Against The Silence VI

 Τα λόγια σκιαγραφούν το νόημα στη μουσική. Δίνουν τον τόνο, αφήνουν το στίγμα και διατρανώνουν το ανθρώπινο στοιχείο στον πυρήνα της. Λόγια που περιγράφουν συναισθήματα, πολιτικές σκέψεις και εξομολογήσεις μετουσιώνονται σε ποίηση που αναζητά την πράξη. Η φετινή συλλογή μας, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες, περιέχει κυρίως κομμάτια με στίχους. Αυτοί μπαίνουν στο πρώτο πλάνο μεταφέροντας μια εύφλεκτη ενέργεια στις ίδιες τις συνθέσεις. Ο συγκροτημένος χαρακτήρας τους στέκει κόντρα σε μια εποχή που δεν ευνοεί την ατομική δημιουργία και τα συλλογικά εγχειρήματα, αλλά την ίδια τη σιωπή.

…Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

(Μ. Αναγνωστάκης)

 Η νέα μας συλλογή έχει ως στόχο να δηλώσουμε ότι είμαστε ακόμη εδώ. Ως προς αυτό οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κόσμο που μας στήριξε και φέτος. Επίσης θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλες τις μπάντες και τα label που πρόθυμα αποδέχτηκαν το κάλεσμά μας να συμμετέχουν και να δώσουν εν τέλει πνοή στην Against The Silence VI!

 Words draw the meaning in music. They provide the tone, leave their mark and they empower the human element within the music’s core. Words that describe feelings, political views and confessions, are getting converted into poetry that is looking to put things into action. This year’s music collection, in contrast to all of our previous ones, contains mainly songs with lyrics. Lyrics come in the foreground transfering an explosive energy into the compositions. Their structured character goes against an era that doesn‘t support the individual‘s creation and the collective ventures, but only the silence.

The words should be hammered down like nails, So they will not be blown away by the wind (M. Anagnostakis)

 The aim of our new music collection is to state that we are still here. That happened because of all of you who stood by us during the past year, and who we would like to thank for your support. We would also like to thank all of the bands and the labels that happily accepted our invite to participate and eventually bring Against the Silence VI into life!

01 OISEAUX-TEMPÊTE – Electrique Résistance

02 The Sweet Release Of Death – Does A Bear Shit In The Woods

03 Rank/Xerox – Zero Hour

04 The Lumes – Satan

05 Rope Sect – Tarantist

06 Αρχή του Τέλους – Ο Χρόνος

07 cold i – Ποτέ (Never)

08 Cynical Ants – Normaliser

09 Caudal – Threever (Live in Berlin 28.3.15/previously unreleased)

10 Inwolves – Fukuwa (non-album track)

Artwork made by Alexia Lougaki (https://www.behance.net/AlexiaLou)

Oxbow – Thin Black Duke (Hydra Head Records)

Προς το καινούριο γκρουπ της (κάθε) γειτονιάς:

 Και τώρα που έχετε βγάλει τα πρώτα σας τραγούδια και αρχίζετε να δένετε, προκύπτουν κάποια κρίσιμα στιλιστικά ζητήματα: πώς θα χωρέσουν οι επιρροές και τα γούστα όλων σας; Ο ένας μελετάει jazz, ο άλλος την έχει ακούσει πειραματιστής, ο άλλος ονειρεύεται rock σταριλίκια και ούτω καθεξής. Αγαπητ@ μου, εδώ βρίσκονται οι πραγματικές απαντήσεις στο ποιοι πραγματικά είστε. Η λύση “ας τζαμάρουμε να δούμε που θα πάει” συνήθως καθυστερεί το γεγονός ότι θα διαλυθείτε. Αν η απόφαση είναι να συνδυάσετε κάποια στιλ για να είναι όλοι ευχαριστημέν@, συνήθως οδηγεί στη γελοιοποίηση. Κι αν αποφασίσετε να βάλετε τη μουσική σε δεύτερη μοίρα και ασχοληθείτε απλώς με την πόζα και το PR , χμμ, τότε δεν είστε καν μπάντα.

 Υπάρχει και η δύσκολη απόφαση. Να προσπαθήσετε να ανιχνεύσετε, να ανακαλύψετε τον δικό σας, τον ολόδικό σας δρόμο. Να τον ακολουθήσετε μέχρι τέλος, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς και όπου αυτό σας βγάλει. Ευτυχώς η μουσική έχει πολλά τέτοια παραδείγματα που μπορούν να σας εμπνεύσουν. Πάρα πολλά. Θέλετε ένα πρόχειρο παράδειγμα; Κάτσε να σκεφτώ λίγο. Το ’χω! Oxbow.

 Δεν τους ξέρεις; Τριάντα χρόνια, δικέ μου. Επτά studio album. Άκου το φετινό τους Thin Black Duke ή το πρώτο τους, δεν έχει σημασία. Ο δρόμος τους είναι πάντα ο δικός τους. Τί παίζουν; Ας τους εντάξουμε γενικώς και αορίστως στο alternative rock για να συνεννοηθούμε. Παίζουν όμως και noise. Kαι jazz. Και heavy. Έχουν και κουφά πνευστά. Έχουν έναν τιτάνιο frontman που ονομάζεται Eugene Robinson που τραγουδάει, στριγγλίζει, αναστενάζει και μαρτυρά όσα εκείνος θέλει. Έχουν δρόμο δικό τους να περπατούν και δεν νοιάστηκαν ποτέ να είναι ομαλός. Είμαι σίγουρος ότι αν μια σύνθεσή τους βγαίνει εύκολη, θα κάνουν ό,τι μπορούν να δυσκολέψουν τον δρόμο με νέες λακκούβες και εμπόδια, με νέους τοίχους. Κι όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Buddy Lackey: “Αν ένας τοίχος είναι πολύ ψηλός, θα σκάψω από κάτω του”. Εσύ, γκρουπ της γειτονιάς, ίσως θες τον δρόμο στρωμένο. Οι Oxbow θέλουν βουνά. Κι αφού παίζεις μουσική, τι άλλο είσαι παρά η κορυφή που θες να πατήσεις;

 Αν τύχει και το ακούσεις, θα βρεις πολλή εκκεντρικότητα. Θα βρεις πολλή έκφραση. Θα βρεις τραγούδια, δικέ μου, από αυτά που σε αναγκάζουν να ανακαλύψεις κάτι δικό σου που ίσως αγνοούσες, από αυτά που είναι ικανά να συντροφέψουν μικρές ώρες μεγάλων ημερών. Θα βρεις έναν από τους πιο ιδιοφυείς φασαριόζους κιθαρίστες της πιάτσας, τις καλύτερες δυναμικές που θα ακούσεις από rock rhythm section και, είπαμε, έναν Eugene. Θα μου επιτρέψεις να πω ότι, χωρίς ούτε μία σχετική μουσική αναφορά, θα βρεις το απόλυτο urban blues γκρουπ του 21ου αιώνα. Άκου το “The Upper” και το συζητάμε μετά.

 Και τώρα πρόβα. Στην τελική όλοι κάπου κάπου πρέπει ν’ αναλογιζόμαστε τον δρόμο μας. Οι Oxbow ανηφορίζουν το δικό τους ανώφελο μονοπάτι με μνημειώδη αδιαφορία!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

CAN – Singles (mute)

 Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα από την παλιά εποχή πέρα από τους CAN που στην post-mortem εποχή της να μην έχει βγάλει κάτι το αδιάφορο ή ανούσιο. Μάλλον είναι κι αυτό δείγμα ότι εμείς μπορεί να γερνάμε, από την μπάντα να ζούνε περίπου οι μισοί, αλλά η μουσική τους παραμένει εσαεί φρέσκια και ολοζώντανη.

 Για την ιστορία της μπάντας θα σας παραπέμψω σε ένα κατατοπιστικό κείμενό μας με αφορμή την κυκλοφορία του The Lost Tapes, το οποίο περιελάμβανε έναν σκασμό ακυκλοφόρητου ως τότε υλικού. Κοιτώντας προς τα πίσω και ό,τι ακολούθησε την επίσημη διάλυσή τους, διακρίνεις ότι με το Sacrilege επέδειξαν τον σεβασμό που άρμοζε σε πολλά γνωστά ονόματα της σύγχρονης μουσικής σκηνής μέσω των remix τους. Στη συνέχεια, και καθώς το όνομά τους επανήλθε στο προσκήνιο, είχαμε τις επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας τους, οπότε τι μένει; Αυτά τα μαγικά μικρούτσικα βινύλια με τη σύντομη διάρκεια και τον στόχο να κάνουν γνωστό το όνομα του εξωφύλλου σε όλο τον κόσμο.

 Αυτή εδώ η συλλογή περιέχει οτιδήποτε κυκλοφόρησε στην άνωθεν μορφή μεταξύ ’69-’90, πέρα ελάχιστων εξαιρέσεων (ένα-δυο b-sides) τα οποία καλώς παραλείφθηκαν. Τώρα, ακούτε singles και θα νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή που θα θύμιζε best of. Αμ δε! Με τους CAN ξέρεις ότι τίποτα δεν ακολουθεί την πεπατημένη. B- sides αναδεικνύονται σε κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας διαχρονικά (“She Brings The Rain”, “Future Days”). Σουξέ με τη διαδεδομένη έννοια δεν υπάρχουν, πέρα του “Vitamin C”, το οποίο δεν νομίζω να μπορεί να καταχωρηθεί κάπου ως επιτυχία συγκεκριμένου είδους ακόμη και σήμερα, και του “I Want More” που γράφτηκε ως παρωδία και ανέβηκε στα charts τότε! Επίσης έχουμε edit εκδόσεις ορισμένων μαμούθ κομματιών τους κι εκεί που περιμένεις ότι θα ακούγονται αυτές υπερβολικά “κοντοκουρεμένες”, αυτές συντηρούν την αρχική τους γοητεία (βλ. “Halleluhwah”), ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι, που καταμεσής του καλοκαιριού ακούγεται περίεργο και μια διασκευή στο “Can Can”, η οποία ανεξαρτήτως εποχής ακούγεται αστεία.

 Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές τους με τίτλο Cannibalism, εδώ λείπει η “δύσκολη” πλευρά της μπάντας με τον άκρατο πειραματισμό της για ευνόητους λόγους. Εντούτοις σκιαγραφείται η όλη τους πορεία με τη διαφορετικότητα των πολλαπλών τους ειδώλων και τον συνδυασμό τού λεπτεπίλεπτου ήχου τους με το παιχνιδιάρικο, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται μέχρι και ανεβαστικό, ως γενική αίσθηση. Κατά τα άλλα όλες οι περίοδοί τους εκπροσωπούνται εδώ, δηλαδή δεν λείπει η πρωτόλεια ορμή τους, ο πλούτος που έφερε η παρουσία του Damo Suzuki και το αυτοσαρκαστικό τέλος τους. Για το τέλος αυτό θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλοί αρνητικοί αστερίσκοι, αλλά φαντάζομαι πώς θα ήταν να νιώθουν ότι, εφόσον τα έχουν παίξει κυριολεκτικά όλα, δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πέρα από το να χλευάσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Πλέον όλα αυτά είναι ιστορία και το Singles είναι ένα απολαυστικό βήμα ταχείας εκμάθησής της.

Μπάμπης Κολτράνης

Bagarre Générale – Tohu-Bohu (music fear satan)

 Αναμοχλεύοντας το σωρόν με τους νέους δίσκους των τελευταίων ημερών, είναι να απορείς πώς θα ξεχωρίσεις τελικά κάτι το εντελώς ενδιαφέρον. Μια λάμψη φτάνει από τα βάθη της γαλλικής σκηνής του σκληρού ήχου, με περίεργες αποχρώσεις και ακόμη πιο περίεργη σύνθεση μπάντας. Οι Bagarre Générale έχοντας στη σύνθεσή τους τρομπόνια και τα κλασικά όργανα μιας σύγχρονης μπάντας του πρωτοποριακού μέταλ σήμερα, μας συστήθηκαν κατά έναν τρόπο με το καταπληκτικό σπλιτ που έβγαλαν με τους Year Of No Light. Λόγω αυτού, ευτυχώς το νέο τους άλμπουμ εντοπίστηκε από το σχετικό ραντάρ και ακούγοντάς το ορθώνεται στεντόρεια η λέξη “Δικαίωση”!

 Σίγουρα θα υπάρχει κι άλλη μπάντα που να αναμειγνύει το μέταλ με τη συμφωνική μουσική και τον εξπρεσιονισμό, αλλά οι BG το κάνουν με τέτοιο τρόπο που πείθουν για την πρωτοτυπία τους. Εκεί που σε σημεία θαρρείς ότι ακούς το σάουντρακ του Star Wars, αμέσως η μπάντα το γυρνά στο Εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι, αποδεικνύοντας ότι έχει προοδεύσει σε όλα τα επίπεδα που αφορούν την έμπνευση, τη σύνθεση και την εκτέλεση των ιδεών της. Ψαρωτικές εισαγωγές δίνουν το πάτημα σε ανελέητα μέταλ μοτίβα, τα οποία συνεχώς αλλάζουν στην πορεία, με το αποτέλεσμα να ισορροπεί μαγικά πριν γίνει κουραστικό ή υπερβολικά βιρτουόζικο. Την αύρα του δίσκου θα τη χαρακτήριζα άρρωστη με έναν γλυκό τρόπο, σαν ευχή και κατάρα μαζί.

 Υπάρχουν σαφώς ομοιότητες με το τελευταίο άλμπουμ των YONL, αλλά εδώ η μπάντα εστιάζει στην ανάδειξη της βαρύτητας ως αίσθησης που σε βουλιάζει στον πυθμένα της μουσικής της και όχι μια ανύψωση απόκοσμων και συνάμα γλυκών ατμοσφαιρών. Και οι τρεις ορχηστρικές συνθέσεις συνηγορούν στο ότι έχουμε να κάνουμε με μια δουλειά από εκείνες που ξεπερνούν τα όρια του εκάστοτε χώρου ή είδους που εκπροσωπούν. Δύσκολα ο ανοιχτόμυαλος κόσμος που αναζητά κάτι το πρωτοποριακό και ταυτόχρονα μουσικά απτό δεν θα εντυπωσιαστεί ακούγοντας το Tohu-Bohu.

Μπάμπης Κολτράνης

ESOTERIC SOB – ATS GUEST MIX #6

Συνηθίζεται να λέγεται ότι στην ελληνική επαρχία χαράσσονται μόνο άγονες γραμμές όσον αφορά τις καλλιτεχνικές δημιουργίες. Παρόλ’ αυτά, δεν είναι λίγες εκείνες οι προσπάθειες που ευδοκιμούν μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο Esoteric Sob, κατά κόσμο Γιάννης Τρυφωνόπουλος, έχει ως βάση την Καβάλα και από εκεί μας στέλνει ένα μιξ με μουσικές που ξεχώρισε τον τελευταίο καιρό. Προσδίδοντας μια έξτρα καλοκαιρινή διάθεση στο δικό του στιλ που χαρακτηρίζει και τις κυκλοφορίες του, μας αφήνει με τις επιλογές του μια αίσθηση μουσικής δροσιάς. Καλή ακρόαση!

 

Constantine – Gimu – The Star Pillow

Constantine – Hades (bedouin records)

Άραγε τη στιγμή της κατάδυσης αυτό που βγαίνει ως πρώτη σκέψη είναι το τι θα ακολουθήσει στην ανάδυση; Αν υπάρχει ένας τρόπος που αυτά τα στάδια συνέρχονται σε σώμα ένα, αυτός σίγουρα ακολουθήθηκε από τον Κωνσταντίνο Σκουρλή ώστε να δημιουργήσει εκ των δύο ένα συνεκτικό άλμπουμ. Πιο συγκεκριμένα, μια συγκεκριμένη κατάδυση στην Τέλενδο, όπου διέμενε για κάποιο διάστημα, τον έφερε μπροστά σε μια εμπειρία που γέννησε την πρωταρχική ιδέα του άλμπουμ.

Στη συνέχεια, ζώντας στη Λέσβο, ένιωσε την εμπειρία των δυνατών καταιγίδων εκεί με την αίσθηση που του άφησαν να απεικονίζεται στη μουντάδα του δίσκου. Το ανείπωτο βάθος και τα υπέρτατα ύψη συνδυαζόμενα παράγουν μια νοητή γραμμή ισοβαρούς ατμόσφαιρας που χαρακτηρίζει όλο το άλμπουμ. Μιας ατμόσφαιρας που στα τελικά στάδια παραγωγής διεμβολίστηκε από την προσφυγική κρίση που ξέσπασε και στο συγκεκριμένο νησί. Τρία σημεία, λοιπόν, τα οποία συναντούν το ένα το άλλο, αφήνοντας μια συγκεκριμένη αύρα. Μια κυρίως υποτονική αύρα που δεν αναλώνεται σε συναισθηματικές εκρήξεις, αν και τα έγχορδα δίνουν έναν τέτοιο τόνο. Επίσης, οι συνθέσεις θυμίζουν επαναλαμβανόμενα μέρη, τα οποία δεν πάνε κατ’ ανάγκη κάπου συγκεκριμένα, αλλά σχεδιάστηκαν για να απαρτίζουν μια καθολική εμπειρία ακρόασης. Ως εκ τούτου, μπορεί να λείπει η αίσθηση ότι ακούς κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά αυτό που ήθελε να βγάλει ο συγκεκριμένος μουσικός, με τη βοήθεια και των συνεργατών του, καταφέρνει να αναδυθεί από μέσα του.

Gimu – Gone Again, Haunted Again (aurora borealis)

Από καταβολής του ats έχουμε έρθει σε επαφή με διάφορ@ς δημιουργούς με αποτέλεσμα να εμβαθύνουμε στην ίδια τους τη μουσική, πέρα από την απόκτηση σχέσεων. Στην περίπτωση του Βραζιλιάνου Gimu συναντήσαμε το παράδοξο να έχουμε να κάνουμε με ένα απίστευτα χαρωπό και ανοικτό άτομο, ενώ η μουσική του μπορεί να χαρακτηριστεί άκρως μουντή και κλειστοφοβική. Με βάση μάλιστα και την καταγωγή του ερχόμαστε ξανά μπροστά στον άτυπο νόμο της μουσικής (και της ζωής εν γένει), ο οποίος συνδέει τα ασύνδετα μέσω της έλξης των ίδιων των αντιθέσεων ως έχουν. Η θέα που έχει ο Gimu μπρος σε έναν κατάφωτο ουρανό και απέραντο ωκεανό θυμίζει κατά μια έννοια εμάς με τη Μεσόγειο σε πρώτο πλάνο και με την ενίοτε σκοτεινή μουσική σε δεύτερο.

Το νέο του άλμπουμ που κυκλοφορεί σε μορφή πολυτελούς κασέτας, εμπεριέχει μια είδους απάντηση σε όλο αυτό το αίνιγμα. Τα μουσικά σύννεφα κινούνται βαρύθυμα και τελεολογικά, αλλά ταυτόχρονα και με ταχύ ρυθμό μπροστά στη ραθυμία των ημερών για να υποσχεθούν μια στέρεη λιακάδα. Υπάρχει μια λύτρωση σε όλο αυτό το θαμπό παιχνίδι των drone/ambient συνθέσεων με τους επεξηγηματικούς σε συναισθηματική βάση τίτλους τους, η οποία έρχεται στο τέλος, πριν όλα χαθούν στο έρεβος. Η μοίρα όλων, σε τελική ανάλυση, είναι γνωστή από τα πριν, αλλά αν δεν πάρουμε μια έστω μικρή γεύση της, πώς θα εκτιμήσουμε ό,τι προϋπάρχει του τελικού προορισμού της;

The Star Pillow – Invisible Summer (midira)

Οι λέξεις και οι μουσικές στερεύουν όταν επαναλαμβάνονται. Ο Ιταλός The Star Pillow πριν από λίγο καιρό έβγαλε το νέο του άλμπουμ στη Midira και είναι κυρίαρχη η αίσθηση ότι συνεχίζει ακριβώς από το σημείο που τον αφήσαμε στο προηγούμενό του άλμπουμ. Θυμίζει, όμως, σε τέτοιο βαθμό αυτό το άλμπουμ τον προκάτοχό του, συν ορισμένες δουλειές του Thisquietarmy, που κάπως χωλαίνει στο τελικό αποτέλεσμα. Το ζήτημα των χρόνων των συνθέσεων που είχε παρατηρηθεί και στο Above, επανέρχεται ακόμη πιο έντονα αυτήν τη φορά δίνοντας την αίσθηση ότι όλα κινούνται εξαντλητικά αργά.

Υπάρχει μια αιθέρια κυματορροή σαν σε όνειρο όπου πετάς, αλλά λείπει το συνεκτικό στοιχείο που θα σε κάνει να θυμηθείς ξυπνώντας τι ακριβώς είδες. Σε αυτό συνηγορούν και οι ομοιότητες του ήχου και της δομής που χαρακτηρίζουν όλα, σχεδόν, τα κομμάτια του δίσκου. Σχεδόν, γιατί φτάνει το τελευταίο κομμάτι του δίσκου και όλα ανατρέπονται με μια μελωδική κορύφωση εντελώς αυτόφωτη. Παρόλ’ αυτά η επαναληψιμότητα των περισσότερων μοτίβων αφήνει ένα σχεδόν εβδομηντάλεπτο άλμπουμ μετέωρο και απλανές.

Μπάμπης Κολτράνης

Expo 70 – America Here & Now Sessions (essence music)

 Ο Justin Wright, κινητήριος μοχλός των Expo 70, πρέπει να είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός τύπος που μάλλον δεν δίνει δεκάρα για τον χωροχρόνο που ζει. Το σχήμα του αλλάζει μορφές και line-up σαν χαμαιλέοντας, το καλλιτεχνικό όραμα μένει όμως πάντα απαράλλακτο: psych, drone, space, experimental, πες-το-όπως-θες ροκ. Βαριά παραμορφωμένο, τζαμαριστό και παραισθησιογόνο, θα έλεγα εγώ. Μπορείς να σπάσεις και λίγο πλάκα με τις περιγραφές στα δελτία τύπου, όπου περιγράφονται acid αστρικά ταξίδια, supernovas, ψυχεδελικοί γαλαξίες και τα συναφή. Θα προτιμήσω γήινους όρους για να πω απλώς ότι οι Expo 70 είναι ένα psychedelic rock γκρουπ που παράγει κολοσσιαία αυτοσχεδιαστικά jams.

  Σε αυτή την ενσάρκωση, πρόκειται για κουαρτέτο που περιλαμβάνει δύο ντράμερ. Το άλμπουμ αποτελείται από τρία γιγάντια tracks (τα ονομάζουν “Movements” και μου αρέσει), όπου γύρω από τα θεόαργα κιθαριστικά μοτίβα και τους τόνους των εφέ του Justin, οι υπόλοιποι μουσικοί βαράνε ή χρωματίζουν στους αντίστοιχους τόνους. Τίποτα φανταχτερό. Τίποτα συγκλονιστικό. Τίποτα που δεν έχεις ξανακούσει. Κι όμως, η ειλικρίνεια κι ο αυθορμητισμός του θα σε κάνουν να τους σέβεσαι.

  Τα πάντα κυλάνε απολύτως γραμμικά. Η διαφορά ανάμεσα στο να το χαρακτηρίσεις βαρετό ή συναρπαστικό ορίζεται μάλλον από τη δική σου συγκυριακή διάθεση. Αν κάτι όμως βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον –και σε προκαλώ σε αυτό το παιχνίδι–, είναι η έννοια της κίνησης. Δεν χρειάζεται να είσαι high για να μπερδευτείς ακούγοντάς το: τα πάντα κινούνται συνεχώς ή στέκονται ολοκληρωτικά ακίνητα; Ο χρόνος κυλάει ή έμεινε στάσιμος; Οι Expo 70 είναι πολύ καλοί σε αυτό το trip. Η μονοτονία, ναι, μπορεί να είναι παντοδύναμη. Και, τέλος πάντων, είναι το τρένο που ξεκίνησε ή μήπως φεύγει ο σταθμός;!

  Τα America Here & Now Sessions είναι οι στιγμιαίες ηχογραφήσεις του group στο πλαίσιο μιας έκθεσης/φεστιβάλ που θα συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια. Η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης ακύρωσε τελικά το project, οι Expo 70 αποφάσισαν όμως να κυκλοφορήσουν τα jams τους. Από αυτή την άποψη, ο δίσκος αυτός είναι από τα πιο γνήσια πράγματα που μπορείς να ακούσεις στον rock πλανήτη. Μακριά από πόζες, φωτογραφίσεις και μανατζαραίους, μακριά από rock n roll μόδες και υποκρισίες. Μόνο μια γνήσια καλλιτεχνική έκφραση, μια αποτύπωση της στιγμής, μια τίμια αντανάκλαση ενός από τα εκατομμύρια πράγματα που συμβαίνουν πάνω σε αυτή την τρελή σφαίρα. Μια αντανάκλαση που άντεξε. Είπαμε, ο Justin Wright πρέπει να είναι φοβερά ρομαντικός τύπος. Και στην τελική, όσο κι αν γυρίζει η Γη, εγώ δεν το νιώθω.

Αντώνης Καλαμούτσος