The Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (thrill jockey records)

Στη διάδραση των τεχνών συχνά παρατηρείται μια αμφίδρομη παραδοχή – ο λογοτέχνης θα θεωρήσει την τέχνη του φτωχή να αποδώσει την όποια πραγματικότητα τόσο πιστά όσο ο κινηματογραφιστής, ενώ ο κινηματογραφιστής θα θελήσει να ενσωματώσει τον γραπτό λόγο στην αναπαράστασή του για να μιμηθεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα τη νοητή πραγματικότητα που πλάθει ο αναγνώστης διαβάζοντας.

Η παραδοχή αυτή είναι ενδεικτική του ότι η τέχνη είναι ένα ενιαίο πλαίσιο στο οποίο υπάρχει χώρος για κάθε επιμέρους έκφανσή της, ένα μωσαϊκό το οποίο γίνεται ολοένα και πλουσιότερο όσο του προσθέτεις ποικίλες ψηφίδες.

Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται άμεσα από την ίδια μας την εμπειρία και, συγκεκριμένα, από τις υποσυνείδητες συνδέσεις που αντιλαμβανόμαστε τον νου μας να πραγματοποιεί μεταξύ δύο ή περισσότερων χωριστών έργων σε ανύποπτο χρόνο.

Να το δικό μου παράδειγμα.

Μόλις τελείωσα την ακρόαση του φρεσκοκυκλοφορήσαντος (sic) δίσκου των The Body, I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για την επιτυχημένη αντίθεση μεταξύ του παγερού ήχου του ντουέτου των Chip King και Lee Buford και της καθησυχαστικής φωνής της Chrissy Wolpert, για την καθηλωτικά αποπνικτική αίσθηση που μου δημιούργησαν οι άναρθρες κραυγές του King και τη δραματική σχεδόν μετάβαση από τη μία σύνθεση στην άλλη, αλλά αντ’ αυτού θα προτιμήσω να σας μιλήσω για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο του Luis Bunuel.

Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος (Un Chien Andalou) είναι από τις ταινίες-σταθμούς, όπως έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται οι ταινίες που εισήγαγαν πρωτοποριακά στοιχεία στην κινηματογραφική σύλληψη – κι αυτό γιατί διακατέχεται από υπερρεαλιστική έκφραση τόσο πηγαία και απρόσμενη που ακόμα και σήμερα είναι ικανή να αγγίξει το θυμικό ως και του κατ’ επάγγελμα θεατή.

Μια γυναίκα στέκει παραδομένη, βωβή και με ψυχρή σταθερότητα, καθώς ένα ζευγάρι αντρικά χέρια τής κρατούν τα βλέφαρα του αριστερού ματιού λίγο πριν της κόψουν το μάτι με μια λεπίδα. Αυτή η γυναίκα, η Γαλλίδα ηθοποιός Simone Mareuil, και αυτό το πλάνο μού ήρθαν στον νου με το που ακούστηκε η φωνή της Chrissy Wolpert στο εναρκτήριο κομμάτι “The Last Form Of Loving”, και το sample του χτύπου της καρδιάς έμοιασε σαν να προδίδει την καταχωνιασμένη αγωνία της πρωταγωνίστριας μπροστά στον επικείμενο τεμαχισμό της.

Οι κραυγές του “Can Carry No Weight” έδωσαν φωνή στην έκπληξή της μπρος στην εικόνα του ποδηλάτη, που, ενώ διέσχιζε τον δρόμο κάτω από το σπίτι της, λοξοδρόμησε και στέκεται τραυματισμένος κάτω από το περβάζι της. Με τη βιαιότητα του “Party Alive” παρακολουθούμε μια γυναίκα να τσιγκλάει με μια βέργα ένα τεμαχισμένο χέρι, ενώ όχλος την περιτριγυρίζει κοιτάζοντας με έξαψη το αποτρόπαιο θέαμα. Η φιλήδονη αντίδραση του όχλου μπροστά στην ωμότητα της βίας δεν παύει διαχρονικά να κάνει την εμφάνισή της και η ένταση του tempo των The Body προσφέρει το απαραίτητο θεμέλιο για την έγερση του οικοδομήματος της αποτρόπαιας φύσης μας.

Ο παραμορφωμένος ήχος του “The West Has Failed” μάς εισάγει στο αυτοκαταστροφικό κρεσέντο του απατημένου (;) συζύγου, από το οποίο δεν θα ξεφύγουμε πριν βυθιστούμε στην παράνοια, την αυτολύπηση και εντέλει την κάθαρση. Με το “Nothing Stirs”, οι The Body ξεκινούν μια σταθερή πορεία προς το τερματικό καθαρτικό σημείο του “Ten Times A Day, Every Day, A Stranger”.

Κανένα από τα δύο έργα δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ερμηνείες, κανένα δεν προσφέρει στιγμιαία χαρά ή παροδική ανάταση. Και τα δύο χωνεύονται σε βάθος χρόνου, μετά από επαναλήψεις, είτε μαζί είτε χωριστά. Κι αν η σύγκρισή μου είναι ατυχής, αβάσιμη ή βεβιασμένη, να σας ομολογήσω ότι καθόλου δεν πρόκειται για σύγκριση. Μόνο για ένα νοητικό πάντρεμα, που από καθαρή τύχη είχα τη χαρά να βιώσω, και μόνο να ελπίζω μπορώ για τα ανέλπιστα δικά σας.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Second Still – Equals (weyrd son records)

Το ότι οι νέες μπάντες δύσκολα προξενούν έναν πάταγο συγκινήσεων και ενθουσιαστικών σχολίων το έχουμε καταλάβει. Η εμμονή στην αναβίωση παλαιών και διαφόρων τάσεων μόδας (άραγε έχει μείνει καμία ακόμη αναξιοποίητη, κουφάλα καπιταλισμέ;) και οι καταραμένες νοσταλγίες σε συνάρτηση με την συμπίεση του χρόνου μεταβάλλει τη σχετική όρεξη για ψάξιμο νέων ακουσμάτων σε μια εξωτική πολυτέλεια. Μιλάμε όμως για μια αδικία έναντι των νέων ονομάτων που ορισμένα εξ αυτών αξίζουν την προσοχή και τη στήριξη μας, μιας και χωρίς αυτές δεν θα έχουν τα φόντα να συνεχίσουν.

Οι Second Still κέρδισαν το στοίχημα της πρώτης γνωριμίας με το περσινό ντεμπούτο τους και με το νέο τους EP όχι απλώς φαίνεται να αντέχουν, αλλά πάνε και για το ένα βήμα παραπάνω. Τι μπορεί αυτό να σημαίνει; Αρχικά, τα πέντε συν ένα μπόνους κομμάτια αποπνέουν μια μουσική αυτοπεποίθηση. Η μπάντα γνωρίζει ότι έχει πάρει τον σωστό δρόμο με βάση αυτό που έχει να εκφράσει. Οι ρυθμοί είναι πιο Drab Majesty και λιγότερο post punk τυποποιημένοι, οι μελωδίες αναπτύσσονται με έναν ευάερο τρόπο και υπάρχουν σαφή δείγματα απαγκίστρωσης από ξεκάθαρες επιρροές του παρελθόντος, αν και το ντεμπούτο των Chameleons κάπου χαμογελά στο βάθος! Απόδειξη της καλής δουλειάς τους είναι ότι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το εξάλεπτο “Ashes”, αποτελεί και την κορυφαία και πιο αφοπλιστική στιγμή του δίσκου (ή της κασέτας αν προτιμάτε, μιας και διατίθεται και σε αυτή τη μορφή).

Συνολικά μιλάμε για συνθέσεις που κάθε μια έχει τη δική της ταυτότητα χτίζοντας μια κυκλοφορία που άνετα χαρακτηρίζεται ως ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό βήμα, ένεκα και της σχεδόν 30λεπτης διάρκειας της. Το που θα οδηγήσει στο μέλλον αυτό είναι άγνωστο, αλλά αξίζει να πορευθούμε μαζί. Η μοναξιά σε τέτοιες περιπτώσεις σκοτώνει (τις μπάντες)!

 

ΥΓ: Οι Second Still θα εμφανιστούν στις 2 Ιούνη στην Αθήνα!

Μπάμπης Κολτράνης

 

Porter Ricks/Serafim Tsotsonis Live

 

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που κρυφοκοιτάζαμε συναυλίες που γινόντουσαν έξω και σχεδιάζαμε είτε στο μυαλό, είτε στην πράξη ταξίδια και τρόπους να μην τις χάσουμε. Πλέον η συχνότητα και η ποιότητα των συναυλιών εδώ είναι τέτοια που δεν θα μου έκανε εντύπωση αν κόσμος απέξω σχεδίαζε με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο την επίσκεψή του στα μέρη μας (αναθεματισμένο airbnb θα τα πούμε για σένα σε άλλο κείμενο). Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος όλο αυτό να αποκτήσει χαρακτηριστικά βιομηχανίας, με την ουσία να χάνεται ανάμεσα σε σπόνσορες και lifestyle. Αυτό είναι ήδη μια πραγματικότητα στις μουσικές πρωτεύουσες του κόσμου και πιθανόν να συμβαίνει και εδώ το ίδιο, απλώς να μην το έχουμε πάρει χαμπάρι, αν και θα έπρεπε να έχουμε ψυλλιαστεί τις όποιες αλλαγές έχουν συμβεί, παρατηρώντας τον “άσχετο” κόσμο που κάθεται δίπλα μας σε κάθε σχεδόν συναυλιακό δρώμενο στην Αθήνα.

Αν αυτό δεν συνέβαινε και το τελευταίο Σάββατο στο κλείσιμο της σεζόν για την Αγγλικανική Εκκλησία με τον ερχομό των Porter Ricks, κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός ότι οι παραγωγοί των συναυλιών τηρούν πιστά τη γραμμή να φέρνουν ποιοτικά ονόματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής και πειραματικής σκηνής δημιουργεί ένα δεδομένο ότι ο κόσμος ξέρει τι θα δει ή μάλλον τι δεν θα δει. Άρα, αν προσθέσουμε το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν χώρο λίγων θέσεων και με ένα όνομα τη συγκεκριμένη βραδιά το οποίο ανήκει στον ευρύτερο χώρο της techno (του είδους που και δεν έχει μεγάλη πέραση στα μέρη μας και απευθύνεται σε άλλου είδους χώρους), δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο όπου ήταν λογικό να μην έχουμε το συνηθισμένο σολντ άουτ που κάνει το μέρος. Για καλό θα έλεγα!

Η βραδιά δεν άργησε να εισέλθει στο κομμάτι για το οποίο είχαμε προσέλθει, με τον Σεραφείμ Τσοτσώνη να ξεκινά την επίδειξη των ικανοτήτων του πάνω σε αυτό που λέγεται σύνθεση στην ηλεκτρονική μουσική. Δυστυχώς, το σετ αρχικά ήταν τόσο αδιάφορο όσο η σκόνη που πηγαινοερχόταν σχεδόν παγιδευμένη στις λωρίδες του φωτισμού. Στη συνέχεια, το αδιάφορο μετατράπηκε σε κακό, καθώς ο ήχος μπορεί να μην ήταν δυνατός, αλλά είναι έτσι φτιαγμένος ο χώρος που σε βάζει να προσέχεις και την κάθε λεπτομέρεια της εκάστοτε συναυλίας. Αυτό δεν βοηθούσε τον δημιουργό, μιας και έκαναν μπαμ οι αδυναμίες του ασύνδετου υλικού του και πρωτίστως δεν βοηθούσε εμάς να καταλάβουμε γιατί τραβά τόσο πολύ αυτή η πομπώδης επίδειξη που αγνοούσε τα βήματα που έχει κάνει η ηλεκτρονική μουσική εδώ και πολλές δεκαετίες (και ναι, το νέο βίντεο του OPN κολλούσε τέλεια στην ερμηνεία της περίστασης). Κάπως έτσι φτάσαμε στο γεγονός να ακολουθηθεί και encore μετά τη λήξη του 50λεπτου (και βάλε) σετ μετά και τον ενθουσιασμό μιας μερίδας του κόσμου, με αποτέλεσμα (εδώ μπαίνει spoiler) να έχουμε το πρωτοπόρο για τα ήθη γεγονός να παίζει το “support” περισσότερο από το όνομα για το οποίο και ήρθαμε!

Χωρίς καμία σχεδόν παύση, οι Porter Ricks, το ντουέτο των Andy Mellwig και Thomas Köner, ανέλαβε να μας συνεφέρει κάπως, και ομολογουμένως το κατάφερε εξαίσια. Συνήθως λέγεται ότι οι τάδε είναι πρωτοπόροι με περίσσια ευκολία, αλλά εδώ είναι αλήθεια ότι το σχήμα αυτό έβγαλε έναν πρωτοποριακό δίσκο το ’96 εγκαθιδρύοντας το είδος του dub techno. Το δύσκολο επίτευγμα της υπόθεσης βέβαια δεν ήταν να μας πείσουν για την αξία της ιστορίας τους, αλλά για το σήμερα, και έχοντας ως βάση τον ήχο που εκφράζουν στις δύο αξιοπρεπείς τελευταίες τους κυκλοφορίες στην ιστορική Tresor, μετά και την επανεμφάνισή τους στο στερέωμα, το κατάφεραν με χαρακτηριστική άνεση. Ήχοι που περιπλέκονταν ανάμεσα στο techno, το ambient και το dub μεταφραζόντουσαν σε μια γλώσσα εξωγήινη, αλλά και γοητευτική, εγκεφαλική, αλλά και ευδιάκριτη. Οι ίδιοι προσπάθησαν να ταιριάξουν τη μουσική τους στον χώρο και σε ένα βαθμό κρίνω ότι το κατάφεραν με το σχεδόν 50λεπτό τους σετ να κυλά ως μια μεγάλη σύνθεση με συνοχή, αλλαγές και πηγαία αισθητική. Encore βέβαια δεν είχε, και ο λόγος ήταν ότι χρόνος δεν υπήρχε, όπως μας έδειξε με την κίνηση των χεριών του ο Thomas. Το γιατί το είδαμε πριν.

Η επιτυχία μιας βραδιάς για κάποιο κόσμο έγκειται στο γεγονός της προσέλευσης ή του ενθουσιασμού που αφήνει πίσω του το όνομα του σχήματος, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Το νόημα βρίσκεται στην αίσθηση που αφήνει και στην ονειροπόληση που αφυπνίζει η εν λόγω μουσική, και με αυτόν τον τρόπο η βραδιά χάρις στους PR ήταν πετυχημένη. Ελπίζουμε αυτή η επιτυχία να καθορίσει τη συνέχεια αναλόγων βραδιών στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Alexandra Katsarou για την παραχώρηση της φωτογραφίας από τη συναυλία.

 

Grouper – Grid Of Points (kranky)

Κάποιες φορές δεν χρειάζεται η μουσική να είναι περίπλοκη, πλούσια σε ήχους, φωνητικά ή στίχους με ξεκάθαρο και ιδιαίτερο νόημα. Κάποιες φορές αρκεί απλώς ένα πιάνο και μια φωνή. Στη δημιουργική κατάθεση της Harris, αυτά τα δύο συστατικά στοιχεία προσλαμβάνουν άλλες διαστάσεις. Και μια απόκοσμη, απογυμνωμένη, μινιμαλιστική ατμόσφαιρα, σε πλήρη αρμονία με αιθέρια φωνητικά, κάτι σαν μια εσωτερική ηχώ, κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Μια μουσική πληρότητα σκάρτων 21 λεπτών της ομαδοποιού των ήχων, όπως αυτοπροσδιορίζεται η Liz Harris. Λέξεις, στίχοι μπερδεύονται με τις νότες, νοήματα μένουν ανολοκλήρωτα. Το πιάνο και η φωνή καθρεφτίζονται το ένα στο άλλο, αλληλοσυμπληρώνονται, γίνονται “ένα” σε κάθε μουσική στιγμή, όσο όμορφη ή θλιβερή κι αν είναι αυτή.

Ξεκινά ένα ταξίδι, μια αναδρομή ζωής με την ανάλογη μουσική υπόκρουση για κάθε σημαντικό σταθμό. Μετά το εναρκτήριο καλωσόρισμα της βροχής στο “The Races” και το μελαγχολικό “Parking Lot” έρχεται το “Driving”, απόκοσμο και οικείο συνάμα, προτρέποντάς σε να δεις ποι@ είσαι και ποια θες να είναι η δική σου πορεία. Ο ήχος του τρένου διακόπτει και ενσωματώνεται στο τραγούδι “Breathing”, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη ζωή μας, όταν κάτι ξαφνικό, απότομο εμφανίζεται δυναμικά, σαρωτικά για να απομακρυνθεί πριν προλάβει να ξεφτίσει. Ο απόηχος, όμως, παραμένει (για πόσο άραγε;) στη ζωή μας να μας θυμίζει την παρουσία του, όπως η ανάσα, μηχανική και αυτόματη, χωρίς σκέψη, αλλά και τόσο απαραίτητη.

Η μπλούζα –“The Blouse”– σου φέρνει μνήμες από ένα πρόσωπο οικείο, που δεν έχει σημασία αν είναι παρόν ή έχει φύγει από κοντά σου. Ένα απομεινάρι που δεν ξέρεις τελικά αν θες να το κρατήσεις, δεν μπορείς να αποφασίσεις τι θα το κάνεις. Το τραγούδι των γενεθλίων –“Birthday Song”– σηματοδοτεί μια στιγμή προσωπικού απολογισμού, για όσα θέλησες να ζήσεις. Κάποια όνειρα τα πραγματοποίησες, κάποια άλλα όχι, κι αναρωτιέσαι το γιατί.

Μιάμιση βδομάδα χρειάστηκε η Harris για να ολοκληρώσει τη δουλειά της. Παρά τη διακοπή του δημιουργικού οίστρου από έναν υψηλό πυρετό, η όλη διαδικασία, αν και σύντομη, υπήρξε, κατά δήλωσή της, πλήρης. Στο Grid Of Points συνεχίζει ακολουθώντας τη δοκιμασμένη συνταγή του Ruins, με την απλότητα να κυριαρχεί στις συνθέσεις της, που με τη σειρά τους προκαλούν πολυπλοκότητα και ποικιλία συναισθημάτων. O στίχος δεν έχει τόση σημασία όση έχει ο τρόπος που αναδύονται συναισθήματα. Η διάρκεια του δίσκου για άλλη μια φορά μικρή, κάτι που με ξένισε αρχικά, αλλά όταν το ξανασκέφτομαι, αναρωτιέμαι: θα μπορούσες να αντέξεις μεγαλύτερης διάρκειας συναισθηματική καταιγίδα;

 

 

Sylvia Ioannou

 

Dublin Diaries #4 – Μεσαίωνα, αγάπη μου…

Κάθε μετανάστης έχει πολλές ιστορίες να πει. Είναι αυτή η καινούρια ματιά στα πράγματα, η επανεκκίνηση των εμπειριών του που δρομολογεί το ανανεωμένο του storytelling. Στα ημερολόγια αυτά θα ήθελα να πω μερικές τέτοιες: θα έγραφα για τον Roland από την Τασμανία και τον προδομένο του έρωτα, τον Alexis από τη Γαλλία που γεμίζει το σοκάκι του St Nicholas με την πιο παράξενη ηχώ, τη βουτιά του γιου μου στον Ατλαντικό στις 29 του Απρίλη, τους Pogues και τους απίθανους Lankum και τα λοιπά. Αυτήν τη φορά όμως θα καταχραστώ αυτόν τον χώρο για κάποιες σκέψεις κοινωνικού περιεχομένου, σ’ ένα κείμενο που έχει ως μόνο στόχο το να αναδείξει κάποιες ιδιαίτερες πτυχές των κοινωνικών συνιστωσών που συνεπιδρούν και συνδιαμορφώνουν αυτά τα ταλαιπωρημένα και περήφανα κουρέλια που ονομάζουμε πολιτισμούς.

Η 8η τροπολογία και η τυραννία των απολυτοτήτων

Ήρθε η ώρα και για την Ιρλανδία λοιπόν να απαλλαγεί από τον νόμο που απαγορεύει τις αμβλώσεις. Το δημοψήφισμα της 25ης Μαΐου είναι το κυρίαρχο θέμα που απασχολεί την τοπική κοινωνία, δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες καλούνται να ψηφίσουν αν θέλουν να καταργηθεί η λεγόμενη 8η τροπολογία του ιρλανδικού συντάγματος –στην οποία ουσιαστικά κατοχυρώνεται το ισότιμο δικαίωμα ενός εμβρύου στη ζωή– ή όχι. Το δημοψήφισμα αυτό έρχεται να επισφραγίσει τους πολυετείς αγώνες πολλών ανθρώπων και φορέων, οι οποίοι βλέπουν τους κόπους τους να δικαιώνονται. Τα προγνωστικά μιλούν για άνετη επικράτηση του ΝΑΙ, και η Ιρλανδία ετοιμάζεται να αλλάξει σελίδα, αφήνοντας μόνο μικρά κράτη (Μάλτα, Λιχτενστάιν, Σαν Μαρίνο, Βατικανό…) να απαγορεύουν ακόμα τις εκτρώσεις. Οι καμπάνιες στους δρόμους είναι εκτεταμένες: οι συντηρητικοί, ενωμένοι όπως πάντα, έχουν σαν κυρίαρχο μότο το “ΟΧΙ – αγάπησε και τους δύο”. Οι υπέρμαχοι του ΝΑΙ, χωρισμένοι σε διάφορες ομάδες έχουν διάφορα σλόγκαν όπως “Μην αστυνομεύεις το σώμα μου”, “Εμπιστοσύνη”, “Συμπόνια” και τα λοιπά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επερχόμενη κατάργηση του νόμου αποτελεί έναν καθυστερημένο θρίαμβο του αυτονόητου των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πώς μπορούσε να είναι αποδεκτό σε μια σύγχρονη, πραγματικά δυτική χώρα όπως η Ιρλανδία, οι γυναίκες να μην έχουν το δικαίωμα επιλογής στην έκτρωση; Η κατάσταση –και πρόλαβα να το βιώσω– ήταν δραματική. Ανύπαρκτοι προγεννητικοί έλεγχοι που έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή εμβρύου και μητέρας, σχεδόν ολοκληρωτική αδυναμία του συστήματος να κάνει εξαιρέσεις κατά περίσταση ακόμα και σε περιπτώσεις με προφανείς ανθρωπιστικούς ή ψυχολογικούς λόγους. Κάποιοι ενδεικτικοί αριθμοί: 3.500 γυναίκες κατέφυγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για έκτρωση το 2017, μόνο 25 εκτρώσεις εφαρμόστηκαν στην Ιρλανδία, ενώ ο αριθμός των γυναικών που κατέφυγαν “παράνομα’’ σε online φαρμακεία για το χάπι ή σε “γιατρούς’’ αμφίβολου κύρους, παραμένει ανυπολόγιστος. Οποιοσδήποτε διαθέτει κοινό νου καταλαβαίνει ότι σε αυτό το μεσαιωνικό περιβάλλον η αντιμετώπιση των γυναικών υπήρξε τραγική. Οι αληθινές μαρτυρίες που είχα τη δυνατότητα να συλλέξω είναι ανατριχιαστικές.

Ανέφερα ήδη, όμως, ότι τα συνολικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας κι ενός πολιτισμού συνδιαμορφώνονται από πολυποίκιλες και συχνά αντιφατικές συνιστώσες. Να το πω απλούστερα: “κακές” επιλογές έχουν και “καλά” αποτελέσματα και τούμπαλιν. Αν δει κάποιος τη γενική εικόνα της Ιρλανδίας ως χώρας που δεν επιτρέπει τις εκτρώσεις θα δει τουλάχιστον δύο θετικά.

  1. Οι περισσότερες οικογένειες έχουν από 2 έως 5 παιδιά. Αυτό δημιουργεί έναν απίθανα νεανικό πληθυσμό, μια αίσθηση φρεσκάδας και κατά συνέπεια την πεποίθηση ότι το μέλλον της χώρας είναι ευοίωνο και δημιουργικό. Δεν είναι απλώς ότι δεν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα. Οι νέες ιδέες είναι παντού ολόγυρα, σε μια ανεπτυγμένη χώρα που σφύζει από 18χρονα. Πολλοί πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι ένας βασικός λόγος για το ότι πολλές ιρλανδικές οικογένειες είναι πολυμελείς. Σημαντικός παράγοντας επίσης μπορεί να είναι οι κρατικές παροχές που ευνοούν την τεκνοποίηση. Σε κάποιο βαθμό τα παραπάνω ισχύουν, παρατηρώντας όμως τα ζευγάρια νεότερων γενιών και τη χαλαρή ως ανύπαρκτη σύνδεσή τους με τη θρησκεία, πιθανολογώ ότι η απελευθέρωση των εκτρώσεων θα συντελέσει στην σταδιακή αλλαγή αυτού του σκηνικού.
  2. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι γεννιούνται βρέξει-χιονίσει σημαίνει ότι πολλοί είναι άτομα με ειδικές ανάγκες. Αυτό όμως έχει δημιουργήσει σαν αποτέλεσμα μια κοινωνία εκπληκτικά φιλική και προσανατολισμένη προς αυτούς, με ισότιμα δικαιώματα που τηρούνται στο έπακρο και με πραγματική πρόσβαση σε κάθε τομέα κοινωνικής δραστηριότητας. Αν στην Ελλάδα ντρεπόμουν για τη συνολική μας παιδεία σε αυτό το ζήτημα, μετά από αυτό που βλέπω εδώ νιώθω βαθιά θλίψη.

Τολμώντας λοιπόν μια μακροπρόθεσμη πρόβλεψη, η επερχόμενη κατάργηση της 8ης τροπολογίας θα βελτιώσει επιτέλους τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών. Ταυτόχρονα, σε περίπου μια εικοσαετία, το σύστημα υγείας θα έχει προσαρμοστεί και θα έχει χτίσει μια νέα βιομηχανία εκμετάλλευσης των μελλοντικών μαμάδων. Θα παίρνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για να εξεταστεί η ποιότητα της κάθε τρίχας του εμβρύου, ενώ τώρα αδιαφορεί παντελώς για την υγεία εμβρύου/εγκύων. Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών θα χρησιμοποιεί με αξιοπρέπεια την ελευθερία της βούλησης, αλλά θα υπάρχουν και εκείνες οι λίγες ανεύθυνες γυναίκες που –είτε από ελλιπή ενημέρωση, παιδεία ή απλώς από κακές επιλογές/επιρροές– θα ρίχνουν παιδιά με την ίδια συχνότητα που άλλοι άνθρωποι βγαίνουν για μπίρα. Υπάρχει ο κίνδυνος ο πληθυσμός να αρχίσει σταδιακά να γερνάει και αναρωτιέμαι αν ο κρατικός μηχανισμός θα διατηρήσει την ίδια φλόγα στην υψηλής ποιότητας διαχείριση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ειδικότερα στα άτομα με down –στα οποία έχω ιδιαίτερη αδυναμία προσωπικά– αναρωτιέμαι αν θα ‘‘απορρίπτονται’’ από τους γιατρούς κατά την κύηση ή αν θα εξακολουθεί ο μέσος Ιρλανδός κι ολοκληρο το σύστημα υγείας να τα αγαπά και να τα αναδεικνύει. Ως τώρα η Ιρλανδία τα πηγαίνει περίφημα σε αυτό το θέμα και, ως νεοφερμένος, συγκλονίζομαι από τον σεβασμό που απολαμβάνουν ΟΛΟΙ οι συμπολίτες μου. Το αν η χώρα θα διατηρήσει αυτόν τον χαρακτήρα αποτελεί ένα στοίχημα.

Αν και δεν έχω δικαίωμα ψήφου, ξέρω καλά τι θα ψήφιζα. Στο δίλημμα του δημοψηφίσματος, το Ναι και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Μου μοιάζει παράξενο, όμως, ότι το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο σύνθετο από ό,τι αρχικά δείχνει. Αυτό που ενοχλεί τελικά περισσότερο είναι όμως οι απολυτότητες: πίσω από τα ηχηρά ΝΑΙ ή ΟΧΙ και τους παροδικούς θριάμβους πωρωμένων κοντόφθαλμων, φανατικών ή απλώς ανθρώπων που αδυνατούν να σκεφτούν “κοινωνικά’’ αλλά επιλέγουν πάντα προσωπικά, κρύβεται πάντα η ίδια μετριότητα: η αδυναμία των σύγχρονων “κρατών” να αντιληφθούν ότι η αλήθεια πίσω από πολλά απόλυτα διλήμματα είναι συνήθως κάπου στη μέση και να επιδεικνύουν τα αντίστοιχα αντανακλαστικά. Η αδυναμία τους να αναδεικνύουν περισσότερο την παιδεία, την ενημέρωση και την πρόληψη. Η ανικανότητα του να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και να κρίνονται κατά περίσταση οι ακρότητες. Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ζοφερά ερωτήματα: Θα συνεχίζει πάντα το άτομο τελικά να υποκύπτει στο όλο και το όλο θα συνεχίσει να διαμορφώνεται από τους ανέμους των καιρών και όχι από πραγματικά ανθρωποκεντρικούς ορίζοντες; Θα συνεχίσουν οι κοινωνίες να βολοδέρνουν από βράχο σε βράχο, από χαστούκι σε χαστούκι κι από λάθος σε λάθος, επειδή πάντα η πλειονότητα “διοικούντων” και “διοικούμενων” θα αδυνατεί να βλέπει πάνω από μία λεπτομέρεια τη φορά;

Φυσικά το θέμα των αμβλώσεων παραμένει ανοιχτό σε ηθικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Όποια κι αν είναι τελικά η θεώρηση του καθενός, δεν μπορώ παρά να θυμάμαι τον Αριστοτέλη που, αν κι εκφραστής της περίφημης μέσης οδού, δεν δίσταζε να αναδεικνύει τους κινδύνους της δημοκρατίας όταν αυτή γίνεται οχλοκρατία. Θα μπορέσει η ιρλανδική κοινωνία να διευρύνει επιτέλους τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς να απωλέσει τα θετικά στοιχεία της υπάρχουσας κουλτούρας; Εμπρός ολοταχώς λοιπόν για νέους μεσαίωνες; Όχι θα απαντήσω, αν θυμηθώ την Brigid και την απαξίωση που δέχτηκε όταν έμεινε έγκυος. Ναι θα απαντήσω, αν θυμηθώ τον Πέτρο στον πλάτανο του Πλωμαρίου που –έχοντας το σύνδρομο down– όταν σηκώνεται για απτάλικο αναστενάζουν τα βουνά.

Και αν κάποιος από εσάς πιστεύει ότι αυτό το άρθρο είναι τοπικού ενδιαφέροντος, σας παρακαλώ να το ξανασκεφτείτε.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Bell Witch/Shattered Hope Live

Τα τελευταία χρόνια όλοι μας έχουμε παρατηρήσει ένα πολύ καλοδεχούμενο άνοιγμα του συναυλιακού χάρτη της Αθήνας. Το παράπονο έχει μετατεθεί από το “ω, διάολε, αν δεν ξηλωθώ να βγω εξωτερικό δεν παίζει να δω τους Χ ποτέ” στο “ω, διάολε, να κρατήσω λεφτά για τους Χ ή να πάω στους Ψ; Μα καλά, γιατί τους φέρνουν και τους δύο μες στο ίδιο Σαββατοκύριακο;”.

Το άνοιγμα αυτό και την παντοτινή μας τάση να μένουμε ανικανοποίητοι με ό,τι κι αν μας δοθεί έχουμε εντοπίσει αυτήν τη χρονιά στο Temple, που ως μια νέα προσπάθεια έχει κατορθώσει να (ξανα)φέρει μπάντες και μεμονωμένους καλλιτέχνες με αρκετά “πιστή” βάση στην πόλη.

Για βδομάδες, φίλοι και γνωστοί λογοφέραμε για το πόσο δεμένο ή όχι θα είναι ένα Σαββατοκύριακο με Bell Witch τη μια μέρα και GY!BE την αμέσως επόμενη. Τελικά τα δεδομένα, δηλαδή μια μικρή καθυστέρηση του εξοπλισμού των Αμερικανών Bell Witch, έφερε το πρόγραμμα τούμπα και η συναυλία μεταφέρθηκε για την πλέον μισητή μέρα των millennials εκεί έξω. (Χρειάζεται, άραγε, να αποκαλύψω ότι αναφέρομαι σε ακόμα μια Δευτέρα;)

Ένα είναι σίγουρο. Εμείς μπορεί να επηρεαστήκαμε, οι μπάντες όμως σίγουρα όχι. H βραδιά ξεκίνησε με τους Shattered Hope να προσδίδουν δυναμισμό και ένταση ικανά να αντισταθμίσουν τη δυσανάλογη αριθμητική συμμετοχή του κοινού που ίσως δεν ήταν προετοιμασμένο για τα funeral doom ακούσματά τους.

Πρέπει, βέβαια, να ομολογήσουμε ότι η μετάβαση από το ένα σχήμα στο άλλο δεν ήταν η αρμονικότερη δυνατή, όπως και ότι ο “χαμένος” χρόνος του στησίματος των Bell Witch δημιούργησε μια ανεπαίσθητη κατατονία στο θυμικό μας.

Όταν, όμως, ακούστηκαν οι πρώτες νότες του μπάσου του Dylan Desmond και το περσινό “Mirror Reaper” άρχισε να καταναλώνει τις κοιλότητες των αυτιών μας, καθηλωθήκαμε. Λίγο το γεγονός ότι έχεις μπροστά σου μόλις δύο μουσικούς να υφαίνουν μια σχεδόν θρηνητική μελωδία υπό λιγοστό φως και μόνο την απολύτως αναγκαία κινητικότητα, λίγο η χαρακτηριστικά παγερή απομάκρυνση του Jesse Shreibman από την όλη συναυλιακή εμπειρία όποτε δεν ακούγονταν τα τύμπανα ή τα άγρια φωνητικά του, η όλη εμπειρία μπόρεσε να πάρει ατμοσφαιρικές διαστάσεις και να κλείσει πρόσκαιρα μεν, ικανοποιητικά δε.

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Ten New Songs Countdown, 57

Oneohtrix Point Never – Black Snow

Πόσος καιρός άραγε έχει περάσει για να βρούμε επιτέλους ένα τραγούδι-δήλωση, όχι μόνο προς το τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό και την ψυχή ενός δημιουργού, αλλά και στο τι συμβαίνει εκεί έξω. Ο OPN συνεχίζει να αναρωτιέται για το νόημα της σύγχρονης δημιουργίας (εξού και η σχετική έκθεσή του στη Νέα Υόρκη, καθώς και το θέμα του νέου δίσκου του) και γενικότερα του νοήματος του να ζει κανείς στην εποχή του παντοδύναμου διαδικτύου. Το βίντεο του νέου του κομματιού είναι ένα βήμα παραπέρα ως προς τη δική του αναζήτηση και θα ήταν ανούσιο να πιάσουμε ένα ένα τα σημεία που καυτηριάζει και παρωδεί, σημεία που αφορούν τον ίδιο και τον χώρο που κινείται. Μήπως ζούμε στο τέλος μιας τοξικής εποχής και το μόνο που μας μένει είναι να καλυφτούμε με ένα επιτελικό μαύρο χιόνι; (view)

 

Mogwai – Donuts

Δεν έχουν αλλάξει και πολλά στους Mogwai τα τελευταία πολλά χρόνια πέρα από μια μικρή αλλαγή στη σύνθεσή τους, καθώς ακολουθείται πιστά η σειρά άνισοι δίσκοι-ενδιαφέροντα σάουντρακ-περιοδείες-συνεχής αναγνώριση στην αξία τους. Αυτή η σταθερότητα έχει ως αποτέλεσμα οι νέες τους συνθέσεις να ακούγονται λες και γράφτηκαν πριν από δέκα χρόνια περίπου και μερικές φορές είναι δύσκολο να διακρίνεις αν αυτό είναι καλό ή κακό. Το πρώτο δείγμα της δουλειάς τους για το φιλμ Kin είναι εύκολο να το καταχωρίσεις στην πρώτη πλευρά, μιας και μιλάμε για το πιο μεστό κομμάτι που έγραψαν εδώ και χρόνια!

 

 

 

Talons – The Drowning

Η μουσική δημιουργία χωρίς στίχους δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει τι να πει. Αντίθετα, τα μηνύματα είναι πολλά. Κάποια σου ζητούν να τα αποκωδικοποιήσεις. Άλλα, πάλι, θέλουν να τα πλαισιώσεις με τις δικές σου σκέψεις. Οι Talons επιμένουν στο instrumental, και στο τρίτο τους άλμπουμ. Στο “The Drowning” παρουσιάζουν μια δυνατή και καλά δομημένη σύνθεση, ως πρόγευση για την επερχόμενη καλοκαιρινή τους κυκλοφορία. Η ορχηστρική σύνθεση είναι περιγραφική, διαθέτει εναλλαγές, παύσεις και εντάσεις, σε αφήνει να καθρεφτίσεις τα δικά σου συναισθήματα στη δική τους μουσική ιστορία. (listen)

 

Soft Kill – Missing

Ενώ ατάλαντες μπάντες κερδίζουν μια αναπάντεχη επιτυχία στον χώρο του darkwave-post punk, υπάρχουν μπάντες όπως οι Soft Kill που κινούνται στο περιθώριο και με κάθε τους δουλειά παίρνουν κεφάλια. Η μπάντα του πρώην Blessure Grave βασίζει τον νέο δίσκο σε μια πολύ σκληρή προσωπική εμπειρία και πιθανόν το υλικό του να μην αντέχει το βάρος. Εντούτοις ας προετοιμαστούμε για νέες βολές τους στο εσώτερο ψαχνό!

 

 

Touche Amore – Green

Η αρχή των πάντων χάνεται, το τέλος κρύβεται, κι εσύ κρατάς μια γραμμή που ποτέ δεν είναι ευθεία. Υπάρχει νόημα πίσω από αυτές τις γραμμές; Πίσω από οργισμένα φωνητικά, δυνατά μοτίβα, αδύνατα συναισθήματα; Νέο τραγούδι από τους TA, έτσι στο ξεκούδουνο. Ξανά όλα μπαίνουν σε μια σειρά, στίχοι, σκέψεις, ερωτήματα, απαντήσεις, ξανά ερωτήματα. Ακόμη κι αν η υπαρξιακή έκλαμψη διαρκεί τρία μόνο λεπτά, αξίζει!

 

 

Hopesfall – H.A. Wallace Space Academy

“Αυτό που θεωρείς ως ελευθερία στην πραγματικότητα δεν είναι”, μας δηλώνεται ευθύς εξαρχής στο H.A. Wallace Space Academy. Ο φόβος για ό,τι χάθηκε ως τώρα και για ό,τι θα χαθεί στην πορεία γίνεται η αλυσίδα με την οποία οι κατέχοντες την εξουσία δένουν τη ζωή σου, για να σου πάρουν ό,τι σου ανήκει, ό,τι σε κάνει να νιώθεις άνθρωπος κι όχι εκτελεστική μηχανή στους σκοπούς τους. Όταν διαλύσεις την αιθαλομίχλη μέσα στην οποία ζεις θεωρώντας ότι έχεις την ελευθερία της επιλογής, θα πέσεις απότομα στην πραγματικότητα και η πτώση θα είναι δυνατή. Αλλά, όπως μας προτρέπουν οι Hopesfall, αξίζει τον κόπο να ανακαλύψεις την αλήθεια σου και τη ζωή που εσύ θες να ζεις. (view)

 

Firewalker – Role Model

Το punk/hardcore χωρίς να το ξέρει ήταν για αρκετές περιόδους πρωτοποριακό, δείχνοντας το μέλλον σε θέματα απόψεων, τάσεων και νέων αισθητικών προτάσεων. Το ότι πλέον είναι αδύνατο να μην ασχοληθείς με μπάντες που τα μέλη τους είναι κατά κύριο λόγο γυναίκες και όχι άντρες (αν και τα ημεδαπά μουσικά μέσα τα καταφέρνουν ακόμη περίφημα), οφείλεται και στη δουλειά που έχει γίνει στο underground και στον χώρο του συγκεκριμένου είδους. Οι Βοστωνέζες Firewalker (με το όνομα να προέρχεται από κομμάτι των Slasphot από την ίδια πόλη) αποτελούν νέο μέλος της νέας σκηνής-σοδειάς γυναικοκρατούμενων σχημάτων και η νέα εμφατική συλλογή που συμμετέχουν της νεοσύστατης Teen Tiny Records αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

 

 

Slapshot – Remedy

Για να κρατάς μόνο με την αγριοφωνάρα σου μια μπάντα για παραπάνω από τρεις δεκαετίες, πέρα από ικανότητα, χρειάζεται να ’σαι και λίγο βλαμμένος! Αυτού του είδους που σε κάνει να βαράς το κεφάλι σου επί σκηνής μέχρι να βγει αίμα, να προκαλείς το πιο βίαιο pit που προσωπικά έχω βιώσει ποτέ και να μεταδίδεις, τραγουδώντας τους στίχους σου, την ίδια πάντα φρενίτιδα στις ίδιες σου τις φλέβες! Νέος δίσκος για τον Choke και την παρέα του, με τίτλο ειρωνικό απέναντι στο κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του Trump, θυμίζοντας σε ενάμισι λεπτό όχι μόνο κάτι από τα παλιά, αλλά και τους λόγους που αυτή η hc μπάντα έχει αγαπηθεί και μισηθεί τόσο πολύ μέσα στα χρόνια.

 

 

WIEGEDOOD – Parool

Ως μια black metal μπάντα που σέβεται τον εαυτό της, οι Wiegedood δημιουργούν μια κλειστοφοβική, αγωνιώδη και σκληρή μουσική ατμόσφαιρα που απογειώνεται με τους βρυχηθμούς του Levy Seynaeve. Χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά συνεπείς στις αρχές της μουσικής που πρεσβεύουν. Το τραγούδι “Parool” στο De Doden Hebben Het Goed III –Οι νεκροί περνούν καλά(!)– είναι ο ξέφρενος και τραχύς επίλογος της βέλγικης μπάντας, που ολοκληρώνει με αυτό το άλμπουμ την τριλογία της, συνοδευόμενο από ένα ζοφερό, “γροθιά στο στομάχι” βίντεο. (view)

 

Dark Buddha Rising – Mahathgata I 

Τα βασικά έχουν ήδη ειπωθεί για τους DBR, οπότε, όπως πράττει και το νέο τους άσμα που κοσμεί την πρώτη πλευρά του φρέσκου EP τους, εισχωρούμε αμέσως στον δικό τους μουσικό στροβιλισμό. Άρρωστο, θεόβαρο, ψυχεδελικό με τον δικό του σκανδιναβικό τρόπο, διαγράφει κύκλους από σκόνη και κάνει πάταγο!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης & Sylvia Ioannou

 

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Δάφνη Τσουμάνη για την φωτογραφία