Snowdrops – Dag Rosenqvist – Tegh

Snowdrops – Manta Ray Original Soundtrack (gizeh records)

Τι κάνει μια ταινία σπουδαία; Πολλά, σίγουρα, αλλά το ένα από δαύτα είναι, σαφώς η μουσική της. Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποιοτική ταινία η οποία να μη διαθέτει ποιοτικό soundtrack. Αυτός ο κανόνας διέπει και τις σινεδουλειές που αναλαμβάνει η Christine Ott. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτήν εδώ που έφερε εις πέρας για την περσινή πολυβραβευμένη ταϊλανδέζικη ταινία Manta Ray, προβάλλει μια μουσική δύναμη που όσο χρειάζεται τις εικόνες τις οποίες βάλθηκε να δέσει, άλλο τόσο κινείται και αυτόνομα! Σε μερικές συνθέσεις νομίζεις ότι αν κλείσεις τα μάτια θα δεις μέρη της ταινίας, σε άλλες ακούς ξεκάθαρα ψήγματα του μουσικού της σύμπαντος που δημιουργεί παρέα με τον ομότεχνο Mathieu Gabry. Όλα αυτά ανάκατα, αλλά και σε μια ροή θα έλεγα δραματουργική, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο, για να δούμε τη συγκεκριμένη ταινία!

Dag Rosenqvist – Blood Transmision (hidden vibes)

Συνήθως παίρνει κάποια ώρα για να μπεις στην ατμόσφαιρα ενός άλμπουμ, αλλά εδώ, από τους πρώτους ήχους, η όποια αργοπορία στην κατανόηση του τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε, καταρρέει αμέσως! Μια μελαγχολία και μια λεπτότητα διαπερνά κάθε στιγμή του νέου άλμπουμ του Σουηδού Dag Rosenqvist. Οι εντάσεις, είτε ως σκιές, είτε ως δέσμες φωτός, είναι πανταχού παρούσες για να προσδώσουν την αμεσότητα που χαρακτηρίζει όλο το υλικό εδώ. Χωρίς στίχους, χωρίς φωνές, με ένα ρυθμό ευθύ στις συνθέσεις που είναι χρονικά οι μεγαλύτερες, το Blood Transmission είναι ένας δίσκος – έκπληξη σε ένα χώρο και μια εποχή που οι εκπλήξεις φθίνουν ραγδαία!

Tegh – Unusual Path (midira)

Σαν μια σπουδή στη δύναμη της μουσικής και τη μουσικότητα της δύναμης, το νέο εικοσάλεπτο ομώνυμο κομμάτι του Ιρανού Tegh ορθώνεται, όπως τα ρήγματα των κορυφογραμμών στην εικόνα του εξωφύλλου. Μέσα σε ένα ακίνητο θαρρείς ηχητικό περιβάλλον συγχρωτίζονται στοιχεία που, ενώ τείνουν να ακολουθήσουν τη δική τους πορεία, εντούτοις συγκολλούνται σε ένα μασίφ σώμα. Ενδιαφέρον, επίσης, έχει το γεγονός ότι με τα δύο remix στη 2η πλευρά του βινυλίου αναδεικνύεται η κοινή μουσική αντίληψη που έχουν οι τρεις αυτοί μουσικοί. Με τον Siavash Amini να κινείται σε ελαφρώς πιο εγκεφαλικά πεδία και τον ημεδαπό Zenjungle να εμπλουτίζει αριστουργηματικά τη βάση, κυρίως με το σαξόφωνο του, έχουμε -κατά μια έννοια- τρία μέρη ενός ολοκληρωμένου έργου και μιας συντονισμένης ηχητικής επίθεσης που μπορεί να μην είναι για κάθε ώρα της ημέρας, αλλά σίγουρα αποτελεί μια ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σαφές ερώτημα πάνω στο αύριο της σύγχρονης πειραματικής μουσικής.

Snowdrops – Manta Ray Original Soundtrack (gizeh records)

What makes a movie great? Many things, of course, but one of them is, clearly, its music. Proof of this is the fact that there is no quality film that does not have a quality soundtrack. This rule also governs the cinematographic works assumed by Christine Ott. More specifically, in this one that she has done for last year’s award-winning Thai film, “Manta Ray”, she puts forward a musical power connecting the images with the music, but also moving independently! In some compositions you think that if you close your eyes, you will see parts of the film, in other clear-cut nuggets of her music universe that creates together with Mathieu Gabry. All this pell-mell, but also in a stream I would say dramatic, giving an extra motivation to see this particular movie!

Dag Roseqvist – Blood Transmision (hidden vibes)

It usually takes some time to get into an album’ s atmosphere, but here, with the first sounds, any delays in understanding what we have to deal with, will collapse immediately! A melancholy and subtlety permeates every moment of the Swedish Dag Roseqvist’s new album. Tensions, either as shadows or as light beams, are omnipresent to impart the directness that characterizes all the material here. Without lyrics, no voices, with a straight rhythm on the most time-consuming compositions, Blood Transmission is a surprising record in a genre and a time when surprises are falling rapidly!

Tegh – Unusual Path (midira)

As a study of the power of music and the musicality of the power, the Iranian Tegh’s new twenty-minute homonymous piece stands up like the crest of the ridges in the picture of the cover. Inside a property there is a sound environment that combines elements that, while they tend to follow their own course, are nevertheless bonded to a massive body. Also interesting is the fact that the two remixes on the 2nd side of the vinyl show the common music perception of these three musicians. With Siavash Amini moving in slightly more brain fields, and Zenjungle masterfully enriching the base, mainly with his saxophone, we have – in a sense – three parts of a complete project and a coordinated sonic attack that may not be appropriate for each moment of the day, but it is definitely a complete study and a clear question on the tomorrow of modern experimental music.

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Pelican – Nighttime Stories (southern lord)

Κλείνεις τα μάτια κι ένας κόσμος γεμάτος με κίνηση και χρώματα κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο νους δημιουργεί και συνθέτει εικόνες ανάμεσα σε δέσμες φωτός που εμφανίζονται σαν γεωμετρικά σχήματα. Όλα χρωματίζονται έντονα. Αυτές οι νοητές εικόνες παραίσθησης δημιουργούνται για να σε παρασύρουν μακριά από μια ζοφερή και δύσκολη πραγματικότητα και έναν κόσμο που δεν είναι πάντα αρεστός ή αποδεκτός. Μια αίσθηση αλλότρια και οικεία, συνάμα. Η αποτύπωσή τους πραγματοποιείται στο εξώφυλλο του νέου άλμπουμ των Pelican, Nighttime stories ξεκινώντας ένα 45λεπτό μουσικό ταξίδι στην «εσφαλμένη» αντίληψη κάποιου υπαρκτού ερεθίσματος.

Αρχή της εξιστόρησης, η τρίλεπτη εισαγωγή με το “WST”, ένας πρόλογος όσων θα επακολουθήσουν. Και οι νυχτερινές μουσικές ιστορίες των Pelican ξεκινούν τα μεσάνυχτα με το “Midnight and Mescaline”. Τα λόγια δεν υπάρχουν, αλλά η μουσική δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερη επικοινωνία μεταξύ δημιουργού και ακροατή. Δυνατές και δύσκολες στιγμές που βίωσαν τα μέλη της μπάντας τα έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας των περασμένων χρόνων αποτυπώνονται στο άλμπουμ, η απώλεια, η θλίψη όλα τα στοιχεία αποτελούν ενεργά συστατικά στα τραγούδια τους. Ένας δίσκος που ακροβατεί ανάμεσα στις αισθήσεις και τις παραισθήσεις.

You close your eyes and a world full of motion and color makes its presence felt. The mind creates and composes images between light beams that appear as geometric shapes. All these are colored intensively. These illusionary images are created to drive you away from a bleak and difficult reality and a world that is not always acceptable. A feeling aloft and intimate, at the same time. Their stamping takes place on the cover of Pelican’s new album, Nighttime Stories, starting a 45-minute musical journey into the wrong perception of an existing stimulus.

Beginning of the narrative, the three-minute introduction with “WST”, a preface to those who will follow. Pelican’s nightly musical stories start at midnight with “Midnight and Mescaline.” There are no words, but music creates the conditions for a special communication between the creator and the listener; the strong and difficult moments experienced by the band members years of record-breaking absences of the past are depicted on the album, loss, sadness, all elements are active ingredients in their songs; an album that strikes between sensations and hallucinations.

Sylvia Ioannou

Franck Vigroux – Totem (Aesthetical)

Η μουσική δεν είναι μόνο για να περνάμε καλά, αλλά είναι και για εκείνες τις στιγμές που, με μισόκλειστο βλέμμα, θες να κοιτάξεις στον καθρέφτη και να σφαλιαρίσεις το είδωλο που βλέπεις. Είναι για εκείνες τις στιγμές που δεν είναι οι κατάλληλες για να αγαπήσεις τα λάθη σου, παρόλο που αυτά πληθαίνουν επικίνδυνα. Για αυτές τις στιγμές ο Franck Vigroux μόλις κυκλοφόρησε ένα δίσκο-κάλεσμα για να τις αγκαλιάσει στοργικά, χωρίς κανένα λάθος να παραμονεύει πριν από κάθε σύνθεση που περιέχει.

Τελειοποιώντας τις τεχνικές του με τη βαρύτητα ενός πλούσιου βιογραφικού εναλλάσσει έξυπνο θόρυβο με ευλύγιστες ρυθμολογίες πάνω σε μια στέρεα βάση ατμόσφαιρας, ώστε να βγάλει ένα εσωτερικό μα και εκρηκτικό άλμπουμ. Το μυστήριο, βέβαια, παραμονεύει σε κάθε στιγμή του Totem και πυροδοτεί μια απόκοσμη ενέργεια, όπως έκαναν στην αντίστοιχη δική τους εποχή αυτά τα ιερά σύμβολα τα οποία αναφέρονται στους τίτλους των συνθέσεων. Σίγουρα τα σημάδια είχαν φανεί στο πρόσφατο EP που έβγαλε, αλλά πραγματικά αυτός ο ορυμαγδός εδώ, έχει και το βάθος και το βάρος για να βυθιστείς κατακόρυφα. Καλές μας βουτιές!

Music is not just about having a good time, but it’s also about those moments where, with a half-closed look, you want to look into the mirror and sabotage your reflection. It is for those moments that are not suitable to love your mistakes, even though your mistakes are increasing dangerously. For these moments Franck Vigroux has just released an album-call to embrace them affectionately, without any mistake lurking before each composition that it contains.

Perfecting his techniques with the gravity of a wealthy biography, he switches intelligent noise with flexible rhythms on a solid atmosphere base to pull out an inside and explosive album. The mystery, of course, lurks at every moment in Totem and triggers an eerie action, as these sacred symbols that refer to the titles of the compositions made at their respective times. Certainly the signs had been seen in the recent EP that he did, but really this buzzard here, has the depth and the weight to plunge vertically.


Μπάμπης Κολτράνης

Second Still – Cold Showers

Second Still – Violet Phase (sentimental)

Όταν οι Second Still είχαν εμφανιστεί στην Αθήνα πριν λίγα χρόνια, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση, πέραν των ζωντανών τους επιδόσεων ήταν η ανεπιτήδευτη έκφραση τους που καμία σχέση δεν είχε με τα παρόμοια γκρουπ του είδους που υπηρετούν από τότε που εμφανίστηκαν. Αυτή η αυθεντικότητα τους αποκρυσταλλώνεται και δισκογραφικά στο νέο τους πόνημα. Τουτέστιν, ενώ κρατάνε το μουσικό τους dark/post punk στίγμα (βλ “Eternal Love”), καταφέρνουν να το εμπλουτίσουν με απλές συνταγές που όμως αποδίδουν τα μάλα! Απόδειξη είναι η ποικιλία στα ρυθμικά μέρη των νέων κομματιών τους, το μπάσιμο με δύο άκρως ηλεκτρονικά κομμάτια και η ανάδειξη πανέμορφων μελωδιών που σε πολύ λίγες στιγμές κάτι θυμίζουν. Κι όλα αυτά, σε λιγότερο από μισής ώρας υλικό!

Cold Showers – Motionless (dais records)

Από την άλλη, οι Cold Showers δεν δίνουν σημασία σε νεωτερισμούς και κοιτάνε να γράψουν άρτια τραγούδια με δοκιμασμένες συνταγές. Πάντα αυτό έκαναν εξάλλου, αλλά στο νέο τους πόνημα βλέπουμε μια διάθεση να ραφινάρουν τον post punk ήχο τους και μέσα από την απλότητα να φτιάξουν κάτι που θα μείνει στο χρόνο. Όχι πως δεν το καταφέρνουν αυτό σε ορισμένες στιγμές εδώ, αλλά συνολικά παρουσιάζουν έναν αργοκίνητο δίσκο που ακούγεται σαν να ανήκει σε άλλη δεκαετία. Αν συμβαίνει αυτή η δεκαετία που σας έχει σημαδέψει περισσότερο να είναι αυτή των 1980’s και ειδικά η ρομαντική πλευρά της, τότε το Motionless θα σας αφήσει ικανοποιημένους.


Second Still – Violet Phase (sentimental)

When Second Still appeared in Athens a few years ago, the main thing that impressed me, beyond their live performances, was their unpretentious expression that had nothing to do with similar groups of the music kind that they serve since they appeared. This authenticity is crystallized and recorded in their new work. So, while keeping their dark / post punk music mark (see “Eternal Love”), they manage to enrich it with simple recipes, efficiently! The proof is the variety in the rhythmic parts of their new tracks, the entrance with two highly electronic pieces and the emergence of beautiful melodies that in some points they remind us of something. And all this in less than half an hour!

Cold Showers – Motionless (dais records)

On the other hand, Cold Showers do not care about novices; they just want to write good songs with proven recipes. They have always done this, but in their new project we are noticing a mood to refine their post punk sound and through the simplicity of making something that will be preserved in time. It ‘ s not that they do not achieve it in some moments here, but they all show a slow-moving album that sounds like it belongs to another decade. If the decade that has marked you is the 1980’s and especially the romantic side of it, then Motionless will satisfy you.

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Billy Bio – Freedom’s Never Free (Bridge Nine)

Το να θέτεις στόχους, το να προσπαθείς και να αγωνίζεσαι για να τους επιτύχεις, το να δρας κατά βούληση και όχι με τον τρόπο που θέλουν να σου επιβάλλουν είναι ο ορισμός της ελευθερίας για κάθε άνθρωπο. Η εσωτερική – ατομική ελευθερία είναι ζητούμενο, ώστε να επιτευχθεί και η κοινωνική – συλλογική ελευθερία που αποτελεί επιδίωξη για όλ@ μας. Άλλωστε, σε κάθε μεγάλη στιγμή και καμπή του ιστορικού παγκόσμιου γίγνεσθαι η ελευθερία πρωτοστατεί ως αίτημα. Και δεν είναι τυχαίο. Η έννοια, απλή στη σύλληψη. Η απλότητα αυτή ωστόσο, δεν διακρίνει τους τρόπους ή την προσπάθεια για την εφαρμογή της…

Για την ελευθερία μας μιλάει και ο William – Billy Graziadei γνωστός από τη συμμετοχή του στους Biohazard, στη νέα σόλο του δουλειά με τους Billy Bio. Ο καλλιτέχνης δημιούργησε τη νέα μπάντα του γιατί θέλησε να εκφραστεί ελεύθερα και η δημιουργία του να εκφράζει στο 100% αυτό που είναι ο ίδιος και μόνο αυτός, χωρίς επιρροές σε μια στιγμή που του φάνηκε ως η καλύτερη δυνατή για να το πράξει. Η ελευθερία δεν είναι ποτέ δωρεάν μας λέει, ούτε εκτιμάται πάντα από όλ@, όπως θα έπρεπε. Έτσι, στα τέλη του 2018 κυκλοφόρησε το single “Freedom’ s Never Free” και τον Απρίλη του 2019 το EP στο οποίο περιλαμβάνεται το εν λόγω τραγούδι, μαζί με την demo version του. Σε μορφή demo ακούμε και το “Feed the Fire”. Το λεκτικό μήνυμα ξεκάθαρο όσο και ο hardcore ήχος που το συνοδεύει.

Στο EP υπάρχει και η διασκευή του “Get Up Stand Up”, -ναι πρόκειται για το γνωστό τραγούδι- του Bob Marley, σε μια πιο σκληρή βερσιόν που, δεν το κρύβω, μου άρεσε πολύ. Δεν αρκεί να δηλώνεις την αντίθεσή σου με τα κακώς κείμενα που είναι και τόσα μα τόσα πολλά, σημασία έχει να πράττεις προς την κατεύθυνση της ανατροπής και καθαίρεσής τους. Ο Marley το έκανε με έναν πιο ήπιο τρόπο, ο δε Billy Bio μας έδειξε έναν δρόμο που προσωπικά, επιλέγω. Αυτή η hardcore αισθητική που δίνεται μέσα από τους ήχους του, είναι ευθέως ανάλογη με έναν τρόπο που πολλ@ από μας προτιμάμε να αγωνιζόμαστε και να δίνουμε τις μάχες για αλλαγή και κάθε απελευθερωτική διαδικασία.

Setting goals, trying and struggling to achieve them, acting the way you choose and not the way that others want to impose on you is the definition of freedom for everyone. Internal – individual freedom is required in order to attain the social – collective freedom which is the main goal for everyone. Besides, in every great moment and the turning point of the world’s history, freedom is a pioneer. And this is not by chance. The concept, is simple to conceive. This simplicity, however, does not distinguish the ways or the effort to implement it …

William – Billy Graziadei, known from his participation in Biohazard speaks for freedom in his new solo project, the Billy Bio band. The artist formed his new band because he wanted to express himself freely, without any influence from anyone, at a time that seemed to be the best to do so. This is why he says that freedom is never free nor it is always appreciated by everyone, as it should be. The single “Freedom’s Never Free” was released at the end of 2018 and the EP in April 2019, including the demo version of the song. In the demo version we are also listening “Feed the Fire”. The verbal message is clear as well as the hardcore sound that accompanies it.

In the EP, there is the cover song “Get Up Stand Up”, Bob Marley’s famous one, in a tougher verse that I loved. It is not enough to declare your opposition to the wrong texts, which are so many, it is important to act in the direction of their overthrow and removal. Marley did it in a more gentle way, and Billy Bio showed us a way that I personally prefer. This hardcore aesthetics given through its sounds is directly analogous to a way that many of us choose to struggle and to give battles for change and every liberation process.

Sylvia Ioannou

Caterina Barbieri – Ecstatic Computation (editions mego)

Κάθε πορεία συνιστάται από μια αφετηρία κι ένα τέρμα. Η Caterina Barbieri, ήδη έχει θέσει τις βάσεις με τα κατατεθειμένα μουσικά πεπραγμένα της, για μια πορεία γεμάτη από πολλές απόψεις. Πέρσι, στην προσπάθεια να τετραγωνίσει τον -όποιο- κύκλο συνθετικά, φάνηκε να περικυκλώνεται από τις μαθηματικές εξισώσεις των modulars που χρησιμοποιεί και να φτάνει σε ένα κάποιο αδιέξοδο. Το νέο της άλμπουμ έρχεται, όμως, σήμερα ως η λύση των εξισώσεων αυτών.

Το “κλειδί” βρίσκεται στην κατεύθυνση που παίρνει η δημιουργός – κι αυτό είναι μια λέξη- η καρδιά της δημιουργού και ακολούθως και η δική μας. Όλη η ως τώρα εμπειρία της, οδηγεί την κάθε στιγμή του άλμπουμ αυτού σε ένα είδος βουτιάς σε ένα κόσμο γεμάτο συναισθήματα. Η πρώτη επαφή με το υλικό αυτό αποτελεί μια καθαρτική εμπειρία, με τη συνέχεια να επιφυλάσσει την αποκωδικοποίηση των σημάτων, για την αποσαφήνιση αυτών που ακούς. Το Ecstatic Computation δεν απαιτεί απλώς την προσήλωσή μας, την εκμαιεύει κιόλας, χωρίς κόπο με την μελωδικότητα του που ωθεί σε συνάντηση το βαθυστόχαστο με το αυθόρμητο!

Οι αργές ταχύτητες και τα μεγαλόσχημα κομμάτια έχουν μείνει εκτός πλάνου και μπροστά έχει βγει μια αποδόμηση που δεν ξεχνά να μαζεύεται όταν πρέπει και μια ευστοχία που σοκάρει, σε μια εποχή που, πλέον, το ρήμα αυτό τείνει να χάσει την αξία του. Το άλμπουμ αυτό δύσκολα μπορεί να αναλυθεί, γιατί ακούγεται άκρως μαγικό και το γεγονός αυτό έρχεται να αποτελέσει μια αντίσταση σε αυτό τον απομαγικοποιημένο κόσμο που ζούμε. Πέραν του τι και του πώς, υπάρχει το βίωμα και τη νέα μουσική της Caterina Barbieri (που θα απολαύσουμε και στο Sonar της Αθήνας), δεν την ακούς απλά, αλλά τη βιώνεις με έναν – θα έλεγα – τυφλό και ερωτικό τρόπο. Το τέρμα της πορείας της αργεί να φανεί κι αυτό είναι ευλογία!

Each course has a starting and an ending point. Caterina Barbieri has already laid the foundations for her musical performances, for a course full of aspects. Last year, while trying to square the cycle synthetically, it seemed to be surrounded by the mathematical equations of the modulars she uses and reaching a dead end. Her new album, however, comes today as the solution to these equations.

The “key” is in the direction that the creator takes – and this is a word- the heart of the creator and therefore ours. Ηer experience so far, leads the listener of this album to a dive in a world full of emotions. The first contact with this material is a laxative experience, with the consequence of decoding the signals in order to clarify what you hear. Ecstatic Computation does not simply require our attachment, it emanates it, effortlessly with its melodicity that brings closer the deep-hearted and the spontaneous!

Slow velocities and great bits have been left out of plan, and a deconstruction comes in front that does not forget to gather when it needs a shock that shocks, at a time when this verb tends to lose its value. It’ s not easy to analyze this album, because it sounds extremely magical and this is a resistance to this degraded world we live in. Beyond all these, there is the experience and the new music of Caterina Barbieri (which we will enjoy at the Sonar of Athens), you do not just hear it, but you experience it -I would say- in a blind and erotic way. The end of her course still far, and that’s a blessing!

Μπάμπης Κολτράνης

Awenden – Self-titled (name your price)

Η σκηνή της μικρής πόλης (αλλά πρωτεύουσας) Olympia στην πολιτεία της Washington αποτέλεσε μια πηγή αντίστασης απέναντι στην σκατίλα των ακροδεξιών και ρατσιστικών τάσεων του black metal, από την εποχή που οι Wolves in the Throne Room κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους. Ή τουλάχιστον, τότε έγινε παγκοσμίως γνωστή, καθώς υπήρχε μία ομάδα από μπάντες η οποία, προερχόμενη από τις αναρχίζουσες σκηνές του punk/hardcore, ασχολήθηκε με τον ήχο του black metal, φέρνοντας -επιτέλους- μία εναλλακτική νοηματοδότηση σε ένα είδος το οποίο είχε φτάσει στο απόλυτο τέλμα. Οι Wolves (αλλά και οι Fauna, Εchtra, Threnos) δεν ακύρωσαν τις εξωκοσμικές αναφορές του  είδους, αλλά τις επαναπροσδιόρισαν σε ένα πλαίσιο που ομοιάζει στην αναρχοπριμιτιβιστική αντίληψη, αντιπροτείνοντας την επιστροφή στο συλλογικό ασυνείδητο της οργανικής/πνευματικής επανένωσης ανθρώπου και φύσης, από το β’ διαλογής μυστικισμό και τη θανατολαγνεία της οποίας το φυσικό τέλος ήταν ο φασισμός. 

Το σημαντικότερο όμως, ήταν πως το black metal της Κασκαδίας (όπως ονομάστηκε) ήταν η πρώτη τοπική σκηνή του black η οποία εξέφρασε απερίφραστα προοδευτικά πολιτικά προτάγματα, προτάσσοντας ως δεδομένο τον αντιφασισμό, ενώ επίσης, προσπάθησε να αποδομήσει καλλιτεχνικά/μουσικά τα ματσό στοιχεία της κουλτούρας (η μουσική “έχασε” σε επιθετικότητα, αλλά κέρδισε σε ατμόσφαιρα με πολλές επιρροές από post rock, folk, ambient, ενώ ενδεικτικά, στο στοιχείο της περφόρμανς οι Wolves in the Throne Room έλεγαν ότι προτιμούν ο κόσμος  να κάθεται κάτω και να κλαίει στα λάιβ τους, παρά να χτυπιέται).

Παρ΄ότι υπήρχε μία άμεση επιτυχία και γρήγορη εξάπλωση του ήχου και των ιδεών σε μέρη πολύ πιο μακριά από την Κασκαδία, η παραγωγικότητα της σκηνής αυτής έπεσε σχετικά τόσο γρήγορα όσο ανήλθε. Τους λόγους δεν μπορούμε να τους γνωρίζουμε επακριβώς, όμως πέρα από την πιθανολογούμενη “εμπορευματοποίηση” των Wolves η οποία αναφερόταν από ανθρώπους της σκηνής, ίσως και να έπαιξε λόγο και ο φασιστικός εισοδισμός, καθώς η περιοχή έχει, δυστυχώς, δυνατό πυρήνα από φασίστες που αρέσκονταν να μπλέκονται στα αναρχοπριμιτιβιστικά πράγματα, (τα οποία έχουν αντίστοιχα τα προβληματικά θεματάκια τους βέβαια, όπως μας πληροφορεί σε άρθρο του ο Brian Oliver Sheppard https://www.provo.gr/anarchism-primitivism/).

Παρ’ όλα αυτά, μιλάει για την επιτυχία αυτής της τάσης ότι χρόνια μετά αφ’ ότου “έφυγε από τη μόδα”, συνεχίζουν να βγαίνουν εξαιρετικά νέα πρότζεκτ από αυτή τη μικρή πόλη των 50 χιλιάδων κατοίκων. Οι (?) Awenden είναι μία νέα μπάντα η οποία κυκλοφόρησε  το ομώνυμο ντεμπούτο πέρυσι, το οποίο μάλλον αγνοήθηκε εντελώς, αν κρίνω από τα 22 like στη σελίδα του facebook της, αυτή τη στιγμή. Πιστοί απ’ ότι φαίνεται στην αισθητική του black metal, δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τα μέλη της μπάντας ούτε και στίχοι. Παρ’ όλα αυτά όμως, στο instagram υπάρχει μια δήλωση στην οποία είναι εμφανή τα αντιφασιστικά πιστεύω τους. Οπότε, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε από το πούμε κάποια πράγματα για τη μουσική.

Οι απαρχές στους Wolves in The Throne Room (όπως σχεδόν σε κάθε μπάντα που ανήκει στο στυλ) είναι εμφανείς, όμως δεν υφίσταται θέμα αντιγραφής, καθώς διαφαίνεται μία προσπάθεια δημιουργίας προσωπικού στυλ. Η ατμοσφαιρικότητα είναι το βασικό μέλημα, με ambient θορυβώδη πλήκτρα και ποστ-ροκίζοντα leads να πλαισιώνουν το μελωδικό, μελαγχολικό black metal των Awenden, το οποίο όμως, δε χάνει καθόλου σε ταχύτητα και επιθετικότητα, σε αντίθεση με ένα μεγάλο μέρος των Cascadian μπαντών που τείνουν να “ηρεμούν” όσο περνάει ο καιρός. Ο μικρός σε διάρκεια όμως συνεπής δίσκος δεν περιορίζεται στη γνωστή κυριαρχία των lead κιθάρων, αλλά προσφέρει και αρκετό “παχύρρευστο” death metal riffing, καθώς οδεύει προς το κλείσιμο του. Προτείνεται αδιαμφισβήτητα στους θιασωτές του ήχου των Wittr αλλά και των Mare Cognitum που ενδιαφέρονται να υποστηρίξουν μία αντιφασιστική μπάντα. Το μόνο που θα ήθελα για τον επόμενο δίσκο, ο οποίος απ΄ό,τι διάβασα έρχεται σύντομα και θα είναι το κανονικό full length ντεμπούτο, είναι πραγματικά ντραμς, ή έστω λίγο καλύτερο drum programming.

Έπειτα από αυτό, προτείνεται το επίσης, εξαιρετικό ντεμπούτο των With The End In Mind “Unraveling; Arising” τους οποίους νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω, μιας και έρχονται επίσης, από την Olympia και ο δίσκος τους κυκλοφόρησε επίσης πέρυσι. Μακάρι να βρισκόμαστε μπροστά σε μία επικείμενη αναγέννηση του ήχου, αλλά κυρίως, των προοδευτικών και αντιφασιστικών προταγμάτων που πρώτος αυτός έφερε στο black metal.

The scene of Olympia, Washington has becοme a site of resistance towards racist and right-wing black metal since the time that Wolves in The Throne Room had released their first album. Or at least, that’s when it become known globally, founded by a bunch of bands that were coming from a punk/hardcore background with anarchist leanings. These bands decided to take up the black metal sound, offering at last an alternative take in a genre that had reached stagnation. Wolves (but also Threnos, Fauna, Echtra) didn’t throw away the otherwordly aesthetic references of the genre, but they redefined them in a context that was influenced by anarchoprimitivism, bringing in front the spiritual rejoining of man and nature, over c rate mysticism and death worship that is bound to eventually end up in fascism.

The most important thing is that Cascadian black metal though (as it came to be known) was the first local scene that expressed political sentiments of a progressive nature, bearing the banner of anti-fascism as a standard, while also attempting at the same time to deconstruct the machoist elements of the genre (the music itself has lost some of its aggressive elements, while it gained in the atmospheric factor, incorporating post rock, ambient and folk influences).

Even though there was an overwhelming success and spreading of both the sound itself and the ideas related to it in places quite far away from Cascadia, the output of the scene eventually fell as fast as it had risen. Some people hinted that it could be related to Wolves in the Throne Room being co-opted by the mainstream, but it could be also that there is an unfortunately strong fascist current in the area (as I’ve heard) that enjoys dabbling with anarchoprimitivism in an entryist manner.

Yet, it says a few things about the sucess of the scene that years after its ‘trendiness’ had been evaporated, there are still great new projects coming out from this small, 50 thousand people city. Awenden is a new band which had released its debut EP last year, an album which seems to have generally gone off the radar. The band seems to be faithful to black metal aesthetics as there is absolutely no info on its members and also no lyrics. However, there’s a clearcut anti-fascist statement in one of their instagram posts. What’s left then is simply to say a few things about the music itself.

Some basic influences from Wolves in the Throne Room as obvious, however the band doesn’t copy their sound and there is an attempt in forging a personal sound. The atmospheric intention comes first in the priorites of the band, ambient noisy keys and post-rockish guitars contributing to the base of melodic, melancholic black metal, which however does not go amiss in speed in agression, on contrary to a large percentage of bands in this style that tend to “calm down” as time goes. The album is small in length but consistent quality-wise and offers some solid death metal-ish riffing as it reaches its last tracks. I can suggest it without second thoughts to Wiitr and Mare Cognitum fans and also those that wish to support an anti-fascist band. Perhaps the only thing I’d wish for in the next album (I’ve read it’s coming shortly and that it’ll be a full-length) is real drums, or perhaps a slightly better programmed drum machine.

I also would like to suggest the fantastic debut of With The End In Mind, “Unraveling; Arising” which I feel obliged to mention since it’s also a new band from Olympia that released their debut album last year. It would be fantastic to witness a rebirth of the style, but most importantly of the progressive and anti-fascist ideas that it introduced into black metal.

Χρήστος Δαρίτσης