MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Σκέτος καφές (Melana Chasmata)

«Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση/ Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες/ …./έσβησε έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε/ χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά /Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκριση η νύχτα…»

Είναι απόγευμα και, κάτι που η μέρα ήταν σκοτεινή και ανήλιαγη, κάτι που ξεκίνησε ήδη να νυχτώνει, αυτοί οι στίχοι του Αναγνωστάκη καρφώνονται στο μυαλό μου. Καταφέρνει ο ποιητής να φορτίσει τη μοναξιά μου σε μια μέρα με έντονους ρυθμούς, αλλά ωστόσο άχρωμη, χωρίς να έχει συμβεί κάτι που θα ήθελα να ταράξει τη ρουτίνα της και να της δώσει μια διαφορετική τροπή. Σταμάτησα για λίγο να κάνω οτιδήποτε, χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μόνο για μένα. Χωρίς δηλαδή, να κάνω τίποτα για τη δουλειά (χαμός γίνεται εδώ μέσα, αλλά ακόμα κι αν σταματήσω για λίγο, τίποτε δεν θα φύγει από τη θέση του μοναχό του, θα με περιμένουν όλα ανυπόμονα να τα διευθετήσω), χωρίς να επισκεφτώ καμία υπηρεσία, χωρίς να απαντήσω σε τηλέφωνα, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει αυτήν την πολυπόθητη -αν και προσωρινή- ηρεμία μου.

Πολλές φορές νιώθεις πως το 24ωρο είναι πολύ λίγο για να χωρέσει όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μέσα όμως, σε αυτό υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ξεκλέψεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Θα μου πεις τώρα, πολύ αισιόδοξη είσαι που θεωρείς ότι μπορείς να βρεις αυτό το χρόνο για την πάρτη σου. Κι εγώ εκεί θα σου απαντήσω πως δεν είναι θέμα αισιοδοξίας, αλλά ζήτημα οπτικής και ιεράρχησης αναγκών. Η αδυσώπητη καθημερινότητα δεν μπορεί να σε ρουφά στους ρυθμούς της κι εσύ απλά να το αποδέχεσαι.

Εκμεταλλεύομαι λοιπόν, αυτές τις πολύτιμες στιγμές της αναπάντεχης και τόσο ποθητής μοναξιάς εν μέσω του στεγνού εργασιακού 8ωρου κι ακριβώς επειδή αυτές οι μοναχικές στιγμές συμβαίνουν σπάνια, αποφασίζω να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει. Και αξία σε στιγμές εργασιακά μοναχικές, χωρίς καφέ δεν υπάρχει. Ετοιμάζω λοιπόν, τον καφέ μου, τον τέταρτο της ημέρας, αλλά τι σημασία έχουν οι αριθμοί, δεν έχει κανένα νόημα να αριθμείς ή να ταξινομείς τις απολαύσεις. Ο καφές σκέτος, καυτός μέσα στην κούπα, «την κολυμπήθρα μου», όπως την αποκαλούν οι συνάδελφοι. Μεγάλη κούπα για μεγάλη απόλαυση, άλλωστε είμαι συνειδητά και αμετανόητα εθισμένη στην καφεΐνη. Την αγκαλιάζω, σχεδόν ευλαβικά και κάθομαι στο γραφείο μου.

Υπάρχει όμως, προσωπική στιγμή χωρίς τη μουσική; Για μένα όχι, νομίζω ότι ακόμα και τα όνειρά μου τα επενδύω μουσικά ανάλογα με το θέμα που επιλέγει το υποσυνείδητο να διαπραγματευτεί κάθε φορά. Θα προτιμούσα βέβαια, να ήμουν αυτή τη στιγμή μπροστά στο πικάπ μου, όπως κάνω κάθε φορά που είμαι μόνη μου, σαν μια προσωπική, μυστικιστική τελετή ακρόασης της μουσικής. Ελλείψει αυτού, καταφεύγω στον υπολογιστή μου και επιτρέπω στην τεχνολογία να επιληφθεί της μουσικής επένδυσης της στιγμής μου. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο νου μου ανοίγοντας τη μηχανή αναζήτησης. Κοιτάζοντας όμως, την οθόνη του υπολογιστή μια σκέψη με διαπερνά και σχεδόν, παραλύει κάθε κίνησή μου. Εκεί, αγκαλιά με την κούπα με τον ζεστό, αχνιστό και μυρωδάτο μου καφέ αυτή η σκέψη σταματά το χρόνο γύρω μου. Ή μάλλον, με γυρίζει πίσω στο χρόνο. Τι περίεργο πράγμα το μυαλό… πως επιλέγει να ανασύρει από το υποσυνείδητο γεγονότα πασπαλισμένα με τα συναισθήματα εκείνης της εποχής… ακριβώς όπως τα ένιωσες τότε…

Κινούμαι στην καρέκλα σαν να θέλω να διώξω αυτή τη σκέψη. Έλα όμως, που εκείνη δεν θέλει να φύγει, παραμένει εκεί, σταθερή, βράχος, αγκωνάρι στο μυαλό μου. Δεν έχω σωτηρία. Με ακολουθεί όπου και να πάω. Και σαν να υπάρχει ενσωματωμένο player στον εγκέφαλο ξεκινά μια μελωδία να «ακούγεται», αυτή του “Aurorae” από τους Triptykon. Τι περίεργη σχέση έχω με αυτό το τραγούδι… Παρόν σε τόσες και τόσες στιγμές της ζωής μου! Συνδεδεμένη μελωδία με κάθε δυσκολία, σαν να θέλει να είναι δίπλα μου, να μην μ΄ αφήνει μόνη.

Επιτόπου βάζω το δίσκο Melana Chasmata και ακούγεται από τα ηχεία του υπολογιστή. Και οι πρώτοι ήχοι των ντραμς συγχρονίζονται με τον καρδιακό μου ρυθμό. Ανεβάζω την ένταση στο τέρμα. Και όσο o Fischer, ο κοινώς γνωστός ως Tom Warrior, παίζει την κιθάρα του και ξεκινά να βγάζει αυτήν την απόκοσμη φωνή του τόσο στο μυαλό μου οι σκέψεις ανακατεύονται, ανακατευθύνονται, αναμοχλεύονται. Η ένταση χτυπάει κόκκινο, ακριβώς όπως μου αρέσει να τον ακούω, τόσο δυνατά, όσο και το συναίσθημα που μου προκαλεί. Ανατρεπτικός ο ίδιος ο Fisher όσο και οι εμπνεύσεις του. Με μεγάλη μουσική μεταλλική ιστορία (ιδρυτικό μέλος των Hellhamer, των Celtic Frost και των Τriptykon) ισορροπεί ανάμεσα στα βαθιά σκοτάδια και το ελάχιστο –αλλά αρκετό για να δημιουργήσει σκιές- φως, ανάμεσα στην σκληρότητα και την gothic – doom ευαισθησία, ένας καλλιτέχνης την αξία του οποίου δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ακόμα κι αν δεν είσαι φανατικός οπαδός του. Δίνοντας την απαραίτητη σημασία σε κάθε πτυχή της δουλειάς του, συνεργάστηκε στο δίσκο αυτό με τον H. R. Giger που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο των Μελανών Χασμάτων, όπως είχε κάνει και στο προηγούμενο LP Eparistera Daimones και στο To Mega Therion των Celtic Frost.

Και παρασύρομαι δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι στον εργασιακό μου χώρο, νιώθω πως είμαι κάπου αλλού έξω σε φυσικό περιβάλλον, νύχτα, μόνη, χωρίς να υπάρχει κανείς δίπλα μου. Είναι αυτή η αίσθηση που έχεις ότι θες να χαράξεις κάποια πορεία, να οδηγηθείς κάπου, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις ούτε το που θες να πας ούτε το πώς θα πορευτείς, ούτε τελικά αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον ζητούμενο προορισμό. Αλλά, ως γνήσια ξεροκέφαλη, αφήνομαι στους ήχους των Χασμάτων να με πάνε εκεί που θέλουν. Με τον καφέ να τελειώνει στην κούπα, με τη σκέψη να έχει κυριαρχήσει στο μυαλό και την καρδιά μου, συνειδητοποιώ πως πάντα στις στιγμές μου ένα σκοτάδι και μια μουσική με οδηγούσαν. Άλλοτε σωστά, άλλοτε λανθασμένα. Πάντα όμως, με οδηγούσαν σε συλλογή στιγμών που ακόμα κι αν εμπεριείχαν δυσκολίες ή ζόρια ή στενοχώριες ήταν όμορφες, γιατί τελικά η ομορφιά είναι αυτό που εμείς επινοούμε ανάμεσα στις όποιες ασχήμιες μας περιβάλλουν.

Sylvia Ioannou

OHHMS – Exist (Holy Roar Records)

Ο παραγωγικός συλλογισμός, ως τρόπος ανάπτυξης της σκέψης, ξεκινά από μια γενική ή και αφηρημένη έννοια με δεδομένη ισχύ, για να καταλήξει σε κάτι πιο ειδικό ή διευκρινιστικό. Ο επαγωγικός τρόπος κινείται ακριβώς αντίθετα, εκκινώντας από το μερικό με στόχο την αναγωγή της σκέψης σε γενικό συμπέρασμα. Αναλόγως την περίπτωση, επομένως, κατευθύνεις τη σκέψη σου επαγωγικά ή παραγωγικά. Κάπως έτσι, οι OHHMS κατέληξαν στον τίτλο του 4ου full length studio album Exist, αντί της αρχικής τους επιλογής Animal Rights, θέτοντας ως στίγμα της δουλειάς τους τη γενικότερη έννοια της ύπαρξης αντί της ειδικής που περιορίζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία, στα δικαιώματα των ζώων, στην προκειμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη, η ίδια η ζωή είναι η γενικότερη έννοια στην οποία συμπεριλαμβάνεται η μερική έννοια που αφορά στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ζώων, με στόχο την άρση της εκμετάλλευσής τους και την τελική διαφύλαξη της ελευθερίας και διαβίωσης στο φυσικό τους περιβάλλον. Ένα ξεκάθαρο μήνυμα, άμεσα προβεβλημένο ήδη από το εξώφυλλο του δίσκου με τον πίθηκο-πειραματόζωο πίσω από τα κάγκελα, εικόνα που σου προκαλεί εκτός από σφίξιμο στο στομάχι, πολλές σκέψεις και συνειρμούς. Εξάλλου, αυτό το βλέμμα του ζώου που πονά και (συν)θλίβεται μέσα από τα πειράματα που υφίσταται στον βωμό της προόδου και της ανάπτυξης είναι ξεκάθαρη έκκληση για ζωή και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον frontman των OHHMS Paul Waller, σκοπός του album είναι η αφύπνιση και η ενημέρωση του κόσμου, χωρίς όμως αυτή η διαδικασία να πάρει τη μορφή του κηρύγματος, κάτι που και ο ίδιος, άλλωστε, απεχθάνεται. Μέσα από ήχους progressive-post metal και πρόσμειξη στοιχείων doom, sludge, ακόμα και παραδοσιακού rock, εκλύεται ο θυμός, η αγανάκτηση από την εκμετάλλευση των ζώων. Αυτό διαφαίνεται με το 23λεπτο εναρκτήριο “Subjects”, με το κυρίαρχο, επαναλαμβανόμενο, βαθύ ουρλιαχτό του frontman “…murderer…” και τις εναλλαγές ανάμεσα στα δυναμικά και μελωδικά μέρη του τραγουδιού. Η συνέχεια κινείται στις ίδιες νόρμες με το “Shamples”, όπου οι δημιουργοί στηλιτεύουν τον έκδηλο ελιτισμό ορισμένων που στο όνομα της προστασίας των ζώων συμπεριφέρονται αλαζονικά προς τους ανθρώπους. Τραγούδια γεμάτα απόγνωση και οργή για την εκμετάλλευση των ζώων, με το πιο μελωδικό “Calves” να είναι σαν να μας απευθύνονται τα ίδια λέγοντας “…don’ t take my blood from me”.

Οι ίδιοι οι δημιουργοί παρουσιάζουν τη νέα τους δουλειά ως την καλύτερη ως τώρα. Η θεματική που διαπνέει τη συγκεκριμένη δουλειά των OHHMS, μέσα από τους σκληρούς ήχους και τα ιδιαίτερα νοήματα, θέλει να περάσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα της παύσης της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στα ζώα. Κάποια στιγμή, εξάλλου, η φύση εκδικείται…


Productive reasoning, as a way of developing thought, begins with a general or abstract concept with a given force, to conclude to the specific or clarifying reasoning. The inductive way moves exactly to the opposite direction, starting from the partial aiming at the deduction of thinking to general conclusions. Depending on the case, therefore, you direct your thinking inductively or productively. Somehow, OHHMS ended up giving their 4th full length studio album the tile Exist, instead of “Animal Rights” that was their original choice, highlighting the general concept of being instead of the specific – limited to a particular category, animal rights in this case.

Life itself is the general concept, including the partial concept of animal rights, aiming to remove their exploitation and ultimately entrenching freedom and living in their natural habitat. A clear message, which is immediately visible from the cover of the album that depicts a monkey – lab animal behind the bars, a picture that causes you stomach ache and many thoughts. Besides, the look of the animal is full of pain and crushed by the experiments that take place on the altar of progress and development is a clear call for life and freedom.

According to OHHMS’ frontman Paul Waller, the purpose of the album is to awaken and inform the world, but this process does not take the form of preaching, something that he rejects. Through the progressive sounds – post-metal and doom, sludge, even traditional rock sounds, anger or indignation emerges due to the exploitation of animals. This is clarified by the 23-minute “Subjects” with the predominant, repetitive, deep-grin of the frontman “..murderer …” and the alternations between the dynamic and lyrical parts of the song. The sequel goes in the same norms as the “Shamples”, where the creators stigmatize the obvious elitism of people who behave arrogantly towards humans, in the name of animal protection. Songs full of despair and anger for the exploitation of the animals, with the melodic “Calves” where it feels like animals are telling us ” do not take my blood from me ”

The creators present their new work as the best one, so far. The theme that inspires OHHMS’ work through harsh sounds and special meanings is giving a clear message for the termination of exploitation and the dominance of man over animals. At some point nature will take its revenge after all…

 

 

Sylvia Ioannou

 

Exploded View – Obey (sacred bones records)

Η δημιουργία αποτελεί “προϊόν” μιας επίπονης, τις περισσότερες φορές, διαδικασίας, κυρίως ψυχαναλυτικής –όχι με τη φροϋδική έννοια, αλλά ως απόσταγμα προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων–, παράλληλα με την ανάγκη να παλέψεις με τις αντιθέσεις, τις αντιπαραθέσεις, να οδηγηθείς σε ρήξεις, απογυμνώνοντας αρχικά τον εαυτό σου, για να μπορέσεις τελικά να ανακτήσεις τη δύναμη μέσα σου.

Μέσα από τέτοιου είδους διεργασίες “γεννήθηκε” το νέο άλμπουμ Obey των Exploded View, αυτού του δυναμικού και δημιουργικού σχήματος που αποτελείται από την Ευρωπαία Annika Henderson και τους Μεξικανούς Hugo Quezada, and Martin Thulin. Η Annika, ιθύνων νους του γκρουπ, αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Μοιράζοντας τη ζωή της σε Αγγλία και Γερμανία, ξεκίνησε για να γίνει δημοσιογράφος, αλλά τελικά ασχολήθηκε με τη μουσική (για καλή μας τύχη!), θέλοντας μέσα από τα ταξίδια που πραγματοποιεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις της και να ανοίξει τους ορίζοντές της προς κάθε κατεύθυνση. Οι προσλαμβάνουσες από τα προσωπικά της βιώματα είναι πολλές και εμφανώς καθρεφτιζόμενες στο έργο της. Ετερόκλητα στοιχεία συνταιριάζονται και μας προσφέρονται μέσα από ένα δεμένο και ολοκληρωμένο άλμπουμ.

Ακούγοντας το άλμπουμ, νιώθεις σαν να παρακολουθείς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το σκηνικό στήνεται σε μια ατμόσφαιρα σκοτεινή και κλειστοφοβική, με την αγωνία να εκφράζεται τόσο με τους στίχους όσο και με τους ήχους. Κάθε νότα, κάθε ήχος ηχογραφείται και κερδίζει τον δικό του χώρο μέσα σε κάθε τραγούδι ξεχωριστά, αποκτώντας άλλη δυναμική όταν ακούς ολόκληρο το άλμπουμ. Αποτελεί μια ολότητα που απαρτίζεται από διαφορετικά μέρη. Ψυχεδελικά περάσματα, εναλλαγές έντασης και ηρεμίας, οργή, πίκρα αλλά και μια υποβόσκουσα χαρά, με τη φωνή της Annika να τα αγκαλιάζει όλα, απογειώνοντας το δημιούργημά τους.

Η αρχή γίνεται με το ιδιότυπο και ανατρεπτικό νανούρισμα, το “Lullaby”, αυτό που σε κάνει από παιδί να ηρεμείς και να νιώθεις τη σιγουριά και την ασφάλεια πως όλα θα πάνε καλά, παρά τις όποιες δυσκολίες, για να κλείσεις τα μάτια σου χωρίς φόβο. Νιώθοντας πως τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε πειράξει όταν βρίσκεσαι σε έναν ανοιχτό δρόμο διαφυγής για να κερδίσεις την ελευθερία σου, ακολουθώντας τις δικές σου εσωτερικές προσταγές στο “Open Road”. Κατανοώντας πόσο δύσκολο και επίπονο είναι να πολεμάς όλα όσα λερώνουν σαν λεκέδες τη ζωή σου και σε εμποδίζουν να προχωρήσεις στο “Dark Stains”.

Στο “Letting Go of Childhood Dreams” σε προτρέπει να αποδράσεις από τις κοινωνικές επιταγές που σου επιβάλλονται σαν δεσμά, για να μην οδηγηθείς στην εκπλήρωση επιθυμιών των άλλων, στα απωθημένα από τα δικά τους απραγματοποίητα όνειρα, αλλά να ζήσεις τη δική σου ζωή, βασισμένη στα δικά σου θέλω. Κι αν αναρωτιέσαι πώς θα συνεχίσεις να ζεις χωρίς προσμονές και αναμονές, χωρίς δειλίες, “…don’t miss your chance, don’t be a coward”, η απάντηση έγκειται στην τόλμη, στις απαραίτητες και ηχηρές τομές στη ζωή σου στο “Gone Tomorrow”. Έντονα κλειστοφοβική και κυκλοθυμική ατμόσφαιρα, με την ένταση να κάνει δυναμικά την εμφάνισή της στο ομότιτλο τραγούδι του δίσκου “Obey”, καταδικάζοντας τα κοινωνικά συστήματα που θέλουν να διαμορφώνουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά σου, όπως και στο “Raven Raven” που νιώθεις ότι κάποι@ παρακολουθούν την κάθε σου κίνηση.

Ίσως αυτός ο δίσκος προκαλεί αναταράξεις στα θεμέλια των πεποιθήσεων και επιβαλλόμενων πρακτικών στις ζωές μας. Η προσεκτική ακρόαση των στίχων με τη μουσική επένδυση των Exploded View παρουσιάζει μια ιστορία με σκαμπανεβάσματα, ωραίες και τρυφερές στιγμές, αλλά και δυσκολίες και εμπόδια που καλείσαι να αντιμετωπίσεις με σθένος. Και κάπου εκεί, τριγυρίζει στο μυαλό μου η φράση του Tom Robbins στο κλείσιμο του Τρυποκάρυδου, πως “…ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς ευτυχισμένα παιδικά χρόνια”. Και λέγοντας τη φράση αυτή εστιάζω κυρίως στο “ποτέ δεν είναι αργά”, γενικώς για να ζήσει κανείς τις –όπως ορίζονται από τ@ ίδι@– ευτυχισμένες στιγμές, ξορκίζοντας τα διαμορφωμένα από άλλους παιδικά τ@ χρόνια.


Most of the times creation is considered as a “product” of a painful process, mostly psychoanalytic – not in the Freudian sense though, but as the essence of personal experiences–, along with the need to fight against contradictions and controversies, to be lead to ruptures, stripping yourself initially in order to finally recover the power inside you.

This process “gave birth” to the new album Obey by Exploded View, a dynamic and creative band which consists of Annika Henderson, who is European, and Hugo Quezada and Martin Thulin, both Mexicans. Annika, the mastermind of the group, is a particularly interesting case. By living in England and Germany, she wanted to become a journalist, but she eventually dedicated herself to music (good for us!), wanting to enrich her knowledge and widen her horizons through her travels. Her personal experiences have influenced her work significantly and they are obviously mirrored in it. Miscellaneous elements are matched and offered through a tied and complete album.

While listening to the album, you feel like watching a story which contains a beginning, middle and end. The setting is set in a dark and claustrophobic atmosphere, with anxiety expressed in both lyrics and sounds. Every note, every sound is recorded and earns its own space within each song separately, gaining momentum upon listening to the entire album. It is a wholeness composed of different parts. Psychedelic passages, alternations of tension and tranquility, rage, bitterness but also an underlying joy, with Annika’s voice embracing them all, causing the creation to take off .

It starts with the peculiar and subversive lullaby entitled “Lullaby”, just like the ones that used to make you feel calm, safe and secure as a child; that everything will be fine, despite the difficulties, so that you can close your eyes without feeling fear; the feeling that nothing and no one can hurt you when you are on an escape route, aiming to gain your freedom by following your own internal orders on the “Open Road”. Understanding how difficult and painful it is to fight everything that stains your life, preventing you from moving on, as in “Dark Stains”.

“Letting Go of Childhood Dreams”, urges you to escape from the social imperatives imposed on you as restraints, so as not to be lead to the fulfillment of other people’s desires, to the satisfaction of their own unrealized dreams, but to live your own life based on your needs and dreams. And if you’re wondering how you will manage to continue to live without expectations, “… do not miss your chance, don’t be a coward,” the answer lies in the bold, necessary and sonorous changes in your life in “Gone Tomorrow”. Deeply claustrophobic and turbulent atmosphere, with intensity making a strong appearance on the title song “Obey”, condemning the system for aiming to shape your way of thinking and behavior, as presented in “Raven Raven”, where you feel like someone is watching every move you take.

It is likely that this album will cause a turbulence in the foundations of beliefs and imposed practices in our lives. A careful listening of the lyrics along with the music of Exploded View reveals a story of ups and downs, of nice and tender moments, but also difficulties and obstacles which you are expected to confront with strength. And at this point, I keep thinking of Tom Robbins’s phrase in his book “Still Life with woodpecker” :“… it’s never too late to live a happy childhood”. And by saying this, I focus mainly on the phrase “it is never too late” to live the –however oneself may define them– happy moments, banishing a childhood which was shaped by others.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Vouna – Self-titled (Artemisia Records)

Είναι στιγμές που δεν χωράς πουθενά. Δεν θες να περιοριστείς σε τέσσερις τοίχους, δεν σου αρκούν οι δρόμοι της πόλης, αναζητάς κάτι διαφορετικό, κάτι που σε παίρνει μακριά από την καθημερινή σου ρουτίνα. Αναζητάς ανοιχτό ορίζοντα, ανοιχτό ουρανό, ανοιχτές θάλασσες, δάση και βουνά. Θες να περιπλανηθείς στη φύση, εκεί που δεν σου επιβάλλεται κανένας περιορισμός. Παρέα με τη νεφελώδη ατμόσφαιρα και το σούρουπο να παίζει με το φως και τις σκιές.

Συγκερασμός διαφορετικών όψεων που συνθέτουν μια εικόνα μυστικιστική. Δέντρα, βράχια, μονοπάτια, ουρανός και μια ομίχλη που τα αγκαλιάζει, χωρίς να θέλει να τα κρύψει. Το τοπίο αφήνεται στη ματιά σου, αποκαλύπτεται όσο η ομίχλη σού το επιτρέπει, σαν κάτι που είναι απαγορευμένο και θα το δεις όταν εκείνη σου επιτρέψει και όταν είσαι εσύ έτοιμ@ να το δεις πραγματικά. Κάποιες φορές, η ομίχλη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ξεκαθαρίσει ό,τι δεν είναι ξεκάθαρο (όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό).

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο νους, ακούγοντας τις πρώτες κιόλας νότες του debut album από τα Vouna. Η Yianna Bekris (υπήρξε μέλος και στις μπάντες Vradiazei, Eigenlicht και Sadhaka) αποτυπώνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα, την ομιχλώδη αίσθηση του black Cascadian metal με funeral doom και folk στοιχεία. Το άλμπουμ είναι ένα one-woman show, μιας και όλα τα όργανα παίζονται από την ίδια και, παράλληλα, στίχοι και μουσική αποτελούν δικές της δημιουργίες. Η ηχογράφηση, δε, του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε στο στούντιο των Wolves In The Throne Room, ενώ ο Nathan Weaver συνεργάστηκε με τη Yianna και στο εξώφυλλο του δίσκου.

Τα στοιχειωμένα, πένθιμα και μελαγχολικά φωνητικά της πλαισιώνουν τη μελωδία και τις νότες των μουσικών οργάνων. Το μαύρο μέταλλο κυριαρχεί στη σχεδόν επιθανάτια ατμόσφαιρα που δημιουργείται, κυρίως από τα synth, σαν μια αίσθηση λιτανείας, στο “Drowning City”. Η έναρξη του άλμπουμ με το “A place to rest” δίνει το στίγμα της μπάντας, με το ορχηστρικό “Castle” να ακολουθεί. Τα “Last Dream” και “You took me” σε παρασύρουν στην καθηλωτική ατμόσφαιρα των Βουνών.

Στο άκουσμα του άλμπουμ συνθέτεις το σκηνικό. Η φύση σού δίνει τα στοιχεία της απλόχερα. Απομένει να επιλέξεις πώς θα τα συνθέσεις. Αντιπαραθετικά, αρμονικά, ομοιόμορφα ή αντίρροπα, εσύ επιλέγεις και φτιάχνεις τη δική σου ισορροπία. Παρέα σου στην περιπλάνηση αυτή οι νύμφες, τα πλάσματα του δάσους που κινούνται σαν αερικά ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης αγκαλιάζοντάς τα, δίνοντάς τους πνοή και ανάσα ύπαρξης. Η διαφορά είναι πως στο συγκεκριμένο σκηνικό, με μουσική υπόκρουση τα Vouna, οι νύμφες φοράνε μαύρα. Και η μουσική τους απογειώνει το τοπίο με όλα όσα αυτό περιλαμβάνει.


Sometimes you feel like you don’t fit anywhere. You do not want to be confined to four walls, you feel that the city streets are not enough for you, you are looking for something different, something that will take you away from your daily routine. You are looking for an open sky, open seas, forests and mountains. You want to wander in nature, where no restrictions are imposed on you. Together with the cloudy atmosphere and the dusk, playing with light and shadows.

A combination of different images that create a mystical picture. Trees, rocks, paths, the sky and a fog that embraces them all, with no need to hide anything. The landscape shows itself before your eyes, it is revealed as long as the fog allows it, as if it were something forbidden. Something that you ‘ll see when the fog permits you to and when you are ready to actually see it. Sometimes, the fog creates the conditions under which whatever is not clear is being clarified (paradoxical as it may sound).

This is the setting that the mind creates, listening to the very first notes of the debut album from Vouna. Yianna Bekris (also a member of the bands Vradiazei, Eigenlicht and Sadhaka) portrays the mystical atmosphere, the muddy sense of black Cascadian metal with funeral doom and folk elements. The album is a one-woman show, since she is the one that plays all the instruments and, at the same time, lyrics and music are her own creations. The album was recorded in Wolves In The Throne Room’s studio and Nathan Weaver collaborated with Yianna on the cover of the album.

Her haunted, mournful and melancholic vocals surround the tune and notes of musical instruments. Black metal dominates the almost-deathly atmosphere created mainly by the synths, making you feel like you’ re in a procession, in “Drowning City”. The opening song of the album “A place to rest” leaves the band’s mark, and then, the instrumental “Castle” follows. “Last Dream” and “You took me” drift you away, into the vibrant atmosphere of the mountains.

While listening to the album, you can imagine the scenery. Nature offers its elements generously. You only have to choose the way to compose them. Confrontationally, harmoniously, evenly or in the opposite direction, you choose and create your own balance. Your nymphs, creatures of the forest, with their ethereal moves among the elements of nature, embrace them, giving them breath and life. The difference is that, in this particular scene, with the music of Vouna playing in the bagkground, the nymphs are dressed in black. And the music helps the scenery take off, including everything this may involve.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Cold Leather – Smart Moves (ADAGIO830)

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης ένα αυγουστιάτικο βράδυ απολαμβάνεις την ομορφιά του αστικού τοπίου, χωρίς τη βοή της πολυκοσμίας που συνηθίζει τέτοια εποχή να εκδράμει σε άλλους τόπους. Στο οδοιπορικό σου επιλέγεις συντροφιά σου τη μουσική, εκείνη που είναι μαζί σου κάθε στιγμή και, ίσως, η μόνη που δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Και στους δρόμους της πόλης, με την ομορφιά και την ασχήμια της να συνυπάρχουν σε κάθε εικόνα που εμφανίζεται μπροστά σου, δεν μπορείς να έχεις καλύτερη συντροφιά από νέα ακούσματα.

Νέες μουσικές, από αυτές που σου ακούγονται σαν να ξεπήδησαν από το χρονοντούλαπο της μουσικής ιστορίας, κατευθείαν από τη δεκαετία του 1970, τότε που το πανκ κατοχυρώθηκε στις συνειδήσεις του κόσμου ως το μουσικό ρεύμα ενάντια σε καθετί συστημικό και παγιωμένο.

Οι Cold Leather ακούγονται έτσι κι ας εμφανίστηκαν στη μουσική σκηνή πολύ πρόσφατα, μόλις στα τέλη του 2016. Στα δεκαεπτά –όλα κι όλα– λεπτά του άλμπουμ τους Smart Moves μάς δίνουν το στίγμα τους ξεκάθαρα. Σύντομα, δίλεπτα κυρίως, τραγούδια, δωρικές συνθέσεις, μπόλικα ροκ στοιχεία και έντονη ενέργεια που συστήνεται από την πρώτη κιόλας νότα.

Το μπλέξιμο ροκ ήχων σε πανκ διάθεση είναι χαρακτηριστικό στα ακούσματά τους, οι στίχοι τους μιλάνε για τις πλευρές της ζωής, κακής και καλής: όλα μπλέκονται –άλλοτε περίτεχνα κι άλλοτε άκομψα– αλλά πάντα ενυπάρχουν σε κάθε έκφανση και πτυχή της. Μέσα από τραγούδια όπως το “Intoxication”, που μας είχαν πρωτοπαρουσιάσει στο Demo Tape, και το ορχηστρικό “CB 7817” παράλληλα με το “Nightmare” και το “No Hard Feelings” μάς προβάλουν τη δική τους αλήθεια.

Μελωδικά και σκληρά φωνητικά, όπως ακριβώς περιμένεις από μια πανκ μπάντα, χωρίς υστερίες αλλά με θυμωμένες κραυγές. Ηχηρές κραυγές που αντιδρούν έντονα σε μια ζωή γεμάτη από πράγματα που δεν θες και δεν αποδέχεσαι ούτε για σένα ούτε και για κανέναν άλλον. Μακριά από ατομικισμούς που, άλλωστε, δεν ταίριαξαν ποτέ με τη νοοτροπία αυτού του μουσικού είδους. Με μιαν αυθεντικότητα χαρακτηριστική τόσο των δημιουργών όσο και της δημιουργίας τους.

Για να βρει καθέν@ αυτό που αναζητά, βασική προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει από την αμφισβήτηση αυτών που μας βαραίνουν ή δεν μας προσφέρουν όσα επιζητούμε σε κάθε τομέα της ζωής μας. Εξάλλου, τίποτα και όλα μπορούν να συμβούν, αρκεί να το θες και να το αποζητάς. Η αμφισβήτηση είναι μια καλή αρχή για να γίνουν οι αλλαγές που επιθυμείς να συμβούν στη ζωή σου, ανεξάρτητα από το πού, τελικά, αυτές θα σε οδηγήσουν.

Προσωπικά, αν αυτή η υπαρξιακή αμφισβήτηση είχε μουσική υπόκρουση, μόνο το πανκ θα σκεφτόμουν. Και οι Cold Leather ξεκινούν τη δική τους ιστορία βαδίζοντας σε καλά μονοπάτια, αποτελώντας την καλύτερη παρέα για τις αυγουστιάτικες νυχτερινές περιηγήσεις μου στην ερημωμένη πόλη.

 

 

Sylvia Ioannou