Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

The End – Svarmod Och Vemod Ar Verdisinnen (RareNoise Records)

“No one dares to start the talks”, ψιθυρίζει η Sofia Jernberg στο ξεκίνημα του “Translated Slaughter” και δεν μπορώ παρά να ταυτιστώ – απαιτεί κουράγιο και μόνο το να προσπαθήσεις να παρουσιάσεις έναν δίσκο όπως το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στο μυαλό κάποιων άλλων και να φανταστώ πώς θα ξεκινήσουν να μιλάνε γι’ αυτό.

Θα μιλήσουν για μια δημιουργική σύμπραξη 5 άριστων μουσικών με αποδεδειγμένες ικανότητες σε διάφορους μουσικούς χώρους. Δημιουργώντας, όμως, τους The End, οι κύριοι Mats Gustafsson (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Khetil Moster (βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο), Anders Hana (βαρύτονη κιθάρα), Greg Saunier (τύμπανα) και η απαστράπτουσα Sofia Jernberg (φωνή) διαμορφώνουν έναν συλλογικό νου, μια οντότητα που γεννιέται και διαστέλλεται πέρα από τα κεκτημένα της μέχρι στιγμής καριέρας τους. Η οντότητα αυτή, αθέατη και άυλη, έρπεται στα ύψη και ίπταται στα βάθη της μουσικής γλώσσας, τυφλή από την άγνοια των ίδιων της των ορίων.

Θα μιλήσουν για μια free jazz που αψηφά όλα τα μουσικά είδη. Το Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ισότιμο με τόσα και τόσα άλλα άλμπουμ που μπορούν επίσης να περιγραφούν έτσι. Επιφυλάσσοντας πάντα μια καινούρια ανατροπή σε κάθε προηγούμενη ανατροπή, το Svarmod… είναι το άλμπουμ που αψηφά όχι μόνο κάθε γνωστό στιλ, αλλά τελικά τον ίδιο του τον εαυτό, μοιάζοντας με μια μικροσκοπική τελεία που εκρήγνυται, παρασέρνοντας στο διάβα του σύμπαντα ολόκληρα για να καταλήξει πάλι σε μια μικροσκοπική τελεία, σε ένα ελάχιστο νετρόνιο ενέργειας. Θα μπορούσα να πιστέψω ότι η μουσική που περικλείεται εδώ δεν έχει γεννηθεί ακόμα ή ότι αποτελεί το τέλος κάθε γνωστής μουσικής. Ταυτόχρονα θα μπορούσα να συμφωνήσω ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αναρχικούς –σε σκέψη και καρδιά– δίσκους που θα ακούσουμε ποτέ, ένα αληθινό artistic ολοκαύτωμα.

Θα μιλήσουν ίσως για τις συνθέσεις. Πώς όμως να διαλέξεις λέξεις ικανές να περιγράψουν τα 6 επικά μουσικά αινίγματα που ο ακροατής καλείται να επιλύσει; Το εναρκτήριο “Svarmod” μάς εισάγει σε έναν μισοφωτισμένο κόσμο με το τελετουργικό, θρηνητικό θέμα των δύο σαξοφώνων, το noise υπόβαθρο και το αφηρημένο drumming. Το “Vemod” που έπεται χτίζεται πάνω σε ένα σχεδόν νορμάλ psych rock riff του Hana, ξεχειλίζοντας από ενέργεια, ενώ η Jernberg ξεκινάει ένα απίστευτο ρεσιτάλ, που περιέχει από ανατολίτικα τσακίσματα ως απεγνωσμένους λαρυγγισμούς. Η ερμηνεία της, όμως, πραγματικά πάει σε άλλες διαστάσεις στα δύο 14λεπτα track που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του δίσκου, τους δυο αντίθετους πόλους αυτού του παράξενου πλανήτη. Το “Translated Slaughter” μοιάζει περισσότερο με ένα θεατρικό έργο ανοιχτής δομής που βασίζεται πάνω στην ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, σε ένα δράμα που μυρίζει θάνατο και σκόνη. Το “Don’t wait”, από την άλλη, οδηγείται από την ωμή δύναμη των σαξοφώνων –φαντάσου τα δυο βασικά τους “riff” παιγμένα από κιθάρες κι έχεις σαλεμένους Black Sabbath– στον πυρήνα του όμως αποτελεί ένα οργισμένο μανιφέστο. Hardcore γίγαντες με ολόκληρες δισκογραφίες θα ζήλευαν τη σκληρή αλήθεια αυτής της σύνθεσης, τις ζοφερές λέξεις μιας ακόμη πιο ζοφερής πραγματικότητας. Ένας σύγχρονος ύμνος; Δυστυχώς. Το ενός λεπτού “Rich and poor” αυτοσχεδιαστικά οδηγεί στο τελετουργικό ξανά φινάλε “Both Sides Out”, όπου η κάθαρση εξασφαλίζεται μέσα από τη θορυβώδη παράνοια μιας μπάντας, ενώ σηματοδοτεί το όνομα της.

Ίσως να μιλήσουν για τα πηχτά σκοτάδια που κυκλώνουν τον δίσκο. Κι όμως, κανένα σκοτάδι δεν ταιριάζει στο Svarmod… – πέραν του ασήμαντου σκοταδιού των κλειστών ματιών κατά την ακρόαση του. Διότι μπορεί η ακρόαση να είναι επίπονη και δύσκολη, στο τέλος αφήνει ανεξίτηλα όμως το φως, ένα φως μακρινό και απροσδιόριστο μα ζεστό και γενναιόδωρο. Ίσως αυτή τελικά να είναι και η πεμπτουσία του: κάθε φορά που ο δίσκος τελειώνει ίσως νιώσεις αναγεννημένος, λυτρωμένος, με τα δεσμά λίγο πιο χαλαρωμένα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες λέξεις θα διαλέξουν οι άλλοι για να μιλήσουν για αυτό, αναρωτιέμαι αν θα βρουν σωστές και όμορφες λέξεις. Αμφιβάλλω, όπως αμφισβητώ και τις λέξεις που εγώ διάλεξα. Διότι τελικά –και το βλέπω καθαρά τώρα– η μουσική των The End δεν απευθύνεται στο έλλογο μέρος μας. Ορμά κατευθείαν σε ψυχή και σε σώμα. Αν σε γραπώσει, θα μετατραπεί σε βίωμα σωματικό, θα μπει στο κορμί σου και θα σου στρίψει καρδιά και σωθικά. Θα σε αφήσει όμως ελαφρύτερ@ και με αυξημένη συνείδηση. Θα σε αφήσει με έναν παράξενο τρόπο εξαγνισμέν@, λίγο πιο ελεύθερ@, λίγο πιο θυμωμέν@, φανερά όμως ανακουφισμέν@ ότι αυτή η γερασμένη κυρία Τέχνη μπορεί ακόμα –με νύχια και με δόντια– να έχει τέτοια δύναμη, σε πείσμα των καιρών και όλων όσων θέλουν να είμαστε πειθήνιοι, σκλάβοι και προβλέψιμοι.

Οι The End στο ντεμπούτο τους τολμούν και καταφέρνουν να ανοίξουν αυτήν τη συζήτηση και δεν μπορώ να βρω μεγαλύτερο κομπλιμέντο.


“No one dares to start the talks”, Sofia Jernberg whispers in the beginning of “Translated Slaughter” and I have no option but fully relate to that – it takes enormous courage even to start a presentation of an album like Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen . I am trying to put myself in other people’s minds and I am trying to imagine how they would even start talking about it.

They will describe the creative collaboration of 5 excellent musicians with an established presence of proven quality in many different musical territories. Nevertheless by forming The End, Mats Gustafsson (Baritone/Tenor Sax), Khetil Moster (Baritone/Tenor Sax), Anders Hana (Baritone Guitar), Greg Saunier (Drums) and the dazzling Sofia Jernberg (Voice) create a collective mind, an entity that is simultaneously born and ever expanding beyond anything they have acquired in their careers so far. This entity, unseen and intangible, crawls in the heights and flies to the depths of music’s language, blinded by the ignorance of its own boundaries.

They will speak of a genre-defying free jazz album but Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen cannot be regarded as an equal to the countless albums out there described in similar words. Reserving a new twist after each twist, Svarmod… not only defies musical genres, but its very own self. It resembles a tiny dot that explodes and sweeps away entire universes only to end up being a tiny dot again, the slightest neutron of energy. It would be easy to believe that this music has not been conceived yet or that it is the final destination of every known musical style. At the same time I could agree that this is one of the most genuinely anarchic albums – in heart and mind – one will ever encounter, a true artistic holocaust.

They may try to analyse the compositions but how to find the right words to describe the 6 epic enigmas that the listener has to solve? Opening track “Svarmod” enters us into half-lit world, with the ritualistic, mournful theme of the two Saxes, the noise background and the abstract drumming. “Vemod” follows bursting with energy, being built upon an almost normal psych rock riff by Hana, while Jernberg starts her own sensational show that includes everything from eastern-sounding voice bendings to desperate throat noises. Still, her performance is destined to reach new dimensions during the two 14 minutes long tracks that follow, the tracks that consist the album’s very spine and the two opposite poles of that strange planet. “Translated slaughter” feels like an open-structured theatrical play that is entirely based on the protagonist’s every breath, in a masterfully built death-and-dust-smelling drama. On the other hand, “Don’t wait” is led by the saxophones’ raw power – just imagine the two main “riffs’ played by distorted guitars and you’ll get twisted Black Sabbath – only to express its voice as a raging manifesto. Even the greatest hardcore giants would envy the brutal truths of this composition, the morbid words of an even more morbid reality. A modern age anthem? Sadly, yes. The short improvisational “Rich and poor” leads to the grand finale “Both Sides Out”, another ritual-like track where catharsis is obtained through the sonic paranoia of a band that tries to signify its own name.

Maybe they will refer to the thick darkness that surrounds Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen’s every note. However there is no place for real darkness here – besides that insignificant one that comes with listening to it with closed eyes. Listening to it may be hard and agonising but it finally leaves you with an indelible light, a distant and undefined light that also feels warm and generous. This is probably the album’s quintessence: every time it ends one may feel reborn, redeemed and with bonds somehow a bit loosened.

And so I wonder which words will the others choose for this album, I wonder if they will find the right and beautiful words. I doubt it though, as I doubt the words of my own choosing because – and I see it now clearly – The End create music that does not address to the rational part of ourselves but rushes straight towards our souls and bodies instead. If it grabs you, it will transform into a physical experience. It will enter your body twisting your heart and your guts, but it will leave you lighter and with increased consciousness. In strange ways, you may feel purified, a bit more free, a bit angrier and definitely relieved that Art is still capable – clawing and kicking – of producing such power, in spite of the times and of those that want us obedient, enslaved and predictable.

The End’s debut dares, it absolutely dares to start the talks and this particular subject. I have no higher compliment than that.

 

 

Antonis Kalamoutsos