Sudden Infant- Buddhist Nihilism (Harbinger Sound)

Η πρώτη μου επαφή με το ανάρμοστο ηχητικό σύμπαν του Sudden Infant έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Ήταν όμως μια μακροσκελής συνέντευξη του Joke Lanz στο Wire που μου έδωσε το έναυσμα να εντρυφήσω βαθύτερα στο Έργο του. Έργο πολυσχιδές και συμπαγές, με έναν μάλλον απρόσμενο τρόπο. Ακολουθώντας την ως τώρα πορεία του και σκάβοντας προς το παρελθόν, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως πρόκειται για μια δαιδαλώδη διαδρομή, η οποία ως τώρα απαριθμεί αναρίθμητες κυκλοφορίες, πολλές εκ των οποίων ήσαν συνεργασίες με έτερες, ρηξικέλευθες φιγούρες του αυτοσχεδιαστικού και θορυβώδους ιδιώματος – ή ήχου, ακριβέστερα. Από αυτές αξίζει να αναφερθεί ο Bill Kouligas (Family Battlesnake, αλλά επίσης και ψυχή της τόσο εκλεκτής PAN), αλλά και πολλοί άλλοι, βεβαίως. Άλλωστε, η αφετηρία του, ως Sudden Infant, χρονολογείται πίσω στο μακρινό 1989. Έχοντας ξεκινήσει ως σόλο όχημα του Joke, στην πορεία μετατράπηκαν σε σχήμα, με διάφορες συμμετοχές ανά περίοδο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι εκείνες οι αρχικές εξορμήσεις ήσαν εξόχως επιδραστικές, τυγχάνοντας μάλιστα διαφόρων επανεκδόσεων στα χρόνια που επακολούθησαν. Είναι επίσης εμφανές: στο πέρασμα του χρόνου, η ηχητική παλέτα των Sudden Infant δέχτηκε διάφορες χρωματικές επιρροές, κινούμενη όμως πάντοτε στο πλαίσιο του noise ηχοτοπίου.

Στο σήμερα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με την πλέον πρόσφατη κυκλοφορία τους, την οποία, για άλλη μια φορά, ανέλαβε η εξαίρετη Harbinger Sound. Τι ακριβώς περιλαμβάνει λοιπόν –μα επίσης, πώς ορίζεται στην πράξη– ο βουδιστικός νιχιλισμός; Αρχικά, να τονίσω πως σε αυτή την απόπειρα ο Joke συνοδεύεται από μια παρέα μουσικών, η οποία, πέρα από τα συμβατικά ροκ όργανα και τις ηλεκτρονικές εκκενώσεις του Lanz, περιλαμβάνει και σαξόφωνο. Είναι υποθέτω αναμενόμενο: το τωρινό ηχητικό μονοπάτι των Sudden Infant είναι αρκούντως διαφορετικό από τις πρώτιστες μετα-βιομηχανικές αναζητήσεις τους, κάτι που για εμένα λειτουργεί σαφώς ως προτέρημα. Ήδη από το εναρκτήριο λάκτισμα, οι προθέσεις γίνονται εύκολα εμφανείς: έντονο κοντραμπάσο από τον άριστο Christian Weber, στιβαρά τύμπανα και η φωνή του Joke σε ύφος μανιφέστου. Οι punk και no wave στιγμές χρωματίζουν την πάντοτε καυστική, πολιτική χροιά των στίχων, ενώ τα φωνητικά αποκτούν κεντρικό ρόλο, ταξινομώντας διάφορες ακροβασίες στο συνολικό εποικοδόμημα. Συνακόλουθα, οι επιθετικές, εκτυφλωτικά ακριβείς γραμμές του μπάσου, δίνουν το έναυσμα. Ο ρυθμός είναι το κυρίαρχο διακύβευμα – και αυτό επιτυγχάνεται διαυγώς. Υπάρχουν σημεία που αναπολούν εικόνες και θραύσματα ενός δυστοπικού funk ήχου. Διακινδυνεύοντας να ακουστώ παράδοξος, τολμώ να πω πως σε φάσεις ένιωσα τις αναλογίες μιας πρόσμειξης του ύφους των Talking Heads με το αγχωτικό punk/funk υβρίδιο που μας χάρισαν οι Le Fly Pan-Am, στον δεύτερό τους δίσκο κυρίως. Όλα αυτά, βέβαια, ενυπάρχουν διανθισμένα με τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο “frontman” εδώ. Είναι παρήγορο, μα συνάμα απολαυστικό: η ίδια αναρχική κατεύθυνση που χαρακτήριζε ευθύς εξαρχής αυτό το σχήμα είναι σαφέστατα παρούσα και σε αυτό το ηχογράφημα. Η προσθήκη σαξοφώνου, δε, είναι εξόχως ταιριαστή. Ενώ, αποτολμώντας ακόμα μία, φαινομενικά παράταιρη, σύγκριση θα έλεγα πως ο τρόπος που εκφέρονται τα φωνητικά μού έφερε στον νου τις σχεδόν spoken word στιγμές καλλιτεχνών όπως ο Gil Scott-Heron και οι Last Poets.

Ιδιαίτερη έκπληξη μάλιστα μου προκάλεσε η σχεδόν math-rock διασκευή που επιχειρείται στο “Maybe You’ re Right” του Cat Stevens (!). Οι ρυθμικές αναταράξεις που προτιμήθηκαν για αυτήν την εκ νέου δοθείσα εκτέλεση, μου θύμισαν τις πολυσχιδείς εκρήξεις σχημάτων όπως οι Ruins και οι Boredoms. Οι φαινομενικές αυτές αναντιστοιχίες περιβάλλουν ζεστά το σύνολο αυτού του έργου, το οποίο βρίθει έντονης προσωπικότητας, άτεγκτα κατευθυνόμενης από την έντονη περσόνα του Joke. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ πως αγαπώ στιγμές όπως το “Tourists”. Bloody fucking tourists – δεν θα μπορούσα να το θέσω ορθότερα, θαρρώ!

Κατανοώ πως οι αρχαιότεροι ακόλουθοι της πορείας των Sudden Infant έχουν εδώ και καιρό διαπιστώσει τις ολότελα διαφορετικές κατευθύνσεις τους. Είναι άλλωστε οφθαλμοφανές πως οι μέρες του Radiorgasm, για παράδειγμα, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σε αυτούς όμως –μεταξύ άλλων, βέβαια– απευθύνεται το Buddhist Nihilism. Ασχέτως προτιμήσεων, είναι αναντίρρητα σαφές : κανένα τέλμα δεν υφίσταται στο παρόν. Απεναντίας, ο Joke είναι πάντοτε αιχμηρός μα και αναλλοίωτα επίκαιρος. Το αυτό ισχύει και για την παρέα που τον συνοδεύει. Συνεπώς, ο δίσκος αυτός συνιστάται ανεπιφύλακτα. Τον βλέπω μάλιστα, προσωπικά, ως επιστέγασμα μιας σχεδόν αλάνθαστης διαδρομής. Μιας διαδρομής που αποτυπώνεται ευδιάκριτα στα ζωηρά χρώματα του εξωφύλλου.


My initial introduction to Sudden Infant’s irrational sonic firmament took place many years ago. It was actually a long and detailed interview of Joke Lanz that gave me the spark needed in order to dig deep and thoroughly into his Work. A Work that could be described as being pluralistic and compact, albeit in a rather unexpected manner. Following his route up to now, as well as digging towards his past, it is easy to realize that we are dealing with a truly rambling road, one that up to today recites to almost countless releases, many of whom had been collaborations with other, groundbreaking key figures of the improvisational and noise related spectrum – or genre, more accurately. Among the later, a special mention should be made for Bill Kouligas (Family Battlesnake, but also the driving force behind one truly special label, PAN). This list would include many others, as well. Something that should come as no surprise, if one considers that his starting point as Sudden Infant dates back to 1989. Having started as Joke’ solo vehicle, it took the form of a band as time passed by, leading to many different participations. It is an undeniable fact: these early recordings proved to be exceptionally influential having actually been re-released in various forms, in through all of these years. It is also plainly obvious: as time went by, Sudden Infant’s sonic palette allowed a variety of chromatic influences to come across.

Which leads us up to today, of course, and their latest offering – which, again, is released by a remarkable label, Harbinger Sound. What exactly is Buddhist Nihilism contrived of? Also, how is it defined in action? To begin with, I must say that in this recording Joke is joined by a company of musicians, which besides the usual rock instruments and Joke’s electronic seizures, includes a saxophone. I assume that it comes as being expected that Sudden Infant’s sound trail has moved away from their early post-industrial noise emanations. I view this as a welcome approach, personally. Opening abruptly, their intentions easily shine through: a deeply intense double-bass, handled excellently by Christian Weber, pounding drum beats and Joke’s vocals in a manifesto type mode. Punk and no wave fragments tend to color the caustic, constantly political texture of these lyrics. Whereas vocals stand as a dominant factor, that sorts out a variety of seizures, proving to be so vital to the final outcome. Moreover, aggressive, solidly punctual bass lines provide the backbone, operating as a signal. Rhythm is the main target – and this is thoroughly achieved, herein. At certain moments I’m reminded of pictures and fragments of an utterly dystopian funk sound. At the risk of coming out as being paradox, dare I say that there were times when I felt the analogies of a mixture that includes Talking Head’s style along with the stressfully inclined punk/funk hybrid that Le fly Pan Am exemplified, especially during their second album, respectively. Of course, it should come as no surprise: the fact that all the aforementioned elements come together swiftly, led by the “frontman’s” dazzling words. It’s a comforting, yet at the same time delightful, state: the same, anarchist direction that defined this formation, ever since the day of its inception, is obviously still present at this specific recording. Also, adding a saxophone is a tremendously fitting idea. While, daring to make yet another seemingly absurd comparison on my behalf, I can honestly say that the way those vocal lines are pronounced, brought to mind the almost spoken word moments of grand artists, such as Gil Scott-Heron and The Last Poets.

I was greatly surprised by the inclusion of an almost math-rock cover version of Cat Stevens’ “Maybe You’re Right”(!). The rhythmic turbulences that were chosen for this newly spawned version, resemble the outer limits type of explosions, that were the core of bands such as Ruins, or Boredoms, for example. All these, at first sight inconsistent elements, warmly surround this work, which comes off as being strictly personal, firmly directed by Joke’s remarkably intense persona. In fact, I could go as far as saying that I honestly love moments like “Tourists”. Bloody Fucking Tourists – such a brilliant shout, I could not have said it better, for sure!

It is easy to understand that Sudden Infant’s early followers have long ago been aware of these entirely different directives. Besides, it is a clear fact: the days of Radiorgasm, for example, are long gone and never to come back. It is to this crowd though – among else, naturally – that Buddhist Nihilism is addressed to. Leaving preferences aside, it becomes painfully solid: no kind of stagnation is shown, at this present field. On the contrary, Joke is constantly sharp and totally up-to-date. Same implies for the group of friends that is accompanying him. Hence, this record comes as being a high recommendation by me. I tend to view this as a great achievement in the midst of a yet almost flawless path. A path that is distinctively reflected by the cover art’s shining colors.

 

George Kanavos

 

Oak – False Memory Archive (Karisma Records)

Μου ειπώθηκε πρόσφατα μια ιστορία κατά την οποία ένας δάσκαλος είπε στον μαθητή του: “Μην αφήνεις την προοπτική του Σπουδαίου να εμποδίζει το Καλό”. Σίγουρα μια τέτοια παρότρυνση μοιάζει παράταιρη στον όμορφο καπιταλιστικό μας κόσμο, όπου ο δημιουργός κάθε είδους οφείλει να είναι ανταγωνιστικός και να αποδεικνύει την υπεροχή του. Ο δάσκαλος προφανώς εννοούσε ότι το κυνήγι της υπεροχής απομακρύνει τον άνθρωπο από την απλή δημιουργικότητα και παραγωγικότητα που θα έπρεπε να χρωματίζει την καθημερινότητά του, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, προσθέτοντας ότι πολλοί στον κόσμο της μουσικής χάθηκαν μέσα σε κάποια υπερφίαλη φιλοδοξία. Ας συμφωνήσουμε στο ότι, για μια μπάντα, το να ξοδέψει πολύ χρόνο στο να δημιουργήσει κάτι ισοδυναμεί με ένα ρίσκο. Ρίσκο που πήραν και οι Νορβηγοί Oak, αλλά ευτυχώς τους βγήκε.

Σύμφωνα με το δελτίου τύπου, ξεκίνησαν ως ένα folk rock ντουέτο που τελικά εξελίχθηκε σε μια progressive pop/rock μπάντα, καταθέτοντας το ντεμπούτο τους Lighthouse το 2013. Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική καμπή τους, όμως , αντί να επενδύσουν στο όποιο momentum, προτίμησαν να πάρουν τον χρόνο τους, να δουλέψουν και να αναπτυχθούν. Ίσως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να δυναμώσει η προσωπική τους φωνή πάνω από τη φασαριόζικη πολυφωνία των επιρροών τους, που, κατά τα λεγόμενα των ίδιων, ξεκινάει από την κλασική και την electronica και φτάνει στο παραδοσιακό progressive και το heavy. Ακούγοντας προσεκτικά το False Memory Archive, μπορείς όντως να διακρίνεις την πολλαπλότητα των δημιουργικών τους καταβολών και να νιώσεις ανακουφισμένος που η δουλειά τους απέδωσε καρπούς. Το φιλτράρισμα των παραπάνω έχει γίνει με τρόπο καταπληκτικό και η προσωπική τους φωνή ακούγεται δυνατά και καθαρά.

Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά, το υλικό που εμπεριέχεται στο False Memory Archive είναι το υλικό μιας σπουδαίας μπάντας. Ακριβολογώντας, οι πιο πολλές από τις μπάντες που θεωρούνται “μεγάλες” στον prog rock κόσμο του 2018, ΔΕΝ έχουν τόσο καλή μουσική όσο αυτό το άλμπουμ. Τόσο απλά. Με επιμονή, φαντασία κι ανοιχτό μυαλό, αυτός ο Δαυίδ υψώνει το μικρό του ανάστημα και η σκιά του φαντάζει πελώρια. Κινούμενοι στον χώρο του χαμηλόφωνου, λυρικού προοδευτικού rock –έναν χώρο που οι συμπατριώτες τους Gazpacho έμοιαζαν να διαφεντεύουν μόνοι τους τα τελευταία χρόνια– η καλλιτεχνική ποιότητα του False Memory Archive το τοποθετεί αμέσως σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα συμφραζόμενά του. Να το πω αλλιώς, σε μια θαυμάσια χρονιά για τον χώρο, οι Oak παραδίδουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του. Τόσο απλά.

Το στιλ των Oak δεν έχει απαραίτητα κάτι το ανανεωτικό και η προοδευτικότητά του έγκειται περισσότερο στις ατμόσφαιρες και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, οι ίδιες όμως οι συνθέσεις διαθέτουν τέτοιο μελωδικό κι ενορχηστρωτικό πλούτο που τελικά είναι ικανές να μετατραπούν σε πλημμύρα συναισθημάτων και χρωμάτων. Το False Memory Archive διαθέτει μια ευρεία γκάμα συνθέσεων που ποικίλλουν από ημι-μπαλάντες και τραγούδια σχετικά τυπικής κουπλέ-ρεφρέν δομής μέχρι πιο ελεύθερες μεγάλες συνθέσεις των 8 έως 11 λεπτών. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν το ίδιο πετυχημένα και η ροή είναι εξαιρετικά φυσική, με πολύ εύστοχη διαδοχή φωτεινών και σκοτεινών μερών. Επίσης, εδώ δεν θα βρεις filler, ίσως με την ελαφριά εξαίρεση του “Transparent Eyes” που δεν με “πήγε” κάπου. Αναφέροντας το σκοτεινό στοιχείο, πρέπει να αναφέρω την απίστευτη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές συχνότητες του άλμπουμ από και σε όλα τα όργανα, συχνότητες που παράγουν ένα συμπαγές και μοντέρνο έδαφος για να πατήσουν οι “από πάνω” μελωδικότερες φόρμες. Στην παραπάνω φράση κωδικοποιούνται τα μεγαλύτερα ατού του False Memory Archive, η φωνή και η παραγωγή.

Η φωνή. Ο Simen Johannensen μπορεί να είναι περήφανος ότι διαθέτει μια από εκείνες τις φωνές με το ιδιαίτερο χρώμα που ξεχωρίζουν αμέσως και ολοένα και σπανίζουν. Η ζεστασιά και το μέταλλο της φωνής του είναι ο Δούρειος Ίππος της μουσικής τους και η ταπεινή του ερμηνεία δεν συγκαλύπτει την ποιότητα μιας χροιάς που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό σου. Οι δικοί μου συνειρμοί συνδέουν τη φωνή του με τη νεότερη κληρονομιά των Leprous και των επίσης συμπατριωτών του Madrugada, στο ακριβώς ενδιάμεσο τονικό τους ύψος.

Η παραγωγή. Πολλοί καλλιτέχνες βλέπουν το studio διεκπεραιωτικά, οι Oak αντίθετα φαίνεται ότι έλιωσαν τα αυτιά και τις ιδέες τους στο στούντιο, εξερευνώντας τις όποιες ηχητικές δυνατότητες είχαν στη διάθεσή τους προς ένα εξαιρετικά άρτιο και τεχνοκρατικό αποτέλεσμα. Το studio, τα εφέ και η ιδανική χρήση τους σε κάθε όργανο και σε κάθε στιγμή του άλμπουμ, δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία. Θα έλεγα ότι συμπρωταγωνιστούν, κάνοντας τον ήχο πιο πυκνό, πιο απρόβλεπτο και πιο περιπετειώδη. Ένα κατεξοχήν άλμπουμ για να ακούς με καλά ακουστικά και να βουτάς στις μικρές του ηχητικές λεπτομέρειες.

Ξέρουμε καλά ότι ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι απαραίτητα δίκαιος και κανείς δεν μπορεί να ξέρει την εξέλιξη που θα έχουν οι Oak. Ξέρω όμως ότι αυτό το “Σπίτι” που αναφέρουν συχνά στους στίχους τους ότι ψάχνουν να βρουν, θα μπορέσουν να το βρουν εύκολα στις καρδιές των ακροατών τους. Κι ότι αυτή η “Polaroid που λέει ψέματα για καλοκαίρια που δεν τελειώνουν” θα μπορούσε να περιγράφει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι το False Memory Archives. Αυτό αντίθετα λέει τη μικρή και θριαμβευτική αλήθεια μιας αληθινής ανάμνησης. Τόσο απλά.


I was recently told a story in which a teacher told his student: “Don’t let the potential of Great destroy what is already Good”. Naturally, an encouragement like this seems to be a bit discrepant in our beautiful capitalistic world, where creators of any sort have to be competitive and constantly prove their excellence. The teacher obviously meant that pursuing excellence may distract a creator from the simpler forms of creating/producing that should rule his/her everyday life and I can do nothing more than agree, adding to this that many creators in the world of music got lost into some extravagant ambition. We can agree that there are serious risks if a band decides to spend a lot of time in creating something unique. This is a risk that Oak from Norway took and thankfully succeeded.

According to the press release, they started as a folk/rock duo and eventually evolved into a progressive pop/rock band, releasing the debut Lighthouse in 2013. It was right then upon this creative curve that, instead of taking an advantage of the momentum, they decided to take their time to work and to grow. It was probably the only way to make their own personal voice rise above the noisy polyphony of their influences which, in their own words, range from classical and electronica to traditional prog or heavy music. Carefully listening to False Memory Archive indeed one can sense the multifaceted nature of their inspiring origins and feel relieved that their growing procedure and hard work was fruitful. Filtering their influences has been accomplished in an astonishing manner and their personal voice can be heard loud and clear.

To put things into place, the material included in False Memory Archive is that of a great band. To be more precise, most of the regarded as “big” bands within the 2018 prog rock cosmos, do not have such good music to offer. It’s as simple as that. Being consistent, imaginative and open minded, this David manages to raise his short height and cast an enormous shadow. Moving into a melodic and lyrical rock musical territory – dominated by their countrymates Gazpacho in recent years –, the artistic quality of False Memory Archive instantly puts Oak in a very prominent place among their context. Let me rephrase: it has been a marvelous year for prog rock and Oak deliver one of the finest albums of the genre. As simple as that.

Oak’s style is not necessarily innovative and its progressiveness lies mostly in the atmospheres and the intellectuality of their compositions. Still, it is the exact same compositions that consist of such melodic and arranging richness that can actually be experienced as a flood of colours and emotions. False Memory Archive includes a very wide range of songwriting, from semi-ballads and verse/chorus traditional type of songs to freer, longer, 8 to 11 minutes compositions. Both types are equally successful, contributing to the album’s very natural flow and the remarkable sequence of lighter and darker parts. Also, you won’t find any fillers here, maybe with the slight exception of “Transparent Eyes” that didn’t particularly trip me. Having referred to the dark element, I have to point out the incredible work that has been done to the album’s low frequencies in every instrument, frequencies that build a concrete and modern ground for the melodic lines to stand upon. In the above sentence, False Memory Archive’s greatest advantages are being encoded: vocals and production.

Vocals. Simen Johannensen can be proud to own one of those instantly recognizable voices with the very unique timbre, voices that become increasingly rare to find. The warmth and intimacy of his voice is the Trojan horse of Oak’s music and his modest performance doesn’t disguise the tone quality of a voice fully capable of creeping into one’s mind. My personal free associations connect him with the recent legacy of Leprous and of his other countrymen Madrugada, precisely in the middle of their tonal pitch.

Production. Many artists treat studio as an unavoidable obligation but Oak instead have worked their heads off exploring any sonic resources at their disposal, in order to achieve an exquisite and technocratic result. All mixing/processing tools and the perfect use of effects in every instrument at all times make the sound experience a co-star of the album and the music sounding thicker, unpredictable and adventurous. An ideal album to be experienced through good quality headphones so one can dive into its tiny sound details.

We all know very well that music industry is not necessarily fair and no one knows how Oak will develop. What I know though is that the often mentioned “Home” in their lyrics, the Home they seek can be easily found in the hearts of their listeners. I know also that this “Polaroid that’s telling a lie about endless summer” may describe many things but not False Memory Archive. For this album tells a small, triumphant truth of a real memory. As simple as that.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Σκέτος καφές (The Man Who Died In His Boat)

Κάτι άγνωστο συμβαίνει εντός μου και πριν το καταλάβω ανοίγω τα μάτια. Το φως έξω αμυδρό και μετά από κάθε ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων η φωτεινότητα μεγαλώνει. Αργά όλα αποκαθίστανται στην τάξη, τα χρώματα, οι κινήσεις, όχι όμως και οι σκέψεις. Αυτές περιμένουν τον σκέτο καφέ. Σηκώνομαι και στέκομαι μπροστά σε μια μηχανή που μπορώ να την υποκαταστήσω με ποτήρια και πετσέτες, αλλά δεν μπορώ να την ανταγωνιστώ σε ταχύτητα και εξυπνάδα. Τον χειμώνα μέτρια η δοσολογία στον καφέ, το καλοκαίρι λίγο πιο βαρύς με ένα παγάκι μέσα, ποτέ ζάχαρη, ποτέ γάλα. Τα σήματα καπνού πάνω από το μηχάνημα κόπασαν και γεμίζω το ποτήρι προσεκτικά. Με την πρώτη γουλιά το μυαλό μαρσάρει και κάτι σαν έμπνευση μου χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει όμως κανείς και αυτή τα μαζεύει και φεύγει.

Με μια χριστουγεννιάτικη ή βερολινέζικη κούπα στο χέρι μεταβαίνω στο γραφείο με τη χαρτούρα για ντεκόρ περιπέτειας. Πατάω το on χωρίς να το βλέπω και η οθόνη από μαύρη, γίνεται μπλε και μετά πολύχρωμη. Τσεκάρω το κινητό μην τυχόν η ώρα πέρασε. Η ίδια ώρα φαίνεται στην κάτω δεξιά γωνία της οθόνης, όλα σε τάξη λοιπόν για αρχή. Ανοίγω την πρώτη σελίδα όπως το παράθυρο της κουζίνας, που πάντα δείχνει σπίτια σχεδόν ακατοίκητα και περαστικούς σχεδόν περίεργους που με κοιτάνε αδιάφορα. Στα mail όλα υπό έλεγχο, ο αριθμός τους δεν αυξάνεται με απειλητικό ρυθμό. Στο fb άπειρες ειδοποιήσεις για να χαθώ καθώς έχω ξεχάσει που είχα μείνει χτες. Μηνύματα λίγα, αλλά επίμονα. Το πρώτο «καλημέρα» γυαλίζει μπροστά μου, ααα, το έγραψα εγώ πρώτος. Μην ξεχάσω να στείλω για την ομάδα, να ρωτήσω τι συνέβη εκεί που δεν πήγα, να δηλώσω ενδιαφέρον για μια εκδήλωση που δεν θα πάω, να σαπορτάρω μια μουσική που δεν έχω ακούσει, να πατήσω like σε ένα κομμάτι που δεν θα ακούσω, να μιλήσω με ένα άτομο που ποτέ δεν θα γνωρίσω… πιθανόν.

Η ώρα περνά, ο καφές λιγοστεύει ευτυχώς πιο αργά από αυτήν και ανοίγω το στερεοφωνικό που είναι συνδεδεμένο με το pc για να δω τι μου έχουν στείλει από μουσικές. Καλό-εντάξει-αδιάφορο-γιατί μου το έστειλαν, σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα βγαίνει η βαρύνουσα απόφαση. Πάμε παρακάτω! Φάκελοι στον (πολύ) σκληρό, γαμώτο, πού είναι το άλλο που ψάχνω; Αυτό γιατί υπάρχει δυο φορές; «Όταν σβήνεις κάτι αυτό μπορεί να χάνεται, αλλά ο χώρος που είχε καταλάβει δεν αδειάζει», τι το ήθελες, φίλε μηχανικέ, με τη φιλοσοφική σου ρήση, πιο πολύ με μπέρδεψες, παρά με βοήθησες. Επιλέγω κάτι ήπιο, πρωί είναι. Αν ξεκινήσουμε με τα άγρια, το μεσημέρι θα έχουμε απογειωθεί. Πατάω «αναπαραγωγή» αν και δεν προβλέπονται γεννητούρια. Ο καθαρός ήχος γεμίζει το δωμάτιο. Επιστροφή στις συνομιλίες, στις ειδήσεις, σε κάποιο κείμενο που τις αναιρεί, στα βίντεο με ζωάκια, στα αστεία δημοτικού, στις διαφημίσεις παντού, από πάνω , από κάτω, από δίπλα. Ο σύντομος δίσκος που δεν ήταν δίσκος τελείωσε. Τι μου έμεινε από δαύτον; Για να τον αφήσω να παίξει ολόκληρος κάτι θα έλεγε, αλλά αυτό είναι το θέμα; Τι γίνεται με την πεμπτουσία της μουσικής, το βίωμα, το συναίσθημα, τη συγκίνηση. Η προσήλωσή μου έχει εξασθενήσει με τόσα μπροστά μου, ο ήχος του υπολογιστή με προστάζει να τον ταΐζω συνέχεια εντολές με το πληκτρολόγιο και το ποντίκι (και δεν έχω πλέον γατί στο σπίτι). Δηλαδή πριν την ύπαρξή του ακούγαμε με τον καφέ βινύλια; Αυτά τα σκονισμένα αντικείμενα του πόθου που όσο δεν τα παίζεις μαραζώνουν; Προσωπική μου θεωρία αυτή, που την έβγαλα όταν είδα έναν δίσκο μου ελληνικής παραγωγής να βγάζει κάτι μικρά εξογκώματα, του είχα υποσχεθεί να τον παίζω πιο συχνά και μπορεί να μην ανάρρωσε ποτέ, αλλά οι κακοήθεις όγκοι σταμάτησαν να επεκτείνονται. Άλλος ένας διάλογος κατ’ ιδίαν με τη μουσική που είχε happy end, γιατί με αυτή στο τέλος οι καλοί νικούν, ο πλανήτης σώζεται, η πίτα είναι ολόκληρη και ο σκύλος (που δεν είχα ποτέ) είναι πάντα χορτάτος.

grouper.coffee

Με μια αποφασιστική κίνηση νοκ-άουτ τα κλείνω όλα και ανοίγω το πικάπ. Διαλέγω το The Man Who Died In His Boat της Grouper. Κάπου είχα διαβάσει ότι πολύς κόσμος προτιμά τη μουσική της για νανούρισμα, αλλά εμένα καμία μουσική δεν με νανουρίζει, καθώς τρυπά στα εγκεφαλικά κύτταρα μαλώνοντας πάντα με τον Μορφέα για το ποιος θα επιβληθεί πάνω σε αυτά. Οι ήχοι της με βάζουν στον καναπέ να κοιτάζω το εξώφυλλο που η ίδια έχει σχεδιάσει και να κάνω ότι διαβάζω τους στίχους της που δεν υπάρχουν σε κανένα εσώφυλλο. Σκέφτομαι τα πρωινά που τον πρωτάκουσα στους -15 βαθμούς Κελσίου στον Βορρά, σε ένα βαγόνι και το πώς αυτή η αίσθηση του τότε δένει με το άσχετο τώρα. Το τότε το αγκαλιάζει, ερωτοτροπεί μαζί του και στο τέλος τα δυο τους αφού έχουν χαλαρώσει αποχωρίζονται για να τραβήξει το καθένα τον δρόμο του. Είναι η στιγμή που ο δίσκος τελειώνει, μαζί και ο καφές και έρχεται η ώρα που μου λέει ο ήλιος να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Ευτυχώς αυτήν τη φορά θα έχω να ακούω κάτι στον εγκέφαλο μου όλη τη μέρα!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Toby Driver – They Are The Shield (Blood Music)


“Μπορεί η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” ρωτάει μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου, καθώς παίζει η μουσική. “Όχι, δεν μπορεί”, απαντάει κοφτά ο φανταστικός κος Πιουρίστας. “Ναι, μπορεί και πρέπει”, απαντάει ο φανταστικός κος Ρομαντικός.

Ο Toby Driver πάντως σίγουρα το προσπαθεί. Έχοντας αποδείξει πολλάκις τον ηγετικό του ρόλο στη στριφνή πειραματική μουσική της τελευταίας 20ετίας, ο Αμερικανός συνθέτης-τραγουδιστής-πολυοργανίστας επιστρέφει με τον πιο προσιτό δίσκο της καριέρας του και δείχνει απολύτως έτοιμος να γίνει αναγνωρίσιμος για κάτι παραπάνω από το να είναι ο ιθύνων νους των Maudlin of the Well / Kayo Dot. Κι αν το περσινό Madonnawhore μάζεψε εξαιρετικές κριτικές για λόγους οικείους στο experimental σινάφι, το They Are The Shield θα σηματοδοτήσει καινούριους.

Από πολλές απόψεις, η contemporary ματιά του TATS σχεδόν αγγίζει μια μεταμοντέρνα pop κουλτούρα, της οποίας βέβαια σκοπός δεν είναι τα chart αλλά η ομοιογενής ένωση των αντιθέτων του ακραίου και του οικείου. Τέτοιου είδους ισορροπίες μπορούν να ανιχνευτούν στις ενορχηστρώσεις του άλμπουμ, όπου η φαινομενική πρωτοκαθεδρία των εγχόρδων ζυγίζεται από βαθιά ambient synth και τα νωχελικά jazzy τύμπανα, αλλά και στις ίδιες τις 6 συνθέσεις: κάθε φορά που κάποιο track τείνει να ανήκει σε έναν κόσμο, το αμέσως επόμενο θα προσπαθήσει να αναιρέσει την κίνηση αυτή με την εισαγωγή κάποιου νέου και ανεπαίσθητου στοιχείου. Στην κορυφή αυτών οι Gilmour-ικές ερμηνείες και μελωδικές γραμμές του Toby Driver, που φέρνουν σε στιγμές τη μουσική κοντά στα σύνορα του προοδευτικού rock. Δεν μπορώ εδώ να μην αναφέρω ότι ενώ ο άνθρωπος έχει μια χαρά φωνή, δεν σταματάω να σκέφτομαι ότι ο δίσκος θα ανέβαινε αισθητά αν πίσω από το μικρόφωνο βρισκόταν κάποιος εθιστικότερος performer. Για να ακριβολογώ, αυτός είναι ο δίσκος που περιμένω εδώ και 20 χρόνια να κυκλοφορήσει ο Kristoffer Rygg. Αρκετά όμως με τις προσωπικές φαντασιώσεις.

Παρά την ωραιότατη ροή του και τον βατό του χαρακτήρα, το TATS δεν αποβάλλει τις avant του τεχνοτροπίες. Το εναρκτήριο “Anamnesis Park” κάνει πρώτα μια διαδρομή 5 λεπτών πριν καταλάβεις ότι πρόκειται για κανονικό τραγούδι, ενώ το “470 Nanometers” είναι ένα track με electronica ψυχή, που ποτέ όμως δεν αποδίδεται ως τέτοιο. Το καλύτερο παράδειγμα όμως είναι το κορυφαίο “Glyph” με την εμφανώς “λάθος” αρμονία. Το αίνιγμα έγκειται στο αν η δυσαρμονία προέρχεται από τα έγχορδα ή την αρμονική τους συνοδεία, αυτές όμως οι αποκλίσεις που κρατάνε μόνο στιγμιαία περιγράφουν και το σύνολο του άλμπουμ: το μη κανονικό μεταμφιέζεται σε κανονικό και δρα ως τέτοιο, χωρίς να απαλλάσσεται πλήρως από τους μη κανονικούς ανέμους που κλονίζουν τον νοητό τους άξονα, τον άξονα της μουσικής, του πλανήτη, της λογικής. Το TATS είναι τελικά ο εξωγήινος που προέρχεται από κόσμους με άλλους νόμους, κυκλοφορεί ανάμεσα μας όμως με ανθρώπινη μορφή.

Το νέο άλμπουμ του Toby Driver μπορεί να γίνει λοιπόν κατανοητό και να εκτιμηθεί από ένα ευρύτατο ακροατήριο. Παρά τη ζεστασιά του όμως, διατηρεί μια κάποια συναισθηματική απόσταση από τον ακροατή –ίσως με την εξαίρεση του “The Knot”– και μια σχεδόν επιστημονική προσέγγιση, τουλάχιστον στις δικές μου κεραίες. Χωρίς όμως κανέναν ελιτισμό, κυκλοφορεί με ελεύθερο αντίτιμο στο Bandcamp και δεν σου αφήνει καμιά δικαιολογία να μην το ακούσεις.

“Μπορεί λοιπόν η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” επιμένει η φωνή. “Μπορεί να προσπαθεί και, αν είναι πραγματική πρωτοπορία, κομψά να αποτυγχάνει”, απάντησε ο φανταστικός κος Ρεαλιστής.


“Can avant-garde be accessible?” I hear a voice in my head asking, while the music plays. “Definitely not” is the strict answer of imaginary Mr Purist. “It can and it must” replies imaginary Mr Romantic.

Well, Toby Driver certainly tries. Having already proved several times his leading role in the weird experimental music of the last 2 decades, this American composer-multi instrumentalist-singer returns with the most amiable album of his career and he seems absolutely ready to start being recognizable for something more than being the mastermind of Maudlin of the Well/Kayo Dot. And if last year’s Madonnawhore gained excellent reviews for all the obvious reasons of being an experimental album, this year’s They Are The Shield will signify many new ones.

From many aspects, TATS’ contemporary glance can almost touch a postmodern pop culture, of which the ultimate goal is not the charts but the homogeneous unification of the contraries: the extreme and the familiar. Such an equilibrium can be detected in the arrangements, where the apparent paramountcy of the stringed instruments gets evenly balanced by deep ambient synths and indolent jazzy drums and additionally within the very core of the 6 compositions: for every track that appears ready to belong somewhere by surrendering to a musical territory, the following one will try to cancel this movement by introducing a new and subtle element. On the top of all, Toby Driver’s Gilmour-like performance and vocal melodies bring the music closer to an unseen progressive rock border, at times. At this point, I can’t help but mention that despite his absolutely fine voice, I think the record would reach other heights with a more addictive performer holding the mic. To be even more precise, this is the kind of album that I am waiting Kristoffer Rygg to create for 20 years now. But enough with the personal fantasies.

Despite its beautiful flow and its smooth charismas, TATS doesn’t overall expel its avant nature. For example, opening track “Anamnesis Park” has to complete a 5 minute route before you actually realise that you are dealing with a “regular” song, or “470 Nanometers” is a track with an electronica soul that is never delivered as such. Still, the best argument hides in “Glyph”, probably the album’s best moment, with the evidently “wrong” harmony. Now, the enigma lies in the question if this disharmony comes from the strings or from the accompanying notes, what is actually important though is that these elusive diversions describe TATS as a whole: the non-ordinary disguises itself and acts as ordinary, without being entirely relieved from the non-ordinary winds that unsettle the imaginary axis of reason, of the planet, of music itself. TATS is ultimately like an alien that comes from worlds ruled by different laws, still lives among us in a human form.

Toby Driver’s new album can be understood and appreciated by a very broad audience. In spite of its warmth though, it still maintains some amount of emotional distance from the listener – maybe with the exception of “The Knot” – and some sort of scientific approach, at least to my perception antennas. Without any arrogance or elitism, it is a name-your-price release on Bandcamp, leaving you with no excuses for not listening to it.

“So, can avant-garde be accessible?” the voice insists. “It is free to try and, if it is true avant-garde, it will elegantly fail”, calmly replies imaginary Mr. Realist.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

The Cyclothymics- Self-titled (είσοδος κινδύνου/name your price)

Σε μια κίνηση αναπάντεχης –μα ταιριαστής– συγχρονικότητας, βρίσκομαι στην εξής ευχάριστη θέση: αμέσως μετά την παρουσίαση του εξαιρετικού πονήματος των Moonshine Effect, ακόμα μια κυκλοφορία που σχετίζεται με έναν αγαπημένο φίλο παίρνει σειρά. Μάλιστα, θα μπορούσε να βρει κάποιος μερικές εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στα δύο αυτά εγχειρήματα, ο κοινός παρονομαστής των οποίων είναι η φαινομενικά ανεξάντλητη πηγή της ψυχεδέλειας. Στο σημείο αυτό, βέβαια, σταματούν οι όποιες ομοιότητες κι αυτό γιατί, ενώ στην περίπτωση των Moonshine Effect ήταν ξεκάθαρη η indie στόχευσή τους, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ολοκάθαρη σπονδή στον αρχέγονο βωμό του ψυχεδελικού ήχου, η οποία ευτυχώς αποτινάσσει τον χαρακτηρισμό του “ρετρό”, πατώντας όμως στέρεα σε ήχους περασμένων δεκαετιών.

Πιο συγκεκριμένα: ο ήχος των Cyclothymics στηρίζεται στη συνύπαρξη έντονων κιθαριστικών παλμών και ριπών από το όργανο, με το τελευταίο να χρωματίζει άνετα και εύηχα το όλο αποτέλεσμα. Πραγματικά, είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητος αυτός ο αναλλοίωτα ζεστός ήχος που βγαίνει από το όργανο της Ίριδας, εν προκειμένω. Ιδιαίτερη εντύπωση, επίσης, μου έκανε το στιβαρό rhythm section που φροντίζει για τις τόσο έντονες εναλλαγές, που διατηρούν το ενδιαφέρον αμείωτο σε κάθε τους ακροβασία. Θα μπορούσε άνετα να πει κανείς πως το συγκεκριμένο ύφος ανήκει στην garage τεχνοτροπία. Πέρα από αυτήν την κατεύθυνση όμως –και αφήνοντας κατά μέρος τις ως άνω αναφερθείσες ψυχεδελικές πινελιές– διαπιστώνω επίσης κάποια ηχητικά στοιχεία που παραπέμπουν στο punk, όπως και μια ανάρμοστα διονυσιακή διάθεση που αποσαφηνίζεται από τον άμεσα “ζωντανό” αέρα της ηχογράφησης αυτής. Εντοπίζω σημεία που εύκολα θα χαρακτήριζα ως χορευτικά, όχι προφανώς με την τυπική έννοια του όρου. Σημειολογικά μιλώντας, η ένταση είναι κυρίαρχη εδώ, κάτι που με εξέπληξε με έναν ενθουσιώδη τρόπο.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα των παραπάνω είναι το “Vampers”: η εισαγωγή με το όργανο, οι ορμώμενες κιθάρες, ο εκρηκτικός συνδυασμός του μπάσου με τα τύμπανα, η σχεδόν ψιθυριστή, βελούδινη χροιά των φωνητικών. Ο έντονα νοσταλγικός τόνος, συνολικά. Στις άλλοτε μειλίχιες και άλλοτε πολυσχιδείς συνθέσεις, τα φωνητικά του Πέτρου λειτουργούν ως παράγοντας ισορροπίας, προσθέτοντας μάλιστα κι έναν ελαφρά σκοτεινό δρόμο στο ήδη υπάρχον αφήγημα. Και όταν οι κιθάρες αγκαλιάζουν αυτόν τον αγαπημένο, “καμπανιστό” ήχο… συγκινούμαι, κυριολεκτικά!

Δρομολογώντας έναν θρίαμβο, οι Cyclothymics διαθέτουν τόσο την απαραίτητη ποικιλία, όσο και τον συναισθηματικό ορυμαγδό που είναι απαραίτητος για να ολοκληρωθεί αυτό το αμάλγαμα ηχοχρωμάτων, το οποίο κινείται οπωσδήποτε στα συνήθως ασφυκτικά πλαίσια του ροκ, γενικολογώντας – ξεφεύγει όμως από το τέλμα του βαρετού αναμασήματος, χαρίζοντας στο διηνεκές απαράμιλλες στιγμές όπως το “Surfbolah”, επί παραδείγματι.

Το αισθητικό παζλ συμπληρώνεται με το άριστο εξώφυλλο. Το τελευταίο ίσως αρχικά φανεί παράταιρο σε σχέση με το ύφος της μπάντας – απεναντίας όμως, φρονώ πως είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για αυτόν τον δίσκο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αισθητικό κομμάτι αναμείχθηκε ο τεράστιος Putsum – αυτό αρκεί για εμένα, σαφώς.

Αντί σύνοψης: το ομώνυμο αυτό ντεμπούτο των Cyclothymics είναι από τις αρτιότερες προσεγγίσεις που έχω ακούσει πρόσφατα. Πρόκειται για εμφανές κατόρθωμα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως αυτός ο ήχος έχει πια περάσει στη ναφθαλίνη της στειρότητας.

Αντίθετα μάλιστα, το εν λόγω ηχογράφημα δείχνει να εμφορείται από μια ατέρμονη ενέργεια, η οποία οδηγεί το όλο οικοδόμημα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ξεδίπλωσής του. Η δε επιλογή του βινυλίου ως format είναι απλώς τέλεια. Δεν νομίζω προσωπικά ότι θα ταίριαζε κάτι άλλο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ήδη φλυάρησα αρκετά όμως – είναι εξάλλου πασιφανές ότι η ακρόασή του ήταν και είναι μια απολαυστική εμπειρία για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα, βεβαίως. Αφήνοντας τη νοσταλγία να με καταβάλει, παραδίνομαι στις ενθυμίσεις. Εγώ και ο Πέτρος, σε απροσδιόριστο χρόνο να διαβάζουμε Φρανσουά Βιγιόν και να ανταλλάσσουμε απόψεις επ’ αυτού. Κάποτε, στα “μαγευτικά” Εξάρχεια.

Ό,τι παρήλθε δεν είναι ποτέ μακρινό…


In an unexpected – yet fitting – sign of synchronicity, I find myself in the following, awkwardly pleasing position: immediately after presenting Moonshine Effect’s fascinating album, yet another release that is connected to a dear friend, takes its turn for presentation. In fact, someone could find certain, eclectic similarities between those two ventures, the common denominator of which, is the seemingly endless source of psychedelia. That is the point where similarities end, though. I am saying this because, in Moonshine Effect’s case, there was an obvious aiming towards the indie pop genre, while here we are dealing with a totally clear libation directed to the primal altar of psychedelic sounds. One that fortunately defies the standard retro characteristics, while still solidly stepping onto sounds reminiscent of past decades.

Specifically speaking: Cyclothymics’ sonic vocabulary finds itself strongly based on the coexistence of guitar palms and organ related gusts. The later instrument holds a key position here, effortlessly painting the outcome in an ear-pleasing mode. Indeed it is impossible for the sound that comes out of Iris’ organ to go unnoticed, respectively. I was also equally impressed by the firm and solid rhythm section, that takes good care of mood and tempo drifts and alternations. Thus, managing to maintain a certain level of interest for the listener, in through each and any of their ongoing variations. Obviously, one could insist that this specific texture sits comfortably into garage territory. Yet, behind this direction – and, leaving aside the aforementioned psychedelic brushes – I can also discover certain audio elements that resemble punk. As well as an unapologetically Dionysian mood which defies itself in through the utmost “live” character that this recording possesses. Moreover, I detect points that could easily be viewed as dance-able, not in the typical sense of this word, of course. Speaking of semiotics, dare I say that tension is the dominant force herein.

A pretty much indicative example of the above stated phrase would be “Vampers”: the organ induced introduction, the sweeping guitar presence, the explosive nature of bass and drums combined, the almost whispered, velveteen vocal tint. The intensely nostalgic tone, in general. At other times sounding smooth, while at others being manifolding, it is a fact that these compositions rely a lot unto Petros’ vocals, that actually serve as a balancing factor, here. Additionally providing a slight touch of darkness to the whole narrative. And when guitars embrace this lovely, bell-like sonic aura, I am honestly touched.

Initiating a triumph, Cyclothymics provide an absolutely necessary sense of variation, as well as the emotional din needed in order to complete this amalgam of chromatic tonal phrases. That definitely moves along the usually frustrating boundaries of what we have come to identify as rock music, generally speaking – yet manages to escape the burden of being yet another boring copycat. Gifting the infinite with unparalleled moments such as “Surfbolah”, for example. This aesthetic puzzle is also complimented by a flawless cover artwork. At first sight, the later could somehow seem out of place in regards to this band’s style. On the other hand though, I personally sense that it is exactly what was needed for this record. Regarding this, I should note that the whole aesthetic piece was handled by the mighty Putsum – and that alone, is enough guarantee in my book.

In place of a summary: Cyclothymics’ same titled debut is most certainly among the finest approaches that I have listened to, in recent times. It comes off as being an obvious achievement, especially more so if one considers that this style of sound has long ago passed itself into a certain stage of sterility. Thankfully, that is not the case here. Quite the opposite, actually, as this specific recording seems to manifest a kind of relentless energy, which functions as a driving force throughout the whole duration of its unfolding process. As for the decision that led to its release on vinyl format, it simply is a perfect choice. Personally, I do not think that any other format would be suitable, in this case.

I have already said enough, though – after all, it probably is crystal clear: this listening session was – and still is – a pleasure to me. And not to me exclusively, of course. As nostalgia is taking over me, I let myself loose into the firmament of memories. Myself and Petros reading Francois Villon and passionately discussing on that matter. In a state of time undefined, at Exarhia.

Anything that passed, is never far away…

 

 

Γιώργος Καναβός

Worldservice Project & Peter Broderick Live Reports / Galway Jazz Festival 2018

Λίγα λόγια για το φεστιβάλ…

Τόσες και τόσες έχουν πατήσει τα πόδια μας. Σε ταξίδια σύντομα, προγραμματισμένα, μακρινά, ή σε σύντομα περάσματα για άλλους προορισμούς. Ανασαίνουμε τον αέρα τους, περπατάμε τα δρομάκια τους, γεμίζουμε τα καφέ τους, βγάζουμε γρήγορες φωτογραφίες. Κάθε πόλη έχει τον δικό της σφυγμό, ποτέ δεν καταλήγεις να τις αγαπάς όμως το ίδιο. Κάποιες γίνονται πιο πολύ δικές σου, σε πιάνουν από τον γιακά, σου φωνάζουν “Μη φύγεις, μη φύγεις ακόμα”.

Δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω εδώ τη μαγεία του Galway, μια πόλη που κολλάει πάνω σου σαν βδέλλα ονείρων και σε παρασέρνει όπως γουστάρει εκείνη, σαν τους αδυσώπητους αέρηδές της. Για να πάμε στα δικά μας, το Galway μοιάζει με το Βατικανό της παραδοσιακής μουσικής. Διαφεντεύει τα πάντα με μια προφορικότητα στη μετάδοση που μοιάζει με άλλους αιώνες κι αποτελεί το “σχολείο” του οποίου οι απόφοιτοι πάνε μετά και κατακτούν τον κόσμο της trad/folk μουσικής. Για όλους τους “άλλους” (rock, metal, jazz, blues, experimental και τα λοιπά) τα πράγματα είναι δύσκολα. Εδώ είναι που το Galway Jazz Festival γίνεται ιδιαιτέρως πιο σημαντικό από πολλά άλλα φεστιβάλ. Δεν έχει απλώς εξαιρετική μουσική. Είναι ταυτόχρονα και μια δήλωση, το να υψώνεται μια καλλιτεχνική φωνή που ανάμεσα σε βιολιά και μπάντζα φωνάζει “εϊ, είμαι κι εγώ εδώ”!

Πάνω από 50 gig και event, καλλιτέχνες από 14 χώρες, απλωμένα στο τετραήμερο από 4 έως 7 Οκτώβρη. Το πιο σημαντικό, όμως; Κάθε στέκι στην πόλη, κάθε pub, θέατρο, καφέ, βιβλιοπωλείο, όλα να μετατρέπονται σε μικρά venue για λίγο, γεμίζοντας μουσικές, χαμόγελα, αυτοσχεδιασμούς. Και με όλους εμάς τους “άλλους”, χαρούμενους που η φωνή μας ακούστηκε λίγο περισσότερο. Κατά κοινή ομολογία, το επίπεδο των καλλιτεχνών ήταν εκπληκτικό. Και ναι, το Galway είναι εξίσου μαγικό με κοντραμπάσα, πιάνα και τρομπέτες!

Φυσικά, δεν είδα όλα τα gig. Βοηθώντας ως εθελοντής, άκουσα πολλά πράγματα για πολύ ή για λίγο και ήταν όλα από πολύ καλά έως απίστευτα. Εδώ θα γράψω για τα δύο αγαπημένα μου live στο φεστιβάλ, αυτά που έζησα από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο ως το μεδούλι τους.

Worldservice project live @Biteclub (6/10/18)

Έχοντας λιώσει το πρόσφατο τέταρτο album τους Serve, μπορώ να πω ότι ήμουν σχετικά υποψιασμένος για το τι θα παρακολουθήσω, αν και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι μεγάλο μέρος του κοινού δεν ήταν. Ο χαρακτηρισμός anti-Brexit punk jazz που δίνουν στη μουσική τους αποκτά την πλήρη του εμβέλεια και δυναμική σε ζωντανό περιβάλλον. “Μετά από αιώνες ιμπεριαλισμού, είναι τώρα η σειρά μας να σας υπηρετήσουμε απόψε”, λέει ο Dave Morecroft και οι πέντε αυτοί Άγγλοι, φορώντας τα φανταχτερά τους κοστούμια, κάνουν ακριβώς αυτό: υπηρετούν, με την πιο δυνατή και διασκεδαστικά επιθετική jazz που μπορεί κανείς να συναντήσει!

Το fusion των Worldservice Project περιλαμβάνει στιγμές καθαρής Zappa παράνοιας, χορευτικής funk διάθεσης, μοντέρνας ευρωπαϊκής jazz, ανακατεμένα με λίγες αλλά μεγαλειώδεις μελωδικές γέφυρες. Ο φίλος μου ο Harold δίπλα μου, που έχει λιώσει να ακούει αυτό το είδος εδώ και 5 δεκαετίες, μου είπε συνωμοτικά στο αυτί ότι του θυμίζουν κάποιους παλιούς Doctor Nerve κι εγώ σας μεταφέρω την πληροφορία. Πέραν του στιλ τους, όμως, οι Worldservice Project ξεχωρίζουν για τις άγριες δυναμικές τους, την τρομερή ενέργεια και την αστείρευτα feel good διάθεση.

Αν και τα περισσότερα solo μοιράζονταν ανάμεσα σε τρομπόνι και σαξόφωνο, η μεγάλη μορφή της μπάντας είναι ο τρομερός πληκτράς Dave. Η υπέρτατη στιγμή του ήταν το one of a kind performance του ως Mr Giggles –το “alter ego” του– όπου στο Biteclub έγινε πραγματικός χαμός. Γενικά, παρά το πολύ μικρό stage, η ενέργεια της μπάντας είναι υπεράνω λέξεων και ως αποτέλεσμα το live τους έκλεισε με τον κόσμο να τους αποθεώνει. Φανταστική μπάντα, με την οποία μπορείς να χορέψεις, να κάνεις headbanging και να χαζέψεις, σε ένα μεγάλο χαρούμενο πακέτο!

Peter Broderick live @The Loam (7/10/18)

Όσοι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Peter Broderick γνωρίζετε ήδη ότι είναι αδύνατον να ξέρεις τι ακριβώς θα παρακολουθήσεις πριν από μια εμφάνισή του. Στον διαμορφωμένο χώρο του Loam –ένα όμορφο και κυριλέ εστιατόριο– δεσπόζει ένα όρθιο πιάνο δίπλα σε ένα βιολί και μια κιθάρα. Αυτά είναι τα μόνα σύνεργα που θα χρειαστεί αυτός ο πολυτάλαντος χαμαιλέοντας για να μας υψώσει μέχρι τα σύννεφα.

Το μεγαλύτερο μέρος του set του βασίστηκε στο πιάνο και μαζί με την ευαισθησία των φωνητικών του (τα οποία στο μυαλό μου αντηχούν κάτι από το Efterklang παρελθόν) το κοινό βυθίστηκε σε έναν βαθύ και ψιθυριστό λυρισμό, κρατώντας κυριολεκτικά την ανάσα του. Ο Broderick αποδείχτηκε ένας τρομερά επιδέξιος μάστορας των χαμηλών δυναμικών σε όλα τα όργανα που χρησιμοποίησε, αποδεικνύοντας το περίτεχνο, σχεδόν μαγικό του άγγιγμα.

Υπερβαίνοντας με χαρακτηριστική άνεση τα όποια νοητά είδη, η μουσική του Broderick, κάπου εκεί στον χώρο της contemporary, διαθέτει βαθιά πνευματικότητα κι ενσωματώνεται πλήρως στην ίδια τη στιγμή που τη γεννάει. Μπορεί να παίξει back to back Bob Dylan και John Cage και να μην τολμήσεις να σκεφτείς ότι ακούς κάτι άλλο από Peter Broderick. Και το κοινό απορρόφησε κι εκείνο τη στιγμή αυτή με μια ήρεμη εκστατικότητα κι ενώ από τα μεγάλα παράθυρα στο ύψος του δρόμου οι πρώτες σκιές της νύχτας έμπαιναν στο Loam, αργά και μελαγχολικά, σαν να θέλουν κι αυτές να παρακολουθήσουν αυτό το απίστευτο live χωρίς να ενοχλήσουν. Τσεκάρετε τη δισκογραφία και τα άπειρα project του και βάλτε στη λίστα των πραγμάτων που πρέπει να κάνετε το να τον δείτε ζωντανά.

 

Όλοι όσοι ενεπλάκησαν στο φεστιβάλ αισθάνονται λίγο μελαγχολικοί, τώρα που η παραδοσιακή κανονικότητα έχει επιστρέψει. Εμείς, οι “άλλοι”, θα πρέπει να κουβαλήσουμε τις αναμνήσεις από το GJF 2018, τη σπουδαία μουσική και τους ωραίους ανθρώπους που γνωρίσαμε. Ήδη ανυπομονούμε για το 2019. Εγώ σκοπεύω να είμαι εδώ, έτσι κι αλλιώς αυτή η πόλη με διατάζει να μη φύγω.


A few words about the festival…

Our feet have stepped upon so many of them, through journeys short, scheduled, distant or just passing through in order to reach other destinations. We breathe their air, walk through their streets, crowd their cafes, taking hasty pictures. Each city has its own pulse, you never end up loving them all though. Some actually become yours, they grab you from your shirt saying “Don’t leave, don’t you leave yet.”

I won’t describe here Galway ’s magic, a city that sticks all over you like a leech of dreams, carrying you away as it fancies, like its merciless winds. Dealing with the matters of our interest now, Galway feels like the Vatican of traditional music. It reigns upon everything else with an “orality” in its transmission that resembles centuries bygone, forming the school from which the graduates go on and conquer the trad/folk world. For all the “others” (jazz, blues, rock, metal, punk, experimental, whatever really) things are quite hard. This is another reason why Galway Jazz Festival is significantly more important than other local festivals. It’s not only about excellent music. It is the raising of an artistic voice that screams among banjos and fiddles “Hey, I am here too!”

GJF 2018 edition featured over 50 gigs/events and artists from 14 countries in just 4 days, from the 4th to the 7th of October. Most importantly, every spot in town, every pub, theater, cafe and bookshop became a venue for a while, getting filled up with smiles, music, improvisations and all we, the “others”, felt obviously happy that our voices became a bit stronger. By all accounts, the quantity level of all artists was astonishing. And yes, Galway can be equally magical under the sound of double bass, pianos and trumpets!

Of course, I wasn’t able to attend all gigs. Participating as a volunteer, I had the opportunity to be in a lot of events for a short period of time and everything I listened to ranged from very good to brilliant. I will write here a few words about my favourite gigs of the festival, the ones I enjoyed to the bone, from the first to the last second.

Worldservice Project Live @Biteclub (6/10/18)

Having listened to their 4th album Serve several times, I had an idea of what was coming, though judging from the audience reactions, most of them didn’t. The label of Anti-Brexit punk jazz they put onto themselves only becomes fully understood in live environment. “After centuries of British Imperialism, it is our turn to serve you tonight”, says Dave Morecroft and these 5 fine English gents, dressed in their wonderful outfits, fulfill their promise: they serve us, with the loudest and the most entertainingly aggressive jazz one may encounter!

Worldservice Project’s fusion includes moments of crystal pure Zappa-like paranoia, dancing funk moods and modern European jazz, mixed up with few but majestic melodic bridges. My friend Harold beside me, a guy who has spent 5 decades in listening to any jazz record imaginable, shouts to my ears that they are amazing and that they remind him of an old great band called Doctor Nerve. I don’t know who the hell they are, but I pass that tip to you. Besides their style though, Worldservice Project really stand out because of their wild dynamics, their overwhelming energy and their limitless feel-good vibes.

Even though the trombone and the sax have the lion’s share in solos and lead parts, keyboard man Dave is the band’s dominating figure. Their set’s ultimate moment was his one of a kind performance as Mr Giggles – a funny alter ego – where chaos reigned upon the Biteclub. Despite the very small stage, the band’s energy was beyond words and the gig was over under the screams of a fully satisfied audience. A fantastic band with whom you can dance, bang your head or observe, all wrapped up in an exciting, happy package!

Peter Broderick Live @Loam (7/10/18)

Those familiar with Peter Broderick’s work were already aware that it is impossible to know what to expect before one of his performances. In the configured stage area of Loam – a beautiful and quite fancy restaurant – an upright piano dominates the space, while one violin and one guitar sit next to it. These are the only tools to be used by this multi-talented musical chameleon in order to lift us up to the clouds.

Most of his set was based on his piano performance and along with the sensitivity of his vocals (somehow the Efterkland era still echoes to my ears), the audience was taken away by a deep and whispering lyricism which literally made us hold our breaths. Broderick proved himself to be a masterful craftsman of low dynamics in every instrument used, demonstrating a brilliant, almost magical touch.

Comfortably transcending imaginary styles, Broderick’s contemporary music is full of spirituality and finds itself integrated into the very moment that it is born. He is capable of covering back to back Bob Dylan and John Cage but the listener will never dare to think that he/she listens something other that Peter Broderick himself. The audience also absorbed this very moment in a silent ecstasy, while from the big street-level windows, the first shadows of the new born night entered Loam slowly and melancholically, as if they also wanted to attend this unbelievable live performance without disturbing. Check out his discography and include catching him live in your things-to-do-before-you-die list.

 

Everyone involved in the festival feels a bit down now that trad “normality” has returned to our city. We, the “others”, will have to carry the memories of GJF 2018 with us, all the great music and the fantastic people we met. Already looking forward to the 2019 edition! I plan to be here, this city commands me not to leave anyway.

 

Antonis Kalamoutsos

 

Vouna – Self-titled (Artemisia Records)

Είναι στιγμές που δεν χωράς πουθενά. Δεν θες να περιοριστείς σε τέσσερις τοίχους, δεν σου αρκούν οι δρόμοι της πόλης, αναζητάς κάτι διαφορετικό, κάτι που σε παίρνει μακριά από την καθημερινή σου ρουτίνα. Αναζητάς ανοιχτό ορίζοντα, ανοιχτό ουρανό, ανοιχτές θάλασσες, δάση και βουνά. Θες να περιπλανηθείς στη φύση, εκεί που δεν σου επιβάλλεται κανένας περιορισμός. Παρέα με τη νεφελώδη ατμόσφαιρα και το σούρουπο να παίζει με το φως και τις σκιές.

Συγκερασμός διαφορετικών όψεων που συνθέτουν μια εικόνα μυστικιστική. Δέντρα, βράχια, μονοπάτια, ουρανός και μια ομίχλη που τα αγκαλιάζει, χωρίς να θέλει να τα κρύψει. Το τοπίο αφήνεται στη ματιά σου, αποκαλύπτεται όσο η ομίχλη σού το επιτρέπει, σαν κάτι που είναι απαγορευμένο και θα το δεις όταν εκείνη σου επιτρέψει και όταν είσαι εσύ έτοιμ@ να το δεις πραγματικά. Κάποιες φορές, η ομίχλη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ξεκαθαρίσει ό,τι δεν είναι ξεκάθαρο (όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό).

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο νους, ακούγοντας τις πρώτες κιόλας νότες του debut album από τα Vouna. Η Yianna Bekris (υπήρξε μέλος και στις μπάντες Vradiazei, Eigenlicht και Sadhaka) αποτυπώνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα, την ομιχλώδη αίσθηση του black Cascadian metal με funeral doom και folk στοιχεία. Το άλμπουμ είναι ένα one-woman show, μιας και όλα τα όργανα παίζονται από την ίδια και, παράλληλα, στίχοι και μουσική αποτελούν δικές της δημιουργίες. Η ηχογράφηση, δε, του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε στο στούντιο των Wolves In The Throne Room, ενώ ο Nathan Weaver συνεργάστηκε με τη Yianna και στο εξώφυλλο του δίσκου.

Τα στοιχειωμένα, πένθιμα και μελαγχολικά φωνητικά της πλαισιώνουν τη μελωδία και τις νότες των μουσικών οργάνων. Το μαύρο μέταλλο κυριαρχεί στη σχεδόν επιθανάτια ατμόσφαιρα που δημιουργείται, κυρίως από τα synth, σαν μια αίσθηση λιτανείας, στο “Drowning City”. Η έναρξη του άλμπουμ με το “A place to rest” δίνει το στίγμα της μπάντας, με το ορχηστρικό “Castle” να ακολουθεί. Τα “Last Dream” και “You took me” σε παρασύρουν στην καθηλωτική ατμόσφαιρα των Βουνών.

Στο άκουσμα του άλμπουμ συνθέτεις το σκηνικό. Η φύση σού δίνει τα στοιχεία της απλόχερα. Απομένει να επιλέξεις πώς θα τα συνθέσεις. Αντιπαραθετικά, αρμονικά, ομοιόμορφα ή αντίρροπα, εσύ επιλέγεις και φτιάχνεις τη δική σου ισορροπία. Παρέα σου στην περιπλάνηση αυτή οι νύμφες, τα πλάσματα του δάσους που κινούνται σαν αερικά ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης αγκαλιάζοντάς τα, δίνοντάς τους πνοή και ανάσα ύπαρξης. Η διαφορά είναι πως στο συγκεκριμένο σκηνικό, με μουσική υπόκρουση τα Vouna, οι νύμφες φοράνε μαύρα. Και η μουσική τους απογειώνει το τοπίο με όλα όσα αυτό περιλαμβάνει.


Sometimes you feel like you don’t fit anywhere. You do not want to be confined to four walls, you feel that the city streets are not enough for you, you are looking for something different, something that will take you away from your daily routine. You are looking for an open sky, open seas, forests and mountains. You want to wander in nature, where no restrictions are imposed on you. Together with the cloudy atmosphere and the dusk, playing with light and shadows.

A combination of different images that create a mystical picture. Trees, rocks, paths, the sky and a fog that embraces them all, with no need to hide anything. The landscape shows itself before your eyes, it is revealed as long as the fog allows it, as if it were something forbidden. Something that you ‘ll see when the fog permits you to and when you are ready to actually see it. Sometimes, the fog creates the conditions under which whatever is not clear is being clarified (paradoxical as it may sound).

This is the setting that the mind creates, listening to the very first notes of the debut album from Vouna. Yianna Bekris (also a member of the bands Vradiazei, Eigenlicht and Sadhaka) portrays the mystical atmosphere, the muddy sense of black Cascadian metal with funeral doom and folk elements. The album is a one-woman show, since she is the one that plays all the instruments and, at the same time, lyrics and music are her own creations. The album was recorded in Wolves In The Throne Room’s studio and Nathan Weaver collaborated with Yianna on the cover of the album.

Her haunted, mournful and melancholic vocals surround the tune and notes of musical instruments. Black metal dominates the almost-deathly atmosphere created mainly by the synths, making you feel like you’ re in a procession, in “Drowning City”. The opening song of the album “A place to rest” leaves the band’s mark, and then, the instrumental “Castle” follows. “Last Dream” and “You took me” drift you away, into the vibrant atmosphere of the mountains.

While listening to the album, you can imagine the scenery. Nature offers its elements generously. You only have to choose the way to compose them. Confrontationally, harmoniously, evenly or in the opposite direction, you choose and create your own balance. Your nymphs, creatures of the forest, with their ethereal moves among the elements of nature, embrace them, giving them breath and life. The difference is that, in this particular scene, with the music of Vouna playing in the bagkground, the nymphs are dressed in black. And the music helps the scenery take off, including everything this may involve.

 

 

Sylvia Ioannou