Live Nihvek

Πέμπτη βράδυ στο κέντρο μιας πόλης άστατης. Όλος ο κόσμος φαινόταν να τα “έχει πάρει” για κάποιο δικό του λόγο, πάντως όχι για κάποιο κοινό, αλλιώς θα είχαμε βρει όλοι μαζί τη λύση. Προσωπικά, τα τελευταία νέα από τη Βόρεια Ελλάδα με τις εκδηλώσεις ρατσισμού ακόμη και από πιτσιρικάδες με έκαναν να νιώθω άβολα ως προς την οποιαδήποτε επαφή με το έξω, το οποίο απέχει χιλιομετρικά από το βορρά αλλά κοινωνικά είναι τόσο πολύ κοντά. Από την άλλη βέβαια, καθώς μιλάμε για την περιοχή της Ομόνοιας, αυτό το έξω επρόκειτο να είναι γεμάτο με πρόσωπα που είναι δυνητικά οι δέκτες του προαναφερόμενου χυδαίου μίσους και λειτουργούν ως ένα αντίβαρο απέναντι στην κοινωνία που οι φασίστες επιθυμούν να έχουν. Καμιά φορά, λοιπόν, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεις ότι δεν είναι όλα μουσική και πως υπάρχουν πλευρές της καθημερινότητας που την ξεπερνάν κι εσύ οφείλεις να να μην τις αφήσεις να ξεπεράσουν και σένα μαζί.

Σε αυτή τη συγκυρία, η εμφάνιση της Liz Harris, ως Nihvek αυτή τη φορά, στην Αθήνα δεν αποτελούσε κάτι το καταπραϋντικό, αλλά μάλλον κάτι το περαστικό. Βέβαια, όταν η πρώτη συναυλία της σεζόν για τον γράφοντα ανήκει σε μια μουσικό, που έχει αποθεωθεί από τον ίδιο σε σχεδόν κάθε τελευταία της κυκλοφορία, την λες και δώρο. Για την ακρίβεια επρόκειτο για ένα σχετικά δαπανηρό δώρο, με το αντίτιμο να ξεπερνά το ψυχολογικό όριο του “τσοντάρουμε κι εμείς για να βγει το αεροπορικό της εισιτήριο”. Επίσης, ο “κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος” της Διπλάρειου σχολής δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια μεγάλη,στενόμακρη αίθουσα, η οποία δημιουργούσε την εντύπωση ότι μερικές φορές ο μινιμαλισμός φέρνει πιο πολύ σε προχειρότητα, παρά σε άποψη.

Η Liz μπροστά σε διψήφιο αριθμό ακροατηρίου εμφανίστηκε με αυτοπεποίθηση παρουσιάζοντας το φετινό της άλμπουμ, το οποίο, για να πούμε την αλήθεια, “πέρασε και δεν ακούμπησε” σε μια, έτσι κι αλλιώς, πλούσια μουσικά χρονιά. Επί τω έργω, όμως, δεν πολυφάνηκε η αδυναμία του άλμπουμ, καθώς αυτό που ακουγόταν ζωντανά ήταν έντονα ατμοσφαιρικό και κατά στιγμές απόλυτα υποβλητικό. Σίγουρα σε αυτό βοήθησε το γεγονός ότι βλέπαμε τον τρόπο που χειρίζεται τα δικά της μέσα για να βγάλει τους ήχους αυτού του δύσκολου άλμπουμ, όπως επίσης και η επιλογή της να κόψει τα κουραστικά του σημεία. Το αποτέλεσμα, βέβαια, ήταν να διαρκέσει η συναυλία μόλις 45 λεπτά, κάτι που μετρίασε αρκετά τις θετικές μας εντυπώσεις.

Η έξοδος, τέλος, στην άδεια πλατεία Θεάτρου σε μια ώρα που άλλες συναυλίες ξεκινούν, δημιουργούσε μια αμηχανία, καθώς θύμιζε ένα κενό θεατρικό σκηνικό, το οποίο περιμένει το δικό του κύμα gentrification. Όλοι και όλα κάτι περιμένουν εξάλλου κι αν εμείς περιμέναμε η μουσική εκείνης της βραδιάς να δώσει την απάντηση σε κάτι, θα κάναμε εξαρχής λάθος.

Μπάμπης Κολτράνης

Oiseaux-Tempête – From Somewhere Invisible (sub rosa)

oiseaux-tempete.fromsomewhereinvisible.againstthesilence

Ο 4ος δίσκος των OISEAUX-TEMPÊTE συνεχίζει και ταυτόχρονα συμπυκνώνει το ύφος τους, που θα μπορούσε – κάπως άτσαλα – να ονομασθεί λυτρωτική σκοτεινιά, τραβώντας κάπου αλλού το post-rock ιδίωμα. Η όποια λύτρωση δεν επιτυγχάνεται εδώ με κρεσέντα και εκφορτίσεις που φέρνουν γαλήνη, αλλά με αργή, ατμοσφαιρική και ενίοτε, σχεδόν doom ύφους μουσική εναιώρηση. Όπως και στους GYBE (στο στούντιο των οποίων έγινε η ηχογράφηση), η μουσική δένεται με τραγούδι ή πρόζα ενίοτε έντονα πολιτική, αφού στη δισκογραφική διαδρομή τους ακούμε συχνά αποσπάσματα του Τσόμσκι και του Ζίζεκ, συνθήματα από το αναρχικό μπλοκ στην Ελλάδα, ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική, καθώς και τραγούδι ή απαγγελία ποιημάτων στα αραβικά.

Θα κάναμε λάθος αν θεωρούσαμε όμως, τους Γάλλους OT κάτι σαν μουσικούς «πολίτες του κόσμου», καθώς διεκδικούν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: την πολιτεία του απόκοσμου μέσα στον κόσμο. Το εξώφυλλο του άλμπουμ μας εισάγει με έναν πρώτο τρόπο στη θεματική του, με μια φωτογραφία από τη σειρά ressac του Damien Daufresne. Η λέξη αυτή δηλώνει το κύμα που αναπηδά έχοντας χτυπηθεί με τα βράχια σε αντίθετη κατεύθυνση από την αρχική του, δηλώνοντας μια κίνηση επαναπροσέγγισης του ίδιου που παράγει το διαφορετικό. Οι γεμάτες γρέντζο ανθρώπινες ( ; ) φιγούρες που στέκονται έξω απ’ την είσοδο αγκαλιασμένες μοιάζουν να έχουν μόλις ξεβραστεί απ’ το κύμα ή η αγκαλιά τους να ΄ναι αυτό που έχει απομείνει απ’ το κύμα. Όμως, ποιος αγκαλιάζει ποιόν; Είναι άραγε οι φιγούρες δύο;

Ο δίσκος ξεκινάει με το πολύ δυνατό «He Is Afraid And So Am I», όπου με βαρύ ροκ, γεμάτο με νουάρ δολοφονική ένταση και τρόμο μας εισάγει στην σύγχρονη αποξένωση, διαρκή, παρανοϊκή, πανταχού παρούσα, με αδιόρατη μουσικά κλιμάκωση. Αυτή δεν εμφανίζεται τόσο στην ίδια τη μουσική, που χτυπάει και αποσύρεται, και χτυπάει και αποσύρεται σαν τρομερό κύμα, ξανά και ξανά, αλλά μόνο στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «He Is Quiet And So Am I» του Mahmoud Darwish, στο οποίο έχει βασιστεί η σύνθεση τους. Πρόκειται για μια ποιητική παρουσίαση της περίφημης συνάντησης του Εαυτού με τον Άλλον. Τον άλλον που φοβάται, όπως φοβάται και αυτός, τον άλλον που μένει σιωπηλός, όπως μένει και αυτός, γιατί -ίσως- ο άλλος είναι δολοφόνος. Μα ίσως ο Άλλος δεν υπάρχει, ίσως ο Αλλος είναι ένας καθρέφτης, ένας περαστικός, κι ο δολοφόνος είναι εμείς … αυτός.

Μετά από ένα αναγκαία ηπιότερο πέρασμα-αναζήτηση με το κομμάτι «σε στραβή πτήση στις τσουλήθρες του ουρανού», προσγειωνόμαστε στο μελοποιημένο ποίημα «Εμείς [που σκορπιστήκαμε σε θραύσματα]» του Σύριου Ghayath Almadhoun. Υπό την υπόκρουση πολεμικών ντραμς και σειρινιστικής ηλεκτρικής έντασης, ο ποιητής «απολογείται» (προφανώς ειρωνικά) εκ μέρους των προσφύγων στο πολιτισμένο κόσμο. Απολογείται που «τύπωσαν» τα διαμελισμένα τους κορμιά στη λευκή ξεχασιάρα μνήμη των ολόκληρων ανθρώπων, καθώς και όλο το υπόλοιπο δράμα που – ω, δυστυχία – είναι αναγκασμένοι οι δυστυχισμένοι να προκαλέσουν σε εκείνους που δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν τίποτα.

Τα επόμενα δύο κομμάτια «Weird Dancing in All Night [I & II]» είναι ορχηστρικά με αρκετά αυτοσχεδιαστικό ύφος, μεταφέροντας την αίσθηση μιας σκοτεινής ηλεκτρικής/ηλεκτρονικής μέθεξης, συνεπικουρούμενη από το τέμπο των κρουστών.

Ο ξένος, οι πρόσφυγες και τέλος το κοράκι. Η αορατότητα, το γρέντζο του απορρίμματος, η σκοτεινιά. Ο φετινός – φθινοπωρινός – τους δίσκος, παίρνει τον τίτλο του, καθώς και τους τίτλους τριών από τα εφτά κομμάτια του από το ποίημα «η ονομασία ενός κορακιού», του Κινέζου Γιού Τζιάν. Έρχεται «από κάπου αόρατα» συνοδευόμενο από το μελαγχολικό και αναστοχαστικό ηλεκτρικό βιολί της Jessica Moss, κάνοντας τον ποιητή να ανακρούσει, να γυροφέρει, να ξενιστεί με τη παιδική του ηλικία, με το κοράκι. Με το «κοράκι που έχει κουρνιάσει στην καρδιά», με το κοράκι αποδιοπομπαίο τράγο, με το κοράκι που περνάει απ’ το ομιλητικό στο ολιγομίλητο και από εκεί στο αμίλητο, κάθε που ο ποιητής, οι μουσικοί, εμείς, προσπαθούμε να το πιάσουμε, να το ονομάσουμε. Εμείς που τα χέρια μας είναι «καλυμμένα με τους χοντρούς κάλους της γλώσσας», κι εκείνο «όχι πουλί/ κοράκι» που φεύγει απ’ το ποίημα «σε στραβή πτήση στις τσουλήθρες του ουρανού». «Έξω απ’ το βλέμμα», στίχος και επίσης, τίτλος του τελευταίου κομματιού του άλμπουμ, με τις παραμορφωμένες κιθάρες της μπάντας να αποδίδουν με ήρεμη, αλλά και στοχαστική διάθεση τα προφητικά κρωξίματα που η μουσική, η ποίηση προσπαθεί πάντα ανεπαρκώς να μεταγράψει, τα οποία πάντως δεν φοβάται πια…

OISEAUX-TEMPÊTE‘s fourth album continues and at the same time condenses a style that could – somewhat inappropriately – be called redemptive darkness, pulling the post-rock genre elsewhere. Redemption is achieved here neither with crescents nor serene discharges, but with slow, atmospheric, and sometimes, almost doom-style musical suspensions. As with GYBE (whose studio was used to record the album),intense political songwriting or prose is used, so we often hear, along with the music, excerpts from Chomsky and Zizek, slogans from the Greek anarchist block , orthodox church music, as well as singing or reciting poems in Arabic.

We would be wrong, however, if we considered the French OT to be musicians of “the citizens of the world” style as they are claiming far more than that: the eldritch state within this world. The album cover introduces us to the theme, with a photo from Damien Daufresne’s ressac series. This word signifies the wave that bounces having hit the rocks in the opposite direction from its original, denoting a movement of re-approaching itself by producing something different. Dirt and rough human figures standing in front of the entrance hugging each other seem to have just been washed out by the wave or their embrace seems to be what is left of the wave. But who hugs whom? Are there two figures?

The album begins with the very powerful song “He Is Afraid And So Am I”, where heavy rock music, full of noir murderous intensity and terror, introduces us to modern alienation, constant, paranoid, omnipresent, with an invisible musical escalation. It is not so apparent in the music itself, that like a terrible wave strikes and retires again and again, but only in the last verses of Mahmoud’s ” Darwish poem on which the song is based. This is a poetic display of the famous encounter of Oneself with the Other, the other who is scared, as he, the other who is silent, as he, because the other may be a murderer. But the Other may does not exist, maybe he is a mirror, a passerby, and the killer is us …or he.

After a much needed milder passing with the track “In Crooked Flight on the Slopes of the Sky,” we land on the melodious poem “We, Who Are Strewn about in Fragments” of the Syrian poet Ghayath Almadhoun. Against the background of war drums and screeching electricity, the poem is an apology (ironical apparently) on behalf of refugees in the civilized world. The poet apologizes for their broken bodies that “imprinted” on the white, forgetting memory of people, as well as all the rest of their drama that – oh, misfortune – these dejected people are forced to inflict on those who are unwilling to do anything.

The next two tracks “Weird Dancing in All Night [I & II]” are instrumental in a rather improvisation style, conveying the feeling of a dark electric / electronic methexis, especially aided by the percussion tempo.

The stranger, the refugees and finally the crow. The invisibility, the dirt and rough of garbage, the darkness. Their new – autumn released-album takes its title, as well as the titles of three of its seven tracks from the poem “The Naming of the Crow” by the Chinese poet Yu Jian. The title song “From Somewhere Invisible” accompanied by Jessica Moss’s melancholically reflective electric violin is making the poet recoiled, prowled, and startled with his childhood, with the crow. With the crow that “perches in the wilds of my heart”, with the crow as a scapegoat, with the crow passing from voluble to reserved, and from there to silent, wherever the poet, the musicians, we ourselves, strive to get it and name it. Those of us whose hands are “covered in the thick calluses of language” against “not a bird / crow” that departs from the poem “In Crooked Flight on the Slopes of the Sky”. “Out of Sight”, are the lyrics and also the title of the album’s last track, with the distorted guitars of the band delivering in a calm but thoughtful way the prophetic squeaks that music and poetry always try to transcribe without being afraid anymore …


Dimitris K

Six Steps Above The Earth – Step 5 (self-released)

Όλα είναι ήχος. Κάπου το έχουμε ξαναγράψει, κάπου το έχετε ξαναδιαβάσει και κάπως, αποτελεί μια πραγματικότητα που απασχολεί όλες τις σύγχρονες μπάντες. Όχι αδίκως, θα έλεγα, καθώς είτε αποδεικνύεται από το παρελθόν ότι ο ήχος αποτελεί ένα βασικό συστατικό μιας δουλειάς που θα αντέξει στο χρόνο, είτε αυτός θα κάνει να ξεχωρίσει κάτι σήμερα, με την έννοια ότι σαφώς και “όλα” έχουν παιχτεί, αλλά το θέμα είναι το πώς έχουν παιχτεί! Οι SSATE το γνωρίζουν καλά αυτό και μάλιστα, στα συν του σχήματος είναι ότι παρακολουθούν και το τι συμβαίνει μουσικά έξω, χωρίς να παγιδεύονται σε κάτι συγκεκριμένο.

Μια απόδειξη είναι η νέα τους κασετική κυκλοφορία που περιέχει δύο συνθέσεις, οι οποίες αρχικά ξεχωρίζουν στυλιστικά από το υπόλοιπο τους υλικό και επίσης, χαρακτηρίζονται από ένα νεύρο που σπάνια συναντάται στα μέρη μας. Αν η πρώτη σύνθεση θυμίζει αρκετά δουλειές των Sunn O))) και η δεύτερη παλιές δουλειές των Nadja, δε σημαίνει ότι υπάρχει κάποιου είδους αντιγραφή. Με ένα μυστικό τρόπο, πιο πολύ συνδέεται ετούτο το υλικό με τις προηγούμενες τους κυκλοφορίες, παρά με κάτι άλλο. Δεν ξέρω, βέβαια, αν αυτός ο καλοφτιαγμένος, αλλά ψυχρός μινιμαλισμός τους, μπορεί να οδηγήσει σε κάτι, πέρα από μία περιπλάνηση. Αυτή λοιπόν, συνεχίζεται και στο πέμπτο τους βήμα, το οποίο ούτε καταλήγει κάπου συγκεκριμένα ούτε όμως είναι αυτός ο σκοπός του.

Μπάμπης Κολτράνης

Live Drab Majesty/Data Fragments

Αφού είδαμε ζωντανούς τους Drab Majesty στις 11 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους, είπαμε να γράψουμε και λίγα πράγματα περί των εντυπώσεων μας, ασχέτως της βαρεμάρας που έχουμε ήδη αναφέρει.

Παρασκευή βράδυ, περιπλανώμενοι στη πόλη μας μέχρι και το TEMPLE, παρατηρήσαμε για μία ακόμη φορά το αποξενωμένο πλήθος -συλλέκτη εμπειριών του Athens by night να κινείται χαοτικά μέσα στους προδιαγεγραμμένους (!;) δρόμους διασκέδασης, προσπαθώντας να ξεφύγει/κρυφτεί από τα μελαγχολικά αδιέξοδα του εγκλωβισμένου χρόνου-τόπου.

Καταλάβαμε, πως αρκετοί από αυτούς τους ανθρώπους βρέθηκαν μαζί μας σε αυτό το παράλληλο μονοπάτι. Από τις προηγούμενες εμφανίσεις του συγκεκριμένου σχήματος, το κοινό αυξήθηκε αρκετά, σχεδόν διπλασιάστηκε (σε σημείο που έπρεπε να προσπαθήσεις κάπως, για να βρεις τη σωστή θέση παρατήρησης της σκηνής, χωρίς ενοχλήσεις).

Για να μην μακρηγορούμε όμως, το support συγκρότημα από την Αθήνα, οι Data Fragments (που έχουν  ξαναβρεθεί στην ίδια σκηνή με τους D.M.) έδειξαν να κερδίζουν το έτοιμο κοινό για μια ακόμη φορά και παίζοντας για αρκετή ώρα το τελευταίο τους πόνημα. Η τριμελής cold wave, darkwave μπάντα μετέφερε θραύσματα από το σχετικά κοντινό μουσικό παρελθόν. Από την αλά Bauhaus σκηνική παρουσία τους, μέχρι και τις αλά Asylum Party μελωδίες και ρυθμούς στο drum machine τους, κατάφερε τελικά να πείσει πως αξίζει αισθητικά/νοηματικά το όλο concept.

Οι Drab Majesty εμφανίζονται πάντοτε μεταμφιεσμένοι και τώρα-μετά από λίγο,  με λευκό μακιγιάζ-γυαλιά ηλίου και λευκά στρας ρούχα, με φόντο πίσω από την σκηνή την απλωμένη βεντάλια που κρύβει το πρόσωπο κάτω από τα μάτια και θυμίζοντας performance τύπου Ziggy Stardust και Residents. Το άφυλο, αρχέγονο, sci-fi ντουέτο των Deb Demure και Mona D, άνοιξε ατμοσφαιρικά την παρουσία του με το “A Dialogue”, τραγούδι εισαγωγή στο νέο δίσκο τους και κατάφεραν να σε οδηγήσουν μέσα στο μυστικιστικό ’80s σύμπαν τους με πολύ ιδιαίτερο synth τρόπο . Αυτό συνέβη, λόγω της αρμονικής συνύπαρξης τόσο των εκλεπτυσμένων στιχουργημάτων τους, όσο και της μελωδικής «ονειρικότητας» από άλλη διάσταση.

Έχουν καταφέρει εν τέλει, να συνθέσουν με πολύ προσωπικό τρόπο τις όποιες τους καταβολές, χωρίς να τις πλαστογραφούν πάνω στη σκηνή. Η τεχνική μουσική απόδοση στην υπηρεσία της αισθαντικότητας, πάνω σε dream pop και shoegaze μονοπάτια ευαισθησίας.

Έπαιξαν το μεγαλύτερο μέρος του φετινού “Modern Mirror” με το κοινό να απολαμβάνει ιδιαίτερα το “Noise of the Void” και τα πιο αγαπημένα κομμάτια από το “The Demonstration” και το “Careless”, όπως τα τραγούδια “everything is sentimental” και “39 by Design”. Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ήδη όμως,  αρκετό.

NIKOPOL

A-Sun Amissa – For Burdened and Bright Light (gizeh records)

Η πάλη ανάμεσα σε δίπολα είναι διαχρονική και δύσκολη, μιας και οι αντιθέσεις είναι υπαρκτές, ενίοτε δε, μας κατακλύζουν. Είναι το φως με το σκοτάδι, η χαρά με την μελαγχολία, το στιγμιαίο με το αέναο. Και πως να εκφράσεις την οξύμωρη συνύπαρξή τους, πως να μιλήσεις για αυτές, πως να τις παρακολουθήσεις. Η νοητή θέαση των αντιθέσεων φέρνει στο νου την παραγωγή εικόνων στις κινηματογραφικές ταινίες, εκείνες που παράγονται από τη μπομπίνα, το φιλμ της οποίας κινείται με τόση ταχύτητα, εναλλάσοντας τα καρέ των εικόνων με τόση γρηγοράδα, δημιουργώντας την (ψευδ)αίσθηση της κίνησης μέσα από αυτήν τη στιγμιαία ακινησία.

Τα δύο τραγούδια του 5ου άλμπουμ των A-Sun AmissaFor Burdened and Bright Light, θυμίζουν δύο μεγάλα κινηματογραφικά πλάνα. Κάθε ένα από αυτά διηγείται μια αυθύπαρκτη ιστορία, λειτουργώντας ωστόσο, αλληλοσυμπληρωματικά. Ο πειραματισμός, οι παραμορφώσεις, οι ηλεκτρονικές υφές συνυπάρχουν με τα στοιχεία της dark-ambient, του post-rock (ενίοτε και του doom), με τον ξεκάθαρο ήχο του κλαρινέτου της Claire Knox να γίνεται «ένα» με τη δημιουργία. Ο Richard Knox πειραματίζεται και εξερευνά προσφέροντάς μας μια μελαγχολική μελωδία, με εναλλασόμενες στιγμές έντασης και ηρεμίας. Το άλμπουμ ακροβατεί στα δίπολα δημιουργώντας εικόνεςׄ σαν να παρακολουθεί ο ακροατής ταινία βωβού κινηματογράφου, χωρίς λόγια, αλλά τόσο πλούσια σε νοήματα, προκαλώντας μας να αναρωτηθούμε πόσα πράγματα μπορούν να ειπωθούν χωρίς να να αρθρώσεις ούτε μια λέξη.

The fight between dipoles has always been a difficult affairꓼ as opposites are real, and sometimes they overwhelm us. It is the light and the dark, the joy and the melancholy, the instant and the eternal. It’ s not easy to express their life-long coexistence, to talk about them, to watch them. The imaginative view of contrasts brings to mind the production of images in film produced by the bobbinꓼ the film moves so rapidly, alternating the frames of images with such rapidity, creating the (false) sense of motion through this momentary stillness.

The two long-running songs on A-Sun Amissa ‘s 5th album For Burdened and Bright Light are reminiscent of two great movie scenes. Each one of them tells a story of its own, complementary to the other. Experimentation, distortions, electronic textures coexist with elements of dark-ambient, post-rock and sometimes doom, with Claire Knox’s clarinet becoming an integral piece of the creation, keeping its sound clear. Richard Knox is experimenting and exploring, offering us a melancholic melody, with alternating moments of tension and calm. The album stomps on dipoles creating images as if someone was watching a silent movie without words but so rich in meaning that it makes us wonder how many things can be said without a single word.

Sylvia Ioannou

Carla dal Forno – Look Up Sharp (kallista records)

Στην ερώτηση ποιά είναι εκείνα τα ονόματα που ξεχωρίζουν σήμερα στη μουσική, κατά την ταπεινή μου άποψη, το όνομα της Carla δεν μπορεί να λείπει από τη λίστα της σχετικής απάντησης. Το υλικό στο προ τριετίας ντεμπούτο της, καθώς και στο EP που ακολούθησε ακούγεται φρέσκο και ελκυστικό, κλείνοντας την απόσταση μεταξύ του τρόπου έκφρασης της και του τρόπου που εμείς το αντιλαμβανόμαστε. Πάνω-κάτω ισχύουν τα ίδια και για το νέο της άλμπουμ κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε απολύτως θετικό, ούτε απολύτως αρνητικό.

Σίγουρα υπάρχει μια γερή διάθεση να εμπλουτίσει τον ήχο της περισσότερο σε σχέση με τα προηγούμενα της, αν και η μονοσήμαντη φύση των συνθέσεων της δεν επιτρέπει πολλά-πολλά. Θα έλεγα επίσης, ότι υπάρχει μια σκοτεινότερη επίχρωση στα κομμάτια της από όσο μας είχε συνηθίσει, αποτέλεσμα μάλλον της διαβίωσης της σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως το Βερολίνο πριν και τώρα το Λονδίνο. Όλα αυτά όμως, δημιουργούν ένα πανομοιότυπο μοτίβο που διατρέχει όλο το δίσκο, με το νεύρο να απουσιάζει παντελώς. Στο τέλος όμως, όλο αυτό λειτουργεί -έστω στα συγκεκριμένα πλαίσια του- με τις αρκετές όμορφες στιγμές που διαθέτει, ως ένα γοητευτικό υπνωτικό, κάνοντας το Look Up Sharp να αποφεύγει τα όποια μανιχαϊστικά συμπλέγματα που χαρακτηρίζουν -ως επί τω πλείστον- τις δισκοκριτικές.

If you are wondering about the names that stand out in music today, in my humble opinion, Carla’s name cannot be missing from the list of relevant answers. The material in her three years ‘ s ago debut, as well as the ensuing EP, sounds fresh and engaging, closing the gap between the way she expresses herself and the way we perceive her. The same happens, less or more, in her new album and that’s not necessarily either positive or completely negative.

There is certainly a strong disposition to enrich her sound more than her predecessors, although the univocal nature of her compositions is not going to this direction. I would also say that there is a darker essence on her pieces than we were used to, perhaps as a result of her living in big urban centers, such as Berlin before and now in London. All these, however, create an identical pattern throughout the album, with the nerve completely absent. But in the end, all this works – at least in its particular context – with its many beautiful moments, as a charming hypnotic, making Look Up Sharp avoid any Manichaean clusters that characterize mostly the album‘ s reviews.

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

DIIV – Deceiver (captured tracks)

Οι DIIV επιστρέφουν δισκογραφικά, μετά το προ τριετίας άλμπουμ τους, το οποίο τότε είχα βγάλει δίσκο της χρονιάς. Σχεδόν τίποτα δεν φαντάζει το ίδιο για εκείνους, όπως πριν κι αυτό το σχεδόν τίποτα, είναι για καλό! Ακούγοντας το νέο τους πόνημα, νιώθεις τη μπάντα να έχει κυριεύσει το δικό της ήχο, που εντάξει, δεν είναι ολοδικός της, αλλά ακούγοντας τον, καταλαβαίνεις αμέσως σε ποιον ανήκει. Μπορεί οι επιρροές να έρχονται και να παρέρχονται, (βλ. εδώ My Bloody Valentine), αλλά οι καλογραμμένες μελωδίες, τα δεμένα παιξίματα και αυτή η ελαφριά δόση μελαγχολίας στη μουσική τους παραμένει αναλλοίωτη και, ίσως να ακούγεται εδώ στην πιο επιτυχημένη της μορφή.

Όπως συνέβη και στον προκάτοχό του, κανένα κομμάτι του Deceiver δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στο Is The Is Are κι αυτό, όχι μόνο λόγω κάποιας ωρίμανσης, αλλά γιατί το μοναδικό στοιχείο που έλειπε συνειδητά στο προαναφερόμενο άλμπουμ, το στοιχείο της έκρηξης, δηλαδή, εδώ εκχύνεται από παντού. Αλλά δεν είναι μόνο ο ήχος ή η δυναμική διάθεση της μπάντας, είναι πρωτίστως το υλικό που, εδώ είναι τόσο συνεκτικό και εμπνευσμένο, ώστε να το χαρακτηρίσουμε ως μια θετική έκπληξη, μέσα σε μια εκπληκτική μουσικά χρονιά. Το γεγονός, ότι κάτι τόσο απλό στη σύνθεσή του ξεπερνά τις όποιες υψηλές προσδοκίες έχει καλλιεργήσει ήδη από πριν, δεν είναι για να υποτιμάται στην εποχή μας!

DIIV are back, after their last (three-years ago) album, which was on my list of top albums for 2016. Almost nothing seems the same for them, as it did before, and this is happening for a good reason! Listening to their new album, you feel that the band has mastered its own sound, which is not completely their own, but only by listening to it, you immediately understand whose it is. Influences may come and go, (f.e. My Bloody Valentine), but well-written melodies, tied plays and this light dose of melancholy in their music remain unaltered and may be heard here in its most successful form.

As it did in its predecessor, no piece of Deceiver could be on Is The Is Are, not only because of a maturity, but because the only element that was consciously missing in the aforementioned album, the element of explosion, that in this album is, poured from everywhere. But it’s not just the sound or the dynamic mood of the band; it’s primarily the material that is so cohesive and inspiring here that we can describe it as a positive surprise, in an amazing musical year. The fact that something so simple in its composition exceeds any high expectations it has already cultivated, is not to be underestimated in these days!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane