Sëmandjëtrurité – Sëmandjëmendoré Ështënjë Njerëzimin (Self-released demo)

Η εμφάνιση διαφόρων κύκλων που αποτελούνται από όμορα σχήματα είναι σύνηθες φαινόμενο στον black metal χώρο. Έλκοντας την αφετηρία της στις πρώιμες μέρες του δεύτερου κύματος αυτού του ήχου, η ύπαρξη των προαναφερθεισών ομαδοποιήσεων είναι ζωτικό σημείο του χάρτη αυτής της σκηνής,ακόμα και σήμερα. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την εμφάνιση διαφόρων αντίστοιχων προσπαθειών πρόσφατα – μπορώ άνετα να θυμηθώ το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τράβηξαν πάνω τους οι εκ της Πορτογαλίας και Ισλανδίας προερχόμενες απόπειρες, τις οποίες μάλιστα κάποιοι αποθεώνουν, ενώ αντίθετα άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως απλά underground trends.

Αν και προσωπικά αποφεύγω την ταξινόμηση με βάση την καταγωγή, είναι αδύνατον να μην παρατηρήσω το ολότελα αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με μπάντες προερχόμενες από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μια χώρα με απειροελάχιστη παράδοση στον συγκεκριμένο ήχο, η οποία εσχάτως όμως έχει προσφέρει μια πληθώρα σχηματισμών, με κύρια αιχμή ανάμεσά τους τους Obskuritatem. Ο ακατέργαστος, στα όρια του θορύβου, ήχος των τελευταίων, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένδειξη σχετικά με την κατεύθυνση των λοιπών συνοδοιπόρων τους. Η επιρροή των Les Legions Noires είναι αδιαμφισβήτητη, κάτι που γίνεται άμεσα κατανοητό από τους τίτλους αλλά και από και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται. Αλλά και από την ηχητική και όχι μόνο στάση τους, που επιβάλλει σχεδόν μια ωμή, αμόλυντη από τεχνικές υπερβάσεις, πρόθεση. Ανάμεσα σε διάφορες μπάντες αυτού του κύματος, λοιπόν, επέλεξα να παρουσιάσω αυτήν εδώ,για διάφορους λόγους.

Πρόκειται για το προσωπικό όχημα ενός μουσικού που συμμετέχει και σε κάποιες άλλες απόπειρες του ανώνυμου βοσνιακού κύκλου. Το καθόλου εύληπτο όνομά της, όπως επίσης και οι τίτλοι, που με δυσκολία κάποιος θα μπορούσε να προφέρει, λειτουργούν ως άμεση παραπομπή στις λεγεώνες που ανέφερα πριν. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα σχετιζόμενη με το metal απόπειρα. Μάλιστα, θα έλεγα πως η εδώ ευρισκόμενη ηχουργία, αψηφά ακόμα και τα τυπικά όρια των ambient δρόμων.

Το συγκεκριμένο demo αποτελείται από μόλις 3 συνθέσεις, τις οποίες χοντρικά θα σκιαγραφούσα ως ρυθμικό ambient, το οποίο όμως δονείται από πληθώρα βιομηχανικών παραπομπών, όπως και ίχνη προερχόμενα τόσο από τη raw black metal τεχνοτροπία, όσο και, παραδόξως ίσως, από διαφορετικές πτυχές της ηλεκτρονικής έπαρσης. Το πρώτο κομμάτι αβίαστα δημιουργεί μια αίσθηση ύπνωσης. Το σχεδόν industrial ηχόχρωμα απλώνεται οριακά,συμπλέοντας με γκρίζα beat και φωνές που βιώνονται ως αντηχήσεις. Ο ακατέργαστος μα αρκούντως ψυχεδελικός σφυγμός του μου έφερε στον νου αντίστοιχα πειράματά μου, από παλαιότερες εποχές. Η έκπληξή μου όμως γίνεται πρόδηλη στο δεύτερο μέρος αυτής της κασέτας, όπου δίπλα σε μια σχεδόν άστοργη, νιχιλιστική εκκένωση θορύβου, κάνουν την εμφάνισή τους έντονα ρυθμικοί παλμοί. Προσωπικά, ένιωσα κάπως σαν να βρίσκομαι σε μια τελετουργία αντιθέτων, ενώ για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο θυμήθηκα τους/τον Four Tet! Σε απόλυτα σκοτεινό πλαίσιο,βέβαια. Αυτές οι προσμείξεις βρίσκουν το αποκορύφωμά τους στο τέλος αυτής της ακρόασης. Το τρίτο κομμάτι συνταιριάζει αυτές τις επιρροές με μια απαράμιλλα υπόγεια αντίληψη, ενώ η αέρινη απαγγελία που ακούγεται εν μέσω των διονυσιακών θορυβικών εξάρσεων προσδίδει μια εντελώς μυστικιστική αύρα στο όλο εγχείρημα. Κλείνοντας αυτήν την εμπειρία με τον καλύτερα δυνατό τρόπο: με έναν επίλογο που δεν είναι επίλογος, κατ’ ουσίαν.

Είναι εκ των πραγμάτων εμφανές – αυτή η ακρόαση μου προκάλεσε έκπληξη. Το στιλ του πρωτοεμφανιζόμενου αυτού σχήματος διαφέρει αισθητά από άλλες, συγγενικές προσπάθειες. Συνεπώς, η προσωπικότητά του διατυμπανίζεται ευθέως και αποτελεί μια άριστη βάση για επερχόμενες, μελλοντικές απόπειρες. Στο παρόν, να σημειώσω απλώς πως τέτοιας ποιότητας απόπειρες σπανίζουν στις μέρες μας. Σε μια μάλλον άνυδρη χρονιά, κάποιες εκ του underground προερχόμενες φάσεις προσφέρουν μια εναλλακτική, ελπιδοφόρα ματιά. Κάτι κοχλάζει, λοιπόν… Τα αποτελέσματα όμως θα γίνουν ορατά στα επόμενα χρόνια,θαρρώ. Το σίγουρο είναι πως η αφετηρία έχει τεθεί. Και αυτό το demo είναι μια ακριβής και ευφάνταστη παραδοχή αυτής της εντύπωσης. Μια απολαυστική καταγραφή διθυραμβικής ενατένισης. Που δυναμικά προστίθεται στη ζώνη του (μη) υπάρχοντος.

The appearance, as well as the blooming, of certain circles that are usually comprised of a variety of bordering formations, is a common phenomenon, within the ranks of the black metal milieu. Tracing this tendency’s starting point would lead us to today’s scene initial foundations, that were set by what is now known as the second-wave of said scene. Even then, the existence of the aforementioned circular movements was – and, in fact still is – a vital part of this genre’s map. A point that is easily confirmed by the emergence of a number of several yet similar attempts, in recent times – among which I could effortlessly recall the special interest that was drawn upon a series of releases coming out of Portugal and Iceland based circles, respectively. These works have been highly praised by some – while others tend to view them as fashionable underground trends.

Even though, personally, I tend to avoid categorizations that are based on national origins-related assumptions, it is, on my behalf, impossible to ignore the increasing attention towards a great number of bands that are coming from Bosnia-Herzegovina. A country with an almost nonexistent contribution to this specific genre, so far; the later being a situation that has drastically changed in recent years, with the emergence of a plethora of groups originating from Bosnian soil, with Obskuritatem standing at this scene’s forefront, until today. The totally raw approach of the later, which regularly borders on noise inflicted territory, could in fact function as an indication regarding the sound trails followed by the rest of their companions.

The legacy of Les Legion Noires comes off as an utmost significant influence, before all else, a fact easily comprehensible by the usage of similar titles and symbolisms, to the ones once used by the French collective. Said fact is even more evident when researching approaches, regarding sonic fragments while including several hints that stretch beyond the strictly musical related field. Approaches that seem to impose a stance that is based on a totally stripped, devoid of transcending technicalities, intention. Among many bands affiliated to this recently spawned wave, I chose to present this one. A decision adopted based on some eclectic reasons.

What we have here is a personal project of a musician that has participated to a handful of bands that are connected to the unnamed Bosnian circle. Its name, as well as the titles presented, are so hard to pronounce, for sure. A definite similarity, once again reminiscent of the above mentioned legions. The major point of difference though, is that this is a work that has little to do with metal terrains, altogether. Moreover, I could state that the sonic litany that is contained herein, moves beyond the usual ambient connected paths.

The demo tape that we are talking about, is comprisedof only 3 compositions. These compositions could be roughly outlined as being asort of immensely rhythmic dark ambient. On a more indicative level, one mightnotice traces of industrial references, as well as vestiges emanating from araw black metal stylization, not forgetting to include some, absurdly perhaps,unexpected textures that could be attributed as nods referring to certainaspects of an electronica infused type of boastfulness. The first track shines off as an effortless testament of a hypnotic haze. An almost industrial sounding timbre is marginally spreading, drifting along with gray colored beatsand voices that come across as reverberations. The unpolished, yet enormously psychedelic pulsation that this track possesses, brought to mind certain,equivalent experiments of my own that took place many years ago. My initial surprise is even more apparently manifested when moving to the second part ofthis cassette, though. Next to an almost careless, nihilistic evacuation of pure noise, comes the appearance of intensely rhythmic palms and seizures. Personally I sensed a feeling that resembled a ceremony of opposites, while,for some awkward reason, I was reminded of Four Tet’s style. In through atotally darkened spectrum, that is. These amalgamations reach their point ofzenith, as I gradually move towards the end of this listening experience. The third song of this demo gladly combines all said influences, adding anunparalleled, subterranean dimension to them. Whilst an eerie recitation thatis softly heard among dionysian, frenzied outbursts of noise, provides acharmingly mystical aura to this venture, as a whole. Enclosing this ride, inthe most perfect of ways: by simply forming an epilogue. Whom, in return, isnot an epilogue at all.

So – my guess is, that by all means, it is obviousthat this release stirred a grand surprise to me. The sonic path chosen by this debuting formation differs quite a lot, if compared to other, kindred-spirited efforts. Thus, its decisive personality bluntly stands out. Exemplifying an excellent basis for incoming future attempts. Focusing solely on the presentfield, I must admit that works of such quality are rare these days. In a rather uninspired year, there were a few great releases coming off the underground,standing as proof of a freshly alternative view that is on offer. Something is boiling, I guess… The results of this procedure will most probably be visible in years to come. The important factor for now, is that the point of departurehas already been set. This demo tape can be seen as a precise and imaginativeacceptance of the impression stated above. A delightful recording thatfunctions as a sign of an enthusiastic contemplation, of all sorts. One that is dynamically inserted to the zone of (non) existence.

 

 

Giorgos Kanavos

Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen)

Η ύπαρξη του σταυρού εν μέσω του έντονα κόκκινου φόντου, δεσπόζει σε αυτό το εξώφυλλο. Παραπέμποντας με σε μια σειρά από ισχυρούς συμβολισμούς: τα 4 σημεία του ορίζοντα, τα 4 σημεία του κύκλου, οι 4 εποχές, μα και ακόμα τα 4 επίπεδα της ύπαρξης. Όποια από τις ενδεχόμενες αυτές επιλογές προτιμήσει κανείς, η στόχευση παραμένει καίρια. Και σε άμεση συνάφεια με το ως τώρα έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, μπορώ να προσθέσω. Η πορεία του οποίου εκτείνεται ως τώρα σε μια μακρά σειρά κυκλοφοριών, σε διάφορα σεβαστά labels που σχετίζονται μα και ερωτοτροπούν με τον ηλεκτρονικό ήχο. Το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις προγενέστερες κυκλοφορίες, έμοιαζε να είναι η πρόκληση δονήσεων που με τον τρόπο τους εκφεύγουν από την μάταιη προσήλωση στην ρηχή καθημερινότητα. Προσφέροντας δηλαδή ήχους που λειτουργούσαν ως πύλη, μεταφραζόμενοι σε δηλώσεις εσωτερικής φύσης. Η ίδια αγωνιώδης μα στέρεη εκφορά είναι παρούσα και εδώ, σε αυτήν την πρόσφατη ηχογράφηση.

Χρησιμοποιώντας ως συνήθως μια (μετα) βιομηχανική βάση, ο Idehall κατορθώνει να συνταιριάξει πολλές ιδιομορφίες, μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο. Ποικιλία παλλόμενων ρυθμών, μια υφέρπουσα μυστικιστική ατμόσφαιρα, υπόκωφα ραπίσματα, εναλλαγές διαφόρων φωνητικών ηχομορφών. Η κυρίαρχη κατεύθυνση στέκει ακέραια μέσα σε αυτά τα δαιδαλώδη υποσύνολα. Πιστό στον τίτλο που επιλέχθηκε, το υπάρχον υλικό ενυπάρχει σε ένα αποκαλυπτικό περιβάλλον.

Πυλώνες του οποίου αποτελούν έννοιες όπως η λύτρωση, η κάθοδος και η ενοποίηση. Ρέοντας αγόγγυστα μεταξύ παλμών, η ιδιαιτερότητα αυτής της απόπειρας είναι πασιφανής. Σχετιζόμενη άμεσα με το άτεγκτο όραμα του Michael. Σε κάποιο ποσοστό, ίσως αυτό οφείλεται στην προτέρως αποκτηθείσα εμπειρία. Επιπρόσθετα όμως, η σπάνια λεπτότητα αυτών των προσμείξεων είναι για εμένα αποτέλεσμα της στεντόρειας, ανήσυχης φύσης του συνθέτη και εκτελεστή αυτών των κομματιών. Είναι ο ξεκάθαρος έλεγχος του πάνω στο υλικό του-μα είναι ταυτόχρονα και η άρνηση αυτού ακριβώς του ελέγχου, στα σημεία όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι η μορφοποίηση του σημαντικού σε ένα απέριττο παλίμψηστο. Είναι βεβαίως, αυτά τα φαινομενικά απόμακρα φωνητικά που η ενέργεια τους δονεί το ασυνείδητο. Είναι, τέλος, το προφητικό διακύβευμα των επιμέρους πτυχών αυτού του έργου η ρυθμική διακύμανση του οποίου σκιαγραφεί το πεδίο της συνάντησης.

Άσκοπο, λοιπόν, βρίσκω το να ανακαλύψω συνθέσεις που ξεχωρίζουν. Αχρείαστη, επίσης, η κατανομή με βάση τα παρακλάδια του νεότερου βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού ήχου. Μάταιη ακόμα και η αναφορά στις όποιες επιρροές και επιδράσεις. Το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση εδώ είναι ο συντονισμός με τις λυτρωτικές συχνότητες. Συχνότητες που εκπνέουν σθεναρά. Συχνότητες που ορίζουν τον δεσμό με αυτό που προϋπήρξε. Και που ως κατάληξη οδηγούν τελετουργικά στον θάνατο της Αφροδίτης. Στον αφανισμό της μορφής, καθώς εισερχόμαστε στο άυλο τέμπλο. Στην διάλυση που προϋποθέτει τον διαχωρισμό των στοιχείων έχοντας ως μόνη κατάληξη τη σύνδεση με το Επέκεινα.

Αυτές οι συνθήκες εκφράζονται με σεβασμό και ιερή λιτότητα. Περιλαμβάνουν δε μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταπιεστικά, άλλα που θα μπορούσαν να ιδωθούν ως αρχέγονα δρώμενα, όπως και κάποια που λάμπουν αυτόνομα, ως ηδονικές αμυχές. Όλα αυτά τα θραύσματα διαλαλούν την παρουσία τους, περίτρανα. Κοσμώντας μια απόλυτα όμορφη συνάθροιση. Έχοντας πάντα κατά νου την ακτίνα που αποτελεί το αίτιο αυτής της σπονδής. Σε ένα πιο άμεσο, σχεδόν πραγματιστικό επίπεδο τολμώ να πω πως η ακρόαση αυτή με οδήγησε στην ανάμνηση του σκοτεινού ήλιου που βρίσκεται στις παρυφές των Αθηνών. Μια σύγκριση βέβαια που φοβάμαι πως μόνον κάποιοι από τους ημεδαπούς αναγνώστες μας θα κατανοήσουν. Ας είναι όμως-το σημαντικό στοιχείο όπως έγραψα πιο πάνω, είναι ο συντονισμός. Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, μπορώ απλά να πω πως αυτή είναι μια από τις πιο άρτιες ηχητικές προτάσεις του σήμερα. Και, ως τέτοια, καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη σχετική με το 2018 λίστα μου.


The appearance of a cross, in through a vividly red background, is emphatically dominant upon seeing this cover art. Its presence leads me towards a series of truly powerful symbolisms: 4 points of horizon, 4 sides of a circle, 4 seasons and even, yet, 4 levels of existence. Whichever choice among these is preferred, the aim remains intact. And it also stands as an immediate connection to this artist’s previous works, may I add. His personal route is so far displayed through a rather long variety of releases, in cooperation with certain, well-respected labels that are related to, as well as worshipping at, the altar of electronic sound, as a whole. The main cohesive element that unified these earlier recordings seemed to be the induction of vibrations that, in certain qualities and manners, escape the vain adherence of this mundane world-view. Thus, offering sounds that are capable of mediating as a gate, somehow translated into statements of esoteric nature. The same anguished yet strong enunciation is also present here in this relatively recent recording.

Relying as usual on a post-industrial basis, Idehall manages to combine a number of oddities, while staying focused on said above trail. A wide selection of turbulent rhythms, an underlying mystical ambiance, eerily hollow beats, an alternating sequence of different vocal audio forms. The main direction shines blissfully through each and any of these equally rambling sub-sections. Being loyal to the title chosen, this existing material is a testimony of an absolutely apocalyptic environment. An environment that is composed of certain pylons-the main ones being notions such as the following ones: redemption, descent and unification. Willingly floating in between palms, this attempt’s distinctiveness is ever present. Obviously connected at once to Michael’s intense vision. To some extent, this could be interpreted as a result of previously gained knowledge and experience. Moreover though, this rarely found delicacy of mixtures, shines for me as a definite sign of a stentorian, never resting personality that the composer/performer here certainly possesses. It is the brightly obvious control he has, regarding his material-and yet, is is also the gesture of denial towards the above said sense of control, at certain points on which this attitude seems to be a necessity. It is the formation of what is seen as important, in the process of a flawless palimpsest. And naturally, it is the presence of these seemingly distant voices. The energy of whom vibrates the unconscious. And lastly, it is about the prophetic stake that individual aspects of this work are comprised of. The rhythmic variance of which, is the key factor that outlines the purpose of this meeting.

Therefore I assume that the task of discovering compositions that stand out is a worthless one, indeed. Attempting to label this by picking up some of the separate branches that are linked to the industrial as well as the post-industrial sound vocabularies, is equally useless to me. The effort of pointing out influences would also prove to be a vain path. The major key of deciphering here is simple and pure: it is the absolute tuning in to these emancipating frequencies. Frequencies that are firmly exhaled. Frequencies that solidify the bond to what once existed, long before time, perhaps which strongly wind up to Venus’ ritualized death. To the eradication of form, as a concept. As we enter the immaterial Temple to a dissolution that involves the segregation of elements, as a vital demand, which leads to a thoroughly specific ending: being one to infinity.

All these statements are carried out and expressed in a mode of respect and dare I say, sacred, leanness. As a whole, this work includes some parts that could be viewed as oppressive, other ones that could be seen as primeval acts, as well as some that tend to shine autonomously, appearing as lacerations of hedonism. The whole of these fragments trumpets its presence, gloriously. Gracing a totally beautiful gathering. Keeping always in mind the ray that was the primal reason for this libation. In an abruptly direct, almost realistically inclined mode, I must admit that this listening experience drove me back to the dark sun that lives and breathes somewhere in the suburbs of Athens. I am afraid that this latest reference is something that only some of our native readers will get. Nevermind, though-the factor of importance here is coordination, as stated above. On a strictly musical level, I can honestly say that this is one of the most essential sonic propositions of this date. And, as such, it occupies a special place to my 2018 related best of list.

Giorgos Kanavos

Witch Vomit – Poisoned Blood (Nuclear Winter Records)

Σε μια εποχή όπου πληθώρα κυκλοφοριών κατακλύζει τον death metal χώρο, πόσο εύκολο είναι άραγε για μια μπάντα να ξεχωρίσει;

Σε μια σκηνή που κυριαρχείται από ανέμπνευστες προσεγγίσεις και αχρείαστες υπερβολές, υπάρχουν συγκεκριμένες εξαιρέσεις, τόσο σε επίπεδο σχημάτων, όσο και σε ό,τι αφορά τα label που απαρτίζουν και στηρίζουν τη σκηνή. Η Nuclear Winter είναι κατά τη γνώμη μου το καλύτερο εξ αυτών – μαζί ίσως με τη Sepulchral Voice. Αυτό που κάνει ξεχωριστή την πορεία της Nuclear Winter είναι πρωτίστως η εκλεκτική της αίσθηση σε σχέση με τις κυκλοφορίες. Προκρίνοντας την ποιότητα έναντι της ποσότητας, κατορθώνει να ξεχωρίζει αισθητά. Και συνεπώς, κάθε νέα της κυκλοφορία τείνει να είναι τεράστιας σημασίας γεγονός για την εν λόγω σκηνή.

Στο προκείμενο, λοιπόν – αυτή είναι η πλέον πρόσφατη κυκλοφορία του προαναφερθέντος label. Πρόκειται για ένα αμερικανικό σχήμα, με μερικές ως τώρα κυκλοφορίες στο ενεργητικό του – μεταξύ των οποίων και ένα full-length. Το συγκεκριμένο δισκάκι είναι ένα ep, το οποίο είχε αρχικά κυκλοφορήσει σε βινύλιο από την 20 Buck Spin, έναν χρόνο πριν. Σε μορφή cd εκδόθηκε τώρα, και μπορώ να πω ότι το αισθητικό κομμάτι είναι άψογα δοσμένο, σε κάθε του λεπτομέρεια. Τόσο το artwork, όπου κυριαρχεί το μαύρο/κόκκινο, όσο και η ποιότητα του χαρτιού είναι σε εξαιρετικά επίπεδα.

Αυτό που κυριαρχεί, βέβαια, είναι το μουσικό μέρος. Και ως προς αυτό, οι Witch Vomit είναι συγκινητικά άριστοι. Ας ξεκινήσω από το όνομα – πράγματι, πόσο πιο death metal θα μπορούσε να ηχεί κάτι; Συνειρμικά, σκέφτηκα τους Autopsy, και συνακόλουθα προετοιμάστηκα για κάτι σάπιο και συμπαγές. Δεν ήταν εντελώς άκυρη η αρχική μου παρόρμηση – τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το εντελώς old-school, ζοφερό κλίμα που χαρακτηρίζει αυτήν την ηχογράφηση. Αν υπήρχε λόγος να αναφερθώ σε επιρροές, θα έλεγα πως οι Witch Vomit συνενώνουν διαθέσεις τόσο από την ευρωπαϊκή, όσο και από την αμερικανική σχολή του ’90s death metal. Θα μπορούσα επίσης να αναφέρω πως υπήρξαν μεμονωμένα σημεία όπου μου ήρθαν στον νου οι πρώιμοι Unleashed, ή ακόμα και κάποιες λατρεμένες, εξ Αγγλίας και Φινλανδίας προερχόμενες μπάντες, ενώ, αναπόφευκτα, κάποια σημεία μού έφεραν στον νου τις αντίστοιχες προσεγγίσεις σχημάτων όπως οι Autopsy, ή ακόμα και οι Grave. Στα αλήθεια, όμως, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία αυτές οι αναφορές.

Το σημαντικό σημείο εδώ είναι ότι αυτές οι επιρροές είναι κομμάτι ενός δεμένου και προσωπικού ύφους, το οποίο μάλιστα είναι εντόνως πυκνογραμμένο, καθώς αφομοιώνει τις ως άνω καταγραφείσες κατευθύνσεις με τρόπο άμεσα δημιουργικό, διυλίζοντάς τες σε ένα μεστό, άτεγκτα μονολιθικό αποτέλεσμα, που προσωπικά με συναρπάζει. Ο χαρακτηριστικός, χαμηλά κουρδισμένος ήχος όπως και οι πάντοτε εύστοχες lead κιθάρες αντιπαρατίθενται με ρυθμικές υπερβάσεις. Οι τελευταίες είναι ενδεικτικές μιας crust ανάμνησης, χωρίς να αποφεύγουν τα ταχύτατα ξεσπάσματα.

Είναι λοιπόν εμφανέστατο: το συγκεκριμένο δισκάκι πληροί, και με το παραπάνω μάλιστα, τα υψηλής ποιότητας αισθητικά κριτήρια της Nuclear Winter. Στέκει μάλιστα στην κορυφή του πρόσφατου κύματος αναβίωσης αυτού του ήχου, στις ΗΠΑ – η οποία, ως επί το πλείστον, λαμβάνει χώρα στη δυτική ακτή τους. Ξεχωρίζουν άνετα συνεπώς οι Witch Vomit ανάμεσα σε μια πλειάδα αξιόλογων σχηματισμών/συνοδοιπόρων (Necrot, Fetid, Mortiferum, Mortuous). Αυτό πιστοποιείται εμφατικά με το Poisoned Blood, καθώς πρόκειται για ένα βορβορώδες αριστούργημα.

Και ως τέτοιο, λοιπόν, φρονώ πως είναι πολύτιμο.


In an age when a plethora of releases is flooding the death metal genre, how easy is it for a band to stand out?

In a scene that is mostly dominated by uninspired approaches and needless hyperboles, there appear to be some certain exceptions, a number of distinguishable bands on one hand, as well as a handful of labels that constitute and also support this scene, on the other. In my opinion, Nuclear Winter is the best among the later, by far – along with Sepulchral Voice, perhaps. The fact that provides this special aura surrounding Nuclear Winter, is probably the eclectic touch regarding releases, something that has been exhibited clearly throughout its manner of operation through all those years. Opting for quality over quantity, this label has managed to distinguish itself amidst the crowd of underground death metal related labels, totally. Thus, each new release of this label tends to be a moment of enormous importance – for this whole genre, at least.

Hereto this, which is Nuclear Winter’s latest offering. What is presented here, is a US located formation, one that has already spawned quite a few works so far. These include a full-length attempt, among else. This specific disc is an ep, that had originally been released on vinyl, by 20 Buck Spin, something that took place a year ago. Now it is the time for it to be delivered on cd format, and I need to state that the aesthetic part is neatly handled, in all aspects. Indeed, every detail is crucial: the artwork, with its dominant sense of black and red, as well as the choice of quality concerning the materials used for this gatefold digisleeve, make this a highly skilled presentation.

What matters even more though, is the actual music. On that front, Witch Vomit proved to be exceptionally wonderful. Their name is a good starting point, actually – I mean, could someone come up with something more death metal sounding than that? Instantly, an association with Autopsy appeared to mind, which, by the end of the day, was not a completely out of place assumption, on my behalf. At least when focusing on the rotting, stench inclined atmosphere that this recording gladly possesses. If there was a good reason to focus on influences, I would have to say that Witch Vomit blend together elements of both european and american death metal scenes and styles of the nineties. I could also mention that at certain points I was reminded of early Unleashed, as well as a variety of greatly important bands, hailing from England and Finland, respectively. While it is an undeniable fact that some of the directions exemplified here, strongly reminded me of bands such as Autopsy, or even Grave. In the end though, those references are of no real importance. The actual important factor here is the fact that these influences come off as being a piece of a tight and equally personal touch. A touch which is remarkably consistent, managing to absorb these above mentioned directives, in a totally creative sort of path, distilling them onto a rich, yet harshly monolithic result. That personally overwhelms me, to say the least. A distinctive, bass heavy sound is at hand, moving along with almost totally punctual lead guitars. Being confronted by rhythmic explosions, which serve as a reminder of a distant crust past, not forgetting to include some hyper speed attacks, thankfully.

So, it is definitely obvious: all high quality aesthetic standards that Nuclear Winter is known for are vividly present on this mini cd. I could go as far as saying that this work proudly stands on top of the recent wave of osdm bands coming out of the US – a movement that is mainly taking place on the west coast of the States. Witch Vomit effortlessly stand apart among a crowd of worthwhile formations and peers (Necrot, Fetid, Mortiferum, Mortuous being some of them).This is emphatically manifested in Poisoned Blood, simply because this is a murky masterpiece.

As such, it is valued as being completely essential.

 

 

Giorgos Kanavos

Ecstatic Peace: Mono/A Storm Of Light/Caldera live in Athens

Η συναυλία των Mono ήταν από μόνη της ένα ιδιαίτερα θελκτικό γεγονός – πόσο δε μάλλον καθώς συνοδεύονταν από δύο ακόμα μπάντες. Βρέθηκα στο Fuzz από νωρίς, μαζί με έναν ικανό αριθμό ατόμων που περίμεναν το πρώτο σχήμα της βραδιάς.

Οι Caldera έδειξαν εξαρχής τις διαθέσεις τους – όπως επίσης και την εξοικείωσή τους με τη live συνθήκη, γεγονός που πιστοποιούσε η άρτια σκηνική τους παρουσία. Ο ήχος ήταν απλά καταπληκτικός, βοηθώντας κάθε όργανο να αναπνεύσει, εν μέσω της ομιχλώδους, οργανικής ατμόσφαιρας που ανέδυε η εμφάνισή τους. Οι εναλλαγές των φωτισμών έδειχναν να αναπτύσσονται αρμονικά, ταιριάζοντας με τις δονήσεις των ήχων. Οι απότομες αναβάσεις τους μου έφεραν αναμνήσεις από τους Godspeed You Black Emperor!, ενώ ταυτόχρονα μου θύμισαν πολύ ανάλογες στιγμές των Isis, για παράδειγμα. Κοντολογίς, θα έλεγα πως επρόκειτο για τη σύμπραξη δύο προσανατολισμένων προς το metal μουσικών, με έναν καθαρά ευρισκόμενο στο post rock μονοπάτι συνοδοιπόρο. Συνολικά, θα έλεγα πως με κέρδισαν, φρονώ όμως πως κάτι έλειπε – και αυτό ίσως θα ήταν η παρουσία μιας ατμοσφαιρικής φωνής, η οποία ίσως ανέβαζε τις συνθέσεις σε ένα ανώτερο επίπεδο. Διυλίζοντας τις επιρροές τους, θαρρώ πως βρίσκονται σε ένα αξιόλογο μονοπάτι.

Μετά από σύντομη ανάπαυλα, το δεύτερο σχήμα παίρνει τη θέση του στη σκηνή. Ως τώρα, οφείλω να ομολογήσω, οι A Storm Of Light δεν με είχαν αγγίξει με τους ήχους τους. Κάτι αντίστοιχο ένιωσα και τώρα, βλέποντάς τους ζωντανά. Με αυτό δεν εννοώ πως πρόκειται για μια μπάντα δίχως αρετές. Απεναντίας, διέκρινα πολλά και διάφορα θετικά στοιχεία σε αυτούς. Ξεκινώντας από τα εύηχα και όμορφα εκφερόμενα φωνητικά και καταλήγοντας στη σχεδόν space rock διάσταση που φαίνεται να εξυφαίνουν οι συνθέσεις τους. Εκεί, ωστόσο, βρίσκεται το σημείο που θέλω να τονίσω σχετικά με αυτούς: σε στιγμές, είχα την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα διαστημικής υφής σχήμα που, αντί να αφεθεί στην αυτοσχεδιαστική ομίχλη των σπασμών του, επιλέγει να “ροκάρει” ακατάπαυστα, καταλήγοντας να ηχεί σχεδόν σαν alternative rock μπάντα. Δεν βρίσκω απαραίτητα κάτι αρνητικό στο τελευταίο – απλώς θεωρώ πως τα τραγούδια τους θα κέρδιζαν πολλά, αν αφήνονταν στις πιο χαλαρές διαθέσεις και προθέσεις τους. Η συνεχής παράθεση sample που λειτουργούσαν σχεδόν εμβόλιμα ανάμεσα στα κομμάτια τους με κούρασε, καθώς προσέδιδε μεν κάποια στοιχεία βιομηχανικής αίσθησης, η ποσότητά τους όμως επιβάρυνε το αποτέλεσμα. Οι συνοδευτικές εικόνες ήταν απλά καταπληκτικές, εντείνοντας αυτήν την υφέρπουσα ψυχεδελική διάθεση. Για τους λόγους που προανέφερα, όμως, ένιωσα πως η μουσική τους δεν μου “μίλησε”. Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα επιθυμούσα.

Σταδιακά, ολοένα και περισσότερος κόσμος προσέρχεται. Κάτι που πέραν πάσης αμφιβολίας στέκει ως απόδειξη του γεγονότος πως οι headliner αποτελούν τον κύριο πόλο έλξης απόψε. Και όχι άδικα, θα συμπλήρωνα ευχαρίστως. Πραγματικά, δεν έχει νόημα να αποτιμήσω την παρουσία των Mono ως ένα ακόμα τυπικό κονσέρτο κάποιας post-rock μπάντας. Όχι μόνο επειδή θεωρώ πως ο ήχος τους αγκαλιάζει άμεσα πολλές και διαφορετικές συνιστώσες που υπερβαίνουν τα στενά όρια αυτής της τεχνοτροπίας. Μα επίσης γιατί η εμφάνισή τους οφείλει να βιωθεί ως συνολική εμπειρία, υψηλής συναισθηματικής δύναμης μάλιστα. Οι σπαρακτικά έντονες στιγμές της νηνεμίας παραχωρούν τη θέση τους σε ευρυγώνια ξεσπάσματα. Μια σπάνια συνοχή καλύπτει ως πέπλο τη ροή των στιγμών τους, δίνοντας το έναυσμα για ποικίλες νοσταλγικές αναδράσεις, οι οποίες χρωματικά δίνουν το στίγμα αυτού του σχήματος : πυκνά υγρό, ηχεί σαν αβίαστη ενοποίηση αντιθετικών παραμέτρων. Υπό μία έννοια, χτίζουν κάτι τόσο μα τόσο αυστηρά προσωπικό, χρησιμοποιώντας κατά βάση παλαιά υλικά, δίνοντας μια ακόμα εναλλακτική πηγή στον κιθαριστικό ήχο. Η σπάνια εμφάνιση φωνής ήταν ένα από τα πιο έντονα σημεία αυτής της εμφάνισης, καθώς προέβαλλε ως έτερο στοιχείο σε ένα ρητά διαβαθμισμένο σύμπαν. Επιπρόσθετα, οι νεότερες συνθέσεις τους κινούνται σε εξίσου ικανοποιητικό επίπεδο με τις παλαιότερες. Και αυτή θαρρώ πως είναι η μόνη αναγκαία αναφορά σε σχέση με τα επιμέρους κομμάτια του υποβλητικού συνόλου που είναι μια συναυλία των Mono, στο σήμερα. Μάλιστα, παρότι άυπνος, δεν ένιωσα κανένα σημείο κούρασης, κανένα ίχνος τέλματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ των Mono, το οποίο ολοκληρώθηκε ταιριαστά, σε μια βοή από ονειρώδεις θορύβους. Encore δεν χρειάστηκε. Κάθε τι περιττό θα χαλούσε την υπέροχη γεωμετρία αυτής της συναυλίας. Η ευδαιμονική ζεστασιά των Mono με κέρδισε, αναμφίβολα.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση της φωτογραφίας της από τη συναυλία.


Mono’s announced concert was a deeply attractive event, naturally – moreover, since this time around they were accompanied by two bands, additionally. I was present at Fuzz, early enough, in order to catch all bands playing. A number of people had gathered there, as the time had come for the first group to appear on stage.

Caldera clearly exhibited their intentions, right from start – showcasing a sense of familiarity regarding the mood of a live setting. Something evident by the confidence of their stage presence. Sound was enormously spectacular, allowing enough breathing space for each instrument to sound clear, in through the misty, instrumental ambiance that their performance invoked. The lighting variations were developing harmonically, getting along fittingly with Caldera’s mood changes and sonic vibrations. Their abrupt ascensions brought back memories connected to Godspeed You Black Emperor!, while at the same time this band reminded of similar paths trodden by Isis, for example. To cut it short, I would say that at the core of their show, I became aware of a juxtaposition between two metal-oriented musicians, along with a clearly focused on post rock trails companion. Overall, I’d say that they left a good impression to me. I did notice that there was something missing, though – the inclusion of an atmospherically placed voice would help, perhaps. Continuing in the process of distilling their influences in a personal style, I assume that they are walking on a worthwhile path.

Following a brief break, the second band appears on stage. I need to confess that, up to now, A Storm Of Light’s sound had not really clicked for me. Watching them perform live, gave me a similar feeling as the previously mentioned one. By that I do not mean that this band is short of virtues – quite the contrary, to be exact! Many and different positive angles did I witness, throughout the duration of their set. Starting with the warmly sounding and nicely expressed vocals and getting to an almost space rock dimension that their compositions seem to imply. Yet, there lies the point which I wish to emphasize regarding their music: there were moments when I was under the impression that what I was watching was a band rooted on spatial texture who, instead of letting itself loose upon the improvisational fog of their sonic seizures, chooses to present a heavily rocking result. Which in the end makes them sound like an alternative rock group. I do not necessarily view this as a negative point – I just happen to think that their songs would gain so much more, if only they would let them unveil loosely, swiftly surrendering to their smooth intentions and projections. The frequent use of samples, actually functioned as a series of interruptions placed between each song, something that seemed tiring to me. And that despite the fact that one hand, using samples indeed added a layer of industrial dread to the overall picture. Their large quantity though, on the other, seemed to be adding extra weight to their sound excursions. The accompanying visuals projected were pretty superb, escalating this underlying sense of psychedelic temper. For reasons stated above though, I felt that I was not touched by this band’s sounds. At least not at a satisfactory level, for the most part.

Gradually, a greater number of people is gathered. Something that beyond all doubt proves that the headlining band is certainly the main attraction tonight. Rightfully so, I must happily add. Sincerely, attempting to describe Mono’s presence in the light of a typical concert of yet another post-rock formation, would be entirely meaningless. Not only on the grounds of personally insisting that their sonic universe embraces a number of different spirals that move away from the strictly narrow limits of said categorization. But also because the depth of their performance demands to be felt as an experience of total oneness, as a testament of highly emotional strength unveiled. Extremely intense moments of calmness give place to widely tense outbursts. A sense of coherence that is so rare, surrounds their floating sections, functioning as a veil, setting the tone for a variety of nostalgically induced reactions. In a chromatic sense, there lies the stigma of this band’s sonic arsenal: thickly wet, sounding like an effortless gesture of unification between opposite parameters. Therefore, one could claim that they manage to create something so intensely personal, using materials of old. Even unfolding another aspect to guitar-oriented sound vocabulary. The extra rare occasion of voice appearing along their instrumental haze, was one of the brightest highlights of this performance. As this added a welcome layer to an already strongly established firmament. Additionally, their most recent compositions stand at the same emotional height if compared to their earlier ones, for sure. And that I guess is the only needed reference regarding individual fragments that the evocative totality of a Mono’s concert today is consisted of. Another needed note has to be the fact that even though I had been in a sleepless state, I did not sense any sign of fatigue, nor any sign of stagnation was inspected, during the wholeness of Mono’s set. A set that came to an end in the most fitting of ways, in the midst of a noisy, seemingly static moan. No encore was needed. Anything more would spoil this symphony’s magnificent geometry.

Mono’s delightful warmth undoubtedly touched me, in a most pleasant way.

 

Giorgos Kanavos

Sudden Infant- Buddhist Nihilism (Harbinger Sound)

Η πρώτη μου επαφή με το ανάρμοστο ηχητικό σύμπαν του Sudden Infant έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Ήταν όμως μια μακροσκελής συνέντευξη του Joke Lanz στο Wire που μου έδωσε το έναυσμα να εντρυφήσω βαθύτερα στο Έργο του. Έργο πολυσχιδές και συμπαγές, με έναν μάλλον απρόσμενο τρόπο. Ακολουθώντας την ως τώρα πορεία του και σκάβοντας προς το παρελθόν, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως πρόκειται για μια δαιδαλώδη διαδρομή, η οποία ως τώρα απαριθμεί αναρίθμητες κυκλοφορίες, πολλές εκ των οποίων ήσαν συνεργασίες με έτερες, ρηξικέλευθες φιγούρες του αυτοσχεδιαστικού και θορυβώδους ιδιώματος – ή ήχου, ακριβέστερα. Από αυτές αξίζει να αναφερθεί ο Bill Kouligas (Family Battlesnake, αλλά επίσης και ψυχή της τόσο εκλεκτής PAN), αλλά και πολλοί άλλοι, βεβαίως. Άλλωστε, η αφετηρία του, ως Sudden Infant, χρονολογείται πίσω στο μακρινό 1989. Έχοντας ξεκινήσει ως σόλο όχημα του Joke, στην πορεία μετατράπηκαν σε σχήμα, με διάφορες συμμετοχές ανά περίοδο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι εκείνες οι αρχικές εξορμήσεις ήσαν εξόχως επιδραστικές, τυγχάνοντας μάλιστα διαφόρων επανεκδόσεων στα χρόνια που επακολούθησαν. Είναι επίσης εμφανές: στο πέρασμα του χρόνου, η ηχητική παλέτα των Sudden Infant δέχτηκε διάφορες χρωματικές επιρροές, κινούμενη όμως πάντοτε στο πλαίσιο του noise ηχοτοπίου.

Στο σήμερα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με την πλέον πρόσφατη κυκλοφορία τους, την οποία, για άλλη μια φορά, ανέλαβε η εξαίρετη Harbinger Sound. Τι ακριβώς περιλαμβάνει λοιπόν –μα επίσης, πώς ορίζεται στην πράξη– ο βουδιστικός νιχιλισμός; Αρχικά, να τονίσω πως σε αυτή την απόπειρα ο Joke συνοδεύεται από μια παρέα μουσικών, η οποία, πέρα από τα συμβατικά ροκ όργανα και τις ηλεκτρονικές εκκενώσεις του Lanz, περιλαμβάνει και σαξόφωνο. Είναι υποθέτω αναμενόμενο: το τωρινό ηχητικό μονοπάτι των Sudden Infant είναι αρκούντως διαφορετικό από τις πρώτιστες μετα-βιομηχανικές αναζητήσεις τους, κάτι που για εμένα λειτουργεί σαφώς ως προτέρημα. Ήδη από το εναρκτήριο λάκτισμα, οι προθέσεις γίνονται εύκολα εμφανείς: έντονο κοντραμπάσο από τον άριστο Christian Weber, στιβαρά τύμπανα και η φωνή του Joke σε ύφος μανιφέστου. Οι punk και no wave στιγμές χρωματίζουν την πάντοτε καυστική, πολιτική χροιά των στίχων, ενώ τα φωνητικά αποκτούν κεντρικό ρόλο, ταξινομώντας διάφορες ακροβασίες στο συνολικό εποικοδόμημα. Συνακόλουθα, οι επιθετικές, εκτυφλωτικά ακριβείς γραμμές του μπάσου, δίνουν το έναυσμα. Ο ρυθμός είναι το κυρίαρχο διακύβευμα – και αυτό επιτυγχάνεται διαυγώς. Υπάρχουν σημεία που αναπολούν εικόνες και θραύσματα ενός δυστοπικού funk ήχου. Διακινδυνεύοντας να ακουστώ παράδοξος, τολμώ να πω πως σε φάσεις ένιωσα τις αναλογίες μιας πρόσμειξης του ύφους των Talking Heads με το αγχωτικό punk/funk υβρίδιο που μας χάρισαν οι Le Fly Pan-Am, στον δεύτερό τους δίσκο κυρίως. Όλα αυτά, βέβαια, ενυπάρχουν διανθισμένα με τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο “frontman” εδώ. Είναι παρήγορο, μα συνάμα απολαυστικό: η ίδια αναρχική κατεύθυνση που χαρακτήριζε ευθύς εξαρχής αυτό το σχήμα είναι σαφέστατα παρούσα και σε αυτό το ηχογράφημα. Η προσθήκη σαξοφώνου, δε, είναι εξόχως ταιριαστή. Ενώ, αποτολμώντας ακόμα μία, φαινομενικά παράταιρη, σύγκριση θα έλεγα πως ο τρόπος που εκφέρονται τα φωνητικά μού έφερε στον νου τις σχεδόν spoken word στιγμές καλλιτεχνών όπως ο Gil Scott-Heron και οι Last Poets.

Ιδιαίτερη έκπληξη μάλιστα μου προκάλεσε η σχεδόν math-rock διασκευή που επιχειρείται στο “Maybe You’ re Right” του Cat Stevens (!). Οι ρυθμικές αναταράξεις που προτιμήθηκαν για αυτήν την εκ νέου δοθείσα εκτέλεση, μου θύμισαν τις πολυσχιδείς εκρήξεις σχημάτων όπως οι Ruins και οι Boredoms. Οι φαινομενικές αυτές αναντιστοιχίες περιβάλλουν ζεστά το σύνολο αυτού του έργου, το οποίο βρίθει έντονης προσωπικότητας, άτεγκτα κατευθυνόμενης από την έντονη περσόνα του Joke. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ πως αγαπώ στιγμές όπως το “Tourists”. Bloody fucking tourists – δεν θα μπορούσα να το θέσω ορθότερα, θαρρώ!

Κατανοώ πως οι αρχαιότεροι ακόλουθοι της πορείας των Sudden Infant έχουν εδώ και καιρό διαπιστώσει τις ολότελα διαφορετικές κατευθύνσεις τους. Είναι άλλωστε οφθαλμοφανές πως οι μέρες του Radiorgasm, για παράδειγμα, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σε αυτούς όμως –μεταξύ άλλων, βέβαια– απευθύνεται το Buddhist Nihilism. Ασχέτως προτιμήσεων, είναι αναντίρρητα σαφές : κανένα τέλμα δεν υφίσταται στο παρόν. Απεναντίας, ο Joke είναι πάντοτε αιχμηρός μα και αναλλοίωτα επίκαιρος. Το αυτό ισχύει και για την παρέα που τον συνοδεύει. Συνεπώς, ο δίσκος αυτός συνιστάται ανεπιφύλακτα. Τον βλέπω μάλιστα, προσωπικά, ως επιστέγασμα μιας σχεδόν αλάνθαστης διαδρομής. Μιας διαδρομής που αποτυπώνεται ευδιάκριτα στα ζωηρά χρώματα του εξωφύλλου.


My initial introduction to Sudden Infant’s irrational sonic firmament took place many years ago. It was actually a long and detailed interview of Joke Lanz that gave me the spark needed in order to dig deep and thoroughly into his Work. A Work that could be described as being pluralistic and compact, albeit in a rather unexpected manner. Following his route up to now, as well as digging towards his past, it is easy to realize that we are dealing with a truly rambling road, one that up to today recites to almost countless releases, many of whom had been collaborations with other, groundbreaking key figures of the improvisational and noise related spectrum – or genre, more accurately. Among the later, a special mention should be made for Bill Kouligas (Family Battlesnake, but also the driving force behind one truly special label, PAN). This list would include many others, as well. Something that should come as no surprise, if one considers that his starting point as Sudden Infant dates back to 1989. Having started as Joke’ solo vehicle, it took the form of a band as time passed by, leading to many different participations. It is an undeniable fact: these early recordings proved to be exceptionally influential having actually been re-released in various forms, in through all of these years. It is also plainly obvious: as time went by, Sudden Infant’s sonic palette allowed a variety of chromatic influences to come across.

Which leads us up to today, of course, and their latest offering – which, again, is released by a remarkable label, Harbinger Sound. What exactly is Buddhist Nihilism contrived of? Also, how is it defined in action? To begin with, I must say that in this recording Joke is joined by a company of musicians, which besides the usual rock instruments and Joke’s electronic seizures, includes a saxophone. I assume that it comes as being expected that Sudden Infant’s sound trail has moved away from their early post-industrial noise emanations. I view this as a welcome approach, personally. Opening abruptly, their intentions easily shine through: a deeply intense double-bass, handled excellently by Christian Weber, pounding drum beats and Joke’s vocals in a manifesto type mode. Punk and no wave fragments tend to color the caustic, constantly political texture of these lyrics. Whereas vocals stand as a dominant factor, that sorts out a variety of seizures, proving to be so vital to the final outcome. Moreover, aggressive, solidly punctual bass lines provide the backbone, operating as a signal. Rhythm is the main target – and this is thoroughly achieved, herein. At certain moments I’m reminded of pictures and fragments of an utterly dystopian funk sound. At the risk of coming out as being paradox, dare I say that there were times when I felt the analogies of a mixture that includes Talking Head’s style along with the stressfully inclined punk/funk hybrid that Le fly Pan Am exemplified, especially during their second album, respectively. Of course, it should come as no surprise: the fact that all the aforementioned elements come together swiftly, led by the “frontman’s” dazzling words. It’s a comforting, yet at the same time delightful, state: the same, anarchist direction that defined this formation, ever since the day of its inception, is obviously still present at this specific recording. Also, adding a saxophone is a tremendously fitting idea. While, daring to make yet another seemingly absurd comparison on my behalf, I can honestly say that the way those vocal lines are pronounced, brought to mind the almost spoken word moments of grand artists, such as Gil Scott-Heron and The Last Poets.

I was greatly surprised by the inclusion of an almost math-rock cover version of Cat Stevens’ “Maybe You’re Right”(!). The rhythmic turbulences that were chosen for this newly spawned version, resemble the outer limits type of explosions, that were the core of bands such as Ruins, or Boredoms, for example. All these, at first sight inconsistent elements, warmly surround this work, which comes off as being strictly personal, firmly directed by Joke’s remarkably intense persona. In fact, I could go as far as saying that I honestly love moments like “Tourists”. Bloody Fucking Tourists – such a brilliant shout, I could not have said it better, for sure!

It is easy to understand that Sudden Infant’s early followers have long ago been aware of these entirely different directives. Besides, it is a clear fact: the days of Radiorgasm, for example, are long gone and never to come back. It is to this crowd though – among else, naturally – that Buddhist Nihilism is addressed to. Leaving preferences aside, it becomes painfully solid: no kind of stagnation is shown, at this present field. On the contrary, Joke is constantly sharp and totally up-to-date. Same implies for the group of friends that is accompanying him. Hence, this record comes as being a high recommendation by me. I tend to view this as a great achievement in the midst of a yet almost flawless path. A path that is distinctively reflected by the cover art’s shining colors.

 

 

George Kanavos