Όταν σε καλούν σπίτι τους για μια συναυλία

Οι σκέψεις είναι σαν ένα κέικ στον φούρνο. Ας περάσει λοιπόν ο ακριβής χρόνος που χρειάζεται μέχρι να φουσκώσει όσο πρέπει και ας επικεντρωθώ στα δευτερεύοντα πράγματα που μπορείς να ασχοληθείς στην βερολινέζικη σου καθημερινότητα, τα οποία τυγχάνουν μερικές φορές να αναδεικνύονται χάρις των υπαρξιακών αναζητήσεων στο κενό, σε κύρια. Δεν νομίζω πάντως να διαμαρτυρήθηκε κανείς πως αυτά δεν βρειθούν εδώ. Υπάρχουν για όλ@ς βόλτες σε φόντο πράσινο και ενίοτε ποταμίσιο, βομβαρδισμός πάρτι, μπύρες ως μέσο αντικατάστασης οποιουδήποτε άλλου υδάτινου στοιχείου και συναυλίες κάθε πιθανού ή απίθανου συνδυασμού ονομάτων.

Οι τελευταίες μάλιστα έχουν ουκ ολίγες φορές αναδειχθεί στις σημαντικές μέρες ενός ανεμοδαρμένου ημερολογιακού μήνα, φλερτάροντας ανοικτά με τον κορεσμό. Πάντα όμως έρχεται κάτι διαφορετικό για να ανανεώσει το ενδιαφέρον μου να παραβρίσκομαι με άλλους, ενώ ταυτόχρονα η υποκειμενική αναζήτηση της όποιας συναισθηματικής φόρτισης να αγγίζει το κόκκινο. Μια τέτοιου είδους βραδιά ήταν αυτή στα γραφεία της Miasmah/Sonic Pieces όπου για να βρίσκομαι εκεί βοήθησε η θεά τύχη με τρία απλά φιλοδωρήματα : α. την ανακάλυψη της μουσικής του Erik K. Skodvin που είναι και ο ιθύνων νους της Miasmah β. την ανάδειξη του ως τον πιο φιλικό Σκανδιναβό που έχω γνωρίσει ποτέ (βάζω μέσα και τους τουρίστες) γ. την τέλεση του συναυλιακού μυστηρίου ακριβώς δίπλα από το μέρος όπου γράφονται τώρα αυτές οι γραμμές και αποκαλείται ως έλλειψη καταλληλότερου όρου ως σπίτι μου.

Ένα mail για την κράτηση της θέσης αρκούσε για να παραβρίσκομαι στον χώρο όπου θα γινόταν η ας πούμε συναυλία, ο οποίος τύχαινε να συμπληρώνει το μαγικό τρίπτυχο σπίτι, γραφείο, αίθουσα συνεστιάσεων. Αυτό βέβαια ήταν εμφανές καθώς στην είσοδο άφηνες αν ήθελες τα παπούτσια σου για να τα αντικαταστήσεις με ένα πλήθος παντοφλών που μάλλον το ζευγάρι των οικοδεσποτών τα είχε δανειστεί από κάποιο τζαμί παρακείμενης γειτονιάς. Μέσα τώρα, το σαλόνι-κουζίνα-λαϊβάδικο χωρούσε άνετα τριάντα άτομα, αν τον συγκρίνω με το πόσους χώραγε η τάξη του Λυκείου μου. Τον τόνο έδιναν τα κεράκια, ένας τοίχος με βινύλια και κάποιος που τα αγνοούσε έχοντας φέρει τα δικά του για να τα παίξει σε μια ένταση που δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από ένα γατίσιο γουργουρητό από το υπερπέραν (στην περίπτωση μας, ας το αποκαλέσουμε το διπλανό prive δωμάτιο). Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την γάτα που έκανε άλματα εις μήκος ολυμπιακών επιδόσεων με τις γραμμές να είναι τα καθισμένα πόδια μας, γίνεται ξεκάθαρο πως δεν ήταν μια νορμάλ συναυλία.

Νορμάλ με την γενική έννοια του όρου δεν ήταν και το κύριως μουσικό περιεχόμενο της βραδιάς, αν και μάλλον όποι@ και να έπαιζε η ζεστή ατμόσφαιρα ή το όλο ενδιαφέρον ποσώς θα άλλαζε. Ξεκίνημα με τον BJ Nilsen που έπαιξε ένα άκρως ενδιαφέρον περίπου σαραντάλεπτο πορώδες ambient, με ένα-δύο σημεία να έχουν το σημείο της ηχητικής έκπληξης. Ουσιαστικά αυτό που έκανε ήταν να παίξει πειράζοντας το υλικό της επικείμενης του κυκλοφορίας, κάνοντας την προσοχή όλων να κολλά στην μουσική καθ’αυτή κοιτώντας είτε το πάτωμα, είτε μια κοντινή πλάτη, είτε οτιδήποτε σχετικό με το φενγκ σούι του χώρου.

Στην συνέχεια ήρθαν οι Driftmachine που θα έδιναν μάλιστα την παρθενική τους συναυλία με την βοήθεια άπειρων καλωδίων και κουμπιών που παρήγαγαν ως εκ θαύματος μια μουσική. Η αλήθεια είναι πως ο όλος αυτοσχεδιασμός τους δεν οδηγούσε κάπου πέρα από την ανάπτυξη απλών ρυθμών ήπιας έντασης, οπότε μάλλον στο δισκογραφικό ντεμπούτο τους με αυτό το ηλεκτρονικό/dub ιδίωμα, μπορώ να πω πως τα είχαν καταφέρει καλύτερα.

Το τέλος μας βρήκε να περιμένουμε το χορτοφαγικό φαγητό να σερβιριστεί, την γάτα να μην καταδέχεται να συνομιλήσει με κανέναν και αντιθέτως τους μουσικούς να είναι ιδιαιτέρως φιλικοί και ευδιάθετοι κάνοντας το επόμενο εκεί συναυλιακό ραντεβού να μην χάνεται με τίποτα. Τρεις βδομάδες όμως στο Βερολίνο είναι πολλές για να αλλάξουν τα πάντα…από αυτούς που έχεις γείτονες, από το νοίκι που πληρώνεις, από τους συνάδελφους στην δουλειά, μέχρι τον τόπο διαμονής των φίλων σου. Οπότε μέχρι τότε βλέπουμε.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Du bist kein Berliner

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να σου ξαναμουτζουρώσω τις σχεδόν κατάλευκες σου σελίδες. Για την ακρίβεια, αυτές οι γαλανές γραμμές σε συστοιχία προβάλλουν μια άτυπη προστακτική που μεταδίδουν στον γράφοντα ένα άγχος. Αν υπολογίσουμε και την πάλη να γεφυρωθεί η χαώδης διαφορά μεταξύ της καλλιγραφίας και των ορνιθοσκαλισμάτων, τότε το έργο που έχει να πράξει το συνήθως δεξί χέρι φαντάζει τιτάνιο.

Αυτά όλα βέβαια στη φαντασία, εκεί δηλαδή που αρχίζουν όλα, γιατί στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο αυτό χέρι που επιλέγει να βάλει στη σωστή σειρά λέξεις και ιδέες έχει ξεθαρρέψει αρκετά με το πέρασμα του χρόνου. Έγραψε για το κρύο εδώ στον Βορρά, για τις συναυλίες, για τον αόρατο έλεγχο της σύγχρονης αυτής πρωτεύουσας και διάφορα άλλα σχεδόν ασήμαντα που ίσως προκαλούν εντύπωση μόνο σε κάποιον ξένο που θέλει να πάψουν να τον αντιμετωπίζουν ως τέτοιον. Αυτό το τελευταίο λοιπόν συναίσθημα είναι κάτι που, αν και εμφανίστηκε από την πρώτη στιγμή, παρέμενε θολό και αδιευκρίνιστο. Ο κύριος λόγος ήταν πως μιλάμε για ένα προφανές γεγονός. Είμαι ξένος, δεν είμαι από εδώ και όσο φιλόξενη κι αν είναι αυτή η πόλη θα μ’ αντιμετωπίσει ως ξένο. Βέβαια χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε πως η έννοια του ξένου έχει αρκετές υποστάσεις που τείνουν να διαφοροποιούν εντελώς το νόημά της. Άλλο αυτός που έρχεται από άλλα βόρεια κράτη για καριέρα, άλλο ο ξένος που έρχεται από τα νότια γιατί σκόνταψε σε αδιέξοδα και άλλο αυτός που άφησε ρημαγμένη γη πίσω του και έπαιξε το κεφάλι του για να φτάσει εδώ. Όλοι ξένοι είναι βέβαια και σίγουρα υπάρχουν κάποια ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά, αν και με μόνο μία πρόχειρη ταξική ματιά οι διαφορές μεταξύ τους είναι τεράστιες.

Για αυτές τις διαφορές χρειάζεται αρκετή ανάλυση, που δεν είναι της ώρας, ώστε να μην αναφερθούν χιλιοειπωμένα λόγια που συνήθως δεν οδηγούν και πουθενά. Αυτή όμως η ομοιότητα των ξένων εν τέλει δεν οφείλεται στους ίδιους, αλλά στο πώς τους βλέπουν οι ντόπιοι. Ακούγεται αστείο να μιλάμε πάντως για ξένους και ντόπιους την στιγμή που στους δρόμους της πόλης αυτής ακούς ένα κάρο άγνωστες γλώσσες που δεν οφείλονται μόνο σε τουρίστες οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αφθονούν κάθε εποχή. Πώς να νιώσεις από την πλευρά σου πως είσαι κάπου μακριά, όταν δεν ακούς μόνο μία κυρίαρχη γλώσσα γύρω σου και όταν και η μητρική σου συχνά φαντάζει σαν να σε ακολουθεί από πίσω, χωρίς να καταλαβαίνουν οι φορείς της ότι τους καταλαβαίνεις; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η δεκτικότητα των κατοίκων απέναντι στον άλλον φαντάζει δεδομένη. Στον μη αυτόχθονα εξάλλου χρωστά αυτή η πόλη το ξαναχτίσιμο της από την αρχή καθώς και την ανάδειξη του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, για τον οποίο τόσο υπερηφανεύεται. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σε βοηθάνε στον δρόμο αν δείχνεις χαμένος, σου προσφέρουν ορισμένα δικαιώματα ως πολιτογραφημένου κάτοικου της Ε.Ε., σου ενοικιάζουν τον προσωπικό τους χώρο, σου χαμογελάνε χωρίς να κρύβουν κάτι, σου αφήνουν προσωπικό χώρο κ.α. Η πρώτη όμως ερώτηση πάντα έρχεται να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά…”Πόσο σκέφτεσαι να κάτσεις στην πόλη;” Φαντάζει αρχικά κάπως δικαιολογημένη αυτή η επιμονή στην συγκεκριμένη ερώτηση από την πλευρά τους, καθώς σίγουρα θα έχουν δει αρκετό κόσμο να περνά για λίγο και να φεύγει για άλλες πολιτείες, ίσως αναρχικές. Μήπως αυτό όμως το συμπέρασμα αποτελεί την εύκολη δικαιολογία, ώστε να σε βλέπουν a priori ως έναν περαστικό από την πόλη, άρα όχι ισότιμο με αυτούς; Εδώ δεν μιλάμε για μέρη που η ξενοφοβία είναι υπαρκτή, π.χ. ορισμένα προάστια της πόλης, αλλά για το κέντρο και τις γειτονιές που χαρακτηρίζονται προοδευτικές. Εκεί είναι που θα δεις τύπους με μπλουζάκια που γράφουν Du bist kein Berliner (δεν είσαι Βερολινέζος) ή αυτοκόλλητα με το έξυπνο αλλά προβληματικό Berlin doesn’t love you. Ή θα διαβάσεις με μαρκαδόρο γραμμένο “Ισπανοί, Άγγλοι, ή απ’ οπουδήποτε στο διάολο έχετε έρθει, πίσω στην κόλαση από όπου ήρθατε”. Άνετα αυτές οι επιθετικές φράσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάργα ξενοφοβικές, καθώς δεν εστιάζουν πουθενά (γιάπιδες, hipsters κλπ), παρά μόνο σε αυτ@ που ενίοτε έρχονται να διεκδικήσουν περισσότερο χώρο από όσο αρχικά τους αναλογεί.

Η πόλη αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι θα φανταζόταν κανείς αλλά ακόμη και οι ρακοσυλλέκτες, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι, σίγουρα γνωρίζουν πως επωφελούνται από όλους αυτούς που συρρέουν από όλα τα μέρη του κόσμου στην πόλη αυτή. Όπως γνωρίζουν όλοι πως τα νοίκια δεν ανεβαίνουν μόνο από τα μεσιτικά γραφεία και τις τράπεζες που αγοράζουν σωρηδόν φιλέτα, αλλά και από τον καθένα και την καθεμιά που υπενοικιάζει ένα δωμάτιο ζητώντας εξωφρενικά ποσά. Εξάλλου οι περισσότερ@ από εμάς, τη δεύτερη κατηγορία έχουμε να συναντήσουμε την πρώτη περίοδο που ερχόμαστε εδώ. Δεν φέρνει όμως λίγο η ρήση, ότι έρχονται απ’ έξω και ανεβάζουν τα νοίκια, ότι φταίνε οι μη Βερολινέζοι (πχ οι επενδυτές από τη Δυτική Γερμανία) για τη γρήγορη και βίαιη μεταμόρφωση της πόλης, σε έναν υφέρποντα ρατσισμό; Αν το συμπέρασμα φαντάζει υπερβολικό, είναι γιατί σε έναν εξωτερικό παρατηρητή όλα φαντάζουν αγγελικά πλασμένα. Όσο όμως προσεγγίζεις τον πυρήνα τους, αντιλαμβάνεσαι πως διαχωρισμοί υπάρχουν ακόμη κι εκεί που δεν το φανταζόσουν.

Αν επρόκειτο για ένα αίσθημα ανωτερότητας των ημεδαπών απέναντι στους υπόλοιπους, θα ήταν πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Αυτό που υπάρχει είναι ένας διάχυτος φόβος μην τυχόν χαθεί ο έλεγχος και γεννηθούν καταστάσεις που δεν έχουν προβλεφθεί. Οι οδηγίες εξάλλου σε κάθε δημόσιο χώρο, αναφέρονται αποκλειστικά στο τι να μην κάνεις και όχι στο τι επιτρέπεται. Στήνεται δηλαδή ένα πλαίσιο αυστηρών κανόνων, διαφορετικών μεταξύ τους αλλά της ίδιας λογικής, από την αστυνομία μέχρι σ’ έναν συναυλιακό χώρο ή σε ένα WG (ΒεΓκέ, συγκατοίκηση που μένουν συνήθως πάνω από δύο άτομα), που στοχεύουν στην τήρηση της τάξης. Όταν συμβαίνει οι κανόνες να καταρρίπτονται από αυτούς που τους ορίζουν, φανερώνεται η όποια ιεραρχία ως ευάλωτη και ηλίθια. Για παράδειγμα το να θεωρεί άξιο έντονου παραπόνου ένας άστεγος το γεγονός πως περνάς με το ποδήλατο ένα κόκκινο φανάρι πεζών, ενώ ο δρόμος είναι εντελώς άδειος, αφορά την τήρηση και μόνο μιας τάξης και όχι την ασφάλεια κανενός.

Εφαρμόζεται ολοκληρωτικά αυτό το παραπάνω μοντέλο; Σαφώς όχι. Η πόλη πρέπει να παραμείνει χοάνη πολιτισμών, γιατί είναι αυτό που πουλάει καλύτερα, όπως επίσης η παραπάνω κατάσταση δεν αφορά καθολικά όλους τους κατοίκους της πόλης. Θα καταφέρει το Βερολίνο να συντηρήσει την πρότερη γοητεία του; Άγνωστο. Εμείς τι κάνουμε εδώ; Μαθαίνουμε να μιλάμε ξένες γλώσσες για να επικοινωνήσουμε με άτομα που ούτε φανταζόμασταν πως υπάρχουν. Να ανακαλύψουμε πτυχές της καθημερινότητας που αγνοούσαμε στο προηγούμενο περιβάλλον που ζούσαμε. Ριζώνοντας εν τέλει κάπου, αποβάλλοντας όμως κάθε έννοια που να θυμίζει πατρίδα. Αυτός είναι ο στόχος.

Μπάμπης Κολτράνης

Man, Berliner Or Astroman?

Συνηθίζεται να λέγεται πως σε ένα ημερολόγιο γεμίζουν οι σελίδες, όταν αυτά που συμβαίνουν στον γράφοντα έχουν από προβληματικό έως τραυματικό χαρακτήρα. Μιλάμε για εκείνα τα ημερολόγια που δεν είναι με αποξηραμένα λουλούδια, μουτζούρες και ποιητικές ατάκες του δρόμου γεμάτα, αλλά για αυτά που έχουν σειρά κενών σελίδων η οποία διακόπτεται από σημεία πυκνογραμμένων σκέψεων που συνήθως τις διαβάζεις στο τέλος του χρόνου και απορείς με αυτές. Η απαρίθμηση των γεγονότων χάνει την τακτικότητα της, η ίδια δεν βοηθά τη μνήμη και μερικές φορές, για να μην πούμε πάντα, το τι έχει γραφτεί, το τι έχει συμβεί και τι ακριβώς θυμάσαι αποτελούν τρία διαφορετικά στοιχεία που εν τέλει θα συγκρουστούν μεταξύ τους για να συνθέσουν τον απολογισμό της χρονιάς μετά και το τέλος των σελίδων.

Η αλήθεια είναι πως ζώντας σε ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον, από μόνο του ως γεγονός αποτελεί κάτι το μυστήριο που θέλεις να αποτυπώσεις κάπου τις εντυπώσεις σου για αυτό. Άρα ξεπερνιέται ο σκόπελος του να ωθείται το χέρι μόνο από πράξεις αυτομαστιγώματος προς χάριν των προσωπικών και όχι μόνο κακώς κειμένων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλα εδώ κυλάνε σαν μια ταινία, όπου στο τέλος του πρώτου κύκλου έχεις δει πως, πέρα από μικρούς αυτοσχεδιασμούς, έπαιξες τον ρόλο σου πιστά, σχεδόν πειστικά. Αυτόν του σκληρού εργαζόμενου, του σπαστικού συγκάτοικου, του μέτριου έως καλού μαθητή στα Γερμανικά, του ποδηλάτη χωρίς τον Φάμελλο και του φανατικού οπαδού της μουσικής. Όλα αυτά δεν έχουν μουντό χρώμα, απλά είναι εκεί και συνθέτουν ένα χρονικό διάστημα που φαντάζει γεμάτο μόνο όταν κλείνει ένας κύκλος.

Ο κύκλος αυτός λέγεται πρώτη χρονιά στα ξένα και κλείνει με μια επιστροφή στο μέρος όπου υπήρξε η φυσική και εγκεφαλική αφετηρία όλων αυτών. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι κάτι που και να μην θες κάθεσαι να το καταγράψεις, έστω ορισμένα σημεία τουΌπως για παράδειγμα να μην αισθάνεσαι σαν ούφο που πετυχαίνει τους συγχωριανούς του όταν αντικρίζει Έλληνες από τα δέκα μέτρα, όταν ακούει “την πιο όμορφη γλώσσα του κόσμου”, την οποία τελικά κανείς δεν τη θεωρεί ως τέτοια εκτός από αυτούς που την μιλούν, ή όταν βλέπει αφίσες ελληνικών μουσικών σχημάτων που χωρίς κανένα ιδιαίτερο μουσικό λόγο καταφθάνουν στο Βερολίνο για να κατακτήσουν με τον νου τους το Σύμπαν.

Επίσης επέρχεται μια σύντομη παύση στη συνήθεια που έγινε λατρεία, δηλαδή το να πηγαίνεις σε μια συναυλία π.χ. και να μην ξέρεις καμία φάτσα εκεί πέρα. Το αντίθετο της προηγούμενης κατάστασης ίσως και να είναι ένα δείγμα πως μπαίνεις με αργά βήματα στη ζωή μιας πόλης, όταν για παράδειγμα συναντάς τυχαία ή μη γνωστούς ή φίλους σε ένα happening. Λοιπόν, πλέον για ένα όχι και τόσο σύντομο διάστημα ξαναμπαίνω στο κλίμα να ξέρεις τους μισούς εκεί που γυρνάς τις νύχτες (όπως κάνει ο Αντύπας για να μην τρελαθεί). Εκεί που σου φαίνεται χαζό να πιάνεις τον εαυτό σου να τραγουδά κανένα λαϊκό της προκοπής. Εκεί που σου φαίνεται κουλό να δεις μπάντες όπως οι Man Or Astroman?, Radioactivity, Slackers, Russian Circles και Chelsea Wolfe μια απλή καθημερινή ημέρα.    Επιστροφή λοιπόν στο μέρος όπου όλα κυλάνε γρήγορα χωρίς να προχωράνε, όλ@ φωνάζουν χωρίς να ακούγονται και όλα μπορούν να γίνουν τόσο ενοχλητικά που στο τέλος να τα απολαμβάνεις με έναν ιδιαίτερο σαδομαζοχιστικό τρόπο. Athens without answers που λένε και οι Ruined Families.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Για την αποκατάσταση του γκρίζου

Είπα σήμερα να βγω, καθώς καλοκαίριασε και δεν έχει πια νόημα να παριστάνω ότι έχω έρθει στην αφιλόξενη και κρύα ξενιτιά με κατεβασμένες τις κουρτίνες και ντυμένος με μια μονόχρωμη αυτοσχέδια πυτζάμα. Έξω κάπως άδειασε η πόλη, καθώς είναι ο μήνας που δεν έχει μπάλα και σχολεία, άρα ουσιαστικά τίποτα για να κρατά μακριά τους Βερολινέζους από τις κοντινές λίμνες, τις ισπανικές ακρογιαλιές και τα ελληνικά νησιά. Τελικά είναι μύθος ότι ο ήλιος δεν μαυρίζει εδώ το δέρμα. Απλώς δεν συνηθίζει να βγαίνει για σερί ώρες, ώστε πραγματικά να μας λείπει και να μην τον βαριόμαστε ποτέ, όταν το θυμάται και εμφανίζεται. Ακόμη κι έτσι τα αμέτρητα τατού που παρελαύνουν γύρω σου χρειάζονται αλήθεια μια παραπάνω φροντίδα και προδέρμ, καλού κακού.

Ορκίζομαι πάντως να μην ξαναπώ κακή κουβέντα για Βόρειους τουρίστες που αρέσκονται να πίνουν μπόμπες ποτά και να τρώνε τυποποιημένα φαγητά στο Αιγαίο νομίζοντας πως τα έφτιαξε η γιαγιούλα που τους χαιρετά στην είσοδο της ταβέρνας. Με τέτοιο κρύο που τραβάνε παραπάνω από το μισό του κάθε έτους, τους δικαιολογώ για τον ενθουσιασμό και την ανοχή που δείχνουν, όταν και έρχονται σε επαφή με ό,τι τους προσφέρει σχετικά φτηνά για αυτούς η νοτιοβαλκανική γη. Εμένα από την άλλη δεν μου λείπει τίποτα πέρα από κάνα δύο φαγητά και κάτι παραπάνω αστεία με φίλους και δικούς μου ανθρώπους. Ας δω επιτέλους πως είναι ένα καλοκαίρι χωρίς καλοκαίρι μία φορά κι εγώ.

Πάντως το τι κυκλοφορεί έξω δεν λέγεται και μάλλον ούτε γράφεται. Πού άραγε κρυβόντουσαν όλοι αυτοί τον χειμώνα; Καθισμένοι οπουδήποτε, με μπύρα για πρωινό και έναν σκύλο αγκαζέ, τρομάζουν, χωρίς να το θέλουν, τους τουρίστες και ταυτόχρονα αποτελούν την ατραξιόν της πόλης. Τον χειμώνα κάπως κρυβόταν αυτή η κατάσταση αλλά τώρα δεν μαζεύεται με τίποτα όλη αυτή η αίσθηση αφασίας που διαπερνά τον αέρα. Σε ένα μέρος εξάλλου δεν χρειάζεται η πλειοψηφία να κάνει κάτι για να το χαρακτηρίσει ή στιγματίσει. Αρκεί ένα μειοψηφικό ρεύμα να πράττει σταθερά κάτι και αμέσως εμφανίζονται τα άμεσα αποτελέσματα. Τρανό παράδειγμα η περιοχή του Prenzlauer Berg η οποία ακολούθησε την πορεία Ανατολικό Βερολίνο-Καλλιτέχνες, πολιτικοποιημένοι, φρικιά-γιάπηδες και οικογενειάρχες σε τέτοιο βαθμό που πλέον χρησιμοποιείται και το όνομα Pregnant’s Berg. Κι επειδή ένας από τους δαίμονές μου ονομάζεται υπερβολή, έκατσα να μετρήσω πόσα παιδικά καροτσάκια και παιδάκια πιασμένα από το χεράκι είδα εκεί ένα απόγευμα σε απόσταση τριών στενών και το νούμερο ξεπέρασε τα είκοσι! Καμία τσάντα δεν κυκλοφορούσε σε κανέναν αθώο ή μη ώμο για να ισχυριστεί κάποιος άπιστος πως επρόκειτο απλά για κάποιες σχολικές τάξεις που σχόλασαν.

Προτιμητέα αυτή η πλευρά ή οι τύποι “θα μείνουμε για πάντα παιδιά και όταν λέμε πάντα το εννοούμε” που περπατάνε ξυπόλητοι σε μια πόλη που για να αποφύγεις με το ποδήλατο τα σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια μπύρας κάνεις περισσότερα οχτάρια από τότε που έδινες τις εξετάσεις για να πάρεις το δίπλωμα; Δύσκολη ερώτηση αν και το πανταχού παρών γερμανικό κράτος έχει φροντίσει και σε αυτήν την περίπτωση να δώσει την άμεση λύση με τα διόλου ευκαταφρόνητα επιδόματα όπου για παράδειγμα με δυο παιδιά σχεδόν δεν χρειάζεται να ασκείς αυτό το κουραστικό χόμπι που λέγεται μισθωτή σκλαβιά. Διακοπές και επιδόματα για τους άλλους και εγώ, ευτυχώς όχι μόνος μου, στην γκρίζα ζώνη. Ανάμεσα στο μαύρο της σκοτεινιάς και το άσπρο της ανεμελιάς λοιπόν, χωρίς να νιώθω πως θα μου πάρουν το κεφάλι, αν δεν κάνω κάτι σωστά αλλά και ούτε πως ο χρόνος οφείλει να περνά και να χάνεται σαν μια κοτσάνα γραμμένη στο LIFO και το Athens Voice. Αυτό το γκρίζο τελικά αδίκως το έχουν χαρακτηρίσει μονότονο και μελαγχολικό και για καλή μας τύχη αυτή η πόλη δεν το έχει νοθέψει ακόμη με τόνους ευμάρειας, καλοζωίας και ανάπτυξης. Προς το παρόν τουλάχιστον.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Οι Swans στο Βερολίνο και η έννοια της πρώτης φοράς στα πάντα

Συνήθως απέναντι στην αμηχανία που προκαλεί η πρώτη φορά μιας επικείμενης πράξης, προτάσσεις μια ποικιλία προετοιμασιών, ώστε το ποσοστό αποτυχίας να μειωθεί, κυνηγώντας το φάντασμα που ονομάζεται “χαμηλή αυτοεκτίμηση”. Από την άλλη, οι πιθανότητες να πάνε όλα στραβά πάντα υπάρχουν και όσο συμπιέζονται τόσο εκτινάσσονται ψηλά, κάνοντας κάθε προεργασία να φαντάζει άδικος κόπος. Ο χειμώνας τελείωσε για τα καλά και έπρεπε να έρθει ο πρώτος καύσωνας για να το καταλάβει κανείς. Ό,τι χρειάστηκε για να περάσει ως ο πρώτος εδώ στον Βορρά ήταν μια μικρή δόση όλων των παραπάνω και διαφόρων άλλων στοιχείων που εμφανίστηκαν στην πορεία ως αντίπαλο προς αυτά δέος. Ναι, ήταν πολύ διαφορετικά εδώ, τόσο όσο όμοια φαντάζουν οι επήρειες των τωρινών υψηλών θερμοκρασιών παντού, στο κάθε εδώ.

Πέρα από αυτό όμως υπήρξαν και άλλες πρωτόγνωρες εμπειρίες που συνήθως γινόντουσαν αντιληπτές μετά το πέρας τους, όπως για παράδειγμα η ανακάλυψη νέων πληροφοριών, γλωσσών, κουλτούρων, εργασιών και γνωριμιών. Σε μια όμως έπαιξε από πριν αρκετή προπόνηση. Αυτή ήταν η επικείμενη συναυλία των Swans. Μα τι ξεχωριστό μπορεί να έχει ένα απλό κονσέρτο; Πρώτον, πρόκειται για μια μπάντα που τώρα στα γεράματα (της και μου) ένιωσα μια έλξη προς αυτήν απρόσμενη. Δεύτερον είχα την τύχη να έχω αρκετούς φίλους που τους είδαν στην Αθήνα, λίγες ημέρες πριν έρθουν εδώ, οπότε με έλουσαν με θετικότατες εντυπώσεις και ενθουσιασμό. Τρίτον η συναυλία γινόταν στο Volksbühne, αυτόν τον χώρο που συναντά κάθε τουρίστας στην πόλη ο οποίος θέλει να βγάλει φωτογραφία την ταμπέλα που γράφει Rosa Luxemburg Platz και πιστέψτε με δεν είναι λίγοι αυτοί. Μαζί με τα υψηλής κουλτούρας καλλιτεχνικά δρώμενα στα οποία δηλώνω φανατικά απών, φαντάζει κάπως αστείο το γεγονός πως πριν λίγα χρόνια συνέβαιναν εκεί drum ‘n bass πάρτι ως ένδειξη καλής θέλησης στην dance κοινότητα της πόλης.

Ιδού λοιπόν να στέκομαι εν μέσω μιας υγρής ανοιξιάτικης βραδιάς με ένα ιδιαιτέρως ποικίλο κόσμο που είχε προσέλθει στο εν λόγω κτίριο για να παρακολουθήσει μια μπάντα είτε των νεανικών του χρόνων είτε των πρόσφατων ανακαλύψεών του. Χάρις στη συμβουλή των προαναφερόμενων φίλων μου, είχα προμηθευτεί ακουστικά εν είδει ωτασπίδων (τι πολεμική λέξη!), ώστε να προφυλάξω την ακοή μου από τη δεδομένη ηχητική επίθεση. Αποδείχθηκαν όμως άχρηστα, καθώς όπως φάνηκε μέχρι το τέλος η αίθουσα διέθετε έναν ιδανικό ήχο (-σύστημα), για να φέρει εις πέρας ακόμη και τέτοιου είδους δύσκολες βραδιές. Βεβαίως υπήρξαν κάποιοι διπλανοί μου που από την πρωτη στιγμή θωρακίστηκαν κατάλληλα με αυτές τις μικρές κουκίδες που έμοιαζαν σαν πλαστελίνες.

Οι Swans λοιπόν ξεκινώντας ήταν δεδομένο πως θα έπαιζαν πολύ και κυρίως νέο υλικό. Για όποια-ον ενδιαφέρεται, μπορεί να πάρει μια ιδέα του τι παίχτηκε εδώ, στην αναμετάδοση μιας από τις αμέσως επόμενες συναυλίες τους σε ένα αμερικάνικο φεστιβάλ. Αυτό όμως που δύσκολα γίνεται αντιληπτό από οποιοδήποτε μηχάνημα υψηλής πιστότητας είναι το βίωμα αυτής της εμπειρίας σωματικά. Πρώτη φορά, μετά τις πρώτες κινητήριες νότες και τη μίμηση των πεταγμάτων ενός κύκνου από τον τυπικό πρωταγωνιστή της βραδιάς, Michael Gira, είδα σε μια αίθουσα, που βρισκόντουσαν πάνω από χίλια άτομα, όλοι να αντιμετωπίζουν με τον δικό τους διακριτικό τρόπο το τράνταγμα που δεχόντουσαν μέσα τους. Αυτό δεν χρειαζόταν να γυρίσεις για να το δεις, το ένιωθες στον τρόπο που, ενώ καθόσουν αναπαυτικά στην κυριλέ θέση σου, έβγαινε η ανάγκη να ανασκουμπωθείς ή να προβείς σε μια σειρά ακατανόητων κινήσεων. Το να σε κάνει μια μπάντα να είσαι προσηλωμένος στο μεγαλύτερο μέρος των δυο και κάτι παραπάνω ωρών που παίζει ακατάπαυστα δεν είναι και μικρό πράγμα. Πόσο μάλλον όταν η μουσική που παίζει εκτός από πρωτοεμφανιζόμενη στο πάλκο, διακρίνεται από τόνους πειραματισμού και θορύβου που θα έκαναν έναν αδαή χωρίς την απαιτούμενη περιέργεια να ψάξει αμέσως για την έξοδο. Οι αισθήσεις των περισσότερων όμως είχαν σκαλώσει μεταξύ μιας αίθουσας που θύμιζε το “Μπλέ Βελούδο” του David Lynch και καλυπτόταν από μια υπέργεια δύναμη που η μετάφραση της, απλά ήταν σε ήχους.

Κάπως έτσι φαντάζει κάθε πρώτη φορά. Σε κρατά προσηλωμένο, σου δείχνει κάτι νέο, σε κάνει να ξεχνιέσαι, στη συνέχεια δύσκολα την ξεχνάς, μέχρι την επόμενη φορά που ποτέ δεν είναι ίδια. Ποτέ.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Γιατί διάολε δεν ακούν Einstürzende Neubauten εδώ;

Πόσος χρόνος χρειάζεται για να γνωρίσεις μια πόλη; Για να την αγαπήσεις ή να τη σιχαθείς, να τη ζυγίσεις και να την αποδεχθείς; Κανείς δεν ξέρει, οπότε μένουν τα ερεθίσματα για να διαφωτίσουν σκόρπιες σκέψεις πάνω σε ακόμη πιο σκόρπια βλέμματα στα πρόσωπα της εκάστοτε πόλης. Σημαδεμένη από μια ευχή και κατάρα μαζί, που της έδωσε η Ιστορία, το Βερολίνο διαθέτει πλήθος εικόνων που σίγουρα στην αρχή αποπροσανατολίζουν τον οποιοδήποτε. Τι άραγε συμβαίνει όμως και σε μια πόλη με τεράστια -και όχι τόσο περασμένη χρονικά- παράδοση στις τέχνες, η αισθητική στον δρόμο (αφίσες, ντύσιμο, διαφημίσεις κλπ.) είναι άκρως θεαματική και απωθητική; Η έννοια της αισθητικής τίθεται ως μέτρο αντίληψης ενός χώρου μέσα στον χρόνο, δηλαδή ως προς το τι προκαλεί ως αίσθηση στους διαβάτες.

Άρα, πάλι γυρνάμε στους ίδιους τους ανθρώπους. Σε αυτούς που πέρασαν, αφήνοντας έργο που θαυμάζουμε στοιβαγμένο στα μουσεία της πόλης και σε αυτούς που ζουν σήμερα πλάθοντας τη νέα ταυτότητα της πόλης. Δεν χρειάζεται να παραθέσουμε ονόματα ή στοιχεία, για να αντιληφθούμε πως το Βερολίνο έζησε τη χρυσή του εποχή ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους. Μάλιστα φέτος, κλείνοντας μια πένθιμη επέτειο από την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, είναι διάσπαρτες σε αρκετά σημεία της πόλης ενημερωτικές κολώνες, όπου παρατίθενται σύντομες βιογραφίες προσωπικοτήτων της τέχνης, της επιστήμης και της πολιτικής, που είτε εκδιώχθηκαν, είτε εξοντώθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς. Μια πληθώρα ανθρώπων που τα σημαντικά τους ονόματα δείχνουν πόσο πλούσια σε ιδέες ήταν η ατμόσφαιρα του Βερολίνου τότε. Ίσως η ανθρώπινη καταστροφή που επέφερε το καθεστώς να ήταν και ο τρόπος να διαχειριστεί η εξουσία τις παρενέργειες ενός επικίνδυνου μείγματος το οποίο είχε και πολιτικό υπόβαθρο, καθώς η πόλη έπεσε τελευταία, από τις υπόλοιπες της επικράτειας, στα χέρια του Χίτλερ.

Όλα αυτά υπήρξαν. Δεν χάθηκαν βέβαια, αλλά ούτε και αναβιώθηκαν. Δεν γινόταν αυτό άλλωστε, καθώς η διχοτόμηση που επήλθε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου έβαλε ουσιαστικά την πόλη σε μια γυάλα, σε ένα ειδικό καθεστώς, όπου όλα τα βλέμματα του κόσμου την αντιμετώπιζαν ως το σημείο μηδέν του ψυχρού πολέμου. Η Ιστορία γράφτηκε ξανά, αυτήν την φορά σε δυο εκ διαμέτρου αντίθετες παραλλαγές, ασφυκτικά σφηνωμένη στα σχέδια της εκάστοτε εξουσίας. Στην ζώνη που εκτεινόταν κατά μήκος του Τείχους και άνηκε στη Δύση εμφανίστηκαν πολλές ταραγμένες περίοδοι (όπως βέβαια και από την άλλη πλευρά).

Μέσα λοιπόν στο κλίμα της δεκαετίας του ’80, εμφανίστηκαν -πλήρως εναρμονισμένοι με το τι γινόταν γύρω τους, αλλά ταυτόχρονα μουσικά αποστασιοποιημένοι από τα πάντα- οι Einstürzende Neubauten. Μια μπάντα που πέραν όλων των άλλων, «επανεφηύρε» ηχητικά την γερμανική γλώσσα, καθώς τη χρησιμοποίησε με έναν τρόπο φυσικό στην μη-γερμανική μουσική της και τελικά πέτυχε να της προσδώσει λυρικότητα και μια φύση που φάνταζε πρωτότυπη απέναντι στα άλλα ελαφρώς αστεία παραδείγματα των αντίστοιχων ημεδαπών γερμανόφωνων συγκροτημάτων. Μέσα από τη βία των δρόμων και το κίνημα των καταλήψεων ταυτόχρονα η μπάντα φάνταζε εξωγήινη με αυτήν την πειραματικότητά της που δεν ταίριαζε στην punk και new wave εποχή. Κατάφερε όμως και στάθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ανοίγοντας νέα μουσικά μονοπάτια για την ίδια, μη βρίσκοντας αρκετούς μιμητές, και εν τέλει εντάχθηκε με τον τρόπο της στην κραταιά μουσική βιομηχανία. Περιέργως, όμως, φαντάζει σαν κανείς να μην ακούει αυτήν την μπάντα στα μέρη που αυτή δραστηριοποιήθηκε. Μήπως η μουσική της απλώς ξεπεράστηκε (ως προς αυτά που πέτυχε) ή απλώς δεν ταιριάζει στο νέο κλίμα της πόλης;

Η απάντηση κλίνει προς τη δεύτερη επιλογή και βρίσκεται ανασαίνοντας την βερολινέζικη ατμόσφαιρα. Πλέον αυτός ο βιομηχανικός και εκρηκτικός ήχος που στην πρώτη του έκδοση απηχούσε τον θόρυβο που παράγουν τα επεισόδια στην πόλη μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας δεν αντιστοιχεί πουθενά στο σήμερα. Σε κανένα κλίμα έντασης, πειραματισμού και ανάδειξης κάτι καινούργιου. Χωρίς διάθεση να εκφραστούν κάποια τελικά συμπεράσματα ως προς τις ποθητές απαντήσεις για την αποκρυπτογράφηση της πόλης αυτής, φαντάζει σαν όλο αυτό το ελευθεριακό κλίμα που συνεχώς επικαλείται να ελέγχεται πλήρως από την εξουσία σε κάθε του όψη. Από το πώς λαμβάνουν χώρα τα διάφορα φεστιβάλ και αν ξεφεύγει κάτι από το Θέαμα, από το πού και το πώς ζουν συγκεκριμένες τάξεις και ομάδες της πόλης, εκτείνεται ένα οριοθετημένο περιβάλλον όπου τίποτα δεν ξεφεύγει. Ναι, η διακριτικότητα και η ανεκτικότητα των κατοίκων είναι δεδομένη. Πάντα όμως ως ένα σημείο που από πριν προβλέπεται. Για παράδειγμα, το να ξεπεράσεις τον ρόλο του επισκέπτη της πόλης δεν συναντά τις περισσότερες δυσκολίες στη δικιά σου στάση απέναντι της, αλλά στη στάση των άλλων που έχουν από πριν μια συγκεκριμένη ανάγνωση του κάθε ατόμου που έρχεται στην πόλη. Αυτού που πάντα αντιμετωπίζεται ως περαστικός, άρα μη μόνιμος, ώστε να αξίζει τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους, θεσμικά ή μη. Κάποιος ο οποίος οφείλει να ελέγχεται συνεχώς, μην τυχόν και ξεπεράσει τα εσκαμμένα και παρεκτραπεί η καθημερινότητα.

Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου μπορείς να δεις ό,τι περίεργο μπορείς να φανταστείς, αλλά ποτέ κάτι που θα φάνταζε επικίνδυνο (βλ. π.χ ένα ντου σε μια συναυλία). Μπορείς να δεις χιλιάδες αλλόκοτα αυτοκόλλητα στην πόλη, αλλά πολύ σπάνια θα συναντήσεις κάποια πολιτικά μηνύματα ή αφίσες σε σημεία που θα σου προκαλούσαν έκπληξη (π.χ. κεντρικές πλατείες). Μια πόλη που αρχικά φαντάζει απρόβλεπτη, αλλά στην συνέχεια αυτό το στοιχείο είναι θεμελιωδώς προβλέψιμο, από πριν οριοθετημένο. Κάτι που δεν θα ήταν άστοχο να το δεχτούμε ως την πραγματικότητα κάθε καπιταλιστικού κέντρου, εννοείται με τις εκάστοτε σημαντικές παραλλαγές.

Βέβαια υπάρχει ένα στοιχείο που δείχνει μια άλλη πλευρά της πόλης. Αυτό είναι, πέρα από τα τεράστια πάρκα που σπάνε την οικιστική μονοτονία, η μη οριοθετημένη ρυμοτομία της, η οποία ακόμη κρατά καλά παρ’ όλα τα επεμβατικά σχέδια της επελαύνουσας ανάπλασης. Στο Βερολίνο συναντάς κυρτές γωνίες, παράλληλους που τέμνονται και άπειρους τρόπους να χαθείς στην πρώτη λαθεμένη στροφή. Ίσως αυτό να υπάρχει ως μια ανάσα σε μια καθημερινότητα εξόχως αυστηρή, η οποία όμως διαθέτει τα δικά της τρωτά σημεία που περιμένουν τα ρήγματα ενός μέλλοντος που ακόμη δεν μπορούμε να προβλέψουμε.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Ο χειμώνας που πέρασε και το soundtrack του που μένει

“Κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει…”. Να ήταν μόνο μια και μόνο απόψε! Εδώ ως ένα διαρκές πρωταπριλιάτικο αστείο, η θερμοκρασία παραπέμπει σε χειμώνα κάνοντας κυριολεκτικά να νιώθουμε σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον Δεκέμβρη. Αυτή η δύσμοιρη αναφορά που μόνιμα κάνουμε στον καιρό μπορεί να φέρνει στο νου δελτίο για αγρότες (σε κολεκτίβες παρακαλώ για να μη ξεχνάμε και το περιβάλλον της πόλης), αλλά σίγουρα επιδρά παντού. Στα λουλούδια που κοιτάνε σκυμένα, τα πουλιά που κάτι προσπαθούν να συλλαβίσουν, τους ανθρώπους που διψάνε για λίγο ήλιο και γενικά την όλη φυσική αλυσίδα που δυσφορεί από κάθε άποψη.
Κλεισμένος λοιπόν αναγκαστικά μέσα, ψάχνεις να βάλεις μια μουσική που να ταιριάζει με το κρύο. Μην αρχίσουμε να αραδιάζουμε το πως το ορχηστρικό rock που ίσως λανθασμένα ονομάζουμε post rock, κολλάει γάντι με τον χειμώνα. Μόνο τα εξώφυλλα να πάρουμε, κάτι συννεφιές, ξεραμένα δέντρα, χιόνια και σμήνη αποδημητικών πουλιών μονοτονούν τον ενδιαφέρον. Όσο για το τί βροχή έχει πέσει στα κομμάτια του είδους, δεν λέγεται. Αφού ευτυχώς το χιόνι δεν βγάζει ήχο, γιατί θα είχαμε αρπάξει για πλάκα καμιά γερή πνευμονία.
Ανάμεσα στο ψάξιμο μουσικών της παραπάνω κατηγορίας με το στερεοφωνικό και τον σκληρό δίσκο να κάνουν αισθητή την απουσία τους, έπεσα στον τελευταίο δίσκο των Joy Wants Eternity, χάρη στην συμβουλή ενός φίλου. Αν και τους είχα γενικά στα υπόψιν μου, χαμπάρι δυστυχώς δεν πήρα πέρσι όταν και κυκλοφόρησε, καθώς το The Fog Is Rising πρόκειται για έναν αρτιότατο δίσκο του είδους και ίσως το πιο δυνατό δημιούργημα από την πλευρά τους. Παραδόξως αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα τους καθώς η μπάντα πριν λίγο καιρό δήλωσε πως διαλύεται, μετά το πέρας μια πολύ σύντομης περιοδείας. Όπως καταλαβαίνετε, η διαολεμένη τύχη μου δεν θα μπορούσε να μην τους φέρει στα μέρη μου ολοζώντανους, παρόλο που η μπάντα θα έπαιζε στην  Ευρώπη μόνο σε τρεις πόλεις! Η συγκυρία μοναδική και χωρίς πολύ σκέψη έσπευσα να τους αποχαιρετίσω από τον μάταιο τούτον κόσμο καθώς θα ήταν η προτελευταία τους συναυλία πριν το οριστικό τέλος.

Όπως θα έχει καταλάβει και ο πιο ανίδεος wanna be Berliner, δεν υπάρχει συναυλιακό μέρος που να μην είναι από μισογεμάτο μέχρι τίγκα από κόσμο. Το συγκεκριμένο μέρος όπου γινόταν η συναυλία με το όνομα Cassiopeia βρίσκεται σε μια ζώνη διασκέδασης που παράγει αφειδώς τέχνη αμφιβόλου ποιότητας και πλήθη καταναλωτών φτηνής μπύρας ακόμη και τις πρωϊνές ώρες. Με τα πολλά βρήκα το μέρος και έχοντας μια φαεινή ιδέα, έκατσα τέρμα μπροστά γνωρίζοντας πως οι “δικοί μου” θα εμφανιζόντουσαν πρώτοι πριν τους Pg Lost που απολαμβάνουν μια σχετική επιτυχία στην Ευρώπη, για να μην μου κόβει την θέα κανένας δίμετρος πολίτης αυτής της χώρας και πιστέψτε με, δεν είναι και λίγοι οι συγκεκριμένοι. Λοιπόν, σαν παρέα δεν ξέρω αν οι JWE κολλάνε μεταξύ τους γιατί στυλιστικά ο καθένας ήταν αλλού παπά ευαγγέλιο, αλλά μουσικά ήταν συγκινητικοί μεταφέροντας αυτό το συναίσθημα της μπάντας που γνωρίζει πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναπαίξει μαζί και ευχαριστιέται και το τελευταίο λεπτό. Οι μελωδίες ξεκινούσαν γαλήνια και έφταναν στην πορεία να δημιουργούν ένα έντονο και ανεπιτήδευτο οργανικό κάλεσμα σε σκέψεις που συνδέονταν άμεσα με αυτές. Μετά από μια ώρα όπου εν μέσω άπταιστου ήχου, η μπάντα διέπρεψε, αντιλήφθηκα πως θα έπρεπε να υποχωρήσω στον τιγκαρισμένο χώρο για να περάσουν μπροστά αυτοί που στην συνέχεια θα ενθουσιαζόντουσαν με τους επόμενους. Αν και εκτελεστικά άρτιοι, μου θύμισαν μουσικά ακόμη και Λευκή Συμφωνία αφήνοντας με σχετικά αδιάφορο κατά την διάρκεια της δικιά τους ώρας που τους αναλογούσε.

Μετά το πέρας της βραδιάς πήρα τον δρόμο της επιστροφής σκεπτόμενος πως είναι κάτι στιγμές που ξεχωρίζουν και χαρακτηρίζουν είτε ένα διάστημα, είτε μια βόλτα, είτε μια βραδιά. Συνήθως μάλιστα αυτές έρχονται να δεθούν με την κατάλληλη μουσική επένδυση. Σίγουρα όλο αυτό το σκηνικό που είχα μόλις εισπράξει συμβόλιζε και το πέρασμα των εποχών, καθώς κάτι που σβήνει, φέρνει πέρα από το καινούργιο, το τελευταίο σθεναρό φλόγισμα του.

Μπάμπης Κολτράνης