Οδυσσέας Τζιρίτας – Butterflies (self-released/name your price)

 

Η περίσταση της συγκεκριμένης παρουσίασης είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη, προσωπικά μιλώντας. Ούτως ή άλλως η ιδιαιτερότητα της διατρανώνεται εμφατικά από το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά ενός νεότατου δημιουργού/μουσικού. Με τον οποίο μάλιστα, είχα συνυπάρξει σε μια συναυλιακή συνθήκη/σύμπραξη, λίγα χρόνια πριν. Είχα, τότε, κυριολεκτικά εκστασιαστεί από τον υπέροχα υγρό ήχο που έβγαζε ως κιθαρίστας. Τώρα λοιπόν, κυκλοφορεί το ντεμπούτο του, έχοντας ήδη προλάβει να δοκιμαστεί μουσικά, μέσα από μία σειρά live εμφανίσεων. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο εν λόγω καλλιτέχνης βρίσκεται ακόμα στην εφηβεία, κατανοεί εύκολα κανείς πόσο φιλόδοξη και αλματώδης είναι η κίνηση αυτή. Ειδικότερα μάλιστα, καθώς πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή, η οποία εν πολλοίς στηρίζεται στις κατευθύνσεις και στα όρια που ο ίδιος ο Οδυσσέας έθεσε. Και, συνεπώς, πρόκειται για μια δυνητικά προσωπική εκτόξευση.

Η επιλογή μιας άτυπης home recording προσέγγισης κρύβει κινδύνους, ενδεχομένως. Εδώ ωστόσο, λειτουργεί απελευθερωτικά, προσδίδοντας έναν ζωντανό χαρακτήρα στην όλη ηχογράφηση. Της οποίας το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται, έχοντας ως βάση μια χαρμόσυνα ρυθμική σύνθεση. Η οποία μόνο ως ευχάριστη έκπληξη δύναται να χαρακτηρισθεί, καθώς μου έφερε στο μυαλό τους Charlatans, αλλά και συνολικά τον πάλαι ποτέ, καλαίσθητο, indie ήχο της πόλης του Manchester. Η χρήση θηλυκών φωνητικών στο προκείμενο, είναι επίσης μια εξόχως ταιριαστή επιλογή. Ενώ επιπρόσθετα, δίνει τον τόνο, για μια σειρά εκπλήξεων και αναδομήσεων που στη συνέχεια επακολουθεί. Ειδική μνεία αξίζει να επιφυλαχθεί στους πολύ όμορφους και έξυπνα δομημένους τίτλους, οι οποίοι προσδίδουν διάφορες χρωματικές εντάσεις στα κομμάτια που εμπεριέχονται εδώ. Το “Give Me Sun, Take My Soul” στέκεται ως εμφατικά ενδεικτικό επιχείρημα της ως άνω τεθείσας πρότασης. Βάζοντας μάλιστα, στο πεδίο ηλεκτρονικά στοιχεία και ρυθμικές υπερβάσεις, δίνοντας παράλληλα τη σκυτάλη σε ένα σχεδόν αμιγώς αυτοσχεδιαστικό blues rock όργιο. Μέσα από το οποίο ο Οδυσσέας κατορθώνει να τονώσει όχι μόνο τις ικανότητες του ως κιθαρίστας, μα παράλληλα να διατυμπανίσει την έμμετρη συνθετική του δεινότητα. Υπό άλλες συνθήκες, θα βαριόμουν αγρίως με μια ανάλογη επίδειξη, για να το θέσω όσο απλούστερα γίνεται. Εδώ όμως, οι συνεχείς εναλλαγές τονίζουν τον απαράμιλλα ηδονικό χαρακτήρα που αυτή η σύνθεση αδιόρατα προϋποθέτει. Ως βάση, μα και ως αμφισημία, τοιουτοτρόπως.

Η συνέχεια της ακρόασης με οδηγεί σε απρόσμενα μονοπάτια, όπου διακρίνω μια παλέτα διαφόρων, μα και δυνητικά ουσιωδών επιρροών. Οι οποίες συμπλέκονται στο αμάλγαμα της ρυθμικής αντίληψης που είναι κυρίαρχη σε αυτή την ηχογράφηση. Σε στενό συνδυασμό με μια αβίαστη διάθεση ανάπτυξης, μα και παράθεσης, ολότελα εύηχων μελωδιών. Οι οποίες αγγίζουν ακόμα και τα πεδία της jazz, στολίζοντας το υλικό με μια ευάρεστη διάθεση ενδελεχούς διαύγειας. Θυμίζοντας μου τις πλέον funky εκ των στιγμών, των -μάλλον- αγνοημένων Mushroom. Όπως επίσης και τις solo ενατενίσεις του Jeff Parker, αφαιρώντας ευτυχώς τον απροκάλυπτο ακαδημαϊσμό του τελευταίου. Το εξαιρετικό “I Took My Shoe Off, But…” είναι ένα τρανό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης.

Το υλικό αυτό απολήγει να διατηρεί τόσο τη διακριτικότητά του, όσο και την περιπετειώδη υφή του, ταυτόχρονα. Αποφεύγοντας άνετα τις συμπληγάδες του εντυπωσιασμού, αλλά και της αχρείαστης, άκαιρης νοσταλγίας. Χρησιμοποιώντας ως καμβά ένα -γενικά μιλώντας- alternative pop/rock πλαίσιο, κατορθώνει να ενοποιήσει μια σειρά από ξέχωρους ηχητικούς κώδικες. Φροντίζοντας μάλιστα, ώστε η ροή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας να παρατίθεται σοφά, σχεδόν. Έχοντας ως αποτέλεσμα ένα album που ακούγεται ολοένα και αρτιότερο, στον ρου της συνολικής του διάρκειας. Ο θεμελιακά pop χαρακτήρας του σηματοδοτείται από την εύηχη ποιότητα των μελωδικών του σημείων τα οποία, σχεδόν πάντοτε, διατηρούν μια συναυλιακής υφής συναισθηματική διάταση. Κάνοντας με να θέλω να παρευρεθώ σε κάποια μελλοντική ζωντανή εμφάνιση του Οδυσσέα.

Σε ό,τι αφορά την εδώ παρατιθέμενη κυκλοφορία, είναι πασιφανές ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα όμορφη συλλογή στιγμών και ηχητικών φράσεων. Η οποία ως πρόσημο χαρακτηρίζεται από τον ανιδιοτελώς ευδαιμονικό της χαρακτήρα. Αν και αρχικά, κάποιος εύκολα θα υιοθετούσε την άποψη ότι η κίνηση μιας full-length εργασίας αποτελεί ένα σαφέστατα φιλόδοξο βήμα, ειδικά για έναν τόσο νεαρό καλλιτέχνη, φρονώ πως δεν είναι αυτό το σημείο στο οποίο οφείλει να σταθεί κανείς. Απεναντίας, το κρίσιμο στοίχημα αυτού του δίσκου, είναι ακριβώς η απόδοση μιας απρόσκοπτα όμορφης διαδικασίας παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που λατρεύει και λατρεύεται. Και, εν τέλει, υπάρχει ως μια απαραίτητη προσθήκη, στο μουσικό στερέωμα του σήμερα. Δηλώνω εντυπωσιασμένος, λοιπόν. Άνετα, και ολοκληρωμένα, θα προσέθετα.

 

 

Γιώργος Καναβός

Lipitoare/Enshroud- S/T Split (Black Gangrene Productions)

Υποθέτω, πως είναι περιττό να σημειώσω πως η πρακτική των split κυκλοφοριών ήταν και είναι μια συνηθισμένη προσέγγιση, σε ο,τι αφορά το underground στερέωμα, έστω. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η εν εξετάσει κασέτα που παρουσιάζεται εδώ και η οποία συνταιριάζει δύο δραστικά διαφορετικές, μα όμορα διασπώμενες, μπάντες. Κοινός παρονομαστής των οποίων θα μπορούσε να είναι η σχετική αναγνώριση που έχουν ήδη κατακτήσει, μέσα από ένα δίκτυο ανεξάρτητων κυκλοφοριών. Αναγνώριση βέβαια, η οποία υφίσταται αυστηρά εντός των ορίων αυτού του χώρου, εξ ου και η σχετικότητα αυτής. Οι αναφερθείσες κυκλοφορίες εμφανίστηκαν υπό τη μορφή κασέτας, αποκλειστικά, ως οφείλω να συμπληρώσω.

Η έναρξη λοιπόν, ανήκει στους Lipitoare, η συμμετοχή των οποίων αποτιμάται σε ένα δαιδαλώδες, δωδεκάλεπτο κομμάτι. Ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές, σχετικά με αυτό το σχήμα. Η χώρα προέλευσης τους μου είναι άγνωστη, μα και αδιάφορη, εν προκειμένω. Αγνοώ, επίσης, το αν πρόκειται για solo, ή συλλογική απόπειρα. Η έλλειψη αυτή όμως, λειτουργεί ενθαρρυντικά, θαρρώ, τουλάχιστον στην περίπτωσή τους. Οι προηγούμενες ανασκαφές τους τοποθετούνταν στα μονοπάτια του σκοτεινού ambient, περιλαμβάνοντας δε και κάποιες συνιστώσες εγγενούς θορύβου, οι οποίες συμπλήρωναν δυσαρμονικά, το ηχητικό τους αμάλγαμα. Στην περίσταση αυτή εκκινούν, βασιζόμενοι σε οργανικά προερχόμενες ατμόσφαιρες, οι οποίες σταδιακά χτίζουν ένα υψίπεδο ζόφου. Διόλου αταίριαστο με τον τίτλο που επέλεξαν- πράγματι, η υφή του κομματιού αυτού, ομοιάζει αρκετά με την αίσθηση μιας απειλητικής αύρας, η οποία σκωπτικά παραμονεύει. Αυτό το κλίμα κυριαρχεί αρχικά, ανατρέπεται όμως, εμφατικά στη συνέχεια, δίνοντας τη θέση του, σε ένα ακραία οργιώδες ξέσπασμα. Το οποίο, ενώ εδράζεται στα συμβατικά όργανα που συνήθως χαρακτηρίζουν τον black metal ήχο, εν τούτοις αποστασιοποιείται από αυτόν. Διότι το ύφος και η ένταση παραπέμπουν σαφέστατα σε πιο θορυβώδεις καταστάσεις. Ενώ, η συνύπαρξη διαπεραστικών λυκίσιων κραυγών, άναρχων τυμπανισμών και κιθαριστικών συσπάσεων, θα φάνταζε κάπως άτσαλη, αν περιοριζόταν στα αυστηρά πλαίσια του metal. Είναι γεγονός, πως αυτού του είδους η έξαρση, θα εκτιμηθεί δεόντως από όλους εμάς που έχουμε βαρεθεί από τις εμμονές πολλών ορθόδοξων οπαδών του metal σε σχέση με την τεχνική. Ενώ, απλούστατα, επιζητούμε τον θόρυβο, ως λύτρωση σχεδόν. Εδώ λοιπόν, το διονυσιακό στοιχείο της αρχέγονα χαοτικής ανάτασης, μου χάρισε ένα χαρακτηριστικό χαμόγελο. Πράγμα ενδεχομένως ασυνήθιστο για αυτό τον ήχο – πλην όμως, εξόχως καλοδεχούμενο, από εμένα τουλάχιστον. Σβήνοντας, οδηγούμαστε πάλι, κυκλικά σχεδόν, στην ατμοσφαιρική κατεύθυνση που αρχικά ευοδώθηκε, οδηγώντας σε ένα ολότελα ταιριαστό κλείσιμο.

Η συνέχεια ανήκει στους Αυστραλούς Enshroud, οι οποίοι φρονώ πως αποτελούν τον κράχτη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. Έχοντας ήδη 4 demos στο ενεργητικό τους, έχουν κάνει την απαιτούμενη εντύπωση, στο μικρό, μα αφοσιωμένο, κοινό που παρακολουθεί τις εκπορεύσεις του είδους αυτού. Το ύφος τους είναι, θα έλεγα, σχετικά πιο προσβάσιμο, σε σχέση πάντα με τους προαναφερθέντες Lipitoare. Στηρίζονται και αυτοί σε μια εντελώς ωμή και απέριττη ηχογράφηση. Κάτι που, προφανώς τους τοποθετεί στο παρακλάδι του raw black metal, μολονότι το στυλ τους είναι χαρακτηριστικά μελαγχολικό, μη αρνούμενο τις μελωδικές υπερβάσεις, μα ούτε και τα συναισθηματικά εντεινόμενα αδιέξοδα. Η θολή εικόνα τους, μου έφερε στον νου τις πλέον απατηλές στιγμές του Xasthur. Και, μέσω αυτού, τα παρακμιακά οράματα των Mutiilation, επί παραδείγματι. Οι δύο συνθέσεις τους που περιέχονται στην κασέτα αυτή είναι μεστές και ολοκληρωμένες. Απόρροια, προφανώς της εμπειρίας μα και της ικανότητας τους να συνδεθούν με αυτό το – κατά βάση- δύστροπο ρεύμα. Η βάση τους είναι πασιφανώς οι θλιμμένες φράσεις της κιθάρας, οι οποίες συμπλέουν με τα αρκούντως μανιακά φωνητικά. Δημιουργώντας ένα υγρό και συνάμα ονειρωδώς ομιχλώδες τοπίο, σκοπός του οποίου δείχνει ξεκάθαρα να είναι η κάθαρση, η οποία περνά μέσα από τις γραμμές του διαχωρισμού, ωσότου ανυψωθεί στη σφαίρα της ενοποίησης.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο σχηματισμών υπήρξε σοφή ως προς την επιλογή της, θαρρώ. Οι προφανείς διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, διατρανώνουν το στοιχείο της ποικιλίας, που είναι τόσο απαραίτητο. Χωρίς, παράλληλα να διαταράσσουν την άρρητα συνεκτική ροή, που χαρακτηρίζει αυτή τη συνεργασία. Νιώθω πως το αποτέλεσμα είναι άριστο. Προσωπικά μιλώντας, θα ξεχώριζα άνετα τους Lipitoare, ως νικητές αυτής της άτυπης διαμάχης. Η παρατήρηση όμως, αυτή είναι καθαρά σχετιζόμενη με την προσωπική μου αισθητική, και σε καμία περίπτωση δε δύναται να μειώσει την αξία των Enshroud. Εν κατακλείδι, η πρώτη απολαυστική κυκλοφορία του έτους αυτού, προσωπικά μιλώντας.

I suppose that it would perhaps be useless to note that the existence of split releases is a very common practice, regarding the underground firmament, foremost. This direction is set upon the tape that is being analyzed, as well as examined, at this instance. This demo is actually contrived of two drastically different, yet bordering at many points of disintegration, bands. A point that could potentially be seen as a common denominator among these formations, is the level of relatively positive appreciation that both have so far received. Keeping in mind though, that the recognition obtained by them, refers strictly to underground circles. Hence, the relative nature that is mentioned above. Another important element that I should not forget to note, is the fact that all aforementioned releases had been unleashed in the form of cassettes, exclusively.

Back to this particular one, though- the onset of whom belongs to Lipitoare. Not much is known concerning this project. Their country of origin is completely unknown to me, yet dare I say irrelevant, as well, at least when it comes to this specific case. In the same manner, nor do I know whether this is a solo excursion, rather than being a collective attempt. In the shape of an actual band, respectively. This lack of information is in fact a positive note, at least when contemplating on fragments such as this. Taking a step towards their past endeavours, I would place their sonic mark on the fields of darkened ambiance, while never forgetting to include some component layers of intrinsic and unrelenting noise. The later operating as a necessary ingredient, in order to complete their sonic amalgam, in an abruptly dissonant sense. On this instance, they opt for an opening haze, which relies on organically infused atmospheres, gradually settling into a plateau of gloom. A plateau that comes off as a sensation that is completely fitting to the title chosen for this track. Its texture indeed draws similarities to a creeping aura, that evidently lurks within. This inversion is the dominant key to this track, at least when one concentrates on its beginning. I am saying that, because there is a large scale of subversion taking place, after this initial calm inception. As said calmness gives its place to a harrowing explosion of grand proportions. An explosion that seemingly relies on the typical set of instruments that usually relate to the black metal spectrum, while, in fact, the mode of usage chosen, distances them apart from the usual fragments of this sound moniker. Simply because its tone and intensity distinctively point to noisier terrains. Also, frankly speaking, the simultaneous display of piercing, wolfish howls, chaotically transparent drum beats as well as guitar-generated concussions, would probably seem as a rather sloppy approach, especially if limited to the strict barriers that the metal cannon is contrived of, exclusively. It is a fact, I conclude: this type of outbreak will be thoroughly appreciated by all of us who have reached the point of utter boredom, when it comes to the obsessions regarding technical superiority. These obsessions seem to be embraced by a large number of the orthodox metal fans, unfortunately. On the other hand though, as stated above, there is a small number of like-minded individuals that seek noise instead of virtuosity. Noise, as a form of redemption, that is. In this particular case, the vibrant, Dionysian element leads to a chaotically primordial form of exaltation. Giving a hallow smile to my face expression. Something that could be interpreted as somehow absurd, at least when we are dealing with artists and bands that move along these genres. Regardless of this generalization though, this gesture is entirely welcome on my behalf. As this circular composition fades, we are once more being led to the ambient direction that was prevalent, initially. Culminating in a totally rewarding epilogue.

Moving along, it is time for Enshroud to take the lead. An Australian band, who could be seen as the biggest selling point of this release, if I could use such a phrase. Having displayed already a series of four demos under their belt, they have certainly managed to stir up the underground world, savoring upon a necessary impressive approbation. Which comes in the form of appreciation, among the small yet fanatic crowd that holds a soft spot for emanations of this kind. Their style is somewhat more accessible, if compared to Lipitoare’ s noisy ambient spectrum. Likewise, aligned to the aforementioned projection’ s approach, they too are relying on a murky and lo-fi method of recording. Something that easily puts them into the raw black metal milieu, a sub-genre that seems to be on the rise, during these recent years. Their sound caliber though has the tendency to be abruptly melancholic, inviting some melodically inclined infusions to complete its core, while not forgetting to include a barrage of emotionally driven deadlocks, as well. Their vague transmissions reminded me of Xasthur’s most illusive moments. And, in through him, another fitting example of influence, would obviously be Mutiilation’s decadent visions. The two Enshroud songs that are included in this tape appear to be rich in texture, as well as ultimately integrated. A result that profoundly owes a lot to the experience that this duo has gained, up to now. Also, this treatment is certainly the outcome of their ability to craft audio tensions that emphatically connect them to this ill-fated genre. Whether someone decides to place the dsbm tag on this project, or not. The basis of their sonic sorcery lie obviously upon the mournful guitar phrases who frequently entwine with the presence of maniacal vocals. Creating a wet, yet foggy and dreamlike state, altogether. The purpose of whom is obviously to reach the state of catharsis. A catharsis that is obliged to pass among the lines of segregation, until it manages to levitate itself onto a sphere of unification.

The joint existence of these two formations proved to be a wise choice, regarding its selection, in my humble opinion, at least. The plainly obvious differences between them appear to be helpful, in the process of asserting, as well as in the road of establishing the very essence of the element of variety, which is so vitally crucial. While not forgetting to maintain an aura of unstated, cohesive flux. I personally feel that this is a nearly essential split release. If I had to choose among these two, I would easily vote for Lipitoare, as being the somewhat winning side of this informal conflict. This observation though, lies clearly engraved in the palimpsest of my personal aesthetic motivations and preferences. Thus, by no means should one think that this opinion implies any kind of negativity towards Enshroud’ s undisputed excellence. Summarizing, I need to state that this has been the first delightful release of this current year, personally speaking, of course.

George Kanavos /Γεώργιος Π. Καναβός

Ancient Morass – Bog Barrow (Consistentis Veritatis Peremptoria)

Το φαινομενικά άγνωστο αυτό σχήμα προέρχεται από την Ολλανδία. Έχοντας ήδη, μερικές κυκλοφορίες στο ως τώρα ενεργητικό του, κυρίως υπό τη μορφή κασέτας. Το αυτό συμβαίνει και εδώ, σε ό,τι αφορά το format, τουλάχιστον. Πρόκειται για το solo όχημα του Tjalling Janssen, ο οποίος παρουσιάζεται ιδιαιτέρως παραγωγικός, έχοντας ήδη, δημιουργήσει – ή πάρει μέρος σε – μια σειρά από σχηματισμούς. Με την πλειοψηφία εξ αυτών να κινείται στο χώρο του metal, με την εξαίρεση κάποιων που κινούνται στις παρυφές του σκοτεινού ήχου, είτε αυτός σχετίζεται με τις dark ambient απολήξεις, είτε αυτός αναφέρεται καθαρά σε εξάρσεις θορύβου. Αναφέρω -ενδεικτικά- κάποια από τα εν λόγω σχήματα: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition, κ.α. Συνήθως, ανάλογες περιπτώσεις ακραίας παραγωγικότητας τείνουν να αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλιστα. Εδώ ωστόσο, τα πράγματα, ευτυχώς, δεν ακολουθούν την κατιούσα οδό της παντελούς απουσίας έμπνευσης.

Απεναντίας, μάλιστα- όπως συμβαίνει και στους άλλους σχηματισμούς του- ο εν λόγω μουσικός εμφανίζεται καίριος και συνάμα καυστικός, επιλέγοντας αυτή τη φορά να εστιάσει σε ένα μελωδικά παλλόμενο, μελαγχολικής υφής black metal. Οι ρίζες του οποίου θα πρέπει να αναζητηθούν στις 90’ς παρεκβάσεις που έλαβαν χώρα στα σκανδιναβικά -κυρίως- εδάφη, ως συνήθως. Αλλά και σε μια, σχεδόν ανεπαίσθητη επιρροή, από τη στωικότητα που χαρακτήριζε εν πολλοίς τον shoegaze ήχο και που εμβόλιμα τοποθετείται εδώ, προσθέτοντας πολλά στη συναισθηματική ανάβαση αυτών των συνθέσεων. Δίνοντας έναν γήινο τόνο, στο κατανυκτικά χειμερινής φύσης οικοδόμημα, που παρουσιάζεται εδώ.

Οι μόλις τρεις συνθέσεις που παρατίθενται σε αυτό το demo, είναι πληρέστατα ενδεικτικές της κατεύθυνσης που αυτό το όχημα θέτει. Μελαγχολικό, μα όχι καταθλιπτικό. Παγερό, μα και παρήγορο. Προσπαθώντας να ξεχωρίσει στιγμές εν μέσω αυτού του ορυμαγδού από riffs, καταλήγει κανείς να αντιμετωπίσει αυτή τη σύντομη παραφορά, ως ένα άρρηκτο σύνολο. Οι πυλώνες του οποίου καθορίζονται από την εγγενή αγάπη του συγκεκριμένου μουσικού προς το υλικό του. Μα και από την άφοβη περιφορά του στα εδάφη της επούλωσης. Συνοπτικά, λοιπόν μιλώντας, θα έλεγα πως το παρόν αποτελεί ένα ακατέργαστο κόσμημα. Το οποίο πολλές και πολλοί, ενδεχομένως να απολαύσουν. Η συνέχεια του οποίου θα είναι, ίσως καθοριστική. Κρίνοντας από το υπάρχον δείγμα, τολμώ να προσθέσω πως η συνέχεια αυτού, θα είναι και υπέροχη.

Προς το παρόν, αυτή η κασέτα κυκλοφόρησε μόλις από ένα μικρό, όπως και εξόχως καλόγουστο ολλανδικό label, ενώ αρχικά είχε κυκλοφορήσει σε digital εκδοχή, λίγους μήνες πριν. Τώρα λοιπόν, έφτασε η στιγμή να περιβληθεί με την προσοχή που αναμφίβολα του αξίζει.

This seemingly unknown formation comes from the Netherlands. Having so far already spawned a few releases, most of which appeared in the form of limited edition tapes. His latest release moves along that fields, regarding format preference, at least. Ancient Morass is in fact the solo vehicle of Tjalling Janssen, who appears to be quite productive, having formed a variety of projects, while, simultaneously, having been a member of a series of bands. The majority of said projects and bands move within the boundaries of certain varieties that associate themselves to the black metal milieu. Yet, among those, one could find some that seem to merge into the fringes of darkly toned sounds. That sort of categorization would largely include dark ambient transmissions, as well as some noise related outbursts. Needless to say, though- some of these formations ought to be mentioned, for sure: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition and many more, as the list is long, indeed. Usually, the expedition of such phenomenal creativity in short amounts of time, tends to be seen suspiciously, at best. The present case differs, though. Thankfully, this is not a showcase of yet another boring failure. That usually comes as a result of complete and utter lack of inspiration.

Yet, as said, this is not the formula presented here. Quite the contrary, in fact-if compared to the aphorism stated above, this artist’s route so far has been clearly remarkable, in terms of quality. Something that is also easily evident here. Concentrating on this specific release, I could say that, this time around, his sounds are crucial, yet caustic. For now, opting to focus on an audio form that is deeply rooted to the nineties black metal motives, especially those that were cultivated in Scandinavian grounds, an influence that is certainly no stranger to a project of this kind. While not neglecting to add a subtle, scarcely notable amount of the stoic harmony that was such a dominant attribute of the shoegaze cannon, a trait which is carefully embedded in this mix, inserting some delightful modes to the emotional ascension that these sounds explore. Vibrating this whole, operating as a passage to earthly tonal forms. Giving shape to a purely devout foundation, that unfolds itself in the manner of a winter inspired inner core. Its nature diverted into a handful of spinning frequencies.

This demo is contrived of three compositions only, clocking at less than 11 minutes, actually. In the course of its short duration though, it manages to project itself as a fully incisive step, solidly indicative of the path that this project has chosen to move along to. A path that could be heralded as melancholic- and yet, not depressive. Frigid, yet comforting. Attempting to distinguish some motion amid this maelstrom of riffs and phrases, ultimately leads into concluding that this material should actually be regarded as a unified assemblage. The pylons of which seem to be strongly defined by the inherent love that this musician displays, thus connecting his material in a flawless manner. But also, of equal importance is his fearless wandering on captivating terrains. Blessing these songs with an almost healing quality.

Having to reach to a conclusion, I must state that I view this tape as being a roughly tempered jewel. Which could turn into being quite a treat, for many people that would choose to indulge into this sonic territory. The follow up to this demo, might even prove to be of vital importance, I feel. Solely basing my judgment upon this, dare I add that what follows might also prove to be fascinating, as well. Until then, this cassette has just been released by a small, yet wonderfully eclectic dutch label. Having initially seen the light of day, some months ago, as a digital only release. A perfect time, it seems to be, to give this demo the well-deserved attention it ought to receive.

Giorgos Kanavos

Όψεις του Αισώπου: για τον Χρήστο Ζυγομαλά

Είναι κάποιες συνδέσεις που, απλά αδυνατώ να εξηγήσω, με λογικούς όρους, τουλάχιστον. Εν προκειμένω λοιπόν, ήταν ο Χρήστος που αρχικά με συνάντησε. Έχοντας τότε ως αφορμή την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου. Σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Μάλιστα, εξαιτίας του Χρήστου κράτησα ένα ενθύμιο από εκείνη τη νύχτα: καθώς είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τα τεκταινόμενα. Χωρίς ακόμα να το γνωρίζω, επιπρόσθετα, εκείνη η συνάντηση υπήρξε η απαρχή της μορφοποίησης του σχηματισμού της Ιερής Γεωμετρίας. Και, συνεπώς, η καταγραφή της ήταν ένα εξόχως σημαντικό δώρο, εκ μέρους του Χρήστου. Από εκείνα τα δώρα που βασικά, δε θέλεις να μοιραστείς. Αφού η κατοχή του είναι αυτόφωτα πολύτιμη.

Η σύνδεση με την προγενέστερη πορεία του Χρήστου αναπόφευκτα κυλά ως μια ροή συνέχειας. Συνέχειας αισθητικής, στη βάση των χαοτικά ελεύθερων δημιουργιών των Exarchia Square Band. Ή ακόμα, περνώντας μέσα από την οδό των μελαγχολικά δομημένων προσωπικών του κομματιών. Που μέσα στην αδήριτη απλότητά τους, συνένωναν τις δονήσεις πολλών ταξιδιών και θαυμάτων. Δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσω συνολικά την πορεία του Ζυγομαλά εδώ, προφανώς. Το πέρασμα του από διάφορα στερεώματα λειτούργησε πάντοτε με συνεκτικό στοιχείο την ομορφιά. Αυτή ήταν, θαρρώ, η πυξίδα του, ο γνώμονας που καθόριζε την πορεία της πλεύσης του. Στο διηνεκές.

Θραύσματα αυτής της διαδρομής άλλωστε, έχουν ήδη εξιστορηθεί από τον ίδιο τον δρώντα. Και οπωσδήποτε από την πλευρά μου, άνετα θα παρέπεμπα στο έντονα προσωπικό βιβλίο του. Με τον εύγλωττα ακέραιο τίτλο «Η μπαλάντα της Πλατείας». Εκεί, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αποχαιρετά συντρόφισσες και συντρόφους. Και συνομιλεί με τις εποχές του, απρόσκοπτα. Διαβάζοντας το, είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για ένα κύκνειο άσμα. Όχι όμως, υπό τη μορφή κάποιου είδους απολογισμού, μα απεναντίας, ως σπονδή που στηρίζεται στη μεστότητα του μύθου. Και των πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας που εμπεριέχει αυτός. Μια ενοποίηση που στέκει ως απολύτως ενδεικτική της σχέσης του ως συγγραφέα, με την ίδια την έννοια της ομορφιάς. Και το πως αυτή μετουσιώνεται σε συναίσθηση και εμπειρία. Μέσα από την κατάβαση, στον αέναο κύκλο των σφαιρών.

Η άδολη προσφορά του Χρήστου δεν περιορίζεται στις σχετιζόμενες με τις τέχνες παρουσίες του. Πηγάζει σθεναρά από μια βαθύτερη, ανήσυχη φλόγα που περιεργάζεται το ύφος του δασκάλου, υιοθετώντας τον άσπιλο σαρκασμό του μαθητή. Οι συνθήκες αυτής της ενότητας στέκονται στον πυρήνα των έργων που αφιέρωσε σε αυτή την ύπαρξη. Ατέρμονα εκρηκτικές, ήσαν. Σαν ανατροπή που εκτυλίσσεται.

Δε θα ήθελα πάντως, να αποτολμήσω μια σκιαγράφηση που θα παραπέμπει σε αγιογραφία, ούτε σε χρονικό μιας περιοχής. Είναι δεδομένο ότι βρεθήκαμε και συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Είναι επίσης, δεδομένο ότι κι αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μέρος της προαναφερθείσας συνέχειας. Το να τοποθετήσω όμως, το Χρήστο αυστηρά σε αυτό το πλαίσιο, θα αποστερούσε κομμάτι της δέουσας προσοχής. Η οποία θα όφειλε, αντιθέτως να επικεντρωθεί στο ιδιαίτερο και μοναδικά αποκαλυπτικό ύφος του, που είναι ολότελα εμφανές στα δημιουργήματα του. Είτε πρόκειται για λέξεις, είτε για ήχους, είτε ακόμα και για εικόνες. Είναι παρούσες και θα είναι, εσαεί. Όντας κληροδοτήματά του στο Επέκεινα.

Έχω την αίσθηση πως η έσχατη συνάντηση μου με αυτόν, ήταν ενδεικτική της ζεστασιάς που τον συνόδευε. Απόρροια, ενδεχομένως της ένθερμης φύσης του. Μα και των εμπειριών που είχε συλλέξει, κατεβαίνοντας. Η ολοκληρωμένη ηχώ των επιτευγμάτων του λοιπόν, είναι η αγάπη. Η αγάπη με την οποία περιέβαλλε τις οντότητες. Η γλυκύτητα την οποία επέδειξε απέναντι στα σημαίνοντα.

Είναι ηγεμονικά αξιοσημείωτο: κάποιες περιπλανήσεις, ενώ εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, εν τέλει συγκλίνουν αρμονικά, απολήγοντας στην αβίαστη ταύτιση. Ταύτιση που απομακρύνεται από την προσκόλληση, επιλέγοντας αντιθέτως, το μονοπάτι των αισθητικών- και όχι μόνο- συγγενειών. Σε αυτό το πλαίσιο θα αποτιμούσα τη σχέση μου με τον Χρήστο. Και τη βαθιά εκτίμηση που τρέφω για το σύνολο του έργου του. Έτσι λοιπόν, δε θα έλεγα πως η θλίψη αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημα μου, απέναντι στο γεγονός αυτής της αναχώρησης. Είναι το χαμόγελο του χαιρετισμού, που θερμαίνει την αύρα της απογείωσης. Ως συνέχεια της πληρότητας. Σε μια διάσταση όπου διαμένουν οι εκλάμψεις μας.

Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χρήστος Ζυγομαλάς το επέλεξε συνειδητά: στήριξε την υπόθεση του στο τίποτα. Παραμένοντας αναλλοίωτα αιχμηρός, στο μονοπάτι που διένυσε. Εκεί, όπου η σκιά γίνεται φως. Ολόψυχα τον ευχαριστώ, για αυτές- μα και για άλλες- αποδράσεις.


# Επισυνάπτω κάποιες κυκλοφορίες του, ενδεικτικά:

«Πολιτεία», self- released, 1981

«Άσπρο- Μαύρο», self- released, 1984

«Απ’ τη Σμύρνη Στην Αθήνα», Molon Lave

Και, πέρα από κάποιες από τις μουσικές του κυκλοφορίες που παρατέθηκαν ως άνω, προσθέτω εδώ και κάποια από τα βιβλία του. Ας τονιστεί όμως ότι πρόκειται για κάποια εξ αυτών και ουχί για συνολική εργογραφία. Η συνεισφορά του στις underground εκδοτικές απόπειρες είναι ανώφελο να αποτιμηθεί, εδώ. Ιδού, λοιπόν:

«Cantos Desperados», αυτοέκδοση, 2011

«Η Μπαλάντα της Πλατείας», Ρενιέρη, 2018

«Η Μυγοσκοτώστρα», Bibliotheque, 2019

Giorgos Kanavos

Poisoning Seraphs – Dead Congregation/Rapture/Soulskinner live

Η αρχική ανακοίνωση σχετικά με το επερχόμενο live των Dead Congregation επί αθηναϊκού εδάφους, αναμενόμενα διέσπειρε ενθουσιασμό σε ικανότατο αριθμό μυημένων και μη. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν η προσθήκη μιας ακόμα συναυλίας τους, πέραν αυτής που είχε αρχικά ανακοινωθεί. Η συγκεκριμένη μάλιστα, θα επικεντρωνόταν στο “Grave Of Archangels”, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν δέκα έτη από την κυκλοφορία του. Και αυτό αποτελούσε ακόμα έναν πόλο έλξης, προσωπικά μιλώντας.

Φτάνοντας στο Temple σχετικά νωρίς, παρατήρησα πως υπήρχαν κάποιες/κάποιοι ήδη εκεί. Η είσοδος των Soulskinner έγινε σε σχετικά ζεστό κλίμα, λοιπόν. Σχεδόν παρεϊστικο, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η απόδοση τους. Το παλαιών αρχών, κατά βάση αμερικανικής υφής death metal τους, ηχούσε οικείο στα περισσότερα παρευρισκόμενα πρόσωπα. Ενώ και η σκηνική τους παρουσία απέδιδε μια χαλαρή, μα συνάμα μεστή, διάθεση. Έχω ωστόσο την αίσθηση ότι κάτι έλειπε, συνολικά. Ίσως οι συνθέσεις τους να χρειάζονται περισσότερες χαοτικές ανατροπές, ώστε να αναπνεύσουν; Εκτελεστικά πάντως, ήταν επαρκέστατα δεμένοι και είχαν θετική ανταπόκριση από το κοινό. Τίμιους, θα τους χαρακτήριζα. Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί όμως.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, οι ως τότε άγνωστοι σε εμένα Rapture εφορμούν στη σκηνή. Το αναφέρω κυριολεκτικά, καθώς ήταν όντως εκρηκτική η είσοδός τους! Σκηνικά, μα και όχι μόνο. Από το πρώτο κομμάτι ήδη, μου ήρθαν στο νου οι τεράστιοι Demolition Hammer. Αυτό μόνο ως θετικό δύναται να προσμετρηθεί, κατά τη γνώμη μου. Κι αυτό γιατί οι συγκεκριμένοι Αμερικανοί ήταν η αγαπημένη μου thrash μπάντα- ή death/thrash, ακριβέστερα. Σε αυτά τα μονοπάτια κινούνται και οι Rapture, με ιδιαίτερα πειστικό μάλιστα τρόπο. Και απόλυτα παθιασμένη εκτέλεση και παρουσία, θα προσέθετα. Το set τους ήταν λίαν χορταστικό-και έδειχνε να κινητοποιεί τους παρευρισκόμενους. Το ίδιο θα έλεγα πως ίσχυε και για την περίπτωσή μου. Θα τους έχω κατά νου μελλοντικά, συνεπώς.

Σταδιακά, ο ναός γεμίζει από κόσμο, που προσέρχεται για να δει τους headliners. Οι οποίοι μετά από κυριολεκτικά αναρίθμητες συναυλίες σε όλον τον κόσμο, εμφανίζονται στην Αθήνα, με την ιδιαίτερη μα και επετειακή συνθήκη που προανέφερα. Τα banners, στις 2 άκρες της σκηνής, λειτουργούν ως ένδειξη, μα και ως προειδοποίηση: “Pray For Total Death”. Με την ολοκλήρωση του “Hell Awaits” που εδώ καταλάμβανε την θέση της εισαγωγής, η μπάντα καταλαμβάνει τη σκηνή. Με άμεσα επιθετική διάθεση και έναν σφιχτό αέρα αυτοπεποίθησης. Ο τελευταίος πηγάζει προφανώς από την έντονη συναυλιακή τους εμπειρία. Αλλά επιπρόσθετα, είναι και αποτέλεσμα της κυρίαρχης ποιοτικά θέση τους, σε ό,τι αφορά το death metal του σήμερα. Ήταν το “Graves Of The Archangels” ο δίσκος που επέβαλε, τρόπον τινά, την αναβίωση του συγκεκριμένου ιδιώματος. Και συνεπώς, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο ένδοξα νεκρικό παρελθόν και στο σπηλαιώδες metal του θανάτου, που επακολούθησε. Έχοντας επίγνωση της σημασίας του, οι Dead Congregation το εκτελούν με στόμφο και πάθος. Η ολικά βορβορώδης ατμόσφαιρα δημιουργεί την εντύπωση μιας συμπαγούς μάζας. Δε θα ξεχώριζα τραγούδια, καθώς συνολικά το ηχητικό αποτέλεσμα με ρουφούσε, λειτουργώντας ως μια αδιάσπαστη, Τυφώνεια μάζα. Μέσα στο στροβιλιζόμενο χάος αυτής, διακρίνει κανείς τα δυσαρμονικά riffs, τα απολύτως εύστοχα leads, τα καταπληκτικά φωνητικά του Αναστάση. Η σκηνική τους παρουσία είναι λιτή και αυστηρή, προσθέτοντας πολλά στον σχεδόν μυστικιστικό άνεμο αυτής της εμφάνισης. Αξίζει βέβαια και μια αναφορά στα καταιγιστικά τύμπανα, που αποτέλεσαν τη ραχοκοκκαλιά σε αυτό το ηχητικό σύνολο. Η κατανυκτική μείξη ψαλμωδιών σε αντιπαράθεση με πηχτά riffs, οδηγεί σε ένα απλά ψαρωτικό αποτέλεσμα. Λίγο αργότερα, η μπάντα αποχωρεί. Για να επιστρέψει, για το μόνο ταιριαστό κλείσιμο: το “Vomitchrist” δονεί τον Ναό, οδηγώντας σε ένα αβίαστα βάρβαρο αποκορύφωμα.

Η πρωτοκαθεδρία τους στο είδος πιστοποιείται εμφατικά με τελετουργίες όπως η συγκεκριμένη, ομολογώ. Τα αυτιά μου βούιζαν από τις βαρύτατες κιθαριστικές παραμορφώσεις, ενώ εγκατέλειπα χαμογελώντας τα ερείπια του Ναού.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Giorgos Kanavos

Thomas Ankersmit – Homage To Dick Raaijmakers (shelter press)

Ως έκφραση στο ηχητικό πεδίο- μα και όχι μόνο σε αυτό-ο μινιμαλισμός θα μπορούσε να νοηθεί ως μια χειρονομία Αγάπης. Μια χειρονομία άδολη και άχρονη, υποβλητική στη σύλληψη μα και στην πραγμάτωσή της. Φυσικά, συχνότατα ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας ψυχρά ακαδημαϊκής προσέγγισης, που στερεί το αποτέλεσμα από την αρχική του ποιότητα. Είναι ήδη γνωστό, εξάλλου: η άνιση υπέρβαση της αυστηρότητας οδηγεί στη στειρότητα, Ενώ, αντιστοίχως, η άμετρη προσφορά του ελέους απολήγει στη μαλθακότητα. Ετούτες είναι λοιπόν οι συμπληγάδες, ανάμεσα στις οποίες το παρόν έργο οφείλει να πορευτεί.

Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Dick Raaijmakers με προϊδεάζει ιδιαιτέρως θετικά. Το γεγονός δε πως ο εν εξετάσει φόρος τιμής αποδόθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ένα μουσείο, ας μην γίνει δεκτό ως ενδεικτικό κάποιας νοσηρά ιδωμένης ακαδημαϊκής ροπής, προερχομένης από το μέρος του συνθέτη. Ας αρκεστούμε στο απλό γεγονός: το υλικό που βρίσκεται εδώ, εκτέθηκε πρωταρχικά μπροστά σε κοινό, στο Stedelijk Museum του Amsterdam, το 2016. Και φέτος κυκλοφορεί και η καταγραφή του σε ψηφιακό δίσκο.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η ολότελα αναλογική αυτή ηχητική σύνθεση είναι εμπνευσμένη από τα έργα όπως ακόμα και από τα θεωρητικά κείμενα του Dick Raaijmakers. Η συνολική προσφορά του κορυφαίου αυτού δημιουργού δε δύναται να αποτυπωθεί εδώ. Σε ό,τι μας αφορά άμεσα, η σύνδεση είναι άρρηκτα έκδηλη, καθώς η παρούσα συμφωνία αφιερώνεται σε αυτόν. Αφιερώνεται επίσης στον πατέρα του Ankersmit, ως κίνηση ανταπόδοσης και ευγνωμοσύνης. Για το γεγονός ότι μέσω αυτού ο Thomas ήρθε σε επαφή με το feedback για πρώτη φορά. Μια συγκινητική αποκάλυψη, τολμώ να προσθέσω, καθώς το feedback είναι ένα από τα ομορφότερα επιτεύγματα που έλαβαν χώρα στο ηχητικό στερέωμα.

Έχοντας αυτές τις βάσεις ως σημεία αναφοράς, ο Ankersmit ξεδιπλώνει αβίαστα τις όποιες αρετές του. Οι οποίες μάλιστα είναι ουκ ολίγες, ένα στοιχείο που δε συνιστά αντίφαση, σε σχέση πάντα με τον αυστηρά λιτό χαρακτήρα του περιεχομένου.Έχοντας ήδη επιδώσει τα διαπιστευτήρια του, μέσα από μια σειρά συνεργασιών με εξαιρετικούς καλλιτέχνες, όπως ο Jim O’Rourke και ο Valerio Tricoli, διατρανώνει εδώ περίτρανα τη φύση της εμμονής του. Η οποία επιστεγάζεται σε μια διάδραση καθάριων θορύβων και βόμβων, που καθοδηγούν την εγκόσμια κίνηση. Η αφοσίωση στην αναλογική υφή, αποτελεί τρόπον τινά μια ευκαιρία συνομιλίας με το παρελθόν αυτού του χώρου. Είναι βέβαια αναμενόμενο πως αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να φανεί ανάλογη με την αντίστοιχη των Eleh. Η βάση αυτής της ηλεκτρονικής ιερουργίας όμως θα μπορούσε να ψηλαφηθεί στο απώτερο κενό του χρόνου-όπως αυτό μετουσιώθηκε στα έργα οντοτήτων όπως ο Tony Conrad, ή και ο Terry Riley.

Πέρα από την παράθεση όμως προσχηματικών συγγενειών, το κομβικό σημείο αυτού του έργου βρίσκεται αλλού: είναι η διπλή όψη αυτών των ήχων, που λειτουργεί ωσάν κέλυφος. Η φαινομενική μα και ουσιώδης ψυχρότητα κυριαρχεί ως περίβλημα. Ψηλαφώντας ωστόσο κάτω από την επιφάνεια, ανακαλύπτει κανείς ένα άφοβο βάθος, ο πυρήνας του οποίου αποκαλύπτει μιαν εμβριθή θερμότητα. Ο συντονισμός με αυτή την παλλόμενη γοητεία, είναι το ζητούμενο αυτής της σπουδής. Η οποία, δονούμενη ως μελέτη, συνταιριάζει τον πλούτο της εμπειρίας, με τη στοργή του αεικίνητου. Όσες και όσοι κατορθώσουν να συμπορευθούν με τον νόστο αυτής της εμπειρίας, θα ανακαλύψουν μια μαγευτική, μα και συνάμα, μαγεμένη, κατάβαση. “Κάθε εικόνα είναι καθαυτή ύπνος”, άλλωστε- για να χρησιμοποιήσω τα, παραδόξως ταιριαστά εδώ, λόγια του Walter Benjamin.


Treated as an expression, when it comes to the sonic field -yet not exclusively, may I gladly add- minimalism could be viewed as a gesture of Love. A gesture that is genuine and timeless, evocative in its conception as well as in its course of fulfillment. Naturally though, it is quite often that the danger of a clinical, relentlessly academic approach lurks. An approach that, in the end, strips off the result of all its initial qualities. It is an already well known fact: the uneven transcendence of strictness will ultimately lead to sterility. Whilst, simultaneously, a severe offering of mercy will likely culminate into limpness. Thus, these appear to be the milestones, in through which this present piece needs to walk among. The fact that this is a homage to the magnificence of Dick Raaijmakers, provides me with a certainly positive inclination. Moreover, the fact that this specific homage which I am examining here, was at first presented in a museum, should not be addressed as a testimony of a morbidly addressed academic tendency, on the artist’s behalf. For the time being, let us simply attest to the occasion: the material presented herein, had its initial projection in front of an audience, back in 2016, its place of exhibition being Stedelijk Museum, in Amsterdam. Hence, this year sees the release of the recorded output, in the form of a compact disc.

It is relatively easy to understand that this completely analog audio composition is greatly inspired by the works, as well as the theoretical texts of Dick Raaijmakers. The essential character of the latter’ s legacy cannot be fully acknowledged, within the limits of this text. Focusing exclusively on what is of immediate concern to us, a connection is inseparably forged, something definitely evident from the beginning, since this symphony is dedicated to him. At the same time, this is also dedicated to Ankersmit’s father. A rather gentle and rewarding gesture of recognition to the man that firstly introduced Thomas to the joys of feedback. This had probably been a deeply moving revelation, dare I add, since feedback is one of the finest achievements that ever took place on sonic terrain. Using these foundations as pillars of reference, Ankersmit effortlessly unfolds his obvious merits. Quite a lot of the latter can be detected at once, something that does not constitute a contradiction, or even a form of antinomy, in relation to the strictly austere mode that this work possesses.

Having already displayed his credentials in a series of collaborations with well respected artists around the globe, such as Jim O’ Rourke and Valerio Tricoli, on this occasion he gloriously demonstrates the inner nature of his obsession. An obsession that is materialized into a transaction of brightly visible noises and drones, that seem to navigate towards the cosmic current. His dedication to analogue texture can be regarded as an opportunity to communicate directly to the past endeavours of this genre. It is reasonably expected that this type of approach will be compared to Eleh’ s equivalent efforts. The actual basis of this electronic ritual, however, would indeed be traced back to the utter void of time-and the motives that this had been transmuted in the works of entities such as Tony Conrad and Terry Riley.

Aside from citing eclectic relations to former monuments though, I need to point out that the crucial element of this recording lies elsewhere: into the dual aspect of these sounds, that seemingly embrace a function similar to that of a shell. An apparent, yet essential, sense of coldness is effectively dominant, providing a space equal to that of a tender shield. Reaching out under its surface though, one can come across to a fearless depth, the core of whom unveils a profound sense of warmth. Tuning to this spinning charm, is the actual desideratum of this study. Imagine the latter, vibrating spontaneously as a survey, functioning as a connection between the wealth of experience and the tenderness of a restless force. Those that will manage to merge into the wistfulness of said experience, will be rewarded by discovering a truly magical, but also enchanted, descent. “Each image is sleep by its nature”, certainly-quoting here the paradoxically fitting words that Walter Benjamin once used.

Giorgos Kanavos

Sëmandjëtrurité – Sëmandjëmendoré Ështënjë Njerëzimin (Self-released demo)

Η εμφάνιση διαφόρων κύκλων που αποτελούνται από όμορα σχήματα είναι σύνηθες φαινόμενο στον black metal χώρο. Έλκοντας την αφετηρία της στις πρώιμες μέρες του δεύτερου κύματος αυτού του ήχου, η ύπαρξη των προαναφερθεισών ομαδοποιήσεων είναι ζωτικό σημείο του χάρτη αυτής της σκηνής,ακόμα και σήμερα. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την εμφάνιση διαφόρων αντίστοιχων προσπαθειών πρόσφατα – μπορώ άνετα να θυμηθώ το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τράβηξαν πάνω τους οι εκ της Πορτογαλίας και Ισλανδίας προερχόμενες απόπειρες, τις οποίες μάλιστα κάποιοι αποθεώνουν, ενώ αντίθετα άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως απλά underground trends.

Αν και προσωπικά αποφεύγω την ταξινόμηση με βάση την καταγωγή, είναι αδύνατον να μην παρατηρήσω το ολότελα αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με μπάντες προερχόμενες από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μια χώρα με απειροελάχιστη παράδοση στον συγκεκριμένο ήχο, η οποία εσχάτως όμως έχει προσφέρει μια πληθώρα σχηματισμών, με κύρια αιχμή ανάμεσά τους τους Obskuritatem. Ο ακατέργαστος, στα όρια του θορύβου, ήχος των τελευταίων, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένδειξη σχετικά με την κατεύθυνση των λοιπών συνοδοιπόρων τους. Η επιρροή των Les Legions Noires είναι αδιαμφισβήτητη, κάτι που γίνεται άμεσα κατανοητό από τους τίτλους αλλά και από και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται. Αλλά και από την ηχητική και όχι μόνο στάση τους, που επιβάλλει σχεδόν μια ωμή, αμόλυντη από τεχνικές υπερβάσεις, πρόθεση. Ανάμεσα σε διάφορες μπάντες αυτού του κύματος, λοιπόν, επέλεξα να παρουσιάσω αυτήν εδώ,για διάφορους λόγους.

Πρόκειται για το προσωπικό όχημα ενός μουσικού που συμμετέχει και σε κάποιες άλλες απόπειρες του ανώνυμου βοσνιακού κύκλου. Το καθόλου εύληπτο όνομά της, όπως επίσης και οι τίτλοι, που με δυσκολία κάποιος θα μπορούσε να προφέρει, λειτουργούν ως άμεση παραπομπή στις λεγεώνες που ανέφερα πριν. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα σχετιζόμενη με το metal απόπειρα. Μάλιστα, θα έλεγα πως η εδώ ευρισκόμενη ηχουργία, αψηφά ακόμα και τα τυπικά όρια των ambient δρόμων.

Το συγκεκριμένο demo αποτελείται από μόλις 3 συνθέσεις, τις οποίες χοντρικά θα σκιαγραφούσα ως ρυθμικό ambient, το οποίο όμως δονείται από πληθώρα βιομηχανικών παραπομπών, όπως και ίχνη προερχόμενα τόσο από τη raw black metal τεχνοτροπία, όσο και, παραδόξως ίσως, από διαφορετικές πτυχές της ηλεκτρονικής έπαρσης. Το πρώτο κομμάτι αβίαστα δημιουργεί μια αίσθηση ύπνωσης. Το σχεδόν industrial ηχόχρωμα απλώνεται οριακά,συμπλέοντας με γκρίζα beat και φωνές που βιώνονται ως αντηχήσεις. Ο ακατέργαστος μα αρκούντως ψυχεδελικός σφυγμός του μου έφερε στον νου αντίστοιχα πειράματά μου, από παλαιότερες εποχές. Η έκπληξή μου όμως γίνεται πρόδηλη στο δεύτερο μέρος αυτής της κασέτας, όπου δίπλα σε μια σχεδόν άστοργη, νιχιλιστική εκκένωση θορύβου, κάνουν την εμφάνισή τους έντονα ρυθμικοί παλμοί. Προσωπικά, ένιωσα κάπως σαν να βρίσκομαι σε μια τελετουργία αντιθέτων, ενώ για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο θυμήθηκα τους/τον Four Tet! Σε απόλυτα σκοτεινό πλαίσιο,βέβαια. Αυτές οι προσμείξεις βρίσκουν το αποκορύφωμά τους στο τέλος αυτής της ακρόασης. Το τρίτο κομμάτι συνταιριάζει αυτές τις επιρροές με μια απαράμιλλα υπόγεια αντίληψη, ενώ η αέρινη απαγγελία που ακούγεται εν μέσω των διονυσιακών θορυβικών εξάρσεων προσδίδει μια εντελώς μυστικιστική αύρα στο όλο εγχείρημα. Κλείνοντας αυτήν την εμπειρία με τον καλύτερα δυνατό τρόπο: με έναν επίλογο που δεν είναι επίλογος, κατ’ ουσίαν.

Είναι εκ των πραγμάτων εμφανές – αυτή η ακρόαση μου προκάλεσε έκπληξη. Το στιλ του πρωτοεμφανιζόμενου αυτού σχήματος διαφέρει αισθητά από άλλες, συγγενικές προσπάθειες. Συνεπώς, η προσωπικότητά του διατυμπανίζεται ευθέως και αποτελεί μια άριστη βάση για επερχόμενες, μελλοντικές απόπειρες. Στο παρόν, να σημειώσω απλώς πως τέτοιας ποιότητας απόπειρες σπανίζουν στις μέρες μας. Σε μια μάλλον άνυδρη χρονιά, κάποιες εκ του underground προερχόμενες φάσεις προσφέρουν μια εναλλακτική, ελπιδοφόρα ματιά. Κάτι κοχλάζει, λοιπόν… Τα αποτελέσματα όμως θα γίνουν ορατά στα επόμενα χρόνια,θαρρώ. Το σίγουρο είναι πως η αφετηρία έχει τεθεί. Και αυτό το demo είναι μια ακριβής και ευφάνταστη παραδοχή αυτής της εντύπωσης. Μια απολαυστική καταγραφή διθυραμβικής ενατένισης. Που δυναμικά προστίθεται στη ζώνη του (μη) υπάρχοντος.

The appearance, as well as the blooming, of certain circles that are usually comprised of a variety of bordering formations, is a common phenomenon, within the ranks of the black metal milieu. Tracing this tendency’s starting point would lead us to today’s scene initial foundations, that were set by what is now known as the second-wave of said scene. Even then, the existence of the aforementioned circular movements was – and, in fact still is – a vital part of this genre’s map. A point that is easily confirmed by the emergence of a number of several yet similar attempts, in recent times – among which I could effortlessly recall the special interest that was drawn upon a series of releases coming out of Portugal and Iceland based circles, respectively. These works have been highly praised by some – while others tend to view them as fashionable underground trends.

Even though, personally, I tend to avoid categorizations that are based on national origins-related assumptions, it is, on my behalf, impossible to ignore the increasing attention towards a great number of bands that are coming from Bosnia-Herzegovina. A country with an almost nonexistent contribution to this specific genre, so far; the later being a situation that has drastically changed in recent years, with the emergence of a plethora of groups originating from Bosnian soil, with Obskuritatem standing at this scene’s forefront, until today. The totally raw approach of the later, which regularly borders on noise inflicted territory, could in fact function as an indication regarding the sound trails followed by the rest of their companions.

The legacy of Les Legion Noires comes off as an utmost significant influence, before all else, a fact easily comprehensible by the usage of similar titles and symbolisms, to the ones once used by the French collective. Said fact is even more evident when researching approaches, regarding sonic fragments while including several hints that stretch beyond the strictly musical related field. Approaches that seem to impose a stance that is based on a totally stripped, devoid of transcending technicalities, intention. Among many bands affiliated to this recently spawned wave, I chose to present this one. A decision adopted based on some eclectic reasons.

What we have here is a personal project of a musician that has participated to a handful of bands that are connected to the unnamed Bosnian circle. Its name, as well as the titles presented, are so hard to pronounce, for sure. A definite similarity, once again reminiscent of the above mentioned legions. The major point of difference though, is that this is a work that has little to do with metal terrains, altogether. Moreover, I could state that the sonic litany that is contained herein, moves beyond the usual ambient connected paths.

The demo tape that we are talking about, is comprisedof only 3 compositions. These compositions could be roughly outlined as being asort of immensely rhythmic dark ambient. On a more indicative level, one mightnotice traces of industrial references, as well as vestiges emanating from araw black metal stylization, not forgetting to include some, absurdly perhaps,unexpected textures that could be attributed as nods referring to certainaspects of an electronica infused type of boastfulness. The first track shines off as an effortless testament of a hypnotic haze. An almost industrial sounding timbre is marginally spreading, drifting along with gray colored beatsand voices that come across as reverberations. The unpolished, yet enormously psychedelic pulsation that this track possesses, brought to mind certain,equivalent experiments of my own that took place many years ago. My initial surprise is even more apparently manifested when moving to the second part ofthis cassette, though. Next to an almost careless, nihilistic evacuation of pure noise, comes the appearance of intensely rhythmic palms and seizures. Personally I sensed a feeling that resembled a ceremony of opposites, while,for some awkward reason, I was reminded of Four Tet’s style. In through atotally darkened spectrum, that is. These amalgamations reach their point ofzenith, as I gradually move towards the end of this listening experience. The third song of this demo gladly combines all said influences, adding anunparalleled, subterranean dimension to them. Whilst an eerie recitation thatis softly heard among dionysian, frenzied outbursts of noise, provides acharmingly mystical aura to this venture, as a whole. Enclosing this ride, inthe most perfect of ways: by simply forming an epilogue. Whom, in return, isnot an epilogue at all.

So – my guess is, that by all means, it is obviousthat this release stirred a grand surprise to me. The sonic path chosen by this debuting formation differs quite a lot, if compared to other, kindred-spirited efforts. Thus, its decisive personality bluntly stands out. Exemplifying an excellent basis for incoming future attempts. Focusing solely on the presentfield, I must admit that works of such quality are rare these days. In a rather uninspired year, there were a few great releases coming off the underground,standing as proof of a freshly alternative view that is on offer. Something is boiling, I guess… The results of this procedure will most probably be visible in years to come. The important factor for now, is that the point of departurehas already been set. This demo tape can be seen as a precise and imaginativeacceptance of the impression stated above. A delightful recording thatfunctions as a sign of an enthusiastic contemplation, of all sorts. One that is dynamically inserted to the zone of (non) existence.

 

 

Giorgos Kanavos