Oiseaux-Tempête – طرب TARAB (sub rosa)

Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα. Καταργεί περιορισμούς και όρια, ανοίγει ορίζοντες, ενώνει κόσμους, συνταιριάζει το παλιό με το νέο, μετασχηματίζει συναισθήματα και δημιουργεί πάθη. Ενώνει κουλτούρες και πολιτισμούς, μετατρέποντας την ένωση αυτή σε κάτι δυνατότερο και περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών που την απαρτίζουν.

Το Tarab είναι αυτή η συνάντηση Δύσης και Ανατολής, που μας δίνεται από τους Γάλλους Frédéric D. Oberland και του Stéphane Pigneul, σε συνεργασία με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και οι Λιβανέζοι Charbel Haber, Abed Kobeissy και Ali El Hout. Τα στοιχεία της ανατολής, με ό,τι σηματοδοτεί και εμπεριέχεται στην έννοια αυτή, προκαλούν μια απροσδιόριστη γοητεία. Το πάθος και η μυσταγωγία είναι κυρίαρχα στοιχεία που, στο δικό μου μυαλό, βρίσκονται σε αντίθεση με τον “στεγνό” συναισθηματικά δυτικό κόσμο.

Αναζητώντας τη σημασία της αραβικής λέξης Tarab ανακαλύπτεις πως δεν πρόκειται για μια απλή λέξη, αλλά για μια έννοια που αφορά τον αραβικό πολιτισμό και συνοψίζει τη συγχώνευση μουσικής και συναισθηματικού μετασχηματισμού, χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία της σε άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε να εκφραστεί ως έκσταση, ευφορία. Και δεν υπάρχει ευφορία και έκσταση χωρίς έντονο, δυνατό και ποικιλόμορφο συναίσθημα με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων που συνεργάζονται για να αποκωδικοποιήσουν τις έννοιες που κάθε καλλιτέχνης θέλει να μεταβιβάσει μέσα από τους ήχους του.

Οι Oiseaux-Tempête στο live άλμπουμ Tarab καταθέτουν ένα μουσικό οδοιπορικό, μια ζωντανή ηχογράφηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους για το AL-‘AN!. Τα τραγούδια τους παρουσιάζονται διευρυμένα τόσο χρονικά όσο και μουσικά, προκαλώντας μια μουσική έκσταση. Αυτό το ταξίδι με τις κοσμικές μουσικές που μας παρουσιάζει, αποτυπώνεται σε κάθε ήχο. Η ένωση διαφορετικών πραγμάτων στις μουσικές συνθέσεις, μια συνένωση ρυθμών, οργάνων, παραδόσεων, ηλεκτρικής ενέργειας, νέων τεχνολογιών, αλλά και συναισθημάτων. Συναυλιακοί αυτοσχεδιασμοί σε έναν διευρυμένο χρονικά και ποιοτικά συνθετικό καταιγισμό. Οι εναλλαγές έντασης και ηρεμίας σε μια εκστατική ατμόσφαιρα. Δεν μπορείς παρά να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τη μουσική να σε παρασύρει.

Οι απαγγελίες του G.W. Sok με τον έντονο, ξεσηκωτικό ρυθμό και τον δυναμισμό που γίνονται σε τρία ποιήματα: στο “Utopiya – On living”, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά τις συζητήσεις με ανθρώπους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στο πάρκο Gezi ενάντια στις πολιτικές επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης, με τους στίχους του Τούρκου ποιητή Nazim Hikmet να προτρέπουν να μην παραδινόμαστε ποτέ. “…It’s this way: being captured is beside the point, the point is not to surrender”. Στο “Tuesday and the weather is clear” του Άραβα Mahmoud Darwish, που έρχεται με τη σειρά του να μας προτρέψει μέσα από έναν δεκάλεπτο αυτοσχεδιαστικό καταιγισμό. “…Live your tomorrow now. No matter how long you live you won’t reach tomorrow … tomorrow has no land … and dream slowly …”. Και στο στο “Grasse Matinée” του Γάλλου Jacques Prévert συνεχίζεται η προτροπή για αντίσταση και αλλαγή, για ανάκτηση της ζωής ενάντια στην απλή επιβίωση που οι ανά τον κόσμο εξουσίες θέλουν να επιβάλλουν στον άνθρωπο.

Στο άλμπουμ Tarab η ένωση ετερόκλητων πραγμάτων από διαφορετικές αφετηρίες δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα χωρίς αφομοίωση, αλλά με σεβασμό σε κάθε τι διαφορετικό. Και τελικά, πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία αυτόν τον μουσικό (και όχι μόνο) πλούτο να τον απολαύσω κάτω από το φως του φεγγαριού, όπως ακριβώς αυτό απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δίσκου. Να νιώσω αυτήν τη μυσταγωγία στις σκιές που δημιουργεί το φεγγάρι σε μια αραβική νύχτα.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Soft Kill – Savior (profound lore)

“Όλοι είμαστε στον υπόνομο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάζουν τ’ άστρα”, λέει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Γι’ αυτό και όταν σου σκάει από το πουθενά η δυσκολία και αποφασίζει να έχει και διάρκεια, δύο είναι οι επιλογές σου: ή βουλιάζεις ή αντιδράς. Ή σε παίρνει η τραγωδία από το χέρι, για να σε ξαναπερπατήσει στα σκοτεινά δρομάκια του “ένδοξου” παρελθόντος σου, με σκοπό να σε βοηθήσει να ξαναχαθείς εκεί που βρίσκονται καλά κρυμμένοι οι εσωτερικοί σου δαίμονες, ή αποφασίζεις να αντιδράσεις και να τα αφήσεις όλα αυτά πίσω σου οριστικά, να κάνεις όλα τα δαιμόνια της ψυχής σου να εξαφανιστούν, μετουσιώνοντας όλον αυτόν τον πόνο σε δημιουργία και σε χάραξη καινούριας πορείας σε νέα και καθαρά μονοπάτια.

Κάπως έτσι ο Tobias Grave άρχισε την αυτοβιογραφική του εξιστόρηση. Ωμή, αλλά συνάμα συναισθηματική, σαν ψυχοθεραπευτικό ψυχογράφημα της απελπισίας του. Η πρόωρη γέννηση του γιού του στον 8ο μήνα της κύησης και η επικινδυνότητα που ενείχε τόσο για την γυναίκα του όσο και για το παιδί τους ήταν η πηγή της συγκεκριμένης δημιουργίας. Θεατής ο ίδιος στο θέατρο του παραλόγου και των αντιθέσεων, με γρήγορη εναλλαγή εικόνων και συναισθημάτων στο ήδη στημένο σκηνικό: ένα νοσοκομείο, μια ευθεία γραμμή που δείχνει την πορεία προς τον θάνατο, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αγωνίζονται για την επιβίωση ενός παιδιού που παλεύει για τη ζωή του.

Οι ατέλειωτες ώρες/μέρες της αναμονής, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα για τον Grave, για το πώς θα αντεπεξέλθει, χωρίς να επιστρέψει στις εξαρτήσεις και τους εθισμούς του, αυτήν τη συνήθη, πρότερη πρακτική αποφυγής μιας δύσκολης και μη αποδεκτής πραγματικότητας. Ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης, της μετάβασης από τον εγωκεντρισμό στην ανιδιοτέλεια, από το εγώ στο εμείς που, στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη βίαια και ξαφνικά. Εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις καμία επιλογή, παρά μόνο να παραμερίσεις κάθε προσωπική σου ανάγκη, να δοθείς απόλυτα στο πλάσμα που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από σένα, που βρίσκεται εκεί αβοήθητο και απογυμνωμένο, χωρίς εφόδια για τη μάχη που καλείται να δώσει.

Με ένα μπάσο, μια κιθάρα, έναν φορητό υπολογιστή και τον εξοπλισμό που ήδη είχε μαζί του, μιας και η γέννα τούς βρήκε στον δρόμο της επιστροφής από περιοδεία, άρχισε να καταγράφει, να συνθέτει και να δημιουργεί. Το “bunny room”, που αναφέρεται στη νεογνική εντατική μονάδα και στην προσπάθειά του να επιστρέφει εκεί για να βλέπει το παιδί του, είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Grave μαζί με το “Savior” και σε αυτά καταθέτει την απελπισία που τη δεδομένη στιγμή είχε κατακλύσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής του, γνωρίζοντας πως λυτρωτής και σωτήρας δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Το “Trying not to die”, μια μελωδική μελαγχολία στην οποία προσπαθεί να διατηρήσει την ελπίδα για την επιβίωση, ξεφεύγοντας από τη μαύρη τρύπα που παραμένει και τον περιμένει εκεί, έτοιμη να τον ρουφήξει ξανά μέσα της. Η μουσική στο “Cry Now Cry Later” γίνεται πιο δυναμική, μιας και μας δηλώνει ότι προσπαθεί να μη μείνει στάσιμος, αλλά να προχωρήσει μπροστά. Υπάρχουν εύθραυστες ισορροπίες, όπως φαίνεται και στο “Dancing on glass”, που ολοκληρώνονται με το “Hard candy” και με μια δυναμική που δηλώνει με σαφήνεια ότι το να παλεύεις τελικά για οτιδήποτε στη ζωή είναι απλώς μονόδρομος.

Ένα post punk άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από ό,τι μας έχουν συνηθίσει ως τώρα οι Soft Kill, που αφορά την προσωπική εμπειρία του Tobias και υποστηρίχθηκε πλήρως από τα μέλη της μπάντας. Κι αυτό έγινε γιατί η αναφορά στη δύναμη που εκλύεται από τον άνθρωπο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και γεμάτη αντιφάσεις στιγμή —που είναι το κυρίαρχο μήνυμα του άλμπουμ— είναι κάτι που αφορά πολλ@ από μας. Ο πόνος που μετασχηματίζεται σε δημιουργία, το πένθος σε χαρά, η αδυναμία σε δύναμη. Μια αδυναμία που, όταν εκφραστεί, βρίσκει συνοδοιπόρους. Aνθρώπους να μοιραστείς αυτό που βιώνεις, να ζητήσεις συμπαράσταση και βοήθεια, όπως ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στο εξώφυλλο του άλμπουμ, που φέρνει στον νου τον στίχο του Λειβαδίτη “δώσε μου το χέρι σου να κρατήσω τη ζωή μου”.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Grouper – Grid Of Points (kranky)

Κάποιες φορές δεν χρειάζεται η μουσική να είναι περίπλοκη, πλούσια σε ήχους, φωνητικά ή στίχους με ξεκάθαρο και ιδιαίτερο νόημα. Κάποιες φορές αρκεί απλώς ένα πιάνο και μια φωνή. Στη δημιουργική κατάθεση της Harris, αυτά τα δύο συστατικά στοιχεία προσλαμβάνουν άλλες διαστάσεις. Και μια απόκοσμη, απογυμνωμένη, μινιμαλιστική ατμόσφαιρα, σε πλήρη αρμονία με αιθέρια φωνητικά, κάτι σαν μια εσωτερική ηχώ, κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Μια μουσική πληρότητα σκάρτων 21 λεπτών της ομαδοποιού των ήχων, όπως αυτοπροσδιορίζεται η Liz Harris. Λέξεις, στίχοι μπερδεύονται με τις νότες, νοήματα μένουν ανολοκλήρωτα. Το πιάνο και η φωνή καθρεφτίζονται το ένα στο άλλο, αλληλοσυμπληρώνονται, γίνονται “ένα” σε κάθε μουσική στιγμή, όσο όμορφη ή θλιβερή κι αν είναι αυτή.

Ξεκινά ένα ταξίδι, μια αναδρομή ζωής με την ανάλογη μουσική υπόκρουση για κάθε σημαντικό σταθμό. Μετά το εναρκτήριο καλωσόρισμα της βροχής στο “The Races” και το μελαγχολικό “Parking Lot” έρχεται το “Driving”, απόκοσμο και οικείο συνάμα, προτρέποντάς σε να δεις ποι@ είσαι και ποια θες να είναι η δική σου πορεία. Ο ήχος του τρένου διακόπτει και ενσωματώνεται στο τραγούδι “Breathing”, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη ζωή μας, όταν κάτι ξαφνικό, απότομο εμφανίζεται δυναμικά, σαρωτικά για να απομακρυνθεί πριν προλάβει να ξεφτίσει. Ο απόηχος, όμως, παραμένει (για πόσο άραγε;) στη ζωή μας να μας θυμίζει την παρουσία του, όπως η ανάσα, μηχανική και αυτόματη, χωρίς σκέψη, αλλά και τόσο απαραίτητη.

Η μπλούζα –“The Blouse”– σου φέρνει μνήμες από ένα πρόσωπο οικείο, που δεν έχει σημασία αν είναι παρόν ή έχει φύγει από κοντά σου. Ένα απομεινάρι που δεν ξέρεις τελικά αν θες να το κρατήσεις, δεν μπορείς να αποφασίσεις τι θα το κάνεις. Το τραγούδι των γενεθλίων –“Birthday Song”– σηματοδοτεί μια στιγμή προσωπικού απολογισμού, για όσα θέλησες να ζήσεις. Κάποια όνειρα τα πραγματοποίησες, κάποια άλλα όχι, κι αναρωτιέσαι το γιατί.

Μιάμιση βδομάδα χρειάστηκε η Harris για να ολοκληρώσει τη δουλειά της. Παρά τη διακοπή του δημιουργικού οίστρου από έναν υψηλό πυρετό, η όλη διαδικασία, αν και σύντομη, υπήρξε, κατά δήλωσή της, πλήρης. Στο Grid Of Points συνεχίζει ακολουθώντας τη δοκιμασμένη συνταγή του Ruins, με την απλότητα να κυριαρχεί στις συνθέσεις της, που με τη σειρά τους προκαλούν πολυπλοκότητα και ποικιλία συναισθημάτων. O στίχος δεν έχει τόση σημασία όση έχει ο τρόπος που αναδύονται συναισθήματα. Η διάρκεια του δίσκου για άλλη μια φορά μικρή, κάτι που με ξένισε αρχικά, αλλά όταν το ξανασκέφτομαι, αναρωτιέμαι: θα μπορούσες να αντέξεις μεγαλύτερης διάρκειας συναισθηματική καταιγίδα;

 

 

Sylvia Ioannou

 

Ten New Songs Countdown, 57

Oneohtrix Point Never – Black Snow

Πόσος καιρός άραγε έχει περάσει για να βρούμε επιτέλους ένα τραγούδι-δήλωση, όχι μόνο προς το τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό και την ψυχή ενός δημιουργού, αλλά και στο τι συμβαίνει εκεί έξω. Ο OPN συνεχίζει να αναρωτιέται για το νόημα της σύγχρονης δημιουργίας (εξού και η σχετική έκθεσή του στη Νέα Υόρκη, καθώς και το θέμα του νέου δίσκου του) και γενικότερα του νοήματος του να ζει κανείς στην εποχή του παντοδύναμου διαδικτύου. Το βίντεο του νέου του κομματιού είναι ένα βήμα παραπέρα ως προς τη δική του αναζήτηση και θα ήταν ανούσιο να πιάσουμε ένα ένα τα σημεία που καυτηριάζει και παρωδεί, σημεία που αφορούν τον ίδιο και τον χώρο που κινείται. Μήπως ζούμε στο τέλος μιας τοξικής εποχής και το μόνο που μας μένει είναι να καλυφτούμε με ένα επιτελικό μαύρο χιόνι; (view)

 

Mogwai – Donuts

Δεν έχουν αλλάξει και πολλά στους Mogwai τα τελευταία πολλά χρόνια πέρα από μια μικρή αλλαγή στη σύνθεσή τους, καθώς ακολουθείται πιστά η σειρά άνισοι δίσκοι-ενδιαφέροντα σάουντρακ-περιοδείες-συνεχής αναγνώριση στην αξία τους. Αυτή η σταθερότητα έχει ως αποτέλεσμα οι νέες τους συνθέσεις να ακούγονται λες και γράφτηκαν πριν από δέκα χρόνια περίπου και μερικές φορές είναι δύσκολο να διακρίνεις αν αυτό είναι καλό ή κακό. Το πρώτο δείγμα της δουλειάς τους για το φιλμ Kin είναι εύκολο να το καταχωρίσεις στην πρώτη πλευρά, μιας και μιλάμε για το πιο μεστό κομμάτι που έγραψαν εδώ και χρόνια!

 

 

 

Talons – The Drowning

Η μουσική δημιουργία χωρίς στίχους δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει τι να πει. Αντίθετα, τα μηνύματα είναι πολλά. Κάποια σου ζητούν να τα αποκωδικοποιήσεις. Άλλα, πάλι, θέλουν να τα πλαισιώσεις με τις δικές σου σκέψεις. Οι Talons επιμένουν στο instrumental, και στο τρίτο τους άλμπουμ. Στο “The Drowning” παρουσιάζουν μια δυνατή και καλά δομημένη σύνθεση, ως πρόγευση για την επερχόμενη καλοκαιρινή τους κυκλοφορία. Η ορχηστρική σύνθεση είναι περιγραφική, διαθέτει εναλλαγές, παύσεις και εντάσεις, σε αφήνει να καθρεφτίσεις τα δικά σου συναισθήματα στη δική τους μουσική ιστορία. (listen)

 

Soft Kill – Missing

Ενώ ατάλαντες μπάντες κερδίζουν μια αναπάντεχη επιτυχία στον χώρο του darkwave-post punk, υπάρχουν μπάντες όπως οι Soft Kill που κινούνται στο περιθώριο και με κάθε τους δουλειά παίρνουν κεφάλια. Η μπάντα του πρώην Blessure Grave βασίζει τον νέο δίσκο σε μια πολύ σκληρή προσωπική εμπειρία και πιθανόν το υλικό του να μην αντέχει το βάρος. Εντούτοις ας προετοιμαστούμε για νέες βολές τους στο εσώτερο ψαχνό!

 

 

Touche Amore – Green

Η αρχή των πάντων χάνεται, το τέλος κρύβεται, κι εσύ κρατάς μια γραμμή που ποτέ δεν είναι ευθεία. Υπάρχει νόημα πίσω από αυτές τις γραμμές; Πίσω από οργισμένα φωνητικά, δυνατά μοτίβα, αδύνατα συναισθήματα; Νέο τραγούδι από τους TA, έτσι στο ξεκούδουνο. Ξανά όλα μπαίνουν σε μια σειρά, στίχοι, σκέψεις, ερωτήματα, απαντήσεις, ξανά ερωτήματα. Ακόμη κι αν η υπαρξιακή έκλαμψη διαρκεί τρία μόνο λεπτά, αξίζει!

 

 

Hopesfall – H.A. Wallace Space Academy

“Αυτό που θεωρείς ως ελευθερία στην πραγματικότητα δεν είναι”, μας δηλώνεται ευθύς εξαρχής στο H.A. Wallace Space Academy. Ο φόβος για ό,τι χάθηκε ως τώρα και για ό,τι θα χαθεί στην πορεία γίνεται η αλυσίδα με την οποία οι κατέχοντες την εξουσία δένουν τη ζωή σου, για να σου πάρουν ό,τι σου ανήκει, ό,τι σε κάνει να νιώθεις άνθρωπος κι όχι εκτελεστική μηχανή στους σκοπούς τους. Όταν διαλύσεις την αιθαλομίχλη μέσα στην οποία ζεις θεωρώντας ότι έχεις την ελευθερία της επιλογής, θα πέσεις απότομα στην πραγματικότητα και η πτώση θα είναι δυνατή. Αλλά, όπως μας προτρέπουν οι Hopesfall, αξίζει τον κόπο να ανακαλύψεις την αλήθεια σου και τη ζωή που εσύ θες να ζεις. (view)

 

Firewalker – Role Model

Το punk/hardcore χωρίς να το ξέρει ήταν για αρκετές περιόδους πρωτοποριακό, δείχνοντας το μέλλον σε θέματα απόψεων, τάσεων και νέων αισθητικών προτάσεων. Το ότι πλέον είναι αδύνατο να μην ασχοληθείς με μπάντες που τα μέλη τους είναι κατά κύριο λόγο γυναίκες και όχι άντρες (αν και τα ημεδαπά μουσικά μέσα τα καταφέρνουν ακόμη περίφημα), οφείλεται και στη δουλειά που έχει γίνει στο underground και στον χώρο του συγκεκριμένου είδους. Οι Βοστωνέζες Firewalker (με το όνομα να προέρχεται από κομμάτι των Slasphot από την ίδια πόλη) αποτελούν νέο μέλος της νέας σκηνής-σοδειάς γυναικοκρατούμενων σχημάτων και η νέα εμφατική συλλογή που συμμετέχουν της νεοσύστατης Teen Tiny Records αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

 

 

Slapshot – Remedy

Για να κρατάς μόνο με την αγριοφωνάρα σου μια μπάντα για παραπάνω από τρεις δεκαετίες, πέρα από ικανότητα, χρειάζεται να ’σαι και λίγο βλαμμένος! Αυτού του είδους που σε κάνει να βαράς το κεφάλι σου επί σκηνής μέχρι να βγει αίμα, να προκαλείς το πιο βίαιο pit που προσωπικά έχω βιώσει ποτέ και να μεταδίδεις, τραγουδώντας τους στίχους σου, την ίδια πάντα φρενίτιδα στις ίδιες σου τις φλέβες! Νέος δίσκος για τον Choke και την παρέα του, με τίτλο ειρωνικό απέναντι στο κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του Trump, θυμίζοντας σε ενάμισι λεπτό όχι μόνο κάτι από τα παλιά, αλλά και τους λόγους που αυτή η hc μπάντα έχει αγαπηθεί και μισηθεί τόσο πολύ μέσα στα χρόνια.

 

 

WIEGEDOOD – Parool

Ως μια black metal μπάντα που σέβεται τον εαυτό της, οι Wiegedood δημιουργούν μια κλειστοφοβική, αγωνιώδη και σκληρή μουσική ατμόσφαιρα που απογειώνεται με τους βρυχηθμούς του Levy Seynaeve. Χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά συνεπείς στις αρχές της μουσικής που πρεσβεύουν. Το τραγούδι “Parool” στο De Doden Hebben Het Goed III –Οι νεκροί περνούν καλά(!)– είναι ο ξέφρενος και τραχύς επίλογος της βέλγικης μπάντας, που ολοκληρώνει με αυτό το άλμπουμ την τριλογία της, συνοδευόμενο από ένα ζοφερό, “γροθιά στο στομάχι” βίντεο. (view)

 

Dark Buddha Rising – Mahathgata I 

Τα βασικά έχουν ήδη ειπωθεί για τους DBR, οπότε, όπως πράττει και το νέο τους άσμα που κοσμεί την πρώτη πλευρά του φρέσκου EP τους, εισχωρούμε αμέσως στον δικό τους μουσικό στροβιλισμό. Άρρωστο, θεόβαρο, ψυχεδελικό με τον δικό του σκανδιναβικό τρόπο, διαγράφει κύκλους από σκόνη και κάνει πάταγο!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης & Sylvia Ioannou

 

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Δάφνη Τσουμάνη για την φωτογραφία

War On Women – Capture The Flag (bridge nine)

Ποια εικόνα σού έρχεται σχεδόν αυτόματα στο μυαλό ακούγοντας hardcore punk; Άντρες κυρίως, πάνω στη σκηνή, να κοπανιούνται δυνατά, να κραυγάζουν εκκωφαντικά, ενάντια στο κατεστημένο και σε κάθε μορφή εξουσίας, το δε πλήθος κάτω από τη σκηνή να απελευθερώνει καθαρή οργή από κάθε κύτταρο της ύπαρξής του. Η αντίρρηση με την εικόνα αυτή είναι ότι ο θυμός ή η αγανάκτηση και η αντίσταση δεν είναι μόνο αντρικό προνόμιο.

Οι War On Women στο Capture The flag μάς δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου στερεοτυπικά, ο θυμός δεν εκφράζεται, κατά δήλωση της τραγουδίστριας του γκρουπ Shawna Potter, με τον καθιερωμένο και αποδεκτό από τους περισσότερους, “γυναικείο”, χαριτωμένο και μη προκλητικό τρόπο, αλλά γνήσια, δυναμικά, αγριεμένα και άφοβα. Φεμινιστικό hardcore punk και από τις πρώτες νότες σε παρασύρει η αυθεντικότητά του. Αυτή η καταπιεσμένη οργή που εκρήγνυται ενάντια σε κάθε τι παγιωμένο και καταπιεστικό, ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας, αλλά και κατά του εφησυχασμού είναι ζητούμενα του μουσικού είδους και προσφέρονται απλόχερα σε αυτό το άλμπουμ.

Σε αυτόν τον αγώνα το όπλο είναι η μουσική, “ντυμένο” με στίχους που καλό είναι όχι μόνο να τους ακούσεις, αλλά να τους νιώσεις. Η μπάντα στέλνει ανοιχτή πρόσκληση σε όλα τα φιλήσυχα και ήρεμα άτομα να ξεκουνηθούν από την καρέκλα τους και να δράσουν. Το να εναντιώνεσαι στα λόγια είναι μια καλή αρχή και εκφράζεται στο άλμπουμ μέσα από ποικιλία θεμάτων. Η τρομοκρατία των όπλων με πρόσχημα την ασφάλεια, γιατί “δεν ενδιαφέρονται αν ζείτε, δεν τους νοιάζει αν πεθάνετε, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο έλεγχος”, όπως λένε στο “Lone Wolves”. Το “Pleasure and the Beast” σπάει τα ταμπού μιλώντας για τη γυναικεία ευχαρίστηση στο σεξ, ενώ στο “YDTMHTL” (You don’t tell me how to live) αρνείται ξεκάθαρα την οποιαδήποτε και από οποι@δήποτε υπόδειξη συγκεκριμένου τρόπου ζωής, ως δήλωση προσωπικής (και όχι μόνο) ελευθερίας, έχοντας τη συνδρομή της πρωτοπόρου του φεμινιστικού πανκ και του riot grrrl Kathleen Hannah. Η αυστηρή και κοφτή δήλωση “I΄ ll never be a quiet woman” στο “Silence Is A Gift” δείχνει πώς κάθε γυναίκα πρέπει να διεκδικεί τις ελευθερίες της, στο “Predator In Chief” η επίδειξη και η επιβολή δύναμης στη γυναίκα από τους “ισχυρούς”, κακοποιητικούς άντρες απλώς δεν είναι αποδεκτή, ενώ στο “Childbirth” τα βάζουν με τους συντηρητικούς και θρησκόληπτους που προσπαθούν να επιβάλουν την άρση του δικαιώματος στην άμβλωση, κι ας είναι οι ίδιοι που μετά τη γέννησή του αδιαφορούν για την τύχη του ίδιου του παιδιού και της μητέρας. Στο “The violence of bureaucracy” το θηρίο της γραφειοκρατίας αντιμετωπίζεται με την παρουσία της Lauren Kashan των Sharptooth (συμμετέχει και στα “Predator In Chief”, “The Chalice & The Blade” και στο “Childbirth”), δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο hardcore των WoW με το ιδιαίτερο τραγουδιστικό της στιλ.

Το Capture The Flag μάς παρουσιάζει ένα φρέσκο, μελωδικό και άγριο ταυτόχρονα punk, με τρίλεπτες κυρίως θεματικές κραυγές ενάντια σε θρησκεία, ρατσισμό, πατριαρχία και φυσικά τον καπιταλισμό. Το μουσικό είδος που εντάσσονται είναι παραδοσιακά ανδροκρατούμενο, αλλά το συγκρότημα μας δηλώνει ότι πρέπει να αλλάξουμε μυαλά και να δράσουμε, μέσα από μια θηλυκή και πολύ δυναμική ματιά. Δεν μπορείς παρά να τους παραδεχτείς για αυτόν τον δυναμισμό και την αγωνιστικότητα που εκλύουν σε κάθε νότα, σε κάθε στίχο και σε κάθε τους εμφάνιση. Για μένα, είναι ένα από τα κορυφαία άλμπουμ του είδους για το 2018. Ακούστε το και απολαύστε το ανεπιφύλακτα.

 

 

Sylvia Ioannou

 

[ B O L T ] – ( 04 ) (name your price/dunk records)

Δύση του ήλιου στον καλιφορνέζικο ορίζοντα. Το φως δεν έχει χαθεί, αργοσβήνει. Ήσυχο τοπίο, με έντονα χρώματα να εμφανίζονται, απαλείφοντας σταδιακά τα φυσικά χρώματα του τοπίου. Οι σκιές των δέντρων δεσπόζουν γύρω σου, δημιουργώντας την απαραίτητη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της διαδρομής που θες να ακολουθήσεις, χωρίς ωστόσο να είναι ορατός ο δρόμος. Η εικόνα σε παραπλανά για το τι θα ακούσεις, εσύ όμως θες να περιπλανηθείς, παραμένεις.

Η σιωπή που περιβάλλει το τοπίο αναζητά διέξοδο. Κι αναδύεται ένας ήχος μινιμαλιστικός, αργός και καταιγιστικός. Σκοτεινός και συνάμα καλά δομημένος. Σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι υπάρχει ένα φως παρόμοιο με εκείνο της εικόνας, η συνύπαρξη του σκοταδιού με το φως μέσα στις μελωδίες, με τα χρώματα της συνύπαρξης αυτής να βρίσκονται εκεί, όχι για να φωτίσουν το τοπίο, αλλά για να τονίσουν τις σκιές.

Το γερμανικό συγκρότημα ξέρει πώς να χειριστεί τα συναισθήματα που σου προκαλεί η μουσική τους. Πνίγεσαι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σε καταδιώκει. Και χάνεσαι όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι. Η μουσική εξελίσσεται μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Επαναλαμβανόμενα, ρυθμικά και καταθλιπτικά μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά ξέρεις ότι έτσι πρέπει να είναι. Η κίνηση είναι βραδεία, αργή. Σε προετοιμάζει για ό,τι επακολουθεί. Η αυξανόμενη ένταση και οι ηχητικοί κυματισμοί σε παρασύρουν μαζί τους. Είναι σαν να θες να φτάσεις στον προορισμό σου και ψάχνεις πώς θα το καταφέρεις. Δεν ξέρεις αν έχεις χαθεί, δεν ξέρεις ποια κατεύθυνση να πάρεις.

Οι [ B O L T ] στο νέο τους album ( 04 ) διευρύνουν τον ήχο τους με την ένταξη των drums. Η προσθήκη αυτή προσδίδει ένταση και ρυθμική αρμονία, συνδράμοντας στη μουσική τους εξιστόρηση. Με τα drums ως ισχυρό όπλο στα χέρια τους, οργανώνουν τον χρόνο στη μουσική τους σύνθεση, παρουσιάζουν μια συμμετρική περιοδικότητα, εναλλάσσοντας δυνατά και ήπια μουσικά μέρη, ολοκληρώνουν το μουσικό τους έργο, διατηρώντας παράλληλα την ιδιαίτερη μελωδική τους υπογραφή. Μεθοδικά δομημένη μουσική, αναδυόμενη από την καταπιεστική σιωπή που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα 22 σχεδόν λεπτά του “[ 1 3 ]”, αποδίδει ένταση με τα κενά και την αργή της εξέλιξη, καταλήγοντας σε μελωδικό θόρυβο, ιδιαίτερα στο “[ 1 8 ]”, με στοιχεία drone, doom, black metal.

Η χωρίς λόγια διαλογιστική μουσική των [ B O L T ] σε αφήνει να την “ντύσεις” εσύ με στίχους, να διηγηθείς τη δική σου ιστορία από μια διαδρομή που τελικά επιλέγεις να κάνεις ακούγοντάς τους. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσες να έχεις καλύτερο οδηγό περιπλανώμενος στα σκοτάδια του δημιουργικού ηχητικού τοπίου από τους ίδιους τους [ B O L T ].

 

 

Sylvia Ioannou

 

Will Haven – Muerte (minus head records)

Αλήθεια, μπορείς να φανταστείς τη ζωή χωρίς μουσική; Χωρίς συναίσθημα; Χωρίς έκφραση;

Στίχοι και μουσική εκφράζουν αυτό που εσύ δεν μπορείς να πεις πολλές φορές. Είναι πραγματικά, τόσο όμορφο οι στιγμές έμπνευσης κάποιου μουσικού να εκφράζουν, με απίστευτη ακρίβεια ορισμένες φορές, αυτό που νιώθεις εσύ, εκείνη τη δεδομένη στιγμή.

Κλείσε τα μάτια, λοιπόν κι άκουσε. Βυθίσου στο σκοτάδι, στις σκέψεις, κι άσε τα συναισθήματα να σε κατακλύσουν.

Muerte, ένας δίσκος βαρύς, γεμάτος από σκοτάδι, που στοιχειώνει τις σκέψεις σου και το συναίσθημά σου. Το σκοτάδι ντύνεται με μυστήριο και αυτό εκφράζεται με τις δυνατές και τόσο εκφραστικές κραυγές του Grady Avenell, που χαράζουν το σκοτάδι σου, αυτό που εσύ νιώθεις ακούγοντάς τον. Υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι δεν μπορείς να αναπνεύσεις, σου κόβεται η ανάσα.

Τα drums δυνατά και δυναμικά σε βάζουν στο κλίμα της έντασης. Οι Will Haven δεν κυνηγούν την καινοτομία σε αυτό τον δίσκο, βαδίζουν σε γνωστά μονοπάτια, καταφέρνουν παρ’ όλα αυτά να μην επαναλαμβάνονται. Η ανάσα σου κόβεται με την εισαγωγή του πρώτου τραγουδιού “Hewed With The Brand”. Στο “the son” καταφέρνεις και παίρνεις μια ανάσα, στην ήρεμη -σε στιγμές- έντασή του, αλλά όχι για πολύ, το “43” σε επαναφέρει στην πρότερη κατάσταση. Το άλμπουμ παραμένει πιστό στο σκοτάδι και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα που το διαπερνά. Με τη συνεργασία του Mike Scheidt των YOB, στο πεντάλεπτο “No Escape”, από το οποίο πραγματικά δεν θες να ξεφύγεις, δεν υπάρχει διέξοδος, αλλά και να υπήρχε, δεν μπαίνεις καν στη διαδικασία να την αναζητήσεις. Το “Now In the Ashes” συνεχίζει πολύ ατμοσφαιρικά, χάνεσαι στις μελωδίες του. Πόσο ήρεμα νιώθεις μέσα στις στάχτες που απέμειναν από όλα όσα έκαψες. Για να κλείσει με ένα επικό φινάλε στο επτάλεπτο “El Sol”, που συνυπογράφει ο κιθαρίστας των Deftones, Stephen Carpenter. Η διάρκεια του τραγουδιού επιτρέπει στους μουσικούς να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, ενώ η φωνή στο τέλος σού αφήνει την αίσθηση του στοιχειώματος, μαζί με την προτροπή για ζωή.

Ο Θάνατος, Muerte στα ισπανικά, που μας παρουσιάζουν οι Will Haven, μας προτρέπει να ζήσουμε στο εδώ και τώρα και η προτροπή γίνεται με δυνατές μουσικές, με doom, black, sludge metal στοιχεία, αγαπημένα για τα σκοτάδια μας. Και μας αρέσει πολύ.

 

 

Sylvia Ioannou