Vatican Shadow – Berghain 09 (ostgut ton)

Λένε ότι η αφετηρία ενός μουσικού ονόματος συμπυκνώνει όλα τα βιώματα της ως τότε ζωής του και για αυτό οι πρώτες δουλειές του είναι και οι πιο ουσιώδεις. Συμβαίνει όμως, το ίδιο αφότου έχει περάσει ένα σεβαστό διάστημα όπου οι εμπειρίες έχουν βοηθήσει να διανυθεί η απόσταση από το μηδέν ως την ωριμότητα; Ως απάντηση μπορεί να ιδωθεί αυτή εδώ η κυκλοφορία του Vatican Shadow.

Μιλάμε για 21 χρόνια πορείας, για τα άπειρα project με το κύριο και πιο αναγνωρίσιμο να είναι το προσωπικό του σχήμα ως Prurient, για τη σκυτάλη που πήρε από την χρυσή γενιά της Sandwell District, ως VS ο ίδιος, για την διάθεση του να συνδέσει τις underground παραδόσεις που τον έκαναν αυτό που είναι μουσικά σήμερα. Θα μπορούσε να αποτυπωθεί το εύρος των μουσικών του καταθέσεων σε ένα ενενηντάλεπτο μιξ; Σίγουρα όχι! Αυτό όμως, που αποτυπώνεται είναι ένας πλούτος εμπειριών και ένας τρόπος προσέγγισης της καλλιτεχνικής δημιουργίας που λέγεται μουσική (ας μην το ξεχνάμε αυτό), κάπως φιλοσοφημένος.

Η ύπαρξη των cut ups λουπών που διαχέεται στη ροή του μιξ, δίνει ένα μυστηριακό τόνο, όχι όμως, απόκοσμο, αλλά με ουσία. Οι αμέτρητες επιλογές δένονται μεταξύ τους ως ένα παζλ που αναδεικνύει κάτι νέο και διαφορετικό από αυτό που φάνταζε ότι θα βγει στην αρχή. Οι πιο electro και ήπιες ατμοσφαιρικές στιγμές δίνουν τη σειρά τους σε πιο techno περάσματα και, κάπου προς το τέλος, έρχεται η καθολική αποδόμηση, με τον θόρυβο να εναλλάσσεται με την μελωδία, χωρίς όμως, να νικά το χάος στην όποια μορφή του. Απόδειξη της μεστότητας του όλου μιξ είναι η αίσθηση της μαθηματικής κυκλικότητας του, όπου κάνει το κλείσιμο να θυμίζει αρκετά το μπάσιμο του σετ, φέρνοντας στο νου το νόημα της ρήσης του Genesis P Orridge που ακούγεται και στα δύο αυτά μέρη και αναδεικνύει το όλον ως ένα… One being, one orientation, one power.


http://ostgut.de/label//record/238

Καθώς έχω την άποψη, ότι στις περισσότερες δουλειές του κατά κόσμο Dominick Fernow λείπει αυτό το κάτι που θα τις απογείωνε, εδώ ομολογώ, ότι όλα βρίσκονται σε μια χορταστική ισορροπία. Κάπως έτσι και η βινυλιακή έκδοση που περιέχει τις αποκλειστικότητες της λίστας, ενώ αρχικά φάνταζε ως το διαμάντι του ντουέτου των κυκλοφοριών, εντούτοις είναι το μιξ στο οποίο επιχειρείται επιτυχημένα το πάντρεμα της χορευτικότητας με την εγκεφαλικότητα, κάνοντας της κυκλοφορία αυτή να αποτελεί μια επιτομή του τι σημαίνει techno σήμερα!

It is said that the beginning of a music name conjures all the experiences of their life up until then and that’s why their first works are the most essential ones. Does, though, the same happens even after a considerable amount of time in which experiences aid in traversing the distance from zero to maturity? This Vatican Shadow’s very launch can be taken as a response to that.

We’re talking over a 21-year course; innumerable projects with “Prurient” being its main and most popular personal line up; the baton it took from the Sandwell District golden generation being himself the VS; his willingness to link the underground cults that made him what he musically is today. Could his whole range of musical deposits be captured in a 90-minute mix? Definitely not! But what is captured is a wealth of experiences and a manner of approaching artistic creation called “music” (not to be forgotten) somewhat philosophical.

The existence of the cut-up loops, which are diffused in the mix, gives a mysterious tone, far from eerie but with meaning. The innumerable options are bound together as a puzzle highlighting something new and different from what it seemed to come out at first. The most electro and mild atmospheric moments give their place to some more techno riffs and, somewhere in the end, absolute degradation comes, with the noise interchanging with the melody, but without defeating chaos of whatever form. Proof of the meaningfulness of the whole mix is the sensation of mathematical circularity which makes the closure resembling the introduction of the set, bearing in mind the meaning of the quote of Genesis P. Orridge, heard in both placements designating the whole as one… “One being, one orientation, one power”.

Having the opinion that in most of his work –worldly- Dominick Fernow is missing the very point that would skyrocket it, hereby I admit that everything is in an indulging balance. Somehow as that, the vinyl version, containing the exclusivities of the list, while initially seemed to be the diamond of the duet of the works, it is nevertheless the mix in which the breeding of dance and intellectuality is attempted, making this work to be the epitome of what techno means today!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Οδυσσέας Τζιρίτας – Butterflies (self-released/name your price)

 

Η περίσταση της συγκεκριμένης παρουσίασης είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη, προσωπικά μιλώντας. Ούτως ή άλλως η ιδιαιτερότητα της διατρανώνεται εμφατικά από το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά ενός νεότατου δημιουργού/μουσικού. Με τον οποίο μάλιστα, είχα συνυπάρξει σε μια συναυλιακή συνθήκη/σύμπραξη, λίγα χρόνια πριν. Είχα, τότε, κυριολεκτικά εκστασιαστεί από τον υπέροχα υγρό ήχο που έβγαζε ως κιθαρίστας. Τώρα λοιπόν, κυκλοφορεί το ντεμπούτο του, έχοντας ήδη προλάβει να δοκιμαστεί μουσικά, μέσα από μία σειρά live εμφανίσεων. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο εν λόγω καλλιτέχνης βρίσκεται ακόμα στην εφηβεία, κατανοεί εύκολα κανείς πόσο φιλόδοξη και αλματώδης είναι η κίνηση αυτή. Ειδικότερα μάλιστα, καθώς πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή, η οποία εν πολλοίς στηρίζεται στις κατευθύνσεις και στα όρια που ο ίδιος ο Οδυσσέας έθεσε. Και, συνεπώς, πρόκειται για μια δυνητικά προσωπική εκτόξευση.

Η επιλογή μιας άτυπης home recording προσέγγισης κρύβει κινδύνους, ενδεχομένως. Εδώ ωστόσο, λειτουργεί απελευθερωτικά, προσδίδοντας έναν ζωντανό χαρακτήρα στην όλη ηχογράφηση. Της οποίας το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται, έχοντας ως βάση μια χαρμόσυνα ρυθμική σύνθεση. Η οποία μόνο ως ευχάριστη έκπληξη δύναται να χαρακτηρισθεί, καθώς μου έφερε στο μυαλό τους Charlatans, αλλά και συνολικά τον πάλαι ποτέ, καλαίσθητο, indie ήχο της πόλης του Manchester. Η χρήση θηλυκών φωνητικών στο προκείμενο, είναι επίσης μια εξόχως ταιριαστή επιλογή. Ενώ επιπρόσθετα, δίνει τον τόνο, για μια σειρά εκπλήξεων και αναδομήσεων που στη συνέχεια επακολουθεί. Ειδική μνεία αξίζει να επιφυλαχθεί στους πολύ όμορφους και έξυπνα δομημένους τίτλους, οι οποίοι προσδίδουν διάφορες χρωματικές εντάσεις στα κομμάτια που εμπεριέχονται εδώ. Το “Give Me Sun, Take My Soul” στέκεται ως εμφατικά ενδεικτικό επιχείρημα της ως άνω τεθείσας πρότασης. Βάζοντας μάλιστα, στο πεδίο ηλεκτρονικά στοιχεία και ρυθμικές υπερβάσεις, δίνοντας παράλληλα τη σκυτάλη σε ένα σχεδόν αμιγώς αυτοσχεδιαστικό blues rock όργιο. Μέσα από το οποίο ο Οδυσσέας κατορθώνει να τονώσει όχι μόνο τις ικανότητες του ως κιθαρίστας, μα παράλληλα να διατυμπανίσει την έμμετρη συνθετική του δεινότητα. Υπό άλλες συνθήκες, θα βαριόμουν αγρίως με μια ανάλογη επίδειξη, για να το θέσω όσο απλούστερα γίνεται. Εδώ όμως, οι συνεχείς εναλλαγές τονίζουν τον απαράμιλλα ηδονικό χαρακτήρα που αυτή η σύνθεση αδιόρατα προϋποθέτει. Ως βάση, μα και ως αμφισημία, τοιουτοτρόπως.

Η συνέχεια της ακρόασης με οδηγεί σε απρόσμενα μονοπάτια, όπου διακρίνω μια παλέτα διαφόρων, μα και δυνητικά ουσιωδών επιρροών. Οι οποίες συμπλέκονται στο αμάλγαμα της ρυθμικής αντίληψης που είναι κυρίαρχη σε αυτή την ηχογράφηση. Σε στενό συνδυασμό με μια αβίαστη διάθεση ανάπτυξης, μα και παράθεσης, ολότελα εύηχων μελωδιών. Οι οποίες αγγίζουν ακόμα και τα πεδία της jazz, στολίζοντας το υλικό με μια ευάρεστη διάθεση ενδελεχούς διαύγειας. Θυμίζοντας μου τις πλέον funky εκ των στιγμών, των -μάλλον- αγνοημένων Mushroom. Όπως επίσης και τις solo ενατενίσεις του Jeff Parker, αφαιρώντας ευτυχώς τον απροκάλυπτο ακαδημαϊσμό του τελευταίου. Το εξαιρετικό “I Took My Shoe Off, But…” είναι ένα τρανό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης.

Το υλικό αυτό απολήγει να διατηρεί τόσο τη διακριτικότητά του, όσο και την περιπετειώδη υφή του, ταυτόχρονα. Αποφεύγοντας άνετα τις συμπληγάδες του εντυπωσιασμού, αλλά και της αχρείαστης, άκαιρης νοσταλγίας. Χρησιμοποιώντας ως καμβά ένα -γενικά μιλώντας- alternative pop/rock πλαίσιο, κατορθώνει να ενοποιήσει μια σειρά από ξέχωρους ηχητικούς κώδικες. Φροντίζοντας μάλιστα, ώστε η ροή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας να παρατίθεται σοφά, σχεδόν. Έχοντας ως αποτέλεσμα ένα album που ακούγεται ολοένα και αρτιότερο, στον ρου της συνολικής του διάρκειας. Ο θεμελιακά pop χαρακτήρας του σηματοδοτείται από την εύηχη ποιότητα των μελωδικών του σημείων τα οποία, σχεδόν πάντοτε, διατηρούν μια συναυλιακής υφής συναισθηματική διάταση. Κάνοντας με να θέλω να παρευρεθώ σε κάποια μελλοντική ζωντανή εμφάνιση του Οδυσσέα.

Σε ό,τι αφορά την εδώ παρατιθέμενη κυκλοφορία, είναι πασιφανές ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα όμορφη συλλογή στιγμών και ηχητικών φράσεων. Η οποία ως πρόσημο χαρακτηρίζεται από τον ανιδιοτελώς ευδαιμονικό της χαρακτήρα. Αν και αρχικά, κάποιος εύκολα θα υιοθετούσε την άποψη ότι η κίνηση μιας full-length εργασίας αποτελεί ένα σαφέστατα φιλόδοξο βήμα, ειδικά για έναν τόσο νεαρό καλλιτέχνη, φρονώ πως δεν είναι αυτό το σημείο στο οποίο οφείλει να σταθεί κανείς. Απεναντίας, το κρίσιμο στοίχημα αυτού του δίσκου, είναι ακριβώς η απόδοση μιας απρόσκοπτα όμορφης διαδικασίας παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που λατρεύει και λατρεύεται. Και, εν τέλει, υπάρχει ως μια απαραίτητη προσθήκη, στο μουσικό στερέωμα του σήμερα. Δηλώνω εντυπωσιασμένος, λοιπόν. Άνετα, και ολοκληρωμένα, θα προσέθετα.

 

 

Γιώργος Καναβός

Additional Scene – Symposium (self-released/name your price)

Η καινοτομία, η παρουσίαση μιας φρέσκιας και πρωτοποριακής δημιουργίας αποτελεί ένα από τα ζητούμενα των καλλιτεχνών. Αυτό έχει τη θετική του πλευρά, εφόσον η προσπάθεια για ρηξικέλευθες δημιουργίες μας έχει δώσει κατά καιρούς διαμάντια, δουλειές που πραγματικά έχουν μέσα τους στοιχεία νεωτερισμού. Ορισμένοι βέβαια, καλλιτέχνες παρά την υπερπροσπάθεια να παρουσιάσουν ένα νέο δημιούργημα που θα κάνει τη διαφορά στα μουσικά δρώμενα, δεν πετυχαίνουν πάντα αυτό που επιθυμούν και το αποτέλεσμα ενδέχεται να χαρακτηριστεί τουλάχιστον αδιάφορο.

Υπάρχουν, ωστόσο και οι περιπτώσεις εκείνες που, παρόλο που δεν χαρακτηρίζονται ως καινοτόμες, προκαλούν στους ακροατές ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε για μένα το τελευταίο άλμπουμ Symposium των Additional Scene. Δεν ήξερα, ως εκείνη τη στιγμή, ούτε το συγκρότημα ούτε την τελευταία τους δουλειά που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πρόκειται όμως, για ένα άλμπουμ το οποίο αμέσως μου τράβηξε την προσοχή και δεν έμεινα σε μια μόνο ακρόαση.

Πληροφορίες για το ημεδαπό σχήμα δεν βρήκα πολλές. Υποθέτω, πως η προβολή δεν είναι πρωταρχικός τους στόχος και, ίσως είναι ένα θέμα που θα μπορούσαν να διαχειριστούν με έναν διαφορετικό τρόπο, μιας και μεταξύ της υπερέκθεσης και της σπάνιας ή αραιής εμφάνισης υπάρχουν ενδιάμεσα πολλά στάδια.

Εκείνο που με έκανε να τους εκτιμήσω, πέραν της μουσικής τους και της name your price κυκλοφορίας τους είναι η αυτοκριτική διάθεση και ο αυτοσαρκασμός που τους διακρίνει. Παρουσιάζοντας, π.χ. το “Itch”, δηλώνουν ότι αρχικός σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός metal τραγουδιού, αλλά τελικά η προσπάθειά τους ήταν αποτυχημένη. Δεν βλέπεις συχνά μπάντες να είναι τόσο ειλικρινείς με τις αρχικές τους προθέσεις σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα που βγαίνει τελικά στη δουλειά τους. Πρόκειται για ένα δυναμικό τραγούδι, με κάποια, διάσπαρτα, metal στοιχεία ειδικά προς το τέλος του, αλλά θα συμφωνήσω με την μπάντα, metal δεν είναι.

Αντίθετα στο “Exploit” διακρίνονται post metal στοιχεία. Διαθέτει διάρκεια και στρωματοποιημένη δομή, έντονη εισαγωγή και συνεχίζει με εναλλαγή σημείων έντασης στα οποία κυριαρχούν οι κιθάρες και στιγμών ηρεμίας. Το “Tender” ντύνει μελωδικά την αίσθηση της ανεπάρκειας και της ατέλειας που όλ@ μας έχουμε νιώσει πολλές φορές στη ζωή μας και δίνει τη σκυτάλη στο δεκάλεπτο “Northward Migration”. Στο τραγούδι αυτό υπάρχει η αίσθηση της μελαγχολίας εκείνης που σου δημιουργείται όταν μεταναστεύεις ή όταν φεύγεις μακριά από τον τόπο σου και που (ίσως) δεν ήσουν απόλυτα έτοιμ@ να το κάνεις, παράλληλα με την αίσθηση της δύναμης που απαιτεί η πραγματοποίηση μιας τέτοιας απόφασης. Στο “Goax (The Shepherd)” κυριαρχούν η κιθάρα και τα ντραμς με έναν επαναλαμβανόμενο και συνάμα ενδοσκοπικό ήχο.

Δεν είναι επομένως η καινοτομία που μου τράβηξε την προσοχή στο Symposium. Μιλάμε για ένα instrumental post rock άλμπουμ με post metal στοιχεία, παρουσιασμένα κατά τέτοιον τρόπο που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον κατά την ακρόαση του. Εκείνο που τελικά, με κέρδισε είναι η αυθεντικότητά τους και η ψυχή που καταθέτουν στη δημιουργία τους.

Sylvia Ioannou

Lipitoare/Enshroud- S/T Split (Black Gangrene Productions)

Υποθέτω, πως είναι περιττό να σημειώσω πως η πρακτική των split κυκλοφοριών ήταν και είναι μια συνηθισμένη προσέγγιση, σε ο,τι αφορά το underground στερέωμα, έστω. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η εν εξετάσει κασέτα που παρουσιάζεται εδώ και η οποία συνταιριάζει δύο δραστικά διαφορετικές, μα όμορα διασπώμενες, μπάντες. Κοινός παρονομαστής των οποίων θα μπορούσε να είναι η σχετική αναγνώριση που έχουν ήδη κατακτήσει, μέσα από ένα δίκτυο ανεξάρτητων κυκλοφοριών. Αναγνώριση βέβαια, η οποία υφίσταται αυστηρά εντός των ορίων αυτού του χώρου, εξ ου και η σχετικότητα αυτής. Οι αναφερθείσες κυκλοφορίες εμφανίστηκαν υπό τη μορφή κασέτας, αποκλειστικά, ως οφείλω να συμπληρώσω.

Η έναρξη λοιπόν, ανήκει στους Lipitoare, η συμμετοχή των οποίων αποτιμάται σε ένα δαιδαλώδες, δωδεκάλεπτο κομμάτι. Ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές, σχετικά με αυτό το σχήμα. Η χώρα προέλευσης τους μου είναι άγνωστη, μα και αδιάφορη, εν προκειμένω. Αγνοώ, επίσης, το αν πρόκειται για solo, ή συλλογική απόπειρα. Η έλλειψη αυτή όμως, λειτουργεί ενθαρρυντικά, θαρρώ, τουλάχιστον στην περίπτωσή τους. Οι προηγούμενες ανασκαφές τους τοποθετούνταν στα μονοπάτια του σκοτεινού ambient, περιλαμβάνοντας δε και κάποιες συνιστώσες εγγενούς θορύβου, οι οποίες συμπλήρωναν δυσαρμονικά, το ηχητικό τους αμάλγαμα. Στην περίσταση αυτή εκκινούν, βασιζόμενοι σε οργανικά προερχόμενες ατμόσφαιρες, οι οποίες σταδιακά χτίζουν ένα υψίπεδο ζόφου. Διόλου αταίριαστο με τον τίτλο που επέλεξαν- πράγματι, η υφή του κομματιού αυτού, ομοιάζει αρκετά με την αίσθηση μιας απειλητικής αύρας, η οποία σκωπτικά παραμονεύει. Αυτό το κλίμα κυριαρχεί αρχικά, ανατρέπεται όμως, εμφατικά στη συνέχεια, δίνοντας τη θέση του, σε ένα ακραία οργιώδες ξέσπασμα. Το οποίο, ενώ εδράζεται στα συμβατικά όργανα που συνήθως χαρακτηρίζουν τον black metal ήχο, εν τούτοις αποστασιοποιείται από αυτόν. Διότι το ύφος και η ένταση παραπέμπουν σαφέστατα σε πιο θορυβώδεις καταστάσεις. Ενώ, η συνύπαρξη διαπεραστικών λυκίσιων κραυγών, άναρχων τυμπανισμών και κιθαριστικών συσπάσεων, θα φάνταζε κάπως άτσαλη, αν περιοριζόταν στα αυστηρά πλαίσια του metal. Είναι γεγονός, πως αυτού του είδους η έξαρση, θα εκτιμηθεί δεόντως από όλους εμάς που έχουμε βαρεθεί από τις εμμονές πολλών ορθόδοξων οπαδών του metal σε σχέση με την τεχνική. Ενώ, απλούστατα, επιζητούμε τον θόρυβο, ως λύτρωση σχεδόν. Εδώ λοιπόν, το διονυσιακό στοιχείο της αρχέγονα χαοτικής ανάτασης, μου χάρισε ένα χαρακτηριστικό χαμόγελο. Πράγμα ενδεχομένως ασυνήθιστο για αυτό τον ήχο – πλην όμως, εξόχως καλοδεχούμενο, από εμένα τουλάχιστον. Σβήνοντας, οδηγούμαστε πάλι, κυκλικά σχεδόν, στην ατμοσφαιρική κατεύθυνση που αρχικά ευοδώθηκε, οδηγώντας σε ένα ολότελα ταιριαστό κλείσιμο.

Η συνέχεια ανήκει στους Αυστραλούς Enshroud, οι οποίοι φρονώ πως αποτελούν τον κράχτη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. Έχοντας ήδη 4 demos στο ενεργητικό τους, έχουν κάνει την απαιτούμενη εντύπωση, στο μικρό, μα αφοσιωμένο, κοινό που παρακολουθεί τις εκπορεύσεις του είδους αυτού. Το ύφος τους είναι, θα έλεγα, σχετικά πιο προσβάσιμο, σε σχέση πάντα με τους προαναφερθέντες Lipitoare. Στηρίζονται και αυτοί σε μια εντελώς ωμή και απέριττη ηχογράφηση. Κάτι που, προφανώς τους τοποθετεί στο παρακλάδι του raw black metal, μολονότι το στυλ τους είναι χαρακτηριστικά μελαγχολικό, μη αρνούμενο τις μελωδικές υπερβάσεις, μα ούτε και τα συναισθηματικά εντεινόμενα αδιέξοδα. Η θολή εικόνα τους, μου έφερε στον νου τις πλέον απατηλές στιγμές του Xasthur. Και, μέσω αυτού, τα παρακμιακά οράματα των Mutiilation, επί παραδείγματι. Οι δύο συνθέσεις τους που περιέχονται στην κασέτα αυτή είναι μεστές και ολοκληρωμένες. Απόρροια, προφανώς της εμπειρίας μα και της ικανότητας τους να συνδεθούν με αυτό το – κατά βάση- δύστροπο ρεύμα. Η βάση τους είναι πασιφανώς οι θλιμμένες φράσεις της κιθάρας, οι οποίες συμπλέουν με τα αρκούντως μανιακά φωνητικά. Δημιουργώντας ένα υγρό και συνάμα ονειρωδώς ομιχλώδες τοπίο, σκοπός του οποίου δείχνει ξεκάθαρα να είναι η κάθαρση, η οποία περνά μέσα από τις γραμμές του διαχωρισμού, ωσότου ανυψωθεί στη σφαίρα της ενοποίησης.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο σχηματισμών υπήρξε σοφή ως προς την επιλογή της, θαρρώ. Οι προφανείς διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, διατρανώνουν το στοιχείο της ποικιλίας, που είναι τόσο απαραίτητο. Χωρίς, παράλληλα να διαταράσσουν την άρρητα συνεκτική ροή, που χαρακτηρίζει αυτή τη συνεργασία. Νιώθω πως το αποτέλεσμα είναι άριστο. Προσωπικά μιλώντας, θα ξεχώριζα άνετα τους Lipitoare, ως νικητές αυτής της άτυπης διαμάχης. Η παρατήρηση όμως, αυτή είναι καθαρά σχετιζόμενη με την προσωπική μου αισθητική, και σε καμία περίπτωση δε δύναται να μειώσει την αξία των Enshroud. Εν κατακλείδι, η πρώτη απολαυστική κυκλοφορία του έτους αυτού, προσωπικά μιλώντας.

I suppose that it would perhaps be useless to note that the existence of split releases is a very common practice, regarding the underground firmament, foremost. This direction is set upon the tape that is being analyzed, as well as examined, at this instance. This demo is actually contrived of two drastically different, yet bordering at many points of disintegration, bands. A point that could potentially be seen as a common denominator among these formations, is the level of relatively positive appreciation that both have so far received. Keeping in mind though, that the recognition obtained by them, refers strictly to underground circles. Hence, the relative nature that is mentioned above. Another important element that I should not forget to note, is the fact that all aforementioned releases had been unleashed in the form of cassettes, exclusively.

Back to this particular one, though- the onset of whom belongs to Lipitoare. Not much is known concerning this project. Their country of origin is completely unknown to me, yet dare I say irrelevant, as well, at least when it comes to this specific case. In the same manner, nor do I know whether this is a solo excursion, rather than being a collective attempt. In the shape of an actual band, respectively. This lack of information is in fact a positive note, at least when contemplating on fragments such as this. Taking a step towards their past endeavours, I would place their sonic mark on the fields of darkened ambiance, while never forgetting to include some component layers of intrinsic and unrelenting noise. The later operating as a necessary ingredient, in order to complete their sonic amalgam, in an abruptly dissonant sense. On this instance, they opt for an opening haze, which relies on organically infused atmospheres, gradually settling into a plateau of gloom. A plateau that comes off as a sensation that is completely fitting to the title chosen for this track. Its texture indeed draws similarities to a creeping aura, that evidently lurks within. This inversion is the dominant key to this track, at least when one concentrates on its beginning. I am saying that, because there is a large scale of subversion taking place, after this initial calm inception. As said calmness gives its place to a harrowing explosion of grand proportions. An explosion that seemingly relies on the typical set of instruments that usually relate to the black metal spectrum, while, in fact, the mode of usage chosen, distances them apart from the usual fragments of this sound moniker. Simply because its tone and intensity distinctively point to noisier terrains. Also, frankly speaking, the simultaneous display of piercing, wolfish howls, chaotically transparent drum beats as well as guitar-generated concussions, would probably seem as a rather sloppy approach, especially if limited to the strict barriers that the metal cannon is contrived of, exclusively. It is a fact, I conclude: this type of outbreak will be thoroughly appreciated by all of us who have reached the point of utter boredom, when it comes to the obsessions regarding technical superiority. These obsessions seem to be embraced by a large number of the orthodox metal fans, unfortunately. On the other hand though, as stated above, there is a small number of like-minded individuals that seek noise instead of virtuosity. Noise, as a form of redemption, that is. In this particular case, the vibrant, Dionysian element leads to a chaotically primordial form of exaltation. Giving a hallow smile to my face expression. Something that could be interpreted as somehow absurd, at least when we are dealing with artists and bands that move along these genres. Regardless of this generalization though, this gesture is entirely welcome on my behalf. As this circular composition fades, we are once more being led to the ambient direction that was prevalent, initially. Culminating in a totally rewarding epilogue.

Moving along, it is time for Enshroud to take the lead. An Australian band, who could be seen as the biggest selling point of this release, if I could use such a phrase. Having displayed already a series of four demos under their belt, they have certainly managed to stir up the underground world, savoring upon a necessary impressive approbation. Which comes in the form of appreciation, among the small yet fanatic crowd that holds a soft spot for emanations of this kind. Their style is somewhat more accessible, if compared to Lipitoare’ s noisy ambient spectrum. Likewise, aligned to the aforementioned projection’ s approach, they too are relying on a murky and lo-fi method of recording. Something that easily puts them into the raw black metal milieu, a sub-genre that seems to be on the rise, during these recent years. Their sound caliber though has the tendency to be abruptly melancholic, inviting some melodically inclined infusions to complete its core, while not forgetting to include a barrage of emotionally driven deadlocks, as well. Their vague transmissions reminded me of Xasthur’s most illusive moments. And, in through him, another fitting example of influence, would obviously be Mutiilation’s decadent visions. The two Enshroud songs that are included in this tape appear to be rich in texture, as well as ultimately integrated. A result that profoundly owes a lot to the experience that this duo has gained, up to now. Also, this treatment is certainly the outcome of their ability to craft audio tensions that emphatically connect them to this ill-fated genre. Whether someone decides to place the dsbm tag on this project, or not. The basis of their sonic sorcery lie obviously upon the mournful guitar phrases who frequently entwine with the presence of maniacal vocals. Creating a wet, yet foggy and dreamlike state, altogether. The purpose of whom is obviously to reach the state of catharsis. A catharsis that is obliged to pass among the lines of segregation, until it manages to levitate itself onto a sphere of unification.

The joint existence of these two formations proved to be a wise choice, regarding its selection, in my humble opinion, at least. The plainly obvious differences between them appear to be helpful, in the process of asserting, as well as in the road of establishing the very essence of the element of variety, which is so vitally crucial. While not forgetting to maintain an aura of unstated, cohesive flux. I personally feel that this is a nearly essential split release. If I had to choose among these two, I would easily vote for Lipitoare, as being the somewhat winning side of this informal conflict. This observation though, lies clearly engraved in the palimpsest of my personal aesthetic motivations and preferences. Thus, by no means should one think that this opinion implies any kind of negativity towards Enshroud’ s undisputed excellence. Summarizing, I need to state that this has been the first delightful release of this current year, personally speaking, of course.

George Kanavos /Γεώργιος Π. Καναβός

Varg – Croatian Amor – JH1.FS3

Τα πάντα προχωρούν πιο γρήγορα από τον ρυθμό που μας αναλογεί, ώστε να τα αντιληφθούμε στο σύνολο τους. Σε κάποια μέρη, όμως, έχουν φτάσει πιο γρήγορα και πιο μεθοδευμένα στους νέους τρόπους επικοινωνίας, σκέψης και ζωής. Κι αν αυτό φαντάζει ως ένα αξιολογικό συμπέρασμα που αποδεικνύει πόσο “μπροστά” είναι εκεί, έρχονται οι δημιουργοί μουσικών που μιλάνε για αυτές τις αλλαγές της νέας εποχής με τρόπο γλαφυρό, αρκεί να βρεις τους κώδικες τους. Συμπτωματικά, βγήκαν τρεις δίσκοι-οχήματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής που συνδέονται με την Posh Isolation και τη σκηνή της Κοπεγχάγης, οι οποίοι μιλούν είτε άμεσα, είτε έμμεσα για τον έρωτα στα χρόνια της διαμεσολαβημένης χολέρας. Ας τους δούμε έναν-έναν.

Varg – Evanescence (A Love Letter) (Posh Isolation)

Ο Σουηδός Varg είναι από τους τύπους που σε μια μέρα μπορούν να γράψουν ένα ολόκληρο άλμπουμ και, όπως αποδεικνύεται από την πλούσια δισκογραφία του, ο ήλιος δεν πρέπει να τον βλέπει και πολύ συχνά! Αυτό όμως, δεν τον κάνει φλύαρο σε αυτά που έχει να πει μιας και έχει βρει έναν τρόπο έκφρασης δικό του, αυθόρμητο μα και μεθοδικό, αποζητώντας τις συνεργασίες ως μια άλλη μορφή βιταμίνης – D που λογικά θα του λείπει εκεί στο Βορρά. Στη νέα του δουλειά, για άλλη μια φορά, δεν περιορίζεται σε ένα στυλ, επιφυλάσσει εκπλήξεις (βλ. το doom φινάλε) και δεν κλείνεται στην άποψη ότι η μουσική χωρίς λόγια μπορεί να μιλήσει για όλα. Αντ’ αυτού βάζει μια φωνή να μιλά για προσωπικές ανησυχίες σύγχρονων περσόνων (βλ. φωτομοντέλο) και έχει προσκαλέσει φωνές για να δώσουν έναν πιο γεμάτο τόνο σχηματοποιώντας σουξέ ενός πιο πραγματικού κόσμου από αυτόν που βλέπουμε γύρω μας. Το πώς συνδέονται όλα με τέτοιο περίτεχνο τρόπο, χρεώνεται στην εμπειρία των απανωτών προηγούμενων κυκλοφοριών του και στην ειλικρίνεια της μουσικής του. Απόλυτα σύγχρονο στην αντίληψη του, μεστό σε νοήματα, μιλά για την αγάπη και την μοναξιά γνωρίζοντας ότι ο πρώτος αυτός κόσμος όσο γλυκός κι αν φαίνεται, βουλιάζει ολοένα και πιο πολύ στον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας του θεάματος και στη ματαιότητα. This is anti-police music!


Croatian Amor – Isa (Posh Isolation)

Το νέο πόνημα του Loke Rahbek είναι, όπως αναμενόταν άλλωστε, ένα γεμάτο άλμπουμ. Όχι ανοικτό σε πολλές ερμηνείες, αλλά ανοικτό, ως ο ίδιος να ‘ναι ένας χώρος για επικοινωνία. Μια πρωτοποριακή αντίληψη πάνω στην ηλεκτρονική μουσική, όπου το συναίσθημα δεν θυσιάζεται για να ακούγεται ο ήχος φρέσκος, αλλά απλώνεται, ώστε να διανθιστεί με λόγια πάνω στο σύγχρονο τρόπο ζωής, χρησιμοποιώντας μια cut up λογική. Brutality makes us feel safe.

Δεν αρκείται όμως, σε αυτό, αλλά μας παραδίδει μέσα σε ένα, θα λέγαμε, μονοθεματικό άλμπουμ, συνθέσεις που στέκουν αυτόνομες και αφοπλιστικές με τη συνεργασία ερμηνευτριών να απλώνουν την αύρα τους κατά μήκος του Isa. Κατά μια έννοια, όλο αυτό μοιάζει σαν μια αποδόμηση του ταχύτατου σκρολαρίσματος που επιδιδόμαστε καθημερινά εντός του Διαδικτύου, καθώς απομονώνει αυτά τα στοιχεία που μιλούν μια γλώσσα που μάχεται το ανούσιο. Και κάποια από αυτά, αν και πολλά, χωρούν εν τέλει σε ένα αριστουργηματικό σχεδόν μισάωρο δίσκο!


JH1.FS3 – Trials & Tribulations (Dais)

Είχε προηγηθεί το ντεμπούτο τους και η κομματάρα “At The Bottom Of The Night” στην περσινή αυτή συλλογή ως προπομπός του τι θα επακολουθήσει στην κοινή πορεία τους, οπότε δεν υπάρχει το στοιχείο του απρόσμενου στη νέα τους δουλειά. Το νέο υλικό του ντουέτου που αποτελείται από την Puce Mary και τον Jesse Sanes ακούγεται χαώδες, αφαιρετικό, σε στιγμές εύστοχο, σε άλλες πλαδαρό, μονίμως αγχώδες, σαν να θέλει να εκφράσει την δυσκολία του να μιλήσεις για το συναίσθημα σήμερα. Το γεγονός ότι διαμένουν κι οι δύο τους στο L.A. κάνει πιο απόκοσμο το μουσικό τους παιχνίδι, πιο εσωτερικευμένο προς σκέψεις εντός κλειστών δωματίων και φωτισμένων οθονών. Μόνο που ο εγκλωβισμός αυτός τείνει να μη βοηθά στη σαφήνεια των ήχων και των μηνυμάτων με την αλλοτριωτική σύγχυση, όπως πάντα, να παραμονεύει.

Everything advances with a pace faster than what we can bare to conceive it at whole. In some places, though, it has come in a faster and more orderly to the new ways of communication, cerebration and living. And if it may appear to be an evaluative conclusion that demonstrates how “advanced” it is there, for the creators of the music talking for the changes of the new era in a glorious way, finding the proper codes of communication is enough. Coincidentally, three albums -charriots of modern electronic music that are connected to Posh Isolation and Copenhagen scene were launched, talking directly or indirectly about love during the mediating cholera. Let’s see them one by one.

Varg – Evanescence (Love Letter) (Posh Isolation)

The Swedish Varg is one of the guys who can write an entire album in a day and as it is evident throughout his rich discography, the sun can’t be seeing him often! But this doesn’t make him babble in what he has to say because he has found his own way of expression, impulsively but yet methodically, which yearns cooperations as another form of vitamin-C, of which there must be a shortage in the North. Once again, in his new work he isn’t limited to a single style, surprises lurk (listen to the doom finale) and doesn’t conclude that music without words can talk about everything. Instead, he puts a voice talking about personal concerns of modern personas (see photomodel) and has invited voices to give a fuller tone by shaping success of a world more real than that we see around us. How they are all connected in such an elaborate way, is attributed to the experience of previous releases and to the honesty of his music. Absolutely modern in his perception, overwhelmed with meanings, talking for love and solitude, knowing that this first world as sweet as it may seem, sinks more and more into the absolute control of the power of spectacle and futility. This is anti-police music!

Croatian Amor – Isa (Posh Isolation)

The new work of Loke Rahbek is, as expected, a full album. Not open to many interpretations, but open, as if itself is a place for communication. An innovative concept of electronic music, where emotion is not sacrifice on the altar of a fresh sound, but spreads to words in modern life, using a cut up logic. Brutality makes us feel safe.

He is not content to this, though, but he deliver us into a -what we would say- monothematic album, compositions that stand independent and disarming, with the cooperation of interpreters spreading their aura along Isa. In a sense, all this seems like a degradation of the very fast scrolling, as a daily habbit on the Internet, as it isolates those elements that speak a language that fights the meaningless. And some of these, though might be many, eventually fit into an almost half – hour masterpiece album!

JH1.FS3 – Trials & Tribulations (Dais)

Their big debut preceded and the grand song “At the bottom of the night” in their last year’s collection as a forerunner of what would follow in their common course, so there is no element of unexpected in their new work. The new duo material made up of Puce Mary and Jesse Sanes sounds chaotic, abstract, at times accurate, at other times flaccid, constantly anxious as if wanting to express the difficulty of talking about emotions in our days. The fact that they both reside in L.A. makes their music game more eerie, more interiorized to thoughts in barred rooms and illuminating screens. But this immurement tends not to help with the clarity of the sounds and meanings with the alienating confusion lurking as always.

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Their Methlab – The Last Second (self-released)

Πριν έρθεις σε επαφή με ένα νέο άλμπουμ, συνήθως υπάρχουν κάποιες, από τα πριν πεποιθήσεις απέναντι του που, πιθανόν να επηρεάζουν την κριτική αποτίμηση του και την καθαυτή ακρόαση του. Εδώ, στην περίπτωση των Γιαννιωτών Their Methlab υπάρχει ήδη μια εμπειρία, όταν τους είδα ως support στους Jakob, πριν δύο χρόνια. Εκεί θεώρησα ότι χαντακώθηκε η εμφάνιση τους με την άκριτη χρήση των βίντεο που πρόβαλλαν τα οποία περιείχαν σκηνές από ντοκιμαντέρ που εκβίαζαν το συναίσθημα και τον πολιτικό προβληματισμό με έναν επιτηδευμένο τρόπο, χωρίς σύνδεση με το μουσικό κομμάτι της μπάντας, που -έτσι κι αλλιώς- δεν μου είχε κάνει κάποια εντύπωση.

Από τότε βέβαια, έχει περάσει αρκετός χρόνος, το εξώφυλλο της δεύτερης δουλειάς τους σε προκαταβάλλει κάπως θετικά, οπότε είναι μια καλή ευκαιρία να τους δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Αρχικά, λοιπόν, να σημειώσω στα θετικά την επίδραση που είχαν και έχουν οι Jakob στον ήχο τους, όπως επίσης, τη διάθεση της μπάντας να μην εμμείνει σε ένα μουσικό είδος, αλλά να συνδυάσει post, stoner και ψυχεδέλεια, πρακτική που ακολουθούν αρκετές νέες μπάντες σήμερα.

Σε αυτή την προσπάθεια τους όμως, υπάρχουν αρκετά εμπόδια που στήνονται από την ίδια την μπάντα. Η προαναφερόμενη επιρροή φτάνει σε τέτοιο σημείο που το “Muktuk” στο αρχικό του θέμα δεν θυμίζει απλά, αλλά είναι ίδιο με το “Verstaerker” των Jakob! Γενικά, οι επιρροές τους αντί να αναμοχλεύονται, αναδύονται αυτούσιες και απλώς προσθαφαιρούνται σαν να είναι μαθηματικά (βλ. εισαγωγή post rock, stoner ριφ στη συνέχεια στο εισαγωγικό κομμάτι κ.ο.κ.). Για τον ήχο δε, ενώ υπάρχουν εκρηκτικές στιγμές, αυτές ακούγονται σαν εφηβικά σκιρτήματα από μια μπάντα που θέλει να εντυπωσιάσει κι όχι σαν μέρη όπου ο ήχος είναι το ταξίδι. Γιατί σε αυτά τα ακούσματα ο ήχος είναι το παν και μπορεί η παραγωγή εδώ να είναι αλάνθαστη, αλλά αντιμετωπίζει όλα τα κομμάτια σαν μια σύνθεση, σεβόμενη υπέρ του δέοντος τη λογική να είναι όλα ίσια, χωρίς μια ατέλεια και εν τέλει επίπεδα.

Ερχόμαστε λοιπόν και στο ζήτημα των συνθέσεων καθαυτών που -μάλλον- αποτελεί και το πιο ευάλωτο στοιχείο του δίσκου. Υπάρχει μια σταθερή ταχύτητα κατά μήκος του άλμπουμ στην οποία απλώς παρεμβάλλονται ξεσπάσματα, με τις υπερβολικές κιθάρες να δίνουν τον τόνο, κινούμενες σε ένα πολύ στενό μελωδικά πλαίσιο. Δεν είναι ότι η μπάντα δεν έχει δουλέψει σε όλους τους τομείς που προαναφέρθηκαν, αλλά αυτό που λείπει, συμπυκνώνεται σε μια έννοια η οποία λέγεται αισθητική. Αυτή είναι που θα ισιώσει τον ήχο τους, θα αφήσει πίσω τα εύκολα τρικ στις συνθέσεις και θα επιφυλάξει εκπλήξεις, ακόμη και στους ίδιους, ως προς το πως μπορεί να εξελιχθεί μια ιδέα. Αν αφεθεί πίσω η ευκολία του να ηχογραφείς ένα τζαμάρισμα ζωντανά και του να θεωρείς ότι οι επιρροές και η όμορφη θέα των τοπίων στην Ήπειρο μπορούν να αποτελέσουν μια πηγή έμπνευσης, και στρωθεί η μπάντα σε μια ενδοσκοπική αναζήτηση ως προς την εξεύρεση της δικής της ταυτότητας, τότε σίγουρα τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά και ελπιδοφόρα.


Μπάμπης Κολτράνης

øjeRum – Franck Vigroux

Κάθε δίσκος ο οποίος τείνει να ξεχωρίσει από τον σωρό, δεν περιγράφει μόνο όσα ένιωσε η δημιουργός του την περίοδο που τον έγραφε, αλλά ορισμένες φορές, αποτυπώνει την όλη πορεία της ως εκείνη τη στιγμή. Τότε είναι που η μουσική χωνεύει τον χρόνο που πέρασε για να βγάλει μια ταυτότητα που μισεί σύνορα και περιχαρακώσεις, καταλήγοντας στη μαγική στιγμή που αυτή δημιουργώντας κάτι, βγαίνει προς τα έξω. Το “έξω” είμαστε εμείς, το “κάτι” είναι σαν κι αυτό που θα εξετάσουμε εδώ, αντιπαραβάλλοντας δύο νέες κυκλοφορίες που ταυτίζονται ως προς την επίτευξη της λειτουργίας των δίσκων που αναφέραμε πριν.

Ο Δανός øjeRum και ο Γάλλος Franck Vigroux μας έχουν απασχολήσει ξανά με αντιπροσωπευτικούς -για τον ήχο- δίσκους τους. Και οι δύο ξεκίνησαν στα zeros, έχουν βγάλει αμέτρητες κυκλοφορίες πάνω στον ορχηστρικό ήχο, αλλά κάπου εδώ παύουν οι όποιες ομοιότητες στα έργα τους. Ο μεν øjeRum, αφοσιωμένος στην αποτύπωση συναισθημάτων με τη χρήση κυκλικών-νανουρισματικών θεμάτων με βάση την ambient, χάνεται σκόπιμα σε έναν σχεδόν μονόχρωμο βυθό. Κάθε κομμάτι και του νέου του άλμπουμ, εκεί που πάει να πάρει τη μορφή σύνθεσης, αποστεώνεται από την ίδια του την αύρα, σαν δέντρο που από τον άνεμο πέφτουν όλα τα φύλλα του, παραμένει όμως, όμορφο και αγέρωχο.

Ο δε Franck Vigroux απλώνει τις industrial ιδέες του όσο χρειάζεται για να χωρέσουν μέσα σε αυτές μικρές εκρήξεις, μελωδικές ή μη. Σε μόλις τέσσερα κομμάτια παρουσιάζει τέσσερις διαφορετικές, αλλά και συγγενικές απόψεις πάνω στην χαλιναγώγηση του χάους, δίνοντας στο σκοτάδι διάφορες ετερώνυμες απεικονίσεις. Αν και EP, η ζωντάνια και η πληρότητα του
Théorème το κάνει να φαντάζει σαν ένας δίσκος με τα όλα του.

Κάπου εδώ, αναλογίζεσαι ότι ο øjeRum βγάζει τόσα άλμπουμ κατά μόνας κάθε χρόνο, καθώς νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορεί καθετί -φαντάζομαι- που δημιουργεί. Δεν καταλήγει με αυτό τον τρόπο να βγάζει τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, παγίδα στην οποία έχουν πέσει τόσα ονόματα στην εποχή μας; Από την άλλη, ο Franck Vigroux μπορεί κι αυτός να μην είναι φειδωλός στις κυκλοφορίες που φέρουν το όνομα του, αλλά προτιμά την συνεργασία με άλλ@ς ως προς την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης. Ομολογουμένως, και οι δύο αυτές κυκλοφορίες συμπυκνώνουν τις δύο αυτές διαφορετικές οπτικές πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας. Κι αυτό έχει ενδιαφέρον, όχι μόνο για το τώρα, αυτές τις συγκεκριμένες δηλαδή, κυκλοφορίες, αλλά και για το πώς φτάσαμε σε αυτές και στο τι θα τις ακολουθήσει!

Each record that tends to stand out from the others, does not only describe what the creator felt at the time she writes, but in some cases she writes down her entire course until that moment. This is when the music “fathoms” the time spent to extract an identity that hates borders and a retrenchment, resulting to the magical moment that she, by creating something, comes out. The “out” (the receiver) is us, the “something” is like what we will examine here, comparing two new releases that are identical as to the achievement of the operation of the records mentioned before.

The Danish øjeRum and the French Franck Vigroux have been interested us again with their representative records. They both started at the zeros, they have made countless releases on the orchestral sound, but somewhere there, the similarities in their works stop. The former øjeRum, devoted to the imprinting of emotions using circular-mesmerizing subjects based on ambient, is deliberately lost to a nearly monochrome seabed. Each piece, also from his new record, wherever is going to take the form of a composition, is blunted by its own aura, like a tree that drops all its leaves from the wind, but still remains beautiful and glorious.

The other Franck Vigroux spreads its industrial ideas as much as needed to fit into small explosions, melodic or not. In just four tracks, he shows four different but related views on curbing the chaos, giving to the darkness various heteronymous illustrations. Even though an EP, the liveliness and completeness of Théorème makes it look like a record in its entirety.

Somewhere here, you contemplate that øjeRum releases so many albums alone each year, because –I think- he feels the need to release everything he creates. He does not end up making the same record again and again, a trap in which so many names have fallen in our time. On the other hand, Franck Vigroux may not be too sophisticated in the releases bearing his name, but he prefers to collaborate with others on the search for new ways of expression. Admittedly, both of these releases concentrate these two different views beyond their artistic value. And this is interesting, not only for now, for these particular releases, but for how we arrived at these and for what will follow!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης