The End – Svarmod Och Vemod Ar Verdisinnen (RareNoise Records)

“No one dares to start the talks”, ψιθυρίζει η Sofia Jernberg στο ξεκίνημα του “Translated Slaughter” και δεν μπορώ παρά να ταυτιστώ – απαιτεί κουράγιο και μόνο το να προσπαθήσεις να παρουσιάσεις έναν δίσκο όπως το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στο μυαλό κάποιων άλλων και να φανταστώ πώς θα ξεκινήσουν να μιλάνε γι’ αυτό.

Θα μιλήσουν για μια δημιουργική σύμπραξη 5 άριστων μουσικών με αποδεδειγμένες ικανότητες σε διάφορους μουσικούς χώρους. Δημιουργώντας, όμως, τους The End, οι κύριοι Mats Gustafsson (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Khetil Moster (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Anders Hana (βαρύτονη κιθάρα), Greg Saunier (τύμπανα) και η απαστράπτουσα Sofia Jernberg (φωνή) διαμορφώνουν έναν συλλογικό νου, μια οντότητα που γεννιέται και διαστέλλεται πέρα από τα κεκτημένα της μέχρι στιγμής καριέρας τους. Η οντότητα αυτή, αθέατη και άυλη, έρπεται στα ύψη και ίπταται στα βάθη της μουσικής γλώσσας, τυφλή από την άγνοια των ίδιων της των ορίων.

Θα μιλήσουν για μια free jazz που αψηφά όλα τα μουσικά είδη. Το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ισότιμο με τόσα και τόσα άλλα άλμπουμ που μπορούν επίσης να περιγραφούν έτσι. Επιφυλάσσοντας πάντα μια καινούρια ανατροπή σε κάθε προηγούμενη ανατροπή, το Svarmod… είναι το άλμπουμ που αψηφά όχι μόνο κάθε γνωστό στιλ, αλλά τελικά τον ίδιο του τον εαυτό, μοιάζοντας με μια μικροσκοπική τελεία που εκρήγνυται, παρασέρνοντας στο διάβα του σύμπαντα ολόκληρα για να καταλήξει πάλι σε μια μικροσκοπική τελεία, σε ένα ελάχιστο νετρόνιο ενέργειας. Θα μπορούσα να πιστέψω ότι η μουσική που περικλείεται εδώ δεν έχει γεννηθεί ακόμα ή ότι αποτελεί το τέλος κάθε γνωστής μουσικής. Ταυτόχρονα θα μπορούσα να συμφωνήσω ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αναρχικούς –σε σκέψη και καρδιά– δίσκους που θα ακούσουμε ποτέ, ένα αληθινό artistic ολοκαύτωμα.

Θα μιλήσουν ίσως για τις συνθέσεις. Πώς όμως να διαλέξεις λέξεις ικανές να περιγράψουν τα 6 επικά μουσικά αινίγματα που ο ακροατής καλείται να επιλύσει; Το εναρκτήριο “Svarmod” μάς εισάγει σε έναν μισοφωτισμένο κόσμο με το τελετουργικό, θρηνητικό θέμα των δύο σαξοφώνων, το noise υπόβαθρο και το αφηρημένο drumming. Το “Vemod” που έπεται χτίζεται πάνω σε ένα σχεδόν νορμάλ psych rock riff του Hana, ξεχειλίζοντας από ενέργεια, ενώ η Jernberg ξεκινάει ένα απίστευτο ρεσιτάλ, που περιέχει από ανατολίτικα τσακίσματα ως απεγνωσμένους λαρυγγισμούς. Η ερμηνεία της, όμως, πραγματικά πάει σε άλλες διαστάσεις στα δύο 14λεπτα track που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του δίσκου, τους δυο αντίθετους πόλους αυτού του παράξενου πλανήτη. Το “Translated Slaughter” μοιάζει περισσότερο με ένα θεατρικό έργο ανοιχτής δομής που βασίζεται πάνω στην ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, σε ένα δράμα που μυρίζει θάνατο και σκόνη. Το “Don’t wait”, από την άλλη, οδηγείται από την ωμή δύναμη των σαξοφώνων –φαντάσου τα δυο βασικά τους “riff” παιγμένα από κιθάρες κι έχεις σαλεμένους Black Sabbath– στον πυρήνα του όμως αποτελεί ένα οργισμένο μανιφέστο. Hardcore γίγαντες με ολόκληρες δισκογραφίες θα ζήλευαν τη σκληρή αλήθεια αυτής της σύνθεσης, τις ζοφερές λέξεις μιας ακόμη πιο ζοφερής πραγματικότητας. Ένας σύγχρονος ύμνος; Δυστυχώς. Το ενός λεπτού “Rich and poor” αυτοσχεδιαστικά οδηγεί στο τελετουργικό ξανά φινάλε “Both Sides Out”, όπου η κάθαρση εξασφαλίζεται μέσα από τη θορυβώδη παράνοια μιας μπάντας, ενώ σηματοδοτεί το όνομα της.

Ίσως να μιλήσουν για τα πηχτά σκοτάδια που κυκλώνουν τον δίσκο. Κι όμως, κανένα σκοτάδι δεν ταιριάζει στο Svarmod… – πέραν του ασήμαντου σκοταδιού των κλειστών ματιών κατά την ακρόαση του. Διότι μπορεί η ακρόαση να είναι επίπονη και δύσκολη, στο τέλος αφήνει ανεξίτηλα όμως το φως, ένα φως μακρινό και απροσδιόριστο μα ζεστό και γενναιόδωρο. Ίσως αυτή τελικά να είναι και η πεμπτουσία του: κάθε φορά που ο δίσκος τελειώνει ίσως νιώσεις αναγεννημένος, λυτρωμένος, με τα δεσμά λίγο πιο χαλαρωμένα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες λέξεις θα διαλέξουν οι άλλοι για να μιλήσουν για αυτό, αναρωτιέμαι αν θα βρουν σωστές και όμορφες λέξεις. Αμφιβάλλω, όπως αμφισβητώ και τις λέξεις που εγώ διάλεξα. Διότι τελικά –και το βλέπω καθαρά τώρα– η μουσική των The End δεν απευθύνεται στο έλλογο μέρος μας. Ορμά κατευθείαν σε ψυχή και σε σώμα. Αν σε γραπώσει, θα μετατραπεί σε βίωμα σωματικό, θα μπει στο κορμί σου και θα σου στρίψει καρδιά και σωθικά. Θα σε αφήσει όμως ελαφρύτερ@ και με αυξημένη συνείδηση. Θα σε αφήσει με έναν παράξενο τρόπο εξαγνισμέν@, λίγο πιο ελεύθερ@, λίγο πιο θυμωμέν@, φανερά όμως ανακουφισμέν@ ότι αυτή η γερασμένη κυρία Τέχνη μπορεί ακόμα –με νύχια και με δόντια– να έχει τέτοια δύναμη, σε πείσμα των καιρών και όλων όσων θέλουν να είμαστε πειθήνιοι, σκλάβοι και προβλέψιμοι.

Οι The End στο ντεμπούτο τους τολμούν και καταφέρνουν να ανοίξουν αυτήν τη συζήτηση και δεν μπορώ να βρω μεγαλύτερο κομπλιμέντο.


“No one dares to start the talks”, Sofia Jernberg whispers in the beginning of “Translated Slaughter” and I have no option but fully relate to that – it takes enormous courage even to start a presentation of an album like Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen . I am trying to put myself in other people’s minds and I am trying to imagine how they would even start talking about it.

They will describe the creative collaboration of 5 excellent musicians with an established presence of proven quality in many different musical territories. Nevertheless by forming The End, Mats Gustafsson (Baritone/Tenor Sax), Khetil Moster (Baritone/Tenor Sax), Anders Hana (Baritone Guitar), Greg Saunier (Drums) and the dazzling Sofia Jernberg (Voice) create a collective mind, an entity that is simultaneously born and ever expanding beyond anything they have acquired in their careers so far. This entity, unseen and intangible, crawls in the heights and flies to the depths of music’s language, blinded by the ignorance of its own boundaries.

They will speak of a genre-defying free jazz album but Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen cannot be regarded as an equal to the countless albums out there described in similar words. Reserving a new twist after each twist, Svarmod… not only defies musical genres, but its very own self. It resembles a tiny dot that explodes and sweeps away entire universes only to end up being a tiny dot again, the slightest neutron of energy. It would be easy to believe that this music has not been conceived yet or that it is the final destination of every known musical style. At the same time I could agree that this is one of the most genuinely anarchic albums – in heart and mind – one will ever encounter, a true artistic holocaust.

They may try to analyse the compositions but how to find the right words to describe the 6 epic enigmas that the listener has to solve? Opening track “Svarmod” enters us into half-lit world, with the ritualistic, mournful theme of the two Saxes, the noise background and the abstract drumming. “Vemod” follows bursting with energy, being built upon an almost normal psych rock riff by Hana, while Jernberg starts her own sensational show that includes everything from eastern-sounding voice bendings to desperate throat noises. Still, her performance is destined to reach new dimensions during the two 14 minutes long tracks that follow, the tracks that consist the album’s very spine and the two opposite poles of that strange planet. “Translated slaughter” feels like an open-structured theatrical play that is entirely based on the protagonist’s every breath, in a masterfully built death-and-dust-smelling drama. On the other hand, “Don’t wait” is led by the saxophones’ raw power – just imagine the two main “riffs’ played by distorted guitars and you’ll get twisted Black Sabbath – only to express its voice as a raging manifesto. Even the greatest hardcore giants would envy the brutal truths of this composition, the morbid words of an even more morbid reality. A modern age anthem? Sadly, yes. The short improvisational “Rich and poor” leads to the grand finale “Both Sides Out”, another ritual-like track where catharsis is obtained through the sonic paranoia of a band that tries to signify its own name.

Maybe they will refer to the thick darkness that surrounds Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen’s every note. However there is no place for real darkness here – besides that insignificant one that comes with listening to it with closed eyes. Listening to it may be hard and agonising but it finally leaves you with an indelible light, a distant and undefined light that also feels warm and generous. This is probably the album’s quintessence: every time it ends one may feel reborn, redeemed and with bonds somehow a bit loosened.

And so I wonder which words will the others choose for this album, I wonder if they will find the right and beautiful words. I doubt it though, as I doubt the words of my own choosing because – and I see it now clearly – The End create music that does not address to the rational part of ourselves but rushes straight towards our souls and bodies instead. If it grabs you, it will transform into a physical experience. It will enter your body twisting your heart and your guts, but it will leave you lighter and with increased consciousness. In strange ways, you may feel purified, a bit more free, a bit angrier and definitely relieved that Art is still capable – clawing and kicking – of producing such power, in spite of the times and of those that want us obedient, enslaved and predictable.

The End’s debut dares, it absolutely dares to start the talks and this particular subject. I have no higher compliment than that.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.