Monocube – Zachary Paul – Sunn O)))

Monocube – Substratum (Malignant Records)


copyright:
sukkeret.og.pepper studio

Πιστός στην dark ambient παράδοση που εγκαθίδρυσε ο Lustmord, ο Ουκρανός αυτός δημιουργός απλώνει για άλλη μια φορά τα σκοτεινά, σχεδόν ακίνητα, ηχοτόπια του σε μορφή ολοκληρωμένου δίσκου. Ένας υπνωτισμός διαχέεται, μέσω των συνθέσεων του που ηχούν σαν ένα και το αυτό κομμάτι. Εδώ δεν έχουμε κάποιου είδους κορυφώσεις ή εκρήξεις, παρά μόνο μια δυστοπική απεικόνιση αυτών που θα επακολουθήσουν την επόμενη μέρα της καταστροφής. Ούτε κάτι παράταιρο βρίσκουμε στο όλο μουσικό οικοδόμημα, απλώς λείπει μια περιπετειώδη διάθεση, ώστε να ξεφύγουμε λίγο από τα σπουδαία μεν, αναμενόμενα δε μουσικά στάνταρντ.

Zachary Paul – A Meditation On Discord (touch)

Η τοποθέτηση μιας μισάωρης σύνθεσης στην αρχή ενός ντεμπούτου σίγουρα είναι μια τολμηρή κίνηση, αλλά ο βιολιστής Zachary Paul τα καταφέρνει περίφημα στο να δώσει από την αρχή ένα στίγμα, χωρίς να χαντακώσει την όλη δουλειά του. Είναι σαν να τον οδηγεί ένα αόρατο χέρι με την βοήθεια του οποίου η δύναμη συναντά την τρυφερότητα της, ο χρόνος την σχετικότητα του και η μελωδία την αποδόμηση της σε κάτι άλλο, θα λέγαμε, ουράνιο! Όντως, υπάρχει μια αίσθηση παραφωνίας ολούθε, όπως δηλώνει και ο τίτλος του άλμπουμ, μόνο που αυτή ηχεί περίφημα, όχι λόγω της βιρτουοζιτέ του, αλλά ως απαύγασμα της καλλιτεχνικής σφραγίδας του. Έχοντας μάλιστα, ως κλείσιμο ένα μαγευτικό άσμα, όπως το “A Person With Feelings”, μπορούμε να μιλάμε για υψηλή τέχνη ακόμη κι αν είναι ο δημιουργός της στην αρχή μιας πολλά υποσχόμενης πορείας.


Sunn O))) – Life Metal (southern lord)

Εισαγωγή από Blood Fire Death των γνωστών και σχεδόν αμέσως έχουμε αργούς κιθαριστικούς βηματισμούς προς μια άγνωστη βουνοκορφή που τελικά δεν είναι και τόσο άγνωστη γιατί εκεί στρογγυλοκάθεται η μουσική των Sunn O))). Εντελώς ψυχρή πάντως, αν και θα την περίμενες θερμή με τόση κιθαριστική ένταση, υπολογιστική αν και φάνταζε στην αρχή της κάπως αυθόρμητη, καταντά να αντιγράφει τον εαυτό της, ξανά και ξανά. Μήπως είναι η μοίρα όλων των πρωτοποριών του αιώνα μας να μην ξεφεύγουν από τις επαναλήψεις του εαυτού τους, όταν με μαθηματική ακρίβεια η λέξη έμπνευση εξαφανίζεται όσο ξεμακραίνει το παρελθόν τους;

Μπάμπης Κολτράνης

Καζαμίας 2019 (Μάιος – Αύγουστος)

Μάης

Μια ανάσα και τον φτάσαμε! Για όλα τα άλμπουμ που βαρεθήκαμε και μας κούρασαν τον χειμώνα, τις υποσχέσεις που εξαϋλώθηκαν και τους προγραμματισμούς που δεν βγήκαν, η άνοιξη είναι εδώ προς απάντηση τους! Τουτέστιν, προσοχή σε όλα, αλλά κυρίως στο καλοκαίρι που παραμονεύει και δυστυχώς δεν μας αφήνει να χαρούμε αυτή την εποχή που διαρκεί το πολύ δύο βδομάδες στα μέρη μας! Ούτε βέβαια κι η αναμονή να δούμε τους Wire θα διαρκέσει πολύ γιατί επιτέλους έρχονται στις 23 στο Temple προσπαθώντας να μας πείσουν ότι ποτέ δεν είναι αργά για να δεις μια μπάντα, ακόμη κι αν έχουν περάσει τέσσερις (και βάλε) δεκαετίες από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν! Κάποιες δεκαετίες έχουν περάσει και για τους Darkthrone, αλλά αυτοί εκεί, με την πρώτη μπουκιά του νέου τους άλμπουμ που θα βγει στο τέλος του μήνα, να ‘ναι διαολεμένα επιτυχημένη. (view)

Ιούνης

Δεν χρειάζεται να περιγραφεί αυτός ο μήνας γιατί είναι γνωστή η απαρχή της κατάπτωσης που συμβολίζει. Τα φεστιβάλ του Ιούνη φαντάζουν σαν τον τελευταίο χορό πριν την καθολική καταστροφή των διακοπών. Όσα όμως μουσικά δρώμενα για τις μάζες κι αν στήνουν, θα υπάρχουν πάντα ως απάντηση τους εκείνες οι μικρές γιορτές εξίσου μικρών κοινοτήτων που περιμένουν τον ερχομό μπαντών όπως οι Sick Of It All και οι Dwarves (βλ. τις συναυλίες τους στο τέλος του μήνα στην Αθήνα) για να αντιληφθούν τι συνέχει τα αόρατα μέλη τους. Τέλος, στον αντίποδα των θορυβωδών αυτών ακουσμάτων, θα υπάρχουν κι αυτά που απευθύνονται σε μοναχικές ακροάσεις, χωρίς όμως να τους λείπει μια, διαφορετικού έστω είδους, ένταση. Όπως αυτό εδώ από το επερχόμενο άλμπουμ του Rafael Anton Irissari που θα βγει 21 του μήνα…

Ιούλης

Τα φεστιβάλ, όμως, και οι μεγάλες συναυλίες, όπως οι ζέστες, επιμένουν! Εκβιάζοντας συναίσθημα και αναμνήσεις χρειάζεσαι έναν υπερβάλλοντα ζήλο για να αντισταθείς στα κελεύσματα ονομάτων όπως οι The Cure ή οι Dead Can Dance. Ας είναι όμως, αρκετός κόσμος λόγω οικονομικών δυσκολιών θα προτιμήσει να κάνει μια άλλου είδους οικονομική διαχείριση η οποία θα συμπεριλαμβάνει την “κατανάλωση” απλώς νέων μουσικών όπως αυτής εδώ της συλλογής της Blackest Ever Black, πόσο μάλλον όταν αυτές ακούγοντας τους προπομπούς τους, είναι τόσα πολλά υποσχόμενες!

Αύγουστος

Τίποτα, nichts! Δεν νομίζω να τίθεται καν το θέμα να αναφέρουμε τα καλοκαιρινά φεστιβάλ στην επαρχία και δη στα νησιά όπου συναντάς τα ίδια, αποκλειστικά ημεδαπά, ονόματα που είναι σίγουρο ότι θα μαζέψουν κόσμο, συν κάποιες μπάντες που είναι γνωστές-φίλες-κολλητές στους διοργανωτές. Για να φανταστείτε για τι ανύπαρκτο μήνα μιλάμε, δεν υπάρχει καμία αξιομνημόνευτη κυκλοφορία που να βγαίνει τις μέρες αυτές πέραν του νέου άλμπουμ των Slipknot! Τόσο χάλια, οπότε ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι με ένα μαγικό τρόπο θα την σκαπουλάρουμε κι αυτό το καλοκαίρι ακούγοντας τη συλλογή μας που ως γνωστόν ο κόσμος που την κατεβάζει την φυλάει για να την ακούει στις παραλίες τον Αύγουστο, Ή μήπως όχι;


Μπάμπης Κολτράνης

Ten New Songs Countdown, 59

Η φωτογραφία ανήκει στην Δάφνη Τσουμάνη

Carla dal Forno – So much better

Το μπάσο καθορίζει το ρυθμό, η μελωδία απαλή και ήρεμη, η φωνή σταθερή. Έμπνευση της Dal Forno αποτελούν γεγονότα που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή, δίνοντας παράλληλα, στο κοινό της τη δυνατότητα να ερμηνεύσει, όπως εκείνο επιθυμεί, τη δική της δημιουργία. Διαπραγματεύεται το θέμα του χωρισμού από τη σκοπιά της γυναίκας, με στίχους που θίγουν την ανεπάρκεια του πρώην συντρόφου, καταλήγοντας στο να νιώθει χαρούμενη που κατάφερε να τον πονέσει και που, ενώ εκείνος παρέμεινε ίδιος, εκείνη εξελίχθηκε και πια, είναι πολύ καλύτερα από (και χωρίς) εκείνον. (view)

Helm – I Knew You Would Respond

Απροσδιόριστο, χαλαρωτικό, ιντριγκαδόρικο και διάφορα άλλα που βγαίνουν στην πορεία, το νέο κομμάτι του Luke Younger αποτελεί τον ιδανικό τρόπο να μη ξέρουμε τι μας περιμένει ακούγοντας το νέο του υλικό σε ένα μήνα. Μυστήριο λοιπόν…

Plaid – Maru

Συνέχεια εκεί, στο προσκήνιο, ακούραστοι ως προς την αναζήτηση νέων δρόμων που έχουν όμως την ίδια πινακίδα πορείας. Μπορεί οι Plaid να κάνουν κύκλους γύρω από το πώς να γράψετε έξυπνη και ευαίσθητη ηλεκτρονική μουσική, αλλά αξίζει να ακολουθείς τις γραμμές τους οι οποίες ποτέ δεν εφάπτονται μεταξύ τους. Από το νέο sinlge προπομπό του επερχόμενου τους άλμπουμ Polymer που θα βγει μέσα Ιουνίου, επιλέγουμε το ευθύβολο “Maru” της δεύτερης πλευράς. (listen)

Drab Majesty – Ellipsis

Η ακρόαση του ολόφρεσκου κομματιού των DM μπορεί να δηλωθεί ως μια απόπειρα να κοιτάξουμε μέσα από την κλειδαρότρυπα της πόρτας που μας χωρίζει από τη δισκογραφική συνέχεια του τελευταίου magnus opus τους. Έχουμε λοιπόν, ένα μελωδικότατο άσμα που αποπνέει αυτή τη ζωτικότητα που παίρνει κάθε επισκέπτης της Αθήνας, της πόλης που αποτέλεσε τη βάση για να γραφτεί το Modern Mirror. Οι στίχοι μάλιστα, αξίζουν μια δεύτερη ανάγνωση και το βίντεο δένει τέλεια με τη μουσική!Περισσότερα στις 12 Ιούλη που βγαίνει! (view)

Second Still – Double Negative

Όσο περισσότερο δουλεύει η συγκεκριμένη καναδέζικη μπάντα, τόσο πιο πολύ χαλυβδώνει τον δικό της ήχο. Πιστή στο ραντεβού της που την θέλει να βγάζει κάθε χρόνο κάτι καινούργιο, ετοιμάζεται για μια κασετική κυκλοφορία τον επόμενο μήνα, με τα ήδη υπάρχοντα δείγματα να είναι χορταστικά από μόνα τους. Ειδικά το…

Negative Gears – 2020 Vision

Ντεμπούτο για τους Negative Gears σε ένα punk/post punk 12΄΄ EP. Κιθάρες και ντραμς δίνουν το ρυθμό, έναν ρυθμό αρμονικά γρήγορο, κοφτό και νευρικό. Τα φωνητικά ελεγχόμενα οργισμένα, χωρίς έντονες εκρήξεις θυμού και με στίχο επαναλαμβανόμενο, εκείνον που δημιουργεί ένταση και αγωνία, καταλήγοντας στα (αγαπημένα) απότομα κλεισίματα των τραγουδιών. Το καθαρό πανκ των Αυστραλών κέρδισε την προσοχή μας και είναι βέβαιο ότι θα παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον την εξέλιξη της πορείας τους.

Lungbutter – Flat White

Ντεμπούτο LP για τις Lungbutter. Στο “Flat White” ο πρώτος ήχος σε προδιαθέτει για το slowcore – noise punk που θα ακούσεις. Τον τόνο από την πρώτη κιόλας νότα δίνει η χαοτική παραμόρφωση της κιθάρας που συμπληρώνεται από το έντονο και ξεκάθαρο μπάσο και όλο αυτό απογειώνεται από το sing-speak της Ky Brooks. “I like choosing things” μας δηλώνει κι εμείς συμφωνούμε μαζί της περιμένοντας την 31η Μαΐου για να ακούσουμε ολόκληρο το άλμπουμ. Σε αναμονή λοιπόν.

The Sweet Release Of Death – Sway

Μια μαζική ηχητική επίθεση εξαπολύεται από ένα τρίο που τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια δική μας αδυναμία. Το μοναδικό ως τώρα δείγμα της επερχόμενης δουλειάς του αποδεικνύει ότι όσο προχωράνε, τόσο ο ήχος τους θα γεμίζει μέχρι να σκάσει σαν βόμβα, όχι στα χέρια μας, αλλά στον εγκέφαλο μας! (listen)

Gatherers – Sick, Sad Heart

Οι Gatherers είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που ερμηνεύουν με τόσο έντονο και όμορφο τρόπο την απελπισία, την παράνοια, την απόγνωση και -ενίοτε- τον μαζοχισμό. Όλες οι σκοτεινές και σάπιες ανθρώπινες εκφράσεις παρουσιασμένες με τέτοιον τρόπο που η μόνη επιλογή που έχεις είναι να χάνεσαι στη μουσική τους και να σε συνθλίβει ο στίχος τους. Άραγε, πόσες μπάντες έχουν αυτήν την εκπληκτική ιδιότητα να σε κάνουν να νιώθεις τόσο πόνο και να το κάνουν με τόσο υπέροχο τρόπο; (listen)

Pelican – Midnight and Mescaline

Κάποια γεγονότα στη ζωή μπορεί να ανακόψουν για λίγο την πορεία μας κι εκεί χρειαζόμαστε χρόνο για να επαναπροσδιορίσουμε τι θέλουμε και να καθορίσουμε το πως θα προχωρήσουμε εφεξής. Διατηρώντας αμείωτο το μεράκι της δημιουργίας επανακάμπτουμε, όπως έκαναν και οι Pelican, που μετά από έξι χρόνια μας παρουσιάζουν το απόσταγμα των εμπειριών τους. Οι μεγάλες χαρές και οι μεγάλες λύπες που βίωσαν μετουσιώνονται σε δημιουργία. Και ξεκινά η εξιστόρηση των νυχτερινών ιστοριών τους έχοντας ως αφετηρία το σημείο μηδέν, τα μεσάνυχτα.

Sylvia Ioannou & Μπάμπης Κολτράνης

Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou

Echo Basement – No Form Of Human Government (Rudu Records)

Πριν από περίπου δυόμισι χρόνια οι Echo Basement έδωσαν μια συνέντευξη με ενδιαφέρουσες ερωταποκρίσεις. Σε μια από τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου για το τι είναι αυτό που τους ωθεί να ασχοληθούν με τη μουσική, απάντησαν πως ο λόγος είναι η ανάγκη τους για έκφραση, ειδικά σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένη δημιουργικότητα και ακόμα λιγότερο ελεύθερο χρόνο για όλους μας, λόγω των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων που συμβαίνουν γύρω μας. Εκεί, τόνιζαν τη βαρύτητα που έχει ο ρόλος του πομπού – καλλιτέχνη που κοινωνεί τη δημιουργία του στον κόσμο, σε αντιδιαστολή με τον απλό δέκτη ερεθισμάτων από κάθε μορφή τέχνης, η οποία δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό λόγο ύπαρξης το να μας κάνει να νιώσουμε καλά, άβολα ή στενάχωρα, αλλά είναι σημαντικό να μπορεί να ευαισθητοποιεί και να αφυπνίζει το κοινό της.

Ανυπομονούσα λοιπόν, να ακούσω τη νέα τους κυκλοφορία, έχοντας ήδη θετική προδιάθεση από το debut album τους Placid με το – αγαπημένο- “Our Mondays Apart”, το οποίο είχε συμπεριληφθεί και στη συλλογή Against The Silence V.b το 2016.

Το No Form Of Human Government πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό άλμπουμ με 6 κομμάτια, ένα εκ των οποίων έχει στίχους στην αγγλική γλώσσα, όπως συνηθίζουν. Η μπάντα κινείται σταθερά στα μονοπάτια του post rock, του progressive και του indie, ενώ εντάσσει στους ήχους της και μερικά post metal στοιχεία. Η δουλειά που έχουν κάνει τα μέλη της μπάντας είναι παραπάνω από εμφανής στο δίσκο αυτό. Είναι ξεκάθαρες οι εναλλαγές ανάμεσα στα μέρη των τραγουδιών, όλα τα στοιχεία είναι τοποθετημένα με, σχεδόν, μαθηματική ακρίβεια και κάθε ήχος καταλαμβάνει τη δική του θέση. Κάθε όργανο της  βασικής τριάδας ντραμς- κιθάρας- μπάσου ξεχωρίζει μέσα από τον συμπαγή συγχρονισμό τους, ενώ στην βασική αυτή τριπλέτα προστίθενται τα πλήκτρα και το φλάουτο που αποτελεί το διακριτικό στοιχείο της μπάντας και στα δύο LP τους, παρουσιάζοντας έτσι ένα ομαδοποιημένο σύνολο.

Με μια βαθιά ανάσα ξεκινά το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ “Jones County, Mississippi” ενώ ήχοι που θυμίζουν ανατολή δίνουν μια ιδιαίτερη νότα στο “Komplex#A”. Ακολουθεί το “Klov”, στην εισαγωγή του οποίου θαρρείς πως ακούς τον ήχο από το εκκρεμές να μετρά τα δευτερόλεπτα με αγωνία και ένταση, σαν κάτι απειλητικό να πλησιάζει. Στο “Post Dance” εμφανίζεται πιο ηλεκτρονικός ήχος με τα synths να κυριαρχούν, ενώ το “Days of Retreat” χαρακτηρίζεται από post metal στοιχεία. Και για το τέλος, είναι το “Free State” το μόνο τραγούδι του άλμπουμ με στίχους που αναφέρονται στο κατά πόσο επιθυμούμε να διατηρούμε τον έλεγχο σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. 

Το No Form Of Human Government είναι ένα τεχνικά άρτιο άλμπουμ. Ορισμένες φορές βέβαια, δεν αρκεί ένα άρτιο τεχνικά αποτέλεσμα για να μας κάνει να αγαπήσουμε μια καλλιτεχνική κατάθεση. Αντίθετα, κάποιες φορές οι αρτιότητες μπορεί να αποβούν σε βάρος του συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά μια μουσική σύνθεση. Χρειάζεται να ακούσεις μια δουλειά αρκετές φορές πριν αρχίσει να σου «μιλάει». Αυτό συνέβη και σε μένα με το συγκεκριμένο άλμπουμ.



Sylvia Ioannou

Anemone Tube, Jarl & Monocube – The Hunters In The Snow (The Epicurean)

Τι κάνει ένα καλλιτεχνικό έργο να ξεχωρίζει; Ποια επιθυμία μας προβάλλεται σε αυτό; Πόσες λέξεις αρκούν για να το περιγράψουν; Οι απαντήσεις ή οι ερωτήσεις νικάν στο τέλος; Ερωτήματα που είτε μένουν στο κενό όταν οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας συνθλίβουν, είτε μας κάνουν να αιωρούμαστε περιγελώντας την αθανασία των ψυχών, αλλά και θαυμάζοντας την αθανασία της τέχνης.

Το έργο του Φλαμανδού Bruegel, Hunters In The Snow, ήταν από αυτά που μένουν αθάνατα αναπαριστώντας τη ζωή και το θάνατο, το χειμώνα και το άγνωστο που πάντα το ακολουθεί. Πάνω σε αυτό το έργο πάτησαν αισθητικά και θεματικά, μετά τον Lars Von Trier στο Melancholia, οι Anemone Tube, Jarl και Monocube, ώστε να εκφράσουν με τα δικά τους καλλιτεχνικά μέσα αυτή την αίσθηση της ζωής που, όσο παγωμένη μας φαίνεται, τόσο ρέει κάθε στιγμή προς το επέκεινα.

Πώς όμως, αναπαρίσταται ένα έργο ζωγραφικής με τη μουσική; Άγνωστο, πέραν του ότι οι ήχοι προσπαθούν να ξεπεράσουν την στατικότητα της εικόνας. Εδώ όμως, έχουμε μια εικόνα γεμάτη κίνηση, γεμάτη ζωή, αν και το περιβάλλον που απεικονίζεται εντός της είναι βαρύ και σκούρο. Αυτή η αίσθηση διατρέχει το υλικό που έγραψαν μαζί, ή σε δυάδες, ή κατά μόνας οι τρεις συνοδοιπόροι, καθώς τα μουσικά τους μοτίβα αν και μονόχρωμα, συνθέτουν ένα άλμπουμ που κυλά αέναα και γόνιμα προς ένα τέλος που δεν είναι τέλος. Αυτή η κυκλικότητα της καθημερινής ζωής που αναπαρίσταται στο έργο του Bruegel μεταφέρεται εδώ, με τη μορφή κυκλικών μουσικών θεμάτων και τη σύνδεση του τέλους με την αρχή του δίσκου.

Οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων συνθλίβονται, όλα έρχονται σε ένα σώμα. Οι συνεισφορές των τριών μουσικών συνιστούν ένα κοινό μυαλό, μια κοινή ανάσα. Τίποτα επικό ή μεγαλόστομο, μόνο αυτή η αίσθηση της κίνησης των εποχών. Όλα σε ήχους, όλα ξεκάθαρα!

What makes an artistic work stand out? What desire is depicted in it? How many words are enough to describe it? Answers or questions win in the end? Questions that either remain in the void when the rhythm of our everyday life crushes us, or make us hover around mocking the immortality of souls, but also admiring the immortality of art.

The work of Flemish Bruegel, Hunters In The Snow, was one among those that immortally represent life and death, winter and the unknown that always follows. By this work, Lars Von Trier in Melancholia, Anemone Tube, Jarl and Monocube, have been aesthetically and thematically inspired to express with their own artistic means a sense of life that, as frozen as it may seem, so flows every moment to the next.

But how can a painting be represented through music? It is unknown, apart from the sounds trying to overcome the staticity of the image. Here, however, we have a picture full of motion, full of life, even though the environment depicted in it is heavy and dark. This sensation runs through the material they wrote all together, or a pair, or only one of the three companions, as their musical motifs, even monochrome, make up an album that rolls endlessly and fertile to an end that is not the end. This circularity of everyday life depicted in Bruegel’s work is transported here, in the form of circular musical themes, and the connection of the end to the beginning of the record.

The time durations of the compositions are crushed, everything comes as one. The contributions of the three musicians are a common mind, a common breath. Nothing epic or grand, just that sense of motion of the seasons. Everything in sounds, all clear!

Μπάμπης Κολτράνης

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Live Zu/s̶i̶s̶t̶e̶r̶

Συνήθως, όταν κάθομαι μέσα λόγω κρυολογήματος (και όχι μόνο) για κάποιες ημέρες, με το που βγαίνω από το σπίτι, εντυπωσιάζομαι με τα πάντα. Μια πόλη για ελάχιστο χρόνο μακρινή μου φαντάζει, νέα και γεμάτη περιπέτειες. Αυτήν τη βραδιά όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αδιάφορες εικόνες, αδιάφορος κόσμος, αδιάφορη εποχή που δεν ξέρει αν αξίζει να φέρει την τρέλα της άνοιξης ή την σοβαρότητα του χειμώνα. Ως εκ τούτου, η διάθεση μου δεν ήταν η ιδανική για να παρακολουθήσω μια συναυλία με την όρεξη ενός αμούστακου έφηβου, αλλά τελικά, όλα αυτά στο τέλος δεν είχαν καμία σημασία παρά μόνο για να αποτελέσουν μια βιωματική και -παραλίγο- λογοτεχνική εισαγωγή στη συγκεκριμένη συναυλιοκριτική, όπως εξάλλου, αρμόζει να πράττουμε σε όλες.

Πριν όμως, από κάθε τέλος υπάρχει η αρχή κι αυτή έγινε με τους ημεδαπούς s̶i̶s̶t̶e̶r̶ που αποτελούνται από συνομήλικους μου, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους πριν κάτι μήνες και εμφανίστηκαν ως το κλασσικό κιθαριστικό τρίο συν έναν τρομπετίστα. Ο δε κιθαρίστας τύχαινε να είναι γνωστή φυσιογνωμία και το γεγονός ότι τον είχα δει με μια παλιά του μπάντα σε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ να παίζει σε encore μια διασκευή σε Fugazi, με προδιέθετε για κάτι πολύ καλό με το νέο του σχήμα. Όπερ και συνέβη, καθώς οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ αποδείχθηκαν μια μεστή μπάντα, με απλές και όχι απλοϊκές ιδέες στις συνθέσεις τους, οι οποίες είχαν στοιχεία από διάφορες δεκαετίες και είδη (surf, indie, noise rock) συμπυκνωμένες σε ένα δικό τους ορχηστρικό ήχο. Η προσφορά του τρομπετίστα ήταν ιδανική, σε τέτοιο βαθμό που, με το που αποχώρησε για να παίξουν τα κομμάτια στα οποία δεν τον είχαν συμπεριλάβει, θα έλεγες ότι άκουγες μια άλλη μπάντα που κάτι της έλειπε! Την άλλη Παρασκευή παρουσιάζουν στο Underflow το δίσκο τους συν νέο υλικό, δηλαδή ένα μεγαλύτερο των 45 λεπτών σετ που μας παρέδωσαν εδώ, οπότε η στήριξη μας μένει αδιαπραγμάτευτη.

Για τους Ιταλούς Zu τώρα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω πολλά για τον ήχο τους, όχι γιατί είναι γνωστοί (μα σχεδόν όλ@ οι φίλ@ να μην τους ξέρουν;!), αλλά γιατί ο ήχος τους είναι απίστευτα δύσκολο να προσδιοριστεί. Το ξέρουν εξάλλου και οι ίδιοι, οπότε θα αρκεστώ στο ότι είναι μια hardcore μπάντα, με την ευρεία έννοια, που πιάνει τα σχήματα που ξεπερνούν τον ήχο που θεωρούμε εμείς καθιερωμένο. Ευτυχώς, τους είχα ήδη δει άλλη μια φορά, οπότε ήξερα τι θα δω και τι θα ακούσω, δηλαδή ένα τρίο μπάσο-ντραμς-βαρύτονο σαξόφωνο που θα έπαιζε το Carboniferous ολόκληρο, μιας και το είχαν βγάλει πριν δέκα χρόνια. Αλλά και πάλι, αυτή η μπάντα έχει το μαγικό ραβδάκι να σε εντυπωσιάζει με τις δυνατότητες της, καθώς είναι τέτοιες οι δυναμικές της, οι ιδέες και το δέσιμο της, που νομίζεις ότι τζαμάρουν οι Converge με τον Colin Stetson! Απλώς να σημειώσω, ότι πέραν της μαγικής αρχής τους είχαμε και ένα μαγικό φινάλε, με την μπάντα να έχει μια διαολεμένη όρεξη και να μας δίνει ένα λόγο να πείσουμε τον μουσικό μας κύκλο να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δεν μας συνόδεψε στη συναυλία τους.

Κάποιο -ελαφρώς- λογοτεχνικό φινάλε στο κείμενο; Μπα, έξω επανήλθε η αδιαφορία με μιας και έμεινε μόνο το σουρεαλιστικό γεγονός ότι δύο από τις ελάχιστες παρέες που πέτυχα μέχρι να φτάσω στο σταθμό του τρένου μίλαγαν ιταλικά! Σαν να έπαιζαν στα μέρη τους, σκέφτηκα, αλλά μήπως οι Zu, μιας και κατάγονται από μια γειτονική χώρα, θα μπορούσαν να είναι από τα μέρη μας; Βλέποντας τι έχουν πετύχει και σε τι επίπεδο βρίσκονται ακόμη και τώρα, ομολογώ ότι δύσκολα μια τόσο ανοιχτόμυαλη και τολμηρή μπάντα, όπως οι Zu, να έβρισκε κάποιο χαμένο διδυμάκι εδώ που ζούμε. Το γιατί, ξεπερνά ακόμη και τα όρια ενός ολόκληρου λογοτεχνικού πονήματος.


Μπάμπης Κολτράνης