Dublin Diaries #2 – Ας μας πάρει το ποτάμι

 Πέταξα το κέρμα ψηλά και το περίμενα να πέσει. Η πτώση του ήταν σαδιστικά αργή και βασανιστική, χωρίς υπερβολή τού πήρε δύο μήνες μέχρι να αναπαυτεί ακίνητο στα πόδια μου. Πλησίασα κοντά και πάνω έγραφε Galway. Εκεί είχα βρει τη δουλειά που έψαχνα και με μια μπρούτζινη ηχώ η μοίρα μου με φώναξε κι άλλο προς τη Δύση. Και κάπως έτσι, βρέθηκα να ζω ανάμεσα σε τρία μέρη – μεγάλη αλλαγή για κάποιον που τα προηγούμενα 35 χρόνια άλλαζε σπίτια μέσα σε ένα πατησιώτικο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Φίλοι, συγγενείς, ακόμα πίσω στην Αθήνα. Η βάση της οικογενειακής μας μετακίνησης, ακόμα στο Δουβλίνο. Κι εγώ μόνος με τα μπρούτζινά μου καλέσματα, να διασχίζω την όμορφη αυτή χώρα σε σιωπηλά τρένα, ανοίγοντας νέα μάτια προς τη Δύση.

 Τι είναι όμως το Galway; Είναι το ρομαντικό και χαλαρό μέρος που γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, το πολιτιστικό κέντρο της Ιρλανδίας, ένα ευρωπαϊκό San Francisco ή ένας δυνατός οργασμός για τους ταξιδευτές; Χωρίς δεύτερη σκέψη, ναι, είναι όλα αυτά. Είναι όμως και τόσα ακόμα: Είναι οι άγριοι άνεμοι που δεν αφήνουν εύκολα το τσιγάρο μου να κάψει. Είναι η ορμή του ποταμού Corrib που διασχίζει εκκωφαντικά την πόλη και χυμάει θυμωμένα στον γκρίζο Ατλαντικό. Είναι τα πράσινα πάρκα και οι πέτρινες αψίδες, οι αναποδογυρισμένες βάρκες, τα νούφαρα, οι γλάροι, τα βράχια και τα αγάλματα των ποιητών. Είναι το μετρήσιμο, πολύχρωμο πλήθος που ακολουθεί το δικό του ρεύμα, ονειροπολώντας μελωδικά και ράθυμα, ενώ κατηφορίζει το πλακόστρωτο προς τον ωκεανό. Πάνω από όλα το Galway είναι η πόλη των buskers, των μουσικών του δρόμου. Σχήματα από όλη τη χώρα μαζεύονται και στριμώχνονται στη Shop street για να παίξουν ένα δίωρο εδώ. Ακόμα πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι άνθρωποι από όλη τη χώρα έρχονται επίσης απλώς για να τους ακούσουν. Σας φαίνεται αστείο; Κι όμως, εδώ οι δρόμοι τραγουδάνε. Μοιάζει σαν να παράγουν μουσική τα παπούτσια σου. City of the tribes, τη λένε, “η πόλη των ξένων” κατά το Gaelic όνομα της. Οι ταξιδιώτες σταματούν για λίγο εδώ.

 Είναι η τέταρτη βδομάδα που ζω σε ένα ψιλοάθλιο hostel. Είναι άβολο σίγουρα, προσφέρει όμως τη δυνατότητα να δω τους ταξιδιώτες από κοντά. Συνήθως δεν είμαι κοινωνικός και προτιμώ να περνάω χρόνο με τις μουσικές και τα γραπτά μου, τους παρατηρώ όμως. Φοιτητές από όλα τα μέρη της γης που ψάχνουν να βρουν ένα κρεβάτι στην πόλη. Περαστικοί Αμερικάνοι, κακομαθημένοι Γαλλογερμανοί, σιωπηλοί Σλάβοι. Τους παρακολουθώ σε έναν σταθμό της παράξενης ζωής τους, αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εδώ, που πάνε, τι σκέφτονται. Μοιάζει με ένα είδος purgatory: όλοι είμαστε περαστικοί εδώ, όλοι θα πάμε κάπου αλλού μετά, όλοι ζούμε μια αναμονή. Παράξενο μέρος. Στο σαλόνι παίζει 24 ώρες την ημέρα παλιά επεισόδια του κλασικού show “Only fools and horses” σε μια ακατανόητη πλύση εγκεφάλου. Πολλοί μετρούν τις περαστικές ώρες χαζεύοντας το ομιλούν κουτί. Όλες αυτές οι φάτσες θα ξεχαστούν, κι εγώ περαστικός είμαι εξάλλου. Νομίζω όμως ότι κάπου στις αναμνήσεις μου θα μείνει ο Ludovico που πήρε τις μπαγκέτες του, άφησε τη Σικελία και βρήκε τον παράδεισό του στην Ιαπωνία, αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αντέξει η μαμά του. Ή τον Andy από τη Γαλλία που σύντομα θα είναι καθηγητής Φυσικής, αλλά η μουσική θα έχει χάσει έναν φοβερό κιθαρίστα. Ή τον Ιρλανδό junkie που με φώναζε amigo, του οποίου η ξεχαρβαλωμένη ζωή δεν μπορούσε να χαλάσει τη χρυσή του καρδιά.

 Μοιάζει λίγο η ζωή με αλχημεία. Η σκέψη έγινε πράξη, η πράξη βήμα, το βήμα τοπίο, το τοπίο χρώμα, το χρώμα νέα ζωή. Η φαντασία έγινε ποτάμι. Η Ράνια κι ο Νηρέας έρχονται σε λίγες μέρες, η ζωή θα ξαναγίνει πιο κανονική, αλλά η περιπέτεια έχει αφήσει το στίγμα της: οι σκέψεις γίνονται ποτάμια. Μπήκε ο Οκτώβρης, οι τουρίστες σιγά σιγά εξαφανίζονται κι εγώ λούζομαι στις πρωινές ομίχλες σαν ντόπιος.

 Ας μιλήσουμε και λίγο για τα “δικά μας”: Emerald Haze Dublin

 …ή αλλιώς το Roadburn του φτωχού Ιρλανδού. Φεστιβάλ που έλαβε χώρα στο Δουβλίνο στις αρχές Σεπτέμβρη. Σκόπευα να το καλύψω κανονικά, όμως το βίωσα πολύ προσωπικά και δεν μου φτάνει κι ο χώρος. Σε ένα διήμερο και σε δύο σκηνές είδα μια παρέλαση 25 περίπου γκρουπ στον χώρο του doom/psych/stoner και τα λοιπά. Λίγα μόνο σχόλια κι εντυπώσεις: Χώρος μέτριος. Η μία σκηνή ήταν τίγκα με 30 άτομα, είχε καλό ήχο και γενικώς τα ’σπαγε. Η κύρια σκηνή –και δυστυχώς το διασημότερο metal venue της πόλης– ήταν ένα στενόμακρο χάλι. Ο ήχος μετριότατος στα περισσότερα γκρουπ. Ο κόσμος λιγότερος από ό,τι θα περίμενα (500 άτομα στο peak του), κλασικά βορειοψυχρούλης στις μπάντες, σαν να είσαι στο Αν Club σε true metal live σαν φάτσες/ συμπεριφορά. Το επίπεδο των συγκροτημάτων ήταν όμως πραγματικά πολύ καλό.

 Από Ιρλανδικές μπάντες, προτείνω να τσεκάρετε τους Nomadic Rituals και το τελετουργικό doom/death τους, το πυρακτωμένο stoner των Ten Ton Slug και το σαλεμένο alternative των The Magnapinna.

 Στις στιγμές που ξεχώρισαν πρέπει να αναφέρω τους εξαιρετικούς Γάλλους Blaak Heat, ο βαριά ψυχεδελικός ήχος των οποίων γίνεται μυσταγωγικός με όλες αυτές τις αναφορές στην Ανατολή. Οι headliners της πρώτης μέρας Church Of The Cosmic Skull ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η επταμελής κολεκτίβα από το Nottingham έχει το κοινό της κι ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα classic rock/prog/psych με Abba attitude. Το περσινό άλμπουμ των Lord Vicar μού είχε φανεί βαρετό, live όμως σκοτώνουν και πώς όχι άλλωστε; Η βαριά κληρονομιά του Vicar (Reverende Bizarre) και του Christian Linderson (Saint Vitus, τι άλλο θες;) είναι αρκετή.

 Μιλώντας για παραδοσιακές αξίες, καλοί αλλά κατώτεροι του studio φάνηκαν οι Dread Sovereign (του λατρεμένου Alan Nemtheanga των θεών Primordial), οι Death The Leveller (συνεχιστές των Mael Mordha) και οι Iron Void (δυστυχώς μακριά από τα μεγαλεία των Solstice).

 Κορυφαία μπάντα του φεστιβάλ ήταν σίγουρα οι headliners Solstafir. Δεν τους είχα δει ποτέ και ομολογώ ότι δεν περίμενα να είναι ΤΟΣΟ καλοί. Η εμφάνιση τους ήταν αρκετή για μένα για να τους κατατάξω πολύ ψηλότερα στη συνείδησή μου. Η απόλυτη Αποκάλυψη του διημέρου, όμως, ήταν οι απίθανοι, ασύλληπτοι, εντελώς απερίγραπτοι Σκωτσέζοι The Cosmic Dead. Μιλάμε για ζωντανή εμπειρία πολύ πέραν του αναμενομένου ή του φυσιολογικού, ένας κατακλυσμιαίος ψυχεδελικός τυφώνας ικανός να παρασύρει τα πάντα. Ίσως το κορυφαίο psych live που έχω ποτέ μου βιώσει.

 Με τους απόηχους από βαριά παραμορφωμένες κιθάρες, από το hurdy gurdy της Anne ή τις uilleann pipes της Siobhan, το φρέσκο αεράκι της Ιρλανδίας φωνάζει “Φθινόπωρο!’’.

Αντώνης Καλαμούτσος

Dublin Diaries #1 – Αναζητώντας τη χώρα του ήχου

 Ξέρω τι κάνατε ενώ εγώ ανίχνευα σκοντάφτοντας σε νέα εδάφη. Διακοπές. Λιαζόσασταν και πίνατε freddo ολημερίς. Ήλιος, αλμύρα, τσίπουρα ή mojito, ο καθένας στο δικό του μαζικό μοτίβο. Εγώ προσγειώθηκα σε μια μακρινή γη κι έβγαλα από τη βαλίτσα όλες τις φθινοπωρινές μου ζακέτες. Ξέρω τι κάνατε όταν εγώ διάλεγα μακρυμάνικο για να βγω στον δρόμο κάθε πρωί, αλλά δεν με πειράζει. Δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μετανάστευσε, αλλά σίγουρα, περισσότερο από ποτέ, ένιωσα σαν άγιος και σαν κανένας. Απόλυτα μοναδικός και αριθμός στατιστικής. Ταξιδευτής και κουρελής. Δεν με πειράζει, εξάλλου το ήξερα. Και είπα να ξεκινήσω να σκοντάφτω, ανιχνεύοντας.

 Στην αρχή δούλευε κυρίως η όραση. Νέες εικόνες, νέες φάτσες, νέοι δρόμοι, νέος παλμός. Το μάτι σκανάρει τους καινούριους ορίζοντες και προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Όλες οι πόλεις είναι σαγηνευτικά θηρία, ικανές να σε μαγέψουν ή να σε καταπιούν, η κάθε μία όμως έχει την αύρα της. Πρέπει να τη δεις και να τη νιώσεις για να καταλάβεις. Να καταλάβεις το βήμα που έκανες σε ποιο μέρος τελικά σε έβγαλε. Το μάτι ψάχνει το οικείο και το μη οικείο ταυτόχρονα. Ικανοποιείται και με τα δύο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το Δουβλίνο στο μάτι μοιάζει με έναν πίνακα του Ρομαντισμού, τονίζει τα ιδεώδη και τις ομορφιές του και καλλιεργεί το φαντασιακό σου κομμάτι. Το μάτι χορταίνει. Όμως, δεν μπορεί να σε κάνει να ανήκεις. Χρειάζεσαι το αυτί κι εκεί θα παιχτεί όλο το παιχνίδι…

 Από κάθε pub βγαίνει ο ήχος από σαματατζίδικα traditional σχήματα. Ο χαμός από τις χαρούμενες φωνές των θαμώνων που κρατούν ποτήρια με μαύρες μπίρες μπλέκεται με irish pipes, bodhran και βιολιά. Είναι ένας γλυκός χαμός, που ζεσταίνει την ψυχή και δημιουργεί ένα αξιόπιστο υπόβαθρο για κάθε τόπο. Ναι, υπάρχει γλύκα και ζεστασιά και αγάπη για την παράδοση. Τα θαλασσοπούλια όμως που κρώζουν δαιμονικά πάνω από το κεφάλι μου μεταφέρουν τα δικά τους αινιγματικά καλέσματα. Κάποιες φορές μοιάζει σαν να με καλούν να αναζητήσω έναν μυστικό ήχο. Ή τον δικό μου ήχο. Ή κάτι άλλο που δεν έχω ακόμα καταλάβει. Άλλες φορές μοιάζουν σαν να με περιγελούν. Άλλες σαν να με συγχαίρουν για κάτι. Όλες όμως τις φορές που τα ακούω, σκέφτομαι ότι η δική μου αλήθεια δεν κρύβεται σε όσα βλέπει το μάτι, αλλά σε όσα “βλέπει” το αυτί. Είναι η μουσική η μόνη αληθινή γλώσσα; Είμαι έτοιμος να το δεχτώ.

 Να λείπουν τα αστειάκια για τον μετανάστη που ακούει Καζαντζίδη. Δώδεκα μπλουζάκια έχω όλα κι όλα μαζί μου, και τα 5 είναι μουσικά. Είναι αυτά που ήθελα να κουβαλήσω σαν ανάμνηση, είναι οι λέξεις που ξέρω, οι δηλώσεις που θέλω να κάνω. Ένα Ruined Families (γιατί “forever at war with the place I was born’’…), ένα Need γιατί είναι φετινή φωτιά, ένα Seraphim Tsotsonis για να θυμάμαι ότι έπαιξα κι εγώ μέσα, ένα Neubauten γιατί έτσι μου κατέβηκε κι ένα Faith No More γιατί έτσι επιβάλλεται. Αυτά είναι τα εφόδια των δηλώσεων μου. Είναι το πραγματικό μου διαβατήριο στις χώρες του ήχου. Με αυτά θα ξεκινήσω να σε γνωρίζω, Ιρλανδία, και για να δω αν θα τα πάμε καλά, πρέπει να μου πεις κι εσύ τι έχεις. Δες στο TripAdvisor τι πρέπει να δεις/φας/κάνεις. Εγώ θα σου πω άλλα. Overhead, the albatross, είναι γκρουπάρα που ξέρουν αρκετοί. Πόσοι progsters ξέρουν όμως τους θεούς Yurt; Πόσοι επικομεταλλάδες τους Mael Mordha; Πόσοι ατμοσφαιρικοί blacksters τους φοβερούς From The Bogs Of Aughiska; Έχει κι άλλα. Dread Sovereign και Owlcrusher και Death the Leveller. Έχεις ζουμί, Ιρλανδία, σε παραδέχομαι. Έχουμε πολύ καλή βάση για να ξεκινήσουμε. Κι έχουμε μόλις συστηθεί.

 Και κάπως έτσι μοιάζει να ξεκινάει το πραγματικό ταξίδι. Στις ήρεμες όχθες του ποταμού Liffey ο “Ψηλός Μαύρος Δούκας” των Oxbow ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα. Το Sound Cellar το πρώτο δισκάδικο που (ξανά) αγάπησα – θεοί, έχει μέσα και κασέτες! Και σε λίγες μέρες θα κατέβω στην πρώτη μου υπόγα, το Voodoo Lounge, για το πρώτο μου underground ξεχαρμάνιασμα, σε διήμερο heavy psych festival με Solstafir headliners. Not bad.

 Νόμιζα ότι η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά κι ότι ομιλώ εξαιρετικά την αγγλικήν. Η αλήθεια είναι όμως ότι η μόνη γλώσσα που ξέρω είναι της αγάπης, για τη γυναίκα και το παιδί που πήρα μαζί μου, για το ταξίδι το ίδιο και για τη μουσική. Ο ήχος είναι αυτός που θα με βοηθήσει να βγάλω ρίζες, αν πρόκειται να βγάλω τέλος πάντων. Η παράδοση, η συννεφιά, ο Liffey, οι ιρλανδικές γκρουπάρες και τα μπλουζάκια μου είναι οι σύμμαχοί μου στη δημιουργία αυτής της νέας γλώσσας. Όλα όμως γίνονται ενώ τα θαλασσοπούλια κρώζουν, πάντα κρώζουν στη δική τους, κι εγώ παραξενεμένος προσπαθώ να καταλάβω τι λένε. Κρώζουν ενώ σκοντάφτω ανιχνεύοντας, είμαι ο άγιος κανένας και δεν με πειράζει τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι, γιατί έχω πολλές νότες να με κρατάνε ολόρθο! Ίσως πιο όρθιο από ποτέ.

Αντώνης Καλαμούτσος

Ende

Τον τελευταίο καιρό βλέπω συνέχεια το ίδιο όνειρο. Πάει κάπως έτσι…

Είναι βράδυ, όχι τόσο αργά για νύστα, ούτε τόσο νωρίς για να θέλω να μείνω μέσα. Περπατάω σε μια πόλη που είναι πιο φωτισμένη την νύχτα, παρά την ημέρα. Με έχουν προσκαλέσει κάπου που δεν έχω ξαναπάει. Φτάνοντας είναι σαν να έχω ξαναπεράσει από εδώ. Η παρέα με βοηθά να νιώσω οικεία.

Μπαίνουμε μέσα και η κάπνα με ζαλίζει. Τα χρώματα έχουν ατονήσει στον τοίχο και η ηλικία του μέρους έχει παραιτηθεί από το να απαντά πόσο είναι. Μια μπάντα παίζει blues που κι αυτά έχουν χάσει το μπλε τους. Είναι τόσο φάλτσα που μου θυμίζει τον προσχολικό εαυτό μου όταν μιμούμουν τον Νταλάρα και τους Αφροαμερικανούς τραγουδιστές, ευτυχώς όχι ταυτόχρονα. Προσπαθώ να μην ακούω τι παίζει και πάμε με την παρέα σε μια γωνιά με τα σώματα των άλλων για ασπίδα ηχομόνωσης. Όλοι αξύριστοι και όλες ζαλισμένες. Όσο ψύχρα κάνει έξω, τόσο σκάμε μέσα. Νιώθω σαν να μην μπορώ να βγάλω τα χειμωνιάτικα που φοράω. Τους αρέσω τόσο που δεν μπορούν να με αποχωριστούν. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και άνετος μπαίνω στην κουβέντα. Οι ερωτήσεις κινούνται γύρω από τα βασικά, σαν να ξεχνάμε την γλώσσα που μιλάμε. Πόσες λέξεις μας έμειναν ακόμη;

Καλύτερα να σωπάσω. Προσέχω το σοβά πάνω μου. Μου απαντά «Όχι άλλα blues». Δεν του δίνω σημασία, αν και θα έπρεπε καθώς η μουσική όσο πάει και χειροτερεύει. Το ανθρώπινο τείχος που με προστάτευε από αυτήν τώρα με έχει παγιδεύσει. Η παρέα πάντως θυμίζει τα ανέκδοτα του στυλ «Ένας Έλληνα, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος…». Απλώς δεν βλέπουμε πουθενά τους ιθαγενείς που θα μας βράσουν ζωντανούς. Κάποιος, για να σπάσει ο πάγος, με ρωτά αν είμαι Ισπανός. Yo soy griego του απαντάω και του φαίνεται σαν να τον έβρισα. Θα φταίει η μπύρα μάλλον. Με όλα αυτά, η ώρα περνά, τα γέλια με στριμώχνουν και παίζει να έχω καπνίσει ένα πακέτο σέρτικα και παθητικά τσιγάρα. Πως είναι άραγε να μην μπορείς να ανασάνεις καθαρό αέρα σε μια πόλη που το 1/3 της έκτασης της είναι πάρκα και ποτάμια;

Μα δεν σταματά ποτέ αυτή η μπάντα;! Τι τους κάναμε; Απλώς ήρθαμε απρόσκλητοι, στην αρχή αμήχανοι, νομίζοντας πως το πάρτι κάποια στιγμή θα σταματούσε. Αμ δε. Ακόμη και αν όλα γκρεμιζόντουσαν με μιας, θα έμεναν τα επίπεδα χαμόγελα, το επίπεδο κέφι, η επίπεδη γοητεία για να συνεχίζει το πάρτι με αμείωτη ένταση. Παιδιά, συνεχίστε εσείς, απλώς εγώ κουράστηκα και έχω και μια μανία να ξυπνάω νωρίς.

Ανοίγω την πόρτα με το θολωμένο τζάμι, αργεί να ξημερώσει, αλλά ο δρόμος του γυρισμού δεν είναι τελικά τόσο μακρύς όσο λένε.

Μπάμπης Κολτράνης

Σαράντα λεπτά ποδήλατο για την δουλειά

Με το πρωινό ξύπνημα να με εξαϋλώνει και την ανυπέρβλητη δυσκολία μου να αντέξω βραδινή δουλειά, έχω το ποδηλατικό σαραντάλεπτο αντί ενός ήρεμου καφέ για να ξεκινήσει η μέρα ευχάριστα. Τυχαίες μελέτες, επαναληπτικότητα συγκεκριμένων σκηνών και απομνημόνευση εκτάκτων γεγονότων με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως αυτά τα 40 λεπτά μπορούν άνετα να χωριστούν σε τέσσερις διαφορετικές φάσεις διάρκειας δέκα λεπτών η καθεμία.

1η φάση

Αφού έχω ντυθεί βιαστικά και μερικές φορές ακατάλληλα όχι μόνο σύμφωνα με το τι προστάζει η μόδα, αλλά ακόμη και για τον καιρό που θα συναντήσω έξω και έχω τσεκάρει δυο φορές την πόρτα του σπιτιού αν έκλεισε καλά (μια συνήθεια που μου κόλλησε εδώ στην Γερμανία), αρπάζω το ποδήλατο με τις πρώτες σκέψεις να σημαδεύουν το κενό. Μπορεί να ακούγεται επικίνδυνο, αλλά στατιστικές μελέτες έχουν δείξει πως όταν δεν σκέφτεσαι τίποτα κάνοντας κάτι, δεν υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας. Στην περίπτωση μου, όντως μια αντιστροφή του “Οδηγώ και σε σκέφτομαι” σε “Οδηγώ και δεν σκέφτομαι” δεν μπορεί να ενέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Γιατί άλλωστε κιόλας.

2η φάση

Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα. Ο οργανισμός αρχίζει να εκλιπαρεί έναν άγνωστο θεό για μια δόση καφεΐνης, όλα τριγύρω ξεθολώνουν και το πρώτο άγχος της ημέρας κάνει την πανηγυρική εμφάνιση του. Τυχαίνει μάλιστα στο Βερολίνο να συναντάς αρκετά ρολόγια στον δρόμο σου, τα οποία κατά ένα διαβολικό τρόπο δείχνουν σωστά την ώρα και ακολούθως καταδεικνύουν το γεγονός πως θα ψιλοαργήσω στην δουλειά. Όπως φαίνεται, υπάρχουν και άλλ@ που έχουν ξεκινήσει την ίδια ώρα για να πάνε εκεί που έχουν να πάνε, οπότε και δικαιολογείται η καθόλου τυχαία συνάντηση πολλών νεύρων στο οδόστρωμα. Ναι, είναι το πιο επικίνδυνο δεκάλεπτο αυτό. Εκεί που ξυπνάω δηλαδή αναγκαστικά βρισκόμενος εν κινήσει, τυχαίνει να με σταματήσουν για έλεγχο μπάτσοι, εγώ να προσπαθώ να το παίξω τουρίστας (πριν δύο χρόνια έπιανε, τώρα πλέον όχι) και αυτοί να με πιέζουν λέγοντας πως αφού είμαι στην Γερμανία, είμαι υποχρεωμένος να (τους) μιλώ γερμανικά. Το τέλος αποδείχθηκε αίσιο καθώς η σκηνή έκλεισε με μια πατρική συμβουλή και ένα σχεδόν ασήμαντο χαρτί ως προειδοποίηση για να φτιάξω το μπροστινό μου φως! Κάθε φινάλε κατά βάθος είναι αίσιο.

3η φάση

Ακόμη όμως έχουμε δρόμο. Τώρα τα πάντα γύρω μου είναι πεντακάθαρα. Οι κίνδυνοι έχουν προσπεραστεί, όπως τα αυτοκίνητα που σπανίως μποτιλιαρίζονται δίπλα μου. Μπορώ μάλιστα να χαζεύω τις αφίσες, τις διαφημίσεις και τις φωτογραφίες που στην πιο αληθινά κεφάτη έκδοση τους, διαθέτουν μια επίπεδη γραμμή στα χείλη τους. Διαβάτες περιμένουν υπομονετικά το φανάρι, ποδηλάτες δεν επιδεικνύουν κανένα είδος επιθετικής συμπεριφοράς και όλα φαντάζουν όμορφα μέχρι να πέσω στην πρώτη λακουβίτσα και να μου φύγει η αλυσίδα του ποδηλάτου. Οκ, θα αργήσω σήμερα. Ας το πάρω απόφαση και ας σκεφτώ άλλα πράγματα όπως μουσικές, ιδέες, κείμενα, φίλ@ς…

4η φάση

…κουβέντες που δεν έγιναν ποτέ, λόγια μου που σίγουρα δεν θα ακουστούν από κανέναν, σαν τα φανάρια που δεν πρόλαβα το πρασινοπορτοκαλί και έπεσα πάνω στο νεκρό κόκκινο. Πλησιάζω και είναι σαν να είχα ξεχαστεί ως προς το που πήγαινα και κυρίως για ποιον ακριβώς λόγο. Ένα αόρατο πρέπει με καθόρισε, όπως δισεκατομύρρια άλλ@ς πάνω σε μια Γη που δεν κουράζεται και αυτή να ποδηλατεί πάνω σε δυο αόρατες ρόδες. Ότι σκέφτηκα σε αυτά τα 40 λεπτά εξαφανίζεται για να δώσει την σκυτάλη σε μια λευκή στολή που δεν είναι ακριβώς και του μέγεθους μου. Τουλάχιστον δεν είμαι ένας αλκοολικός γιατρός ή ένας σαδιστής κρεoπώλης. Κάτι είναι κι αυτό. Το τι βέβαια είμαι θα το αναζητήσω ξανά στο επόμενο ποδηλατικό σαραντάλεπτο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Όταν σε καλούν σπίτι τους για μια συναυλία

Οι σκέψεις είναι σαν ένα κέικ στον φούρνο. Ας περάσει λοιπόν ο ακριβής χρόνος που χρειάζεται μέχρι να φουσκώσει όσο πρέπει και ας επικεντρωθώ στα δευτερεύοντα πράγματα που μπορείς να ασχοληθείς στην βερολινέζικη σου καθημερινότητα, τα οποία τυγχάνουν μερικές φορές να αναδεικνύονται χάρις των υπαρξιακών αναζητήσεων στο κενό, σε κύρια. Δεν νομίζω πάντως να διαμαρτυρήθηκε κανείς πως αυτά δεν βρειθούν εδώ. Υπάρχουν για όλ@ς βόλτες σε φόντο πράσινο και ενίοτε ποταμίσιο, βομβαρδισμός πάρτι, μπύρες ως μέσο αντικατάστασης οποιουδήποτε άλλου υδάτινου στοιχείου και συναυλίες κάθε πιθανού ή απίθανου συνδυασμού ονομάτων.

Οι τελευταίες μάλιστα έχουν ουκ ολίγες φορές αναδειχθεί στις σημαντικές μέρες ενός ανεμοδαρμένου ημερολογιακού μήνα, φλερτάροντας ανοικτά με τον κορεσμό. Πάντα όμως έρχεται κάτι διαφορετικό για να ανανεώσει το ενδιαφέρον μου να παραβρίσκομαι με άλλους, ενώ ταυτόχρονα η υποκειμενική αναζήτηση της όποιας συναισθηματικής φόρτισης να αγγίζει το κόκκινο. Μια τέτοιου είδους βραδιά ήταν αυτή στα γραφεία της Miasmah/Sonic Pieces όπου για να βρίσκομαι εκεί βοήθησε η θεά τύχη με τρία απλά φιλοδωρήματα : α. την ανακάλυψη της μουσικής του Erik K. Skodvin που είναι και ο ιθύνων νους της Miasmah β. την ανάδειξη του ως τον πιο φιλικό Σκανδιναβό που έχω γνωρίσει ποτέ (βάζω μέσα και τους τουρίστες) γ. την τέλεση του συναυλιακού μυστηρίου ακριβώς δίπλα από το μέρος όπου γράφονται τώρα αυτές οι γραμμές και αποκαλείται ως έλλειψη καταλληλότερου όρου ως σπίτι μου.

Ένα mail για την κράτηση της θέσης αρκούσε για να παραβρίσκομαι στον χώρο όπου θα γινόταν η ας πούμε συναυλία, ο οποίος τύχαινε να συμπληρώνει το μαγικό τρίπτυχο σπίτι, γραφείο, αίθουσα συνεστιάσεων. Αυτό βέβαια ήταν εμφανές καθώς στην είσοδο άφηνες αν ήθελες τα παπούτσια σου για να τα αντικαταστήσεις με ένα πλήθος παντοφλών που μάλλον το ζευγάρι των οικοδεσποτών τα είχε δανειστεί από κάποιο τζαμί παρακείμενης γειτονιάς. Μέσα τώρα, το σαλόνι-κουζίνα-λαϊβάδικο χωρούσε άνετα τριάντα άτομα, αν τον συγκρίνω με το πόσους χώραγε η τάξη του Λυκείου μου. Τον τόνο έδιναν τα κεράκια, ένας τοίχος με βινύλια και κάποιος που τα αγνοούσε έχοντας φέρει τα δικά του για να τα παίξει σε μια ένταση που δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από ένα γατίσιο γουργουρητό από το υπερπέραν (στην περίπτωση μας, ας το αποκαλέσουμε το διπλανό prive δωμάτιο). Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την γάτα που έκανε άλματα εις μήκος ολυμπιακών επιδόσεων με τις γραμμές να είναι τα καθισμένα πόδια μας, γίνεται ξεκάθαρο πως δεν ήταν μια νορμάλ συναυλία.

Νορμάλ με την γενική έννοια του όρου δεν ήταν και το κύριως μουσικό περιεχόμενο της βραδιάς, αν και μάλλον όποι@ και να έπαιζε η ζεστή ατμόσφαιρα ή το όλο ενδιαφέρον ποσώς θα άλλαζε. Ξεκίνημα με τον BJ Nilsen που έπαιξε ένα άκρως ενδιαφέρον περίπου σαραντάλεπτο πορώδες ambient, με ένα-δύο σημεία να έχουν το σημείο της ηχητικής έκπληξης. Ουσιαστικά αυτό που έκανε ήταν να παίξει πειράζοντας το υλικό της επικείμενης του κυκλοφορίας, κάνοντας την προσοχή όλων να κολλά στην μουσική καθ’αυτή κοιτώντας είτε το πάτωμα, είτε μια κοντινή πλάτη, είτε οτιδήποτε σχετικό με το φενγκ σούι του χώρου.

Στην συνέχεια ήρθαν οι Driftmachine που θα έδιναν μάλιστα την παρθενική τους συναυλία με την βοήθεια άπειρων καλωδίων και κουμπιών που παρήγαγαν ως εκ θαύματος μια μουσική. Η αλήθεια είναι πως ο όλος αυτοσχεδιασμός τους δεν οδηγούσε κάπου πέρα από την ανάπτυξη απλών ρυθμών ήπιας έντασης, οπότε μάλλον στο δισκογραφικό ντεμπούτο τους με αυτό το ηλεκτρονικό/dub ιδίωμα, μπορώ να πω πως τα είχαν καταφέρει καλύτερα.

Το τέλος μας βρήκε να περιμένουμε το χορτοφαγικό φαγητό να σερβιριστεί, την γάτα να μην καταδέχεται να συνομιλήσει με κανέναν και αντιθέτως τους μουσικούς να είναι ιδιαιτέρως φιλικοί και ευδιάθετοι κάνοντας το επόμενο εκεί συναυλιακό ραντεβού να μην χάνεται με τίποτα. Τρεις βδομάδες όμως στο Βερολίνο είναι πολλές για να αλλάξουν τα πάντα…από αυτούς που έχεις γείτονες, από το νοίκι που πληρώνεις, από τους συνάδελφους στην δουλειά, μέχρι τον τόπο διαμονής των φίλων σου. Οπότε μέχρι τότε βλέπουμε.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Du bist kein Berliner

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να σου ξαναμουτζουρώσω τις σχεδόν κατάλευκες σου σελίδες. Για την ακρίβεια, αυτές οι γαλανές γραμμές σε συστοιχία προβάλλουν μια άτυπη προστακτική που μεταδίδουν στον γράφοντα ένα άγχος. Αν υπολογίσουμε και την πάλη να γεφυρωθεί η χαώδης διαφορά μεταξύ της καλλιγραφίας και των ορνιθοσκαλισμάτων, τότε το έργο που έχει να πράξει το συνήθως δεξί χέρι φαντάζει τιτάνιο.

Αυτά όλα βέβαια στη φαντασία, εκεί δηλαδή που αρχίζουν όλα, γιατί στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο αυτό χέρι που επιλέγει να βάλει στη σωστή σειρά λέξεις και ιδέες έχει ξεθαρρέψει αρκετά με το πέρασμα του χρόνου. Έγραψε για το κρύο εδώ στον Βορρά, για τις συναυλίες, για τον αόρατο έλεγχο της σύγχρονης αυτής πρωτεύουσας και διάφορα άλλα σχεδόν ασήμαντα που ίσως προκαλούν εντύπωση μόνο σε κάποιον ξένο που θέλει να πάψουν να τον αντιμετωπίζουν ως τέτοιον. Αυτό το τελευταίο λοιπόν συναίσθημα είναι κάτι που, αν και εμφανίστηκε από την πρώτη στιγμή, παρέμενε θολό και αδιευκρίνιστο. Ο κύριος λόγος ήταν πως μιλάμε για ένα προφανές γεγονός. Είμαι ξένος, δεν είμαι από εδώ και όσο φιλόξενη κι αν είναι αυτή η πόλη θα μ’ αντιμετωπίσει ως ξένο. Βέβαια χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε πως η έννοια του ξένου έχει αρκετές υποστάσεις που τείνουν να διαφοροποιούν εντελώς το νόημά της. Άλλο αυτός που έρχεται από άλλα βόρεια κράτη για καριέρα, άλλο ο ξένος που έρχεται από τα νότια γιατί σκόνταψε σε αδιέξοδα και άλλο αυτός που άφησε ρημαγμένη γη πίσω του και έπαιξε το κεφάλι του για να φτάσει εδώ. Όλοι ξένοι είναι βέβαια και σίγουρα υπάρχουν κάποια ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά, αν και με μόνο μία πρόχειρη ταξική ματιά οι διαφορές μεταξύ τους είναι τεράστιες.

Για αυτές τις διαφορές χρειάζεται αρκετή ανάλυση, που δεν είναι της ώρας, ώστε να μην αναφερθούν χιλιοειπωμένα λόγια που συνήθως δεν οδηγούν και πουθενά. Αυτή όμως η ομοιότητα των ξένων εν τέλει δεν οφείλεται στους ίδιους, αλλά στο πώς τους βλέπουν οι ντόπιοι. Ακούγεται αστείο να μιλάμε πάντως για ξένους και ντόπιους την στιγμή που στους δρόμους της πόλης αυτής ακούς ένα κάρο άγνωστες γλώσσες που δεν οφείλονται μόνο σε τουρίστες οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αφθονούν κάθε εποχή. Πώς να νιώσεις από την πλευρά σου πως είσαι κάπου μακριά, όταν δεν ακούς μόνο μία κυρίαρχη γλώσσα γύρω σου και όταν και η μητρική σου συχνά φαντάζει σαν να σε ακολουθεί από πίσω, χωρίς να καταλαβαίνουν οι φορείς της ότι τους καταλαβαίνεις; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η δεκτικότητα των κατοίκων απέναντι στον άλλον φαντάζει δεδομένη. Στον μη αυτόχθονα εξάλλου χρωστά αυτή η πόλη το ξαναχτίσιμο της από την αρχή καθώς και την ανάδειξη του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, για τον οποίο τόσο υπερηφανεύεται. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σε βοηθάνε στον δρόμο αν δείχνεις χαμένος, σου προσφέρουν ορισμένα δικαιώματα ως πολιτογραφημένου κάτοικου της Ε.Ε., σου ενοικιάζουν τον προσωπικό τους χώρο, σου χαμογελάνε χωρίς να κρύβουν κάτι, σου αφήνουν προσωπικό χώρο κ.α. Η πρώτη όμως ερώτηση πάντα έρχεται να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά…”Πόσο σκέφτεσαι να κάτσεις στην πόλη;” Φαντάζει αρχικά κάπως δικαιολογημένη αυτή η επιμονή στην συγκεκριμένη ερώτηση από την πλευρά τους, καθώς σίγουρα θα έχουν δει αρκετό κόσμο να περνά για λίγο και να φεύγει για άλλες πολιτείες, ίσως αναρχικές. Μήπως αυτό όμως το συμπέρασμα αποτελεί την εύκολη δικαιολογία, ώστε να σε βλέπουν a priori ως έναν περαστικό από την πόλη, άρα όχι ισότιμο με αυτούς; Εδώ δεν μιλάμε για μέρη που η ξενοφοβία είναι υπαρκτή, π.χ. ορισμένα προάστια της πόλης, αλλά για το κέντρο και τις γειτονιές που χαρακτηρίζονται προοδευτικές. Εκεί είναι που θα δεις τύπους με μπλουζάκια που γράφουν Du bist kein Berliner (δεν είσαι Βερολινέζος) ή αυτοκόλλητα με το έξυπνο αλλά προβληματικό Berlin doesn’t love you. Ή θα διαβάσεις με μαρκαδόρο γραμμένο “Ισπανοί, Άγγλοι, ή απ’ οπουδήποτε στο διάολο έχετε έρθει, πίσω στην κόλαση από όπου ήρθατε”. Άνετα αυτές οι επιθετικές φράσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάργα ξενοφοβικές, καθώς δεν εστιάζουν πουθενά (γιάπιδες, hipsters κλπ), παρά μόνο σε αυτ@ που ενίοτε έρχονται να διεκδικήσουν περισσότερο χώρο από όσο αρχικά τους αναλογεί.

Η πόλη αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι θα φανταζόταν κανείς αλλά ακόμη και οι ρακοσυλλέκτες, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι, σίγουρα γνωρίζουν πως επωφελούνται από όλους αυτούς που συρρέουν από όλα τα μέρη του κόσμου στην πόλη αυτή. Όπως γνωρίζουν όλοι πως τα νοίκια δεν ανεβαίνουν μόνο από τα μεσιτικά γραφεία και τις τράπεζες που αγοράζουν σωρηδόν φιλέτα, αλλά και από τον καθένα και την καθεμιά που υπενοικιάζει ένα δωμάτιο ζητώντας εξωφρενικά ποσά. Εξάλλου οι περισσότερ@ από εμάς, τη δεύτερη κατηγορία έχουμε να συναντήσουμε την πρώτη περίοδο που ερχόμαστε εδώ. Δεν φέρνει όμως λίγο η ρήση, ότι έρχονται απ’ έξω και ανεβάζουν τα νοίκια, ότι φταίνε οι μη Βερολινέζοι (πχ οι επενδυτές από τη Δυτική Γερμανία) για τη γρήγορη και βίαιη μεταμόρφωση της πόλης, σε έναν υφέρποντα ρατσισμό; Αν το συμπέρασμα φαντάζει υπερβολικό, είναι γιατί σε έναν εξωτερικό παρατηρητή όλα φαντάζουν αγγελικά πλασμένα. Όσο όμως προσεγγίζεις τον πυρήνα τους, αντιλαμβάνεσαι πως διαχωρισμοί υπάρχουν ακόμη κι εκεί που δεν το φανταζόσουν.

Αν επρόκειτο για ένα αίσθημα ανωτερότητας των ημεδαπών απέναντι στους υπόλοιπους, θα ήταν πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Αυτό που υπάρχει είναι ένας διάχυτος φόβος μην τυχόν χαθεί ο έλεγχος και γεννηθούν καταστάσεις που δεν έχουν προβλεφθεί. Οι οδηγίες εξάλλου σε κάθε δημόσιο χώρο, αναφέρονται αποκλειστικά στο τι να μην κάνεις και όχι στο τι επιτρέπεται. Στήνεται δηλαδή ένα πλαίσιο αυστηρών κανόνων, διαφορετικών μεταξύ τους αλλά της ίδιας λογικής, από την αστυνομία μέχρι σ’ έναν συναυλιακό χώρο ή σε ένα WG (ΒεΓκέ, συγκατοίκηση που μένουν συνήθως πάνω από δύο άτομα), που στοχεύουν στην τήρηση της τάξης. Όταν συμβαίνει οι κανόνες να καταρρίπτονται από αυτούς που τους ορίζουν, φανερώνεται η όποια ιεραρχία ως ευάλωτη και ηλίθια. Για παράδειγμα το να θεωρεί άξιο έντονου παραπόνου ένας άστεγος το γεγονός πως περνάς με το ποδήλατο ένα κόκκινο φανάρι πεζών, ενώ ο δρόμος είναι εντελώς άδειος, αφορά την τήρηση και μόνο μιας τάξης και όχι την ασφάλεια κανενός.

Εφαρμόζεται ολοκληρωτικά αυτό το παραπάνω μοντέλο; Σαφώς όχι. Η πόλη πρέπει να παραμείνει χοάνη πολιτισμών, γιατί είναι αυτό που πουλάει καλύτερα, όπως επίσης η παραπάνω κατάσταση δεν αφορά καθολικά όλους τους κατοίκους της πόλης. Θα καταφέρει το Βερολίνο να συντηρήσει την πρότερη γοητεία του; Άγνωστο. Εμείς τι κάνουμε εδώ; Μαθαίνουμε να μιλάμε ξένες γλώσσες για να επικοινωνήσουμε με άτομα που ούτε φανταζόμασταν πως υπάρχουν. Να ανακαλύψουμε πτυχές της καθημερινότητας που αγνοούσαμε στο προηγούμενο περιβάλλον που ζούσαμε. Ριζώνοντας εν τέλει κάπου, αποβάλλοντας όμως κάθε έννοια που να θυμίζει πατρίδα. Αυτός είναι ο στόχος.

Μπάμπης Κολτράνης

Man, Berliner Or Astroman?

Συνηθίζεται να λέγεται πως σε ένα ημερολόγιο γεμίζουν οι σελίδες, όταν αυτά που συμβαίνουν στον γράφοντα έχουν από προβληματικό έως τραυματικό χαρακτήρα. Μιλάμε για εκείνα τα ημερολόγια που δεν είναι με αποξηραμένα λουλούδια, μουτζούρες και ποιητικές ατάκες του δρόμου γεμάτα, αλλά για αυτά που έχουν σειρά κενών σελίδων η οποία διακόπτεται από σημεία πυκνογραμμένων σκέψεων που συνήθως τις διαβάζεις στο τέλος του χρόνου και απορείς με αυτές. Η απαρίθμηση των γεγονότων χάνει την τακτικότητα της, η ίδια δεν βοηθά τη μνήμη και μερικές φορές, για να μην πούμε πάντα, το τι έχει γραφτεί, το τι έχει συμβεί και τι ακριβώς θυμάσαι αποτελούν τρία διαφορετικά στοιχεία που εν τέλει θα συγκρουστούν μεταξύ τους για να συνθέσουν τον απολογισμό της χρονιάς μετά και το τέλος των σελίδων.

Η αλήθεια είναι πως ζώντας σε ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον, από μόνο του ως γεγονός αποτελεί κάτι το μυστήριο που θέλεις να αποτυπώσεις κάπου τις εντυπώσεις σου για αυτό. Άρα ξεπερνιέται ο σκόπελος του να ωθείται το χέρι μόνο από πράξεις αυτομαστιγώματος προς χάριν των προσωπικών και όχι μόνο κακώς κειμένων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλα εδώ κυλάνε σαν μια ταινία, όπου στο τέλος του πρώτου κύκλου έχεις δει πως, πέρα από μικρούς αυτοσχεδιασμούς, έπαιξες τον ρόλο σου πιστά, σχεδόν πειστικά. Αυτόν του σκληρού εργαζόμενου, του σπαστικού συγκάτοικου, του μέτριου έως καλού μαθητή στα Γερμανικά, του ποδηλάτη χωρίς τον Φάμελλο και του φανατικού οπαδού της μουσικής. Όλα αυτά δεν έχουν μουντό χρώμα, απλά είναι εκεί και συνθέτουν ένα χρονικό διάστημα που φαντάζει γεμάτο μόνο όταν κλείνει ένας κύκλος.

Ο κύκλος αυτός λέγεται πρώτη χρονιά στα ξένα και κλείνει με μια επιστροφή στο μέρος όπου υπήρξε η φυσική και εγκεφαλική αφετηρία όλων αυτών. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι κάτι που και να μην θες κάθεσαι να το καταγράψεις, έστω ορισμένα σημεία τουΌπως για παράδειγμα να μην αισθάνεσαι σαν ούφο που πετυχαίνει τους συγχωριανούς του όταν αντικρίζει Έλληνες από τα δέκα μέτρα, όταν ακούει “την πιο όμορφη γλώσσα του κόσμου”, την οποία τελικά κανείς δεν τη θεωρεί ως τέτοια εκτός από αυτούς που την μιλούν, ή όταν βλέπει αφίσες ελληνικών μουσικών σχημάτων που χωρίς κανένα ιδιαίτερο μουσικό λόγο καταφθάνουν στο Βερολίνο για να κατακτήσουν με τον νου τους το Σύμπαν.

Επίσης επέρχεται μια σύντομη παύση στη συνήθεια που έγινε λατρεία, δηλαδή το να πηγαίνεις σε μια συναυλία π.χ. και να μην ξέρεις καμία φάτσα εκεί πέρα. Το αντίθετο της προηγούμενης κατάστασης ίσως και να είναι ένα δείγμα πως μπαίνεις με αργά βήματα στη ζωή μιας πόλης, όταν για παράδειγμα συναντάς τυχαία ή μη γνωστούς ή φίλους σε ένα happening. Λοιπόν, πλέον για ένα όχι και τόσο σύντομο διάστημα ξαναμπαίνω στο κλίμα να ξέρεις τους μισούς εκεί που γυρνάς τις νύχτες (όπως κάνει ο Αντύπας για να μην τρελαθεί). Εκεί που σου φαίνεται χαζό να πιάνεις τον εαυτό σου να τραγουδά κανένα λαϊκό της προκοπής. Εκεί που σου φαίνεται κουλό να δεις μπάντες όπως οι Man Or Astroman?, Radioactivity, Slackers, Russian Circles και Chelsea Wolfe μια απλή καθημερινή ημέρα.    Επιστροφή λοιπόν στο μέρος όπου όλα κυλάνε γρήγορα χωρίς να προχωράνε, όλ@ φωνάζουν χωρίς να ακούγονται και όλα μπορούν να γίνουν τόσο ενοχλητικά που στο τέλος να τα απολαμβάνεις με έναν ιδιαίτερο σαδομαζοχιστικό τρόπο. Athens without answers που λένε και οι Ruined Families.

 

Μπάμπης Κολτράνης