Pale Divine – Vanishing Kids – Witchthroat Serpent

Pale Divine – Pale Divine (Shadow Kingdom)

Οι Pale Divine από την Pennsylvania είναι κλασικοί πρεσβευτές του παλιού, ανόθευτου και μπαρουτοκαπνισμένου doom metal, εκείνου που γεννήθηκε στην γκριζαδούρα του Birmingham, ανδρώθηκε σε αμερικάνικες υπόγες και δεν γνώρισε παρά μόνο δόξες με cult χαρακτήρα. Στο πέμπτο τους άλμπουμ κάνουν καλά ό,τι έκαναν και στα προηγούμενα, αρκετά καλά για να κουβαλούν μια ακέραια φήμη. Κολλημένοι στα “χρόνια του Ozzy” και γνήσιοι απόγονοι των Pentagram και των Vitus, ο doom ήχος τους κρατάει ζωντανή την ευρύτερη συγγένεια με το rock ’n’ roll –χωρίς να μοιάζει με stoner τραγέλαφο–, ροκάρει ή βαραίνει κατά το δοκούν, ωραία, αστόλιστα και αναλογικά. Εγγυημένα θα περάσεις καλά και σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να λιώσεις τον δίσκο. Τώρα το να αναφέρω ότι υπάρχουν και φαλτσάκια και, τέλος πάντων, όχι και κάποια πολύ σπουδαία τεχνική στα παιξίματα θα με κάνει γκρινιάρη, αλλά ελπίζω να μην κρύψει το γεγονός ότι μια χαρά τα περάσαμε.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer (Svart Records)

Οι Vanishing Kids δηλώνουν ευθαρσώς ότι είναι παιδιά που μεγάλωσαν με metal, prog, psych, punk, goth και όλα τα καλά του κόσμου. Λοιπόν, επειδή κι εμείς τέτοια παιδιά είμαστε, θα τεντώσουμε με προσοχή τα αυτιά μας και προς μεγάλη μας έκπληξη θα διαπιστώσουμε ότι η εισαγωγική τους δήλωση στέκει. Αυτό το εκλεκτικό κουαρτέτο (με τον Jason Hartman, κιθαρίστα των Jex Thoth) κατορθώνει πραγματικά να κατακτήσει έναν προσωπικό ήχο, που αναλύεται κυρίως σε αιθέρια πλήκτρα που πατούν σε υποστρώματα από ήπια doomrock fuzz-αρίσματα και στεφανώνεται από τα θαυμάσια, τριπαριστά φωνητικά της Nikki Drohomyreky.

Προφανώς, το σχήμα λατρεύει κάθε τι ψυχεδελικό, στις πιο εξευγενισμένες του μορφές, αλλά εξίσου και τα σχεδόν dream pop περιβάλλοντα – ο όρος shoegaze δεν προκρίνεται εδώ. Το αποτέλεσμα είναι αρκούντως ομοιογενές και συνεκτικό και τα διάφορα μουσικά στρώματα είναι απολαυστικά στη διακριτότητά τους. Αυτό που όμως κυρίως μένει είναι ο καθαρά ονειρικός χαρακτήρας της μουσικής τους, όπως εύστοχα προειδοποιεί ο τίτλος του άλμπουμ και το όμορφο εξώφυλλο. Μόνο μειονέκτημα του άλμπουμ ότι το πρώτο κομμάτι “Creation”, ένα θλιμμένο έπος, δεν ξεπερνιέται ποτέ. Κατά τ’ άλλα, το Heavy Dreamer είναι βαριά και ονειρικά προτεινόμενο!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Το όνομα της μπάντας και το εξώφυλλο υπονοούν ίσως κάτι πιο μαύρο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το doom τους είναι ελαφρύ ή φωτεινό. Κι ενώ οι κιθάρες και ο συνολικότερος ήχος τους ακροβατεί ανάμεσα στο παλιό και το νεότερο (=stoner), τα φωνητικά παραπέμπουν στον αμερικάνικο early ’90s ήχο,θυμίζοντας λίγο τον τεράστιο Rob Lowe, χωρίς όμως τα επικά του στοιχεία. Είναι προφανές ότι επιθυμούν να δώσουν μια ψυχεδελική πνοή μυσταγωγίας στη μουσική τους και σε στιγμές τα καταφέρνουν –για παράδειγμα στο “Pauper’s Grave” όπου ακούγονται απελευθερωμένοι– σε γενικές γραμμές όμως αισθάνομαι ότι μπορούν να κάνουν πολλά περισσότερα και ότι χαλιναγωγούν τους εαυτούς τους. Σε κάθε περίπτωση, οι Witchthroat Serpent από τη Γαλλία παραδίδουν ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, χωρίς καν να μοιάζουν σαν να εκπληρώνουν τις δυνατότητές τους. Στο μυαλό μου αχνοφέγγει και αιωρείται ένα “to be continued”, με την ελπίδα οι υποσχέσεις του intro “Feu Sacre” να γονιμοποιηθούν.

Pale Divine – Pale Divine

Pale Divine from Pennsylvania, USA, are typical ambassadors of the old-school, unspoiled, forged-in-fire doom metal, the kindthat was born under Birmingham’s grey skies and became an adult in American basements, without ever gaining great popularity but lots of dedicated cultfollowers. In their same titled 5th album they continue doing well as they did before, well enough to have been established as an integral and well-respectedband. Obviously addicted to the “Ozzy years” and as original Pentagram/Vitus descendants, their doom sound keeps the relationship with the broad rock ’n’roll alive – without degrading into a cheap stoner act –, as it rocks out orgets heavier by will, in a natural, analogue and unadorned manner. It’sguaranteed that you’ll have a good time and definitely there’s no need tolisten to this many times, since you’ve heard it all before. Countless times. Now, if I was to point out some off-tune notes and the fact that the playing skills are not incredible would make me look like a grump, but I hope I won’tbe misunderstood – I had a good time with this one, authentically.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer

Vanishing Kids audaciously state that they grew up listening to metal, prog, psych, punk, goth and all the goods music has tooffer. Well, we are exactly this kind of kids too, so we suspiciously focus ourattention to surprisingly find out that their introductory statement is spoton. This eclectic quartet (featuring Jex Thoth’s Jason Hartman) truly forms apersonal sound, mainly consisted of ethereal keyboards that tread on underlays of smooth fuzz guitars and crowned by the wonderful, trippy voice of Nikki Drohomyreky.   Apparently, this band adores anything from the gentlest forms of psychedelic music and dream pop ambiences equally – the term shoegaze doesn’t qualify here. As a result, their sound is homogeneous and cohesive enough andall textures are delightful in their distinctness. But the main aftertaste isthe dreamy character of their music, as the album’s title and cover aptlysuggest. The only “disadvantage” is that the melancholic, epic opening track “Creation” is never surpassed by any other. Besides that, Heavy Dreamer is heavily and dreamily recommended!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Their name and album cover may insinuate somethingblacker but this doesn’t mean that their doom metal is something light, insound or atmosphere. While the guitar work and their sound in general balances between the old and the new (=stoner), the vocals refer to the early ’90s American scene, especially reminding the mighty Rob Lowe – without the epicelements of his voice. It is rather obvious that they intend to infuse theirmusic with a psychedelic and mystified aura and sometimes they succeed –“Pauper’s Grave” for example, where the band sounds freer – but generally Ithink they could do a lot more and that they curb themselves. In any case,Witchthroat Serpent from Toulouse, France, deliver a very interesting album,without even reaching their full potential. The phrase “To Be Continued”shimmers and hovers in my mind, with the hope that the promises of the intro“Fau Sacre” will be kept and fulfilled.

Antonis Kalamoutsos

Crooked Ghost – Skeleton House (Palomino Records)

Η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε προχωράμε πάντα χαμογελώντας και χορεύοντας εύθυμα, σαν να είμαστε πρωταγωνιστές σε διαφημίσεις ή σε παραμύθια με happy end. Οι δυσκολίες παραμονεύουν και εμφανίζονται πολλές φορές με κρότο. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξή τους, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης και διαχείρισης, είτε αφήνοντάς τες να μας κατακλύσουν και να μας καταβάλουν είτε μετουσιώνοντας όλο αυτό το συναίσθημα της ανικανότητας και της αρχικής αδράνειας –αυτό το μούδιασμα– σε πράξη και δράση.

Το Skeleton House των Crooked Ghost, το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας, περιλαμβάνει 8 τραγούδια που διαπραγματεύονται αυτές τις απροσδόκητες δυσκολίες, την απώλεια, τον θάνατο, τον εθισμό, την προσπάθεια αποκρυστάλλωσης του εαυτού, μέσα από την αδιάκοπη εσωτερική πάλη. Κυριαρχείται από την εσωτερικότητα που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους ζητήματα, στα “Only Nightmares”,“Sleepwalker”,“Roadkill” και “Skeleton House”, αλλά καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια –σχεδόν– παιχνιδιάρικη διάθεση, θυμίζοντάς μας πως, ακόμα και μέσα από τέτοιες καταστάσεις, μπορούμε να εξορύξουμε το θετικό στοιχείο.

Η απώλεια σε πυρκαγιά αγαπημένου προσώπου ήταν η κύρια πηγή έμπνευσης για τον Ray Clark, κυρίως στο στιχουργικό μέρος των τραγουδιών. Ο δίσκος των Crooked Ghost διακρίνεται από σκοτεινές και μελαγχολικές postpunk/dream pop μελωδίες, με μια οργή που δεν είναι ούτε κραυγαλέα ούτε εμφανώς διακριτή. Είναι υφέρπουσα οργή, ήρεμα εκπεφρασμένη, αναμεμειγμένη με λύπη και έντονη λυρικότητα. Είναι η ανθεκτικότητα ως ζητούμενο και η εκλυόμενη δύναμη ως προϋπόθεση για ανασύνταξη μιας προσωπικά καθορισμένης πορείας.

Ένα άλμπουμ που θυμίζει έντονα ηχητικά μοτίβα που επικράτησαν στη δεκαετία του 1980 (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, κ.λπ.), αίσθηση που ενισχύεται και από τη δυναμική που διαθέτουν τα φωνητικά του Clark, με το στίγμα της ήρεμης αλλά σίγουρης δύναμης. Μουσικές που η συνάφειά τους με παρελθοντικούς ήχους σού δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας, δοσμένες ωστόσο μέσα από μια νέα οπτική. Μουσική για να σπάσει τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις, να ομορφύνει τη μελαγχολία και να φορτίσει τη μοναξιά και τη μοναχικότητά μας.

Life is not a path paved with roses nor do we always walk smiling and dancing cheerfully, as if we were protagonists in some advertisement or in a fairy tale with a happy ending. Difficulties lurk andappear often times with a wham. The issue is not their mere existence but theway we deal with them, either by letting them flood and overwhelm us or by transfiguring all this feeling of impotence and initial inertia – this numbness– into action.

Skeleton House of Crooked Ghost, the band’s second album, includes eight songs that look at these unexpected difficulties, such as loss, death oraddiction, the attempt to crystallize the self through the unceasing internal struggle. It is dominated by the inwardness that characterizes such issues in “Only Nightmares”, “Sleepwalker”, “Roadkill” and “Skeleton House”, but it also manages to give a playful mood, reminding us that even throughout such situations, we can extract positive elements.

The loss of a loved one in a fire was the main source of inspiration for Ray Clark, especially in the lyrical part of the songs. The Crooked Ghost album is distinguished by dark and melancholic post punk/dream pop melodies, and with an anger that is neither blatant nor visibly distinct. It is a creeping rage, calmly expressed, mixed with regret and intense lyricism. It is the resilience and the emission of power, which are required for re-structuring a personally defined course.

The album is reminiscent of the intense sonic motifs that prevailed in the 1980s (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, etc.), a feeling that is enhanced by the dynamic of Clark’s vocals, characterized by a calm, yet powerful force. The musical relevance to sounds of the past creates a sense of intimacy, although given through a new perspective. This is the music that breaks superstitions down, embellishes melancholy and electrifies our loneliness.

 

 

Sylvia Ioannou

Sëmandjëtrurité – Sëmandjëmendoré Ështënjë Njerëzimin (Self-released demo)

Η εμφάνιση διαφόρων κύκλων που αποτελούνται από όμορα σχήματα είναι σύνηθες φαινόμενο στον black metal χώρο. Έλκοντας την αφετηρία της στις πρώιμες μέρες του δεύτερου κύματος αυτού του ήχου, η ύπαρξη των προαναφερθεισών ομαδοποιήσεων είναι ζωτικό σημείο του χάρτη αυτής της σκηνής,ακόμα και σήμερα. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την εμφάνιση διαφόρων αντίστοιχων προσπαθειών πρόσφατα – μπορώ άνετα να θυμηθώ το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τράβηξαν πάνω τους οι εκ της Πορτογαλίας και Ισλανδίας προερχόμενες απόπειρες, τις οποίες μάλιστα κάποιοι αποθεώνουν, ενώ αντίθετα άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως απλά underground trends.

Αν και προσωπικά αποφεύγω την ταξινόμηση με βάση την καταγωγή, είναι αδύνατον να μην παρατηρήσω το ολότελα αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με μπάντες προερχόμενες από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μια χώρα με απειροελάχιστη παράδοση στον συγκεκριμένο ήχο, η οποία εσχάτως όμως έχει προσφέρει μια πληθώρα σχηματισμών, με κύρια αιχμή ανάμεσά τους τους Obskuritatem. Ο ακατέργαστος, στα όρια του θορύβου, ήχος των τελευταίων, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένδειξη σχετικά με την κατεύθυνση των λοιπών συνοδοιπόρων τους. Η επιρροή των Les Legions Noires είναι αδιαμφισβήτητη, κάτι που γίνεται άμεσα κατανοητό από τους τίτλους αλλά και από και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται. Αλλά και από την ηχητική και όχι μόνο στάση τους, που επιβάλλει σχεδόν μια ωμή, αμόλυντη από τεχνικές υπερβάσεις, πρόθεση. Ανάμεσα σε διάφορες μπάντες αυτού του κύματος, λοιπόν, επέλεξα να παρουσιάσω αυτήν εδώ,για διάφορους λόγους.

Πρόκειται για το προσωπικό όχημα ενός μουσικού που συμμετέχει και σε κάποιες άλλες απόπειρες του ανώνυμου βοσνιακού κύκλου. Το καθόλου εύληπτο όνομά της, όπως επίσης και οι τίτλοι, που με δυσκολία κάποιος θα μπορούσε να προφέρει, λειτουργούν ως άμεση παραπομπή στις λεγεώνες που ανέφερα πριν. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα σχετιζόμενη με το metal απόπειρα. Μάλιστα, θα έλεγα πως η εδώ ευρισκόμενη ηχουργία, αψηφά ακόμα και τα τυπικά όρια των ambient δρόμων.

Το συγκεκριμένο demo αποτελείται από μόλις 3 συνθέσεις, τις οποίες χοντρικά θα σκιαγραφούσα ως ρυθμικό ambient, το οποίο όμως δονείται από πληθώρα βιομηχανικών παραπομπών, όπως και ίχνη προερχόμενα τόσο από τη raw black metal τεχνοτροπία, όσο και, παραδόξως ίσως, από διαφορετικές πτυχές της ηλεκτρονικής έπαρσης. Το πρώτο κομμάτι αβίαστα δημιουργεί μια αίσθηση ύπνωσης. Το σχεδόν industrial ηχόχρωμα απλώνεται οριακά,συμπλέοντας με γκρίζα beat και φωνές που βιώνονται ως αντηχήσεις. Ο ακατέργαστος μα αρκούντως ψυχεδελικός σφυγμός του μου έφερε στον νου αντίστοιχα πειράματά μου, από παλαιότερες εποχές. Η έκπληξή μου όμως γίνεται πρόδηλη στο δεύτερο μέρος αυτής της κασέτας, όπου δίπλα σε μια σχεδόν άστοργη, νιχιλιστική εκκένωση θορύβου, κάνουν την εμφάνισή τους έντονα ρυθμικοί παλμοί. Προσωπικά, ένιωσα κάπως σαν να βρίσκομαι σε μια τελετουργία αντιθέτων, ενώ για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο θυμήθηκα τους/τον Four Tet! Σε απόλυτα σκοτεινό πλαίσιο,βέβαια. Αυτές οι προσμείξεις βρίσκουν το αποκορύφωμά τους στο τέλος αυτής της ακρόασης. Το τρίτο κομμάτι συνταιριάζει αυτές τις επιρροές με μια απαράμιλλα υπόγεια αντίληψη, ενώ η αέρινη απαγγελία που ακούγεται εν μέσω των διονυσιακών θορυβικών εξάρσεων προσδίδει μια εντελώς μυστικιστική αύρα στο όλο εγχείρημα. Κλείνοντας αυτήν την εμπειρία με τον καλύτερα δυνατό τρόπο: με έναν επίλογο που δεν είναι επίλογος, κατ’ ουσίαν.

Είναι εκ των πραγμάτων εμφανές – αυτή η ακρόαση μου προκάλεσε έκπληξη. Το στιλ του πρωτοεμφανιζόμενου αυτού σχήματος διαφέρει αισθητά από άλλες, συγγενικές προσπάθειες. Συνεπώς, η προσωπικότητά του διατυμπανίζεται ευθέως και αποτελεί μια άριστη βάση για επερχόμενες, μελλοντικές απόπειρες. Στο παρόν, να σημειώσω απλώς πως τέτοιας ποιότητας απόπειρες σπανίζουν στις μέρες μας. Σε μια μάλλον άνυδρη χρονιά, κάποιες εκ του underground προερχόμενες φάσεις προσφέρουν μια εναλλακτική, ελπιδοφόρα ματιά. Κάτι κοχλάζει, λοιπόν… Τα αποτελέσματα όμως θα γίνουν ορατά στα επόμενα χρόνια,θαρρώ. Το σίγουρο είναι πως η αφετηρία έχει τεθεί. Και αυτό το demo είναι μια ακριβής και ευφάνταστη παραδοχή αυτής της εντύπωσης. Μια απολαυστική καταγραφή διθυραμβικής ενατένισης. Που δυναμικά προστίθεται στη ζώνη του (μη) υπάρχοντος.

The appearance, as well as the blooming, of certain circles that are usually comprised of a variety of bordering formations, is a common phenomenon, within the ranks of the black metal milieu. Tracing this tendency’s starting point would lead us to today’s scene initial foundations, that were set by what is now known as the second-wave of said scene. Even then, the existence of the aforementioned circular movements was – and, in fact still is – a vital part of this genre’s map. A point that is easily confirmed by the emergence of a number of several yet similar attempts, in recent times – among which I could effortlessly recall the special interest that was drawn upon a series of releases coming out of Portugal and Iceland based circles, respectively. These works have been highly praised by some – while others tend to view them as fashionable underground trends.

Even though, personally, I tend to avoid categorizations that are based on national origins-related assumptions, it is, on my behalf, impossible to ignore the increasing attention towards a great number of bands that are coming from Bosnia-Herzegovina. A country with an almost nonexistent contribution to this specific genre, so far; the later being a situation that has drastically changed in recent years, with the emergence of a plethora of groups originating from Bosnian soil, with Obskuritatem standing at this scene’s forefront, until today. The totally raw approach of the later, which regularly borders on noise inflicted territory, could in fact function as an indication regarding the sound trails followed by the rest of their companions.

The legacy of Les Legion Noires comes off as an utmost significant influence, before all else, a fact easily comprehensible by the usage of similar titles and symbolisms, to the ones once used by the French collective. Said fact is even more evident when researching approaches, regarding sonic fragments while including several hints that stretch beyond the strictly musical related field. Approaches that seem to impose a stance that is based on a totally stripped, devoid of transcending technicalities, intention. Among many bands affiliated to this recently spawned wave, I chose to present this one. A decision adopted based on some eclectic reasons.

What we have here is a personal project of a musician that has participated to a handful of bands that are connected to the unnamed Bosnian circle. Its name, as well as the titles presented, are so hard to pronounce, for sure. A definite similarity, once again reminiscent of the above mentioned legions. The major point of difference though, is that this is a work that has little to do with metal terrains, altogether. Moreover, I could state that the sonic litany that is contained herein, moves beyond the usual ambient connected paths.

The demo tape that we are talking about, is comprisedof only 3 compositions. These compositions could be roughly outlined as being asort of immensely rhythmic dark ambient. On a more indicative level, one mightnotice traces of industrial references, as well as vestiges emanating from araw black metal stylization, not forgetting to include some, absurdly perhaps,unexpected textures that could be attributed as nods referring to certainaspects of an electronica infused type of boastfulness. The first track shines off as an effortless testament of a hypnotic haze. An almost industrial sounding timbre is marginally spreading, drifting along with gray colored beatsand voices that come across as reverberations. The unpolished, yet enormously psychedelic pulsation that this track possesses, brought to mind certain,equivalent experiments of my own that took place many years ago. My initial surprise is even more apparently manifested when moving to the second part ofthis cassette, though. Next to an almost careless, nihilistic evacuation of pure noise, comes the appearance of intensely rhythmic palms and seizures. Personally I sensed a feeling that resembled a ceremony of opposites, while,for some awkward reason, I was reminded of Four Tet’s style. In through atotally darkened spectrum, that is. These amalgamations reach their point ofzenith, as I gradually move towards the end of this listening experience. The third song of this demo gladly combines all said influences, adding anunparalleled, subterranean dimension to them. Whilst an eerie recitation thatis softly heard among dionysian, frenzied outbursts of noise, provides acharmingly mystical aura to this venture, as a whole. Enclosing this ride, inthe most perfect of ways: by simply forming an epilogue. Whom, in return, isnot an epilogue at all.

So – my guess is, that by all means, it is obviousthat this release stirred a grand surprise to me. The sonic path chosen by this debuting formation differs quite a lot, if compared to other, kindred-spirited efforts. Thus, its decisive personality bluntly stands out. Exemplifying an excellent basis for incoming future attempts. Focusing solely on the presentfield, I must admit that works of such quality are rare these days. In a rather uninspired year, there were a few great releases coming off the underground,standing as proof of a freshly alternative view that is on offer. Something is boiling, I guess… The results of this procedure will most probably be visible in years to come. The important factor for now, is that the point of departurehas already been set. This demo tape can be seen as a precise and imaginativeacceptance of the impression stated above. A delightful recording thatfunctions as a sign of an enthusiastic contemplation, of all sorts. One that is dynamically inserted to the zone of (non) existence.

 

 

Giorgos Kanavos

Realm of Distortions: Prurient /Vatican Shadow + more live in Athens (16.11.2018)

Υπό το πέπλο μιας βιβλικής νεροποντής, την περασμένη Παρασκευή πραγματοποιήθηκε το πολυαναμενόμενο live performance του κύριου Dominick Fernow ως Prurient, το κύριο harsh noise/power electronics σχήμα που τον καθιέρωσε στη σύγχρονη underground σκηνή τα τελευταία χρόνια. Λίγο αργότερα, ξεσήκωσε τους μυημένους με το δίωρο live dj set του ως Vatican Shadow, το εξίσου διαβόητο industrial techno project του.

 Η προσωπική αγάπη και βαθιά εκτίμηση για τον Fernow είναι δεδομένη, μιας και είναι από τους λίγους που έχει μπορέσει να πολιτικοποιήσει τον θόρυβο με ριζοσπαστικές αισθητικές σε καιρούς που το πολιτικό ως καθημερινή αφήγηση αποσιωπάται και να θίξει δημιουργικούς προβληματισμούς πάνω στο κυρίαρχο θέαμα ωμής βίας και σεξουαλικότητας. Πρώιμα επηρεασμένος από ένα death metal μισανθρωπισμό και φημισμένος για τα βλάσφημα “παραληρήματά” του, o Fernow, για άλλη μια φορά, επιδόθηκε σε μια μονόωρη θεαματική βαρβαρότητα κατακλυσμένη από υστερικές κραυγές, σπασμωδικά τινάγματα και λευκές ριπές ηλεκτρομαγνητικών παρασίτων. Το στοιχείο της νοσταλγίας δεν έλειψε, καθώς ο Dominick φρόντισε να επιτελέσει και κομμάτια από άλμπουμ περασμένης δεκαετίας, όπως το Cocaine Death. Αντίστοιχα, το Vatican Shadow σετ μπόρεσε νοητά να μας μεταφέρει άλλοτε σε παγωμένα υπόγεια μπουντρούμια και άλλοτε σε σύγχρονα δυτικά πεδία μάχης, πάνταμε σκοτεινά ambient και drone ηχοτοπία.

 Χρονικά, το line-up τηρήθηκε ευλαβικά με μια συνεχώς αυξανόμενη προσέλευση κόσμου μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μαζί με τον Dominick Fernow, έπαιξαν η νεοϋορκέζα συνεργάτιδά του, Becka Diamond (Hospital Productions), ο Γεώργιος Καραμανωλάκης (ΟΔΟΣ 55) με ένα άκρως μετα-αποκαλυπτικό και καρπεντερικό σετ, ο καθηλωτικός ANFS (Vanila, Modal Analysis) καθώς και οι resident DJs της δισκογραφικής π Electronics, 3.14 και DΛS. Συνολικά, η βραδιά αποτέλεσε έναν αποθεωτικό εορτασμό μιας noise υστερίας και των ενδιάμεσων industrial techno τελετουργικών, αφήνοντας εκστασιασμένο και σωματικά εξουθενωμένο το κοινό.


 Under the veil of a biblical rainstorm, last Friday, took place Dominick Fernow’s long-awaited live performance as Prurient, the main harsh noise/power electronics project which has established his name on the modern underground scene in the millenial years. Shortly afterwards, he stirred up his initiates with a two-hour live dj set as Vatican Shadow, his equally notorious industrial techno project.

 My deep appreciation and personal love for Mr. Prurient is obvious, since he is one of the few who manages to radicalize the noise with political aesthetics in times when the political as an everyday narrative is silenced and to create alternative reflections over the dominant spectacle of raw violence and sexuality. Early influenced by a death metal misanthropy and noted for his blasphemous “deliriums”, Fernow once again delivered an hourish thematic barbarity swollen by hysterical screams, spasmodic shocks and white bursts of electromagnetic parasites. The element of nostalgia stroke, while Dominick cared enough to perform tracks from last decade albums, such as Cocaine Death. Respectively, the Vatican Shadow set mind transported us either to frozen undergound dungeons or modern western battlefields, always with dark ambient and drone soundscapes.

The line-up timetable was kept strictly with an ever increasing attendance, even until the early morning hours. Along with Dominick Fernow performed his collaborator from New York, Becka Diamond (Hospital Productions), Georgios Karamanolakis (ODOS 55) with an extremely post-apocalyptic and carpenter-esque set, the immersive ANFS (Vanila, Modal Analysis) as well as the resident DJs of Pi Electronics, 3.14 and DΛS. Overall, the night consisted of a glorifying celebration of a noise hysteria and intermediate techno industrial rituals, rendering the audience ecstatic and physically exhausted.


Pantelis Daskalakis

The shape of dark to come in 2019

Κάπου έχουν ήδη στολίσει γιορτινά κάθε πρόσοψη κτιρίου, τα φώτα αναβοσβήνουν σε έναν άγνωστο ρυθμό και οι ευχές ετοιμάζονται να εκτοξευθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάπου, όχι όμως εδώ, καθώς ψάχνουμε στα σκοτάδια κάτι που να φωτίσει την επόμενη μέρα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο σε αυτή την διαδικασία της αναζήτησης, παρά μόνο μια δίψα για την δύναμη που, ενώ απορρέει από το σκότος, αποβαίνει λυτρωτική και οξυγονούχα. Αν δεν το καταλάβατε, μιλάμε για την μουσική που θα έρθει με το νέο έτος για να αποτελέσει, όχι απλώς ένα όνομα ή τίτλο, αλλά κάτι το σωτήριο που θα μας γεμίσει ενθουσιασμό. Προβλέψεις δεν κάνουμε, απλώς υποθέσεις, οπότε ας δούμε τι ξεχωρίζει ως τώρα από την μεριά των σκοτεινών ακουσμάτων που είναι να μας χτυπήσουν την πόρτα ως άλλοι μάγοι με τα δώρα.

Το μυστήριο με τους Boy Harsher μένει να συνεχιστεί, καθώς και με το νέο τους άσμα-προπομπό του Careful που θα βγει αρχές Φλεβάρη, νιώθεις ότι αυτό που ακούς δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα σου γεννά μέσα σου έναν εθισμό! Στον ήχο, στη φωνή, στο ρυθμό και στα κενά που συγκολλούν τα πάντα σφιχτά σαν να ήταν κλειστά μάτια στο σκοτάδι.

 

 

Ο περίεργος αυτός τύπος που κρατά στα χέρια του τις τύχες ενός από τα πιο πρωτοποριακά label στο σύγχρονο ήχο, έχει έτοιμο το επόμενο του χτύπημα ως Croatian Amor. Όπως αναμενόταν, το πρώτο δείγμα συσκοτίζει αυτό που μπορούμε να περιμένουμε από το σύνολο των νέων του συνθέσεων, αν και η συνεισφορά της τραγουδίστριας των HTRK, μόνο ως ελπιδοφόρο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί. Αν του χρόνου τέτοια εποχή, το Isa βρίσκεται στις λίστες με τα καλύτερα του 2019 μην εκπλαγείτε και μη ξεχάσετε ποιος το πρόβλεψε πρώτος!

 

 

Ναι, υπάρχει το παρελθόν που πολλές φορές καλύτερα να το αφήνεις εκεί που ήταν και υπάρχει το παρόν που δυσκολεύεται να βρει μια θέση να βολευτεί. Ασχέτως του κανόνα, η Cosey Fanni Tutti των ύψιστων Throbbing Gristle μάλλον ετοιμάζει μια έκπληξη. Το Tutti αναμένεται να είναι η εξαίρεση στις ζόμπι κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων της Mute με βάση και αυτό που ακούμε στο πρώτο σύντομο δείγμα του επερχόμενου δίσκου.

 

 

Δεν έχουμε όμως, μόνο αυτά τα ονόματα. Υπάρχουν οι HTRK, οι Second Still, ο Siavash Amini με τον Matt Finney και τόσα άλλα που πιθανόν αγνοούμε την ύπαρξη τους και που ετοιμάζονται να εμπλουτίσουν το επόμενο έτος με νέα αναζωογονητικά άλμπουμ. Αμήν!

 

Somewhere they have already decorated festive the façade of every building, the lights flash at an unknown rhythm and wishes are ready to be launched as it happens every year. Somewhere, but not here, as weare looking for something in the darkness, something to illuminate next day. There is nothing sacred in this process, but the thirst for a specific power that, although it issues from gloom, it turns out redeeming. In case you didn’t get it, we are talking about music which will be released next year, so as toconstitute not only a name or a title but something that will bring us enthusiasm.We don’t make forecasts, just assumptions, whereat lets see what stands outuntil now, from the dark stuff to come in 2019.

The mystery with Boy Harsher goes on as the new song of their upcoming album Careful which will be out on February, makes you feel that you don’t listen something original, but at the same time it sounds so addictive like the rest of their work! In sound, in voice, in rhythm and in between the gaps that splice, everything as if they were eyes closed in the dark.

This strange guy who holds in his hands one of the most innovative labels in contemporary music, has a new album as Croatian Amor coming up on January. As it was expected, the first available song obfuscates what is there to come as a whole, although the contribution of HTRK’s singer is a promising one. If next year, this time of season, Isa is in the lists of the greatest albums of 2019, don’t be surprised and remember who predicted that first!

Yes, there is the past that in many cases it is better to be left where it was and there is the present that finds it difficult toplace itself. Regardless of the rule, Cosey Fanni Tutti of the mighty Throbbing Gristle may prepare a surprise for us. Tuttiis expected to be the exception among the zombie releases of Mute the last fewyears, as we can tell, by listening the first sample of it.

Besides all that we have HTRK, Second Still, Siavash Amini with Matt Finney and many others, which we may ignore, that they areready to fill next year with refreshing albums. Amen!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Impressions #4 – Underground καραβάνια

Οι Εντυπώσεις αυτού του Νοέμβρη αντλούν έμπνευση από τις σκιές που όλο και μεγαλώνουν κάτω από τα παράθυρά μας και γίνονται ένα με το extreme black/death metal καραβάνι που ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ενός ιδιαίτερα υπόγειου κόσμου που διαφεντεύεται ακόμα από παλιούς νόμους!

· Γαλλία. Ντεμπούτο EP για τους Baneful Storm, το one-man-project του Jolyon Dagon, με το Invocations (Invictus Productions), τουτέστιν death metal που λατρεύει τους παλιούς Morbid Angel, γρήγορο, με εκκωφαντικά κιθαριστικά μέρη και πλήρως κακόβουλο. Δεν στοχεύει στην πρωτοτυπία αλλά σε εκείνο το ανίερο συναίσθημα, θυμάσαι;

· ΗΠΑ. Οι Cemetery Lights στο πρώτο τους demo Lemuralia (Nuclear war now productions) παίζουν ένα χαμένο στα ’80s πρωτο-black, πολύ κοντά στο πνεύμα των Mortuary Drape. Εστιάζει στη μαγεία και την ιεροτελεστία του πράγματος και, όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, τα μισά riff σχετίζονται με το punk. Κυκλοφορεί σε κασέτα. Πιο underground δεν έχει.

· Πορτογαλία. Πάντα σέβομαι αυτούς που μπορούν να με τρομάξουν. Οι Degredo, στο ντεμπούτο τους A Noite dos Tempos (Harvest Of Death), έρχονται με βαριές, μυσταγωγικές και drone διαθέσεις και τα 75 λεπτά αυτού του κατάμαυρου ambient εγγυώνται στον αφοσιωμένο ακροατή ότι θα τριπάρει και ότι, ναι, θα νιώσει τρόμο.

· Σουηδία. Τι κι αν το Morkrets Intag (Wolfspell Records) είναι ηχογραφημένο σε κάποιο σαλόνι και αν οι Hostblod είναι one man band; Αυτός ο δίσκος αιχμαλωτίζει την παγωμένη ουσία ενός θλιμμένου black, αναμεμειγμένη με πιάνα, ακορντεόν και λοιπές cinematic/folk αναφορές. Εξαιρετικό ντεμπούτο κι ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα που είδα φέτος.

· Φινλανδία. Εξόχως ενδιαφέρουσα περίπτωση οι Letheria, οι οποίοι κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους (Death Principle, Saturnal Records) μετά από 20 χρόνια underground πορείας. Black/death που ξεκινάει πολύ νευριασμένο, αλλά σταδιακά αποκαλύπτει αρκετές ατμοσφαιρικές “αρετές”. Κατά τ’ άλλα, ταχύτατα τετράγωνα riffs, thrashy λογική, πολύ καλή παραγωγή και φρικτοί τίτλοι.

· Ισπανία. Στη μεγάλη του δυσαρμονικού black metal σχολή φοιτούν και οι Lifelost. Το ντεμπούτο τους Dialogues From Beyond (Transcending Obscurity Records) διατηρεί μια αξιοπρόσεκτη εσωστρέφεια, όχι εις βάρος της ηχητικής βιαιότητας και γίνεται πιο κατανοητό όσο κυλάει. Προάγονται με λίαν καλώς.

· Ολλανδία. Άλλο ένα ντεμπούτο, το Al-Khem-Me (Invictus Productions) των Lucifericon βουτάει βαθιά στην “κλασική” ’80s-’90s death metal παράδοση, με μνημειώδη αδιαφορία για τα σύγχρονα τεκταινόμενα. Η παρελθοντολαγνεία τους δεν είναι όμως άκαρπη, αφού κάτι ιδιαιτέρως σκοτεινό και πειστικό έρπει εκεί ανάμεσα στις νότες τους.

· ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο. Έχοντας τραγουδήσει με τους Death αλλά και σε εκείνο το σπουδαίο From Beyond των Massacre, ο Kam Lee ανήκει στις κλασικές φωνές του χώρου και αποτελεί εγγύηση για κάθε death metal δίσκο. Μαζί με τον Jonny Petterson, φτιάχνουν το νέο τους γκρουπ Nattravnen (Night Of The Raven, Transcending Obscurity Records), αφοσιώνονται στιχουργικά στον θρύλο της Νύχτας του Κορακιού και παραδίδουν ένα ατμοσφαιρικό death με απολήξεις παραδοσιακού metal, που θα γοητεύσει φίλους εμπορικών σχημάτων όπως οι Behemoth.

· Νορβηγία. Ο μπλακμεταλλάς που παρευρίσκεται στον θεσμό του Inferno festival, πριν πάει στο club θέλει να πιει τις μπίρες του ακούγοντας κλασικό metal με black φωνητικά. Κάτι “χαλαρό”, βρε παιδί μου, που θα σε βάζει στο mood. Το Introvert (Dark Essence) των Slegest είναι ο σωστός δίσκος. Και δεν το λέω για πλάκα, I’ve been there. Θα γίνονταν διάσημοι στα late ’90s.

· Ουγγαρία. Υποτίθεται πως το ντουέτο των Svoid αναμειγνύει black metal με post punk επιρροές, στην πραγματικότητα, όμως, το νέο τους EP Spiral Dance (Sun & Moon Records) είναι αποκλειστικά post-punk/gothic rock, φέρνοντας λίγο στο μυαλό το φετινό άλμπουμ των Kontinuum. Ωραίες ιδέες στη μουσική, ελαφρώς κατώτερα τα φωνητικά κι ένας ήχος που μπορεί να μαγνητίσει ακροατές από διάφορους χώρους.

· Ιταλία. Να συμφωνήσουμε ότι το death metal των Thulsa doom ακούγεται ρετρό. Ωραία. Απαντώ, όμως, ότι είναι και τίμιο, περήφανο και χειμαρρώδες. Το demo τους Realms of hatred (Invictus productions) κυκλοφορεί σε κασέτα, βεβαίως, και στο βάθος, στο πολύ βάθος, απλώς θέλει να περάσει καλά ροκάροντας, ξέρεις, με εκείνο το Slayer είδος rock!

· Καναδάς. Η πιο εναρμονισμένη με την εποχή μπάντα αυτού του Impressions, οι Unreqvited, με το τρίτο τους full length Mosaic I: l’ amour et l’ardeur (Northern Silence) δημιουργούν ακόμα ένα από αυτά τα επίκαιρα post rock/blackgaze/symphonic/depressive “black metal”υβρίδια. Μελοδραματικοί αλλά αξιοπρεπείς και σίγουρα πολύ πιο “καλλιτεχνικοί” από διάφορους άλλους που καμαρώνουν τους εαυτούς τους ψηλά στις λίστες του Metacritic.

 

This November’s Impressions draw their inspiration from the constantly growing shadows under our windowpanes and join the extreme black/death metal caravan that travels all around this world. Of a profoundly underground world that remains governed by old laws!

· France. Debut EP by Baneful Storm – Jolyon Dagon’s one man band – entitled Invocations (Invictus Productions), hence old-Morbid Angel worshiping death metal of great speed, blasting guitars and total malice. It doesn’t pursue originality but that old-fashioned unholy feeling, do you remember?

· USA. In their first demo Lemuralia (Nuclear War Now Productions), Cemetery Lights deliver a kind of lost in the ’80s proto-black metal style, really close to the spirit of Mortuary Drape and the likes. They remain focused on the magical and ritualistic aspect of things and, as usual in cases like that, half of the riffs relate with punk. Released on tape. It doesn’t get more underground than that.

· Portugal. Always respect those who can scare you. Degredo come with heavy, drone-mystique intentions in their debut A Noite dos Tempos (Harvest of Death) and the 75 minutes of this blackened ambient guarantee the listener a good trip and, yes, some moments of good fright.

· Sweden. And what if Morkrets Intag (Wolfspell Records) was recorded in some living room and Hostblod is an one man band? This album captures the freezing essence of a melancholic black sound, mixed with pianos, accordions and whatever else cinematic/folk references. A wonderful debut and one of the most beautiful covers I’ve seen this year.

· Finland. Letheria forms a very interesting case, releasing their debut (Death-Principle, Saturnal Records) after 20 years of an underground existence. Their Black/death style kicks off in a really bad tempered way, only to gradually reveal some more atmospheric “virtues”. Besides that, ultra-speed square-sounding riffs, a thrashy mentality, very good production and horrible titles.

· Spain. Like many others, Lifelost attend the great academy of disharmonic black metal. Their debut album Dialogues From Beyond (Transcending Obscurity Records) retains a remarkable introspection without compromising sonic violence and its vibes become clearer as it flows. Very good students, indeed.

· Netherlands. In another debut, Al-Khem-Me by Lucifericon dives deep into the “classic” ’80s-’90s death metal tradition, with proud indifference about its modern context. This past-worshiping isn’t fruitless though, for something particularly dark and threatening lurks within their notes.

· USA/UK. Kam Lee, former singer of Death and of that monumental From Beyond by Massacre, is considered to be one of the classic voices of the genre and a guarantee for any death metal album. Along with Jonny Petterson, they form their new band Nattravnen (Night of the Raven, Transcending Obscurity Records) dedicated lyrically to the legend of the Night of the Raven and they deliver atmospheric death with traditional metal conclusions, fully able to attract fans of commercial bands like Behemoth.

· Norway. The typical blackmetallers who attend the institution of Oslo’s Inferno Festival, before going to the venues, they long to enjoy their beers under the sounds of traditional rock/metal with black vocals. Something “relaxed” to get them in the right mood, you know. Well, Introvert (Dark Essence Records) by Slegest would be the perfect album for it and I’m not joking, I’ve been there. This band would be super famous in the ’90s.

· Hungary. The duet of Svoid is supposed to be mixing up black metal with post-punk influences but in reality, their new EP Spiral Dance (Sun & Moon Records) is exclusively post-punk/gothic rock, reminding a bit the latest album of Kontinuum. Nice ideas musically with a bit inferior vocals and a sound that can charm listeners from many different styles.

· Italy. We can agree that Thulsa Doom’s death metal sounds retro. OK but I have to add that it is also soulful, proud and ardent. Their demo Realms of Hatred (Invictus Productions) is about to be released on tape and deep inside, it just wants you to have fun by rocking out – with that old Slayer type of rock!

· Canada. Unreqvited, the most aligned with the present band of this Impressions, create one of those high-in-demand post-rock/blackgaze/symphonic/depressive “black metal” hybrids in their 3rd album Mosaic I: l’ amour et l’ ardeur (Northern Silence). Melodramatic but dignified and definitely more “artistic” than others that may take pride on seeing themselves high in Metacritic’ s lists.

Antonis Kalamoutsos

Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen)

Η ύπαρξη του σταυρού εν μέσω του έντονα κόκκινου φόντου, δεσπόζει σε αυτό το εξώφυλλο. Παραπέμποντας με σε μια σειρά από ισχυρούς συμβολισμούς: τα 4 σημεία του ορίζοντα, τα 4 σημεία του κύκλου, οι 4 εποχές, μα και ακόμα τα 4 επίπεδα της ύπαρξης. Όποια από τις ενδεχόμενες αυτές επιλογές προτιμήσει κανείς, η στόχευση παραμένει καίρια. Και σε άμεση συνάφεια με το ως τώρα έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, μπορώ να προσθέσω. Η πορεία του οποίου εκτείνεται ως τώρα σε μια μακρά σειρά κυκλοφοριών, σε διάφορα σεβαστά labels που σχετίζονται μα και ερωτοτροπούν με τον ηλεκτρονικό ήχο. Το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις προγενέστερες κυκλοφορίες, έμοιαζε να είναι η πρόκληση δονήσεων που με τον τρόπο τους εκφεύγουν από την μάταιη προσήλωση στην ρηχή καθημερινότητα. Προσφέροντας δηλαδή ήχους που λειτουργούσαν ως πύλη, μεταφραζόμενοι σε δηλώσεις εσωτερικής φύσης. Η ίδια αγωνιώδης μα στέρεη εκφορά είναι παρούσα και εδώ, σε αυτήν την πρόσφατη ηχογράφηση.

Χρησιμοποιώντας ως συνήθως μια (μετα) βιομηχανική βάση, ο Idehall κατορθώνει να συνταιριάξει πολλές ιδιομορφίες, μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο. Ποικιλία παλλόμενων ρυθμών, μια υφέρπουσα μυστικιστική ατμόσφαιρα, υπόκωφα ραπίσματα, εναλλαγές διαφόρων φωνητικών ηχομορφών. Η κυρίαρχη κατεύθυνση στέκει ακέραια μέσα σε αυτά τα δαιδαλώδη υποσύνολα. Πιστό στον τίτλο που επιλέχθηκε, το υπάρχον υλικό ενυπάρχει σε ένα αποκαλυπτικό περιβάλλον.

Πυλώνες του οποίου αποτελούν έννοιες όπως η λύτρωση, η κάθοδος και η ενοποίηση. Ρέοντας αγόγγυστα μεταξύ παλμών, η ιδιαιτερότητα αυτής της απόπειρας είναι πασιφανής. Σχετιζόμενη άμεσα με το άτεγκτο όραμα του Michael. Σε κάποιο ποσοστό, ίσως αυτό οφείλεται στην προτέρως αποκτηθείσα εμπειρία. Επιπρόσθετα όμως, η σπάνια λεπτότητα αυτών των προσμείξεων είναι για εμένα αποτέλεσμα της στεντόρειας, ανήσυχης φύσης του συνθέτη και εκτελεστή αυτών των κομματιών. Είναι ο ξεκάθαρος έλεγχος του πάνω στο υλικό του-μα είναι ταυτόχρονα και η άρνηση αυτού ακριβώς του ελέγχου, στα σημεία όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι η μορφοποίηση του σημαντικού σε ένα απέριττο παλίμψηστο. Είναι βεβαίως, αυτά τα φαινομενικά απόμακρα φωνητικά που η ενέργεια τους δονεί το ασυνείδητο. Είναι, τέλος, το προφητικό διακύβευμα των επιμέρους πτυχών αυτού του έργου η ρυθμική διακύμανση του οποίου σκιαγραφεί το πεδίο της συνάντησης.

Άσκοπο, λοιπόν, βρίσκω το να ανακαλύψω συνθέσεις που ξεχωρίζουν. Αχρείαστη, επίσης, η κατανομή με βάση τα παρακλάδια του νεότερου βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού ήχου. Μάταιη ακόμα και η αναφορά στις όποιες επιρροές και επιδράσεις. Το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση εδώ είναι ο συντονισμός με τις λυτρωτικές συχνότητες. Συχνότητες που εκπνέουν σθεναρά. Συχνότητες που ορίζουν τον δεσμό με αυτό που προϋπήρξε. Και που ως κατάληξη οδηγούν τελετουργικά στον θάνατο της Αφροδίτης. Στον αφανισμό της μορφής, καθώς εισερχόμαστε στο άυλο τέμπλο. Στην διάλυση που προϋποθέτει τον διαχωρισμό των στοιχείων έχοντας ως μόνη κατάληξη τη σύνδεση με το Επέκεινα.

Αυτές οι συνθήκες εκφράζονται με σεβασμό και ιερή λιτότητα. Περιλαμβάνουν δε μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταπιεστικά, άλλα που θα μπορούσαν να ιδωθούν ως αρχέγονα δρώμενα, όπως και κάποια που λάμπουν αυτόνομα, ως ηδονικές αμυχές. Όλα αυτά τα θραύσματα διαλαλούν την παρουσία τους, περίτρανα. Κοσμώντας μια απόλυτα όμορφη συνάθροιση. Έχοντας πάντα κατά νου την ακτίνα που αποτελεί το αίτιο αυτής της σπονδής. Σε ένα πιο άμεσο, σχεδόν πραγματιστικό επίπεδο τολμώ να πω πως η ακρόαση αυτή με οδήγησε στην ανάμνηση του σκοτεινού ήλιου που βρίσκεται στις παρυφές των Αθηνών. Μια σύγκριση βέβαια που φοβάμαι πως μόνον κάποιοι από τους ημεδαπούς αναγνώστες μας θα κατανοήσουν. Ας είναι όμως-το σημαντικό στοιχείο όπως έγραψα πιο πάνω, είναι ο συντονισμός. Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, μπορώ απλά να πω πως αυτή είναι μια από τις πιο άρτιες ηχητικές προτάσεις του σήμερα. Και, ως τέτοια, καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη σχετική με το 2018 λίστα μου.


The appearance of a cross, in through a vividly red background, is emphatically dominant upon seeing this cover art. Its presence leads me towards a series of truly powerful symbolisms: 4 points of horizon, 4 sides of a circle, 4 seasons and even, yet, 4 levels of existence. Whichever choice among these is preferred, the aim remains intact. And it also stands as an immediate connection to this artist’s previous works, may I add. His personal route is so far displayed through a rather long variety of releases, in cooperation with certain, well-respected labels that are related to, as well as worshipping at, the altar of electronic sound, as a whole. The main cohesive element that unified these earlier recordings seemed to be the induction of vibrations that, in certain qualities and manners, escape the vain adherence of this mundane world-view. Thus, offering sounds that are capable of mediating as a gate, somehow translated into statements of esoteric nature. The same anguished yet strong enunciation is also present here in this relatively recent recording.

Relying as usual on a post-industrial basis, Idehall manages to combine a number of oddities, while staying focused on said above trail. A wide selection of turbulent rhythms, an underlying mystical ambiance, eerily hollow beats, an alternating sequence of different vocal audio forms. The main direction shines blissfully through each and any of these equally rambling sub-sections. Being loyal to the title chosen, this existing material is a testimony of an absolutely apocalyptic environment. An environment that is composed of certain pylons-the main ones being notions such as the following ones: redemption, descent and unification. Willingly floating in between palms, this attempt’s distinctiveness is ever present. Obviously connected at once to Michael’s intense vision. To some extent, this could be interpreted as a result of previously gained knowledge and experience. Moreover though, this rarely found delicacy of mixtures, shines for me as a definite sign of a stentorian, never resting personality that the composer/performer here certainly possesses. It is the brightly obvious control he has, regarding his material-and yet, is is also the gesture of denial towards the above said sense of control, at certain points on which this attitude seems to be a necessity. It is the formation of what is seen as important, in the process of a flawless palimpsest. And naturally, it is the presence of these seemingly distant voices. The energy of whom vibrates the unconscious. And lastly, it is about the prophetic stake that individual aspects of this work are comprised of. The rhythmic variance of which, is the key factor that outlines the purpose of this meeting.

Therefore I assume that the task of discovering compositions that stand out is a worthless one, indeed. Attempting to label this by picking up some of the separate branches that are linked to the industrial as well as the post-industrial sound vocabularies, is equally useless to me. The effort of pointing out influences would also prove to be a vain path. The major key of deciphering here is simple and pure: it is the absolute tuning in to these emancipating frequencies. Frequencies that are firmly exhaled. Frequencies that solidify the bond to what once existed, long before time, perhaps which strongly wind up to Venus’ ritualized death. To the eradication of form, as a concept. As we enter the immaterial Temple to a dissolution that involves the segregation of elements, as a vital demand, which leads to a thoroughly specific ending: being one to infinity.

All these statements are carried out and expressed in a mode of respect and dare I say, sacred, leanness. As a whole, this work includes some parts that could be viewed as oppressive, other ones that could be seen as primeval acts, as well as some that tend to shine autonomously, appearing as lacerations of hedonism. The whole of these fragments trumpets its presence, gloriously. Gracing a totally beautiful gathering. Keeping always in mind the ray that was the primal reason for this libation. In an abruptly direct, almost realistically inclined mode, I must admit that this listening experience drove me back to the dark sun that lives and breathes somewhere in the suburbs of Athens. I am afraid that this latest reference is something that only some of our native readers will get. Nevermind, though-the factor of importance here is coordination, as stated above. On a strictly musical level, I can honestly say that this is one of the most essential sonic propositions of this date. And, as such, it occupies a special place to my 2018 related best of list.

Giorgos Kanavos