Lipitoare/Enshroud- S/T Split (Black Gangrene Productions)

Υποθέτω, πως είναι περιττό να σημειώσω πως η πρακτική των split κυκλοφοριών ήταν και είναι μια συνηθισμένη προσέγγιση, σε ο,τι αφορά το underground στερέωμα, έστω. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η εν εξετάσει κασέτα που παρουσιάζεται εδώ και η οποία συνταιριάζει δύο δραστικά διαφορετικές, μα όμορα διασπώμενες, μπάντες. Κοινός παρονομαστής των οποίων θα μπορούσε να είναι η σχετική αναγνώριση που έχουν ήδη κατακτήσει, μέσα από ένα δίκτυο ανεξάρτητων κυκλοφοριών. Αναγνώριση βέβαια, η οποία υφίσταται αυστηρά εντός των ορίων αυτού του χώρου, εξ ου και η σχετικότητα αυτής. Οι αναφερθείσες κυκλοφορίες εμφανίστηκαν υπό τη μορφή κασέτας, αποκλειστικά, ως οφείλω να συμπληρώσω.

Η έναρξη λοιπόν, ανήκει στους Lipitoare, η συμμετοχή των οποίων αποτιμάται σε ένα δαιδαλώδες, δωδεκάλεπτο κομμάτι. Ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές, σχετικά με αυτό το σχήμα. Η χώρα προέλευσης τους μου είναι άγνωστη, μα και αδιάφορη, εν προκειμένω. Αγνοώ, επίσης, το αν πρόκειται για solo, ή συλλογική απόπειρα. Η έλλειψη αυτή όμως, λειτουργεί ενθαρρυντικά, θαρρώ, τουλάχιστον στην περίπτωσή τους. Οι προηγούμενες ανασκαφές τους τοποθετούνταν στα μονοπάτια του σκοτεινού ambient, περιλαμβάνοντας δε και κάποιες συνιστώσες εγγενούς θορύβου, οι οποίες συμπλήρωναν δυσαρμονικά, το ηχητικό τους αμάλγαμα. Στην περίσταση αυτή εκκινούν, βασιζόμενοι σε οργανικά προερχόμενες ατμόσφαιρες, οι οποίες σταδιακά χτίζουν ένα υψίπεδο ζόφου. Διόλου αταίριαστο με τον τίτλο που επέλεξαν- πράγματι, η υφή του κομματιού αυτού, ομοιάζει αρκετά με την αίσθηση μιας απειλητικής αύρας, η οποία σκωπτικά παραμονεύει. Αυτό το κλίμα κυριαρχεί αρχικά, ανατρέπεται όμως, εμφατικά στη συνέχεια, δίνοντας τη θέση του, σε ένα ακραία οργιώδες ξέσπασμα. Το οποίο, ενώ εδράζεται στα συμβατικά όργανα που συνήθως χαρακτηρίζουν τον black metal ήχο, εν τούτοις αποστασιοποιείται από αυτόν. Διότι το ύφος και η ένταση παραπέμπουν σαφέστατα σε πιο θορυβώδεις καταστάσεις. Ενώ, η συνύπαρξη διαπεραστικών λυκίσιων κραυγών, άναρχων τυμπανισμών και κιθαριστικών συσπάσεων, θα φάνταζε κάπως άτσαλη, αν περιοριζόταν στα αυστηρά πλαίσια του metal. Είναι γεγονός, πως αυτού του είδους η έξαρση, θα εκτιμηθεί δεόντως από όλους εμάς που έχουμε βαρεθεί από τις εμμονές πολλών ορθόδοξων οπαδών του metal σε σχέση με την τεχνική. Ενώ, απλούστατα, επιζητούμε τον θόρυβο, ως λύτρωση σχεδόν. Εδώ λοιπόν, το διονυσιακό στοιχείο της αρχέγονα χαοτικής ανάτασης, μου χάρισε ένα χαρακτηριστικό χαμόγελο. Πράγμα ενδεχομένως ασυνήθιστο για αυτό τον ήχο – πλην όμως, εξόχως καλοδεχούμενο, από εμένα τουλάχιστον. Σβήνοντας, οδηγούμαστε πάλι, κυκλικά σχεδόν, στην ατμοσφαιρική κατεύθυνση που αρχικά ευοδώθηκε, οδηγώντας σε ένα ολότελα ταιριαστό κλείσιμο.

Η συνέχεια ανήκει στους Αυστραλούς Enshroud, οι οποίοι φρονώ πως αποτελούν τον κράχτη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. Έχοντας ήδη 4 demos στο ενεργητικό τους, έχουν κάνει την απαιτούμενη εντύπωση, στο μικρό, μα αφοσιωμένο, κοινό που παρακολουθεί τις εκπορεύσεις του είδους αυτού. Το ύφος τους είναι, θα έλεγα, σχετικά πιο προσβάσιμο, σε σχέση πάντα με τους προαναφερθέντες Lipitoare. Στηρίζονται και αυτοί σε μια εντελώς ωμή και απέριττη ηχογράφηση. Κάτι που, προφανώς τους τοποθετεί στο παρακλάδι του raw black metal, μολονότι το στυλ τους είναι χαρακτηριστικά μελαγχολικό, μη αρνούμενο τις μελωδικές υπερβάσεις, μα ούτε και τα συναισθηματικά εντεινόμενα αδιέξοδα. Η θολή εικόνα τους, μου έφερε στον νου τις πλέον απατηλές στιγμές του Xasthur. Και, μέσω αυτού, τα παρακμιακά οράματα των Mutiilation, επί παραδείγματι. Οι δύο συνθέσεις τους που περιέχονται στην κασέτα αυτή είναι μεστές και ολοκληρωμένες. Απόρροια, προφανώς της εμπειρίας μα και της ικανότητας τους να συνδεθούν με αυτό το – κατά βάση- δύστροπο ρεύμα. Η βάση τους είναι πασιφανώς οι θλιμμένες φράσεις της κιθάρας, οι οποίες συμπλέουν με τα αρκούντως μανιακά φωνητικά. Δημιουργώντας ένα υγρό και συνάμα ονειρωδώς ομιχλώδες τοπίο, σκοπός του οποίου δείχνει ξεκάθαρα να είναι η κάθαρση, η οποία περνά μέσα από τις γραμμές του διαχωρισμού, ωσότου ανυψωθεί στη σφαίρα της ενοποίησης.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο σχηματισμών υπήρξε σοφή ως προς την επιλογή της, θαρρώ. Οι προφανείς διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, διατρανώνουν το στοιχείο της ποικιλίας, που είναι τόσο απαραίτητο. Χωρίς, παράλληλα να διαταράσσουν την άρρητα συνεκτική ροή, που χαρακτηρίζει αυτή τη συνεργασία. Νιώθω πως το αποτέλεσμα είναι άριστο. Προσωπικά μιλώντας, θα ξεχώριζα άνετα τους Lipitoare, ως νικητές αυτής της άτυπης διαμάχης. Η παρατήρηση όμως, αυτή είναι καθαρά σχετιζόμενη με την προσωπική μου αισθητική, και σε καμία περίπτωση δε δύναται να μειώσει την αξία των Enshroud. Εν κατακλείδι, η πρώτη απολαυστική κυκλοφορία του έτους αυτού, προσωπικά μιλώντας.

I suppose that it would perhaps be useless to note that the existence of split releases is a very common practice, regarding the underground firmament, foremost. This direction is set upon the tape that is being analyzed, as well as examined, at this instance. This demo is actually contrived of two drastically different, yet bordering at many points of disintegration, bands. A point that could potentially be seen as a common denominator among these formations, is the level of relatively positive appreciation that both have so far received. Keeping in mind though, that the recognition obtained by them, refers strictly to underground circles. Hence, the relative nature that is mentioned above. Another important element that I should not forget to note, is the fact that all aforementioned releases had been unleashed in the form of cassettes, exclusively.

Back to this particular one, though- the onset of whom belongs to Lipitoare. Not much is known concerning this project. Their country of origin is completely unknown to me, yet dare I say irrelevant, as well, at least when it comes to this specific case. In the same manner, nor do I know whether this is a solo excursion, rather than being a collective attempt. In the shape of an actual band, respectively. This lack of information is in fact a positive note, at least when contemplating on fragments such as this. Taking a step towards their past endeavours, I would place their sonic mark on the fields of darkened ambiance, while never forgetting to include some component layers of intrinsic and unrelenting noise. The later operating as a necessary ingredient, in order to complete their sonic amalgam, in an abruptly dissonant sense. On this instance, they opt for an opening haze, which relies on organically infused atmospheres, gradually settling into a plateau of gloom. A plateau that comes off as a sensation that is completely fitting to the title chosen for this track. Its texture indeed draws similarities to a creeping aura, that evidently lurks within. This inversion is the dominant key to this track, at least when one concentrates on its beginning. I am saying that, because there is a large scale of subversion taking place, after this initial calm inception. As said calmness gives its place to a harrowing explosion of grand proportions. An explosion that seemingly relies on the typical set of instruments that usually relate to the black metal spectrum, while, in fact, the mode of usage chosen, distances them apart from the usual fragments of this sound moniker. Simply because its tone and intensity distinctively point to noisier terrains. Also, frankly speaking, the simultaneous display of piercing, wolfish howls, chaotically transparent drum beats as well as guitar-generated concussions, would probably seem as a rather sloppy approach, especially if limited to the strict barriers that the metal cannon is contrived of, exclusively. It is a fact, I conclude: this type of outbreak will be thoroughly appreciated by all of us who have reached the point of utter boredom, when it comes to the obsessions regarding technical superiority. These obsessions seem to be embraced by a large number of the orthodox metal fans, unfortunately. On the other hand though, as stated above, there is a small number of like-minded individuals that seek noise instead of virtuosity. Noise, as a form of redemption, that is. In this particular case, the vibrant, Dionysian element leads to a chaotically primordial form of exaltation. Giving a hallow smile to my face expression. Something that could be interpreted as somehow absurd, at least when we are dealing with artists and bands that move along these genres. Regardless of this generalization though, this gesture is entirely welcome on my behalf. As this circular composition fades, we are once more being led to the ambient direction that was prevalent, initially. Culminating in a totally rewarding epilogue.

Moving along, it is time for Enshroud to take the lead. An Australian band, who could be seen as the biggest selling point of this release, if I could use such a phrase. Having displayed already a series of four demos under their belt, they have certainly managed to stir up the underground world, savoring upon a necessary impressive approbation. Which comes in the form of appreciation, among the small yet fanatic crowd that holds a soft spot for emanations of this kind. Their style is somewhat more accessible, if compared to Lipitoare’ s noisy ambient spectrum. Likewise, aligned to the aforementioned projection’ s approach, they too are relying on a murky and lo-fi method of recording. Something that easily puts them into the raw black metal milieu, a sub-genre that seems to be on the rise, during these recent years. Their sound caliber though has the tendency to be abruptly melancholic, inviting some melodically inclined infusions to complete its core, while not forgetting to include a barrage of emotionally driven deadlocks, as well. Their vague transmissions reminded me of Xasthur’s most illusive moments. And, in through him, another fitting example of influence, would obviously be Mutiilation’s decadent visions. The two Enshroud songs that are included in this tape appear to be rich in texture, as well as ultimately integrated. A result that profoundly owes a lot to the experience that this duo has gained, up to now. Also, this treatment is certainly the outcome of their ability to craft audio tensions that emphatically connect them to this ill-fated genre. Whether someone decides to place the dsbm tag on this project, or not. The basis of their sonic sorcery lie obviously upon the mournful guitar phrases who frequently entwine with the presence of maniacal vocals. Creating a wet, yet foggy and dreamlike state, altogether. The purpose of whom is obviously to reach the state of catharsis. A catharsis that is obliged to pass among the lines of segregation, until it manages to levitate itself onto a sphere of unification.

The joint existence of these two formations proved to be a wise choice, regarding its selection, in my humble opinion, at least. The plainly obvious differences between them appear to be helpful, in the process of asserting, as well as in the road of establishing the very essence of the element of variety, which is so vitally crucial. While not forgetting to maintain an aura of unstated, cohesive flux. I personally feel that this is a nearly essential split release. If I had to choose among these two, I would easily vote for Lipitoare, as being the somewhat winning side of this informal conflict. This observation though, lies clearly engraved in the palimpsest of my personal aesthetic motivations and preferences. Thus, by no means should one think that this opinion implies any kind of negativity towards Enshroud’ s undisputed excellence. Summarizing, I need to state that this has been the first delightful release of this current year, personally speaking, of course.

George Kanavos /Γεώργιος Π. Καναβός

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.