Cuong Vu 4TET – Change In The Air (RareNoise Records)

…και είναι κι εκείνες οι φορές που το μόνο που ζητάς από τη μουσική είναι να σε αγκαλιάσει και να σε τυλίξει σαν ένα μεγάλο, πολύχρωμο σύννεφο.

Γεννημένος στο Βιετνάμ και βασισμένος στο Σιάτλ, ο Cuong Vu έχει ήδη κατακτήσει και προσφέρει πολλά στο jazz ιδίωμα, αν και βρίσκεται ακόμα στα όψιμα 40 του. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι έχει διαμορφώσει τη δική του προσωπική φωνή. Με την τρομπέτα του έχει ήδη εξερευνήσει πολλά jazz μονοπάτια, από την “παραδοσιακή” στη fusion κι από εκεί στις πιο πειραματικές εκφράσεις της. Η αναπνοή του έχει πια σχηματίσει το μεγάλο, πολύχρωμο σύννεφο που μοιάζει να σκεπάζει τα πάντα, τρυφερά και γαλήνια αλλά και με απεριόριστη εκφραστική δύναμη. Ας μην ξεχνάμε ότι η τρομπέτα είναι ένα από τα κορυφαία όργανα αν θέλεις να ακούσεις τον Άνθρωπο μέσα από το όργανο. Ε, λοιπόν, ο Vu πρέπει να είναι σπουδαίος άνθρωπος κι αυτό δεν είναι ούτε άσχετο, ούτε αμελητέο.

Το Change In The Air αποτελεί τη δεύτερη κυκλοφορία του με τους 4-Tet, όπου ο Vu συνυπάρχει και συνδημιουργεί με τρεις ακόμα εξαίρετους μουσικούς, τους Bill Frisell στην κιθάρα, τον Luke Bergman στο μπάσο και τον Ted Poor στα τύμπανα. Οι όροι αυτής της συνεργασίας είναι όροι συλλογικής και ισότιμης δημιουργίας, επιλογή που εκτοξεύει το αποτέλεσμα. Διότι μπορεί η τρομπέτα του Vu, σαν γονική ανάσα που προσέχει τα παιδιά της, να εποπτεύει τις συνθέσεις και να αποτελεί τον πολιορκητικό τους κριό, οι συνοδοιπόροι του όμως δεν μένουν στο παρασκήνιο. Αντίθετα, οι ερμηνείες τους συμπρωταγωνιστούν.

Η κιθάρα του Frisell αποτελεί ένα πολύγλωσσο εργαλείο: εξερευνά κάθε είδος αρμονικής συνοδείας κι πολύσημων ακόρντων, φοράει διακριτικά τα εφέ της, στολίζει εν γένει τις συνθέσεις με μια ανυπέρβλητη παρουσία. Το δε rhythm section των Poor/Bergman, ένα από τα πιο σοφά και διακριτικά που έχω ποτέ ακούσει σε jazz δίσκο, απλώνεται γιγάντια στον χώρο, υποστηρίζει, τονίζει και φωτίζει κάθε κρυφή γωνία, με τη μέγιστη δυνατή έκφραση.

Η συλλογική διαδικασία που προαναφέρθηκε έγκειται εν πολλοίς στο γεγονός ότι και οι 4 μουσικοί συνεισφέρουν συνθετικά σχεδόν ισόποσα, τρεις συνθέσεις για τον καθένα και μία για τον Bergman. Με αυτόν τον τρόπο, οι Poor/Bergman αναδεικνύονται εξίσου σε πρωταγωνιστές. Ο Poor συγκεκριμένα βάζει αμέσως τον πήχη στα ουράνια με τη noir νοσταλγία του εναρκτήριου “All that’s left of me is you” και το εκτυφλωτικό “Alive”, ίσως το αγαπημένο μου track στον δίσκο, σύνθεση την οποία το κουαρτέτο τολμά να στολίσει με μια σχεδόν bluesy Americana αύρα. Το “Must Concentrate” του Bergman έχει μια εντελώς διαφορετική ρυθμική, σχεδόν χορευτική συμπεριφορά και ολοκληρώνεται σε μια από τις πιο δυναμικές στιγμές του άλμπουμ. Οι τρεις συνθέσεις του Frisell διατηρούν μια διακριτική συγγένεια με αυτές του Poor, με κυρίαρχη αίσθηση τη γλυκόπικρη έως και sexy μελαγχολία και τον αρμονικό πλούτο. Ο Vu τέλος κρατάει για τον εαυτό του τα πιο σκοτεινά/πειραματικά “Round and Round” και “Round and round (Back around)” και το “March of the owl and the bat” , τη μόνη ίσως στιγμή που το άλμπουμ πατάει καθαρά σε fusion χώμα. Αν και οι τρεις συνθέσεις του είναι λιγότερο του προσωπικού μου γούστου, θεωρώ ότι είναι υπερπολύτιμες στη συνολική ροή του δίσκου, χρωματίζοντάς τον με ελαφρώς πιο σκούρους τόνους.

Συνολικά, το Change Ιn Τhe Αir δεν αποτελεί ένα άλμπουμ με έντονα σόλο, μουσικές φλυαρίες και διάθεση για πολλές ακροβασίες. Αντιθέτως, μοιάζει περισσότερο με μια συναισθηματική κατάδυση στο Challengers Deep των πολύ τολμηρών μουσικόφιλων και με την ανθρώπινη οικοδομή ενός ευρύτατου εκφραστικά μουσικού νου. Οι νότες, αβίαστες κι ελεύθερες μέσα στην απερίγραπτη ισορροπία τους δεν σταματούν ποτέ, θαρρείς πως θα φτάσουν στους πιο μακρινούς ορίζοντες. Αν ήταν πίνακας θα έμοιαζε τέλεια ιμπρεσιονιστικός, με ανοιχτές φόρμες, διάχυτο φως και πολλά θολά χρώματα. Το τι απεικονίζει είναι μάλλον ανοιχτό στην κρίση του παρατηρητή. Για το δικό μου φίλτρο, αποτελεί ένα καθαρά νυχτερινό άλμπουμ, ένα soundtrack μιας απροσδιόριστης διάθεσης και άγνωστων σκοπών.

Τελικά, το Change Ιn Τhe Αir αποτελεί μια δουλειά αγνής ομορφιάς, μοναδική σαν αποτύπωμα κι ευγενική σαν αθώα ανάμνηση. Απαλλαγμένοι από κάθε αλαζονεία και υποκρισία, οι 4-Tet παραδίδουν ένα άλμπουμ αληθινό, μια συλλογική ανάσα που ανεβαίνει, μέχρι να κρεμαστεί πάνω από το κεφάλι σου σαν σύννεφο, ιδανικό για εκείνες τις στιγμές που επιθυμείς η μουσική απλώς να σε αγκαλιάσει και να σε τυλίξει, χωρίς να προσβάλει ή να θίξει τίποτα εντός σου.


…and then, there are these moments when the only thing you ask of music is to embrace and surround you like a huge, colourful cloud.

Born in Vietnam and based in Seattle, Cuong Vu has already accomplished some great achievements in the jazz genre, despite being still at his late 40s. The most important achievement though is that he has shaped his own personal voice, having explored with his trumpet a variety of different jazz paths, from “traditional” to fusion and from there to its most experimental aspects. So, his very breath has managed to form that huge, colourful cloud that shades everything tenderly, peacefully and with limitless expressive power. Let us not forget that the trumpet is an ideal case if you want to hear the Man behind the instrument. Well, Vu sounds like a great man and this is neither irrelevant nor insignificant.

Change In The Air is Vu’s second release with 4-Tet, where he co-exists and co-creates with three wonderful musicians, guitarist Bill Frisell, bassist Luke Bergman and drummer Ted Poor. This collaboration is fulfilled with terms of equal and collective creation, a strategic choice that makes the album take off. That is because Vu’ s trumpet may stand over the compositions, like a parental supervision, being also the music’s “battering ram” but that doesn’t mean his companions get lost in the background. On the contrary, they are equally under the spotlight next to him.

Frisell’s guitar feels like a multilingual instrument: it explores all kinds of harmonic moods and polysemic chords, it discreetly uses modern effects and decorates music with its unrivaled presence. On the other hand, the rhythm section of Bergman/Poor, being one of the wisest and more balanced I have ever encountered in a jazz album, spreads gigantically in space supporting, emphasising and sending light to any dark corners, always in the best possible expressiveness.

The above mentioned collective effort is mostly reflected on the fact that all four musicians contribute their compositions almost equally, with three tracks each and Bergman adding one. As a result, Poor and Bergman are equivalently pointed out as amazing composers. Poor instantly sets the bar to unreachable heights with the opening nostalgic noir of “All that’s left of me is you” and the ravishing and personal favourite “Alive” that follows, a composition which the band dares to enrich with an almost bluesy Americana aura. Bergman’s “Must concentrate” carries a completely different rhythmic, almost dancing character while it progresses into one of the album’s most intense moments. The three compositions by Frisell reveal a distant relation with those of Poor, with a dominating sense of bittersweet and sometimes sexy melancholy, as well as an immense harmonic richness. As for Vu, he keeps for himself the album’s most experimental and dark moments “Round and Round” and “Round and round (Back around)”, as well as “March of the owl and bat”, probably the only genuine fusion track involved. While these compositions are not my cup of tea, I think they are extremely valuable for the album’s flow, painting it in darker tones for a while.

In total, Change In The Air is not an album of intense soloing and technical gymnastics. It is more like a sentimental dive into the Challengers Deep for quality music enthusiasts and like a human structure raised by a broad musical mind. Free and unforced, all the notes never end but just keep on reaching beyond, as if they are to reach the most distant horizons. If it was a painting it would be an impressionistic one, with open forms, diffused light and blurry colours. The subject is rather open to the perception of the listener though. Through my own filters, this is ultimately a midnight album, of nights with undefined moods and purposes unknown.

Change In The Air is a work of sheer beauty, unique as a fingerprint and kind as an innocent memory. Washed away from every arrogance and hypocrisy, Cuong Vu 4-Tet deliver a crystal album, a collective breath that rises above until it hangs over your head like a cloud, ideal for all those moments when you just ask of music to embrace and surround you, without offending anything within you.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

The End – Svarmod Och Vemod Ar Verdisinnen (RareNoise Records)

“No one dares to start the talks”, ψιθυρίζει η Sofia Jernberg στο ξεκίνημα του “Translated Slaughter” και δεν μπορώ παρά να ταυτιστώ – απαιτεί κουράγιο και μόνο το να προσπαθήσεις να παρουσιάσεις έναν δίσκο όπως το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στο μυαλό κάποιων άλλων και να φανταστώ πώς θα ξεκινήσουν να μιλάνε γι’ αυτό.

Θα μιλήσουν για μια δημιουργική σύμπραξη 5 άριστων μουσικών με αποδεδειγμένες ικανότητες σε διάφορους μουσικούς χώρους. Δημιουργώντας, όμως, τους The End, οι κύριοι Mats Gustafsson (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Khetil Moster (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Anders Hana (βαρύτονη κιθάρα), Greg Saunier (τύμπανα) και η απαστράπτουσα Sofia Jernberg (φωνή) διαμορφώνουν έναν συλλογικό νου, μια οντότητα που γεννιέται και διαστέλλεται πέρα από τα κεκτημένα της μέχρι στιγμής καριέρας τους. Η οντότητα αυτή, αθέατη και άυλη, έρπεται στα ύψη και ίπταται στα βάθη της μουσικής γλώσσας, τυφλή από την άγνοια των ίδιων της των ορίων.

Θα μιλήσουν για μια free jazz που αψηφά όλα τα μουσικά είδη. Το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ισότιμο με τόσα και τόσα άλλα άλμπουμ που μπορούν επίσης να περιγραφούν έτσι. Επιφυλάσσοντας πάντα μια καινούρια ανατροπή σε κάθε προηγούμενη ανατροπή, το Svarmod… είναι το άλμπουμ που αψηφά όχι μόνο κάθε γνωστό στιλ, αλλά τελικά τον ίδιο του τον εαυτό, μοιάζοντας με μια μικροσκοπική τελεία που εκρήγνυται, παρασέρνοντας στο διάβα του σύμπαντα ολόκληρα για να καταλήξει πάλι σε μια μικροσκοπική τελεία, σε ένα ελάχιστο νετρόνιο ενέργειας. Θα μπορούσα να πιστέψω ότι η μουσική που περικλείεται εδώ δεν έχει γεννηθεί ακόμα ή ότι αποτελεί το τέλος κάθε γνωστής μουσικής. Ταυτόχρονα θα μπορούσα να συμφωνήσω ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αναρχικούς –σε σκέψη και καρδιά– δίσκους που θα ακούσουμε ποτέ, ένα αληθινό artistic ολοκαύτωμα.

Θα μιλήσουν ίσως για τις συνθέσεις. Πώς όμως να διαλέξεις λέξεις ικανές να περιγράψουν τα 6 επικά μουσικά αινίγματα που ο ακροατής καλείται να επιλύσει; Το εναρκτήριο “Svarmod” μάς εισάγει σε έναν μισοφωτισμένο κόσμο με το τελετουργικό, θρηνητικό θέμα των δύο σαξοφώνων, το noise υπόβαθρο και το αφηρημένο drumming. Το “Vemod” που έπεται χτίζεται πάνω σε ένα σχεδόν νορμάλ psych rock riff του Hana, ξεχειλίζοντας από ενέργεια, ενώ η Jernberg ξεκινάει ένα απίστευτο ρεσιτάλ, που περιέχει από ανατολίτικα τσακίσματα ως απεγνωσμένους λαρυγγισμούς. Η ερμηνεία της, όμως, πραγματικά πάει σε άλλες διαστάσεις στα δύο 14λεπτα track που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του δίσκου, τους δυο αντίθετους πόλους αυτού του παράξενου πλανήτη. Το “Translated Slaughter” μοιάζει περισσότερο με ένα θεατρικό έργο ανοιχτής δομής που βασίζεται πάνω στην ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, σε ένα δράμα που μυρίζει θάνατο και σκόνη. Το “Don’t wait”, από την άλλη, οδηγείται από την ωμή δύναμη των σαξοφώνων –φαντάσου τα δυο βασικά τους “riff” παιγμένα από κιθάρες κι έχεις σαλεμένους Black Sabbath– στον πυρήνα του όμως αποτελεί ένα οργισμένο μανιφέστο. Hardcore γίγαντες με ολόκληρες δισκογραφίες θα ζήλευαν τη σκληρή αλήθεια αυτής της σύνθεσης, τις ζοφερές λέξεις μιας ακόμη πιο ζοφερής πραγματικότητας. Ένας σύγχρονος ύμνος; Δυστυχώς. Το ενός λεπτού “Rich and poor” αυτοσχεδιαστικά οδηγεί στο τελετουργικό ξανά φινάλε “Both Sides Out”, όπου η κάθαρση εξασφαλίζεται μέσα από τη θορυβώδη παράνοια μιας μπάντας, ενώ σηματοδοτεί το όνομα της.

Ίσως να μιλήσουν για τα πηχτά σκοτάδια που κυκλώνουν τον δίσκο. Κι όμως, κανένα σκοτάδι δεν ταιριάζει στο Svarmod… – πέραν του ασήμαντου σκοταδιού των κλειστών ματιών κατά την ακρόαση του. Διότι μπορεί η ακρόαση να είναι επίπονη και δύσκολη, στο τέλος αφήνει ανεξίτηλα όμως το φως, ένα φως μακρινό και απροσδιόριστο μα ζεστό και γενναιόδωρο. Ίσως αυτή τελικά να είναι και η πεμπτουσία του: κάθε φορά που ο δίσκος τελειώνει ίσως νιώσεις αναγεννημένος, λυτρωμένος, με τα δεσμά λίγο πιο χαλαρωμένα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες λέξεις θα διαλέξουν οι άλλοι για να μιλήσουν για αυτό, αναρωτιέμαι αν θα βρουν σωστές και όμορφες λέξεις. Αμφιβάλλω, όπως αμφισβητώ και τις λέξεις που εγώ διάλεξα. Διότι τελικά –και το βλέπω καθαρά τώρα– η μουσική των The End δεν απευθύνεται στο έλλογο μέρος μας. Ορμά κατευθείαν σε ψυχή και σε σώμα. Αν σε γραπώσει, θα μετατραπεί σε βίωμα σωματικό, θα μπει στο κορμί σου και θα σου στρίψει καρδιά και σωθικά. Θα σε αφήσει όμως ελαφρύτερ@ και με αυξημένη συνείδηση. Θα σε αφήσει με έναν παράξενο τρόπο εξαγνισμέν@, λίγο πιο ελεύθερ@, λίγο πιο θυμωμέν@, φανερά όμως ανακουφισμέν@ ότι αυτή η γερασμένη κυρία Τέχνη μπορεί ακόμα –με νύχια και με δόντια– να έχει τέτοια δύναμη, σε πείσμα των καιρών και όλων όσων θέλουν να είμαστε πειθήνιοι, σκλάβοι και προβλέψιμοι.

Οι The End στο ντεμπούτο τους τολμούν και καταφέρνουν να ανοίξουν αυτήν τη συζήτηση και δεν μπορώ να βρω μεγαλύτερο κομπλιμέντο.


“No one dares to start the talks”, Sofia Jernberg whispers in the beginning of “Translated Slaughter” and I have no option but fully relate to that – it takes enormous courage even to start a presentation of an album like Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen . I am trying to put myself in other people’s minds and I am trying to imagine how they would even start talking about it.

They will describe the creative collaboration of 5 excellent musicians with an established presence of proven quality in many different musical territories. Nevertheless by forming The End, Mats Gustafsson (Baritone/Tenor Sax), Khetil Moster (Baritone/Tenor Sax), Anders Hana (Baritone Guitar), Greg Saunier (Drums) and the dazzling Sofia Jernberg (Voice) create a collective mind, an entity that is simultaneously born and ever expanding beyond anything they have acquired in their careers so far. This entity, unseen and intangible, crawls in the heights and flies to the depths of music’s language, blinded by the ignorance of its own boundaries.

They will speak of a genre-defying free jazz album but Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen cannot be regarded as an equal to the countless albums out there described in similar words. Reserving a new twist after each twist, Svarmod… not only defies musical genres, but its very own self. It resembles a tiny dot that explodes and sweeps away entire universes only to end up being a tiny dot again, the slightest neutron of energy. It would be easy to believe that this music has not been conceived yet or that it is the final destination of every known musical style. At the same time I could agree that this is one of the most genuinely anarchic albums – in heart and mind – one will ever encounter, a true artistic holocaust.

They may try to analyse the compositions but how to find the right words to describe the 6 epic enigmas that the listener has to solve? Opening track “Svarmod” enters us into half-lit world, with the ritualistic, mournful theme of the two Saxes, the noise background and the abstract drumming. “Vemod” follows bursting with energy, being built upon an almost normal psych rock riff by Hana, while Jernberg starts her own sensational show that includes everything from eastern-sounding voice bendings to desperate throat noises. Still, her performance is destined to reach new dimensions during the two 14 minutes long tracks that follow, the tracks that consist the album’s very spine and the two opposite poles of that strange planet. “Translated slaughter” feels like an open-structured theatrical play that is entirely based on the protagonist’s every breath, in a masterfully built death-and-dust-smelling drama. On the other hand, “Don’t wait” is led by the saxophones’ raw power – just imagine the two main “riffs’ played by distorted guitars and you’ll get twisted Black Sabbath – only to express its voice as a raging manifesto. Even the greatest hardcore giants would envy the brutal truths of this composition, the morbid words of an even more morbid reality. A modern age anthem? Sadly, yes. The short improvisational “Rich and poor” leads to the grand finale “Both Sides Out”, another ritual-like track where catharsis is obtained through the sonic paranoia of a band that tries to signify its own name.

Maybe they will refer to the thick darkness that surrounds Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen’s every note. However there is no place for real darkness here – besides that insignificant one that comes with listening to it with closed eyes. Listening to it may be hard and agonising but it finally leaves you with an indelible light, a distant and undefined light that also feels warm and generous. This is probably the album’s quintessence: every time it ends one may feel reborn, redeemed and with bonds somehow a bit loosened.

And so I wonder which words will the others choose for this album, I wonder if they will find the right and beautiful words. I doubt it though, as I doubt the words of my own choosing because – and I see it now clearly – The End create music that does not address to the rational part of ourselves but rushes straight towards our souls and bodies instead. If it grabs you, it will transform into a physical experience. It will enter your body twisting your heart and your guts, but it will leave you lighter and with increased consciousness. In strange ways, you may feel purified, a bit more free, a bit angrier and definitely relieved that Art is still capable – clawing and kicking – of producing such power, in spite of the times and of those that want us obedient, enslaved and predictable.

The End’s debut dares, it absolutely dares to start the talks and this particular subject. I have no higher compliment than that.

 

 

Antonis Kalamoutsos