The Basements – I’ m Dead (lost in tyme/name your price)

thebasements.againstthesilence.com

 

Ένα σταθερό μοτίβο της μελλοντολογικής επιστημονικής φαντασίας είναι να μετατοπίζει αντικείμενα και τάσεις του παρόντος, παρουσιάζοντας τα ως κλασικά (με την έννοια που δίνουμε εμείς στη λέξη) : έτσι, όπως εμείς αντιμετωπίζουμε ως κλασική μουσική τον Μότσαρτ, έτσι οι άνθρωποι, σε χίλια χρόνια από τώρα, μπορεί να αντιμετωπίζουν ως κλασική μουσική τους Black Sabbath, π.χ. Όπως κι άλλα στοιχεία που είδαμε να μεταφέρονται από την επιστημονική φαντασία στην πραγματικότητα, έτσι κι η πραγματοποίηση αυτού του μοτίβου της ΕΦ δεν θα πρέπει να φαντάζει διόλου απίθανη, ειδικά αν παρατηρήσει κανείς ότι πράγματα και πρακτικές που ανάγονται σε μία ή δύο γενιές πριν, για παράδειγμα οι κασέτες (ή, σε πιο ακραίο παράδειγμα, τα cd) θεωρούνται από τις τωρινές νεώτερες γενιές ως βίντατζ ή ρετρό. Εξάλλου, κάθε γενιά εξιδανικεύει όσα δεν έζησε η ίδια, ειδικά από τη στιγμή που αντλεί επιλεγμένες και εκλεκτικά σταχυολογημένες πληροφορίες για την εκάστοτε εξιδανικευμένη εποχή: προσωπικά,είμαι της άποψης ότι οι τρέχοντες νεορεμπετίζοντες οργανοπαίχτες και τραγουδοποιοί δύσκολα θα χωνεύανε τον Πειραιά στις εποχές της πραγματικής ρεμπέτικης δόξας του.

Πέραν αυτών, ωστόσο, όταν κι όποτε η τρέχουσα μουσική κλασικοποιηθεί κι αυτή με τη σειρά της, οι επιστήμονες εθνομουσικολόγοι που θα ασχοληθούν με την μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο απ’ το 1960 κι έπειτα, θά’ χουν μπόλικη δουλειά προσπαθώντας να καταλήξουν σ’ ένα πόρισμα σχετικά με την σχέση της πόλης, ως αστική μονάδα, με την μουσική δημιουργικότητα που την χαρακτηρίζει ∙ επειδή, απ’ όποια άποψη κι αν το εξετάσουμε, η Θεσσαλονίκη μπορεί κατά καιρούς να έμενε (θεωρητικά) πίσω απ’ την Αθήνα σε διάφορα πράγματα, ποτέ όμως σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την μουσική. Αυτό, επίσης, είναι εμφανές και στον μουσικό πλουραλισμό που επιδεικνύει: η πόλη έχει αναδείξει πάρα πολλ@ς μουσικούς, σε πάρα πολλά διαφορετικά μουσικά είδη, παρουσιάζοντας πάντα – ή σχεδόν πάντα – έργα υψηλής ποιότητας με ό, τι κι αν καταπιάνονται. Ίσως το χαρακτηριστικό αυτό της Θεσσαλονίκης να είναι προϊόν της παραδοσιακής και ιδιαίτερα αμαρτωλής (ακόμη και σήμερα εξάπτει τα πάθη,όπως λόγου χάρη η περίπτωση των Εβραίων της πόλης) πολυεθνικής της σύνθεσης και ιστορίας. Ίσως, πάλι, κληρονομιά της στρατηγικής της θέσης ως σταυροδρόμι πολιτισμών. Ίσως, απ’ την άλλη μεριά, να είναι το δικό της στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του πανταχού κυρίαρχου Κράτους των Αθηνών.

Είπαμε, οι εθνομουσικολόγοι του μέλλοντος θά’ χουν να ξεμπλέξουν έναν μακροσκελή μουσικοκοινωνικό μίτο ∙ κάποιοι απ’ αυτούς μπορούν να ξεκινήσουν κι από τώρα.

Η μπάντα ονόματι The Basements, εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενη, είναι μια περίπτωση Θεσσαλονικιώτικης μπάντας που ανταποκρίνεται στα υψηλά πρότυπα που ανέφερα παραπάνω: ήτοι, δεν υστερεί ούτε σε ποιότητα συνθέσεων, ούτε σε ποιότητα εκτέλεσης, ούτε σε ποιότητα παραγωγής. Η δουλειά τους, με τίτλο Im Dead, περιλαμβάνει 12 κομμάτια garage-psych-punk, ιδίωμα που θεωρούνταν ρετρό ήδη απ’ τις προηγούμενες γενιές – δηλαδή πριν από την εισβολή και επέκταση του χιπστερισμού στα μουσικά δρώμενα – συνοδευόμενο από την αντίστοιχη αισθητική στο συνολικό του περιτύλιγμα. Οι The Basements, παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνονται να πτοούνται ∙απεναντίας, δείχνουν να το διασκεδάζουν παραδίδοντας συνθέσεις garage υψηλών οκτανίων,αδιαφορώντας πλήρως για το τί μπορεί να θεωρηθεί σύγχρονο ∙ ενδεχομένως επειδή γνωρίζουν ότι το garage punk ποτέ δεν έφυγε από το προσκήνιο για να μπορούν να το κλέψουν και να το εξαντλήσουν ολοκληρωτικά εν είδει «ψαγμενιάς» οι διάφοροι μουσάτοι μεταξύ σύντομων περασμάτων από τα νεομπαρμπέρικα.

Τούτων δοθέντων, θα καταστεί εμφανές από το πρώτο λεπτό ακούσματος του Im Dead  ότι οι The Basements δεν πολυενδιαφέρονται να καινοτομήσουν στο ιδίωμα ∙ τους αρκεί να ροκάρουν, κι αυτό, αν μη τι άλλο,το καταφέρνουν περίτρανα. Το ιδίωμα στο οποίο έχουν επιλέξει να εντρυφήσουν πρέπει να μπορεί να αποπνέει μια συναυλιακού τύπου ενέργεια προκειμένου να μπορεί να πείσει, κι αυτό οι The Basements έχουν φροντίσει να το προσέξουν. Ένα ακόμη μεγάλο πλεονέκτημα του I’m Dead είναι η ποικιλία όσον αφορά τις ταχύτητες των κομματιών ∙ κι είναι αλήθεια ότι ορισμένα από τα πιο αργά τους κομμάτια (π.χ.”Hands Οn Τime”) ακούγονται πολύ πιο περιπετειώδη, με την έννοια του ότι είναι απρόσμενα, σε σχέση με τα πολύ καλά αλλά πιο τυπικά του ιδιώματος, γρήγορα κομμάτια τους (π.χ.”Wrong”).

Εν όψει νέου υλικού (αν, όταν, όποτε, και όπως αυτό κυκλοφορήσει), ίσως τα όσα λέγονται παραπάνω να φανούν σε μετέπειτα χρόνο άκαιρα. Για το παρόντα χρόνο, όμως, μολονότι επανακυκλοφορία, το IDead αποτελεί μια δουλειά γεμάτη ενέργεια που κερδίζει τον ακροατή χωρίς να απαιτεί πολλά και πολλαπλά ακούσματα. Οι φίλ@ του garage/punk σίγουρα θα ενδιαφερθούν, και σίγουρα όχι μόνο αυτοί.

 

 

ΑΤΜ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s