Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος

Queens Of The Stone Age – Villains (matador)

  Οι QOTSA είναι ένα συγκρότημα που έχει ήδη καταχωρηθεί στην ιστορία του rock, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν αυτό έχει γίνει για τους σωστούς λόγους. Κάπου ανάμεσα στο hype, τον μύθο των Kuyss, στον ωραίο τρόπο που “γράφουν’’ οι φάτσες τους και στην all American αλητεία που εκπέμπουν, παρατηρώ μια παρατεταμένη αδιαφορία/αποσιώπηση του γεγονότος ότι οι τύποι έχουν γράψει μερικά από τα καλύτερα rock τραγούδια της 20ετίας, αφομοιώνοντας πάμπολλα στιλ στον σοφά δομημένο ήχο τους. Ένας πραγματικός χαμαιλέοντας της California, διάσημος κι όμως ακόμα ξένος. Η ιδιοφυΐα του Josh Homme αποκαλύφθηκε και στον πιο δύσπιστο πέρσι, όταν κάτω απ’ το ηλεκτρικό του άγγιγμα ακόμα κι ο παππούλης Iggy Pop ξανάγινε τζόβενο που σε κουνάει από την καρέκλα.

 Το έβδομο άλμπουμ τους Villains είναι λοιπόν εδώ κι είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που σου ζητάει είναι να διασκεδάσεις. Πρόκειται άνετα για την πλέον “χορευτική’’ τους δουλειά και το σχετικό feeling δεν εκλείπει σχεδόν ποτέ στη διάρκεια του άλμπουμ. Το απολαυστικό “Feet Don’t Fail Me’’, που μας καλωσορίζει, δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δίσκο μονοδιάστατο – πότε κυκλοφόρησαν τέτοιο; Ο λυρισμός του “Fortress’’, οι ψυχεδέλειες του “Un-Reborn Again’’ , η σκοτεινιά του “Domesticated Animals’’ είναι κάποια από τα σημεία που τα νερά βαθαίνουν πολύ για να πεις ότι βρίσκεσαι σε ρηχή feel good παραλία. Θα έλεγα ότι τα παραπάνω tracks, παρέα και με το “Evil Has Landed’’, είναι και οι καλύτερες συνθέσεις ενός, έτσι κι αλλιώς ποιοτικά ισορροπημένου δίσκου.

 Πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο τους άλμπουμ, χωρίς τις θορυβώδεις συνεργασίες του παρελθόντος. Ίσως αυτός να είναι κι ένας λόγος που το Villains ακούγεται λιγότερο συγκεχυμένο από τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους. Μια από τις αρετές που αξίζει να αναφέρω επίσης είναι η φωνή του Josh. Το ότι πρόκειται για εξαιρετικό τραγουδιστή με ευρύτατη εκφραστική παλέτα είναι γνωστό  σε όποι@ έχει κάνει τον κόπο να το προσέξει. Αυτή τη φορά ξεγυμνώνει και μια σειρά από David Bowie επιρροές, σε στιγμές δε όπως το προαναφερθέν “Feet….’’ η ομοιότητα αγγίζει τα όρια του αναπάντεχου.

 Το Villains δεν είναι αριστούργημα. Είναι όμως ένα αδιαπραγμάτευτα ποιοτικό άλμπουμ από μια εξαιρετική μπάντα, της οποίας ο mastermind δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Το ότι είναι καταδικασμένο να πουλήσει δεν λέει απολύτως τίποτα για την ουσία του περιεχόμενου του. Ότι πρόκειται για rock που μπορεί να μπει στο σαλόνι ή να στροβιλιστεί με ντισκομπάλα, παράλληλα όμως κουβαλάει τη σκόνη της ερήμου, το αεράκι ενός επαρχιακού δρόμου, την ανάμνηση της μυρωδιάς ενός κομματιού της εφηβικής σου ψυχής.

Αντώνης Καλαμούτσος

Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης

Leprous – Malina (inside out)

 Ποτέ δεν αντιλήφθηκα ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν, σύμφωνα με τους fan, ένα γκρουπ “μαλακώνει’’, λες και η “σκληρότητα’’ είναι μονάδα μέτρησης της ποιότητας. Νόμιζα ότι αυτή η ηλίθια αντίληψη έχει μείνει πίσω στο 1994. Κι όμως συχνά πυκνά συναντάμε ξανά άλμπουμ που καταδικάζονται από αρκετούς με αντίστοιχες κατηγορίες. Οι πρώτες αντιδράσεις γύρω από το Malina κινήθηκαν από διάφορους από το χλιαρό έως και το ανάθεμα. Και όπως πάμπολλες φορές στο παρελθόν, η πραγματικότητα αποκαλύπτει σπουδαία, εξαίσια άλμπουμ, συχνά τα κορυφαία των “ξεπουλημένων’’ δημιουργών τους. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι “μαλακότερος’’ ήχος σημαίνει ότι τα παιξίματα, οι ιδέες και οι ενορχηστρώσεις μιας μπάντας είναι περισσότερο εκτεθειμένα. Το πέμπτο full length των Νορβηγών prog rock/metallers αποτελεί το πέμπτο διαμάντι της δισκογραφίας τους. Ίσως και το λαμπρότερο.

 Η συνθετική λογική των Leprous βασίζεται στους ίδιους άξονες: στα κοφτά “σπαστικά’’ riff, το μηχανικό rhythm section, στα πλήκτρα που αντλούν από κλασικές έως electro επιρροές, και κυρίως στα μοναδικά σε ύφος κι έκφραση φωνητικά του Einar Soldberg. Εδώ όμως παρατηρούμε ότι η μπάντα εστιάζει σ’ έναν πιο ζεστό και ζωντανό ήχο, και κάτι από την παλιά τους τεχνοκρατική ψυχρότητα μοιάζει να ξεθωριάζει. Οι ιδιοφυείς και κρυστάλλινες φωνητικές γραμμές του Einar ήταν πάντα το highlight της μουσικής τους, στο Malina όμως το παλικάρι ξεπερνάει και τον εαυτό του. Με την εξαίρεση του βαριά soundtrack-ικού και κλασικότροπου “The last milestone’’ που κλείνει το άλμπουμ, οι υπόλοιπες 10 συνθέσεις πραγματικά σφάζονται για το ποια είναι η πιο κολλητική. Χωρίς υπερβολή, τα ίδια τα τραγούδια σε αναγκάζουν να τα βιώσεις/τραγουδήσεις πολύ περισσότερο από το να τα αναλύσεις στιλιστικά. Μιλάμε για αληθινό γλέντι μελωδικής ευφυΐας.

 Η αλήθεια είναι ότι το δραματικό αριστουργηματάκι που ονομάζεται “Bonneville’’ και ανοίγει απρόσμενα το άλμπουμ ακολουθείται από δύο ιδιαιτέρως radio friendly tracks (“Stuck’’, “From the flame’’), που χωρίς να είναι καθόλου μα καθόλου άσχημα, αρχικά σε κάνουν να φυλάς τα νώτα σου. Από εκεί κι έπειτα όμως το πράγμα απογειώνεται και δεν ξαναπατά ποτέ στο έδαφος. Δεν μπορώ να μην αναφέρω το μνημειώδες “Leashes’’, ένα από αυτά τα σπάνια τραγούδια που αποφασίζεις να το λες παντοτινό σου φίλο. Ή το κυριολεκτικά εκτυφλωτικό “Mirage’’, όπου η ερμηνεία του Einar μοιάζει ικανή να σηκώσει το βάρος σου. Τα falsetto του, ναι, είναι ισχυρότερα από τη βαρύτητα.

 Διανύουμε μια χρονιά όπου οι εξαιρετικοί προοδευτικοί δίσκοι σχηματίζουν διψήφιο αριθμό, είναι όμως οι Leprous πιθανότερο να κόψουν πρώτοι το νήμα στο είδος τους. Ο λόγος είναι ότι το prog rock τους μπορεί να είναι σύγχρονο αλλά και μεστό ταυτόχρονα, χωρίς να φλυαρεί, να παλιμπαιδίζει ή να πουλάει μούρη. Είναι κοφτό, στιβαρό και άμεσα κατανοητό. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, γιατί, διάολε, έχει μόνο κομματάρες.

 Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους Leprous κι αν ποτέ θεωρηθούν ΟΙ κορυφαίοι. Η πορεία τους όμως είναι σταθερή κι ανοδική, κάθε δουλειά τους έχει τον δικό της χαρακτήρα και η έμπνευση δεν δείχνει ότι θα τους εγκαταλείψει. Όχι ακόμα. Σίγουρα όχι τώρα. Απολαύστε το Malina για το παρόν του, γι’ αυτό που είναι και για τίποτα άλλο. Δεν αποθεώνω, αλλά, να, πώς να το πω; Τραγουδάω μαζί του. Τραγουδήστε λίγο κι εσείς, ας μη γερνάμε ακόμα!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Rafael Anton Irisarri – The Shameless Years (umor rex)

 Αν ψάχνετε μουσική για να περνά η ώρα ευχάριστα και στο τέλος να μη μένει τίποτα, παρακαλώ ακολουθήστε τα βήματα προς την έξοδο ακίνδυνου. Αν όχι, έχειν καλώς. Από επιλογές άλλο τίποτα. Μόνο που λίγες περιπτώσεις ονομάτων είναι αυτές στις οποίες υπάρχει μια σιγουριά ότι αυτό που θα ακούσεις θα σου διαλύσει με διάφορους τρόπους το μέσα σου. Μια από αυτές είναι ο Rafael Anton, ο οποίος, αν και παίζει κατά μόνας αυτό το drone/ambient είδος, το οποίο είχα ορκιστεί να μην ξανακούσω μέσα στο καλοκαίρι, σε πιάνει ειδικά στο νέο του άλμπουμ από τα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα..

 Καμιά πρωτοπορία, κανένας νεωτερισμός, μόνο συναίσθημα. Ως εκ τούτου η ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί στο The Shameless Years επαφίεται σε καθαρά υποκειμενικά και όχι αυστηρά κριτήριά. Ευτυχώς, γιατί κάπου έχει κουράσει όλη αυτή η περιγραφή των μουντών κοινωνικών συνθηκών που ζούμε με τη βοήθεια εξίσου μουντών μουσικών. Οπότε, αν και ο τίτλος του άλμπουμ μπορεί να υποδηλώνει μια σαφή δήλωση περισσότερο εξωστρεφή, η επίδρασή του είναι εκ βαθέων εσωτερική. Τουτέστιν, ακούγοντάς τον, μια χυμώδης σκοτεινιά μετατρέπεται σε νοσταλγία και μετά σε φως αναμνήσεων, θαμπό αλλά κατακλυσμιαίο.

 Η συνεισφορά του Siavash Amini στη β’ πλευρά είναι καταλυτική ως προς την αποψίλωση όσων θέριεψαν μέσα σε ένα δάσος επικίνδυνων μονοπατιών πριν. Οι ταχύτητες πέφτουν και εκρέει η ενέργεια σε ένα αχαρτογράφητο νεκρό τοπίο. Καθόλου τυχαία δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτή η συνεργασία, καθώς οι δύο αυτοί δημιουργοί είχαν βγάλει πρόπερσι δίσκους οι οποίοι έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους. Το “Karma Krama” μπορεί να ακούγεται ως τυπικό κομμάτι του Siavash, αλλά το επικό “The Faithless” το οποίο κλείνει το δίσκο αποτελεί την απόλυτη επιτομή των δύο συμβαλλόμενων μουσικών χαρακτήρων.

 Βεβαίως θα μπορούσαν όλα αυτά να εγκλωβίζονται σε φορμαλιστικά μοτίβα του στιλ “σκοτεινή μελωδία->ζόφος καθημερινότητας”, “συνεργασία με Ιρανό μουσικό->κίνηση ενάντια στην ισλαμοφοβία”, αλλά η ίδια η μουσική τα καταφέρνει να ξεπεράσει τους σκόπελους θα λέγαμε όλης της σύγχρονης τέχνης, στο πλαίσιο της οποίας το συγκεκριμένο θαυμάσιο άλμπουμ κινείται.

Μπάμπης Κολτράνης

Dublin Diaries #1 – Αναζητώντας τη χώρα του ήχου

 Ξέρω τι κάνατε ενώ εγώ ανίχνευα σκοντάφτοντας σε νέα εδάφη. Διακοπές. Λιαζόσασταν και πίνατε freddo ολημερίς. Ήλιος, αλμύρα, τσίπουρα ή mojito, ο καθένας στο δικό του μαζικό μοτίβο. Εγώ προσγειώθηκα σε μια μακρινή γη κι έβγαλα από τη βαλίτσα όλες τις φθινοπωρινές μου ζακέτες. Ξέρω τι κάνατε όταν εγώ διάλεγα μακρυμάνικο για να βγω στον δρόμο κάθε πρωί, αλλά δεν με πειράζει. Δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μετανάστευσε, αλλά σίγουρα, περισσότερο από ποτέ, ένιωσα σαν άγιος και σαν κανένας. Απόλυτα μοναδικός και αριθμός στατιστικής. Ταξιδευτής και κουρελής. Δεν με πειράζει, εξάλλου το ήξερα. Και είπα να ξεκινήσω να σκοντάφτω, ανιχνεύοντας.

 Στην αρχή δούλευε κυρίως η όραση. Νέες εικόνες, νέες φάτσες, νέοι δρόμοι, νέος παλμός. Το μάτι σκανάρει τους καινούριους ορίζοντες και προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Όλες οι πόλεις είναι σαγηνευτικά θηρία, ικανές να σε μαγέψουν ή να σε καταπιούν, η κάθε μία όμως έχει την αύρα της. Πρέπει να τη δεις και να τη νιώσεις για να καταλάβεις. Να καταλάβεις το βήμα που έκανες σε ποιο μέρος τελικά σε έβγαλε. Το μάτι ψάχνει το οικείο και το μη οικείο ταυτόχρονα. Ικανοποιείται και με τα δύο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το Δουβλίνο στο μάτι μοιάζει με έναν πίνακα του Ρομαντισμού, τονίζει τα ιδεώδη και τις ομορφιές του και καλλιεργεί το φαντασιακό σου κομμάτι. Το μάτι χορταίνει. Όμως, δεν μπορεί να σε κάνει να ανήκεις. Χρειάζεσαι το αυτί κι εκεί θα παιχτεί όλο το παιχνίδι…

 Από κάθε pub βγαίνει ο ήχος από σαματατζίδικα traditional σχήματα. Ο χαμός από τις χαρούμενες φωνές των θαμώνων που κρατούν ποτήρια με μαύρες μπίρες μπλέκεται με irish pipes, bodhran και βιολιά. Είναι ένας γλυκός χαμός, που ζεσταίνει την ψυχή και δημιουργεί ένα αξιόπιστο υπόβαθρο για κάθε τόπο. Ναι, υπάρχει γλύκα και ζεστασιά και αγάπη για την παράδοση. Τα θαλασσοπούλια όμως που κρώζουν δαιμονικά πάνω από το κεφάλι μου μεταφέρουν τα δικά τους αινιγματικά καλέσματα. Κάποιες φορές μοιάζει σαν να με καλούν να αναζητήσω έναν μυστικό ήχο. Ή τον δικό μου ήχο. Ή κάτι άλλο που δεν έχω ακόμα καταλάβει. Άλλες φορές μοιάζουν σαν να με περιγελούν. Άλλες σαν να με συγχαίρουν για κάτι. Όλες όμως τις φορές που τα ακούω, σκέφτομαι ότι η δική μου αλήθεια δεν κρύβεται σε όσα βλέπει το μάτι, αλλά σε όσα “βλέπει” το αυτί. Είναι η μουσική η μόνη αληθινή γλώσσα; Είμαι έτοιμος να το δεχτώ.

 Να λείπουν τα αστειάκια για τον μετανάστη που ακούει Καζαντζίδη. Δώδεκα μπλουζάκια έχω όλα κι όλα μαζί μου, και τα 5 είναι μουσικά. Είναι αυτά που ήθελα να κουβαλήσω σαν ανάμνηση, είναι οι λέξεις που ξέρω, οι δηλώσεις που θέλω να κάνω. Ένα Ruined Families (γιατί “forever at war with the place I was born’’…), ένα Need γιατί είναι φετινή φωτιά, ένα Seraphim Tsotsonis για να θυμάμαι ότι έπαιξα κι εγώ μέσα, ένα Neubauten γιατί έτσι μου κατέβηκε κι ένα Faith No More γιατί έτσι επιβάλλεται. Αυτά είναι τα εφόδια των δηλώσεων μου. Είναι το πραγματικό μου διαβατήριο στις χώρες του ήχου. Με αυτά θα ξεκινήσω να σε γνωρίζω, Ιρλανδία, και για να δω αν θα τα πάμε καλά, πρέπει να μου πεις κι εσύ τι έχεις. Δες στο TripAdvisor τι πρέπει να δεις/φας/κάνεις. Εγώ θα σου πω άλλα. Overhead, the albatross, είναι γκρουπάρα που ξέρουν αρκετοί. Πόσοι progsters ξέρουν όμως τους θεούς Yurt; Πόσοι επικομεταλλάδες τους Mael Mordha; Πόσοι ατμοσφαιρικοί blacksters τους φοβερούς From The Bogs Of Aughiska; Έχει κι άλλα. Dread Sovereign και Owlcrusher και Death the Leveller. Έχεις ζουμί, Ιρλανδία, σε παραδέχομαι. Έχουμε πολύ καλή βάση για να ξεκινήσουμε. Κι έχουμε μόλις συστηθεί.

 Και κάπως έτσι μοιάζει να ξεκινάει το πραγματικό ταξίδι. Στις ήρεμες όχθες του ποταμού Liffey ο “Ψηλός Μαύρος Δούκας” των Oxbow ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα. Το Sound Cellar το πρώτο δισκάδικο που (ξανά) αγάπησα – θεοί, έχει μέσα και κασέτες! Και σε λίγες μέρες θα κατέβω στην πρώτη μου υπόγα, το Voodoo Lounge, για το πρώτο μου underground ξεχαρμάνιασμα, σε διήμερο heavy psych festival με Solstafir headliners. Not bad.

 Νόμιζα ότι η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά κι ότι ομιλώ εξαιρετικά την αγγλικήν. Η αλήθεια είναι όμως ότι η μόνη γλώσσα που ξέρω είναι της αγάπης, για τη γυναίκα και το παιδί που πήρα μαζί μου, για το ταξίδι το ίδιο και για τη μουσική. Ο ήχος είναι αυτός που θα με βοηθήσει να βγάλω ρίζες, αν πρόκειται να βγάλω τέλος πάντων. Η παράδοση, η συννεφιά, ο Liffey, οι ιρλανδικές γκρουπάρες και τα μπλουζάκια μου είναι οι σύμμαχοί μου στη δημιουργία αυτής της νέας γλώσσας. Όλα όμως γίνονται ενώ τα θαλασσοπούλια κρώζουν, πάντα κρώζουν στη δική τους, κι εγώ παραξενεμένος προσπαθώ να καταλάβω τι λένε. Κρώζουν ενώ σκοντάφτω ανιχνεύοντας, είμαι ο άγιος κανένας και δεν με πειράζει τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι, γιατί έχω πολλές νότες να με κρατάνε ολόρθο! Ίσως πιο όρθιο από ποτέ.

Αντώνης Καλαμούτσος

Artificial Brain – Infrared Horizon (profound lore)

  Ζούμε στην εποχή που οι δυστοπίες πουλάνε και πουλάνε πολύ. Δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία να καταλάβει κανείς το γιατί, μπορούμε να ανοίξουμε όμως μια ενδιαφέρουσα κουβέντα για το πόσο καλά το επιτυγχάνει η τέχνη της μουσικής – και χρησιμοποιώντας ποια αισθητικά εργαλεία. Προεκτείνω το αφηρημένο ερώτημα στο αν μπορεί το death metal να παίξει ισότιμα αυτό το παιχνίδι. Το ότι το συγκεκριμένο είδος έχει διακεκριμένη sci-fi ιστορία δεν σημαίνει ότι η απάντηση είναι προφανής ή εύκολη. Το δεύτερο και πολυαναμενόμενο άλμπουμ των Νεοϋορκέζων Artificial Brain θωρακίζει ιδιαίτερα την κατάφαση σ’ αυτό το ερώτημα. Κι αυτό συμβαίνει από μια μπάντα της οποίας το όνομα και το εξώφυλλο θα με δυσκόλευαν να τους δοκιμάσω ακόμα κι αν ήταν το τελευταίο μου cd στο ερημονήσι. Κι αν δεν τους δοκίμαζα, θα έχανα πολλά, αλίμονο μου.

 Η περιγραφή tech death metal αρκεί να τραβήξει αυτιά και βλέμματα από τους πολυάριθμους φίλους του είδους. Τους περιγράφει αυτό όμως ικανά; Όχι. Στην πραγματικότητα, οι Artificial Brain μοιάζουν να στέκονται εξίσου μακριά τόσο από το death της αλάνας όσο και από αυτό του σαλονιού. Η ήχος τους είναι μεν μηχανικός, χωρίς όμως να χτίζουν ξεκάθαρες space ατμόσφαιρες. Είναι τεχνικότατοι χωρίς όμως ούτε στιγμή να μοιάζει αυτό σαν ζητούμενο. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι δεν τους θεωρώ καν ιδιαίτερα σκοτεινούς, στοιχείο που μοιάζει αδιανόητο, και όμως λείπει. Διαθέτουν όμως δύο χαρακτηριστικά που εντυπωσιάζουν. Καταρχάς, ο εκλεκτικισμός τους. Πέρα από τα φανερά black και core σημειάκια εδώ κι εκεί, υπάρχει κι ένα πολύ καλά συγκαλυμμένο post metal υπόβαθρο, το οποίο τελικά ίσως και να είναι υπεύθυνο για τον τόσο ιδιαίτερο ήχο τους. Τολμώ να πω, ακούγοντας προσεκτικά διάφορα σημεία του άλμπουμ (όπως το επικό πρώτο λεπτό του ομώνυμου track), ότι θεωρώ τη μελλοντική προέκταση αυτών των στοιχείων ως υποχρέωσή τους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ένταση των παιξιμάτων τους. Η μπάντα είναι πραγματικά στην τσίτα και παίζει δίχως αύριο, κάθε δευτερόλεπτο του Infrared Horizon θα μπορούσε να είναι το τελευταίο του. Η εκπληκτική παραγωγή αναδεικνύει το οργιώδες παίξιμο των μουσικών. Κι αν είναι εύκολο να ψαρώσεις με τις κιθάρες που χρησιμοποιούν εκτεταμένα όλη την ταστιέρα τους κι όχι μόνο το 30% αυτής, το rhythm section είναι εξίσου πολύχρωμο, αν όχι περισσότερο. Κοίτα πίσω από τα οργασμικά blasts: υπάρχει η έκφραση της έντασης, όχι μόνο η απόδοσή της. Ειδικά το μπάσο του Samuel Smith είναι από μόνο του ένα κοσμικό θηρίο.

 Το Infrared Horizon θεωρείται από πολλ@ς εκ των κορυφαίων death κυκλοφοριών της χρονιάς. Δεν θα διαφωνήσω καθόλου. Όμως, εδώ έχει περισσότερο σημασία να σας συστήσω σε μια μπάντα που είναι ισόποσα έξυπνη και ακραία. Η επίγευση του άλμπουμ κρύβει μια νότα απόγνωσης και η ακρόασή του μοιάζει με την προσπάθεια του εγκλωβισμένου ατόμου που προσπαθεί να ανοίξει με το χέρι του δρόμο κάτω από τόνους συντριμμιών σ’ ένα post apocalyptic τοπίο. Πέτρα πέτρα, το χέρι ψάχνει να βρει μια μικρή χαραμάδα φωτός. Το φως εδώ δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να τρυπώσει ακόμα, όμως ο θόρυβος του κόσμου περνάει μέσα από τις πέτρες κι η ελπίδα ακόμα δεν πέθανε.

Αντώνης Καλαμούτσος