Oiseaux-Tempête – طرب TARAB (sub rosa)

Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα. Καταργεί περιορισμούς και όρια, ανοίγει ορίζοντες, ενώνει κόσμους, συνταιριάζει το παλιό με το νέο, μετασχηματίζει συναισθήματα και δημιουργεί πάθη. Ενώνει κουλτούρες και πολιτισμούς, μετατρέποντας την ένωση αυτή σε κάτι δυνατότερο και περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών που την απαρτίζουν.

Το Tarab είναι αυτή η συνάντηση Δύσης και Ανατολής, που μας δίνεται από τους Γάλλους Frédéric D. Oberland και του Stéphane Pigneul, σε συνεργασία με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και οι Λιβανέζοι Charbel Haber, Abed Kobeissy και Ali El Hout. Τα στοιχεία της ανατολής, με ό,τι σηματοδοτεί και εμπεριέχεται στην έννοια αυτή, προκαλούν μια απροσδιόριστη γοητεία. Το πάθος και η μυσταγωγία είναι κυρίαρχα στοιχεία που, στο δικό μου μυαλό, βρίσκονται σε αντίθεση με τον “στεγνό” συναισθηματικά δυτικό κόσμο.

Αναζητώντας τη σημασία της αραβικής λέξης Tarab ανακαλύπτεις πως δεν πρόκειται για μια απλή λέξη, αλλά για μια έννοια που αφορά τον αραβικό πολιτισμό και συνοψίζει τη συγχώνευση μουσικής και συναισθηματικού μετασχηματισμού, χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία της σε άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε να εκφραστεί ως έκσταση, ευφορία. Και δεν υπάρχει ευφορία και έκσταση χωρίς έντονο, δυνατό και ποικιλόμορφο συναίσθημα με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων που συνεργάζονται για να αποκωδικοποιήσουν τις έννοιες που κάθε καλλιτέχνης θέλει να μεταβιβάσει μέσα από τους ήχους του.

Οι Oiseaux-Tempête στο live άλμπουμ Tarab καταθέτουν ένα μουσικό οδοιπορικό, μια ζωντανή ηχογράφηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους για το AL-‘AN!. Τα τραγούδια τους παρουσιάζονται διευρυμένα τόσο χρονικά όσο και μουσικά, προκαλώντας μια μουσική έκσταση. Αυτό το ταξίδι με τις κοσμικές μουσικές που μας παρουσιάζει, αποτυπώνεται σε κάθε ήχο. Η ένωση διαφορετικών πραγμάτων στις μουσικές συνθέσεις, μια συνένωση ρυθμών, οργάνων, παραδόσεων, ηλεκτρικής ενέργειας, νέων τεχνολογιών, αλλά και συναισθημάτων. Συναυλιακοί αυτοσχεδιασμοί σε έναν διευρυμένο χρονικά και ποιοτικά συνθετικό καταιγισμό. Οι εναλλαγές έντασης και ηρεμίας σε μια εκστατική ατμόσφαιρα. Δεν μπορείς παρά να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τη μουσική να σε παρασύρει.

Οι απαγγελίες του G.W. Sok με τον έντονο, ξεσηκωτικό ρυθμό και τον δυναμισμό που γίνονται σε τρία ποιήματα: στο “Utopiya – On living”, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά τις συζητήσεις με ανθρώπους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στο πάρκο Gezi ενάντια στις πολιτικές επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης, με τους στίχους του Τούρκου ποιητή Nazim Hikmet να προτρέπουν να μην παραδινόμαστε ποτέ. “…It’s this way: being captured is beside the point, the point is not to surrender”. Στο “Tuesday and the weather is clear” του Άραβα Mahmoud Darwish, που έρχεται με τη σειρά του να μας προτρέψει μέσα από έναν δεκάλεπτο αυτοσχεδιαστικό καταιγισμό. “…Live your tomorrow now. No matter how long you live you won’t reach tomorrow … tomorrow has no land … and dream slowly …”. Και στο στο “Grasse Matinée” του Γάλλου Jacques Prévert συνεχίζεται η προτροπή για αντίσταση και αλλαγή, για ανάκτηση της ζωής ενάντια στην απλή επιβίωση που οι ανά τον κόσμο εξουσίες θέλουν να επιβάλλουν στον άνθρωπο.

Στο άλμπουμ Tarab η ένωση ετερόκλητων πραγμάτων από διαφορετικές αφετηρίες δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα χωρίς αφομοίωση, αλλά με σεβασμό σε κάθε τι διαφορετικό. Και τελικά, πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία αυτόν τον μουσικό (και όχι μόνο) πλούτο να τον απολαύσω κάτω από το φως του φεγγαριού, όπως ακριβώς αυτό απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δίσκου. Να νιώσω αυτήν τη μυσταγωγία στις σκιές που δημιουργεί το φεγγάρι σε μια αραβική νύχτα.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Mark Van Hoen – Invisible Threads (touch)

Και τι είναι η μουσική αν όχι ένας μαξιμαλιστικός τρόπος απόδρασης από τα βασανιστικά οχτάωρα της καθημερινότητάς μας; Μιλάμε για αυτό το σύντομο ταξίδι που λέγεται μουσικό άλμπουμ, το οποίο, ενώ διαρκεί συνήθως λιγότερο από ώρα, αφήνει το σημάδι του μέσα σου για αρκετό χρόνο παραπάνω. Η απαρχή του ταξιδιού, όμως, γίνεται από την πλευρά του πομπού-δημιουργού και εδώ ο Mark Van Hoen διαθέτει το know how με βάση και την πολυετή και σημαντική πορεία του, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη θητεία στους Seefeel, τους Scala, τους drøne και το προσωπικό του σχήμα Locust.

Ο ήχος πάνω από όλα, θα λέγαμε κοιτώντας τα παραπάνω ονόματα, και ομολογώ ότι το νέο του άλμπουμ στην Touch σε μεσαία ή χαμηλή ένταση περνά ως αδιάφορο, χαμένο στον σωρό παρόμοιων φαινομενικά μουσικών κυκλοφοριών. Σαν να βλέπεις μια παραλία από μακριά και να λες μέσα σου ότι, εντάξει, μοιάζει σαν τόσες άλλες που έχεις δει. Όταν την πλησιάσεις, όμως, ανακαλύπτεις στοιχεία πανέμορφα και πρωτόγνωρα, τα οποία ήταν καλά κρυμμένα από την αρχική απόσταση. Όταν μάλιστα βουτήξεις στα νερά της, είναι ακόμη πιο χορταστική η εμπειρία, ανοίγοντας όλες τις αισθήσεις σου μπρος στον βυθό της.

Πιο συγκεκριμένα, το Invisible Threads αν και φαντάζει αρχικά ως κάτι στατικό, εντούτοις είναι ένα ξεκάθαρα μελωδικό και πολύχρωμο άλμπουμ, όπου υπάρχει ένα υποθαλάσσιο ρυθμικό στοιχείο που δίνει μια ενέργεια στο υλικό του. Κάπως σαν να δημιουργείται ένα ρήγμα ενδιάμεσα των σφριγηλών ήχων και να αναδύεται ένα μπουκέτο ανθών. Με δυνατά την ένταση και κλειστά τα μάτια, η ονειροπόληση είναι δεδομένη. Είναι τόσο δε γεμάτο το άλμπουμ με τα αόρατα samples, τις γλυκές αφηρημένες νότες και την άμπιεντ αιθαλομίχλη του, που είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη η νοσταλγική του διάθεση. Νοσταλγία με δυναμικές, θα την έλεγα, καθώς οι ήχοι σε πιάνουν για τα καλά και το όριο μεταξύ σκότους και φωτός προστατεύεται ευλαβικά προς όφελος άγνωστων από τα πριν συναισθημάτων.

Υπάρχει μια σκηνή στο Naked του Mike Leigh όπου ο πρωταγωνιστής, καθώς περιδιαβαίνει τους δρόμους στη νύχτα, κοιτάζει σε ένα μπαλκόνι την ελκυστική σιλουέτα μιας γυναίκας, η οποία ανταποδίδει τη ματιά. Όταν φτάνει στο διαμέρισμά της, αντικρίζει μια μεσόκοπη, κουρασμένη και μελαγχολική γυναίκα, η οποία καμία σχέση δεν είχε με το προηγούμενο είδωλό της. Αυτό μερικές φορές συμβαίνει όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στη μουσική, αλλά εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κι αυτό είναι τόσο σπάνιο στις μέρες μας!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Τρία βίντεο κλιπ βασισμένα σε έργα του Κάφκα

Ο Φραντς Κάφκα, αδιαμφισβήτητα, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα. Το κυρίως έργο του εκδόθηκε μετά θάνατον, κατά παράβαση της υπόσχεσης που είχε δώσει στον ίδιον τον συγγραφέα ο φίλος και εκδότης του Μαξ Μπροντ να καταστραφεί το υλικό που θα άφηνε πίσω. Αιρετικό, απλό στη σύλληψη, αλλά βαθυστόχαστο ως αντίληψη, προφητικό και δυσοίωνο, κατοχυρώνοντας τον όρο “καφκικό” στις τέχνες και όχι μόνο, το έργο του, όπως δεν ανήκει αποκλειστικά στην εποχή που γράφτηκε, έτσι και έχει προχωρήσει πέραν του δημιουργού του, όντας ανοικτό σε ερμηνείες και αναγνώσεις. Με αυτό τον τρόπο, έρχεται η έξυπνη πλευρά της ποπ κουλτούρας να εμπνευστεί από κάποιο βιβλίο του, αποτυπώνοντας στη μορφή του βίντεο κλιπ τη δική της κατάθεση, ως φόρο τιμής στην ίδια τη λογοτεχνία, αλλά, πρωτίστως, στον σημαντικό αυτό δημιουργό. Τα τρία παραδείγματα που ακολουθούν, πατάνε πάνω σε δύο μικρά βιβλία του Κάφκα, καθώς θα ήταν πρακτικώς αδύνατο να συμπτυχθεί σε μια σύντομη ιδέα ένα βιβλίο, όπως, η Δίκη ή ο Πύργος. Αυτό, ας το αφήσουμε στην έβδομη τέχνη, εκεί που ο Όρσον Γουέλς μας προσέφερε τη μια από τις σπανιότατες φορές που η ταινία φτάνει, αν όχι ξεπερνά κιόλας, ως σύλληψη το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε, βλ. Η Δίκη, 1962.

 

Orbital – Style, 1999

Δεν θα προχωρήσουμε σε κάποιο spoiler του βιβλίου η Μεταμόρφωση, μιας και είναι καλύτερο να μην γνωρίζετε κάτι προκαταβολικά, όταν θα είστε μπροστά στις στεγνές του σελίδες. Ούτε οι Orbital, στο εν λόγω βίντεο, πράττουν κάτι τέτοιο. Πήραν την όλη αισθητική του έργου, τον πρωταγωνιστή, τα σημεία που παραπέμπουν στην εποχή του και έφτιαξαν μια φανταστική-ρεαλιστική περιπέτεια που κλείνει με την φωτογραφία του Κάφκα σε κορνίζα! Ο ορισμός του αποτίω φόρο τιμής!

 

 

Nine Inch Nails – Happiness In Slavery, 1992

Το μακρινό 1992 ο Trent ως NIN έκανε, ήδη παιδομάζωμα σε ευαίσθητα εφηβικά μυαλά και ένιωθε έτοιμος να ξεπεράσει ορισμένα όρια που υπήρχαν στον χώρο του. Το συγκεκριμένο βίντεο, με τον επεξηγηματικό τίτλο και τους ψυχαναλυτικούς στίχους, προφανώς και λογοκρίθηκε παντού με το που βγήκε. Μέσα σε ένα ζοφερό σκηνικό, που θυμίζει περισσότερο Eraserhead σε σπλάτερ εκδοχή και λιγότερο βίντεο κλιπ, κρύβεται μια ανάγνωση της Σωφρονιστικής Αποικίας του Κάφκα, καθώς, όπως και στο εν λόγω βιβλίο, έτσι κι εδώ, ο καθώς πρέπει και λάτρης των τυπικοτήτων πρωταγωνιστής προβαίνει οικειοθελώς στην… (μην πούμε και το φινάλε) με τη βοήθεια της απόλυτης μηχανής που θριαμβεύει στο τέλος. Πριν το δείτε πάντως, απομακρύνετε καλού-κακού παιδιά και κατοικίδια ζώα από τον χώρο προβολής!

 


 

Thursday – Ladies and Gentlemen: My Brother, The Failure, 2007

Επιστρέφουμε στην Μεταμόρφωση, αλλά από μια εντελώς άλλη οπτική. Ο τραγουδιστής των Thursday μπορεί να μην μοιάζει φυσιογνωμικά με τον Κάφκα, αλλά στο συγκεκριμένο βίντεο τον υποδύεται ως μαχόμενο ενάντια στο σύμπαν που κατέγραψε ο ίδιος στο συγκεκριμένο βιβλίο. Σκυμμένος πάνω από μια γραφομηχανή, σε ένα νεκροζώντανο δωμάτιο έχει την μπάντα ως σύμμαχο σε διπλό ρόλο διάσωσης του. Το φινάλε όμως, παραμένει πιστό στην παράδοση της βιβλιογραφίας του Κάφκα!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Lucrecia Dalt – Brockmann // Bargmann – Tendts

Lucrecia Dalt – Anticlines (RVG. Int)

Η Λένα Πλάτωνος κάποτε είχε πει ότι ακούγοντας το συνθεσάιζερ είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια αιώρα πάνω από τη θάλασσα. Αυτήν ακριβώς την αίσθηση μεταφέρει με την ηλεκτρονική της ποίηση η Κολομβιανή LD. Υπάρχει μια απαλότητα στον τρόπο που απλώνει τους ήχους της και, χρησιμοποιώντας τη φωνή της ως ένα ηλεκτρονικό κάτοπτρο σκέψεων, μας παραδίδει μια καθάρια ατμόσφαιρα που θυμίζει αρκετά Laurie Anderson. Παρ’ όλες τις επιρροές, το άλμπουμ παραμένει σύγχρονο, μιας και ο μινιμαλισμός της έρχεται να συναντήσει μια ονειρεμένη παραγωγή. Ως σύνολο, όμως, οι συνθέσεις δεν πάνε ένα βήμα παρακάτω, καθώς η βαρύτητα πέφτει στο μέσο και όχι στο μήνυμα. Υπάρχει μια επαναληψιμότητα στα μοτίβα, που ελαφρώς κουράζει και ταυτόχρονα θυμίζει ελαφριά κύματα εν είδει πρωτότυπου headcleaner. Οπότε, ολοκληρώνοντας την εικόνα, έχουμε ένα υλικό για θερινές ακροάσεις, το οποίο αποτελεί έναν προπομπό ελπίδας για το μέλλον της δημιουργού.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Brockmann // Bargmann – Apokalypse Berlin (bureau b)

Η μουσική παρουσίαση μιας εικόνας του μέλλοντος αποτέλεσε την έμπνευση για τους Brockmann // Bargmann στο Apokalypse Berlin, στον αντίποδα της προ εξαμήνου κυκλοφορίας του Licht. Μέσα από ηλεκτρονικές και ambient μελωδίες, μας παρέχουν ένα διαγαλαξιακό, ένα ηχητικά σκοτεινό και ατμοσφαιρικό, διαστημικό οδοιπορικό, σε άλλο χωροχρόνο. Εκεί, εκτυλίσσεται μια διαπάλη ανάμεσα στην ανθρώπινη υπόσταση που αντιστέκεται (θέλει άραγε; κι αν θέλει, μπορεί;) στη σταδιακή και αθόρυβη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητάς μας. Μια μελωδική σύγκρουση, με νοσταλγική διάθεση για την απλότητα της ύπαρξης. Η κορύφωση της μάχης διακόπτεται απότομα και η έκβαση παραμένει άγνωστη, με ένα αποτέλεσμα αιωρούμενο. Η 20λεπτη οραματική φαντασία των δημιουργών για το μέλλον δίνεται μέσα από εναλλαγή ήχων, έντονες κορυφώσεις, συναισθηματικά φορτία, αλλά και ήσυχες στιγμές μελαγχολίας και αρμονίας.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Tendts – You Are Me (logarithm cassete label)

Τυχαία βλέμματα στον δρόμο, πόζες αναμονής, λέξεις στα χαμένα, σκέψεις πάνε, έρχονται και φεύγουν. Δεν χρειάζεται όλα να κρύβουν ένα βαθύ νόημα και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό, μιας και συνήθως το αφηρημένο έχει την απόχρωση της ανεμελιάς και της… χαράς! Αν κάτι τέτοιο σας ήρθε στο μυαλό κοιτάζοντας το εξώφυλλο της τελευταίας κυκλοφορίας των ημεδαπών Tendts, τότε πέσατε μέσα. Αρκετά βελτιωμένοι σε σχέση με την προηγούμενη κυκλοφορία τους αποτυπώνουν μια συνεκτική άποψη πάνω στη σπουδή των χαρούμενων μελωδιών που μας άφησαν οι Orbital, οι The Orb και η εποχή τους. Ευτυχώς, βέβαια, που δεν συναντάμε ένα απλό αναμάσημα της τότε εποχής, καθώς η αίσθηση που αφήνουν οι συνθέσεις παραπέμπουν σε κάτι το απροσδιόριστο χρονολογικά, ούτε μοντέρνο, αλλά ούτε και ξεπερασμένο. Θα έλεγα ότι κατά έναν περίεργο τρόπο, ενώ η παραγωγή παραπέμπει σε μια diy amateur λογική, κάτι στον αέρα φέρνει στον νου φρέσκες κυκλοφορίες του σύγχρονου ηλεκτρονικού ήχου. Και πάλι όμως αυτά είναι ίσως παράταιρες και περιττές σκέψεις, εφόσον το κλίμα του άλμπουμ είναι ακούγοντάς το να κουνάς το πόδι και το κεφάλι με ένα χαμόγελο όπως κάθεσαι στο γραφείο!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA)

Ιδέα δεν είχα περί Zeal & Ardor.

Ένα αυτοματοποιημένο shuffle με σύστησε στο Devil Is Fine πριν λίγες μέρες και , ούσα καταπιασμένη με το να καταχωνιάζω σε κούτες την πραμάτεια μου, άργησα να ανακόψω την πορεία της λίστας πριν περάσει στο Stranger Fruit.

Μία βδομάδα μετά ξεκλέβω μια ώρα από την κάθε μου μέρα για τα δεκάξι κομμάτια του δίσκου – σημάδι ότι κάποια στιγμή θα ’θελα να βάλω στην άκρη λίγες λέξεις γι’ αυτά.

Ιδέα δεν έχω επί της ουσίας για την ιστορία των Αφροαμερικανών και τα χρόνια της (μη κεκαλυμμένης) σκλαβιάς τους. Μόλις το ’99 έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου και έτσι, λογοτεχνικά και ρομαντικοποιημένα, μου κοινωνήθηκε το γεγονός της καταπίεσης, της δουλείας, της αποκτήνωσής τους τον 19ο αιώνα.

Φυσικά, όλα αυτά έλαβαν χώρα μόνο στην επιφάνεια της συνειδητότητάς μου. Η ζωή μου συνεχίστηκε κανονικά.

We all heard the stories… to bring you to your knees. And no one’s gonna help you now”, αυτά τα λόγια ξεστομίζει στο “Intro” ο Gagneux χωρίς ίχνος απειλής, σχεδόν στοργικά, προϊδεάζοντάς μας για ό, τι θα επακολουθήσει.

Η ιστορία θα φύγει από το μπολιασμένο έδαφος μιας λογοτεχνικής σελίδας, θα φωλιάσει μες σε μια απροσδόκητη μίξη metal και gospel ήχων, θα πάρει διαστάσεις κατήχησης. Δεν θα κρυφτεί πίσω από το παραπέτασμα του μοναχικού αγωνιστή που προσπερνά με άνεση τις κακοτυχίες της μοίρας του, αλλά θα φέρει στο προσκήνιο τους νεκρούς πάνω στον χαμό των οποίων πλέχτηκε ένα νήμα σιωπής και εγκαρτέρησης ώστε να μη μας σοκάρουν οι μαύρες πτυχές της πάλλευκης ελευθερίας μας (“Bring the dead down low, Bring the dead body down to the graveyard, son. You can’t run, you can’t hide” – “Gravedigger’s Chant”).

Τραχιά φωνητικά συνοδευμένα από έντονο percussion θα ουρλιάξουν στα έγκατά σου να παραμείνεις παρών, μάρτυρας της φρικωδίας αλλά και της δίψας για αλλαγή (“Don’t You Dare”).

Μη βιαστείς να νεύσεις αποδοκιμαστικά. Εδώ δεν θα βρεις οδηγίες για να προσποιηθείς τον σωστό λυρικό επαναστάτη ούτε μια καρικατούρα εμμονικής ιδεοληψίας καμουφλαρισμένη ως avant garde πειραματισμό. Μόνο μπόλικες ερωτήσεις και το παζλ που συνθέτει τις απαντήσεις τους.

We are the last of the legion and slave to none.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Voices – Frightened (Candlelight)

Ήρθε η ώρα για παράξενους συνειρμούς. Το Frightened, τρίτο άλμπουμ των Βρετανών Voices, αποτελεί την ιδανική ευκαιρία για να εξετάσουμε λίγο τα μεταβλητά πρόσωπα της έννοιας του λυρισμού. Η παραπάνω φράση ίσως μοιάζει οξύμωρο να γεννήθηκε στο σύμπαν μιας μπάντας που πρακτικά αποτελεί τη συνέχεια των black/death metallers Akercocke. Παραδοσιακά, η έννοια του λυρισμού συντάσσεται με την ανάδειξη του πάθους, του ωραίου, του συναισθήματος και, στην περίπτωση της μουσικής, με μια “έντεχνη” καλλιέργεια. Τώρα όμως περπατάς γερά μες στον 21ο αιώνα. Μπορεί να είναι ακόμα το ίδιο αυτό που θεωρούσες λυρικό;

Το Frightened είναι αδύνατο να καταταχτεί και αυτό είναι αδιάσειστο. Ας δούμε σε τι μπορούμε να συμφωνήσουμε. Όπως και αν χαρακτηρίσεις τη μουσική τους, είναι αδιαμφισβήτητο ότι πρόκειται για μουσική σκοτεινή. Το σκοτάδι όμως εδώ δεν αποτελεί μια φαντασιακή προσήλωση ή μια εμμονική θέαση της ζωής. Αποτελεί μια πραγματικότητα, το εδώ και το τώρα μιας βαριάς και μελαγχολικής πραγματικότητας. Πρόκειται τελικά για μουσική ελαφρώς δυστοπική. Οι αδιαπέραστες σκιές της σύγχρονης δυτικής μεγαλούπολης πέφτουν με ορμή πάνω στις νότες, όχι σαν θεατρικό background αλλά σαν παράγοντας συνδιαμόρφωσης. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιλογή της μπάντας: είναι σαν να λένε, “είμαστε οι Voices, έχουμε extreme metal υπόβαθρο κι επιθυμούμε να εξερευνήσουμε τα δημιουργικά μας όρια ως Λονδρέζοι”. Εξάλλου το Λονδίνο τούς ενέπνευσε ολοσχερώς στο London του 2014, έναν εξωφρενικά ποιοτικό δίσκο. Και, τέλος πάντων, μιλάμε για τη σπουδαιότερη ευρωπαϊκή μητρόπολη, δεν μιλάμε για κάτι παίξε γέλασε.

Σκοτάδι και σύγχρονη δυστοπία, λοιπόν. Και πώς εκφράζεται αυτό μουσικά; Εδώ θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι οι Voices σκαρώνουν ένα πλούσιο μουσικό αίνιγμα γεμάτο αντιθέσεις, όμως κι αυτό θα αποτελούσε μια γενικευμένη υπεραπλούστευση. Οι Voices περισσότερο εξερευνούν τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους ικανότητες με τρόπους παράδοξους: όσοι επιθυμούν να βρουν τη σύνδεση με το παρελθόν θα βρουν στον δίσκο για παράδειγμα μερικά blastbeats, όμως προσοχή, χωρίς riff από πάνω τους. Θα βρουν την αίσθηση των φωνητικών στριγκλιών, αλλά, αλίμονο, χωρίς ούτε μία βραχνάδα. Μια προσεκτική ματιά στα κιθαριστικά μέρη θα σε κάνουν να παρατηρήσεις με απορία ότι τα metal riff έχουν στην πραγματικότητα πολύ ήπια παραμόρφωση. Δεν νομίζω ότι η μπάντα έχει κατασταλάξει σε αυτές τις στιλιστικές ιδέες, όπως ήδη ανέφερα, διαισθάνομαι μια γνήσια ανάγκη εξερεύνησης και μια καλώς εννοούμενη ματαιοδοξία, σαν να προσπαθούν να φυτρώσουν ένα λουλούδι στο τσιμέντο. Μελωδικές δυσαρμονίες, φωνητικά που ενίοτε φαλτσάρουν επιτηδευμένα, στρυφνός λυρισμός —ναι— και γενικώς οτιδήποτε θα κουνήσει την μπάντα και τον ακροατή της ελαφρώς από τον άξονά τους.

Τα δύο πρώτα track ίσως σε κάνουν να νομίσεις ότι ο δίσκος θα αποτελέσει μια σύγχρονη σπουδή στο σύμπαν που κάποτε αποκάλυψαν οι Ved Buens Ende. Μην τσιμπάς! Ήδη από το τελικό μέρος του τρίτου track ‘’Evaporated’’, όταν κι εμφανίζεται το περήφανο drum groove που κάθε βρετανική indie rock μπάντα έχει δοκιμάσει, μια ακόμη διάσταση των Voices θα αποκαλυφθεί. Ότι περισσότερο από το Akercocke παρελθόν τους, θα σκύψουν συνολικά πάνω από τη βρετανική τους μουσική κληρονομιά, σκάβοντας indie, darkwave (‘’Funeral Day’’), gothic metal (‘’Manipulator’’) και μετά-Cure διαδρομές (‘’Dead feelings’’), που θα τολμήσουν να φτάσουν ως και την υπόνοια του dubstep (‘’Home movies’’). Είπαμε, το Λονδίνο συνδημιουργεί τον δίσκο. Το κλείσιμο του δίσκου με το ‘’Footsteps’’ θα τολμήσει να αφήσει τελικά να χυθεί και λιγοστό φως σε αυτό το ζοφερό δωμάτιο, λίγο χρώμα, λίγη ελπίδα. Είναι τυχαίο ή υπόσχεση; Ο χρόνος θα δείξει.

Καταλήγοντας λοιπόν στην αρχική σκέψη, το Frightened μοιάζει ανορίωτο, ασυμβίβαστο και ταυτόχρονα λυρικό μέχρι τέλους. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, αφού του λείπουν ακόμα αρκετά σε ενότητα και ισορροπία. Είναι όμως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και προκλητικούς δίσκους που μπορεί κάποιος φίλος της σκληρής μουσικής να ακούσει μέσα στο 2018, ένας δίσκος ικανός να δοκιμάσει τις σκέψεις και την καρδιά σου. Ένας δίσκος που θα τολμήσω να πω ότι για τον γράφοντα αποτελεί τελικά μια στιγμιαία έκφραση του λεγόμενου Art Rock, ενός όχι πολύ μακρινού μέλλοντος.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος