Fragile Vastness – Uneven Structure – Sikth

Fragile Vastness – Perception (Self released)

 Σε μια χρονιά που ρίχνει καταιγίδες εξαιρετικών prog κυκλοφοριών, οι Fragile Vastness βγαίνουν ξανά στις αγορές. Όταν κυκλοφορούσε το A Tribute To Life δώδεκα χρόνια πριν, η μπάντα φάνταζε –και ήταν– ως μια από τις πιο πρωτοκλασάτες εγχώριες προτάσεις στον χώρο τους. Μοιάζει να χάθηκε πολύτιμο έδαφος, ευτυχώς όμως για τους οπαδούς του είδους, το τεχνοκρατικό/ fusion τους κατάγεται από μια άχρονη πατρίδα. Η αισθητική τους είναι γερά στηριγμένη στην Dream Theater/Rush πλευρά του progressive rock, όπου το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός “καθαρής” τραγουδοποιίας κι εξαιρετικών τεχνικών μερών. Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, η μπάντα παραδίδει πολλές στιγμές ανόθευτης μουσικής απόλαυσης, ειδικά προερχόμενες από το σοφιστικέ rhythm section των Γιαλαμά/Τσολάκη. Η νεοεισελθούσα Έλενα Στρατηγοπούλου στα φωνητικά δίνει έναν διαφορετικό τόνο σε σχέση με το παρελθόν κι ερμηνεύει το πολύ cinematic και διάφανο concept με ιδανικό τρόπο.

 Παρόλα αυτά κάτι λείπει στον συνθετικό τομέα. Η αρτιότητα της δουλειάς τους είναι αδιαμφισβήτητη σε όλα τα επίπεδα, θα ήθελα όμως κάτι λίγο πιο χαρακτηριστικό ή κολλητικό, κάτι που να μπορεί σε στιγμές να με αγκιστρώσει χωρίς να μπορώ να ξεφύγω. Ψιλά γράμματα; Πιθανόν. Δεν υπάρχει πάντως κάτι που να μπορεί να με αποτρέψει από το να το προτείνω σε κάθε φίλο του καλού λυρικού progressive. Εδώ μπορεί να βρει την ευγένεια και την ανάταση που ψάχνει.

Uneven Structure – La Partition (Long Branch Records)

 Η επιλογή των Γάλλων Uneven Structure να κάνουν έξι χρόνια να κυκλοφορήσουν το “κρίσιμο’’ δεύτερο άλμπουμ τους –ειδικά τη στιγμή που το ντεμπούτο τους Februus τράβηξε πολλά βλέμματα– είναι σαφώς πιο επικίνδυνη. Στα όρια της ανοησίας ίσως, για όσους σκέφτονται με όρους βιομηχανίας. Λίγα δευτερόλεπτα του εισαγωγικού “Alkaline throat’’ και δεν θα δίνεις δεκάρα για κάθε τι μη μουσικό. Υπάρχει κάτι εκπληκτικά μοναδικό στο ύφος αυτού του γκρουπ. Υποτίθεται ότι βρίσκονται στις παρυφές του djent και μπορώ να δεχτώ τη συγγένεια, δεν γνωρίζω όμως άλλες djent prog μπάντες με τόσο βαθιά στρώματα από ambient περιβάλλοντα. Κοφτές κιθάρες και μεσουγκισμοί ναι, με ένα όμως space-post πρόσωπο, που, όσο κι αν σπας το κεφάλι σου, δεν μπορείς να θυμηθείς αν το έχεις συναντήσει ξανά. Κι έχεις από πάνω έναν Matthieu Romarin για τραγουδιστή να σου θυμίζει κάτι από παλιό καλό grunge. Για τους μυημένους, μπορώ να πω ότι οι Uneven Structure είναι αντίστοιχοι για το σύγχρονο prog με το πώς ακούγονταν οι Black Symphony στα μέσα των 90s: άκουσμα περίτεχνο, κατανοητό, ελαφρώς ροκάδικο και πλήρως ανεξερεύνητο ταυτόχρονα.

 Το La Partition οικοδομεί σε έναν άγνωστο υπνωτιστικό ρυθμό. Μια περίπλοκη αρμονία ντύνει τα πάντα, τα tracks αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνεις κι όλα μοιάζουν με ένα γιγάντιο prog χταπόδι που σε έχει γραπώσει από παντού. Χειροκροτώ μέχρι να πονέσουν οι παλάμες μου τη συνθετική ανωτερότητα ενός προοδευτικού δίσκου που ξέρει πώς να είναι σκληρά ατμοσφαιρικός, καθώς και την ολιστική τους προσέγγιση και να μην ξεχάσω να τους τικάρω ως υποψήφιους για τη λίστα των καλύτερων του 2017.

Sikth – The Future In Whose Eyes? (Victor Entertainment)

 Οι Βρετανοί Sikth, από την άλλη, έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν δισκογραφικά, 11 χρόνια μετά το Death Of A Dead Day του 2006, ως ηθικοί θριαμβευτές: Τα δυο πρώτα τους άλμπουμ θεωρήθηκαν, έπειτα από τη διάλυση τους το 2008, ως σημαντικότατα στην συνδιαμόρφωση του djent κινήματος μαζί με τους Meshuggah. Για να ακριβολογήσουμε, ήταν η επιτυχία των Periphery –και οι δηλώσεις τους– που οδήγησε μια νέα γενιά ακροατών στην ανακάλυψη των Sikth. Κι από τη γενική αδιαφορία της διάλυσής τους φτάσαμε στο σημείο η επιστροφή τους να θεωρείται ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. O tempora, o mores. Φυσικά οι Sikth ήταν και είναι μια πάρα πολύ καλή μπάντα και το hype ελάχιστη σημασία έχει. Το δικό τους prog είναι επιθετικό κι επιδέξιο, φλερτάρει με το χάος, το techno thrash, το death – ωραία πράγματα!

 Κάτω από την επιφάνεια όμως, απανωτές ακροάσεις αποκαλύπτουν μια αρκετά εμπορική προσέγγιση, μια safe διάθεση του “να διασφαλίσουμε την κατάκτηση όσων εξαρχής αξίζαμε’’. Η πορεία της προσωπικής μου σχέσης με το άλμπουμ είναι φθίνουσα. Αρχικά ενθουσιάστηκα, μα, όσο περνάει ο κοινός μας χρόνος, το άλμπουμ σταδιακά ξεθωριάζει. Στα συν του ο μοντερνισμός του, τα έξυπνα φωνητικά από τους δύο τραγουδιστές –ειδικά τα Korn κολπάκια και οι εντελώς sci-fi απαγγελίες– και το επικό εναρκτήριο “Vivid’’. Στα μείον, οι απίστευτα μέτριοι στίχοι, είχα πολύ καιρό να δω δουλειά επιπέδου παλιού ελληνικού demo. Οι Sikth είναι μια φοβερά αξιόλογη μπάντα και το άλμπουμ στέκει ως τέτοιο, είναι μόνο μέτριο σε σχέση με τις προσδοκίες που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Αντώνης Καλαμούτσος

Bagarre Générale – Tohu-Bohu (music fear satan)

 Αναμοχλεύοντας το σωρόν με τους νέους δίσκους των τελευταίων ημερών, είναι να απορείς πώς θα ξεχωρίσεις τελικά κάτι το εντελώς ενδιαφέρον. Μια λάμψη φτάνει από τα βάθη της γαλλικής σκηνής του σκληρού ήχου, με περίεργες αποχρώσεις και ακόμη πιο περίεργη σύνθεση μπάντας. Οι Bagarre Générale έχοντας στη σύνθεσή τους τρομπόνια και τα κλασικά όργανα μιας σύγχρονης μπάντας του πρωτοποριακού μέταλ σήμερα, μας συστήθηκαν κατά έναν τρόπο με το καταπληκτικό σπλιτ που έβγαλαν με τους Year Of No Light. Λόγω αυτού, ευτυχώς το νέο τους άλμπουμ εντοπίστηκε από το σχετικό ραντάρ και ακούγοντάς το ορθώνεται στεντόρεια η λέξη “Δικαίωση”!

 Σίγουρα θα υπάρχει κι άλλη μπάντα που να αναμειγνύει το μέταλ με τη συμφωνική μουσική και τον εξπρεσιονισμό, αλλά οι BG το κάνουν με τέτοιο τρόπο που πείθουν για την πρωτοτυπία τους. Εκεί που σε σημεία θαρρείς ότι ακούς το σάουντρακ του Star Wars, αμέσως η μπάντα το γυρνά στο Εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι, αποδεικνύοντας ότι έχει προοδεύσει σε όλα τα επίπεδα που αφορούν την έμπνευση, τη σύνθεση και την εκτέλεση των ιδεών της. Ψαρωτικές εισαγωγές δίνουν το πάτημα σε ανελέητα μέταλ μοτίβα, τα οποία συνεχώς αλλάζουν στην πορεία, με το αποτέλεσμα να ισορροπεί μαγικά πριν γίνει κουραστικό ή υπερβολικά βιρτουόζικο. Την αύρα του δίσκου θα τη χαρακτήριζα άρρωστη με έναν γλυκό τρόπο, σαν ευχή και κατάρα μαζί.

 Υπάρχουν σαφώς ομοιότητες με το τελευταίο άλμπουμ των YONL, αλλά εδώ η μπάντα εστιάζει στην ανάδειξη της βαρύτητας ως αίσθησης που σε βουλιάζει στον πυθμένα της μουσικής της και όχι μια ανύψωση απόκοσμων και συνάμα γλυκών ατμοσφαιρών. Και οι τρεις ορχηστρικές συνθέσεις συνηγορούν στο ότι έχουμε να κάνουμε με μια δουλειά από εκείνες που ξεπερνούν τα όρια του εκάστοτε χώρου ή είδους που εκπροσωπούν. Δύσκολα ο ανοιχτόμυαλος κόσμος που αναζητά κάτι το πρωτοποριακό και ταυτόχρονα μουσικά απτό δεν θα εντυπωσιαστεί ακούγοντας το Tohu-Bohu.

Μπάμπης Κολτράνης

Arca – Self-titled (XL Recordings)

 Όλα ξεκινούν με ένα μουρμουρητό ενός αγνώστου μέσα στην ακόμη πιο άγνωστη νύχτα. Τα βήματα του σχεδόν δεν ακούγονται στον έρημο δρόμο και τα κίτρινα φώτα αδυνατούν να φανερώσουν το πρόσωπο του. Το μουρμουρητό γίνεται τραγούδι σε μια σαρκώδη γλώσσα. Κάθε σκέψη του ξένου γίνεται στίχος, διαπερνά το σώμα και διαφεύγει στο βάθος της νύχτας.

 Η φωνή κινείται ολοένα και με μεγαλύτερο ρίσκο μπρος στο οριστικό γκρέμισμα της. Ένας ρυθμός την ζώνει για να κρατήσει την πνοή των στίχων όρθια. Αυτή βαδίζοντας μόνη συναντά φωτισμένα παράθυρα, κρυμμένα είδωλα, άγνωστες ιστορίες, κλειδωμένες πόρτες, βιαστικά ζευγάρια στο πεζοδρόμιο, νυσταγμένα άπαντα σε μια πόλη σε παύση. Η φωνή γίνεται μουσική και όλα αυτά τα ενσωματώνει. Φτύνει ιδιότυπες μηχανικές κραυγές από τα βάθη μιας χαλκόδετης καρδιάς με συνοδεία μοναχικών πιάνων που επαναστάτησαν εναντίον της τελευταίας πρόβας πριν την πρεμιέρα. Ποια πύλη άνοιξε για να βγουν όλα αυτά στη φόρα; Όσο κλείνεις τα μάτια, τόσο πιο κοντά πλησιάζεις στην κάθε απάντηση.

 Κι άλλη ερώτηση στην πορεία. Ποιο δάκρυ είναι αληθινό; Αυτό της νεκρής ανάμνησης ή εκείνο της ζωντανής μηχανής; Το μονοπάτι των ερωτήσεων από την άγνωστη φωνή στα σκοτάδια δεν έχει τέλος. Όλα στάδια αναπαλαίωσης εμπειριών και γκρεμίσματος θορύβων εντός. Όταν βγει το απαύγασμα τους ένα μικρό θαύμα θα έχει συντελεστεί.

 Η φωνή συνεχίζει να κινείται χωρίς σαφή κατεύθυνση με τις σειρήνες της νύχτας να την χαώνουν. Αλλάζει υφή ανάλογα με τη στενότητα των μονοπατιών. Προχωρά κι όμως αισθάνεται ότι παραμένει σταθερά στο ίδιο σημείο. Στο τέλος αυτό το σημείο είναι η κατάκτηση της και δεν μένει τίποτα άλλο παρά να σιωπήσει, καθώς η μουσική σβήνει ως φυσικός αντίλαλος της.

Μπάμπης Κολτράνης

Tegh – Oiseaux-Tempête – Anjou

Tegh – Downfall (midira)

Τις ίδιες ημέρες που ανεβάσαμε το πρόσφατο μας Guest Mix των 9T Antiope το οποίο περιείχε ονόματα από τη σύγχρονη πειραματική σκηνή του Ιράν, εμφανίστηκαν τρία αφιερώματα σε παγκοσμίως γνωστά site που αναφερόντουσαν στο ίδιο θέμα. Ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η ίδια η δύναμη της μουσικής που βγάζουν εδώ και κάποια χρόνια αρκετά ιρανικά ονόματα και σχήματα. Μια δύναμη που εξανεμίζει την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ του εδώ με το εκεί και την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που άκουσα κάτι από τον Tegh (πιο συγκεκριμένα στο EP που είχε βγάλει με τον Kamyar Tavakoli πριν δύο χρόνια). Στο νέο του άλμπουμ προχωρά ακόμη παραπέρα ως προς την σύνθεση μελωδίας και ατμοσφαιρικότητας προσθέτοντας ένα συμφωνικό τόνο σε ορισμένα σημεία του.

Ουσιαστικά έχουμε μια σαραντάλεπτη σύνθεση η οποία ξεκινά ως ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων. Είναι τέτοια η ένταση του που δεν γίνεται να μη σε πιάσει μέσα σου κάτι ακούγοντας τα πρώτα μέρη του Downfall. Στη συνέχεια ρέει το υλικό προς πιο αναμενόμενα κιτάπια, χωρίς όμως να αμβλύνονται οι εντυπώσεις ως προς αυτό που μουσικά συντίθεται. Στο τέλος ένα κυκλικό άσμα απομυζεί κάθε σκέψη που γλύτωσε από το πέρασμα του δίσκου θυμίζοντας το τελικό στάδιο απώλειας μνήμης. Η πορεία προς τη λήθη παραπέμπει σε κάθοδο προς το άγνωστο. Η καθαρτική φύση του Downfall διαθέτει, λοιπόν, τέτοιου είδους χαρακτηριστικά.

Oiseaux-Tempête – AL – ‘AN! الآن (sub rosa)

Η Μέση Ανατολή έχει γένους θηλυκό, όπως και η επανάσταση, εξού και το εξώφυλλο του νέου δίσκου των OT. Ως κεντρικό θέμα το χάος στα πολύπαθα αυτά μέρη την περσινή χρονιά, χάος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, η γαλλική αυτή μπάντα συνεχίζει να ασχολείται με την πολιτική, όντας δεκτική και ανοικτή σε ριζοσπαστικές φωνές και επιρροές διαφορετικών κουλτούρων από τη δικιά της. Όσο άκουγα το συγκεκριμένο άλμπουμ ένιωθα την μουσική να υποχωρεί δίνοντας χώρο στα ανατρεπτικά νοήματα που θέλει εξαρχής να περάσει. Η βάση είναι οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ Αράβων μουσικών, της εν λόγω μπάντας και φίλων της με τις ηχογραφήσεις να έχουν μοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών μακρινών τόπων όπου οι συντελεστές ζουν.

Τα τραγούδια ηχούν σαν να οδεύει μια μπάντα στα βάθη της ερήμου με τον ήλιο μπροστά και μια υπόσχεση για το μέλλον στα χαμένα. Στην πορεία αυτή τίποτα φαινομενικά δεν αλλάζει άρδην, αν και στο τέλος της ακρόασης του δίσκου που έχει τον υπότιτλο And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams έχεις διανύσει μια καθόλα σεβαστή απόσταση εμπειριών. Ένας αστερίσκος μπαίνει για μας που καταγόμαστε από μέρη που συνορεύουν με τη συγκεκριμένη κουλτούρα της Ανατολής, οπότε και ανάλογα ακούσματα ή παντρέματα με αυτά δεν μας εντυπωσιάζουν τόσο. Εντούτοις το ταξίδι που μας παρουσιάζουν οι ΟΤ εδώ αποτελεί άλλον έναν ενδιαφέρον σταθμό στην θησαυρίζουσα δισκογραφία τους.

Anjou – Epithymia (kranky)

Υπάρχει η άποψη ότι η ambient μουσική ταιριάζει ως άκουσμα τη νύχτα, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι και ως πρωινή συνοδεία τα πάει περίφημα. Αυτό οφείλεται στην αργή ανάπτυξη μιας ιδέας, την ένταση που έρχεται στην πορεία ως το ποθητό ξύπνημα και το φινάλε που δένει με οτιδήποτε άλλο για συνέχεια. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και τη μουσική των Anjou που αποτελούνται πλέον από δύο μέλη των Labradford, της θεμελιώδους σημασίας μπάντας για τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική.

Αυτό εδώ είναι το δεύτερο τους άλμπουμ στο οποίο λόγω ίσως της απώλειας του περκασιονίστα που είχαν ως βασικό μέλος της σύνθεσης τους στο ντεμπούτο τους, βγαίνει μια πιο ηλεκτρονική χροιά από ότι θα περιμέναμε. Κάπου σαν να χάνεται η όλη φυσικότητα του μυστηρίου που μπορεί να μεταδώσει η μπάντα. Υπογραμμίζω, μάλιστα, το ρήμα “μπορεί” μιας και στην επικών διαστάσεων σύνθεση τους “An Empty Bank” συντελείται ένα μικρό θαύμα με το πάντρεμα μιας βαθιάς ατμόσφαιρας με το γλυκό παίξιμο μιας τρομπέτας. Είναι η στιγμή που η αφαίρεση δεν σ’αφήνει με αρνητικό πρόσημο, αλλά σου θυμίζει για ποιο λόγο αγαπάς αυτού του είδους την μουσική. Αυτά.

Μπάμπης Κολτράνης

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

9T ANTIOPE – ATS GUEST MIX #4

Τα τελευταία χρόνια, η ιρανική πειραματική μουσική σκηνή είναι μια από τις πιο δραστήριες και δημιουργικές παγκοσμίως. Αυτό μπορεί να ακούγεται “παράδοξο” για εμάς που ζούμε στη Δύση, αλλά το πλήθος των ονομάτων, και κυρίως η ποιότητα που χαρακτηρίζει τις δουλειές τους, πιστοποιούν το αρχικό συμπέρασμα. Δεν είναι όμως μόνο η μουσική, αλλά και η άρθρωση ενός πολύτιμου λόγου πάνω στον τρόπο που εκφράζονται και που ζουν στην καθημερινότητα τους, που μας έχουν κάνει να βλέπουμε αυτή τη σκηνή με ένα έντονο μουσικό, μα και πολιτικό ενδιαφέρον.

Οι 9T Antiope είναι ένα ντουέτο που αποτελείται από την Sara Bigdeli Shamloo και τον Nima Aghiani. Η ιδιαίτερη μουσική τους μας είχε τραβήξει το ενδιαφέρον από το πρώτο τους κιόλας EP, πράγμα που μας κάνει να νιώθουμε ιδιαίτερη τιμή για αυτό το αποκλειστικό mix τους, το οποίο επικεντρώνεται κυρίως στο νέο αίμα της εν λόγω σκηνής. Για την ιστορία, το mix περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και ένα κομμάτι των Siavash Amini και Pouya Pour-Amin που υπήρχε αποκλειστικά στην τέταρτη συλλογή μας! Καλή ακρόαση.

 

Over the recent years, the Iranian experimental music scene is one most active and creative scenes worldwide. This may sound a bit “paradoxical” for those of us living in the West, yet the multitude of artists, and especially the quality of their releases, validate our initial conclusion. It’s not just the music, though; it’s also the statement of a invaluable discourse on how they express and live their daily lives that urges to examine this scene with a great amount of interest, as regards both its musical and its political aspects.

9T Antiope is a collaborative duet formed by Sara Bigdeli Shamloo and Nima Aghiani. Their particular brand of music had sparked our interest from their very first EP; in this sense, we are extremely honored to have been given this exclusive mix of theirs, which focuses mainly in new bands and artists from the Iranian scene. For the record, this mix includes, among others, a piece of music by Siavash Amini and Pouya Pour-Amin that was featured exclusively in Against The Silence’s fourth compilation! Enjoy the music.

 

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος