Christos Asonitis – An Ode To The Light (timezone records)

Υπάρχει μια συνειρμικότητα στη λέξη ντεμπούτο. Το υποσυνείδητο θα αιχμαλωτίσει στιγμιαία την εντύπωση κάποιου παθιασμένου πιτσιρικά (ή γκρουπ πιτσιρικάδων), που με την ορμή της νιότης, την αδιαλλαξία της ημιμαθούς καλλιτεχνικής άποψης και με άγνοια κινδύνου είναι ικανός να αφήσει το στίγμα του. Σύμφωνοι, η μουσική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες θρυλικές στιγμές. Υπάρχουν όμως και τα άλλα ντεμπούτα, αυτά που πήραν τον χρόνο τους και περίμεναν, μέστωσαν κι ολοκληρώθηκαν πριν καν αποτυπωθούν. Ο γεννημένος το 1974 ντράμερ Χρήστος Ασωνίτης δεν βιάστηκε. Μελέτησε, έμαθε, ίδρωσε, τζάμαρε, δοκίμασε, συνεργάστηκε, έκανε τα πάντα στον χρόνο που τους έπρεπε. Το πρώτο του άλμπουμ ως bandleader, συνθέτη κι ενορχηστρωτή έπρεπε να βγει τώρα, όχι νωρίτερα. Μόνο έτσι ό,τι θα του “έλειπε’’ σε νεανική ορμητικότητα θα του περίσσευε σε σοφία. Δεν μπορείς να παίξεις αλλιώς όμορφη jazz, πόσο μάλλον να τραγουδήσεις για το Φως.

Με έδρα το Μόναχο, τo κουιντέτο του Ασωνίτη συμπληρώνεται από τους Bastian Rieser (τρομπέτα), Mark Pusker (σαξόφωνο), Maruan Sakas (πιάνο) και τον περιζήτητο Lorenz Heigenhuber (κοντραμπάσο). Τι είναι όμως αυτό που γεννάει η λαμπερή αυτή ομάδα; Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κάθε τι γύρω από το An Ode to the Light βροντοφωνάζει “Ποιότητα’’. Από αυτήν την άποψη, το να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο ως μοντέρνα jazz δεν μοιάζει αρκετό. Μοιάζει περισσότερο συνετό να μιλήσουμε για μια jazz “κλασική’’, με την έννοια ότι εμπεριέχει όλην τη διαχρονική αρχοντιά αυτού του στιλ. Για μια jazz πυκνή κι αδιαπέραστη, χτισμένη από εξαιρετική δεξιοτεχνία και έξοχη αξιοποίηση κάθε κενού χώρου. Ταυτόχρονα, για μια jazz διάφανη, ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες από την πλευρά του ακροατή, ευάλωτη σε συναισθήματα και γενναιόδωρη σε εικόνες.

Το άλμπουμ αποτελείται από 7 συνθέσεις που παρουσιάζουν μεγάλη ποιοτική ομοιογένεια και τα 55 λεπτά του κυλάνε με μια ήπια κι ευγενική ροή. Απουσιάζουν οι ακρότητες: τα ατμοσφαιρικά μέρη δεν προκαλούν χασμουρητό και οι αυτοσχεδιασμοί είναι πληθωρικοί, χωρίς να παρεκκλίνουν ποτέ από το συνθετικό πλάνο. Όλα μοιάζουν μετρημένα, όλα μοιάζουν να βαδίζουν στη αριστοτελική μέση οδό. Φυσικά, οι πολλαπλές ακροάσεις του άλμπουμ θα απογυμνώσουν κάποια patterns, κυρίως τους όμορφους δομικούς διαλόγους ανάμεσα στα δύο πνευστά, τον ενωτικό και ταυτόχρονα αφηρημένο χαρακτήρα του πιάνου και το ατίθασο μπάσο, που ώρες ώρες μοιάζει σαν το αγρίμι που βιάζεται να χιμήξει. Θα αποκαλύψουν επίσης τις συνθετικές αρετές του Ασωνίτη και τη δύναμη της μουσικής του στη διάπλαση εικόνων. Τα “Second day’’ και “Blue and gray’’, για παράδειγμα, μοιάζουν να εμπνέονται από δυϊστικά/διπολικά μοντέλα. Αντίθετα, το εναρκτήριο “Color en ol oscuro’’ είναι από εκείνα τα παράξενα κομμάτια που αδυνατείς να καταλάβεις τελικά αν η γεύση του είναι γλυκιά ή πικρή. Το επικό “Ancient Dance 490 B.C’’ είναι η φιλόδοξη σύνθεση που επιτυγχάνει να αποδώσει με καθαρά μουσική γλώσσα (συνδυάζοντας λαϊκούς δρόμους κι αφροκουβανέζικα groove) την κινηματογραφικότητα μιας ιστορικής στιγμής. Προσωπικά όμως βρίσκω συμπυκνωμένη την ουσία του άλμπουμ στο “Fos’’, μια ατόφια λυρική οδύσσεια, η οποία βουτάει να συναντήσει την ίδια της τη μοίρα με τόλμη, μια σύνθεση που μπλέκει τον χρόνο με το όνειρο, την ανάμνηση με τη φιλοδοξία. Για το τέλος άφησα τη διασκευή του “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν’’. Είμαι σχεδόν ορκισμένος εχθρός των διασκευών, παρ’ όλα αυτά η μετάπλαση του λαϊκού anthem του Βαμβακάρη σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ήχων είναι σχεδόν συγκλονιστική, στον βαθμό που διαισθάνεται κανείς τη παγκόσμια δύναμη της μουσικής γλώσσας.

Θα κλείσω αυτήν την παρουσίαση με το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο και αφορά την παρουσία του ίδιου του Ασωνίτη. Με την αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά την καλλιέργεια της ίδιας του της δουλειάς, μένει σταθερά μακριά από το προσκήνιο, απολαμβάνει τη σύμπραξη των ταλαντούχων μουσικών γύρω του και χαίρεται με τη δική τους έκφραση στα δικά του βιώματα. Χαϊδεύει τα τύμπανά του σταθερά και μεθοδικά, ευχαριστιέται το ταξίδι και δεν ζητάει να τον προσέξεις υπερβολικά. Ένα ταξίδι προς το Φως, ένα φως πάντα μακρινό και ακαθόριστο κι όμως πανταχού παρόν. Ένα φως που δεν αναζητείται με φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά με ήρεμους κραδασμούς, με γλυκούς κυματισμούς και χωρίς βιασύνες. Ένα φως που τελικά δεν βιάζεσαι να συναντήσεις. Θα έρθει κι αυτό στην ώρα του, όπως αυτό το σοφά αργοπορημένο ντεμπούτο.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Summoning – With Doom We Come (napalm records)

Πάντα με γοήτευε η απορία τι κάνει έναν μουσικό, μια μπάντα, έναν καλλιτέχνη, μυστηριώδη, αινιγματικό, ποθητό ως και λατρεμένο. Είναι το παρελθόν του που έχει χτιστεί όπως το ήθελες; Είναι το στωικό περίμενε της κάθε επόμενης δισκογραφικής δουλειάς; Είναι αυτό το λίγο με σταθερή αργοπορία που σου προσφέρει; Η αλήθεια είναι πως όταν κάτι σου προσφέρεται αδιάκοπα και συνεχόμενα δεν έχεις τη λαχτάρα. Δεν περιμένεις και δεν μετράς τον χρόνο.

Οι Αυστριακοί Summoning άργησαν για άλλη μια φορά να εμφανιστούν και κατά τα λεγόμενα των πιστών οπαδών τους είναι και αυτό που τους λείπει. (Για μένα πάντως σαν μαγικό λειτουργεί όλο αυτό με την αναμονή.) Σταθεροί από το 1993 στο black metal γέννημά τους, παίζει να είναι από τα λίγα σχήματα που δεν έχασαν τον δρόμο τους. Πιστοί και στο έργο τους σαν γνήσιοι κληροδότες . Το 1995 εμφανίζονται πια και επίσημα δισκογραφικά με το Lugburz κάτω από τις φτερούγες της Napalm Records. Η lo-fi παραγωγή και η ωμή ακουστική έβαλαν τα θεμέλια. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν συνοδεύουν προβλήματα, αργοπορίες και καθυστερήσεις. Αυτό όμως όχι μόνο δεν βάζει σε κίνδυνο τη φήμη τους, που ήδη έχει αρχίσει να ανεβαίνει με πολλούς φανατικούς οπαδούς, αλλά η διαρκής αναμονή καινούριου υλικού συναρπάζει. Ταγμένοι στη φαντασία, στις ιστορίες και στους μύθους, πλάθουν τις μουσικές τους όπως θέλουν και σαν ιππότες συνοδεύουν ίσως μια από τις μεγαλύτερες μορφές μυθοπλασίας και φαντασίας, αυτή του Μεγάλου J.R.R. Tolkien. Αμέσως ακολουθεί το Minas Morgul, με τους πρώτους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς να ηγούνται χωρίς όμως να χάνουν κάτι από την πρωταρχική ταυτότητά τους. Και κάπως έτσι σμιλεύτηκε η κορώνα των Summoning δημιουργιών.

Demos, split albums, compilation albums, singles, EPs και 7 studio album είναι ο δισκογραφικός απολογισμός τους. Σήμερα πια, Ιανουάριος του 2018, έρχεται το With Doom We Come να γίνει το όγδοό τους (και διαδέχεται το Old Mornings Dawn – 2013). Δεν απευθύνομαι σε φανατικούς ή περίεργους, πολύξερους ή είρωνες. Δεν με ενδιαφέρουν. Απευθύνομαι πραγματικά σε φιλόμουσους, ανοιχτόμυαλους και δεκτικούς ανθρώπους που μπορούν απλώς ή να απολαύσουν κάτι ή να το βάλουν στην άκρη.

Στο With Doom We Come δεν θα ανακαλύψεις το απρόβλεπτο, θα πέσεις όμως στη μυσταγωγία της μυθοπλασίας. Το υλικό έρχεται από τα έγκατα της Μέσης Γης. Μοιράζει ατμόσφαιρες γεμάτες υγρασία. Αγωνίες και φόβους. Περιπέτειες. Οι επικές και υπνωτικές συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ προοδευτικού black metal, και μεσαιωνικών παραδόσεων. Τα φωνητικά βγαίνουν καθαρά με την προσθήκη χορωδιακών φωνητικών. Το βάρος πέφτει στις κιθάρες, που σε σημεία βγαίνουν απόκοσμες και μάλλον έτσι πρέπει. Τα πλήκτρα (dungeon synth στο μεγαλύτερο ποσοστό) έχουν αναλάβει περισσότερους ρόλους από αυτούς που τους πρέπει, δίνοντάς σου την παραπλανητική εντύπωση ότι συμμετέχουν στην ηχογράφηση πολλά περισσότερα όργανα –πνευστά και έγχορδα– από αυτά που πιστεύεις. Το ότι τα πραγματικά τύμπανα δεν έχουν θέση –για άλλη μια φορά– σε άλμπουμ μού προκαλεί μια μικρή θλίψη (που και η επίπεδη παραγωγή μού προκαλεί επίσης), αλλά αντισταθμίζεται όμως με τη συγκίνηση που μου προσφέρουν οι συνθέσεις, οι ιστορίες και το μοναδικό ηχοτοπίο.

Ίσως και για αυτόν τον λόγο οι δημιουργοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνθέτες και όχι μουσικούς. Μάλιστα, δεν κάνουν ποτέ πρακτική/πρόβα πριν τις ηχογραφήσεις (!). Ο κιθαρίστας Protector δεν διαθέτει δική του κιθάρα και χρησιμοποιεί δανεικές για κάθε ηχογράφηση από το Dol Guldur και μετά και αν θες να έχεις κάποια επικοινωνία με τον Silenius μπορείς να του γράψεις… γράμμα (πάλι ένα “!”). Προσδοκία για live εμφανίσεις υπαρκτές.

Αφέσου στο ονειρικό, απόλυτο φανταστικό ταξίδι των Summoning. Ξέρεις πού θα σε πάνε.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

 

Live Arcturus/Diablery/Bordeline Syndrome

Ο ανθρώπινος νους λειτουργεί θέτοντας σημεία αναφοράς. Νέα χρονιά, νέος μήνας, νέα ημέρα. Η ίδια η χρήση της λέξης “νέα” σηματοδοτεί την επανεκκίνηση, την ευκαιρία να μας να ξεκινήσουμε για ακόμα μία φορά από μια καινούρια αρχή που υπόσχεται (τουλάχιστον) διαφορετικά λάθη και (σίγουρα) διαφορετικές εμπειρίες.

Αν δεχθούμε, όμως, ότι ο χρόνος είναι μια κοινωνική σύμβαση που βιώνεται από τον καθένα σχετικά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ότι πράγματι δεν υπάρχει “σωστός” χρόνος για το οτιδήποτε παρά μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο βίωσες κάτι “σωστά” στο πετσί σου.

Παρασκευή, 12.01.2018, 20:00 μ.μ., στις ακόμα κλειστές πόρτες του Temple μια πενηνταριά μαυροντυμένα τυπάκια σχηματίζουν ουρά και σχολιάζουν πως ο χώρος θα ’ναι πολύ μικρός για να φιλοξενήσει μια μπάντα όπως οι Arcturus, ενώ αυτοκίνητα περνάνε σχεδόν ξυστά από δίπλα τους αναθεματίζοντας.

20:30 μ.μ. και έχουμε ήδη πιάσει θέσεις, ποτάκια στο χέρι και κεφάλια-περισκόπια ψάχνουν να βρουν γνωστούς προκειμένου να κοινωνηθεί όσο περισσότερο γίνεται η εμπειρία μέχρι τις πρώτες νότες του “Internalize” από τον τελευταίο δίσκο SYNAPSES των Bordeline Syndrome.

Η τετράδα έχει πάρει θέσεις πάνω στη σκηνή και γεμίζει τον χώρο με μουσική αναρχία, κέφι και μελωδίες που στην αρχή ξεχύνουν ρυθμικά ρυθμούς του progressive, έως ότου εισβάλλουν μέσα τους math ριφάκια. Μια δεμένη παρέα που έχει έρθει να διασκεδάσει όπως θα έκανε κλεισμένη σε ένα studio για πρόβα και μια μπάντα που θα άξιζε να έχουν ακούσει πολύ περισσότερα αυτιά τριγύρω μας.

Γρήγορο ξεστήσιμο, διάλειμμα για ανασυγκρότηση και τη σκυτάλη παίρνουν οι Diablery. Μαύροι μανδύες, ασπρόμαυρα βαμμένα πρόσωπα και γνωριμία με ορεξάτο εγχώριο black metal. Η μετάβαση από την τεχνικότητα των Bordeline Syndrome είναι αρκετά αμήχανη και μέχρι να βρει ο σβέρκος μας ρυθμό να κινηθεί έχουν περάσει γρήγορα γρήγορα οι δύο πρώτες λιτανείες των Diablery. Δεν αργούμε, όμως, να συντονιστούμε και να συντροφεύσουμε το growling με σκουντήματα και συγγνώμες στον διπλανό, που έχασε προσωρινά τα πλευρά του στον αγκώνα μας.

Μέχρι που η άκρη του ματιού μας εντοπίζει τους Arcturus να περιμένουν υπομονετικά στην άκρη της σκηνής για να μπουν στον μικρό διάδρομο πίσω από αυτή, όπου θα έκαναν το απαραίτητο refill στις μπίρες τους μέχρι να στηθούν τα όργανά τους και να πέσει η έντασή μας αρκετά ώστε να τσιτωθεί η τρίχα μας στο έπακρο στο άκουσμα του “Evacuation Code Deciphered”.

Η υπόλοιπη μιάμιση ώρα (μια μικρή δίνη στην οποία χάθηκε η στερεοτυπική αντίληψη περί χρόνου και χώρου) έμελλε να είναι γεμάτη από την επική μελωδικότητα του La Masquerade Infernale και ένα χορταστικό πέρασμα τόσο από το πλέον πρόσφατο Arcturian όσο και από το αλλοτινό Aspera Hiems Symfonia. Με κίνδυνο δε να αδικηθούν όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας που έχουν μουσική πορεία τέτοια ώστε καθόλου να μη χρειάζονται τη δική μου μνεία, θα κλείσω αυτή την τόσο φτωχή ανταπόκριση με την εκτίμηση ότι δίχως τη θεατρικότητα, την άνεση και τον σχεδόν εξωκοσμικό μαγνητισμό του Simen “ICS Vortex” Hestnæs θα ήταν εξίσου φτωχή και η εμπειρία.

 

(ΥΓ. Οι φωτογράφοι είναι οι Διονύσης Παρθενιάδης και Χριστίνα Αλώση για το Temple)

 

Λαμπροπούλου Βικτώρια

 

Shining – X-Varg Utan Flock (season of mist)

Η συνεχής και παρατεταμένη ώσμωση του black με κάθε άλλο πιθανό κι απίθανο είδος μπορεί να μας γεμίζει ενθουσιασμό αλλά κάπου έχουν μπουκώσει τα αυτιά μας από την πολλή “τέχνη”. Η γυαλάδα που αποπνέει το Varg Utan Flock ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο μια ευχάριστη έκπληξη και μια καλή ευκαιρία να εστιάσω λίγο στη δουλειά των, γνωστών-αγνώστων για μένα, Shining. Μια μπάντα που αν και γνωρίζω τον ρόλο που βαράει στη σκηνή χρόνια τώρα κι έχω ρίξει σκόρπιες ακροάσεις, δεν είχα επενδύσει ποτέ μέχρι να χαράξει το 2018. Ως μη οπαδός τους, δεν μπορώ να τοποθετήσω το album στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Σίγουρα όμως το δέκατο τους πόνημα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την άγνοιά μου.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα σου πουν ότι πρόκειται για black metal δίσκο. Μην τις πιστέψεις. Το metal των Shining είναι περισσότερο black-ίζον παρά πραγματικά black. Υπάρχουν πολλών ειδών στιλιστικές επιρροές εδώ πέρα, πολλά ατμοσφαιρικά ημι-ηλεκτρικά σημεία, πολλά απλωμένα μέρη (όχι, δεν θέλω να πω post), μελωδικά παραδοσιακά σόλο, προοδευτικά περάσματα κι ούτω καθεξής. Φυσικά μια χούφτα από black riffάρες θα τις βρεις, ξέρεις, από αυτές που διατηρούν έναν τσαμπουκά που διδάσκει ή υπενθυμίζει στους νεότερους ότι οι μουσικές ρίζες του black βρίσκονται στο punk.

Οι Shining έχουν χτίσει τον μουσικό τους μύθο ως η μπάντα του προβοκάτορα Niklas Kvarforth που προωθεί suicidal ιδέες. Μην τον πιστέψεις. Υπάρχει εδώ υπερβολικά πολλή έκφραση για να είναι το αποτέλεσμα μηδενιστικό. Η γεύση της μουσικής τους είναι φυσικά πικρή σαν στάχτη, όμως συμβαίνουν τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που η όποια αρνητικότητα του μηνύματος αδυνατίζει. Οι δομές των συνθέσεων είναι αληθινά εντυπωσιακές, με απλά υλικά ο Kvarforth χτίζει πραγματικά απρόβλεπτες μικρές τραγωδίες, με πλοκή, με πόνο, κάποιες φορές με κάθαρση. Το ίδιο εντυπωσιακά και τα φωνητικά του, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από ήπιες δραματικές γραμμές μέχρι βίαια γαβγίσματα. Κάτι στις ερμηνείες του με κάνει να υποπτεύομαι ότι η πραγματική του επιρροή είναι ο Thomas Gabriel Fischer. Και τα πόδια που πατάνε σε χώμα που όργωσαν οι Celtic Frost πατάνε χώμα άγιο. Θα σου πουν να επικεντρωθείς στις ερμηνείες του. Μην τους πιστέψεις. Όλοι οι παίχτες κάνουν σπουδαία δουλειά με σύμμαχο την παραγωγή, το drumming δε του Jarle Byberg –κι ειδικά στο “Jag Ar Din Fiende’’– αγγίζει την τελειότητα.

Αυτό που τελικά μένει είναι η αίσθηση ενός εξαιρετικού metal δίσκου, η προσωπικότητα του οποίου είναι πολύ σπουδαία για να την αγνοήσεις. Κι αν αυτός ο λύκος ξέμεινε χωρίς κοπάδι, μη νομίσεις ούτε λεπτό ότι τα δόντια του είναι λιγότερο κοφτερά. Το 2018 ξεκίνησε με μια δυνατή κλοτσιά στο σκοτάδι. Μέσα στη χρονιά θα σου “πουλήσουν’’ πολλούς metal δίσκους ως πολύ ανώτερους αυτού εδώ. Μην τους πιστέψεις.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Athens without answers

Ακούγεται περίεργο αλλά η Αθήνα, η οποία είναι μια μητρόπολη με όλη τη σημασία της λέξεως, δεν έχει πολυτραγουδηθεί, δείγμα ίσως της ακόμη πιο περίεργης αγάπης που νιώθουν οι κάτοικοί της για αυτή. Επίσης, η συνεχής γιγάντωσή της αποκαλύπτει μια σχέση μίσους της απέναντι στην άνιση, αλλά πλούσια ιστορία της. Αυτοκαταστροφική απέναντι στις φυσικές κληρονομιές της, άπληστη χωροταξικά, πάντοτε χαοτική, βρίσκει όμως μια ισορροπία ανάμεσα στο τι θα μπορούσε να είναι και τι έχει αποφύγει να γίνει. Γιατί, πέραν όλων των δεινών της, υπάρχουν και τα στοιχεία της που την κάνουν ευρηματική, φιλόξενη με τον δικό της τρόπο και ζωντανή με τη διττή έννοια του όρου.

Πολλές φορές η Αθήνα, όπως κάθε μεγαλούπολη, έχει μια ακατανόητη γλώσσα για να σου αποκαλύψει τα μυστικά της νοήματα και ως προς αυτό η punk/hc παράδοσή της έχει καταθέσει τον οβολό της για να περιγράψει πώς είναι να μένεις εδώ. Δεν είναι μόνο ότι αυτή η μουσική εμπεριέχει όλα, μα όλα, τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πριν για την Αθήνα, αλλά επίσης συνεχίζει να βγάζει νέο υλικό που είναι σαν να μιλά για αυτή λες και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Εν είδει ενός καζαμία ψυχογεωγραφικού χαρακτήρα, λοιπόν, ας δούμε περιληπτικά τι έχουμε να περιμένουμε φέτος από την ιδιόμορφη αυτή φλέβα που κυλά στη μητρόπολη.

Ξεκίνημα με τους Ruined Families, την μπάντα που βροντοφώναξε ότι η Αθήνα δεν έχει απαντήσεις, κάτι που όσο τη ζεις, τόσο το νιώθεις στο πετσί σου. Η συγκεκριμένη μπάντα κινείται στους ρυθμούς του επόμενου βήματος μετά το αριστουργηματικό προπέρσινο άλμπουμ τους και προς αυτήν τη κατεύθυνση θα κυκλοφορήσει ένα split μέσα στο 2018 με μια φιλικά προσκείμενη μπάντα τους. Ως προς την υποστήριξη του αναμενόμενου νέου υλικού τους, θα έχουμε μια σειρά συναυλιών εντός και εκτός συνόρων, αλλά ακόμη είναι νωρίς να ειπωθεί κάτι παραπάνω.

 

 

Σειρά έχουν οι Αρχή του Τέλους. Ο προγραμματισμός βέβαια για τα ημεδαπά σχήματα δεν ήταν ποτέ το φόρτε τους, αλλά υπάρχει νέο υλικό της μπάντας και η διάθεση να το κυκλοφορήσει σε μορφή άλμπουμ μέσα στο νέο έτος. Ας θωρακιστούμε επ’ αυτού όμως με την κατάλληλη υπομονή, καλού κακού. Τώρα, για τους Youth Crusher, στη σύνθεση των οποίων συναντάμε μέλη των Cut Off, τα πράγματα είναι πιο απλά καθώς ανακοινώθηκε ότι σύντομα θα βγει το νέο demo EP της μπάντας ως συνέχεια της αντίστοιχης περσινής κυκλοφορίας τους. Επίσης στο πρόγραμμα τον Μάρτη είναι μια περιοδεία στην Ανατολική Ακτή των Η.Π.Α., οπότε ας ελπίσουμε να μην τους κρατήσουν εκεί οικόσιτους!

 

 

Υπάρχει μια μπάντα, σίγουρα όχι η μοναδική, που αποδεικνύει τη φιλόξενη φύση της Αθήνας η οποία συνοψίζεται στην εξής φράση: “έρχεσαι να μείνεις για λίγο και περνάς όλη σου τη ζωή εδώ χωρίς να το καταλάβεις”. Τα μέλη των Ομίχλη έχουν ως τόπο καταγωγής τη Θεσσαλονίκη, αλλά πλέον μένουν μόνιμα Αθήνα και δουλεύουν πάνω στο νιοστό άλμπουμ τους, το οποίο αναμένεται να βγει χοντρικά πριν το καλοκαίρι.

Για κλείσιμο έχουμε ένα πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα και την πρώτη του κυκλοφορία, δείγμα ότι αυτή η πόλη δεν θα κουραστεί ποτέ να εκκολάπτει το νέο. Νέο με τη μορφή του παλιού βεβαίως, μιας και οι Chain Cult, που αποτελούνται από μέλη των Αρχή του Τέλους, Dirty Wombs και Conspiracy Of Denial, παίζουν αυτό το σκοτεινό και γρήγορο post-punk το οποίο ως ρετρό άκουσμα έχει πέραση αυτές τις ημέρες. Για αυτόν τον λόγο χρειάζεται μια τέτοιου ύφους κυκλοφορία να εμπεριέχει κάτι το ιδιαίτερο για να ξεχωρίσει από τον σωρό, αν και βέβαια οι ομοιότητες με τον ήχο των Nervosas μόνο ως θετικό στοιχείο μπορούν να καταγραφούν. Η επίσημη, μάλιστα, ημερομηνία κυκλοφορίας ως η πρώτη Γενάρη υποδηλώνει τους καλύτερους οιωνούς για μια χρονιά στην οποία όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον μας σε αυτή την πόλη που ζούμε.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

The Matter Of A – Αnomalous (schizomous records)

Σχεδόν έναν μήνα πριν τη λήξη του έτους (που μας άφησε), έλαβα αυτό το debut album για ακρόαση και κατ’ επέκταση την αποτύπωση των ακουστικών μου εντυπώσεων. Η επίσημη κυκλοφορία του το θέλει στις 19 Ιανουαρίου να εμφανίζεται παντού. Δεν θα μπορούσα να κάνω την πρώτη μου γραπτή εμφάνιση με κάτι λιγότερο από περίεργο, underground, σκοτεινό αλλά πάνω από όλα πολωνικό. Η μουσική σκηνή που έχω λατρέψει όσο καμιά άλλη. Μουσικές κατευθύνσεις Anathema, Fields Of The Nephilim, Alternative 4, Katatonia για να ξέρεις αν θα πατήσεις το play ή όχι. Για να διαλέξεις αν θα πέσεις μαζί του ή θα κρυφτείς σε κάποια γωνιά.

O συνιδιοκτήτης του avant black metal σχήματος Misanthropic Rage βάζει στην άκρη για λίγο τη μισανθρωπία του και βγάζει μπροστά το νέο του project The Matter of A με νέους πειραματισμούς και ποικιλόμορφους ήχους. Ένα album που αφήνει πίσω τις home-made studio δουλειές του, αφού βγαίνει μέσα από το Serakos Studio, επίσημα και επαγγελματικά. Ο Artur Jankowski θα ανοίξει τη μουσική χρονιά μου. Ένα ταλέντο που εξωτερικεύει τον ψυχισμό του με μουσικές συνθέσεις, lyrics, παίξιμο όλων των μουσικών οργάνων και τοποθετώντας τα φωνητικά σε μια υψηλότερη βαθμίδα σύγκρισης. Πότε ψιθυριστές εξομολογήσεις, πότε απεγνωσμένα ουρλιαχτά και άλλοτε υπνωτικοί μονόλογοι. Ακροβατεί σε γοτθικούς ρυθμούς, μεταλλικούς ήχους και industrial feeling. Όλα αυτά τα κάνει μόνος του. Μια διαδρομή επτά κομματιών που σε πετάει από τη μιαν άκρη στην άλλη χωρίς να λογαριάσει πόσο θα σε σκίσει. Μεγάλη στιγμή στο Anomalous το “Deeply Inside”, που μου έφερε κατάφατσα τη μελαγχολία και την απόγνωση των παλιών καλών Anathema εποχών.

Στο album αυτό θα έχεις πολλά να ανακαλύψεις. Ξεφεύγει από τα τυπικά στιλ και είδη μουσικών ιδιωμάτων. Δεν χαρακτηρίζεται εύκολα με μία λέξη. Συλλέγει στοιχεία από αρκετές μουσικές σκηνές. O προοδευτισμός είναι διάχυτος. Θα ακούσεις metal (death – black) στοιχεία. Post rock/metal στιγμές με πραγματικά υπέροχες κιθάρες, όπως συμβαίνει στο “My Vibe Today”. Ο Jankowski καταφέρνει να κάνει ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό. Να ξεπεράσει ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα ηλεκτρονικά σκοτάδια του, όπως συμβαίνει στο “When Possibilities Αre Exhausted”. Στο “The Third Eye” πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα americana θορυβώδες κομμάτι, με ένα εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο και τα φοβερά φωνητικά του Jankowski, που εκτός του ότι είναι χαρακτηριστικά βγάζουν το είναι του σε όποια κατάσταση κι αν είναι αυτό. Κρατάω όλα αυτά και βάζω πάνω από όλα το βαρύ συναίσθημα που διέπει το άλμπουμ, παρέα με την καταπληκτική παρουσία του σαξόφωνου.

Υπάρχουν λόγοι που θα μου σταθεί αυτό το άλμπουμ σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές μου τον καιρό αυτό. Βγάζοντας ό,τι κατακάθι πίκρας, αρνητισμού, θλίψης έχει απομείνει, δίνει στο “δηλητήριο” μια άλλη υπόσταση. Ο νεαρός Jankowski ανοίγει τη χρονιά περίφημα (αν μπορεί κάποιος να το πει κι έτσι). Ο ρομαντισμός εκπνέει εκεί που οι δύσκολες στιγμές παίρνουν κεφάλι και απλά έρχεσαι αντιμέτωπος με ό,τι σε διαλύει, σε καταστρέφει, σε φτάνει στον πάτο και από κει πρέπει να πάρεις –για ακόμα μια φορά– δύναμη και κουράγιο και να βγεις στην επιφάνεια και να αναπνεύσεις. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, αλλά σίγουρα όχι και η τελευταία.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Against a silent 2017 – This year’s top records

Άλλη μια χρονιά έφτασε στο τέλος της και άλλη μια φορά φαίνεται ότι δεν πήγε στράφι η αναζήτηση νέων μουσικών εκ μέρους μας. Φέτος, περισσότερο από άλλη χρονιά και περνώντας διάφορες φάσεις ως συντακτική ομάδα του ats, φτάσαμε να ασχολούμαστε ενδελεχώς με πολλά και διαφορετικά μουσικά είδη, αφουγκραζόμεν@ τη μουσική πραγματικότητα γύρω μας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ποικιλία στα άλμπουμ που επιλέξαμε ως τα κορυφαία του 2017. Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των γούστων μας, κοινός τόπος των επιλογών μας είναι η σχεδόν καθολική έλλειψη δίσκων από τα επονομαζόμενα μεγάλα ονόματα. Αντιθέτως, βρέθηκαν στις σχετικές λίστες μας πολλά νέα ονόματα κυρίως από το underground, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, τα οποία έκαναν φέτος τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα, αν όχι το πρώτο τους. Εξάλλου, και στην ίδια τη φετινή ύλη του ats το κύριο βάρος δόθηκε στο νέο και όχι στο παλιό, το οποίο ως μια μορφή στείρας νοσταλγικότητας εμφανίζεται είτε σε μορφή νέων κυκλοφοριών παλιών συνταγών, είτε σε αυτήν επανεκδόσεων που πλέον αποτελούν και το τυράκι στη φάκα του εμπορίου.

Σίγουρα δεν έχουμε καλύψει ολόκληρη την γκάμα του νέου ήχου σήμερα, αλλά (και) αυτές οι λίστες είναι μέρος μιας συνεχούς προσπάθειάς μας να τον αντικατοπτρίσουμε όσο γίνεται πιο πιστά και χωρίς παρωπίδες. Επίσης, εκφράζουν όχι μόνο τις προσωπικές μας μουσικές αδυναμίες για φέτος, αλλά παράλληλα και την προσπάθεια ανίχνευσης των προμηνυμάτων που θα καθορίσουν το αύριο στη μουσική. Ένα αύριο που δεν είναι τελικά τόσο μακρινό όσο νομίζουμε και που στηρίζεται στις συμπράξεις (βλ. χαρακτηριστικά την ύπαρξη πολλών γκρουπ και συνεργασιών σε αντιδιαστολή με τα προσωπικά άλμπουμ στις λίστες), το πάντρεμα ιδεών και την εξωτερίκευσή τους. Ας αφήσουμε λοιπόν να παίξει δυνατά μουσική απέναντι σε ένα φιλήσυχο 2017 και ας ευχηθούμε, ευχαριστώντας σας για τη στήριξη, για ένα πλούσιο σε συγκινήσεις 2018, από μουσικής και όχι μόνο άποψης.

 

1. Ex Eye – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Exquirla – Para Quienes Aun Viven (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Leprous – Malina (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. 1476 – Our Season Draws Near (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Junius – Eternal Rituals For The Accretion Of Light

Kudos: Alfa Mist – Antiphon (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1. Wolves in the Throne Room – Thrice Woven (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Amenra – Mass VI (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. Converge – The Dusk In Us

5. Ulver – The Assassination Of Julius Caesar

Kudos: Rope Sect – Personae Ingratae (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

ichie

 

1. Kevin Morby – City Music

2. Rhiannon Giddens – Freedom Highway

3. Nadine Shah – Holiday Destination

4. Feist – Pleasure

5. Priests – Nothing Feels Natural (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Vagabon – Infinite Worlds (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Φανή Κ.

 

1. Throane – Plus Une Main à Mordre (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godflesh – Post Self

3. Bell Witch – Mirror Reaper

4. Taake – Baktanker

5. Thantifaxath – Void Masquerading As Matter

Kudos: Wormwood – Mooncurse

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

1. Arca – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Drab Majesty – The Demonstration (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Demen – Nektyr (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Bagarre Générale – Tohu-bohu (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Second Still – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

1. Sollertia – Light

2. Amplifier – Trippin’ With Dr. Faustus

3. 1476 – Our Season Draws Near

4. DooL – Here Now There Then

5. Leprous – Malina

Kudos: Lör – In Forgotten Sleep (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson