλυψη δουλειών του που αγνοούσα και με άφησαν εντυπωσιασμένο.

Γιατί όλο αυτό με τον συγκεκριμένο; Πέρυσι έγινε μόδα να τιμούνται μουσικοί μεγάλου βεληνεκούς που έχαναν την ζωή τους, παντού η συγκίνηση περίσσευε και το παρελθόν ήταν πανταχού παρόν, δικαίως ή αδίκως. Τι το διαφορετικό έχει όμως η περίπτωση αυτού του θανάτου που με ώθησε στον προαναφερόμενο δρόμο; Μιλάμε για ένα όνομα το οποίο δεν πήρε ούτε ένα RIP από τα ημεδαπά μουσικά μέσα, δεν φλέρταρε ποτέ με την εμπορική επιτυχία και δεν αυτοπροβλήθηκε ποτέ ως πρωτοπόρος στη μουσική (αν και ήταν). Κανένα hype λοιπόν, παρά μόνο το έργο του το οποίο ορθώθηκε αυτές τις μέρες στεντόρειο. Ένα έργο πολυδαίδαλο στο οποίο δύσκολα απομονώνεις το minimal, το techno, το ambient, τον θόρυβο ή την electronica από ένα αόρατο νήμα που τα συνέχει όλα. Μοιάζει σαν ένα σύμπαν όπου οι πλανήτες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά το ίδιο σχήμα, την ίδια ζωή. Μάλιστα ο διαχωρισμός των δουλειών του σε αυτές που είχαν απλώς το όνομα του, σε αυτές που έβγαιναν με την στάμπα των Pan Sonic και αυτές που έφεραν ένα απλό Ø, μεταξύ πολλών άλλων, γινόταν με βάση πιθανόν το συναίσθημα και όχι πάνω σε μια σαφή ταξινόμηση όσον αφορά την υφή των μουσικών περιεχομένων τους.

Ο Mika Vainio ήταν πραγματικά ένας ριζοσπάστης καλλιτέχνης. Η επιλογή του ήταν να ορίσει αυτός τον δικό του δρόμο, να συνεργάζεται αποκλειστικά με ανεξάρτητα label και να διαλέγει αυτό που θέλει να κάνει, όχι να τον διαλέγουν. Θα μπορούσε να αφήσει τους πολλούς πειραματισμούς, να καταπιαστεί με κάτι το πιο εμπορικό (βλ. soundtracks γνωστών ταινιών-σήριαλ) ή έστω να κεφαλαιοποιήσει το όνομα του ως μουσικός ανανεωτής. Δεν το έκανε. Για τρεις δεκαετίες έβγαζε συνεχώς νέο υλικό, κάθε φορά επιφυλάσσοντας μια μικρή ή μεγάλη έκπληξη. Όλα αυτά τον αναδεικνύουν ως ένα παράδειγμα όχι απλώς προς μίμηση, αλλά προς την αυτομόρφωσή μας. Ένα παράδειγμα στην σύγχρονη μουσική που προχώρησε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς όρια και χωρίς εκπτώσεις. Για αυτό και σήμερα φαντάζει τόσο εκλεκτική και καταιγιστική η δισκογραφία που άφησε πίσω του.

Μπάμπης Κολτράνης

Live Need/The Mighty N

Αθήνα, 21 Απριλίου 2017. Το κατά τ’ άλλα ανοιξιάτικο απόγευμα μοιάζει μπερδεμένο, ο αέρας έξω λυσσομανά και όλη η πόλη μοιάζει κάπως σαν να κατηφορίζει προς το Κύτταρο. Απόψε οι Need θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ζωντανά το Hegaiamas: A Song For Freedom άλμπουμ τους στη γενέτειρα τους κι όλοι εμείς που πιστεύουμε ότι θα βρίσκεται ανάμεσα στα top της χρονιάς, περιμένουμε μια περαιτέρω επιβεβαίωση. Εξάλλου, η μπάντα μήνες τώρα προωθεί και δουλεύει για αυτό το show. Κάνω ένα τσιγάρο, χαζεύοντας τα πρόσωπα έξω απ’ το club: μοιάζουν κι εκείνοι να ξέρουν τι να περιμένουν. Σβήνω τσιγάρο κάνοντας prog συνειρμούς και μπαίνω ενώ έξω είναι ακόμα λυκόφως.

Πες μου το support σου να σου πω ποιος είσαι. Οι The Mighty N δεν αποτελούν μια ‘’προφανή’’ επιλογή για special guests και γι αυτό ακριβώς κρίνεται και ως απολύτως επιτυχημένη. Η Νατάσα Τσίρου και το παρεάκι της ανεβαίνουν στη σκηνή στις 20.45 με το ‘’Ground Zero’’ και οι προθέσεις τους είναι ευθύς ξεκάθαρες: φασαριόζικο heavy alternative rock από καλή 90’s σοδειά. Η μπάντα είναι σωστά στημένη στη σκηνή, ο ήχος είναι πολύ καλός και τα πράγματα ζεσταίνονται γρήγορα. Ο κόσμος που προσέρχεται σταθερά δείχνει να περνάει μια χαρά, ειδικά στα φωνακλάδικα ρεφρέν και στα υπεργκρουβάτα riffs που προσγειώνονται δεξιά κι αριστερά. Όμως οι The Mighty N δεν παίζουν απλά για να περάσεις καλά και να συνοδεύσουν την μπύρα σου. Η μουσική τους έχει πολύ ζουμί, ένα τρομακτικό εύρος επιρροών και η πεντάδα τα καταθέτει με άνεση. Η καλά συγκαλυμμένη ψυχεδέλεια του ‘’No man’s land’’, τα fuzzαρίσματα του ‘’Who why’’, η funky bass εισαγωγή του ‘’Loose end’’, οι έξοχες δυναμικές του ‘’Rays of light’’ και το doomy κτηνάκι που λέγεται ‘’Bulletproof’’ μας προσφέρουν στιγμές εξαιρετικής μουσικότητας, ενώ τα jazzy φωνητικά περάσματα και τα πολλά σύνθετα ‘’μετρήματα’’ υπενθυμίζουν ότι, ναι, είμαστε σε ένα prog event. Η μπάντα μένει στη σκηνή για 45 λεπτά μ’ ένα σετ 10 τραγουδιών που εστιάζει ελαφρά στο πρόσφατο δεύτερο άλμπουμ τους Retribution και αποχωρεί κάτω απ’ το ζεστό χειροκρότημα του κοινού, έχοντας κάνει τη δουλειά της με το παραπάνω. Check them out και δεν θα χάσετε!

Ευτυχώς οι Need δεν μας αφήνουν σε μεγάλη αναμονή. Η ώρα είναι 21.50 και το Κύτταρο είναι ιδανικά γεμάτο τη στιγμή που η μπάντα ξεκινά αφηνιασμένη το σετ της, αποφασισμένη να παραδώσει ένα δίωρο οργασμικό σετ. Από τα πρώτα λεπτά έχει ήδη φανεί ότι θα ήταν εντελώς χαζό να μιλήσουμε για δέσιμο/απόδοση και τα συναφή. Η μπάντα είναι συναυλιακά ‘’ψημένη’’ διεθνώς και σε πολύ υψηλό επίπεδο για να αφήνει αμφιβολίες: Το παίξιμο τους είναι απλά εξαιρετικό, σε βαθμό που με βρίσκει να απορώ για το αν ο κόσμος καταλαβαίνει το πόσο καλή μπάντα παρακολουθεί. Ακούστε κι έναν γεράκο σαν εμένα που έχει δει σχεδόν όλες τις ‘’μεγάλες’’ και ‘’μεσαίες’’ prog μπάντες των 90’s: οι Need στέκονται πλάι στους μεγάλους. Η μόνη μου αμφιβολία ήταν για το αν θα υποστηριχθούν ισάξια η επιθετική και η λυρική πλευρά του ‘’πες-μου-πως-ενώσατε-τους-Nevermore-και-τους-Fates-Warning’’progressive τους. Κι αυτή η αμφιβολία ήταν έτοιμη να απαντηθεί.

Το σετ των Need ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο η μπάντα έκανε μια σύντομη διαδρομή στο παρελθόν της. Το υλικό του The Wisdom Machine και του Siamese God ακούστηκε εξαιρετικά φρέσκο, όταν όμως ακούστηκαν τα θηριώδη ‘’Symmetrape’’ και ‘’Mother Madness’’ από το Orvam , από το κοινό ακούστηκαν οι πρώτες ιαχές αλλοφροσύνης. Ιαχές που έγιναν πρώιμη αποθέωση όταν το 15λεπτο ομώνυμο προσγειώθηκε στα κεφάλια μας με όλο του το μεγαλείο, κλείνοντας τον πρώτο κύκλο του live. Πριν ξεκινήσουν την παρουσίαση του Hegaiamas, η μπάντα τίμησε τον πρόσφατα εκλιπόντα Paul O’ Neil των Savatage/Trans Siberian Orchestra με μια ιδιαίτερα φορτισμένη απόδοση του ‘’Sleep’’. Προσωπικά δεν τη βρίσκω με διασκευές, αυτή ήταν όμως μια πανέμορφη στιγμή που με βρήκε να ακούω απρόσμενα ένα πολύ ιδιαίτερο προσωπικά τραγούδι.

Και το ταξίδι του Hegaiamas ξεκινά! Αποδείχτηκε ζωντανά κάτι που η εκπληκτική παραγωγή του άλμπουμ καλύπτει: το υλικό είναι ιδιαιτέρως πιο απαιτητικό και πλούσιο. Η μπάντα ανταπεξήρθε άνετα της πρόκλησης, όχι μόνο μέσω της εκτελεστικής αρτιότητας αλλά και μέσα από το καλοζυγισμένο στήσιμο επί σκηνής. Οι σε στιγμές co-frontmen Ravaya και Αντώνης (κιθάρα και πλήκτρα) τραβάνε το βλέμμα όσο πρέπει, ενώ ο Jon παραδίδει τις παθιασμένες του ερμηνείες. Και όποιος έχει παίξει μουσική γνωρίζει ότι αν έχεις τέτοιο rhythm section από πίσω (Βίκτωρας και Στέλιος απλά κεντάνε), είσαι ελεύθερος να απογειωθείς. Ένας ακόμα λόγος για την φανταστική απόδοση του Hegaiamas ήταν η επί σκηνής ανάδειξη της θεατρικότητας του: η Σαπφώ ήρθε από τη Νορβηγία για να διακοσμήσει με την υπέρ-φωνή της, η Δανάη και η Ιωάννα ζωντάνεψαν το θεατρικό I.O.T.A και μια μικρή χορωδία συνέβαλλε στις απανωτές ανατριχίλες του 20λεπτου ομώνυμου. Η δαιδαλώδης αυτή σύνθεση έκλεισε το live μεγαλοπρεπώς και μέσα σε γενική αποθέωση.

Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον τραγουδιστή Jon V. Στα άλμπουμ ακούς έναν πολύ καλό τραγουδιστή. Ζωντανά όμως θα δεις έναν σπουδαίο performer, αεικίνητο κι εκρηκτικό, που παραδίδει τις φορτισμένες του ερμηνείες με αλύγιστο πάθος. Υποθέτω ότι ο Warrel Dane είναι βασική του επιρροή και, ναι, ο άνθρωπος στα δικά μου μάτια στάθηκε εξίσου γιγάντια.

Η βραδιά ήταν ένας μικρός θρίαμβος για τους Need. Κι ενώ πιστεύω ακράδαντα ότι σύντομα θα ξεπεράσουν αυτό που οι ίδιοι αποκάλεσαν ως ‘’τη σημαντικότερη headline εμφάνιση της καριέρας τους ως τώρα’’, αυτό δεν μας σταματάει από το να βροντοφωνάζουμε για να ξυπνήσουν όσ@ ακόμα κοιμούνται χωρίς να έχουν καταλάβει τι μπάντα έχουμε στα πόδια μας. Έξω από το μαγαζί, τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά κι ο αέρας έμοιαζε λιγότερο κρύος. Προσπάθησα να θυμηθώ αν έχω δει καλύτερο ελληνικό progressive συγκρότημα live. Δεν θυμήθηκα κανένα.

Αντώνης Καλαμούτσος

ROEL FUNCKEN – ATS GUEST MIX #5

Σε αρκετές περιπτώσεις όταν έχεις μπροστά σου πολλά δημιουργικά σχήματα, προκαλείται ένα μικρό χάος. Ο Roel Funcken φαίνεται να μην αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα. Τον έχουμε γνωρίσει μέσω των δουλειών του αρχικά στους Funckarma, μετέπειτα στους Legiac και βεβαίως μέσω των προσωπικών του δίσκων. Πάντα στοχοπροσηλωμένος σε αυτό που κάνει εξελίσσει συνεχώς το δικό του στυλ της ιριδίζουσας και εμμελούς electronica του. Το συγκεκριμένο mix περιέχει κυρίως υλικό από το πρόσφατο του άλμπουμ και δεν μένει άλλο παρά να τον ευχαριστήσουμε θερμά που το μοιράζεται μαζί μας.

In many occasions, having to work with a large number of creative groups can create a small chaos; still, Roel Funcken doesn’t seem to be facing any such problems. We became acquainted with him through his work in Funckarma at first, then Legiac, and afterwards, through his personal records. Keeping his focus on what he does, he constantly develops his own personal style in his luminous and melodious electronica. This mix contains mostly material from his more recent record, and there’s nothing left to say but to wholeheartedly thank him for sharing it with us.

https://funckarma.bandcamp.com/

Exquirla – Para Quienes Aun Viven (Superball music)

Ο μύθος λέει ότι ένας σοφός ή πονηρός θεούλης κάποτε με τον πύργο της Βαβέλ καταδίκασε την ανθρωπότητα στη μη επικοινωνία. Έκτοτε η ανθρώπινη δραστηριότητα, με την τέχνη στην εμπροσθοφυλακή, κάνει ότι περνάει απ’ το χέρι της για να απαξιώσει αυτήν την καταδίκη. Και υπάρχουν στιγμές που η τέχνη καταφέρνει μικρούς ή μεγάλους θριάμβους, η επικοινωνία αποκαθίσταται ολοκληρωτικά και η Βαβέλ μοιάζει με μαντρότοιχο. Η εισαγωγή αυτή ταιριάζει για έναν δίσκο που δεν αποτελεί απλώς το απόλυτο φαβορί για δίσκος της χρονιάς αλλά ανοίγει κουβέντα για την παγκοσμιότητα της μουσικής. Και πως να μην το επιχειρήσεις, όταν ακούς μια γλώσσα της οποίας δεν καταλαβαίνεις ούτε λέξη και η ψυχή σου δεν σταματάει να φτερουγίζει;

Πάμε στα τυπικά. Οι Exquirla αποτελούν ένα project- σύμπραξη των Ισπανών Toundra και του flamenco τραγουδιστή Nine de Elche. Μια χονδροειδής προσέγγιση θα ήταν λοιπόν ότι το post rock/metal των Toundra (πολύ αξιόλογη η δισκογραφία τους) συναντά την flamenco. Μην προσπαθήσεις όμως να το φανταστείς για τι απλά αυτό που παράγουν οι Exquirla είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτό εξηγείται καταρχήν από τους αρμονικούς συσχετισμούς: η μπάντα χρησιμοποιεί τυπικές ροκ αρμονίες που το αυτί μας γνωρίζει και ο Nine χτίζει φωνητικές μελωδίες με κλίμακες εντελώς ξένες του ροκ. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει με ένωση των δύο αλλά με έναν ήχο άγνωστο που προκαλεί εντελώς διαφορετικά δραματουργικά αποτελέσματα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απρόβλεπτη χημική ένωση. Δύο στοιχεία με γνωστές ιδιότητες ενώνονται και δημιουργούν ένα παντελώς καινούριο.

Ακόμα κι αν ήταν instrumental το άλμπουμ θα ήταν εξαιρετικό. Το post των Exquirla δεν κλαψουρίζει, δεν πλατειάζει, δεν χτίζεται κάτω από τόνους reverb. Είναι ευθυτενές, κινηματογραφικό και συνεχώς παράγει Δύναμη – με την καστανεντική έννοια της λέξης. Σε πολλές στιγμές μοιάζει να προσεγγίζει το progressive rock, όχι εξαιτίας κάποιας δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας που προτάσσει αλλά από την αδιάκοπα intellectual αύρα της μουσικής. Πάρε για παράδειγμα το αριστουργηματικό “Un hombre”: στις δεκάδες φορές που το άκουσα δεν μπόρεσα ποτέ να μην σκεφτώ ότι ακούω την μετενσάρκωση του “Epitaph”, μισό αιώνα μετά. Ναι, είναι τόσο καλό. Κυριολεκτικά από την πρώτη νότα και για 55 λεπτά, η μουσική σε γραπώνει και σε ταξιδεύει σε μια πολύχρωμη δίνη, υποβοηθούμενη από την εξαιρετική παραγωγή.

Ο κύριος υπεύθυνος για την απογείωση του Para Quienes Aun Viven όμως είναι ο μίστερ Nine de Elche. Ο εν λόγω βοκαλίστας είναι καταξιωμένος στο χώρο του flamenco, έχει όμως να επιδείξει και αρκετά πειραματικά projects και συνεργασίες, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός ανήσυχου καλλιτέχνη. Οι συγκλονιστικές του ερμηνείες αποδεικνύουν ότι γνωρίζει πως να μεταφέρει την δική του άποψη στο εκάστοτε ηχητικό περιβάλλον με σεβασμό και ευγένεια. Επίσης φανερώνουν τη βαθιά γνώση του στην flamenco παράδοση και τεχνοτροπία. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό. Κάθε σύνθεση στοχεύει – και επιτυγχάνει – στο ολόδικο της βίωμα, στην απελευθέρωση της τσιγγάνικης ψυχής: η θλίψη και η υπερηφάνεια του νομάδα πάνω σε έναν contemporary rock καμβά; Βεβαίως, θα πάρω. Μπορώ να έχω διπλή μερίδα;

Πέραν της περαιτέρω περιγραφής, θεωρώ επίσης περιττό να γραφτούν πολλά για τις συνθέσεις ξεχωριστά. Μη μεταχειριστείς αυτό το άλμπουμ τμηματικά. Πρέπει να το δεις στην ολότητα του για να το νιώσεις, για να δεις κάθε πράγμα στη θέση του. Για να καταλάβεις την ορμή του “Destruidnos Juntos”, την αίγλη του “ Europa Muda”, το ότι το “Hijos de la rabia” είναι η σύνθεση που οι Tool θα ήθελαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Μόνο η αδιανόητη ένταση του εισαγωγικού “Cancion de E” μπορεί να σταθεί μόνη, ακριβώς επειδή απλώς εισάγει.

Δεν ξέρω αν μέσα στη χρονιά θα βγει κάτι ανώτερο από το Para Quienes Aun Viven ούτε αν το συγκεκριμένο project θα συνεχίσει. Μικρή σημασία έχει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ μοιάζει να έχει τη δική του μικρή αίγλη στο μεγάλο μουσικό κόσμο και δεν νιώθω την ανάγκη να το δω να επαναλαμβάνεται. Η υπερβατική του μοναδικότητα θα διατηρήσει τη λάμψη του για αρκετά χρόνια (δεν αποφεύγω τους συνειρμούς με το Lazarus Bird των Burst). Θα μοιάζει πάντα με ένα πολύ σύντομο ταξίδι που κάποτε έκανες αλλά ποτέ δεν ξέχασες. Δεν ξέρω αν όταν τελειώσει το 2017 θα είναι στην κορυφή της λίστας μου, ξέρω όμως καλά ότι όταν το ακούω η Βαβέλ καταρρέει κι εγώ υψώνω τη μικρή μου γροθιά προς ένα θεούλη που, τελικά κανείς δεν ξέρει αν είναι σοφός ή πονηρός.

Αντώνης Καλαμούτσος

Tegh – Oiseaux-Tempête – Anjou

Tegh – Downfall (midira)

Τις ίδιες ημέρες που ανεβάσαμε το πρόσφατο μας Guest Mix των 9T Antiope το οποίο περιείχε ονόματα από τη σύγχρονη πειραματική σκηνή του Ιράν, εμφανίστηκαν τρία αφιερώματα σε παγκοσμίως γνωστά site που αναφερόντουσαν στο ίδιο θέμα. Ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η ίδια η δύναμη της μουσικής που βγάζουν εδώ και κάποια χρόνια αρκετά ιρανικά ονόματα και σχήματα. Μια δύναμη που εξανεμίζει την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ του εδώ με το εκεί και την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που άκουσα κάτι από τον Tegh (πιο συγκεκριμένα στο EP που είχε βγάλει με τον Kamyar Tavakoli πριν δύο χρόνια). Στο νέο του άλμπουμ προχωρά ακόμη παραπέρα ως προς την σύνθεση μελωδίας και ατμοσφαιρικότητας προσθέτοντας ένα συμφωνικό τόνο σε ορισμένα σημεία του.

Ουσιαστικά έχουμε μια σαραντάλεπτη σύνθεση η οποία ξεκινά ως ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων. Είναι τέτοια η ένταση του που δεν γίνεται να μη σε πιάσει μέσα σου κάτι ακούγοντας τα πρώτα μέρη του Downfall. Στη συνέχεια ρέει το υλικό προς πιο αναμενόμενα κιτάπια, χωρίς όμως να αμβλύνονται οι εντυπώσεις ως προς αυτό που μουσικά συντίθεται. Στο τέλος ένα κυκλικό άσμα απομυζεί κάθε σκέψη που γλύτωσε από το πέρασμα του δίσκου θυμίζοντας το τελικό στάδιο απώλειας μνήμης. Η πορεία προς τη λήθη παραπέμπει σε κάθοδο προς το άγνωστο. Η καθαρτική φύση του Downfall διαθέτει, λοιπόν, τέτοιου είδους χαρακτηριστικά.

Oiseaux-Tempête – AL – ‘AN! الآن (sub rosa)

Η Μέση Ανατολή έχει γένους θηλυκό, όπως και η επανάσταση, εξού και το εξώφυλλο του νέου δίσκου των OT. Ως κεντρικό θέμα το χάος στα πολύπαθα αυτά μέρη την περσινή χρονιά, χάος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, η γαλλική αυτή μπάντα συνεχίζει να ασχολείται με την πολιτική, όντας δεκτική και ανοικτή σε ριζοσπαστικές φωνές και επιρροές διαφορετικών κουλτούρων από τη δικιά της. Όσο άκουγα το συγκεκριμένο άλμπουμ ένιωθα την μουσική να υποχωρεί δίνοντας χώρο στα ανατρεπτικά νοήματα που θέλει εξαρχής να περάσει. Η βάση είναι οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ Αράβων μουσικών, της εν λόγω μπάντας και φίλων της με τις ηχογραφήσεις να έχουν μοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών μακρινών τόπων όπου οι συντελεστές ζουν.

Τα τραγούδια ηχούν σαν να οδεύει μια μπάντα στα βάθη της ερήμου με τον ήλιο μπροστά και μια υπόσχεση για το μέλλον στα χαμένα. Στην πορεία αυτή τίποτα φαινομενικά δεν αλλάζει άρδην, αν και στο τέλος της ακρόασης του δίσκου που έχει τον υπότιτλο And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams έχεις διανύσει μια καθόλα σεβαστή απόσταση εμπειριών. Ένας αστερίσκος μπαίνει για μας που καταγόμαστε από μέρη που συνορεύουν με τη συγκεκριμένη κουλτούρα της Ανατολής, οπότε και ανάλογα ακούσματα ή παντρέματα με αυτά δεν μας εντυπωσιάζουν τόσο. Εντούτοις το ταξίδι που μας παρουσιάζουν οι ΟΤ εδώ αποτελεί άλλον έναν ενδιαφέρον σταθμό στην θησαυρίζουσα δισκογραφία τους.

Anjou – Epithymia (kranky)

Υπάρχει η άποψη ότι η ambient μουσική ταιριάζει ως άκουσμα τη νύχτα, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι και ως πρωινή συνοδεία τα πάει περίφημα. Αυτό οφείλεται στην αργή ανάπτυξη μιας ιδέας, την ένταση που έρχεται στην πορεία ως το ποθητό ξύπνημα και το φινάλε που δένει με οτιδήποτε άλλο για συνέχεια. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και τη μουσική των Anjou που αποτελούνται πλέον από δύο μέλη των Labradford, της θεμελιώδους σημασίας μπάντας για τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική.

Αυτό εδώ είναι το δεύτερο τους άλμπουμ στο οποίο λόγω ίσως της απώλειας του περκασιονίστα που είχαν ως βασικό μέλος της σύνθεσης τους στο ντεμπούτο τους, βγαίνει μια πιο ηλεκτρονική χροιά από ότι θα περιμέναμε. Κάπου σαν να χάνεται η όλη φυσικότητα του μυστηρίου που μπορεί να μεταδώσει η μπάντα. Υπογραμμίζω, μάλιστα, το ρήμα “μπορεί” μιας και στην επικών διαστάσεων σύνθεση τους “An Empty Bank” συντελείται ένα μικρό θαύμα με το πάντρεμα μιας βαθιάς ατμόσφαιρας με το γλυκό παίξιμο μιας τρομπέτας. Είναι η στιγμή που η αφαίρεση δεν σ’αφήνει με αρνητικό πρόσημο, αλλά σου θυμίζει για ποιο λόγο αγαπάς αυτού του είδους την μουσική. Αυτά.

Μπάμπης Κολτράνης

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ