The Black Book (iDEAL recordings)

Μια συλλογή δεν είναι αυτό που αποκαλύπτει ο τίτλος της. Άντε, δηλαδή, μαζέψαμε κάποια ονόματα, παζαρέψαμε τη συμμετοχή τους με ένα νέο κομμάτι και έκλεισε. Υπάρχει μια βαθύτερη αντίληψη πάνω σε αυτές από ταlabel που σέβονται τον εαυτό τους. Σηματοδοτούν ένα σημείο όπου η εξωστρέφεια συναντά την οξυδέρκεια για να συγκροτηθεί αυτό που θα αποτελέσει ένα ξεχωριστό σταθμό στην ιστορία του label και ευχετικώς και των συμμετεχόντων. Από την iDEAL, βέβαια, δεν νομίζω να περιμέναμε κάτι λιγότερο από όλα αυτά, αλλά στην περίπτωση του The Black Book τα αναμενόμενα υπερβαίνονται σε βαθμό εκπληκτικό!

Έχω την αίσθηση ότι η συλλογή αυτή ξεκίνησε από μια βασική ιδέα που δεν προμήνυε το που θα έφτανε τελικά. Ok, προσκαλέστηκαν κάποια ονόματα που συνδέονται με την iDEAL, αλλά δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι αυτό των επικών διαστάσεων αποτέλεσμα φτιάχτηκε από ένα απλό brainstorming σε ένα γραφείο. Ακούγοντας το δίωρο υλικό είναι σαν το κάθε όνομα να τράβηξε ένα άλλο από το τσεπάκι του για να ορθωθεί στο τέλος μια θεόρατη πυραμίδα στηριγμένη σε υλικά του σύγχρονου ανοιχτόμυαλου ήχου. Περιττό να αναφέρω ότι τα περισσότερα ονόματα μου ήταν εντελώς άγνωστα με την χημεία αναμεταξύ τους να φαντάζει η ιδανική.

Ναι, αλλά τι μουσικά είδη περιέχει η συλλογή; Πιάνοντας το νόημα της εποχής, δεν μιλάμε πια για είδη, αλλά για στοιχεία που αναδεικνύονται ως βάση για την δημιουργία κάτι νέου. Σε αντίθεση με άλλες σπουδαίες φετινές συλλογές που εξέφρασαν μια τοπική σκηνή (βλ. Flowers From The Ashes, Girih: Iranian Sound Artists), αυτή εδώ μιλά μια παγκόσμια γλώσσα φτιάχνοντας μια χοάνη ήχων με διαφορετική καταγωγή, αλλά με παρόμοια αισθητική. Εν τέλει, αυτή είναι η αρχή και το τέλος μιας μουσικής πρότασης και εδώ δεν έχουμε απλώς διάφορες φράσεις ατάκτως τυπωμένες, αλλά ένα γόνιμο διάλογο για τα αυτιά και το μυαλό!

A compilation is not what its title refers to. It’s not that we collect some names, we talk about their contributions and that’s all. There is a deeper perception from the labels who respect themselves. They signal a point where extroversion meets perspicacity so as to constitute something that would be important not only for the label but eventually for the contributors, too. We didn’t expect from iDEAL something different than that, but referring to The Black Book, the expectations have been overpassed in an amazing way!

I have a feeling that this comp started as a basic idea who nobody exactly foreshadow where it would lead. Ok, there were some names invited but I find it difficult to imagine that this epic outcome was made by a simple brainstorming in an office. Listening to this two-hour album is like every name had pulled another one from its pocket so in the end to make a pyramid supported by materials of openminded and contemporary sound. Needless to say that I was not familiar with most of the artists here and the chemistry between them is ideal!

Yes, but what kind of music styles does this compilation include? Catching the meaning of our time, we don’t talk about styles anymore, but about elements which are highlighted as a basis for creating something new. In contrast to other compilations this year that expressed a scene, (for example Flowers From The Ashes, Girih: Iranian Sound Artists), this one here talks a global language creating a crucible of sounds from different origins, but with similar aesthetics. Moreover, this is the beginning and the end of a musical suggestion and here we don’t have only phrases disorderly put together, but a fertile dialogue for the ears and the brain!

Μπάμπης Κολτράνης

Mogwai live in Athens 1.12.18

Οι Mogwai είναι μεγάλη μπάντα, όπως οι νύχτες της Αθήνας είναι μεγάλες, με ή χωρίς εμάς. Χωράει τόσα η μουσική τους, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια κανενός κλασικού άλμπουμ, κανενός εμπορικού τρικ, καμιάς περιττής ή απέριττης κίνησης. Αν και έχουν κλείσει τις δύο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, δεν καταγράφουν καμία καθοδική πορεία ως προς την αποδοχή τους,καθώς η μπάντα χαράσσει μια ευθεία βολή που γεννά ακόμη αξιομνημόνευτα κομμάτια και βραδιές σαν κι αυτήν που παραβρεθήκαμε το περασμένο Σάββατο.

Φτάνοντας στο σημείο της συναυλίας, έγινε προφανές ότι τα παραπάνω εκφράζουν πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νόμιζα. Τουτέστιν, ακόμη κι αν βγάλουμε εκείνο το ποσοστό που πάει σε live μόνο για τη φάση, ο κόσμος που παστώθηκε στον συγκεκριμένο old school συναυλιακό χώρο ήταν πολύς (ας όψεται και η υπερπροσφορά εισιτηρίων από τους “έξυπνους” διοργανωτές). Δεν ήταν, όμως, η ουρά που μας έκανε να χάσουμε τους Afformance που άνοιγαν τη βραδιά, αλλά το γεγονός ότι αυτοί ξεκίνησαν δέκα λεπτά πριν την αναγραφόμενη ώρα εμφάνισης στην αφίσα! Αν η απάντηση στην αργοπορία σε παρόμοια σκηνικά είναι αυτή, μάλλον είμαστε καταδικασμέν@ να μη βρίσκουμε ποτέ το μέτρο. Πάντως,σύμφωνα με τα λεγόμενα των μελών της μπάντας μετά, η ίδια το ευχαριστήθηκε παίζοντας εκεί.

Για τους Mogwai, κάθε περιγραφή μιας εμφάνισής τους τείνει να φαντάζει γραφική ως προς αυτό που βγάζει η μπάντα. Ήταν η τέταρτη φορά που τους έβλεπα και, όπως σε κάθε άλλη, ένιωσα να με συγκινούν παίζοντας με το συναίσθημα, χαλιναγωγώντας το και αφήνοντάς το στις κατάλληλες δοσολογίες. Κακά τα ψέματα, αν ήθελαν να κλαίμε κυριολεκτικά για ενενήντα λεπτά, θα το είχαν καταφέρει πανεύκολα, επιλέγοντας κάμποσα θανατερά τους κομμάτια. Δεν το έκαναν όμως, καθώς δεν είναι η μπάντα που θα χαϊδέψει αυτιά, αλλά μια μπάντα που συνεχώς ανανεώνει τον χαρακτήρα της – αν και μιλώντας για τον τελευταίο τους δίσκο, τον βρήκα τόσο μέτριο που δεν μπήκα καν στον κόπο να γράψω μια κριτική για αυτό.

Οπότε, εκπλήξεις δεν είχαμε στην επιλογή των τραγουδιών (πολλά από τα τελευταία άλμπουμ, διάφορα από –σχεδόν– όλα τα παλαιότερα), πέραν του γεγονότος ότι στη σύνθεση της μπάντας είχαμε τον original ντράμερ και όχι την τύπισσα που τον έχει αντικαταστήσει, λόγω θεμάτων υγείας του. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν ο ήχος να ’ναι πιο Mogwai, δηλαδή λιγότερο τεχνικά αψεγάδιαστο παίξιμο στα ντραμς, περισσότερο, όμως, πάθος (βλ. λαθάκια στο “Don’t Believe The Fyfe” και την έκρηξη στο “Hi, I ’m Jim Morrisson, I ’mdead”). Με εξαίρεση μια κοιλιά στις συνθέσεις που επιλέχθηκαν, κάπου στη μέση του σετ, η μπάντα επεδείκνυε τέτοια συνοχή που ο φίλος στην παρέα που δεν τους είχε τσεκάρει ποτέ είπε το αμίμητο “Αυτή είναι η μουσική που χρόνια έψαχνα να ακούσω, αλλά δεν την έβρισκα ποτέ”!

Για μένα, που σε κάποιο βαθμό μου έχουν καθορίσει τα μουσικά μου γούστα, υπήρξαν στιγμές που, αν και δεν βοηθούσε ο χώρος,καταλάβαινα πιο καθαρά από ό,τι παλιά ορισμένα σημεία στα κομμάτια τους και μαγευόμουν από κάποιες ατέλειές τους που τα κάνουν να μη μοιάζουν μεταξύ τους και να μη μοιάζουν και οι στιγμές που τα αγκαλιάζουν μεταξύ τους. Τέλος, όμως, με τις περιγραφές, το βίωμα είναι το παν και οι Mogwai θα το υπηρετούν, όπως φαίνεται, για κάμποσο καιρό ακόμη.

Μπάμπης Κολτράνης

Bloom Offering – Episodes (Helen Scarsdale Agency)

 Η σεξουαλικότητα υπήρξε ανέκαθεν θέμα ταμπού που οι περισσότεροι αρέσκονται και αρκούνται να παρακολουθούν χαμογελώντας πονηρά μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ο ερωτισμός και ο αισθησιασμός είναι βασικά ζητούμενα για τον άνθρωπο, αλλά η κυρίαρχη (ψευτο)ηθική δεν επιτρέπει την ελεύθερη έκφρασή τους. Γι’ αυτό και είθισται να εκδηλώνεται κρυφά, με μια δόση ενοχής και μια αίσθηση διαπραχθέντος εγκλήματος. Όταν, δε, η σεξουαλικότητα και το πάθος εκφράζονται από γυναίκα, τότε η επικριτική διάθεση εντείνεται, με πλείστα “κοσμητικά” επίθετα να τη συνοδεύουν. Κι αυτό συμβαίνει επειδή οι ερωτικές επιλογές και η αποδοχή τους πλαισιώνονται από μια κοινωνικά επιβεβλημένη ανδρική κυριαρχία, βασισμένη στο αφήγημα περί μιας φύσει ανισότητας των φύλων.

Η Nicole Carr είναι η δημιουργός πίσω από το όνομα Bloom Offering με πολλά δείγματα δημιουργικότητας στο παρελθόν (κυρίως σε μορφή κασέτας και digital albums). Το LP Episodes είναι η πρώτη της κυκλοφορία σε βινύλιο, μέσα στο οποίο ξεδιπλώνει την άποψή της για τον γυναικείο ερωτισμό και την ελεύθερη έκφρασή του, με σαφείς αναφορές κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης και εκμετάλλευσης γυναικών, η οποία εξυπηρετεί και συγκροτείται πάνω σε ένα ολόκληρο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ο τρόπος της ιδιαίτερος, όπως και η ίδια άλλωστε. Με μια διάθεση ανατρεπτική, μιας και μόνο με ανατροπές αλλάζουν όλες οι καθεστηκυίες θέσεις και στάσεις. Το σκοτεινά ατμοσφαιρικό ηχοτοπίο αναδεικνύει μια pop-goth συνθήκη, με το κύμα των συνθεσάιζερ να μας παρασέρνει σε μια σκοτεινή και νεφελώδη ατμόσφαιρα. Τα φωνητικά της Carr είναι σταθερά, κοφτά,παγωμένα και συναισθηματικά αποστραγγισμένα. Στίχοι που επαναλαμβάνονται, ώστε να καταστεί σαφές το μήνυμα που θέλει να περάσει.

Μέσα από τα Επεισόδιά της αμφισβητεί την κυρίαρχη κοινωνική κατάσταση και την ανδρική σεξουαλική εξουσία, προκρίνοντας ως κινητήρια δύναμη την αδιαπραγμάτευτη αυτοδιάθεση κάθε γυναίκας όπως και όπου η ίδια επιθυμεί, στα “Venus Shrugged”, “Swallow meWhole” και “Fishbowl”. Παράλληλα, μιλά για την τριβή που προκαλεί στις σχέσεις η –αδυσώπητη πολλές φορές– καθημερινότητα και η ερμηνευμένη κατά τρόπο που δεν επιδέχεται θετική χροιά οικειότητα. Ενώ στο “Out 2 get U”, με την επιθετική της ερμηνεία, παρουσιάζει τη γυναικεία αντίσταση ενάντια στους εξουσιαστές της και στην πατριαρχία, αλλά και τη διεκδίκηση των θέλω της.

Η Αφροδίτη (Venus) είναι η προσωποποίηση του έρωτα,του πάθους και της σεξουαλικότητας, μιας και οι άνθρωποι, μην μπορώντας να εξηγήσουν το συναίσθημα του έρωτα, το πάθος και την επιθυμία, προσέδωσαν σε αυτά θεϊκές διαστάσεις. Η Nikole Carr χρησιμοποιεί τον συμβολισμό της θεάς του έρωτα για να δώσει τη δική της ερμηνεία πάνω στο αρχέγονο ένστικτο και στη σύγχρονη απελευθερωμένη έκφρασή του, παρουσιάζοντας μέσα από το έργο της μια γυναίκα που αναπτύσσει ανθεκτικότητα και δυναμισμό και που διεκδικεί εκείνο που επιθυμεί.

Sexuality has always been a taboo issue, which most people like to watch smiling cunningly through the keyhole. Eroticism and sensuality are basic prerequisites for humans, but dominant ethics does notallow their free expression. That is why it is customary to express them secretly, with a sense of guilt, as if committing a crime. When sexuality and passionare expressed by a woman, judgemental attitudes are intensified, often times accompanied with the use of offensive adjectives. And this is because erotic choices and their acceptance are framed by a socially imposed male sovereignty, based on the narrative about gender inequality.

Nicole Carr is the creator behind the name Bloom Offering, with many samples of her creativity in the past (mainly in cassette format and digital albums). The LP Episodesis her first vinyl release in which she unfolds her view of female eroticism and freedom of expression, with clear references to sexual harassment and exploitation of women, which serves and assembles on a whole system of the exploitation of man by man.

Her way is as special as she is, with a subversivemood, since all entrenched positions and attitudes can only change through suversions. The dark atmosphere echoes a pop-goth condition, as the wave of synthesizers carries us away into a dark and cloudy atmosphere. Carr’s vocals are steady, sharp, icy and emotionally drained. The lyrics are repeated in order to emphasize the message that she wants to deliver.

Through her Episodes, she challenges the dominant social status quo and male sexual power, as the driving force of the unchangeable self-determination of every woman, in “Venus Shrugged”, “Swallow Me Whole” and “Fishbowl”. At the same time, she speaks about the friction caused in relationships by everyday life and by the negative aspects of intimacy. While in “Out 2 get U”, through her aggressive interpretation, she presents female resistance against those in power and against patriarchy, and she also claims what she wants.

Venus is the personification of love, passion and sexuality, since people, not being able to explain the emotion of love, passion and desire, have given a divine dimension to them. Nikole Carr uses the symbolism of the goddess of love to give her own interpretation of her primordial instinct and her contemporary liberated expression, portraying through her work a woman who develops resilience and dynamism and who claims her own desires.

Sylvia Ioannou

Kikagaku Moyo + Maida Vale live in Göteborg

Εκεί που σιχτίριζα, όχι πάντα εσωτερικώς, όταν πρωτόμαθα ότι οι Kikagaku Moyo θα περάσουν από το Fuzz Club στην Αθήνα στις 7 Δεκέμβρη, βλέπω κάπου στα μέσα Οκτώβρη ανακοίνωση από τοπικό βένιου εδώ στο βορρά περί το ότι θα έχουμε και εμείς την ευκαιρία να βουτήξουμε head first στα ζεστά ψυχεδελικά νερά των χίπηδων απ’ την Ιαπωνία. Ίσως δε χρειάζεται καν να αναφέρω πως το εισιτήριο αγοράστηκε σχεδόν αυτόματα.

Οι Maida Vale, λοιπόν, ένα all-female ψυχεδελικό σχήμα από τη Στοκχόλμη με δύο δίσκους στο ενεργητικό του απ’ το 2012 που συγκροτήθηκε, ανέλαβαν να ανοίξουν τη συναυλία. Μια ευχάριστη έκπληξη από πλευράς διοργάνωσης, κυρίως επειδή ήμουν αρνητικά προκατειλημμένη κι ας μην τις ήξερα. Κι αυτό γιατί στα περισσότερα λάηβ που έχει τύχει να βρεθώ εδώ πάνω, ταsupport σχήματα έχουν αποδειχθεί λίαν χιπστερίζοντα, ως επί το πλείστον, και διακατεχόμενα από έναν άκρατο δηθενισμό καλυμμένο μ ‘ένα πέπλο αβαν-γκαρντοσύνης. Οι Maida Vale ήταν “lagom”, όπως λέμε εδώ πάνω, ή αλλιώς «ό,τι έπρεπε». Εύπεπτοι ήχοι που καθιστούσαν πολύ εύκολο να τις ακολουθήσεις, εξαιρετική σκηνική παρουσία με τη frontwoman Matilda Roth να διοχετεύει μ’ ένα αποχαυνωτικό τρόπο την ενέργεια όλης της μπάντας προς τα εμάς.

Η αυλαία έπεσε για ακόμα μια φορά και η ενέργεια που μας άφησαν οι Maida Vale είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, μα μόνο για να δώσει τη θέση της στην εκρηκτική ηρεμία των Kikagaku Moyo που αργά και ντροπαλά ανέβηκαν στη σκηνή.

Κάπου εδώ νομίζω πρέπει να πω δυο πράγματα σχετικά με τους λόγους που με ωθούν να πηγαίνω σε λάηβ και κατά προτίμηση μόνη. Η προφανής απάντηση είναι φυσικά το ότι έχεις την ευκαιρία να δεις μουσικούς που αγαπάς και εκτιμάς να παίζουν ζωντανά. Πηγαίνοντας όμως λίγο παραπέρα, υπάρχουν φορές που μια συναυλία μπορεί να μετατραπεί σ’ ένα μοναδικό συνονθύλευμα μουσικών,συναισθηματικών και χωρικών εμπειριών, σχεδόν υπερβατικού χαρακτήρα που κάθε φορά αφήνει το θεατή και με μια διαφορετική πτυχή της πραγματικότητάς (τ@). Ο χώρος που σε περιβάλλει, μπορεί να ξεχειλωθεί σε ένα αχανές κενό, με σένα να επιπλέεις μέσα του αποστασιοποιημέν@ς, με την ίδια αποστασιοποίηση που ένα πουλί βιώνει μια πόλη, η σε μια τεράστια ενότητα με σένα και όλους τ@ αλλ@ να αποτελείτε τα απόλυτα συγχρονισμένα μέλη. Για μένα αποτελεί ακόμα μυστήριο το πώς ακριβώς η μουσική και η όλη ατμόσφαιρα μιας συναυλίας μπορούν να μεταφραστούν σε τόσο έντονες εικόνες των οποίων τη φύση δεν αποδίδω ούτε στο ελάχιστο μ’ αυτές εδώ τις αράδες. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που αναρωτιέμαι πώς κατάφερε ο Aldous Huxley να γράψει τις Πύλες της Αντίληψης.

Αλλά τέλος πάντων, ας γυρίσουμε στο παρόν θέμα. Οι Kikagaku Moyo ανέβηκαν στη σκηνή κι εγώ για εξαιρετικά καλή μου τύχη βρίσκομαι στην πρώτη σειρά. Ήταν ομολογουμένως θέση κλειδί όσον αφορά το πως βίωσα το εν λόγω λάηβ. Ούσα μια ανάσα μακριά απ’τη μπάντα κι όντες αυτοί αυτό που είναι, με την αγάπη τους για τη μουσική να ξεχειλίζει σε κάθε νότα, αλλά και τα ντροπαλά και παιδικά “thank you” που μας έλεγαν ανά διαστήματα, ο χώρος έγινε σταδιακά ένα μεγάλο ρευστό σαλόνι, όπου όλοι ήμαστε φίλοι, συγκρότημα και κοινό μαζί, με τη μουσική να γεμίζει κάθε γωνιά της ψυχής. Όταν δε, κάπου στη μέση του σετ, οGo άφησε τα ντραμς και ο Tomo έπιασε το τσέλο για να γίνει ένα ακουστικό«διάλειμμα», με κομμάτια όπως το “Cardigan Song” , μπορούσες εύκολα να νιώσεις την ευδαιμονική γαλήνη όλων.

Κι αυτό ακριβώς το συναίσθημα είναι που με συντρόφευσε μέχρι το τέλος του λάηβ ακόμα και μέχρι το σπίτι. Επανέρχεται ακόμα, κάθε φορά που βάζω ένα δίσκο τους να παίξει. Αν, λοιπόν, βρεθείτε στην Αθήνα στις 7 του Δεκέμβρη, να πάτε να τους δείτε. Σε σκοτεινούς καιρούς όπως αυτοί που ζούμε τώρα, η όμορφη μουσική των Kikagaku Moyo είναι μια πηγή γαλήνης και ευτυχίας που χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ ό,τι νομίζουμε.

While I was cursing, not always internally, after I first heard that Kikagaku Moyo are expected to pop by Fuzz Club in Athens on the 7th of December, I stumbled upon an announcement from a local venue sometime around the middle of October, here in the North, about us going to have the opportunity to dive head-first into the warm and welcoming psychedelic waters of the Japanese hippies. Needless to say, the ticket was bought almostinstantly.

So, Maida Vale, an all-female psychedelic rock band from Stockholm, already counting two records ever since their formation in2012, were to play as the supporting act. They left me positively surprised with their performance, even if I was admittedly negatively predisposed. You see, in most of the live concerts I’ve been to up here, the supporting acts were devoid of purpose, yet full of pretentiousness hidden under a veil of avant-gardeness. Maida Vale were “lagom”, as we say up here, meaning “ justright”; simple -but not simplistic- melodies, easy to follow and get lost to, impeccable stage performance mainly in terms of movement, as the vocalist of the band, Matilda Roth, was channeling the witch-y energy of all the rest towards us in the audience. Overall, they left me wondering whether Fuzz Club Records ever noticed them. They would surely be a nice addition.

The curtains closed again, and the witch-y energy was pretty much gone, only to be succeeded by the vigorous calmness of Kikagaku Moyo, timidly coming on stage, as the curtains were being drawn once again.

Somewhere around this time, I see it fit to say a few things about why I like going to concerts and why I mostly do it alone. The obvious answer is to see your favourite bands perform right in front of your eyes, of course. But moving beyond this, some concerts are a unique musical, emotional and spatial, overall kind of transcending experience, that presents the spectator with different aspects of (their) reality. The venue can suddenly turn into a vast emptiness with you floating in it as a bird flies over a city, distanced from the various occurrences beneath it, or to a huge entity with you and all its different parts in sync. It’s still a mystery to me how the music and the overall ambience of a concert are translated into such vivid imagery, to which I admittedly do little credit through writing these words. At times like these I wonder how Aldous Huxley managed to write Doors of Perception.

But anyway, back to our topic. Kikagaku Moyo come onstage and I fortunately find myself in the front row. That played a key role in how I experienced this concert. Being so close to them and them being them,with their unity and love of music oozing out of every chord struck as well astheir shy and innocent “thank you”s, gradually turned the whole space into alarge, fluid living room, where we were all hanging out, band and audience, with music filling up every nook and cranny of our souls. When, around the middle of the set, Go left his drums and picked up an acoustic guitar and Tomogot his cello to lay down some acoustic songs, such as the “Cardigan Song”, you could easily feel that everyone was blissfully at peace.

And that blissfully peaceful feeling was what accompanied me throughout the rest of the concert and until I got home. Or even when I play their records, since last Sunday. So, if you find yourself in Athens on the 7th of December, please go. At dark times like these, Kikagaku Moyo’s beautiful music is a much needed source of peace and happiness.

phren

Chaos Control Vol. 1 by ENDROPI

Τι κάνει μια συναυλιακή βραδιά πετυχημένη; Η προσέλευση του κόσμου; Οι επιδόσεις των συγκροτημάτων; Η πολιτική χροιά της; Οι κοινωνικές περιπτύξεις που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Αν κάτι,πέραν αυτών, μας διαφεύγει, είναι μάλλον γιατί κρύβεται καλά (και ολίγη μεταφυσική στον πρόλογο για την ατμόσφαιρα). Οπότε η απάντηση είναι προφανής και περικλείει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία και υπήρχαν σε έντονο βαθμό στη βραδιά που διοργάνωσε η ομάδα ENDROPI στη Νομική την περασμένη Παρασκευή.

Ο φεμινιστικός χαρακτήρας της σχετικά νεοσύστατης ομάδας δεν έντυσε απλώς τον χώρο με τον αντίστοιχο λόγο, αλλά με έναν μαγικό τρόπο φρόντισε ο πολύς κόσμος που προσήλθε να είναι “καλής πάστας”. Κοινώς, έλειπαν οι ματσό γραφικές περσόνες και οι τσαμπουκαλεμένες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα diy σκηνικά. Από την άλλη, οι κοινωνικές συναναστροφές που αναπτύχθηκαν στον χώρο, εντός του live και στο προαύλιο, ήταν έντονες και, φαντάζομαι, εποικοδομητικές. Αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίζει τέτοιου είδους βραδιές που αποτελούν μια σημαντική νότα στον ευρύτερο α/α χώρο και, προσωπικά, μου θύμισε κάποια καλά σαββατόβραδα στη Βίλα Αμαλίας – αν κι εκεί το βάρος έπεφτε περισσότερο στα πηγαδάκια έξω, παρά στο live μέσα. Εδώ, όμως, πιστεύω πως η ισορροπία που τηρήθηκε ήταν η ιδανική, καθώς δεν έλειψε το έντονο ενδιαφέρον και για τις μπάντες, που ούτως ή άλλως δίνουν τον ξεχωριστό τόνο της εκάστοτε βραδιάς.

Ως προς αυτές, θα προσπαθήσω να ’μαι σύντομος, γιατί, όσο να ’ναι, πέντε μπάντες δεν είναι και λίγες, όπως δεν είναι λίγες και οι μπίρες που τις συνόδεψαν (εξαιρούνται οι παρευρισκόμεν@). Οι Αρχή του Τέλους έκαναν την αρχή, με το τέλος να φαντάζει μακρινό εκείνη τη στιγμή. Παντελώς λογικά, ο ήχος δεν ήταν ακόμη αυτός που θα έπρεπε, εξάλλου ο χώρος δεν βοηθά και πολύ σε αντίστοιχα live σκηνικά. Πέραν αυτού, η μπάντα απέδωσε στα γνωστά στάνταρ της σε έναν ήδη γεμάτο χώρο.

Οι Ghostland, στη συνέχεια, είχαν την τιμητική τους, γιατί η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την παρουσίαση του πρώτου εθιστικού δείγματος–σε μορφή βίντεο κλιπ– από τον επερχόμενο δίσκο που θα βγάλουν στην Manic Depression. Αν κρίνουμε από τη μεστότητα της εμφάνισής τους, καθώς και το υλικό που ακούσαμε και το οποίο θα πλαισιώνει το ντεμπούτο τους, πιθανόν να μην έχουμε δει τίποτα ακόμη, για το πού μπορεί να φτάσει το σχήμα αυτό.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν οι Ιταλοί Horror Vacui, οι οποίοι μπορεί να κουβαλούσαν ένα ρετρό image και ήχο, αλλά το πάθος που είχαν τους έδινε πολλούς πόντους υπέρ! Προσωπικά, με κούρασαν λίγο με τα μονοδιάστατα κομμάτια τους και βγήκα να πάρω αέρα, μιας και η βραδιά είχε συνέχεια. Οι cold i, λοιπόν, αντιμετώπισαν κάποια τεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην τους βοηθήσει ο ήχος καθ’ όλη την εμφάνισή τους. Μιας και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, νομίζω ότι θα χρειαστώ κι άλλη βραδιά για να αντιληφθώ τη συναυλιακή πλευρά τους, καθώς για τη δισκογραφία τους έχω γράψει πρόσφατα την άποψή μου.

Όσο για τους Chain Cult, αυτό που είδα ήταν μια πολύ δεμένη μπάντα που χρειάζεται να δουλέψει περισσότερο πάνω στο προσωπικό της στίγμα. Το πέρασμα της ώρας, όμως, δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια στο να μείνω μέχρι τέλους, καθώς δημιουργούνταν ένα άγχος ως προς την ώρα που θα πέρναγε το κίτρινο νυχτολούλουδο των Πατησίων με το μίνιμαλ όνομα “11”, για να μας πάει σπίτι. Κάποια στιγμή πέρασε κι αυτό, και η βραδιά επισήμως έλαβε τέλος. Αλλά η συνέχεια για την ομάδα ENDROPI και των ημεδαπών μπαντών που διάνθισαν το φεστιβάλ μένει ανοιχτότατη!

ΥΓ. Ευχαριστούμε τις Koproskilo Prodatsun για τηνευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από τη βραδιά!Μ

Bob Coltrane

Pale Divine – Vanishing Kids – Witchthroat Serpent

Pale Divine – Pale Divine (Shadow Kingdom)

Οι Pale Divine από την Pennsylvania είναι κλασικοί πρεσβευτές του παλιού, ανόθευτου και μπαρουτοκαπνισμένου doom metal, εκείνου που γεννήθηκε στην γκριζαδούρα του Birmingham, ανδρώθηκε σε αμερικάνικες υπόγες και δεν γνώρισε παρά μόνο δόξες με cult χαρακτήρα. Στο πέμπτο τους άλμπουμ κάνουν καλά ό,τι έκαναν και στα προηγούμενα, αρκετά καλά για να κουβαλούν μια ακέραια φήμη. Κολλημένοι στα “χρόνια του Ozzy” και γνήσιοι απόγονοι των Pentagram και των Vitus, ο doom ήχος τους κρατάει ζωντανή την ευρύτερη συγγένεια με το rock ’n’ roll –χωρίς να μοιάζει με stoner τραγέλαφο–, ροκάρει ή βαραίνει κατά το δοκούν, ωραία, αστόλιστα και αναλογικά. Εγγυημένα θα περάσεις καλά και σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να λιώσεις τον δίσκο. Τώρα το να αναφέρω ότι υπάρχουν και φαλτσάκια και, τέλος πάντων, όχι και κάποια πολύ σπουδαία τεχνική στα παιξίματα θα με κάνει γκρινιάρη, αλλά ελπίζω να μην κρύψει το γεγονός ότι μια χαρά τα περάσαμε.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer (Svart Records)

Οι Vanishing Kids δηλώνουν ευθαρσώς ότι είναι παιδιά που μεγάλωσαν με metal, prog, psych, punk, goth και όλα τα καλά του κόσμου. Λοιπόν, επειδή κι εμείς τέτοια παιδιά είμαστε, θα τεντώσουμε με προσοχή τα αυτιά μας και προς μεγάλη μας έκπληξη θα διαπιστώσουμε ότι η εισαγωγική τους δήλωση στέκει. Αυτό το εκλεκτικό κουαρτέτο (με τον Jason Hartman, κιθαρίστα των Jex Thoth) κατορθώνει πραγματικά να κατακτήσει έναν προσωπικό ήχο, που αναλύεται κυρίως σε αιθέρια πλήκτρα που πατούν σε υποστρώματα από ήπια doomrock fuzz-αρίσματα και στεφανώνεται από τα θαυμάσια, τριπαριστά φωνητικά της Nikki Drohomyreky.

Προφανώς, το σχήμα λατρεύει κάθε τι ψυχεδελικό, στις πιο εξευγενισμένες του μορφές, αλλά εξίσου και τα σχεδόν dream pop περιβάλλοντα – ο όρος shoegaze δεν προκρίνεται εδώ. Το αποτέλεσμα είναι αρκούντως ομοιογενές και συνεκτικό και τα διάφορα μουσικά στρώματα είναι απολαυστικά στη διακριτότητά τους. Αυτό που όμως κυρίως μένει είναι ο καθαρά ονειρικός χαρακτήρας της μουσικής τους, όπως εύστοχα προειδοποιεί ο τίτλος του άλμπουμ και το όμορφο εξώφυλλο. Μόνο μειονέκτημα του άλμπουμ ότι το πρώτο κομμάτι “Creation”, ένα θλιμμένο έπος, δεν ξεπερνιέται ποτέ. Κατά τ’ άλλα, το Heavy Dreamer είναι βαριά και ονειρικά προτεινόμενο!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Το όνομα της μπάντας και το εξώφυλλο υπονοούν ίσως κάτι πιο μαύρο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το doom τους είναι ελαφρύ ή φωτεινό. Κι ενώ οι κιθάρες και ο συνολικότερος ήχος τους ακροβατεί ανάμεσα στο παλιό και το νεότερο (=stoner), τα φωνητικά παραπέμπουν στον αμερικάνικο early ’90s ήχο,θυμίζοντας λίγο τον τεράστιο Rob Lowe, χωρίς όμως τα επικά του στοιχεία. Είναι προφανές ότι επιθυμούν να δώσουν μια ψυχεδελική πνοή μυσταγωγίας στη μουσική τους και σε στιγμές τα καταφέρνουν –για παράδειγμα στο “Pauper’s Grave” όπου ακούγονται απελευθερωμένοι– σε γενικές γραμμές όμως αισθάνομαι ότι μπορούν να κάνουν πολλά περισσότερα και ότι χαλιναγωγούν τους εαυτούς τους. Σε κάθε περίπτωση, οι Witchthroat Serpent από τη Γαλλία παραδίδουν ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, χωρίς καν να μοιάζουν σαν να εκπληρώνουν τις δυνατότητές τους. Στο μυαλό μου αχνοφέγγει και αιωρείται ένα “to be continued”, με την ελπίδα οι υποσχέσεις του intro “Feu Sacre” να γονιμοποιηθούν.

Pale Divine – Pale Divine

Pale Divine from Pennsylvania, USA, are typical ambassadors of the old-school, unspoiled, forged-in-fire doom metal, the kindthat was born under Birmingham’s grey skies and became an adult in American basements, without ever gaining great popularity but lots of dedicated cultfollowers. In their same titled 5th album they continue doing well as they did before, well enough to have been established as an integral and well-respectedband. Obviously addicted to the “Ozzy years” and as original Pentagram/Vitus descendants, their doom sound keeps the relationship with the broad rock ’n’roll alive – without degrading into a cheap stoner act –, as it rocks out orgets heavier by will, in a natural, analogue and unadorned manner. It’sguaranteed that you’ll have a good time and definitely there’s no need tolisten to this many times, since you’ve heard it all before. Countless times. Now, if I was to point out some off-tune notes and the fact that the playing skills are not incredible would make me look like a grump, but I hope I won’tbe misunderstood – I had a good time with this one, authentically.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer

Vanishing Kids audaciously state that they grew up listening to metal, prog, psych, punk, goth and all the goods music has tooffer. Well, we are exactly this kind of kids too, so we suspiciously focus ourattention to surprisingly find out that their introductory statement is spoton. This eclectic quartet (featuring Jex Thoth’s Jason Hartman) truly forms apersonal sound, mainly consisted of ethereal keyboards that tread on underlays of smooth fuzz guitars and crowned by the wonderful, trippy voice of Nikki Drohomyreky.   Apparently, this band adores anything from the gentlest forms of psychedelic music and dream pop ambiences equally – the term shoegaze doesn’t qualify here. As a result, their sound is homogeneous and cohesive enough andall textures are delightful in their distinctness. But the main aftertaste isthe dreamy character of their music, as the album’s title and cover aptlysuggest. The only “disadvantage” is that the melancholic, epic opening track “Creation” is never surpassed by any other. Besides that, Heavy Dreamer is heavily and dreamily recommended!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Their name and album cover may insinuate somethingblacker but this doesn’t mean that their doom metal is something light, insound or atmosphere. While the guitar work and their sound in general balances between the old and the new (=stoner), the vocals refer to the early ’90s American scene, especially reminding the mighty Rob Lowe – without the epicelements of his voice. It is rather obvious that they intend to infuse theirmusic with a psychedelic and mystified aura and sometimes they succeed –“Pauper’s Grave” for example, where the band sounds freer – but generally Ithink they could do a lot more and that they curb themselves. In any case,Witchthroat Serpent from Toulouse, France, deliver a very interesting album,without even reaching their full potential. The phrase “To Be Continued”shimmers and hovers in my mind, with the hope that the promises of the intro“Fau Sacre” will be kept and fulfilled.

Antonis Kalamoutsos

Crooked Ghost – Skeleton House (Palomino Records)

Η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε προχωράμε πάντα χαμογελώντας και χορεύοντας εύθυμα, σαν να είμαστε πρωταγωνιστές σε διαφημίσεις ή σε παραμύθια με happy end. Οι δυσκολίες παραμονεύουν και εμφανίζονται πολλές φορές με κρότο. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξή τους, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης και διαχείρισης, είτε αφήνοντάς τες να μας κατακλύσουν και να μας καταβάλουν είτε μετουσιώνοντας όλο αυτό το συναίσθημα της ανικανότητας και της αρχικής αδράνειας –αυτό το μούδιασμα– σε πράξη και δράση.

Το Skeleton House των Crooked Ghost, το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας, περιλαμβάνει 8 τραγούδια που διαπραγματεύονται αυτές τις απροσδόκητες δυσκολίες, την απώλεια, τον θάνατο, τον εθισμό, την προσπάθεια αποκρυστάλλωσης του εαυτού, μέσα από την αδιάκοπη εσωτερική πάλη. Κυριαρχείται από την εσωτερικότητα που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους ζητήματα, στα “Only Nightmares”,“Sleepwalker”,“Roadkill” και “Skeleton House”, αλλά καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια –σχεδόν– παιχνιδιάρικη διάθεση, θυμίζοντάς μας πως, ακόμα και μέσα από τέτοιες καταστάσεις, μπορούμε να εξορύξουμε το θετικό στοιχείο.

Η απώλεια σε πυρκαγιά αγαπημένου προσώπου ήταν η κύρια πηγή έμπνευσης για τον Ray Clark, κυρίως στο στιχουργικό μέρος των τραγουδιών. Ο δίσκος των Crooked Ghost διακρίνεται από σκοτεινές και μελαγχολικές postpunk/dream pop μελωδίες, με μια οργή που δεν είναι ούτε κραυγαλέα ούτε εμφανώς διακριτή. Είναι υφέρπουσα οργή, ήρεμα εκπεφρασμένη, αναμεμειγμένη με λύπη και έντονη λυρικότητα. Είναι η ανθεκτικότητα ως ζητούμενο και η εκλυόμενη δύναμη ως προϋπόθεση για ανασύνταξη μιας προσωπικά καθορισμένης πορείας.

Ένα άλμπουμ που θυμίζει έντονα ηχητικά μοτίβα που επικράτησαν στη δεκαετία του 1980 (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, κ.λπ.), αίσθηση που ενισχύεται και από τη δυναμική που διαθέτουν τα φωνητικά του Clark, με το στίγμα της ήρεμης αλλά σίγουρης δύναμης. Μουσικές που η συνάφειά τους με παρελθοντικούς ήχους σού δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας, δοσμένες ωστόσο μέσα από μια νέα οπτική. Μουσική για να σπάσει τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις, να ομορφύνει τη μελαγχολία και να φορτίσει τη μοναξιά και τη μοναχικότητά μας.

Life is not a path paved with roses nor do we always walk smiling and dancing cheerfully, as if we were protagonists in some advertisement or in a fairy tale with a happy ending. Difficulties lurk andappear often times with a wham. The issue is not their mere existence but theway we deal with them, either by letting them flood and overwhelm us or by transfiguring all this feeling of impotence and initial inertia – this numbness– into action.

Skeleton House of Crooked Ghost, the band’s second album, includes eight songs that look at these unexpected difficulties, such as loss, death oraddiction, the attempt to crystallize the self through the unceasing internal struggle. It is dominated by the inwardness that characterizes such issues in “Only Nightmares”, “Sleepwalker”, “Roadkill” and “Skeleton House”, but it also manages to give a playful mood, reminding us that even throughout such situations, we can extract positive elements.

The loss of a loved one in a fire was the main source of inspiration for Ray Clark, especially in the lyrical part of the songs. The Crooked Ghost album is distinguished by dark and melancholic post punk/dream pop melodies, and with an anger that is neither blatant nor visibly distinct. It is a creeping rage, calmly expressed, mixed with regret and intense lyricism. It is the resilience and the emission of power, which are required for re-structuring a personally defined course.

The album is reminiscent of the intense sonic motifs that prevailed in the 1980s (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, etc.), a feeling that is enhanced by the dynamic of Clark’s vocals, characterized by a calm, yet powerful force. The musical relevance to sounds of the past creates a sense of intimacy, although given through a new perspective. This is the music that breaks superstitions down, embellishes melancholy and electrifies our loneliness.

 

 

Sylvia Ioannou