Boy Harsher – Careful (nude club)

Αυτό το κείμενο γράφεται κάτω από νορμάλ ψυχολογία, ήλιο έξω, το άλμπουμ όμως, που είναι ο λόγος ύπαρξης του, προσπαθεί να την αλλάξει. Αντί για καθιστό, σε σηκώνει στο πόδι, σβήνει το φως έξω, σου απευθύνει στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και σου υπόσχεται διάφορα γελώντας σαρδόνια!

Θέλει ταλέντο να γράφεις με πενιχρά μέσα ένα τόσο γεμάτο άλμπουμ και να καταφέρνεις να ξεπεράσεις σε επίπεδο τις προηγούμενες δουλειές σου. Οι BH είναι από αυτές τις μπάντες που, έχοντας το κοκαλάκι της νυχτερίδας-έμπνευσης, καταφέρνουν και τερματίζουν στο όριο αυτού που δεν περίμενες να καταφέρουν. Για άλλη μια φορά, ο ήχος τους ακούγεται ρετρό μα και φρέσκος, μίνιμαλ και χυμώδης, σαρκώδης και σαρκοφάγος, στο τέρμα, αλλά κρατώντας πάντα ενέργεια για τη συνέχεια στη ροή του δίσκου! Αν το στοίχημα σήμερα είναι να ακουστείς up to date, τότε το αρχικό ερώτημα είναι πως διάολο τα βγάζουν πέρα, χωρίς καν να ιδρώσουν! Αυτή η άνεση στην έκφραση που τους διακρίνει έχει αναφορά στην άδολη χορευτικότητα τους. Επίσης, πιστοποιείται στην δόλια επιμονή τους να παίζουν στο ίδιο στυλ συνεχώς, βρίσκοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν την μουσική τους εθιστική και “άρρωστη”.

Είναι το Careful απρόσεκτο ως προς το να δείχνει προς τα έξω καλογυαλισμένο; Είναι. Ως δίσκος είναι η καλύτερη δουλειά που έχουν βγάλει; Μπορεί να αναδειχθεί και η καλύτερη που θα έχουν βγάλει ποτέ, ακόμη και μέσα στην άγνωστη συνέχεια τους. Ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι μέσα στην πλημμύρα καταραμένων σουξέ που διακρίνει το άλμπουμ; Ναι, το “Tears”. Έχει αυτό το κείμενο μια κάποια αξία ως προς το να αποδώσει τα δέοντα στον πρώτο μεγάλο δίσκο της χρονιάς; Πατάς το play και η αβίαστη απάντηση είναι Όχι!

These lines are written under normal psychology, sunny weather and yet the album – reason for its existence – aspires to change it. Instead of letting you at your seat, it lifts you on your feet, fades all the outdoor lights, addresses lyrics that you cannot really comprehend and promises a lot, laughing sardonically.

Writing with meager expedients such an overwhelming album and achieving in breaching all your previous material in terms of level, requires talent. BH band is among those bands which, having the rabbit’s foot – plus inspiration – manage to head for the limit of what you would never expect them to achieve. For yet another time their sound seems retro but fresh at the same time, minimal and juicy, fleshy and carnivorous, to the limits, yet always saving some energy for the continuity of the album flow! If today’s stake is to sound “up-to-date”, then the initial question is how the hell do they manage without a drop of sweat! That ease at their expression that distinguishes them has a reference to their guileless dance mood. It also validated, through their devious persistence in playing the same style over and over again, finding the details that make their music so addictive and “sick”.

Is Careful careless in appearing polished? It is! As an album, is it the best material they have launched? It can even be designated as the best that they will have ever launched throughout their unknown onwards. Can we point out any track in such a torrent of wicked hits that discerns the album? Yes, that would be “Tears”. Is this text meant to have any value at attributing what is proper at the first big album of the season? Just press “play” and the unforced answer is No!

 

 


Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Όψεις του Αισώπου: για τον Χρήστο Ζυγομαλά

Είναι κάποιες συνδέσεις που, απλά αδυνατώ να εξηγήσω, με λογικούς όρους, τουλάχιστον. Εν προκειμένω λοιπόν, ήταν ο Χρήστος που αρχικά με συνάντησε. Έχοντας τότε ως αφορμή την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου. Σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Μάλιστα, εξαιτίας του Χρήστου κράτησα ένα ενθύμιο από εκείνη τη νύχτα: καθώς είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τα τεκταινόμενα. Χωρίς ακόμα να το γνωρίζω, επιπρόσθετα, εκείνη η συνάντηση υπήρξε η απαρχή της μορφοποίησης του σχηματισμού της Ιερής Γεωμετρίας. Και, συνεπώς, η καταγραφή της ήταν ένα εξόχως σημαντικό δώρο, εκ μέρους του Χρήστου. Από εκείνα τα δώρα που βασικά, δε θέλεις να μοιραστείς. Αφού η κατοχή του είναι αυτόφωτα πολύτιμη.

Η σύνδεση με την προγενέστερη πορεία του Χρήστου αναπόφευκτα κυλά ως μια ροή συνέχειας. Συνέχειας αισθητικής, στη βάση των χαοτικά ελεύθερων δημιουργιών των Exarchia Square Band. Ή ακόμα, περνώντας μέσα από την οδό των μελαγχολικά δομημένων προσωπικών του κομματιών. Που μέσα στην αδήριτη απλότητά τους, συνένωναν τις δονήσεις πολλών ταξιδιών και θαυμάτων. Δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσω συνολικά την πορεία του Ζυγομαλά εδώ, προφανώς. Το πέρασμα του από διάφορα στερεώματα λειτούργησε πάντοτε με συνεκτικό στοιχείο την ομορφιά. Αυτή ήταν, θαρρώ, η πυξίδα του, ο γνώμονας που καθόριζε την πορεία της πλεύσης του. Στο διηνεκές.

Θραύσματα αυτής της διαδρομής άλλωστε, έχουν ήδη εξιστορηθεί από τον ίδιο τον δρώντα. Και οπωσδήποτε από την πλευρά μου, άνετα θα παρέπεμπα στο έντονα προσωπικό βιβλίο του. Με τον εύγλωττα ακέραιο τίτλο «Η μπαλάντα της Πλατείας». Εκεί, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αποχαιρετά συντρόφισσες και συντρόφους. Και συνομιλεί με τις εποχές του, απρόσκοπτα. Διαβάζοντας το, είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για ένα κύκνειο άσμα. Όχι όμως, υπό τη μορφή κάποιου είδους απολογισμού, μα απεναντίας, ως σπονδή που στηρίζεται στη μεστότητα του μύθου. Και των πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας που εμπεριέχει αυτός. Μια ενοποίηση που στέκει ως απολύτως ενδεικτική της σχέσης του ως συγγραφέα, με την ίδια την έννοια της ομορφιάς. Και το πως αυτή μετουσιώνεται σε συναίσθηση και εμπειρία. Μέσα από την κατάβαση, στον αέναο κύκλο των σφαιρών.

Η άδολη προσφορά του Χρήστου δεν περιορίζεται στις σχετιζόμενες με τις τέχνες παρουσίες του. Πηγάζει σθεναρά από μια βαθύτερη, ανήσυχη φλόγα που περιεργάζεται το ύφος του δασκάλου, υιοθετώντας τον άσπιλο σαρκασμό του μαθητή. Οι συνθήκες αυτής της ενότητας στέκονται στον πυρήνα των έργων που αφιέρωσε σε αυτή την ύπαρξη. Ατέρμονα εκρηκτικές, ήσαν. Σαν ανατροπή που εκτυλίσσεται.

Δε θα ήθελα πάντως, να αποτολμήσω μια σκιαγράφηση που θα παραπέμπει σε αγιογραφία, ούτε σε χρονικό μιας περιοχής. Είναι δεδομένο ότι βρεθήκαμε και συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Είναι επίσης, δεδομένο ότι κι αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μέρος της προαναφερθείσας συνέχειας. Το να τοποθετήσω όμως, το Χρήστο αυστηρά σε αυτό το πλαίσιο, θα αποστερούσε κομμάτι της δέουσας προσοχής. Η οποία θα όφειλε, αντιθέτως να επικεντρωθεί στο ιδιαίτερο και μοναδικά αποκαλυπτικό ύφος του, που είναι ολότελα εμφανές στα δημιουργήματα του. Είτε πρόκειται για λέξεις, είτε για ήχους, είτε ακόμα και για εικόνες. Είναι παρούσες και θα είναι, εσαεί. Όντας κληροδοτήματά του στο Επέκεινα.

Έχω την αίσθηση πως η έσχατη συνάντηση μου με αυτόν, ήταν ενδεικτική της ζεστασιάς που τον συνόδευε. Απόρροια, ενδεχομένως της ένθερμης φύσης του. Μα και των εμπειριών που είχε συλλέξει, κατεβαίνοντας. Η ολοκληρωμένη ηχώ των επιτευγμάτων του λοιπόν, είναι η αγάπη. Η αγάπη με την οποία περιέβαλλε τις οντότητες. Η γλυκύτητα την οποία επέδειξε απέναντι στα σημαίνοντα.

Είναι ηγεμονικά αξιοσημείωτο: κάποιες περιπλανήσεις, ενώ εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, εν τέλει συγκλίνουν αρμονικά, απολήγοντας στην αβίαστη ταύτιση. Ταύτιση που απομακρύνεται από την προσκόλληση, επιλέγοντας αντιθέτως, το μονοπάτι των αισθητικών- και όχι μόνο- συγγενειών. Σε αυτό το πλαίσιο θα αποτιμούσα τη σχέση μου με τον Χρήστο. Και τη βαθιά εκτίμηση που τρέφω για το σύνολο του έργου του. Έτσι λοιπόν, δε θα έλεγα πως η θλίψη αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημα μου, απέναντι στο γεγονός αυτής της αναχώρησης. Είναι το χαμόγελο του χαιρετισμού, που θερμαίνει την αύρα της απογείωσης. Ως συνέχεια της πληρότητας. Σε μια διάσταση όπου διαμένουν οι εκλάμψεις μας.

Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χρήστος Ζυγομαλάς το επέλεξε συνειδητά: στήριξε την υπόθεση του στο τίποτα. Παραμένοντας αναλλοίωτα αιχμηρός, στο μονοπάτι που διένυσε. Εκεί, όπου η σκιά γίνεται φως. Ολόψυχα τον ευχαριστώ, για αυτές- μα και για άλλες- αποδράσεις.


# Επισυνάπτω κάποιες κυκλοφορίες του, ενδεικτικά:

«Πολιτεία», self- released, 1981

«Άσπρο- Μαύρο», self- released, 1984

«Απ’ τη Σμύρνη Στην Αθήνα», Molon Lave

Και, πέρα από κάποιες από τις μουσικές του κυκλοφορίες που παρατέθηκαν ως άνω, προσθέτω εδώ και κάποια από τα βιβλία του. Ας τονιστεί όμως ότι πρόκειται για κάποια εξ αυτών και ουχί για συνολική εργογραφία. Η συνεισφορά του στις underground εκδοτικές απόπειρες είναι ανώφελο να αποτιμηθεί, εδώ. Ιδού, λοιπόν:

«Cantos Desperados», αυτοέκδοση, 2011

«Η Μπαλάντα της Πλατείας», Ρενιέρη, 2018

«Η Μυγοσκοτώστρα», Bibliotheque, 2019

Giorgos Kanavos

MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou

Black Rain – Computer Soul (blackest ever black)

Το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αρκετή νέα μουσική που να μας ιντριγκάρει, ίσως να οφείλεται στην απροθυμία μας να της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο που της αναλογεί. Ίσως να φοβόμαστε το νέο, την αλλαγή, το άγνωστο τώρα, την παγωμένη στιγμή που είναι έτοιμη να λιώσει. Αρκεί όμως, ένα νέο άκουσμα που, έχοντας την αυτούσια δύναμη του, να σε κάνει να σκεφτείς ότι σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν, μοιραία, κάτι μένει. Μια υπόσχεση; Ένα ρήγμα στην καθημερινότητα ως μια ανάμνηση; Μια μελωδία να σφυρίζεις την ημέρα; Τι μένει, τελικά;

Δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα από το άκουσμα του μπάσου της πρώτης σύνθεσης της νέας κυκλοφορίας των Black Rain για να σου εισχωρήσει η μουσική στον εγκέφαλο με ένα αόρατο χαμόγελο να σε τυλίγει. Λυτρωτικό και επίμονο σε οδηγεί σε ένα άλλο κόσμο, γεμάτο σκηνές από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που εδώ, δεν συνοδεύουν οι εικόνες το σενάριο, αλλά αυτές είναι το ίδιο το σενάριο. Οι ατμόσφαιρες, η κολασμένη φωνή της Star Jelly, το καλοχωνεμένο παρελθόν του Suart Argabright, μέλους των Ike Yard και η ιστορία των ίδιων των BR ως στάλες σε περιλούζουν τρυφερά, αλλά και με μια ένταση.

Πραγματικά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες άλμπουμ, είναι σαν να μη λείπει τίποτα από δω. Ακόμη και το σκότος είναι αρμονικά δοσμένο, διαπεραστικό και ευσυνείδητο, σαν μια βροχή που καθαρίζει τους βρώμικους δρόμους. Τα στοιχεία που διακόπτουν την αργή κίνηση των μοτίβων εδώ δεν είναι πολλά, αλλά θυμίζουν βαρύτονες αστραπές συναισθημάτων, στιγμές που διαρρηγνύουν το παρόν.

Το Computer Soul αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται πολλά για να φτιαχτεί κάτι που να σου τραβήξει την προσοχή. Η απλότητα του συνοδεύεται, μάλιστα κι από μια υπόσχεση, ότι έπεται δισκογραφική συνέχεια για το ίδιο το σχήμα, μέσα στο 2019. Εμείς προειδοποιήσαμε!

The fact that we don’ t find enough new music to intrigue us, is due to our reluctance to give the needed time and space to it. Perhaps, we are afraid of the new, the change, the unknown and that frozen moment that is ready to melt. It is enough, however, for a new sound, that holds its own power, to make you think, that in a world where everything changes, something remains. A promise? A rift in everyday life, as a memory? A melody you whistle during the day? What’ s left, after all?

It doesn’ t take many seconds, while listening to the bass of the first song of the new release of Black Rain to let this music enters in your brain with an invisible smile to enfold you. Reedeming and persistent, leads you in another world, full of scenes of a sci-fi film. Only, the scenes here are the scenario itself! The atmospheres, the sounds, Star Kelly’ s hellish voice, the past of Stuart Argabright, member of Ike Yard and the story of BR as raidrops splashes over you tenderly, but also, with an intensity.

Actually, if we exempt the fact that this is not a full – length album, it’s is like Computer Soul lacks nothing at all. Even its darkness is harmoniously given, permeable and conscientious, like a rain which cleans the dirty roads. The elements that interrupt the slow motion of the patterns here are not that many, but they are reminiscent of heavy thunders thunders of emotions and moments that rupture the present.

Computer Soul proves that it doesn’ t take much to create something to attract attention. Its simplicity comes with a promise that there are more BR releases to come in 2019. You ‘ve been warned!

Μπάμπης Κολτράνης

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Ten New Songs Countdown, 58

Η φωτογραφία ανήκει στην Δάφνη Τσουμάνη την οποία ευχαριστούμε θερμά

 

Julia Kent – Imbalance

Η πάλη μεταξύ ισορροπίας και ανισορροπίας είναι διαρκής και τόσο εύθραυστη όσο και η ίδια η ύπαρξη. Η Julia Kent μελοποιεί τη σχέση αυτή που ξεκινά ήρεμα και μελωδικά, με την ένταση να αυξάνεται σταδιακά και το πάθος να κυριαρχεί. Μια μελωδία που σταματά εκρηκτικά και έντονα σαν να μην θέλει να ξεφτίσει, επιλέγοντας να ολοκληρωθεί στο απόγειο του πάθους που εκλύει.

 

Op3 – Páthema

Η κυριαρχία του πιάνου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που, ακόμα κι αν οι ρυθμικές εναλλαγές δεν είναι εκκωφαντικές, νιώθεις την ένταση που τις αγκαλιάζει. Ένα 6λεπτο μουσικό ταξίδι που σε κατευθύνει σ΄ εκείνο το σημείο που βρίσκεται κρυμμένη η πιο μύχια σκέψη σου η οποία, μέσα από μια εσωτερική διαπάλη, δεν έχει επιλογή, παρά να εκφραστεί.

 

 

Snowdrops – The Mangrove

Το να γράψεις μουσική για ταινία δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι αυτή οφείλει να ακούγεται μελοδραματική ή συνοδευτική. Το νεότευκτο σχήμα των Christine Ott και Mathieu Gabry ανέλαβε να ντύσει μουσικά την ταινία Manta Ray και το πρώτο δείγμα είναι μια αγκαλιά ημίφωτος με τους παλμούς των δύο συντελεστών να χτυπούν ως ένας, βυθίζοντας την ακροάτρια στη μουσική τους.

 

 

Rope Sect – Handsome Youth

Οι αναμνήσεις στιγμών που κρατάς καλά μέσα σου σαν κάτι προσωπικά πολύτιμο δημιουργούν ένα τόσο δυνατό συναίσθημα που αντανακλάται κι εκπέμπεται σε κάθε σου κύτταρο. Οι στιγμές αυτές είναι οι αποσκευές σου, το υλικό με το οποίο θα συνθέσεις το παρόν σου και θα χτίσεις το μέλλον σου, γνωρίζοντας στην πορεία τι θα κρατήσεις και τι θα αφήσεις να δώσει τη θέση του σε κάτι νέο προσδίδοντας έτσι, αναζωογονητική πνοή σε γερά θεμέλια.

 


YODOK III – This Earth We Walk Upon

Ένα ορχηστρικό ταξίδι πάνω στη γη από τους YODOK III, εξάλλου τα λόγια μπροστά στην τόση ομορφιά και αρμονία περιττεύουν. Η μίξη διαφορετικών ήχων που βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους σε κάνει απλά κλείνεις τα μάτια και να αφήνεσαι στην απόλαυση της μουσικής πνευματικότητας.

 

Saba Alizadeh – Dream

Ένα όνειρο στροβιλίζεται αιθέρια μεταξύ ανατολής και δύσης. Αεροβατούν τα βήματα σε ένα κενό πιο στέρεο κι από τα δύο άκρα του ορίζοντα. Μέχρι που όλα να διαλυθούν, εκεί ακριβώς που ξεκίνησαν, στο ξύπνημα του πρωινού με ένα άλμπουμ του Ιρανού αυτού θαυματουργού που μέσα Φλεβάρη κυκλοφορεί το νέο του δίσκο στην γερμανική Karlrecords.

 

Franck Vigroux – TT

Κλειστά μάτια κι ένας συναγερμός να χτυπά εντός, για να δείξει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρεις σε περίπτωση άμεσου κινδύνου. Κάτι σε κρατά και κάτι σε σπρώχνει. Αλλά στο τέλος, είναι αδύνατο να μείνεις ακίνητος. Κάπως έτσι ηχεί το νέο άσμα του Franck που θα βρίσκεται στο επερχόμενο EP του στην DAC.

 

Silk Road Assasins – Bloom

Μια ήπια επίθεση μελωδίας συγκροτεί ένα σφριγηλό θέμα που είναι σαν να φτιάχτηκε για να παίζει για πάντα. Οι SRA τον άλλο μήνα κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους στην Planet Mu κι αν το όνομα του label σας λέει κάτι, το πρώτο διαθέσιμο δείγμα θα σας πει ακόμη περισσότερα!

 

Oscar Mulero – Leence

Ρυθμός και ατμόσφαιρα, ζάλη και το να συνέρχεσαι από αυτήν, όλα αυτά σε μια στιγμή. Ο ακούραστος Oscar Mulero μας θυμίζει εδώ τις τρυφερές στιγμές του παρελθόντος του, ατενίζοντας το άγνωστο παρόν του.

 

 

 

Planetary Assault Systems – Engage Now

Μόνο τα βράδια ο ρυθμός δεν αργοπορεί στο να βρει το κατάλληλο πεδίο δράσης. Τα φώτα στο δρόμο σβηστά, οι ταχύτητες των οχημάτων αχανείς και τα μάτια κοφτά, ίσια μπροστά. Ακόμη ο Luke Slater αναζητεί το τέλος του δρόμου, εις μάτην!

 

Sylvia Ioannou & Μπάμπης Κολτράνης

Objekt – Cocoon Crush (PAN)

Πλέον, το να ψάχνεις να βρεις νέα, αξιόλογη μουσική μέσα στον κακό χαμό θυμίζει οδήγηση σε δαιδαλώδη πόλη. Μόνο που εδώ δεν έχει GPS, γιατί ακόμη κι αν μια υπογραφή-πινακίδα μας λέει κάτι, αν δεν ακολουθήσεις την πορεία του, δεν βρίσκεις τίποτα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι αν επιλέξεις να οδεύσεις προς την κατεύθυνση που σου υποδεικνύει, υπάρχει η περίπτωση οι πρώτες εντυπώσεις-ακροάσεις να μην είναι αρκετές ή να είναι ακόμη και παραπλανητικές. Κάτι τέτοιο μου συνέβη με το τελευταίο άλμπουμ του Objekt και οι δύο λόγοι που με εμπόδισαν να χωνέψω εύκολα το υλικό του, αποδείχθηκαν αυτοί που καθόρισαν το τελικό μου συμπέρασμα.

Αρχικά, το Coccon Crush είναι ένα άλμπουμ που απλώνεται στο χώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ακριβή διάρκεια του. Έχουμε την ίδια σύνθεση στην αρχή και στο τέλος, αντιστρέφοντας την λογική του φινάλε, καθώς στο κλείσιμο ακούμε την διευρυμένη έκδοση του “Lost & Found”, και ανάμεσα σε αυτά, ιδέες που ρέουν όχι γραμμικά, αλλά σχεδόν άναρχα. Κάπως σαν τα φυτά που ανθίζουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερο, μόνο που εδώ το περιβάλλον είναι ο ήχος που παραμένει μέχρι τέλους αινιγματικός και πλούσιος σε αναγνώσεις. Γι΄ αυτό το λόγο δεν σου μένει στο τέλος κάποια συγκεκριμένη σύνθεση στο μυαλό, παρά μόνο η αίσθηση που σου αφήνει.

Έπειτα, είναι αυτή η φυσικότητα των συνθέσεων που μέσα από ρυθμικά ή σπασμένα ηλεκτρονικά μοτίβα κάνει την εμφάνιση της, μέσω απρόσμενων, μελωδικών και γήινα ρυθμικών εκφράσεων. Η ομορφιά του δίσκου κρύβεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία που θυμίζουν άνθη που ξεφυτρώνουν μέσα από τσιμεντένιες χαραμάδες και τα οποία πάλλονται από ένα αεράκι το οποίο κανείς δεν καταλαβαίνει από που έρχεται.

Όλη αυτή η οργανικότητα δεν είναι άμεσα αντιληπτή κι όμως, είναι εκεί, σαν τις κρυμμένες θέες μια πόλης ξερής. Λόγου χάρη, αν κάποιο μεσημέρι σας φέρει ο δρόμος προς τα Προπύλαια στην Αθήνα, γυρίστε και κοιτάξτε απέναντι το γυάλινο κτίριο. Πάνω σε αυτό καθρεφτίζεται ο πράσινος Λυκαβηττός. Κοιτάζοντας το είδωλο του έχεις την εντύπωση ότι είναι ακριβώς από πίσω σου! Κάπως έτσι ηχεί το Cocoon Crush, κρυμμένο γύρω σου και περιμένοντας να εστιάσεις πάνω του, για να αντιληφθείς τον πλούτο του.

To search for a new and interesting music among chaos is like driving in a labyrinthial city. The difference is that there is no GPS here, because, even when a sign says something, if you don’t follow its guideline, you won’t find anything. In fact, even if you decide to take that specific path, the first impressions-listenings are not enough or even be misleading. This happened to me, while trying to understand Objekt’ s last album and the two specific reasons that prevented me from easily dive into it, became the ones that defined – in a positive way – my final conclusion.

At first, Coccon Crush is an album that is spreading into space, without realizing its exact duration. We have the same composition at the beginning and at the end, reversing the idea of reprise or finale, as the last song is an expended version of the first one “Lost & Found” and between them there are ideas that flow, not linearly but almost anarchically. Somehow like plants who blossom in a free environment, only here environment is the sound that remains enigmatic and grandiose, till the end. That’s why, you do not have a specific synthesis in mind, just a particular sensation that’s left of it.

Afterwards, there is this naturalness of the songs who occurs unexpected melodies and earthly beats among rhythmic or broken electronic patterns. The beauty of this record is hidden exactly in these points which resemble flowers that spring up among cement cracks and which are rattled by a soft breeze that no one knows where it comes from.

All this organic sense is not immediately perceived, but still it’s there like the hidden sights of a dry city. For example, if you pass through Propylaia in Athens at midday, turn and look across the glass building. Lykabettus is reflected on it. Looking at its reflection, you get the impression that the hill is right beside you! That’ s how Coccon Crush sounds, hidden around you and waiting for you to focus on it, just to discover, to sense its wealth.


Μπάμπης Κολτράνης