Oiseaux-Tempête – From Somewhere Invisible (sub rosa)

oiseaux-tempete.fromsomewhereinvisible.againstthesilence

Ο 4ος δίσκος των OISEAUX-TEMPÊTE συνεχίζει και ταυτόχρονα συμπυκνώνει το ύφος τους, που θα μπορούσε – κάπως άτσαλα – να ονομασθεί λυτρωτική σκοτεινιά, τραβώντας κάπου αλλού το post-rock ιδίωμα. Η όποια λύτρωση δεν επιτυγχάνεται εδώ με κρεσέντα και εκφορτίσεις που φέρνουν γαλήνη, αλλά με αργή, ατμοσφαιρική και ενίοτε, σχεδόν doom ύφους μουσική εναιώρηση. Όπως και στους GYBE (στο στούντιο των οποίων έγινε η ηχογράφηση), η μουσική δένεται με τραγούδι ή πρόζα ενίοτε έντονα πολιτική, αφού στη δισκογραφική διαδρομή τους ακούμε συχνά αποσπάσματα του Τσόμσκι και του Ζίζεκ, συνθήματα από το αναρχικό μπλοκ στην Ελλάδα, ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική, καθώς και τραγούδι ή απαγγελία ποιημάτων στα αραβικά.

Θα κάναμε λάθος αν θεωρούσαμε όμως, τους Γάλλους OT κάτι σαν μουσικούς «πολίτες του κόσμου», καθώς διεκδικούν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: την πολιτεία του απόκοσμου μέσα στον κόσμο. Το εξώφυλλο του άλμπουμ μας εισάγει με έναν πρώτο τρόπο στη θεματική του, με μια φωτογραφία από τη σειρά ressac του Damien Daufresne. Η λέξη αυτή δηλώνει το κύμα που αναπηδά έχοντας χτυπηθεί με τα βράχια σε αντίθετη κατεύθυνση από την αρχική του, δηλώνοντας μια κίνηση επαναπροσέγγισης του ίδιου που παράγει το διαφορετικό. Οι γεμάτες γρέντζο ανθρώπινες ( ; ) φιγούρες που στέκονται έξω απ’ την είσοδο αγκαλιασμένες μοιάζουν να έχουν μόλις ξεβραστεί απ’ το κύμα ή η αγκαλιά τους να ΄ναι αυτό που έχει απομείνει απ’ το κύμα. Όμως, ποιος αγκαλιάζει ποιόν; Είναι άραγε οι φιγούρες δύο;

Ο δίσκος ξεκινάει με το πολύ δυνατό «He Is Afraid And So Am I», όπου με βαρύ ροκ, γεμάτο με νουάρ δολοφονική ένταση και τρόμο μας εισάγει στην σύγχρονη αποξένωση, διαρκή, παρανοϊκή, πανταχού παρούσα, με αδιόρατη μουσικά κλιμάκωση. Αυτή δεν εμφανίζεται τόσο στην ίδια τη μουσική, που χτυπάει και αποσύρεται, και χτυπάει και αποσύρεται σαν τρομερό κύμα, ξανά και ξανά, αλλά μόνο στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «He Is Quiet And So Am I» του Mahmoud Darwish, στο οποίο έχει βασιστεί η σύνθεση τους. Πρόκειται για μια ποιητική παρουσίαση της περίφημης συνάντησης του Εαυτού με τον Άλλον. Τον άλλον που φοβάται, όπως φοβάται και αυτός, τον άλλον που μένει σιωπηλός, όπως μένει και αυτός, γιατί -ίσως- ο άλλος είναι δολοφόνος. Μα ίσως ο Άλλος δεν υπάρχει, ίσως ο Αλλος είναι ένας καθρέφτης, ένας περαστικός, κι ο δολοφόνος είναι εμείς … αυτός.

Μετά από ένα αναγκαία ηπιότερο πέρασμα-αναζήτηση με το κομμάτι «σε στραβή πτήση στις τσουλήθρες του ουρανού», προσγειωνόμαστε στο μελοποιημένο ποίημα «Εμείς [που σκορπιστήκαμε σε θραύσματα]» του Σύριου Ghayath Almadhoun. Υπό την υπόκρουση πολεμικών ντραμς και σειρινιστικής ηλεκτρικής έντασης, ο ποιητής «απολογείται» (προφανώς ειρωνικά) εκ μέρους των προσφύγων στο πολιτισμένο κόσμο. Απολογείται που «τύπωσαν» τα διαμελισμένα τους κορμιά στη λευκή ξεχασιάρα μνήμη των ολόκληρων ανθρώπων, καθώς και όλο το υπόλοιπο δράμα που – ω, δυστυχία – είναι αναγκασμένοι οι δυστυχισμένοι να προκαλέσουν σε εκείνους που δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν τίποτα.

Τα επόμενα δύο κομμάτια «Weird Dancing in All Night [I & II]» είναι ορχηστρικά με αρκετά αυτοσχεδιαστικό ύφος, μεταφέροντας την αίσθηση μιας σκοτεινής ηλεκτρικής/ηλεκτρονικής μέθεξης, συνεπικουρούμενη από το τέμπο των κρουστών.

Ο ξένος, οι πρόσφυγες και τέλος το κοράκι. Η αορατότητα, το γρέντζο του απορρίμματος, η σκοτεινιά. Ο φετινός – φθινοπωρινός – τους δίσκος, παίρνει τον τίτλο του, καθώς και τους τίτλους τριών από τα εφτά κομμάτια του από το ποίημα «η ονομασία ενός κορακιού», του Κινέζου Γιού Τζιάν. Έρχεται «από κάπου αόρατα» συνοδευόμενο από το μελαγχολικό και αναστοχαστικό ηλεκτρικό βιολί της Jessica Moss, κάνοντας τον ποιητή να ανακρούσει, να γυροφέρει, να ξενιστεί με τη παιδική του ηλικία, με το κοράκι. Με το «κοράκι που έχει κουρνιάσει στην καρδιά», με το κοράκι αποδιοπομπαίο τράγο, με το κοράκι που περνάει απ’ το ομιλητικό στο ολιγομίλητο και από εκεί στο αμίλητο, κάθε που ο ποιητής, οι μουσικοί, εμείς, προσπαθούμε να το πιάσουμε, να το ονομάσουμε. Εμείς που τα χέρια μας είναι «καλυμμένα με τους χοντρούς κάλους της γλώσσας», κι εκείνο «όχι πουλί/ κοράκι» που φεύγει απ’ το ποίημα «σε στραβή πτήση στις τσουλήθρες του ουρανού». «Έξω απ’ το βλέμμα», στίχος και επίσης, τίτλος του τελευταίου κομματιού του άλμπουμ, με τις παραμορφωμένες κιθάρες της μπάντας να αποδίδουν με ήρεμη, αλλά και στοχαστική διάθεση τα προφητικά κρωξίματα που η μουσική, η ποίηση προσπαθεί πάντα ανεπαρκώς να μεταγράψει, τα οποία πάντως δεν φοβάται πια…

OISEAUX-TEMPÊTE‘s fourth album continues and at the same time condenses a style that could – somewhat inappropriately – be called redemptive darkness, pulling the post-rock genre elsewhere. Redemption is achieved here neither with crescents nor serene discharges, but with slow, atmospheric, and sometimes, almost doom-style musical suspensions. As with GYBE (whose studio was used to record the album),intense political songwriting or prose is used, so we often hear, along with the music, excerpts from Chomsky and Zizek, slogans from the Greek anarchist block , orthodox church music, as well as singing or reciting poems in Arabic.

We would be wrong, however, if we considered the French OT to be musicians of “the citizens of the world” style as they are claiming far more than that: the eldritch state within this world. The album cover introduces us to the theme, with a photo from Damien Daufresne’s ressac series. This word signifies the wave that bounces having hit the rocks in the opposite direction from its original, denoting a movement of re-approaching itself by producing something different. Dirt and rough human figures standing in front of the entrance hugging each other seem to have just been washed out by the wave or their embrace seems to be what is left of the wave. But who hugs whom? Are there two figures?

The album begins with the very powerful song “He Is Afraid And So Am I”, where heavy rock music, full of noir murderous intensity and terror, introduces us to modern alienation, constant, paranoid, omnipresent, with an invisible musical escalation. It is not so apparent in the music itself, that like a terrible wave strikes and retires again and again, but only in the last verses of Mahmoud’s ” Darwish poem on which the song is based. This is a poetic display of the famous encounter of Oneself with the Other, the other who is scared, as he, the other who is silent, as he, because the other may be a murderer. But the Other may does not exist, maybe he is a mirror, a passerby, and the killer is us …or he.

After a much needed milder passing with the track “In Crooked Flight on the Slopes of the Sky,” we land on the melodious poem “We, Who Are Strewn about in Fragments” of the Syrian poet Ghayath Almadhoun. Against the background of war drums and screeching electricity, the poem is an apology (ironical apparently) on behalf of refugees in the civilized world. The poet apologizes for their broken bodies that “imprinted” on the white, forgetting memory of people, as well as all the rest of their drama that – oh, misfortune – these dejected people are forced to inflict on those who are unwilling to do anything.

The next two tracks “Weird Dancing in All Night [I & II]” are instrumental in a rather improvisation style, conveying the feeling of a dark electric / electronic methexis, especially aided by the percussion tempo.

The stranger, the refugees and finally the crow. The invisibility, the dirt and rough of garbage, the darkness. Their new – autumn released-album takes its title, as well as the titles of three of its seven tracks from the poem “The Naming of the Crow” by the Chinese poet Yu Jian. The title song “From Somewhere Invisible” accompanied by Jessica Moss’s melancholically reflective electric violin is making the poet recoiled, prowled, and startled with his childhood, with the crow. With the crow that “perches in the wilds of my heart”, with the crow as a scapegoat, with the crow passing from voluble to reserved, and from there to silent, wherever the poet, the musicians, we ourselves, strive to get it and name it. Those of us whose hands are “covered in the thick calluses of language” against “not a bird / crow” that departs from the poem “In Crooked Flight on the Slopes of the Sky”. “Out of Sight”, are the lyrics and also the title of the album’s last track, with the distorted guitars of the band delivering in a calm but thoughtful way the prophetic squeaks that music and poetry always try to transcribe without being afraid anymore …


Dimitris K

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.