Tegh – Oiseaux-Tempête – Anjou

Tegh – Downfall (midira)

Τις ίδιες ημέρες που ανεβάσαμε το πρόσφατο μας Guest Mix των 9T Antiope το οποίο περιείχε ονόματα από τη σύγχρονη πειραματική σκηνή του Ιράν, εμφανίστηκαν τρία αφιερώματα σε παγκοσμίως γνωστά site που αναφερόντουσαν στο ίδιο θέμα. Ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η ίδια η δύναμη της μουσικής που βγάζουν εδώ και κάποια χρόνια αρκετά ιρανικά ονόματα και σχήματα. Μια δύναμη που εξανεμίζει την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ του εδώ με το εκεί και την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που άκουσα κάτι από τον Tegh (πιο συγκεκριμένα στο EP που είχε βγάλει με τον Kamyar Tavakoli πριν δύο χρόνια). Στο νέο του άλμπουμ προχωρά ακόμη παραπέρα ως προς την σύνθεση μελωδίας και ατμοσφαιρικότητας προσθέτοντας ένα συμφωνικό τόνο σε ορισμένα σημεία του.

Ουσιαστικά έχουμε μια σαραντάλεπτη σύνθεση η οποία ξεκινά ως ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων. Είναι τέτοια η ένταση του που δεν γίνεται να μη σε πιάσει μέσα σου κάτι ακούγοντας τα πρώτα μέρη του Downfall. Στη συνέχεια ρέει το υλικό προς πιο αναμενόμενα κιτάπια, χωρίς όμως να αμβλύνονται οι εντυπώσεις ως προς αυτό που μουσικά συντίθεται. Στο τέλος ένα κυκλικό άσμα απομυζεί κάθε σκέψη που γλύτωσε από το πέρασμα του δίσκου θυμίζοντας το τελικό στάδιο απώλειας μνήμης. Η πορεία προς τη λήθη παραπέμπει σε κάθοδο προς το άγνωστο. Η καθαρτική φύση του Downfall διαθέτει, λοιπόν, τέτοιου είδους χαρακτηριστικά.

Oiseaux-Tempête – AL – ‘AN! الآن (sub rosa)

Η Μέση Ανατολή έχει γένους θηλυκό, όπως και η επανάσταση, εξού και το εξώφυλλο του νέου δίσκου των OT. Ως κεντρικό θέμα το χάος στα πολύπαθα αυτά μέρη την περσινή χρονιά, χάος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, η γαλλική αυτή μπάντα συνεχίζει να ασχολείται με την πολιτική, όντας δεκτική και ανοικτή σε ριζοσπαστικές φωνές και επιρροές διαφορετικών κουλτούρων από τη δικιά της. Όσο άκουγα το συγκεκριμένο άλμπουμ ένιωθα την μουσική να υποχωρεί δίνοντας χώρο στα ανατρεπτικά νοήματα που θέλει εξαρχής να περάσει. Η βάση είναι οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ Αράβων μουσικών, της εν λόγω μπάντας και φίλων της με τις ηχογραφήσεις να έχουν μοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών μακρινών τόπων όπου οι συντελεστές ζουν.

Τα τραγούδια ηχούν σαν να οδεύει μια μπάντα στα βάθη της ερήμου με τον ήλιο μπροστά και μια υπόσχεση για το μέλλον στα χαμένα. Στην πορεία αυτή τίποτα φαινομενικά δεν αλλάζει άρδην, αν και στο τέλος της ακρόασης του δίσκου που έχει τον υπότιτλο And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams έχεις διανύσει μια καθόλα σεβαστή απόσταση εμπειριών. Ένας αστερίσκος μπαίνει για μας που καταγόμαστε από μέρη που συνορεύουν με τη συγκεκριμένη κουλτούρα της Ανατολής, οπότε και ανάλογα ακούσματα ή παντρέματα με αυτά δεν μας εντυπωσιάζουν τόσο. Εντούτοις το ταξίδι που μας παρουσιάζουν οι ΟΤ εδώ αποτελεί άλλον έναν ενδιαφέρον σταθμό στην θησαυρίζουσα δισκογραφία τους.

Anjou – Epithymia (kranky)

Υπάρχει η άποψη ότι η ambient μουσική ταιριάζει ως άκουσμα τη νύχτα, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι και ως πρωινή συνοδεία τα πάει περίφημα. Αυτό οφείλεται στην αργή ανάπτυξη μιας ιδέας, την ένταση που έρχεται στην πορεία ως το ποθητό ξύπνημα και το φινάλε που δένει με οτιδήποτε άλλο για συνέχεια. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και τη μουσική των Anjou που αποτελούνται πλέον από δύο μέλη των Labradford, της θεμελιώδους σημασίας μπάντας για τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική.

Αυτό εδώ είναι το δεύτερο τους άλμπουμ στο οποίο λόγω ίσως της απώλειας του περκασιονίστα που είχαν ως βασικό μέλος της σύνθεσης τους στο ντεμπούτο τους, βγαίνει μια πιο ηλεκτρονική χροιά από ότι θα περιμέναμε. Κάπου σαν να χάνεται η όλη φυσικότητα του μυστηρίου που μπορεί να μεταδώσει η μπάντα. Υπογραμμίζω, μάλιστα, το ρήμα “μπορεί” μιας και στην επικών διαστάσεων σύνθεση τους “An Empty Bank” συντελείται ένα μικρό θαύμα με το πάντρεμα μιας βαθιάς ατμόσφαιρας με το γλυκό παίξιμο μιας τρομπέτας. Είναι η στιγμή που η αφαίρεση δεν σ’αφήνει με αρνητικό πρόσημο, αλλά σου θυμίζει για ποιο λόγο αγαπάς αυτού του είδους την μουσική. Αυτά.

Μπάμπης Κολτράνης

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

9T ANTIOPE – ATS GUEST MIX #4

Τα τελευταία χρόνια, η ιρανική πειραματική μουσική σκηνή είναι μια από τις πιο δραστήριες και δημιουργικές παγκοσμίως. Αυτό μπορεί να ακούγεται “παράδοξο” για εμάς που ζούμε στη Δύση, αλλά το πλήθος των ονομάτων, και κυρίως η ποιότητα που χαρακτηρίζει τις δουλειές τους, πιστοποιούν το αρχικό συμπέρασμα. Δεν είναι όμως μόνο η μουσική, αλλά και η άρθρωση ενός πολύτιμου λόγου πάνω στον τρόπο που εκφράζονται και που ζουν στην καθημερινότητα τους, που μας έχουν κάνει να βλέπουμε αυτή τη σκηνή με ένα έντονο μουσικό, μα και πολιτικό ενδιαφέρον.

Οι 9T Antiope είναι ένα ντουέτο που αποτελείται από την Sara Bigdeli Shamloo και τον Nima Aghiani. Η ιδιαίτερη μουσική τους μας είχε τραβήξει το ενδιαφέρον από το πρώτο τους κιόλας EP, πράγμα που μας κάνει να νιώθουμε ιδιαίτερη τιμή για αυτό το αποκλειστικό mix τους, το οποίο επικεντρώνεται κυρίως στο νέο αίμα της εν λόγω σκηνής. Για την ιστορία, το mix περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και ένα κομμάτι των Siavash Amini και Pouya Pour-Amin που υπήρχε αποκλειστικά στην τέταρτη συλλογή μας! Καλή ακρόαση.

 

Over the recent years, the Iranian experimental music scene is one most active and creative scenes worldwide. This may sound a bit “paradoxical” for those of us living in the West, yet the multitude of artists, and especially the quality of their releases, validate our initial conclusion. It’s not just the music, though; it’s also the statement of a invaluable discourse on how they express and live their daily lives that urges to examine this scene with a great amount of interest, as regards both its musical and its political aspects.

9T Antiope is a collaborative duet formed by Sara Bigdeli Shamloo and Nima Aghiani. Their particular brand of music had sparked our interest from their very first EP; in this sense, we are extremely honored to have been given this exclusive mix of theirs, which focuses mainly in new bands and artists from the Iranian scene. For the record, this mix includes, among others, a piece of music by Siavash Amini and Pouya Pour-Amin that was featured exclusively in Against The Silence’s fourth compilation! Enjoy the music.

 

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος

Manic Street Preachers & Jenny Saville

Υπάρχει άραγε κάποιος αριστουργηματικός δίσκος στην ιστορία της μουσικής που να μη διέθετε ένα εξώφυλλο αντιστοίχου υψηλού επιπέδου όσον αφορά την αισθητική; Απολύτως κανένας! Σε αυτόν τον κανόνα, μάλιστα, δεν χωράνε εξαιρέσεις, και για να βρούμε τους λόγους που συμβαίνει αυτό, θα πρέπει να εξετάσουμε τον εκάστοτε δίσκο ως ειδική περίπτωση. Από μια λίστα κλασσικών δίσκων τέτοιου επιπέδου δεν θα έλειπε, κατά την προσωπική μου άποψη, το The Holy Bible των Manic Street Preachers. Όσα προηγήθηκαν, και όσα ακολούθησαν την κυκλοφορία αυτού του δίσκου το 1994, έχουν λάβει μια μυθική υπόσταση, κι είναι σίγουρο ότι όσα κι αν γραφτούν είναι λίγα για να εξαντλήσουν το συγκεκριμένο θέμα – αν και φαντάζομαι ότι το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο Escape From History, που μιλά ακριβώς για αυτήν την περίοδο, θα έχει να πει ενδεχομένως κάτι το καινούργιο.

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Το 1994, οι MSP έχουν ήδη κάνει ένα εκκωφαντικό μπαμ, αν και δεν ήταν με μια τόσο μεγάλη επιτυχία όσο υπόσχονταν τα τότε επιτυχημένα singles τους. Ο τρίτος τους δίσκος έμελλε να είναι αυτός που θα τους επέτρεπε, σε κλίμα πλήρης καλλιτεχνικής ελευθερίας, να πράξουν μια τολμηρή κατάδυση μέσα τους, βγάζοντας τον πιο δυνατό τους δίσκο (από όλες τις απόψεις), και σίγουρα τον κορυφαίο στιχουργικά δίσκο της γενιάς τους. Ιθύνων νους ως προς τους στίχους, καθώς υποσκέλισε τον Nicky Wire όσον αφορά προς το τότε διαθέσιμο υλικό, αναδείχθηκε ο Richey Edwards, ο οποίος εκείνη την περίοδο διάβαζε τρία βιβλία την ημέρα. Το υλικό που συνέλεξε, και που έδωσε στους άλλους δυο για να γράψουν πάνω τους τα τραγούδια του δίσκου, είχε κάτι το δαιμονιώδες, το ωμό και συνάμα ευαίσθητο, σε σημείο που να αποκαλύπτονται αρκετά σκοτεινά βιογραφικά του στοιχεία. Δεδομένου ότι η αισθητική της μπάντας ήταν ένα στοιχείο που την απασχολούσε σε σημαντικό βαθμό, χαρακτηρίζοντας και την εκάστοτε ξεχωριστή δημιουργική της περίοδο, ο ίδιος ο Richey προσέγγισε τη συνομήλικη του – και νεαρή εκείνη την εποχή – εικαστικό Jenny Saville για να της ζητήσει να συνεργαστούν, εξηγώντας της από κοντά το περιεχόμενο κάθε σύνθεσης του δίσκου! Η ίδια όχι μόνο πείστηκε, αλλά παραχώρησε το έργο της με τίτλο Strategy (South Face/Front Face/North Face) χωρίς να ζητήσει κάποιο αντίτιμο από την μπάντα. Έτσι συναντήθηκαν ο τρόπος που προσέγγιζε την απεικόνιση των σωμάτων η συγκεκριμένη εικαστικός, δηλαδή την σκιαγράφηση γυναικών σε μεγέθυνση και με χρώματα σχεδόν βίαια, και η αισθητική πρόταση της μπάντας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε στους προηγούμενους δίσκους της εξώφυλλα με αντρικά σώματα, και που ήθελε στο The Holy Bible να βγάλει κάτι το ωμά ειλικρινές και βαθυστόχαστο.

 

 

Το τίμημα της συγκεκριμένης κυκλοφορίας αποδείχθηκε πολύ βαρύ για τον ίδιο τον Richey, ο οποίος δεν άντεξε την πάλη με τους δαίμονες του και εξαφανίστηκε από προσώπου γης τον Φλεβάρη του 1995. Μετά την επιστροφή της ως τρίο το 1996, η μπάντα γνώρισε μια τεράστια εμπορική επιτυχία και δικαίως καταξιώθηκε ως ένα από τα κορυφαία σχήματα του καιρού μας. Το 2009, μετά από άλλο ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ, το Send Away The Tigers του 2007, οι MSP αποφάσισαν να βγάλουν ένα δίσκο αποκλειστικά με στίχους του εκλιπόντα, που είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι. Ήταν λογικό να συνεργαστούν για μια ακόμη φορά με την Jenny Saville, έχοντας σκοπό να δημιουργήσουν μια αισθητική γέφυρα που θα συνέδεε το Journal For Plague Lovers με το The Holy Bible.

 

 

Το έργο της καταξιωμένης πλέον εικαστικού με τίτλο Stare έδεσε τέλεια με το περιεχόμενο ενός δίσκου, ο οποίος αποτύπωνε κοφτερές ματιές πέρα από κάθε τι που μπορεί να μας κρύβει μια ποταπή καθημερινότητα, πηγαίνοντας πέρα από τα κλασσικά μοτίβα ενός rock δίσκου. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο, μάλιστα, έφτασε να λογοκριθεί από τα μεγάλα καταστήματα δίσκων στην Αγγλία, καθώς κρίθηκε βίαιη η εικόνα του πορτρέτου, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί ο δίσκος με ένα άσπρο περιτύλιγμα!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie

The Underground Youth – What Kind Of Dystopian Hellhole Is This? (fuzz club)

theundergroundyouth.againstthesilence

Μερικές φορές συμβαίνει να έχεις ακούσει τόσες πολλές φορές ένα δίσκο που δυσκολεύεσαι να αποτυπώσεις στο χαρτί τις εντυπώσεις που σου αφήνει. Εικόνες χώνονται σε καπνούς που καθορίζονται από τις διαθέσεις της εκάστοτε στιγμής και τα “καλά” τραγούδια κολλάνε πάνω σου σαν μια αυτονόητη ασχολία της καθημερινότητας. Στην περίπτωση μάλιστα του νέου δίσκου των Βρετανών TUY που πλέον διαμένουν στο Βερολίνο, έχουμε τόσα “καλά” τραγούδια που μας οδηγούν στην πεμπτουσία ενός “καλού” rock δίσκου. Εκεί, δηλαδή, που δεν μένουν και πολλά να ειπωθούν πέρα από το πάτημα ενός play και το αυτοδίδακτο λίκνισμα σε νωχελικά 4/4.

Αν κάποι@ δεν γνωρίζει τί ακριβώς παίζει αυτή η μπάντα, αρκεί να ακούσει ένα οποιοδήποτε κομμάτι της και θα καταλάβει αμέσως. Τυχαίνει μάλιστα το άλμπουμ αυτό να είναι αντιπροσωπευτικό του ήχου τους σε γενικές γραμμές και αρκετά καλογραμμένο σε ειδικές, οπότε το ξεκίνημα της γνωριμίας με δαύτους μπορεί να γίνει ανάποδα από το τελευταίο τους εν λόγω πόνημα. Θα τους χαρακτήριζα ως ψευδογκαράζ με τάσεις να γράφουν όσο πιο απλές συνθέσεις γίνεται και με μια κλίση προς ένα σκοτεινό σκηνικό που θυμίζει ημίφως σε ένα μισοάδειο μπαρ. Αυτή τους η απλότητα τους βοηθά να αναδείξουν τις συνθετικές τους ικανότητες με κομμάτια όπως το “Alice” και “Persistent Stable Hell” να σε οδηγούν με κλειστά μάτια στο βάθος του εν λόγω μπαρ. Από την άλλη λείπει κάτι που θα θεωρηθεί πρωτότυπο ή πρωτοποριακό, οπότε πάλι επιστρέφουμε στην αφετηρία του συγκεκριμένου είδους.

Πάντως στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει μια διάθεση για μια βόλτα στα ενδότερα με αποτέλεσμα δίπλα στα στοιχεία που τους έχουν καθιερώσει να έχουμε μια πιο ώριμη και πιο εμπνευσμένη, θα έλεγα, ματιά. Βλοσυροί στίχοι για έρωτες ακολουθούνται από πολιτικές σκέψεις, οι μελωδίες είναι τόσο λιτές όσο δεν πάει και κάθε κομμάτι ακούγεται διαφορετικό, αν και ως ένα αναπόσπαστο μέρος ενός ελκυστικού δίσκου. Με εξαίρεση την κουραστική διασκευή στο “Your Sweet Love” του Lee Hazlewood, η μπάντα πετυχαίνει διάνα σε ότι δοκιμάζει και αυτό δεν το λες και μικρό επίτευγμά στον κόσμο των ανούσιων νέων rock κυκλοφοριών που ζούμε σήμερα.

Μπάμπης Κολτράνης