Ecstatic Peace: Mono/A Storm Of Light/Caldera live in Athens

Η συναυλία των Mono ήταν από μόνη της ένα ιδιαίτερα θελκτικό γεγονός – πόσο δε μάλλον καθώς συνοδεύονταν από δύο ακόμα μπάντες. Βρέθηκα στο Fuzz από νωρίς, μαζί με έναν ικανό αριθμό ατόμων που περίμεναν το πρώτο σχήμα της βραδιάς.

Οι Caldera έδειξαν εξαρχής τις διαθέσεις τους – όπως επίσης και την εξοικείωσή τους με τη live συνθήκη, γεγονός που πιστοποιούσε η άρτια σκηνική τους παρουσία. Ο ήχος ήταν απλά καταπληκτικός, βοηθώντας κάθε όργανο να αναπνεύσει, εν μέσω της ομιχλώδους, οργανικής ατμόσφαιρας που ανέδυε η εμφάνισή τους. Οι εναλλαγές των φωτισμών έδειχναν να αναπτύσσονται αρμονικά, ταιριάζοντας με τις δονήσεις των ήχων. Οι απότομες αναβάσεις τους μου έφεραν αναμνήσεις από τους Godspeed You Black Emperor!, ενώ ταυτόχρονα μου θύμισαν πολύ ανάλογες στιγμές των Isis, για παράδειγμα. Κοντολογίς, θα έλεγα πως επρόκειτο για τη σύμπραξη δύο προσανατολισμένων προς το metal μουσικών, με έναν καθαρά ευρισκόμενο στο post rock μονοπάτι συνοδοιπόρο. Συνολικά, θα έλεγα πως με κέρδισαν, φρονώ όμως πως κάτι έλειπε – και αυτό ίσως θα ήταν η παρουσία μιας ατμοσφαιρικής φωνής, η οποία ίσως ανέβαζε τις συνθέσεις σε ένα ανώτερο επίπεδο. Διυλίζοντας τις επιρροές τους, θαρρώ πως βρίσκονται σε ένα αξιόλογο μονοπάτι.

Μετά από σύντομη ανάπαυλα, το δεύτερο σχήμα παίρνει τη θέση του στη σκηνή. Ως τώρα, οφείλω να ομολογήσω, οι A Storm Of Light δεν με είχαν αγγίξει με τους ήχους τους. Κάτι αντίστοιχο ένιωσα και τώρα, βλέποντάς τους ζωντανά. Με αυτό δεν εννοώ πως πρόκειται για μια μπάντα δίχως αρετές. Απεναντίας, διέκρινα πολλά και διάφορα θετικά στοιχεία σε αυτούς. Ξεκινώντας από τα εύηχα και όμορφα εκφερόμενα φωνητικά και καταλήγοντας στη σχεδόν space rock διάσταση που φαίνεται να εξυφαίνουν οι συνθέσεις τους. Εκεί, ωστόσο, βρίσκεται το σημείο που θέλω να τονίσω σχετικά με αυτούς: σε στιγμές, είχα την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα διαστημικής υφής σχήμα που, αντί να αφεθεί στην αυτοσχεδιαστική ομίχλη των σπασμών του, επιλέγει να “ροκάρει” ακατάπαυστα, καταλήγοντας να ηχεί σχεδόν σαν alternative rock μπάντα. Δεν βρίσκω απαραίτητα κάτι αρνητικό στο τελευταίο – απλώς θεωρώ πως τα τραγούδια τους θα κέρδιζαν πολλά, αν αφήνονταν στις πιο χαλαρές διαθέσεις και προθέσεις τους. Η συνεχής παράθεση sample που λειτουργούσαν σχεδόν εμβόλιμα ανάμεσα στα κομμάτια τους με κούρασε, καθώς προσέδιδε μεν κάποια στοιχεία βιομηχανικής αίσθησης, η ποσότητά τους όμως επιβάρυνε το αποτέλεσμα. Οι συνοδευτικές εικόνες ήταν απλά καταπληκτικές, εντείνοντας αυτήν την υφέρπουσα ψυχεδελική διάθεση. Για τους λόγους που προανέφερα, όμως, ένιωσα πως η μουσική τους δεν μου “μίλησε”. Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα επιθυμούσα.

Σταδιακά, ολοένα και περισσότερος κόσμος προσέρχεται. Κάτι που πέραν πάσης αμφιβολίας στέκει ως απόδειξη του γεγονότος πως οι headliner αποτελούν τον κύριο πόλο έλξης απόψε. Και όχι άδικα, θα συμπλήρωνα ευχαρίστως. Πραγματικά, δεν έχει νόημα να αποτιμήσω την παρουσία των Mono ως ένα ακόμα τυπικό κονσέρτο κάποιας post-rock μπάντας. Όχι μόνο επειδή θεωρώ πως ο ήχος τους αγκαλιάζει άμεσα πολλές και διαφορετικές συνιστώσες που υπερβαίνουν τα στενά όρια αυτής της τεχνοτροπίας. Μα επίσης γιατί η εμφάνισή τους οφείλει να βιωθεί ως συνολική εμπειρία, υψηλής συναισθηματικής δύναμης μάλιστα. Οι σπαρακτικά έντονες στιγμές της νηνεμίας παραχωρούν τη θέση τους σε ευρυγώνια ξεσπάσματα. Μια σπάνια συνοχή καλύπτει ως πέπλο τη ροή των στιγμών τους, δίνοντας το έναυσμα για ποικίλες νοσταλγικές αναδράσεις, οι οποίες χρωματικά δίνουν το στίγμα αυτού του σχήματος : πυκνά υγρό, ηχεί σαν αβίαστη ενοποίηση αντιθετικών παραμέτρων. Υπό μία έννοια, χτίζουν κάτι τόσο μα τόσο αυστηρά προσωπικό, χρησιμοποιώντας κατά βάση παλαιά υλικά, δίνοντας μια ακόμα εναλλακτική πηγή στον κιθαριστικό ήχο. Η σπάνια εμφάνιση φωνής ήταν ένα από τα πιο έντονα σημεία αυτής της εμφάνισης, καθώς προέβαλλε ως έτερο στοιχείο σε ένα ρητά διαβαθμισμένο σύμπαν. Επιπρόσθετα, οι νεότερες συνθέσεις τους κινούνται σε εξίσου ικανοποιητικό επίπεδο με τις παλαιότερες. Και αυτή θαρρώ πως είναι η μόνη αναγκαία αναφορά σε σχέση με τα επιμέρους κομμάτια του υποβλητικού συνόλου που είναι μια συναυλία των Mono, στο σήμερα. Μάλιστα, παρότι άυπνος, δεν ένιωσα κανένα σημείο κούρασης, κανένα ίχνος τέλματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ των Mono, το οποίο ολοκληρώθηκε ταιριαστά, σε μια βοή από ονειρώδεις θορύβους. Encore δεν χρειάστηκε. Κάθε τι περιττό θα χαλούσε την υπέροχη γεωμετρία αυτής της συναυλίας. Η ευδαιμονική ζεστασιά των Mono με κέρδισε, αναμφίβολα.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση της φωτογραφίας της από τη συναυλία.


Mono’s announced concert was a deeply attractive event, naturally – moreover, since this time around they were accompanied by two bands, additionally. I was present at Fuzz, early enough, in order to catch all bands playing. A number of people had gathered there, as the time had come for the first group to appear on stage.

Caldera clearly exhibited their intentions, right from start – showcasing a sense of familiarity regarding the mood of a live setting. Something evident by the confidence of their stage presence. Sound was enormously spectacular, allowing enough breathing space for each instrument to sound clear, in through the misty, instrumental ambiance that their performance invoked. The lighting variations were developing harmonically, getting along fittingly with Caldera’s mood changes and sonic vibrations. Their abrupt ascensions brought back memories connected to Godspeed You Black Emperor!, while at the same time this band reminded of similar paths trodden by Isis, for example. To cut it short, I would say that at the core of their show, I became aware of a juxtaposition between two metal-oriented musicians, along with a clearly focused on post rock trails companion. Overall, I’d say that they left a good impression to me. I did notice that there was something missing, though – the inclusion of an atmospherically placed voice would help, perhaps. Continuing in the process of distilling their influences in a personal style, I assume that they are walking on a worthwhile path.

Following a brief break, the second band appears on stage. I need to confess that, up to now, A Storm Of Light’s sound had not really clicked for me. Watching them perform live, gave me a similar feeling as the previously mentioned one. By that I do not mean that this band is short of virtues – quite the contrary, to be exact! Many and different positive angles did I witness, throughout the duration of their set. Starting with the warmly sounding and nicely expressed vocals and getting to an almost space rock dimension that their compositions seem to imply. Yet, there lies the point which I wish to emphasize regarding their music: there were moments when I was under the impression that what I was watching was a band rooted on spatial texture who, instead of letting itself loose upon the improvisational fog of their sonic seizures, chooses to present a heavily rocking result. Which in the end makes them sound like an alternative rock group. I do not necessarily view this as a negative point – I just happen to think that their songs would gain so much more, if only they would let them unveil loosely, swiftly surrendering to their smooth intentions and projections. The frequent use of samples, actually functioned as a series of interruptions placed between each song, something that seemed tiring to me. And that despite the fact that one hand, using samples indeed added a layer of industrial dread to the overall picture. Their large quantity though, on the other, seemed to be adding extra weight to their sound excursions. The accompanying visuals projected were pretty superb, escalating this underlying sense of psychedelic temper. For reasons stated above though, I felt that I was not touched by this band’s sounds. At least not at a satisfactory level, for the most part.

Gradually, a greater number of people is gathered. Something that beyond all doubt proves that the headlining band is certainly the main attraction tonight. Rightfully so, I must happily add. Sincerely, attempting to describe Mono’s presence in the light of a typical concert of yet another post-rock formation, would be entirely meaningless. Not only on the grounds of personally insisting that their sonic universe embraces a number of different spirals that move away from the strictly narrow limits of said categorization. But also because the depth of their performance demands to be felt as an experience of total oneness, as a testament of highly emotional strength unveiled. Extremely intense moments of calmness give place to widely tense outbursts. A sense of coherence that is so rare, surrounds their floating sections, functioning as a veil, setting the tone for a variety of nostalgically induced reactions. In a chromatic sense, there lies the stigma of this band’s sonic arsenal: thickly wet, sounding like an effortless gesture of unification between opposite parameters. Therefore, one could claim that they manage to create something so intensely personal, using materials of old. Even unfolding another aspect to guitar-oriented sound vocabulary. The extra rare occasion of voice appearing along their instrumental haze, was one of the brightest highlights of this performance. As this added a welcome layer to an already strongly established firmament. Additionally, their most recent compositions stand at the same emotional height if compared to their earlier ones, for sure. And that I guess is the only needed reference regarding individual fragments that the evocative totality of a Mono’s concert today is consisted of. Another needed note has to be the fact that even though I had been in a sleepless state, I did not sense any sign of fatigue, nor any sign of stagnation was inspected, during the wholeness of Mono’s set. A set that came to an end in the most fitting of ways, in the midst of a noisy, seemingly static moan. No encore was needed. Anything more would spoil this symphony’s magnificent geometry.

Mono’s delightful warmth undoubtedly touched me, in a most pleasant way.

 

Giorgos Kanavos

Sudden Infant- Buddhist Nihilism (Harbinger Sound)

Η πρώτη μου επαφή με το ανάρμοστο ηχητικό σύμπαν του Sudden Infant έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Ήταν όμως μια μακροσκελής συνέντευξη του Joke Lanz στο Wire που μου έδωσε το έναυσμα να εντρυφήσω βαθύτερα στο Έργο του. Έργο πολυσχιδές και συμπαγές, με έναν μάλλον απρόσμενο τρόπο. Ακολουθώντας την ως τώρα πορεία του και σκάβοντας προς το παρελθόν, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως πρόκειται για μια δαιδαλώδη διαδρομή, η οποία ως τώρα απαριθμεί αναρίθμητες κυκλοφορίες, πολλές εκ των οποίων ήσαν συνεργασίες με έτερες, ρηξικέλευθες φιγούρες του αυτοσχεδιαστικού και θορυβώδους ιδιώματος – ή ήχου, ακριβέστερα. Από αυτές αξίζει να αναφερθεί ο Bill Kouligas (Family Battlesnake, αλλά επίσης και ψυχή της τόσο εκλεκτής PAN), αλλά και πολλοί άλλοι, βεβαίως. Άλλωστε, η αφετηρία του, ως Sudden Infant, χρονολογείται πίσω στο μακρινό 1989. Έχοντας ξεκινήσει ως σόλο όχημα του Joke, στην πορεία μετατράπηκαν σε σχήμα, με διάφορες συμμετοχές ανά περίοδο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι εκείνες οι αρχικές εξορμήσεις ήσαν εξόχως επιδραστικές, τυγχάνοντας μάλιστα διαφόρων επανεκδόσεων στα χρόνια που επακολούθησαν. Είναι επίσης εμφανές: στο πέρασμα του χρόνου, η ηχητική παλέτα των Sudden Infant δέχτηκε διάφορες χρωματικές επιρροές, κινούμενη όμως πάντοτε στο πλαίσιο του noise ηχοτοπίου.

Στο σήμερα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με την πλέον πρόσφατη κυκλοφορία τους, την οποία, για άλλη μια φορά, ανέλαβε η εξαίρετη Harbinger Sound. Τι ακριβώς περιλαμβάνει λοιπόν –μα επίσης, πώς ορίζεται στην πράξη– ο βουδιστικός νιχιλισμός; Αρχικά, να τονίσω πως σε αυτή την απόπειρα ο Joke συνοδεύεται από μια παρέα μουσικών, η οποία, πέρα από τα συμβατικά ροκ όργανα και τις ηλεκτρονικές εκκενώσεις του Lanz, περιλαμβάνει και σαξόφωνο. Είναι υποθέτω αναμενόμενο: το τωρινό ηχητικό μονοπάτι των Sudden Infant είναι αρκούντως διαφορετικό από τις πρώτιστες μετα-βιομηχανικές αναζητήσεις τους, κάτι που για εμένα λειτουργεί σαφώς ως προτέρημα. Ήδη από το εναρκτήριο λάκτισμα, οι προθέσεις γίνονται εύκολα εμφανείς: έντονο κοντραμπάσο από τον άριστο Christian Weber, στιβαρά τύμπανα και η φωνή του Joke σε ύφος μανιφέστου. Οι punk και no wave στιγμές χρωματίζουν την πάντοτε καυστική, πολιτική χροιά των στίχων, ενώ τα φωνητικά αποκτούν κεντρικό ρόλο, ταξινομώντας διάφορες ακροβασίες στο συνολικό εποικοδόμημα. Συνακόλουθα, οι επιθετικές, εκτυφλωτικά ακριβείς γραμμές του μπάσου, δίνουν το έναυσμα. Ο ρυθμός είναι το κυρίαρχο διακύβευμα – και αυτό επιτυγχάνεται διαυγώς. Υπάρχουν σημεία που αναπολούν εικόνες και θραύσματα ενός δυστοπικού funk ήχου. Διακινδυνεύοντας να ακουστώ παράδοξος, τολμώ να πω πως σε φάσεις ένιωσα τις αναλογίες μιας πρόσμειξης του ύφους των Talking Heads με το αγχωτικό punk/funk υβρίδιο που μας χάρισαν οι Le Fly Pan-Am, στον δεύτερό τους δίσκο κυρίως. Όλα αυτά, βέβαια, ενυπάρχουν διανθισμένα με τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο “frontman” εδώ. Είναι παρήγορο, μα συνάμα απολαυστικό: η ίδια αναρχική κατεύθυνση που χαρακτήριζε ευθύς εξαρχής αυτό το σχήμα είναι σαφέστατα παρούσα και σε αυτό το ηχογράφημα. Η προσθήκη σαξοφώνου, δε, είναι εξόχως ταιριαστή. Ενώ, αποτολμώντας ακόμα μία, φαινομενικά παράταιρη, σύγκριση θα έλεγα πως ο τρόπος που εκφέρονται τα φωνητικά μού έφερε στον νου τις σχεδόν spoken word στιγμές καλλιτεχνών όπως ο Gil Scott-Heron και οι Last Poets.

Ιδιαίτερη έκπληξη μάλιστα μου προκάλεσε η σχεδόν math-rock διασκευή που επιχειρείται στο “Maybe You’ re Right” του Cat Stevens (!). Οι ρυθμικές αναταράξεις που προτιμήθηκαν για αυτήν την εκ νέου δοθείσα εκτέλεση, μου θύμισαν τις πολυσχιδείς εκρήξεις σχημάτων όπως οι Ruins και οι Boredoms. Οι φαινομενικές αυτές αναντιστοιχίες περιβάλλουν ζεστά το σύνολο αυτού του έργου, το οποίο βρίθει έντονης προσωπικότητας, άτεγκτα κατευθυνόμενης από την έντονη περσόνα του Joke. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ πως αγαπώ στιγμές όπως το “Tourists”. Bloody fucking tourists – δεν θα μπορούσα να το θέσω ορθότερα, θαρρώ!

Κατανοώ πως οι αρχαιότεροι ακόλουθοι της πορείας των Sudden Infant έχουν εδώ και καιρό διαπιστώσει τις ολότελα διαφορετικές κατευθύνσεις τους. Είναι άλλωστε οφθαλμοφανές πως οι μέρες του Radiorgasm, για παράδειγμα, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σε αυτούς όμως –μεταξύ άλλων, βέβαια– απευθύνεται το Buddhist Nihilism. Ασχέτως προτιμήσεων, είναι αναντίρρητα σαφές : κανένα τέλμα δεν υφίσταται στο παρόν. Απεναντίας, ο Joke είναι πάντοτε αιχμηρός μα και αναλλοίωτα επίκαιρος. Το αυτό ισχύει και για την παρέα που τον συνοδεύει. Συνεπώς, ο δίσκος αυτός συνιστάται ανεπιφύλακτα. Τον βλέπω μάλιστα, προσωπικά, ως επιστέγασμα μιας σχεδόν αλάνθαστης διαδρομής. Μιας διαδρομής που αποτυπώνεται ευδιάκριτα στα ζωηρά χρώματα του εξωφύλλου.


My initial introduction to Sudden Infant’s irrational sonic firmament took place many years ago. It was actually a long and detailed interview of Joke Lanz that gave me the spark needed in order to dig deep and thoroughly into his Work. A Work that could be described as being pluralistic and compact, albeit in a rather unexpected manner. Following his route up to now, as well as digging towards his past, it is easy to realize that we are dealing with a truly rambling road, one that up to today recites to almost countless releases, many of whom had been collaborations with other, groundbreaking key figures of the improvisational and noise related spectrum – or genre, more accurately. Among the later, a special mention should be made for Bill Kouligas (Family Battlesnake, but also the driving force behind one truly special label, PAN). This list would include many others, as well. Something that should come as no surprise, if one considers that his starting point as Sudden Infant dates back to 1989. Having started as Joke’ solo vehicle, it took the form of a band as time passed by, leading to many different participations. It is an undeniable fact: these early recordings proved to be exceptionally influential having actually been re-released in various forms, in through all of these years. It is also plainly obvious: as time went by, Sudden Infant’s sonic palette allowed a variety of chromatic influences to come across.

Which leads us up to today, of course, and their latest offering – which, again, is released by a remarkable label, Harbinger Sound. What exactly is Buddhist Nihilism contrived of? Also, how is it defined in action? To begin with, I must say that in this recording Joke is joined by a company of musicians, which besides the usual rock instruments and Joke’s electronic seizures, includes a saxophone. I assume that it comes as being expected that Sudden Infant’s sound trail has moved away from their early post-industrial noise emanations. I view this as a welcome approach, personally. Opening abruptly, their intentions easily shine through: a deeply intense double-bass, handled excellently by Christian Weber, pounding drum beats and Joke’s vocals in a manifesto type mode. Punk and no wave fragments tend to color the caustic, constantly political texture of these lyrics. Whereas vocals stand as a dominant factor, that sorts out a variety of seizures, proving to be so vital to the final outcome. Moreover, aggressive, solidly punctual bass lines provide the backbone, operating as a signal. Rhythm is the main target – and this is thoroughly achieved, herein. At certain moments I’m reminded of pictures and fragments of an utterly dystopian funk sound. At the risk of coming out as being paradox, dare I say that there were times when I felt the analogies of a mixture that includes Talking Head’s style along with the stressfully inclined punk/funk hybrid that Le fly Pan Am exemplified, especially during their second album, respectively. Of course, it should come as no surprise: the fact that all the aforementioned elements come together swiftly, led by the “frontman’s” dazzling words. It’s a comforting, yet at the same time delightful, state: the same, anarchist direction that defined this formation, ever since the day of its inception, is obviously still present at this specific recording. Also, adding a saxophone is a tremendously fitting idea. While, daring to make yet another seemingly absurd comparison on my behalf, I can honestly say that the way those vocal lines are pronounced, brought to mind the almost spoken word moments of grand artists, such as Gil Scott-Heron and The Last Poets.

I was greatly surprised by the inclusion of an almost math-rock cover version of Cat Stevens’ “Maybe You’re Right”(!). The rhythmic turbulences that were chosen for this newly spawned version, resemble the outer limits type of explosions, that were the core of bands such as Ruins, or Boredoms, for example. All these, at first sight inconsistent elements, warmly surround this work, which comes off as being strictly personal, firmly directed by Joke’s remarkably intense persona. In fact, I could go as far as saying that I honestly love moments like “Tourists”. Bloody Fucking Tourists – such a brilliant shout, I could not have said it better, for sure!

It is easy to understand that Sudden Infant’s early followers have long ago been aware of these entirely different directives. Besides, it is a clear fact: the days of Radiorgasm, for example, are long gone and never to come back. It is to this crowd though – among else, naturally – that Buddhist Nihilism is addressed to. Leaving preferences aside, it becomes painfully solid: no kind of stagnation is shown, at this present field. On the contrary, Joke is constantly sharp and totally up-to-date. Same implies for the group of friends that is accompanying him. Hence, this record comes as being a high recommendation by me. I tend to view this as a great achievement in the midst of a yet almost flawless path. A path that is distinctively reflected by the cover art’s shining colors.

 

 

George Kanavos