Toby Driver – Madonnawhore (The Flenser)

 Ο πολυοργανίστας, πολυθεσίτης (Kayo Dot, Maudlin Of The Well, Bloodmist κ.α.), και γενικά πολυπράγμων Toby Driver έφτασε αισίως στον τέταρτο προσωπικό του δίσκο, ονόματι Madonnawhore, αποτελούμενο από έξι αργόσυρτες, σκοτεινές ατμοσφαιρικές, και μυστηριακές συνθέσεις, στις οποίες δεσπόζουν τα κιθαριστικά μοτίβα και η χαρακτηριστική ελεγειακή και μελοδραματική φωνή του Toby Driver.

Ο υποφαινόμενος αμφιταλαντεύεται για το εάν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το Madonnawhore ως «πειραματικό» δίσκο – υπάρχει σαφέστατα μια τέτοια διάθεση, όπως υπάρχει και μια εναλλακτική συνθετική αντίληψη της pop/rock μπαλάντας (ή κάτι σαν μπαλάντα, τέλος πάντων). Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, οι συνθέσεις είναι (έως πολύ) αργές και ιδιαίτερα μελωδικές, που θυμίζουν σε σημεία την τρίτη περίοδο των Pink Floyd, τους Radiohead στα πολύ λυρικά τους, την electropop των ‘80’s, ή ακόμη και – τολμώ να πω – τους Madrugada.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο η πειραματικότητα, όσο και ο λυρισμός του Madonnawhore δυστυχώς υποβαθμίζονται από δύο μειονεκτήματα των συνθέσεων, που το ένα είναι αλληλένδετο με το άλλο καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου. Αφενός, το γεγονός ότι τα συνθετικά μοτίβα και οι ρυθμοί είναι σχεδόν πανομοιότυπα σ’ ολόκληρο το Madonnawhore, σε σημείο που αν δεν παρατηρείς την αλλαγή, νομίζεις ότι ακούς ένα ενιαίο κομμάτι απ’ την αρχή ως το τέλος, και αφετέρου, η ομοιομορφία αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω απ’ την ρυθμική βραδύτητα των κομματιών – που αποδεικνύει, και σε αυτή την περίσταση, ότι το ζητούμενο μπορεί μεν να είναι τα κομμάτια να είναι υπνωτικά, αλλά αυτό δεν πραγματώνεται πάντοτε με την καλή έννοια.

 Θα επισημάνω, σε πρώτη φάση, ότι μια απόπειρα κριτικής του Madonnawhore γίνεται εύκολη υπόθεση εάν εστιάσουμε στην εν γένει αντισυμβατικότητα του Toby Driver (όποια κι αν μπορεί να είναι η σημασία της λέξης αυτής για τους συνειδητοποιημένους μουσικόφιλους του 21ου αιώνα), όπως αυτή έχει αποτυπωθεί από την μέχρι τώρα μουσική πορεία του καλλιτέχνη. Στο ίδιο μοτίβο, η κριτική μπορεί σε δεύτερη φάση να εστιάσει ακριβώς σ’ αυτή την μουσική πορεία – λες και είναι αδιανόητο ακόμη και οι πιο επιτυχημένες συνολικά καλλιτεχνικές διαδρομές να περιλαμβάνουν λακκούβες.

Όλα αυτά είναι υπεκφυγές. Το Madonnawhore δεν είναι από τους δίσκους που θα τους χαρακτηρίζαμε με απαξίωση ως λακκούβες – έχει τουλάχιστον δύο κομμάτια (“The Deepest Hole” και “Craven’s Dawn”) που είναι εξαιρετικά, ή που τουλάχιστον αναδεικνύονται σε σχέση με τα υπόλοιπα από την εξάδα του δίσκου. Μπορούμε να θεωρήσουμε το Madonnawhore απλώς ως μια μεμονωμένη, αυτόνομη κι αυτούσια οντότητα που σε κάποια σημεία αποδίδει, και σε άλλα όχι. Ακόμη κι οι πιο αξιόλογοι καλλιτέχνες, εξάλλου, έχουν τις μέτριες στιγμές τους.

ATM

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

Decemberance – Conceiving Hell (Endless Winter)

 Οι Decemberance ανέκαθεν ήταν από τα πιο παράδοξα ελληνικά σχήματα. Από το 1998, όταν κυκλοφόρησαν το πρώτο τους ντέμο, έως τις μέρες μας, κράτησαν μια απόμακρη στάση από τις εγχώριες μουσικές τάσεις. Ελάχιστες, πολύ αραιές μεταξύ τους κυκλοφορίες, ακόμη πιο αραιές ζωντανές εμφανίσεις – αραιές, αλλά στοχευμένες, ίσως έχοντας κατά νου την νοοτροπία του ελληνικού κοινού – και εμμονή σ’ ένα μουσικό ιδίωμα που μόνο την τελευταία δεκαετία έγινε μόδα, και αυτό αφού πρώτα πέρασε από αρκετές μεταλλάξεις.

 Κυρίως, όμως, οι Decemberance ανέκαθεν ήταν απρόβλεπτοι όσον αφορά το περιεχόμενο των κυκλοφοριών τους. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι η ίδια μπάντα που έβγαλε το Just a Blacklad το 2001 είναι η ίδια μπάντα που έβγαλε το Inside το 2009 ∙ ο υποφαινόμενος θεωρεί ότι ο εν λόγω δίσκος ήταν όχι μόνο εξαιρετικός, αλλά ένα πραγματικό κατόρθωμα για το doom metal γενικά – ένας δίσκος που, παρά τη δυσκολία του, εξαιτίας των διαρκών αλλαγών στις συνθέσεις, που περνούσαν απ’ το καθαρόαιμο doom στο τεχνικό death metal κι από’ κεί στο progressive rock και ξανά πάλι, ακουγόταν – και ακούγεται ακόμη και σήμερα – πρωτότυπος, συναρπαστικός και δουλεμένος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ∙ για να το πω διαφορετικά, το Inside ήταν ένας ένας δίσκος που δύσκολα μπορεί να τον ξεπεράσει ο δημιουργός του.

 Απ’ αυτή την άποψη, το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του Conceiving Hell, της τωρινής κυκλοφορίας των Decemberance μετά από ολοκληρωτική απουσία έξι ετών, είναι ότι δεν αποπειρώνται καν να ξεπεράσουν το Inside. Αντιθέτως, αν κάτι είναι άμεσα εμφανές είναι ότι οι Decemberance προσπαθούν πρωτίστως να ξεπεράσουν την μέχρι τώρα ιστορία τους, κι αυτό γιατί στο Conceiving Hell μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία που παραπέμπουν τόσο στις βαρύτερες, πιο αργόσυρτες, αλλά και πιο τεχνικές στιγμές του Inside, με σκεπτικό όμως που παραπέμπει στους πιο πρώιμους Decemberance (ευτυχώς, περιορίζονται μόνο στο σκεπτικό – κάθε τι άλλο έχει εμφανώς προχωρήσει από εκείνη την εποχή). Μ’ άλλα λόγια, στο Conceiving Hell, οι Decemberance απεμπόλησαν τα progressive στοιχεία, τα πολλά πλήκτρα, και εστίασαν στο καθαρά doom/death metal σκέλος, με τρόπο που αναμφίβολα θα καταγοητεύσει – εάν δεν ενθουσιάσει – τους οπαδούς της παλιάς doom/death metal σχολής των ‘90’ς, θυμίζοντας το παλιό, καλό doom/death των πρώιμων My Dying Bride, Anathema και άλλων παρεμφερών κλασικών σχημάτων του είδους, σε συνδυασμό με μέρη που παραπέμπουν στον ήχο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα (π.χ. την μεσαία περίοδο των Esoteric). Η ποικιλία των μουσικών θεμάτων είναι μεγάλη, αλλά όχι τόσο καταιγιστική όσο στην πρώτη δουλειά των Decemberance, πράγμα που επιτρέπει τόσο τα θέματα, όσο και τα κομμάτια συνολικά, να αποτυπώνονται πιο εύκολα στην μνήμη, παρά την μεγάλη (έως πολύ μεγάλη) διάρκεια των κομματιών ∙ τα κάνει να ακούγονται περισσότερα σαν κομμάτια, παρά σαν ασκήσεις ενορχήστρωσης θεμάτων.

 Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν σωστό να πούμε ότι το Conceiving Hell είναι κι αυτό μια ακόμη τακτική επιβίωσης διαμέσου της επιστροφής στις ρίζες, κι ένα ακόμη δείγμα ότι το doom metal, υπό την τρέχουσα μορφή του, έχει κορεστεί; Θεωρώ πως όχι, κι αυτό γιατί το Conceiving Hell πρωτίστως αναδεικνύει και φέρνει στην πρώτη γραμμή χαρακτηριστικά που υπήρχαν απ’ την αρχή στους Decemberance – εξάλλου, μιλάμε για ένα συγκρότημα που υφίσταται ήδη κοντά είκοσι χρόνια στα πράγματα –, αλλά το κάνει αυτό με τρόπο που να δείχνει όχι πισωγύρισμα, αλλά εξέλιξη. Δεδομένου ότι, όπως ανέφερα πιο πάνω, οι Decemberance είναι απρόβλεπτοι, δεν θα αποπειραθώ καν να εικάσω πως μπορεί να είναι η επόμενη δουλειά τους, εάν και όταν υπάρξει. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά, πάντως, ότι το Conceiving Hell είναι ήδη στο προσωπικό μου τοπ 5 για το 2017.

ΑΤΜ

The Necks – Unfold (Ideologic Organ)

necks.againstthesilence

Σε αρκετές περιπτώσεις, ένας παράγοντας που συνυπολογίζεται σε μια κριτική είναι αυτός της ιστορίας ενός συγκροτήματος ∙ η ιστορία δεν αφορά, ή τουλάχιστον δεν αφορά αποκλειστικά, την ηλικία ή τα χρόνια δραστηριότητας του συγκροτήματος, αλλά κυρίως την δισκογραφική του παραγωγή, το έργο που εκθέτει σε δημόσια ακρόαση και/ή θέα.

Οι Αυστραλοί The Necks βρίσκονται αισίως στο 30ο έτος της ζωής τους ως συγκρότημα, κι έχουν πίσω τους μεγάλη δισκογραφία – όχι τόσο εκτενή σε σχέση με άλλες μπάντες με την ίδια «ηλικία», αλλά αρκετή έτσι ώστε να μπορούμε κάλλιστα να θεωρήσουμε ότι είναι ένα καθιερωμένο, από δημιουργική σκοπιά, συγκρότημα. Η κριτική του πρόσφατου υλικού τους, που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Unfold, αναπόφευκτα θα λάβει υπόψη του ότι δεν πρόκειται για μια δουλειά που προσπαθεί να προσεταιριστεί σύγχρονες μουσικές τάσεις, αλλά για μια δουλειά που εντάσσεται στην συνολική δισκογραφία της μπάντας, μια δουλειά που έρχεται ως συνέχεια, κι ως συνέπεια, της τριακονταετούς δημιουργικής της ιστορίας.

Το Unfold είναι ο 15ος στουντιακός δίσκος των The Necks, ή ο 20ος τους δίσκος όσον αφορά την γενική τους δισκογραφία (μετρώντας τα live albums, ένα soundtrack, και μια συμμετοχή με κομμάτι σ’ ένα ακόμη soundtrack). Το πρόβλημα της κριτικής, έτσι, έγκειται στο γεγονός ότι οφείλει πρωτίστως να εξετάσει την κάθε δουλειά (στην προκειμένη περίπτωση το Unfold) μεμονωμένα, παραβλέποντας, σε πρώτο τουλάχιστον στάδιο, τον παράγοντα της ιστορικής συνέχειας της δημιουργικής διαδικασίας ∙ κι επίσης, να αποφανθεί, θετικά ή αρνητικά, επί της μεμονωμένης δουλειάς με τρόπο που να μην θέτει υπό συνολική αμφισβήτηση αυτή την ιστορική συνέχεια – ή το μέλλον της – και να μην καταφεύγει σε βολικές «νοσταλγίες», ειδικά εάν πρόκειται για συγκροτήματα με μεγάλη δισκογραφική παραγωγή.

Το Unfold αποτελείται από 4 κομμάτια που έχουν ως κοινό τους συνθετικό μοτίβο τον αυτοσχεδιασμό πάνω από ένα φαινομενικά στατικό οργανικό υπόβαθρο. Κυρίαρχο όργανα είναι το πιάνο και τα πλήκτρα, τα οποία αυτοσχεδιάζουν μελωδικά με φόντο τα μινιμαλιστικά τύμπανα και το ακόμη πιο μινιμαλιστικό μπάσο. Οι αλλαγές στον ήχο των πλήκτρων αντανακλούν την ατμόσφαιρα και τις διαθέσεις του κάθε κομματιού ∙ παραδείγματος χάριν, δύο από τα τέσσερα κομμάτια, τα rise και blue mountain, χρησιμοποιούν πιάνο, ενώ το δεύτερο κομμάτι, με τίτλο overhear, χρησιμοποιεί το Hammond, και ο ήχος ανακαλεί τα ‘60’s και τον ελεύθερο πειραματισμό της δεκαετίας εκείνης. Το τέταρτο και τελευταίο κομμάτι, το timepiece, χρησιμοποιεί ένα sample από ξυπνητήρι, που επανέρχεται σε τακτά διαστήματα κατά την ανάπτυξη της σύνθεσης.

Το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό, έως και μυσταγωγικό, ή τελετουργικό: είναι σαν να αποτυπώνεται σε νότες η διαρκής κίνηση και αλλαγή σε ένα ακίνητο, ουσιαστικά αμετάβλητο τοπίο – ή ο αντίκτυπος της ανθρώπινης δραστηριότητας σ’ έναν προκαθορισμένο χρόνο, όπου όλα κινούνται την μία στιγμή και αποσυντίθενται την άλλη, χωρίς να ασκήσουν κάποια επίδραση, έως ότου όλα παύσουν ταυτόχρονα και αμετάκλητα (με το τέλος του κομματιού).

Απ’ αυτή την άποψη, το Unfold διέπεται από την μέχρι τώρα συνθετική φιλοσοφία των The Necks – άρα, μένει πιστό και εντάσσεται στην ευρύτερη ιστορία και συνέχεια του συγκροτήματος. Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού: όσο κι αν επαινέσεις τις αρετές του δίσκου, όσο κι αν κατανοήσεις τη λογική και την φιλοσοφία των συνθέσεων αλλά και της δουλειάς συνολικά, η μεγάλη διάρκεια των κομματιών λειτουργεί αρνητικά, και σε αποτρέπει απ’ το να τα βιώσεις, όπως τουλάχιστον είναι ο σκοπός τους. Το rise, το πρώτο κομμάτι του Unfold, έχει διάρκεια δεκαπέντε λεπτών – και είναι το μικρότερο κομμάτι του δίσκου. Η κούραση είναι αναπόφευκτη ∙ εάν τα κομμάτια είχαν τη μισή διάρκεια, ο δίσκος συνολικά θα απογειωνόταν. Ίσως τα κομμάτια να λειτουργούν καλύτερα σε ζωντανό περιβάλλον – έχω ακούσει ότι οι The Necks σύντομα θα επισκεφτούν την Ελλάδα, οπότε όσ@ τους δουν, θα μπορούν να κρίνουν για του λόγου το αληθές. Όσον αφορά το στουντιακό αντικείμενο, το Unfold είναι μια δουλειά που η φιλοσοφία και η συνέχεια της μάλλον λειτουργούν αρνητικά στο καθαρά πρακτικό σκέλος του εγχειρήματος, ή τουλάχιστον, λειτουργούν αρνητικά από ένα σημείο και μετά.

ΑΤΜ

Building Instrument – Fogh Depot – The Swifter

Building Instrument – Kem Son Kan å Leve (Hubro)

buildinginstrument.againstthesilence

 Κατά μία άποψη, η εκούσια χρήση μιας λιγότερο κοινής γλώσσας, πέρα από το να εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια των ακροατών, ταυτόχρονα διαμορφώνει – υπογείως ή υπεργείως – ένα συγκεκριμένο αισθητικό πρότυπο, ανάλογα με την εικόνα που έχουμε για την (εθνική) ιδιοσυγκρασία των φορέων της γλώσσας αυτής, ασχέτως του εάν η εικόνα αυτή βασίζεται σε στερεότυπα καθιερωμένα από τρίτο χέρι ∙ κι ακριβώς επειδή η χρήση τέτοιων γλωσσών αναγκαστικά φέρνει στην επιφάνεια τα στερεότυπα, κι επειδή λίγο-πολύ τα στερεότυπα καθορίζουν και την αντιμετώπιση που έχει κανείς απέναντι στους φορείς της γλώσσας, είναι πάντα ωφέλιμο να θυμόμαστε ότι, όπως έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά (και ξανά), το γεγονός ότι κάποιος ή κάποια μιλάει μια ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει ότι λέει και κάτι το ενδιαφέρον. Το τρίο των Building Instrument κυκλοφόρησε αισίως τον τρίτο του δίσκο ∙ το Kem Son Kan å Leve – μια κατά προσέγγιση μετάφραση του τίτλου είναι «Ποιος ξέρει πώς να ζει» – αποτελείται από 6 κομμάτια αιθέριας, ονειρικής electro (κυρίως) / pop μουσικής, που δίνει την εντύπωση φλερτάρει ανοιχτά την folk μουσική (περισσότερο λόγω των φωνητικών μελωδιών), ή έστω τη συνθετική νοοτροπία της folk μουσικής.

 Το Kem Son Kan å Leve καταρρίπτει ένα στερεότυπο: αυτό του αρκτικού νορβηγικού χειμώνα, της βαριάς συννεφιάς και της ατέρμονης χιονόπτωσης ∙ μολονότι προσεγγίζουν σε κάποια (ελάχιστα) σημεία το στερεότυπο της βόρειας σκοτεινιάς, τα κομμάτια του Kem Son Kan å Leve είναι αναπάντεχα φωτεινά και ελαφριά – αιωρούνται, εκτυλίσσονται, χωρίς όμως να κατασταλάζουν κάπου, κάτι που εντέλει λειτουργεί αρνητικά: το Kem Son Kan å Leve διακρίνεται από μια υπερβολική μελωδικότητα, μια πλήρη απουσία εντάσεων, αλλά και μια συνολικότερη ομοιομορφία στο ύφος και στην κατεύθυνση των συνθέσεων. Ο συνδυασμός όλων αυτών διαμορφώνει, εκούσια ή ακούσια, μια γενικότερη lounge αισθητική. Με λίγα λόγια, παρά τις μελωδικές του χάρες, ο δίσκος παραείναι χαλαρός, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα 37 λεπτά της διάρκειας του. Ίσως κάποια μεμονωμένα κομμάτια (π.χ. “Fall”) στέκονται – σαν συνολικό άκουσμα, ωστόσο, η εντύπωση που προκαλούν (τα στερεότυπα που λέγαμε) εξαντλείται πιο σύντομα απ’ ότι θα έπρεπε.

Fogh Depot – Turmalinturm (Denovali Records)

foghdepot.againstthesilence

 Οι Μοσχοβίτες Fogh Depot ανήκουν σ’ ένα νέο μουσικό κύμα που επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό που χαρακτηρίζει το κύμα αυτό είναι η δημιουργική αξιοποίηση και ο συνδυασμός στοιχείων από αρκετά μουσικά ρεύματα των τελών του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπως είναι το trip-hop, η dark jazz, η electronica, η κινηματογραφική μουσική, το drone / ambient κ.α., διαμορφώνοντας μια μουσική φόρμα που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε – με αρκούντως παραστατικό τρόπο – ως μουσική πόλεων ∙ δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα σχεδόν αυτά τα μουσικά ρεύματα σχηματοποιήθηκαν έχοντας ως κοινό άξονα τη ζωή και τον ανθρώπινο ψυχισμό στους κόλπους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αναγνωρίζοντας ίσως την ουτοπία των εξαγγελιών της αποανάπτυξης, και την καθολική πλέον δυστοπία των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα, το Turmalinturm, η δεύτερη κυκλοφορία των Fogh Depot παραμένει μουσικά και αισθητικά στον άνω αναφερόμενο άξονα.

 Πατώντας κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θεμέλια, χωρίς όμως να αμελούν την παραδοσιακή, οργανική αντίληψη για την εκτέλεση της μουσικής σε στουντιακό περιβάλλον, οι Fogh Depot αντλούν στοιχεία από τα μουσικά ιδιώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για να αποτυπώσουν την δική τους εικόνα αστικού τοπίου που αλλάζει διαθέσεις και ύφος από κομμάτι σε κομμάτι, όπως αλλάζουν τα τοπία από περιοχή σε περιοχή κατά την διαδρομή στα μέσα αστικών συγκοινωνιών. Μολονότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς ως πρωτοποριακό στο είδος του – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η πρωτοποριακότητα αποτελεί απαραίτητα βασικό κριτήριο απόλαυσης της μουσικής – το Turmalinturm χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη χρήση συνθετικών εργαλείων και επιρροών, με αποτέλεσμα να δομεί με ευφάνταστο και αξιόλογο τρόπο την δική του μουσική και αισθητική πρόταση. Όντας αρκετά μελωδικό και συμμαζεμένο από άποψη ενορχήστρωσης, το Turmalinturm είναι μια δουλειά που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος δίχως να κουράζει, και χωρίς να πλατειάζει. Αν κάτι του λείπει, παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο αυτοσχεδιαστική διάθεση, που σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να προσέθετε ακόμη περισσότερο χαρακτήρα στα κομμάτια – αλλά αυτό πάλι, είναι εντελώς υποκειμενικό.

The Swifter – Wall Sailor (Sonic Pieces)

theswifter.againstthesilence

 Στο πρώτο άκουσμα, το Wall Sailor των Andrea Belfi, Simon James Phillips και BJ Nilsen (υπό την κοινή ονομασία The Swifter) φέρνει στο νου την τεχνοτροπία σχημάτων όπως οι B/B/S, εάν βέβαια οι B/B/S αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια πιο dark jazz προσέγγιση στις ατμόσφαιρες τους όσον αφορά τον συνολικό ήχο ή την συνολική παραγωγή. Το δεύτερο άκουσμα επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση – με μια βασική, καθοριστική διαφορά: εκεί που τα πιο συμβατικά drone / ambient σχήματα θα εκμεταλλευόντουσαν τις τεχνολογικές εφαρμογές για να διαμορφώσουν τον ήχο τους, το Wall Sailor αξιοποιεί τις φυσικές ιδιότητες και την εγγενή μελωδικότητα του πιάνου, το οποίο και εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο, ενώ η χρήση των δυναμικών των οργάνων, σε συνδυασμό με την ζωντανή ηχογράφηση τους, διαμορφώνει ένα κλίμα αυτοσχεδιαστικού διαλόγου μεταξύ των τριών μουσικών, μεταδίδει μια αίσθηση ότι τα κομμάτια είναι προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ των μουσικών, κι όχι απλά αποτέλεσμα δευτερογενούς ή τριτογενούς στουντιακής επεξεργασίας.

 Σε ένα μουσικό ιδίωμα όπου συχνά είναι δύσκολο να εστιάσεις σε κάποιο κομμάτι (ή και σε κάποια ολοκληρωμένη δουλειά), η χρήση του πιάνου από τον Philipps, σε συνδυασμό με τα κρουστά του Belfi και τις ατμόσφαιρες του Nilsen, προσδίδει μια αναλογικότητα στον ήχο που διαφοροποιεί το Wall Sailor από άλλες δουλειές του συγκεκριμένου ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει το άκουσμα του ∙ χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι το Wall Sailor είναι σημείο αναφοράς, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι είναι μια καλοστημένη και ενδιαφέρουσα δουλειά, που προσφέρει μια βάση για περαιτέρω μουσική εξερεύνηση.

ATM

1000mods – Repeated Exposure To… (Ouga Booga And The Mighty Oug Recordings)

1000mods.againstthesilence

 Σε παλιότερη κριτική (για άλλο συγκρότημα) είχα προσπαθήσει να αναπτύξω μερικές σκέψεις για την έννοια της υπόστασης ενός συγκροτήματος, δηλαδή τι είναι αυτό που καθιστά μια μπάντα κανονικό συγκρότημα, κι όχι συνεύρεση μουσικών. Είχα υποστηρίξει ότι αυτό που εν τέλει διαχωρίζει οντολογικά το πρώτο από το δεύτερο είναι η ενεργή παρουσία, κατά κύριο λόγο μέσω των κυκλοφοριών ∙ εξάλλου, υπάρχουν πολλά συγκροτήματα – και μπάντες – που έχουν πλούσια συναυλιακή, αλλά φειδωλή στουντιακή και δισκογραφική δραστηριότητα.

 Βάσει των παραπάνω προδιαγραφών, οι 1000mods είναι μια περίπτωση συγκροτήματος, με την πλήρη έννοια του όρου. Τόσο η συναυλιακή, όσο και η στουντιακή τους δραστηριότητα είναι και πλούσια, και διαρκής καθ’ όλη την τελευταία δεκαετία – πράγμα που είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό, αν αναλογιστούμε ότι δεν πρόκειται για μπάντα που δημιουργήθηκε σε κάποιο από τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (σύμφωνοι, η Κόρινθος δεν είναι σε τόσο μακρινή απόσταση, αλλά και πάλι…). Οι 1000mods είναι απ’ τις περιπτώσεις που είτε σου αρέσει, είτε όχι η μουσική τους, οφείλεις να παραδεχτείς ότι για να συνεχίζουν ακόμα να υφίστανται, άρα και να έχουν την απήχηση που έχουν, κάτι πρέπει να αξίζουν, ασχέτως του εάν εσύ μπορείς να το διακρίνεις ή όχι, κι ασχέτως του εάν ανταποκρίνεται σε προσωπικά, υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια.

 Κι είναι αλήθεια ότι με το Repeated exposure to δείχνουν να έχουν εξελιχθεί από τον καιρό και τις συνθέσεις του Blank Reality – ίσως ότι τόσο πολύ όσον αφορά το καθαρά μουσικό σκέλος, μιας και το ύφος και η πρόοδος των μουσικών ιδεών ανιχνεύονται από την μία κυκλοφορία στην άλλη. Ο ήχος, όμως, είναι αισθητά διαφορετικός, πιο διεθνοποιημένος ∙ και οι συνθέσεις του Repeated exposure to είναι περισσότερο τραγούδια, παρά κομμάτια, πολύ περισσότερο απ’ ότι στις παλιότερες κυκλοφορίες τους. Παρά την πιο hard rocknroll εξέλιξη τους, οι επιρροές, ίσως το πιο σταθερό και ευρύτερο σημείο αναφοράς, παραμένουν εξίσου ανιχνεύσιμες – βλέπε Kyuss, Monster Magnet, το grunge των Alice in Chains και των Soundgarden – χωρίς να αφαιρούν κάτι από το προσωπικό στίγμα των 1000mods ∙ γιατί έχουν προσωπικό στίγμα σε αυτό που κάνουν, και δεν παραλείπουν να το αναδεικνύουν.

 Το Repeated exposure to είναι γραμμένο και στημένο για συναυλίες σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους, και για χώρους αντιστοίχων εντάσεων (κατ’ αυτή την άποψη, είναι ίσως απορίας άξιον τι δουλειά έχει σε χώρο μουσικού προβληματισμού όπως το Against The Silence) ∙ αν δεν υπήρχε το ζήτημα της χώρας προέλευσης, οι 1000mods να θεωρούνταν ένα από τα μεγάλα ονόματα του χώρου στον οποίο κινούνται. Οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, πάντως, θα τους λατρέψουν – ίσως επειδή δεν ακούγονται καθόλου ντόπιοι, ούτε χρησιμοποιούν τα τυπικά παραδοσιακότροπα μουσικά τρικ για να ακουστούν ντόπιοι – και σ’ ότι μ’ αφορά, αυτό τους αναδεικνύει ακόμα περισσότερο. Πάνω απ’ όλα, το Repeated exposure to είναι μια δουλειά που θα την απολαύσουν, ασχέτως ραδιοφώνου, όσ@ προτιμούν το desert / stoner / heavy rock με σωστή, δυνατή κι επαγγελματική παραγωγή και εκτέλεση ∙ καθώς κι όσ@ προτιμούν, στην τελική, τα συγκροτήματα περισσότερο απ’ ότι τις μπάντες.

 

ΑΤΜ

Siavash Amini & Zenjungle – Topology Of Figments (flaming pines)

siavash-and-zenjungle.againstthesilence

Κατ’ αναλογία με τον – λιγότερο ή περισσότερο – γνωστό αφορισμό που δηλώνει ότι «ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια», έτσι και η έννοια της τοπολογίας δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην περιγραφική αποτύπωση και διερεύνηση ενός τόπου με την γεωγραφική του έννοια ∙ όχι ότι τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά ενός τόπου, σε μικροεπίπεδο ή μακροεπίπεδο, παύουν να αποτελούν την βάση της μελέτης. Η τοπολογία, πέραν αυτού, μελετάει επίσης την συνέχεια που παρατηρείται στις ιδιότητες των γεωμετρικών τόπων έπειτα από μεταβολές, όπως επίσης μελετάει και τον τρόπο και την μορφή που οι τόποι συνδέονται μεταξύ τους – κάθε πεδίο των επιστημών και των ιδεών που εξετάζουν τον χώρο έχει και την δική του εφαρμογή της τοπολογίας.

Ο τόπος, σαν λέξη, μας προτρέπει, έστω και άθελα μας, να σκεφτούμε έναν χώρο με συγκεκριμένα, τυποποιημένα γεωμετρικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Έτσι, διαβάζοντας τον τίτλο Topology of Figments που έχει το συνεργατικό μουσικό πόνημα των Siavash Amini και Zenjungle, εύκολα παρασύρεται κανείς και εστιάζει μόνο στο πρώτο συστατικό, αυτό της τοπολογίας, και φαντάζεται τους γεωγραφικούς χώρους της Ελλάδας και του Ιράν να ενώνονται με έναν κοινό άξονα, παραβλέποντας το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου, το figments, δηλαδή τις ιδέες, τα νοητικά κατασκευάσματα ∙ εμμένοντας στην τοπολογία, η συνεργασία των δύο σπουδαίων εκπροσώπων του drone/ ambient ιδιώματος υποβαθμίζεται στο επίπεδο των τυπικών pop καλλιτεχνικών συνεργασιών – στην απλή «συνάντηση» δύο διαφορετικών μορφών «πολιτισμού» και «κουλτούρας».

Το συστατικό του figments, όμως, είναι το κλειδί για να εκτιμήσουμε το πραγματικό νόημα της μουσικής που περιλαμβάνεται στο Topology of Figments ∙ κι αυτό διότι οι ιδέες, τα νοητικά κατασκευάσματα – τα αποκυήματα, σύμφωνα με έγκυρα και έγκριτα λεξικά – δεν διαθέτουν εγγενείς γεωγραφικές και γεωμετρικές ιδιότητες, παρά μόνο εάν εμείς τις προσδώσουμε σε αυτά – όσο μπορεί κανείς να προσδώσει, έστω και θεωρητικά, υλικές ιδιότητες σε άυλα πράγματα. Οι τέσσερις μουσικές συνθέσεις που συγκροτούν το Topology of Figments δεν ενώνουν την Αθήνα με την Τεχεράνη, ή αντίστροφα ∙ η τοπολογία εδώ αφορά αχανείς μουσικούς υπερτόπους που δεν μπορούν να αποτυπωθούν ούτε σε γεωγραφικό χάρτη, ούτε σε γεωμετρικό κάναβο – ενώ οι συνδέσεις μεταξύ των υπερτόπων αυτών δεν αφορούν παρά μοναχά τις ιδέες και αντιλήψεις των δημιουργών τους. Η τοπολογία εδώ αφορά την συγκρότηση ενός κοινού drone/ ambient τόπου μεταξύ των δύο μουσικών, και αυτή είναι και η μεγάλη επιτυχία της δουλειάς: είναι δύσκολο, ακόμα και για τους πιο «μυημένους», να διακρίνουμε τις ιδέες του κάθε μεμονωμένου συντελεστή ∙ όλα ενώνονται σ’ ένα αδιαίρετο σύνολο που υπερβαίνει τόσο τον Zenjungle, όσο και τον Siavash Amini.

Εξετάζοντας τις αμιγώς μουσικές του αρετές, το Topology of Figments είναι μια άκρως ατμοσφαιρική και αρκούντως βαριά και σκοτεινή δουλειά, με πολύ έξυπνο χειρισμό των drone μοτίβων, εξαιρετική παραγωγή και απαράμιλλη μουσικότητα ∙ η πιο τυπική προτροπή της μουσικοκριτικής προς το κοινό, όσον αφορά τις δουλειές του συγκεκριμένου μουσικό ιδιώματος, είναι ότι θα πρέπει να μην απορρίψουν την δουλειά, αλλά να αφιερώσουν μερικά ακούσματα προκειμένου αυτή να αναδείξει τις αρετές της. Τέτοια προτροπή δεν χρειάζεται εδώ: όλα είναι φτιαγμένα και εκτελεσμένα με τέτοια μαεστρία, έτσι που οι επαναληπτικές ακροάσεις να μην στοχεύουν στην κατανόηση, αλλά στην απόλαυση της ακρόασης. Το Topology of Figments είναι ένα απ’ τα αριστουργήματα του 2016, και σίγουρα ένα άκουσμα που υπερβαίνει το 2016 – ακόμη κι από τοπολογική άποψη.

ΑΤΜ