Worldservice Project & Peter Broderick Live Reports / Galway Jazz Festival 2018

Λίγα λόγια για το φεστιβάλ…

Τόσες και τόσες έχουν πατήσει τα πόδια μας. Σε ταξίδια σύντομα, προγραμματισμένα, μακρινά, ή σε σύντομα περάσματα για άλλους προορισμούς. Ανασαίνουμε τον αέρα τους, περπατάμε τα δρομάκια τους, γεμίζουμε τα καφέ τους, βγάζουμε γρήγορες φωτογραφίες. Κάθε πόλη έχει τον δικό της σφυγμό, ποτέ δεν καταλήγεις να τις αγαπάς όμως το ίδιο. Κάποιες γίνονται πιο πολύ δικές σου, σε πιάνουν από τον γιακά, σου φωνάζουν “Μη φύγεις, μη φύγεις ακόμα”.

Δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω εδώ τη μαγεία του Galway, μια πόλη που κολλάει πάνω σου σαν βδέλλα ονείρων και σε παρασέρνει όπως γουστάρει εκείνη, σαν τους αδυσώπητους αέρηδές της. Για να πάμε στα δικά μας, το Galway μοιάζει με το Βατικανό της παραδοσιακής μουσικής. Διαφεντεύει τα πάντα με μια προφορικότητα στη μετάδοση που μοιάζει με άλλους αιώνες κι αποτελεί το “σχολείο” του οποίου οι απόφοιτοι πάνε μετά και κατακτούν τον κόσμο της trad/folk μουσικής. Για όλους τους “άλλους” (rock, metal, jazz, blues, experimental και τα λοιπά) τα πράγματα είναι δύσκολα. Εδώ είναι που το Galway Jazz Festival γίνεται ιδιαιτέρως πιο σημαντικό από πολλά άλλα φεστιβάλ. Δεν έχει απλώς εξαιρετική μουσική. Είναι ταυτόχρονα και μια δήλωση, το να υψώνεται μια καλλιτεχνική φωνή που ανάμεσα σε βιολιά και μπάντζα φωνάζει “εϊ, είμαι κι εγώ εδώ”!

Πάνω από 50 gig και event, καλλιτέχνες από 14 χώρες, απλωμένα στο τετραήμερο από 4 έως 7 Οκτώβρη. Το πιο σημαντικό, όμως; Κάθε στέκι στην πόλη, κάθε pub, θέατρο, καφέ, βιβλιοπωλείο, όλα να μετατρέπονται σε μικρά venue για λίγο, γεμίζοντας μουσικές, χαμόγελα, αυτοσχεδιασμούς. Και με όλους εμάς τους “άλλους”, χαρούμενους που η φωνή μας ακούστηκε λίγο περισσότερο. Κατά κοινή ομολογία, το επίπεδο των καλλιτεχνών ήταν εκπληκτικό. Και ναι, το Galway είναι εξίσου μαγικό με κοντραμπάσα, πιάνα και τρομπέτες!

Φυσικά, δεν είδα όλα τα gig. Βοηθώντας ως εθελοντής, άκουσα πολλά πράγματα για πολύ ή για λίγο και ήταν όλα από πολύ καλά έως απίστευτα. Εδώ θα γράψω για τα δύο αγαπημένα μου live στο φεστιβάλ, αυτά που έζησα από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο ως το μεδούλι τους.

Worldservice project live @Biteclub (6/10/18)

Έχοντας λιώσει το πρόσφατο τέταρτο album τους Serve, μπορώ να πω ότι ήμουν σχετικά υποψιασμένος για το τι θα παρακολουθήσω, αν και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι μεγάλο μέρος του κοινού δεν ήταν. Ο χαρακτηρισμός anti-Brexit punk jazz που δίνουν στη μουσική τους αποκτά την πλήρη του εμβέλεια και δυναμική σε ζωντανό περιβάλλον. “Μετά από αιώνες ιμπεριαλισμού, είναι τώρα η σειρά μας να σας υπηρετήσουμε απόψε”, λέει ο Dave Morecroft και οι πέντε αυτοί Άγγλοι, φορώντας τα φανταχτερά τους κοστούμια, κάνουν ακριβώς αυτό: υπηρετούν, με την πιο δυνατή και διασκεδαστικά επιθετική jazz που μπορεί κανείς να συναντήσει!

Το fusion των Worldservice Project περιλαμβάνει στιγμές καθαρής Zappa παράνοιας, χορευτικής funk διάθεσης, μοντέρνας ευρωπαϊκής jazz, ανακατεμένα με λίγες αλλά μεγαλειώδεις μελωδικές γέφυρες. Ο φίλος μου ο Harold δίπλα μου, που έχει λιώσει να ακούει αυτό το είδος εδώ και 5 δεκαετίες, μου είπε συνωμοτικά στο αυτί ότι του θυμίζουν κάποιους παλιούς Doctor Nerve κι εγώ σας μεταφέρω την πληροφορία. Πέραν του στιλ τους, όμως, οι Worldservice Project ξεχωρίζουν για τις άγριες δυναμικές τους, την τρομερή ενέργεια και την αστείρευτα feel good διάθεση.

Αν και τα περισσότερα solo μοιράζονταν ανάμεσα σε τρομπόνι και σαξόφωνο, η μεγάλη μορφή της μπάντας είναι ο τρομερός πληκτράς Dave. Η υπέρτατη στιγμή του ήταν το one of a kind performance του ως Mr Giggles –το “alter ego” του– όπου στο Biteclub έγινε πραγματικός χαμός. Γενικά, παρά το πολύ μικρό stage, η ενέργεια της μπάντας είναι υπεράνω λέξεων και ως αποτέλεσμα το live τους έκλεισε με τον κόσμο να τους αποθεώνει. Φανταστική μπάντα, με την οποία μπορείς να χορέψεις, να κάνεις headbanging και να χαζέψεις, σε ένα μεγάλο χαρούμενο πακέτο!

Peter Broderick live @The Loam (7/10/18)

Όσοι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Peter Broderick γνωρίζετε ήδη ότι είναι αδύνατον να ξέρεις τι ακριβώς θα παρακολουθήσεις πριν από μια εμφάνισή του. Στον διαμορφωμένο χώρο του Loam –ένα όμορφο και κυριλέ εστιατόριο– δεσπόζει ένα όρθιο πιάνο δίπλα σε ένα βιολί και μια κιθάρα. Αυτά είναι τα μόνα σύνεργα που θα χρειαστεί αυτός ο πολυτάλαντος χαμαιλέοντας για να μας υψώσει μέχρι τα σύννεφα.

Το μεγαλύτερο μέρος του set του βασίστηκε στο πιάνο και μαζί με την ευαισθησία των φωνητικών του (τα οποία στο μυαλό μου αντηχούν κάτι από το Efterklang παρελθόν) το κοινό βυθίστηκε σε έναν βαθύ και ψιθυριστό λυρισμό, κρατώντας κυριολεκτικά την ανάσα του. Ο Broderick αποδείχτηκε ένας τρομερά επιδέξιος μάστορας των χαμηλών δυναμικών σε όλα τα όργανα που χρησιμοποίησε, αποδεικνύοντας το περίτεχνο, σχεδόν μαγικό του άγγιγμα.

Υπερβαίνοντας με χαρακτηριστική άνεση τα όποια νοητά είδη, η μουσική του Broderick, κάπου εκεί στον χώρο της contemporary, διαθέτει βαθιά πνευματικότητα κι ενσωματώνεται πλήρως στην ίδια τη στιγμή που τη γεννάει. Μπορεί να παίξει back to back Bob Dylan και John Cage και να μην τολμήσεις να σκεφτείς ότι ακούς κάτι άλλο από Peter Broderick. Και το κοινό απορρόφησε κι εκείνο τη στιγμή αυτή με μια ήρεμη εκστατικότητα κι ενώ από τα μεγάλα παράθυρα στο ύψος του δρόμου οι πρώτες σκιές της νύχτας έμπαιναν στο Loam, αργά και μελαγχολικά, σαν να θέλουν κι αυτές να παρακολουθήσουν αυτό το απίστευτο live χωρίς να ενοχλήσουν. Τσεκάρετε τη δισκογραφία και τα άπειρα project του και βάλτε στη λίστα των πραγμάτων που πρέπει να κάνετε το να τον δείτε ζωντανά.

 

Όλοι όσοι ενεπλάκησαν στο φεστιβάλ αισθάνονται λίγο μελαγχολικοί, τώρα που η παραδοσιακή κανονικότητα έχει επιστρέψει. Εμείς, οι “άλλοι”, θα πρέπει να κουβαλήσουμε τις αναμνήσεις από το GJF 2018, τη σπουδαία μουσική και τους ωραίους ανθρώπους που γνωρίσαμε. Ήδη ανυπομονούμε για το 2019. Εγώ σκοπεύω να είμαι εδώ, έτσι κι αλλιώς αυτή η πόλη με διατάζει να μη φύγω.


A few words about the festival…

Our feet have stepped upon so many of them, through journeys short, scheduled, distant or just passing through in order to reach other destinations. We breathe their air, walk through their streets, crowd their cafes, taking hasty pictures. Each city has its own pulse, you never end up loving them all though. Some actually become yours, they grab you from your shirt saying “Don’t leave, don’t you leave yet.”

I won’t describe here Galway ’s magic, a city that sticks all over you like a leech of dreams, carrying you away as it fancies, like its merciless winds. Dealing with the matters of our interest now, Galway feels like the Vatican of traditional music. It reigns upon everything else with an “orality” in its transmission that resembles centuries bygone, forming the school from which the graduates go on and conquer the trad/folk world. For all the “others” (jazz, blues, rock, metal, punk, experimental, whatever really) things are quite hard. This is another reason why Galway Jazz Festival is significantly more important than other local festivals. It’s not only about excellent music. It is the raising of an artistic voice that screams among banjos and fiddles “Hey, I am here too!”

GJF 2018 edition featured over 50 gigs/events and artists from 14 countries in just 4 days, from the 4th to the 7th of October. Most importantly, every spot in town, every pub, theater, cafe and bookshop became a venue for a while, getting filled up with smiles, music, improvisations and all we, the “others”, felt obviously happy that our voices became a bit stronger. By all accounts, the quantity level of all artists was astonishing. And yes, Galway can be equally magical under the sound of double bass, pianos and trumpets!

Of course, I wasn’t able to attend all gigs. Participating as a volunteer, I had the opportunity to be in a lot of events for a short period of time and everything I listened to ranged from very good to brilliant. I will write here a few words about my favourite gigs of the festival, the ones I enjoyed to the bone, from the first to the last second.

Worldservice Project Live @Biteclub (6/10/18)

Having listened to their 4th album Serve several times, I had an idea of what was coming, though judging from the audience reactions, most of them didn’t. The label of Anti-Brexit punk jazz they put onto themselves only becomes fully understood in live environment. “After centuries of British Imperialism, it is our turn to serve you tonight”, says Dave Morecroft and these 5 fine English gents, dressed in their wonderful outfits, fulfill their promise: they serve us, with the loudest and the most entertainingly aggressive jazz one may encounter!

Worldservice Project’s fusion includes moments of crystal pure Zappa-like paranoia, dancing funk moods and modern European jazz, mixed up with few but majestic melodic bridges. My friend Harold beside me, a guy who has spent 5 decades in listening to any jazz record imaginable, shouts to my ears that they are amazing and that they remind him of an old great band called Doctor Nerve. I don’t know who the hell they are, but I pass that tip to you. Besides their style though, Worldservice Project really stand out because of their wild dynamics, their overwhelming energy and their limitless feel-good vibes.

Even though the trombone and the sax have the lion’s share in solos and lead parts, keyboard man Dave is the band’s dominating figure. Their set’s ultimate moment was his one of a kind performance as Mr Giggles – a funny alter ego – where chaos reigned upon the Biteclub. Despite the very small stage, the band’s energy was beyond words and the gig was over under the screams of a fully satisfied audience. A fantastic band with whom you can dance, bang your head or observe, all wrapped up in an exciting, happy package!

Peter Broderick Live @Loam (7/10/18)

Those familiar with Peter Broderick’s work were already aware that it is impossible to know what to expect before one of his performances. In the configured stage area of Loam – a beautiful and quite fancy restaurant – an upright piano dominates the space, while one violin and one guitar sit next to it. These are the only tools to be used by this multi-talented musical chameleon in order to lift us up to the clouds.

Most of his set was based on his piano performance and along with the sensitivity of his vocals (somehow the Efterkland era still echoes to my ears), the audience was taken away by a deep and whispering lyricism which literally made us hold our breaths. Broderick proved himself to be a masterful craftsman of low dynamics in every instrument used, demonstrating a brilliant, almost magical touch.

Comfortably transcending imaginary styles, Broderick’s contemporary music is full of spirituality and finds itself integrated into the very moment that it is born. He is capable of covering back to back Bob Dylan and John Cage but the listener will never dare to think that he/she listens something other that Peter Broderick himself. The audience also absorbed this very moment in a silent ecstasy, while from the big street-level windows, the first shadows of the new born night entered Loam slowly and melancholically, as if they also wanted to attend this unbelievable live performance without disturbing. Check out his discography and include catching him live in your things-to-do-before-you-die list.

 

Everyone involved in the festival feels a bit down now that trad “normality” has returned to our city. We, the “others”, will have to carry the memories of GJF 2018 with us, all the great music and the fantastic people we met. Already looking forward to the 2019 edition! I plan to be here, this city commands me not to leave anyway.

 

Antonis Kalamoutsos

 

Dublin Diaries #4 – Μεσαίωνα, αγάπη μου…

Κάθε μετανάστης έχει πολλές ιστορίες να πει. Είναι αυτή η καινούρια ματιά στα πράγματα, η επανεκκίνηση των εμπειριών του που δρομολογεί το ανανεωμένο του storytelling. Στα ημερολόγια αυτά θα ήθελα να πω μερικές τέτοιες: θα έγραφα για τον Roland από την Τασμανία και τον προδομένο του έρωτα, τον Alexis από τη Γαλλία που γεμίζει το σοκάκι του St Nicholas με την πιο παράξενη ηχώ, τη βουτιά του γιου μου στον Ατλαντικό στις 29 του Απρίλη, τους Pogues και τους απίθανους Lankum και τα λοιπά. Αυτήν τη φορά όμως θα καταχραστώ αυτόν τον χώρο για κάποιες σκέψεις κοινωνικού περιεχομένου, σ’ ένα κείμενο που έχει ως μόνο στόχο το να αναδείξει κάποιες ιδιαίτερες πτυχές των κοινωνικών συνιστωσών που συνεπιδρούν και συνδιαμορφώνουν αυτά τα ταλαιπωρημένα και περήφανα κουρέλια που ονομάζουμε πολιτισμούς.

Η 8η τροπολογία και η τυραννία των απολυτοτήτων

Ήρθε η ώρα και για την Ιρλανδία λοιπόν να απαλλαγεί από τον νόμο που απαγορεύει τις αμβλώσεις. Το δημοψήφισμα της 25ης Μαΐου είναι το κυρίαρχο θέμα που απασχολεί την τοπική κοινωνία, δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες καλούνται να ψηφίσουν αν θέλουν να καταργηθεί η λεγόμενη 8η τροπολογία του ιρλανδικού συντάγματος –στην οποία ουσιαστικά κατοχυρώνεται το ισότιμο δικαίωμα ενός εμβρύου στη ζωή– ή όχι. Το δημοψήφισμα αυτό έρχεται να επισφραγίσει τους πολυετείς αγώνες πολλών ανθρώπων και φορέων, οι οποίοι βλέπουν τους κόπους τους να δικαιώνονται. Τα προγνωστικά μιλούν για άνετη επικράτηση του ΝΑΙ, και η Ιρλανδία ετοιμάζεται να αλλάξει σελίδα, αφήνοντας μόνο μικρά κράτη (Μάλτα, Λιχτενστάιν, Σαν Μαρίνο, Βατικανό…) να απαγορεύουν ακόμα τις εκτρώσεις. Οι καμπάνιες στους δρόμους είναι εκτεταμένες: οι συντηρητικοί, ενωμένοι όπως πάντα, έχουν σαν κυρίαρχο μότο το “ΟΧΙ – αγάπησε και τους δύο”. Οι υπέρμαχοι του ΝΑΙ, χωρισμένοι σε διάφορες ομάδες έχουν διάφορα σλόγκαν όπως “Μην αστυνομεύεις το σώμα μου”, “Εμπιστοσύνη”, “Συμπόνια” και τα λοιπά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επερχόμενη κατάργηση του νόμου αποτελεί έναν καθυστερημένο θρίαμβο του αυτονόητου των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πώς μπορούσε να είναι αποδεκτό σε μια σύγχρονη, πραγματικά δυτική χώρα όπως η Ιρλανδία, οι γυναίκες να μην έχουν το δικαίωμα επιλογής στην έκτρωση; Η κατάσταση –και πρόλαβα να το βιώσω– ήταν δραματική. Ανύπαρκτοι προγεννητικοί έλεγχοι που έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή εμβρύου και μητέρας, σχεδόν ολοκληρωτική αδυναμία του συστήματος να κάνει εξαιρέσεις κατά περίσταση ακόμα και σε περιπτώσεις με προφανείς ανθρωπιστικούς ή ψυχολογικούς λόγους. Κάποιοι ενδεικτικοί αριθμοί: 3.500 γυναίκες κατέφυγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για έκτρωση το 2017, μόνο 25 εκτρώσεις εφαρμόστηκαν στην Ιρλανδία, ενώ ο αριθμός των γυναικών που κατέφυγαν “παράνομα’’ σε online φαρμακεία για το χάπι ή σε “γιατρούς’’ αμφίβολου κύρους, παραμένει ανυπολόγιστος. Οποιοσδήποτε διαθέτει κοινό νου καταλαβαίνει ότι σε αυτό το μεσαιωνικό περιβάλλον η αντιμετώπιση των γυναικών υπήρξε τραγική. Οι αληθινές μαρτυρίες που είχα τη δυνατότητα να συλλέξω είναι ανατριχιαστικές.

Ανέφερα ήδη, όμως, ότι τα συνολικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας κι ενός πολιτισμού συνδιαμορφώνονται από πολυποίκιλες και συχνά αντιφατικές συνιστώσες. Να το πω απλούστερα: “κακές” επιλογές έχουν και “καλά” αποτελέσματα και τούμπαλιν. Αν δει κάποιος τη γενική εικόνα της Ιρλανδίας ως χώρας που δεν επιτρέπει τις εκτρώσεις θα δει τουλάχιστον δύο θετικά.

  1. Οι περισσότερες οικογένειες έχουν από 2 έως 5 παιδιά. Αυτό δημιουργεί έναν απίθανα νεανικό πληθυσμό, μια αίσθηση φρεσκάδας και κατά συνέπεια την πεποίθηση ότι το μέλλον της χώρας είναι ευοίωνο και δημιουργικό. Δεν είναι απλώς ότι δεν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα. Οι νέες ιδέες είναι παντού ολόγυρα, σε μια ανεπτυγμένη χώρα που σφύζει από 18χρονα. Πολλοί πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι ένας βασικός λόγος για το ότι πολλές ιρλανδικές οικογένειες είναι πολυμελείς. Σημαντικός παράγοντας επίσης μπορεί να είναι οι κρατικές παροχές που ευνοούν την τεκνοποίηση. Σε κάποιο βαθμό τα παραπάνω ισχύουν, παρατηρώντας όμως τα ζευγάρια νεότερων γενιών και τη χαλαρή ως ανύπαρκτη σύνδεσή τους με τη θρησκεία, πιθανολογώ ότι η απελευθέρωση των εκτρώσεων θα συντελέσει στην σταδιακή αλλαγή αυτού του σκηνικού.
  2. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι γεννιούνται βρέξει-χιονίσει σημαίνει ότι πολλοί είναι άτομα με ειδικές ανάγκες. Αυτό όμως έχει δημιουργήσει σαν αποτέλεσμα μια κοινωνία εκπληκτικά φιλική και προσανατολισμένη προς αυτούς, με ισότιμα δικαιώματα που τηρούνται στο έπακρο και με πραγματική πρόσβαση σε κάθε τομέα κοινωνικής δραστηριότητας. Αν στην Ελλάδα ντρεπόμουν για τη συνολική μας παιδεία σε αυτό το ζήτημα, μετά από αυτό που βλέπω εδώ νιώθω βαθιά θλίψη.

Τολμώντας λοιπόν μια μακροπρόθεσμη πρόβλεψη, η επερχόμενη κατάργηση της 8ης τροπολογίας θα βελτιώσει επιτέλους τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών. Ταυτόχρονα, σε περίπου μια εικοσαετία, το σύστημα υγείας θα έχει προσαρμοστεί και θα έχει χτίσει μια νέα βιομηχανία εκμετάλλευσης των μελλοντικών μαμάδων. Θα παίρνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για να εξεταστεί η ποιότητα της κάθε τρίχας του εμβρύου, ενώ τώρα αδιαφορεί παντελώς για την υγεία εμβρύου/εγκύων. Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών θα χρησιμοποιεί με αξιοπρέπεια την ελευθερία της βούλησης, αλλά θα υπάρχουν και εκείνες οι λίγες ανεύθυνες γυναίκες που –είτε από ελλιπή ενημέρωση, παιδεία ή απλώς από κακές επιλογές/επιρροές– θα ρίχνουν παιδιά με την ίδια συχνότητα που άλλοι άνθρωποι βγαίνουν για μπίρα. Υπάρχει ο κίνδυνος ο πληθυσμός να αρχίσει σταδιακά να γερνάει και αναρωτιέμαι αν ο κρατικός μηχανισμός θα διατηρήσει την ίδια φλόγα στην υψηλής ποιότητας διαχείριση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ειδικότερα στα άτομα με down –στα οποία έχω ιδιαίτερη αδυναμία προσωπικά– αναρωτιέμαι αν θα ‘‘απορρίπτονται’’ από τους γιατρούς κατά την κύηση ή αν θα εξακολουθεί ο μέσος Ιρλανδός κι ολοκληρο το σύστημα υγείας να τα αγαπά και να τα αναδεικνύει. Ως τώρα η Ιρλανδία τα πηγαίνει περίφημα σε αυτό το θέμα και, ως νεοφερμένος, συγκλονίζομαι από τον σεβασμό που απολαμβάνουν ΟΛΟΙ οι συμπολίτες μου. Το αν η χώρα θα διατηρήσει αυτόν τον χαρακτήρα αποτελεί ένα στοίχημα.

Αν και δεν έχω δικαίωμα ψήφου, ξέρω καλά τι θα ψήφιζα. Στο δίλημμα του δημοψηφίσματος, το Ναι και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Μου μοιάζει παράξενο, όμως, ότι το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο σύνθετο από ό,τι αρχικά δείχνει. Αυτό που ενοχλεί τελικά περισσότερο είναι όμως οι απολυτότητες: πίσω από τα ηχηρά ΝΑΙ ή ΟΧΙ και τους παροδικούς θριάμβους πωρωμένων κοντόφθαλμων, φανατικών ή απλώς ανθρώπων που αδυνατούν να σκεφτούν “κοινωνικά’’ αλλά επιλέγουν πάντα προσωπικά, κρύβεται πάντα η ίδια μετριότητα: η αδυναμία των σύγχρονων “κρατών” να αντιληφθούν ότι η αλήθεια πίσω από πολλά απόλυτα διλήμματα είναι συνήθως κάπου στη μέση και να επιδεικνύουν τα αντίστοιχα αντανακλαστικά. Η αδυναμία τους να αναδεικνύουν περισσότερο την παιδεία, την ενημέρωση και την πρόληψη. Η ανικανότητα του να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και να κρίνονται κατά περίσταση οι ακρότητες. Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ζοφερά ερωτήματα: Θα συνεχίζει πάντα το άτομο τελικά να υποκύπτει στο όλο και το όλο θα συνεχίσει να διαμορφώνεται από τους ανέμους των καιρών και όχι από πραγματικά ανθρωποκεντρικούς ορίζοντες; Θα συνεχίσουν οι κοινωνίες να βολοδέρνουν από βράχο σε βράχο, από χαστούκι σε χαστούκι κι από λάθος σε λάθος, επειδή πάντα η πλειονότητα “διοικούντων” και “διοικούμενων” θα αδυνατεί να βλέπει πάνω από μία λεπτομέρεια τη φορά;

Φυσικά το θέμα των αμβλώσεων παραμένει ανοιχτό σε ηθικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Όποια κι αν είναι τελικά η θεώρηση του καθενός, δεν μπορώ παρά να θυμάμαι τον Αριστοτέλη που, αν κι εκφραστής της περίφημης μέσης οδού, δεν δίσταζε να αναδεικνύει τους κινδύνους της δημοκρατίας όταν αυτή γίνεται οχλοκρατία. Θα μπορέσει η ιρλανδική κοινωνία να διευρύνει επιτέλους τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς να απωλέσει τα θετικά στοιχεία της υπάρχουσας κουλτούρας; Εμπρός ολοταχώς λοιπόν για νέους μεσαίωνες; Όχι θα απαντήσω, αν θυμηθώ την Brigid και την απαξίωση που δέχτηκε όταν έμεινε έγκυος. Ναι θα απαντήσω, αν θυμηθώ τον Πέτρο στον πλάτανο του Πλωμαρίου που –έχοντας το σύνδρομο down– όταν σηκώνεται για απτάλικο αναστενάζουν τα βουνά.

Και αν κάποιος από εσάς πιστεύει ότι αυτό το άρθρο είναι τοπικού ενδιαφέροντος, σας παρακαλώ να το ξανασκεφτείτε.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries # 3

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

Και το έκανα. Περπάτησα και μετά περπάτησα κι άλλο. Περπάτησα μέχρι που άρχισα να ιδρώνω. Ίσως ξέφυγε κάπου και κάποιο δάκρυ, δεν είμαι σίγουρος. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λιώνουμε. Οι κόποι και οι χαρές μας γίνονται υγρά. Ίσως, μάλιστα, όταν λιώνουμε να είναι οι στιγμές που είμαστε περισσότεροι ζωντανοί. Οι οργασμοί, ο ιδρώτας, τα δάκρυα… κορυφώσεις του πόνου, του μόχθου, της ευτυχίας. Περπατούσα κι έλιωνα.

Κατέβηκα την Taylor’s hill road σαν φάντασμα. Δεν πρόσεχα καν τα αναρίθμητα πιτσιρίκια που πάνε με πατίνια και ποδήλατα κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν έδωσα σημασία στα ημιπολυτελή αυτοκίνητα (εδώ δεν έχει κρίση) που κατηφορίζουν προς το ποτάμι ή για το αν άρχισε να βρέχει. Φτάνω στον πεζόδρομο, να τος ο Jim. Σφίγγω τα δόντια και λέω την πρώτη, ψεύτικη μα γενναία καλημέρα της μέρας.

Σκεφτόμουν την ομίχλη της προηγούμενης νύχτας. Τέσσερις το πρωί στεκόμουν στο μπαλκόνι χαμένος στην αμφιβολία. Ο κόσμος ακίνητος και σιωπηλός. Ο κόσμος πάντα σταματάει νύχτες σαν αυτή. Πίσω μου ένας καθρέφτης αντανακλά. Το καθρέφτισμα της ομίχλης… Το μυαλό μου στάθηκε πολύ στην εικόνα, στη σημειολογία, στη μεταφορά. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο θολό και αφηρημένο από έναν καθρέφτη στην ομίχλη. Ευχήθηκα, όταν έρθει η αυγή να διώξει όλες τις ομίχλες και να μη μείνει τίποτα παρά λίγη υγρασία στο χορτάρι, λίγη υγρασία στις ζωές μας. Να λιώνουμε, αλλά να γινόμαστε στέρεοι ξανά για λίγο. Να μπορεί αυτή τρελή σφαίρα να συνεχίζει τον ξέφρενο χορό της.

Για κάποιο λόγο, ξεπήδησε μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση. Τέλη Απριλίου, 2002. Όπως πάντα στο τρένο, όπως πάντα διαδρομή από κάπου προς Πατήσια. Βράδυ. Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, ανήμπορος να βάλω τις σκέψεις να ταξιδέψουν ευθεία σαν το τρένο που με πάει. Τότε, ο απέναντι κύριος –δεν είδα ποτέ το κεφάλι του, αλλά τον ευχαριστώ– σήκωσε την εφημερίδα του. Το πρωτοσέλιδο έγραφε παχιά παχιά: ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ. Στο σαλεμένο και ανυπόταχτο μυαλό μου, αυτή ήταν η απάντηση που έψαχνα. Αυτό ορκίστηκα τότε, αν και οι μετέπειτα αποφάσεις μου είχαν τραυματικές συνέπειες. Αυτό ορκίζομαι και τώρα. Ξέρω ότι, σε καιρούς ειρήνης, ο εχθρός σε πιάνει απροετοίμαστο. Μετά το πρώτο σάστισμα όμως, είμαι ξανά όρθιος να πολεμήσω. Πήγα, ήρθα, έφυγα, μετάνιωσα, ξεκίνησα ξανά, είδες πόσο μακριά φτάσαμε;

Ξημέρωσε και πρέπει να πάω στη δουλειά. Πλησιάζω διστακτικά το παράθυρο και κοιτάω έξω. Οι ομίχλες έφυγαν και ο ουρανός έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, ακριβώς όπως σου αρέσει. Έλιωσα αρκετά χτες, αλλά πρέπει να λιώσω κι άλλο.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries #2 – Ας μας πάρει το ποτάμι

 Πέταξα το κέρμα ψηλά και το περίμενα να πέσει. Η πτώση του ήταν σαδιστικά αργή και βασανιστική, χωρίς υπερβολή τού πήρε δύο μήνες μέχρι να αναπαυτεί ακίνητο στα πόδια μου. Πλησίασα κοντά και πάνω έγραφε Galway. Εκεί είχα βρει τη δουλειά που έψαχνα και με μια μπρούτζινη ηχώ η μοίρα μου με φώναξε κι άλλο προς τη Δύση. Και κάπως έτσι, βρέθηκα να ζω ανάμεσα σε τρία μέρη – μεγάλη αλλαγή για κάποιον που τα προηγούμενα 35 χρόνια άλλαζε σπίτια μέσα σε ένα πατησιώτικο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Φίλοι, συγγενείς, ακόμα πίσω στην Αθήνα. Η βάση της οικογενειακής μας μετακίνησης, ακόμα στο Δουβλίνο. Κι εγώ μόνος με τα μπρούτζινά μου καλέσματα, να διασχίζω την όμορφη αυτή χώρα σε σιωπηλά τρένα, ανοίγοντας νέα μάτια προς τη Δύση.

 Τι είναι όμως το Galway; Είναι το ρομαντικό και χαλαρό μέρος που γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, το πολιτιστικό κέντρο της Ιρλανδίας, ένα ευρωπαϊκό San Francisco ή ένας δυνατός οργασμός για τους ταξιδευτές; Χωρίς δεύτερη σκέψη, ναι, είναι όλα αυτά. Είναι όμως και τόσα ακόμα: Είναι οι άγριοι άνεμοι που δεν αφήνουν εύκολα το τσιγάρο μου να κάψει. Είναι η ορμή του ποταμού Corrib που διασχίζει εκκωφαντικά την πόλη και χυμάει θυμωμένα στον γκρίζο Ατλαντικό. Είναι τα πράσινα πάρκα και οι πέτρινες αψίδες, οι αναποδογυρισμένες βάρκες, τα νούφαρα, οι γλάροι, τα βράχια και τα αγάλματα των ποιητών. Είναι το μετρήσιμο, πολύχρωμο πλήθος που ακολουθεί το δικό του ρεύμα, ονειροπολώντας μελωδικά και ράθυμα, ενώ κατηφορίζει το πλακόστρωτο προς τον ωκεανό. Πάνω από όλα το Galway είναι η πόλη των buskers, των μουσικών του δρόμου. Σχήματα από όλη τη χώρα μαζεύονται και στριμώχνονται στη Shop street για να παίξουν ένα δίωρο εδώ. Ακόμα πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι άνθρωποι από όλη τη χώρα έρχονται επίσης απλώς για να τους ακούσουν. Σας φαίνεται αστείο; Κι όμως, εδώ οι δρόμοι τραγουδάνε. Μοιάζει σαν να παράγουν μουσική τα παπούτσια σου. City of the tribes, τη λένε, “η πόλη των ξένων” κατά το Gaelic όνομα της. Οι ταξιδιώτες σταματούν για λίγο εδώ.

 Είναι η τέταρτη βδομάδα που ζω σε ένα ψιλοάθλιο hostel. Είναι άβολο σίγουρα, προσφέρει όμως τη δυνατότητα να δω τους ταξιδιώτες από κοντά. Συνήθως δεν είμαι κοινωνικός και προτιμώ να περνάω χρόνο με τις μουσικές και τα γραπτά μου, τους παρατηρώ όμως. Φοιτητές από όλα τα μέρη της γης που ψάχνουν να βρουν ένα κρεβάτι στην πόλη. Περαστικοί Αμερικάνοι, κακομαθημένοι Γαλλογερμανοί, σιωπηλοί Σλάβοι. Τους παρακολουθώ σε έναν σταθμό της παράξενης ζωής τους, αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εδώ, που πάνε, τι σκέφτονται. Μοιάζει με ένα είδος purgatory: όλοι είμαστε περαστικοί εδώ, όλοι θα πάμε κάπου αλλού μετά, όλοι ζούμε μια αναμονή. Παράξενο μέρος. Στο σαλόνι παίζει 24 ώρες την ημέρα παλιά επεισόδια του κλασικού show “Only fools and horses” σε μια ακατανόητη πλύση εγκεφάλου. Πολλοί μετρούν τις περαστικές ώρες χαζεύοντας το ομιλούν κουτί. Όλες αυτές οι φάτσες θα ξεχαστούν, κι εγώ περαστικός είμαι εξάλλου. Νομίζω όμως ότι κάπου στις αναμνήσεις μου θα μείνει ο Ludovico που πήρε τις μπαγκέτες του, άφησε τη Σικελία και βρήκε τον παράδεισό του στην Ιαπωνία, αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αντέξει η μαμά του. Ή τον Andy από τη Γαλλία που σύντομα θα είναι καθηγητής Φυσικής, αλλά η μουσική θα έχει χάσει έναν φοβερό κιθαρίστα. Ή τον Ιρλανδό junkie που με φώναζε amigo, του οποίου η ξεχαρβαλωμένη ζωή δεν μπορούσε να χαλάσει τη χρυσή του καρδιά.

 Μοιάζει λίγο η ζωή με αλχημεία. Η σκέψη έγινε πράξη, η πράξη βήμα, το βήμα τοπίο, το τοπίο χρώμα, το χρώμα νέα ζωή. Η φαντασία έγινε ποτάμι. Η Ράνια κι ο Νηρέας έρχονται σε λίγες μέρες, η ζωή θα ξαναγίνει πιο κανονική, αλλά η περιπέτεια έχει αφήσει το στίγμα της: οι σκέψεις γίνονται ποτάμια. Μπήκε ο Οκτώβρης, οι τουρίστες σιγά σιγά εξαφανίζονται κι εγώ λούζομαι στις πρωινές ομίχλες σαν ντόπιος.

 Ας μιλήσουμε και λίγο για τα “δικά μας”: Emerald Haze Dublin

 …ή αλλιώς το Roadburn του φτωχού Ιρλανδού. Φεστιβάλ που έλαβε χώρα στο Δουβλίνο στις αρχές Σεπτέμβρη. Σκόπευα να το καλύψω κανονικά, όμως το βίωσα πολύ προσωπικά και δεν μου φτάνει κι ο χώρος. Σε ένα διήμερο και σε δύο σκηνές είδα μια παρέλαση 25 περίπου γκρουπ στον χώρο του doom/psych/stoner και τα λοιπά. Λίγα μόνο σχόλια κι εντυπώσεις: Χώρος μέτριος. Η μία σκηνή ήταν τίγκα με 30 άτομα, είχε καλό ήχο και γενικώς τα ’σπαγε. Η κύρια σκηνή –και δυστυχώς το διασημότερο metal venue της πόλης– ήταν ένα στενόμακρο χάλι. Ο ήχος μετριότατος στα περισσότερα γκρουπ. Ο κόσμος λιγότερος από ό,τι θα περίμενα (500 άτομα στο peak του), κλασικά βορειοψυχρούλης στις μπάντες, σαν να είσαι στο Αν Club σε true metal live σαν φάτσες/ συμπεριφορά. Το επίπεδο των συγκροτημάτων ήταν όμως πραγματικά πολύ καλό.

 Από Ιρλανδικές μπάντες, προτείνω να τσεκάρετε τους Nomadic Rituals και το τελετουργικό doom/death τους, το πυρακτωμένο stoner των Ten Ton Slug και το σαλεμένο alternative των The Magnapinna.

 Στις στιγμές που ξεχώρισαν πρέπει να αναφέρω τους εξαιρετικούς Γάλλους Blaak Heat, ο βαριά ψυχεδελικός ήχος των οποίων γίνεται μυσταγωγικός με όλες αυτές τις αναφορές στην Ανατολή. Οι headliners της πρώτης μέρας Church Of The Cosmic Skull ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η επταμελής κολεκτίβα από το Nottingham έχει το κοινό της κι ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα classic rock/prog/psych με Abba attitude. Το περσινό άλμπουμ των Lord Vicar μού είχε φανεί βαρετό, live όμως σκοτώνουν και πώς όχι άλλωστε; Η βαριά κληρονομιά του Vicar (Reverende Bizarre) και του Christian Linderson (Saint Vitus, τι άλλο θες;) είναι αρκετή.

 Μιλώντας για παραδοσιακές αξίες, καλοί αλλά κατώτεροι του studio φάνηκαν οι Dread Sovereign (του λατρεμένου Alan Nemtheanga των θεών Primordial), οι Death The Leveller (συνεχιστές των Mael Mordha) και οι Iron Void (δυστυχώς μακριά από τα μεγαλεία των Solstice).

 Κορυφαία μπάντα του φεστιβάλ ήταν σίγουρα οι headliners Solstafir. Δεν τους είχα δει ποτέ και ομολογώ ότι δεν περίμενα να είναι ΤΟΣΟ καλοί. Η εμφάνιση τους ήταν αρκετή για μένα για να τους κατατάξω πολύ ψηλότερα στη συνείδησή μου. Η απόλυτη Αποκάλυψη του διημέρου, όμως, ήταν οι απίθανοι, ασύλληπτοι, εντελώς απερίγραπτοι Σκωτσέζοι The Cosmic Dead. Μιλάμε για ζωντανή εμπειρία πολύ πέραν του αναμενομένου ή του φυσιολογικού, ένας κατακλυσμιαίος ψυχεδελικός τυφώνας ικανός να παρασύρει τα πάντα. Ίσως το κορυφαίο psych live που έχω ποτέ μου βιώσει.

 Με τους απόηχους από βαριά παραμορφωμένες κιθάρες, από το hurdy gurdy της Anne ή τις uilleann pipes της Siobhan, το φρέσκο αεράκι της Ιρλανδίας φωνάζει “Φθινόπωρο!’’.

Αντώνης Καλαμούτσος

Dublin Diaries #1 – Αναζητώντας τη χώρα του ήχου

 Ξέρω τι κάνατε ενώ εγώ ανίχνευα σκοντάφτοντας σε νέα εδάφη. Διακοπές. Λιαζόσασταν και πίνατε freddo ολημερίς. Ήλιος, αλμύρα, τσίπουρα ή mojito, ο καθένας στο δικό του μαζικό μοτίβο. Εγώ προσγειώθηκα σε μια μακρινή γη κι έβγαλα από τη βαλίτσα όλες τις φθινοπωρινές μου ζακέτες. Ξέρω τι κάνατε όταν εγώ διάλεγα μακρυμάνικο για να βγω στον δρόμο κάθε πρωί, αλλά δεν με πειράζει. Δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μετανάστευσε, αλλά σίγουρα, περισσότερο από ποτέ, ένιωσα σαν άγιος και σαν κανένας. Απόλυτα μοναδικός και αριθμός στατιστικής. Ταξιδευτής και κουρελής. Δεν με πειράζει, εξάλλου το ήξερα. Και είπα να ξεκινήσω να σκοντάφτω, ανιχνεύοντας.

 Στην αρχή δούλευε κυρίως η όραση. Νέες εικόνες, νέες φάτσες, νέοι δρόμοι, νέος παλμός. Το μάτι σκανάρει τους καινούριους ορίζοντες και προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Όλες οι πόλεις είναι σαγηνευτικά θηρία, ικανές να σε μαγέψουν ή να σε καταπιούν, η κάθε μία όμως έχει την αύρα της. Πρέπει να τη δεις και να τη νιώσεις για να καταλάβεις. Να καταλάβεις το βήμα που έκανες σε ποιο μέρος τελικά σε έβγαλε. Το μάτι ψάχνει το οικείο και το μη οικείο ταυτόχρονα. Ικανοποιείται και με τα δύο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το Δουβλίνο στο μάτι μοιάζει με έναν πίνακα του Ρομαντισμού, τονίζει τα ιδεώδη και τις ομορφιές του και καλλιεργεί το φαντασιακό σου κομμάτι. Το μάτι χορταίνει. Όμως, δεν μπορεί να σε κάνει να ανήκεις. Χρειάζεσαι το αυτί κι εκεί θα παιχτεί όλο το παιχνίδι…

 Από κάθε pub βγαίνει ο ήχος από σαματατζίδικα traditional σχήματα. Ο χαμός από τις χαρούμενες φωνές των θαμώνων που κρατούν ποτήρια με μαύρες μπίρες μπλέκεται με irish pipes, bodhran και βιολιά. Είναι ένας γλυκός χαμός, που ζεσταίνει την ψυχή και δημιουργεί ένα αξιόπιστο υπόβαθρο για κάθε τόπο. Ναι, υπάρχει γλύκα και ζεστασιά και αγάπη για την παράδοση. Τα θαλασσοπούλια όμως που κρώζουν δαιμονικά πάνω από το κεφάλι μου μεταφέρουν τα δικά τους αινιγματικά καλέσματα. Κάποιες φορές μοιάζει σαν να με καλούν να αναζητήσω έναν μυστικό ήχο. Ή τον δικό μου ήχο. Ή κάτι άλλο που δεν έχω ακόμα καταλάβει. Άλλες φορές μοιάζουν σαν να με περιγελούν. Άλλες σαν να με συγχαίρουν για κάτι. Όλες όμως τις φορές που τα ακούω, σκέφτομαι ότι η δική μου αλήθεια δεν κρύβεται σε όσα βλέπει το μάτι, αλλά σε όσα “βλέπει” το αυτί. Είναι η μουσική η μόνη αληθινή γλώσσα; Είμαι έτοιμος να το δεχτώ.

 Να λείπουν τα αστειάκια για τον μετανάστη που ακούει Καζαντζίδη. Δώδεκα μπλουζάκια έχω όλα κι όλα μαζί μου, και τα 5 είναι μουσικά. Είναι αυτά που ήθελα να κουβαλήσω σαν ανάμνηση, είναι οι λέξεις που ξέρω, οι δηλώσεις που θέλω να κάνω. Ένα Ruined Families (γιατί “forever at war with the place I was born’’…), ένα Need γιατί είναι φετινή φωτιά, ένα Seraphim Tsotsonis για να θυμάμαι ότι έπαιξα κι εγώ μέσα, ένα Neubauten γιατί έτσι μου κατέβηκε κι ένα Faith No More γιατί έτσι επιβάλλεται. Αυτά είναι τα εφόδια των δηλώσεων μου. Είναι το πραγματικό μου διαβατήριο στις χώρες του ήχου. Με αυτά θα ξεκινήσω να σε γνωρίζω, Ιρλανδία, και για να δω αν θα τα πάμε καλά, πρέπει να μου πεις κι εσύ τι έχεις. Δες στο TripAdvisor τι πρέπει να δεις/φας/κάνεις. Εγώ θα σου πω άλλα. Overhead, the albatross, είναι γκρουπάρα που ξέρουν αρκετοί. Πόσοι progsters ξέρουν όμως τους θεούς Yurt; Πόσοι επικομεταλλάδες τους Mael Mordha; Πόσοι ατμοσφαιρικοί blacksters τους φοβερούς From The Bogs Of Aughiska; Έχει κι άλλα. Dread Sovereign και Owlcrusher και Death the Leveller. Έχεις ζουμί, Ιρλανδία, σε παραδέχομαι. Έχουμε πολύ καλή βάση για να ξεκινήσουμε. Κι έχουμε μόλις συστηθεί.

 Και κάπως έτσι μοιάζει να ξεκινάει το πραγματικό ταξίδι. Στις ήρεμες όχθες του ποταμού Liffey ο “Ψηλός Μαύρος Δούκας” των Oxbow ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα. Το Sound Cellar το πρώτο δισκάδικο που (ξανά) αγάπησα – θεοί, έχει μέσα και κασέτες! Και σε λίγες μέρες θα κατέβω στην πρώτη μου υπόγα, το Voodoo Lounge, για το πρώτο μου underground ξεχαρμάνιασμα, σε διήμερο heavy psych festival με Solstafir headliners. Not bad.

 Νόμιζα ότι η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά κι ότι ομιλώ εξαιρετικά την αγγλικήν. Η αλήθεια είναι όμως ότι η μόνη γλώσσα που ξέρω είναι της αγάπης, για τη γυναίκα και το παιδί που πήρα μαζί μου, για το ταξίδι το ίδιο και για τη μουσική. Ο ήχος είναι αυτός που θα με βοηθήσει να βγάλω ρίζες, αν πρόκειται να βγάλω τέλος πάντων. Η παράδοση, η συννεφιά, ο Liffey, οι ιρλανδικές γκρουπάρες και τα μπλουζάκια μου είναι οι σύμμαχοί μου στη δημιουργία αυτής της νέας γλώσσας. Όλα όμως γίνονται ενώ τα θαλασσοπούλια κρώζουν, πάντα κρώζουν στη δική τους, κι εγώ παραξενεμένος προσπαθώ να καταλάβω τι λένε. Κρώζουν ενώ σκοντάφτω ανιχνεύοντας, είμαι ο άγιος κανένας και δεν με πειράζει τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι, γιατί έχω πολλές νότες να με κρατάνε ολόρθο! Ίσως πιο όρθιο από ποτέ.

Αντώνης Καλαμούτσος

Ende

Τον τελευταίο καιρό βλέπω συνέχεια το ίδιο όνειρο. Πάει κάπως έτσι…

Είναι βράδυ, όχι τόσο αργά για νύστα, ούτε τόσο νωρίς για να θέλω να μείνω μέσα. Περπατάω σε μια πόλη που είναι πιο φωτισμένη την νύχτα, παρά την ημέρα. Με έχουν προσκαλέσει κάπου που δεν έχω ξαναπάει. Φτάνοντας είναι σαν να έχω ξαναπεράσει από εδώ. Η παρέα με βοηθά να νιώσω οικεία.

Μπαίνουμε μέσα και η κάπνα με ζαλίζει. Τα χρώματα έχουν ατονήσει στον τοίχο και η ηλικία του μέρους έχει παραιτηθεί από το να απαντά πόσο είναι. Μια μπάντα παίζει blues που κι αυτά έχουν χάσει το μπλε τους. Είναι τόσο φάλτσα που μου θυμίζει τον προσχολικό εαυτό μου όταν μιμούμουν τον Νταλάρα και τους Αφροαμερικανούς τραγουδιστές, ευτυχώς όχι ταυτόχρονα. Προσπαθώ να μην ακούω τι παίζει και πάμε με την παρέα σε μια γωνιά με τα σώματα των άλλων για ασπίδα ηχομόνωσης. Όλοι αξύριστοι και όλες ζαλισμένες. Όσο ψύχρα κάνει έξω, τόσο σκάμε μέσα. Νιώθω σαν να μην μπορώ να βγάλω τα χειμωνιάτικα που φοράω. Τους αρέσω τόσο που δεν μπορούν να με αποχωριστούν. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και άνετος μπαίνω στην κουβέντα. Οι ερωτήσεις κινούνται γύρω από τα βασικά, σαν να ξεχνάμε την γλώσσα που μιλάμε. Πόσες λέξεις μας έμειναν ακόμη;

Καλύτερα να σωπάσω. Προσέχω το σοβά πάνω μου. Μου απαντά «Όχι άλλα blues». Δεν του δίνω σημασία, αν και θα έπρεπε καθώς η μουσική όσο πάει και χειροτερεύει. Το ανθρώπινο τείχος που με προστάτευε από αυτήν τώρα με έχει παγιδεύσει. Η παρέα πάντως θυμίζει τα ανέκδοτα του στυλ «Ένας Έλληνα, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος…». Απλώς δεν βλέπουμε πουθενά τους ιθαγενείς που θα μας βράσουν ζωντανούς. Κάποιος, για να σπάσει ο πάγος, με ρωτά αν είμαι Ισπανός. Yo soy griego του απαντάω και του φαίνεται σαν να τον έβρισα. Θα φταίει η μπύρα μάλλον. Με όλα αυτά, η ώρα περνά, τα γέλια με στριμώχνουν και παίζει να έχω καπνίσει ένα πακέτο σέρτικα και παθητικά τσιγάρα. Πως είναι άραγε να μην μπορείς να ανασάνεις καθαρό αέρα σε μια πόλη που το 1/3 της έκτασης της είναι πάρκα και ποτάμια;

Μα δεν σταματά ποτέ αυτή η μπάντα;! Τι τους κάναμε; Απλώς ήρθαμε απρόσκλητοι, στην αρχή αμήχανοι, νομίζοντας πως το πάρτι κάποια στιγμή θα σταματούσε. Αμ δε. Ακόμη και αν όλα γκρεμιζόντουσαν με μιας, θα έμεναν τα επίπεδα χαμόγελα, το επίπεδο κέφι, η επίπεδη γοητεία για να συνεχίζει το πάρτι με αμείωτη ένταση. Παιδιά, συνεχίστε εσείς, απλώς εγώ κουράστηκα και έχω και μια μανία να ξυπνάω νωρίς.

Ανοίγω την πόρτα με το θολωμένο τζάμι, αργεί να ξημερώσει, αλλά ο δρόμος του γυρισμού δεν είναι τελικά τόσο μακρύς όσο λένε.

Μπάμπης Κολτράνης

Σαράντα λεπτά ποδήλατο για την δουλειά

Με το πρωινό ξύπνημα να με εξαϋλώνει και την ανυπέρβλητη δυσκολία μου να αντέξω βραδινή δουλειά, έχω το ποδηλατικό σαραντάλεπτο αντί ενός ήρεμου καφέ για να ξεκινήσει η μέρα ευχάριστα. Τυχαίες μελέτες, επαναληπτικότητα συγκεκριμένων σκηνών και απομνημόνευση εκτάκτων γεγονότων με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως αυτά τα 40 λεπτά μπορούν άνετα να χωριστούν σε τέσσερις διαφορετικές φάσεις διάρκειας δέκα λεπτών η καθεμία.

1η φάση

Αφού έχω ντυθεί βιαστικά και μερικές φορές ακατάλληλα όχι μόνο σύμφωνα με το τι προστάζει η μόδα, αλλά ακόμη και για τον καιρό που θα συναντήσω έξω και έχω τσεκάρει δυο φορές την πόρτα του σπιτιού αν έκλεισε καλά (μια συνήθεια που μου κόλλησε εδώ στην Γερμανία), αρπάζω το ποδήλατο με τις πρώτες σκέψεις να σημαδεύουν το κενό. Μπορεί να ακούγεται επικίνδυνο, αλλά στατιστικές μελέτες έχουν δείξει πως όταν δεν σκέφτεσαι τίποτα κάνοντας κάτι, δεν υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας. Στην περίπτωση μου, όντως μια αντιστροφή του “Οδηγώ και σε σκέφτομαι” σε “Οδηγώ και δεν σκέφτομαι” δεν μπορεί να ενέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Γιατί άλλωστε κιόλας.

2η φάση

Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα. Ο οργανισμός αρχίζει να εκλιπαρεί έναν άγνωστο θεό για μια δόση καφεΐνης, όλα τριγύρω ξεθολώνουν και το πρώτο άγχος της ημέρας κάνει την πανηγυρική εμφάνιση του. Τυχαίνει μάλιστα στο Βερολίνο να συναντάς αρκετά ρολόγια στον δρόμο σου, τα οποία κατά ένα διαβολικό τρόπο δείχνουν σωστά την ώρα και ακολούθως καταδεικνύουν το γεγονός πως θα ψιλοαργήσω στην δουλειά. Όπως φαίνεται, υπάρχουν και άλλ@ που έχουν ξεκινήσει την ίδια ώρα για να πάνε εκεί που έχουν να πάνε, οπότε και δικαιολογείται η καθόλου τυχαία συνάντηση πολλών νεύρων στο οδόστρωμα. Ναι, είναι το πιο επικίνδυνο δεκάλεπτο αυτό. Εκεί που ξυπνάω δηλαδή αναγκαστικά βρισκόμενος εν κινήσει, τυχαίνει να με σταματήσουν για έλεγχο μπάτσοι, εγώ να προσπαθώ να το παίξω τουρίστας (πριν δύο χρόνια έπιανε, τώρα πλέον όχι) και αυτοί να με πιέζουν λέγοντας πως αφού είμαι στην Γερμανία, είμαι υποχρεωμένος να (τους) μιλώ γερμανικά. Το τέλος αποδείχθηκε αίσιο καθώς η σκηνή έκλεισε με μια πατρική συμβουλή και ένα σχεδόν ασήμαντο χαρτί ως προειδοποίηση για να φτιάξω το μπροστινό μου φως! Κάθε φινάλε κατά βάθος είναι αίσιο.

3η φάση

Ακόμη όμως έχουμε δρόμο. Τώρα τα πάντα γύρω μου είναι πεντακάθαρα. Οι κίνδυνοι έχουν προσπεραστεί, όπως τα αυτοκίνητα που σπανίως μποτιλιαρίζονται δίπλα μου. Μπορώ μάλιστα να χαζεύω τις αφίσες, τις διαφημίσεις και τις φωτογραφίες που στην πιο αληθινά κεφάτη έκδοση τους, διαθέτουν μια επίπεδη γραμμή στα χείλη τους. Διαβάτες περιμένουν υπομονετικά το φανάρι, ποδηλάτες δεν επιδεικνύουν κανένα είδος επιθετικής συμπεριφοράς και όλα φαντάζουν όμορφα μέχρι να πέσω στην πρώτη λακουβίτσα και να μου φύγει η αλυσίδα του ποδηλάτου. Οκ, θα αργήσω σήμερα. Ας το πάρω απόφαση και ας σκεφτώ άλλα πράγματα όπως μουσικές, ιδέες, κείμενα, φίλ@ς…

4η φάση

…κουβέντες που δεν έγιναν ποτέ, λόγια μου που σίγουρα δεν θα ακουστούν από κανέναν, σαν τα φανάρια που δεν πρόλαβα το πρασινοπορτοκαλί και έπεσα πάνω στο νεκρό κόκκινο. Πλησιάζω και είναι σαν να είχα ξεχαστεί ως προς το που πήγαινα και κυρίως για ποιον ακριβώς λόγο. Ένα αόρατο πρέπει με καθόρισε, όπως δισεκατομύρρια άλλ@ς πάνω σε μια Γη που δεν κουράζεται και αυτή να ποδηλατεί πάνω σε δυο αόρατες ρόδες. Ότι σκέφτηκα σε αυτά τα 40 λεπτά εξαφανίζεται για να δώσει την σκυτάλη σε μια λευκή στολή που δεν είναι ακριβώς και του μέγεθους μου. Τουλάχιστον δεν είμαι ένας αλκοολικός γιατρός ή ένας σαδιστής κρεoπώλης. Κάτι είναι κι αυτό. Το τι βέβαια είμαι θα το αναζητήσω ξανά στο επόμενο ποδηλατικό σαραντάλεπτο.

 

Μπάμπης Κολτράνης