Leo Svirsky – River Without Banks (Unseen Worlds)

Έχεις περπατήσει σε μέρη που η φύση αναδεικνύει το ταλέντο της συνθέτοντας ήχους, χρώματα, μονοπάτια, ποτάμια και ρυάκια, καταρράκτες και πυκνά δάση. Έχεις θαυμάσει αυτό το συνθετικό της θαύμα (πάντα με την προυπόθεση ότι εκεί δεν έχει επέμβει ο ανθρώπινος παράγοντας καταστρέφοντας την αρμονία της). Όσο κι αν θαυμάζεις το τοπίο δεν είναι πάντα αυτονόητο ότι μπορείς να μετουσιώσεις την εικόνα αυτή σε ήχο, πόσο μάλλον σε μελωδία. Ευτυχώς για όλους εμάς, υπάρχουν εκείνοι οι δημιουργοί που το καταφέρνουν άριστα.

Ο δίσκος του Leo Svirsky River Without Banks ολοκληρώθηκε μετά απο 4 χρόνια δουλειάς και αποτελεί φόρο τιμής, εκτίμησης και αγάπης στη δασκάλα πιάνου του Leo, της Irina. Ο τίτλος παραπέμπει στο βιβλίο του συζύγου της, του Henry Orlov και στο κεφάλαιο Tree of Music, όπου ο Orlov μας εξιστορεί τη σύνθεση των ιερών μουσικών δύσης και ανατολής, σε ήχους προερχόμενους από παραδόσεις καλά κρυμμένες στο χρόνο, αλλά και σε ηχητικούς θησαυρούς της φύσης.

Το αποτέλεσμα; ένα οδοιπορικό στα υγρά μονοπάτια του ποταμού. Μια ιμπρεσιονιστική απεικόνιση της μελωδίας, αυτό το ποτάμι που ρέει, κυλά, τόσο φυσικά, τόσο μελωδικά, με τον ρομαντισμό και την τρυφερότητα να ακολουθεί τη ροή του. Η κυριαρχία του πιάνου είναι καθηλωτική. Υπάρχει μια διαστρωμάτωση και μια ομοιομορφία παράλληλα με μια μινιμαλιστική πληρότητα που σε κρατά δέσμιό της σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ.


You have walked in places where nature highlights its talent by synthesizing sounds, colors, paths, rivers and streams, waterfalls and dense forests. You have admired this synthetic miracle (always provided that the human factor has not intervened by destroying  the harmony). No matter how much you admire the scenery, it is not always obvious that you can translate this image into melody. Fortunately for all of us, there are those creators who do it perfectly.

Leo Svirsky’ s album, River Without Banks, was completed after 4 years of work and it is a tribute, appreciation and love to Leo’s piano teacher, Irina. The title refers to her husband’s book, Henry Orlov and the chapter of “Tree of Music”, where Orlov narrates the composition of the sacred music of the West and the East, in sounds derived from traditions well hidden in time, but also in the treasures of nature.

The result is a trek along the wet trails of the river. An impressionistic depiction of melody, the river flows, both natural and melodic, with romance and tenderness following. The dominance of the piano is immutable. There is a stratification and uniformity alongside a minimalist fullness that holds you captive throughout the album.

Sylvia Ioannou

Fire! Orchestra – Arrival (rune grammofon)

Η άφιξη σηματοδοτεί ένα ταξίδι ή μια πορεία που λήγει και καταλήγει σε έναν ερχομό, παραπέμποντας σχεδόν αυτόματα σε μια εκκίνηση νέων ή επαναπροσδιορισμένων πραγμάτων, ιδωμένων μέσα από διαφορετικό πρίσμα και οπτική. H άφιξη – Arrival, 4ο album των Fire! Orchestra, είναι από εκείνες τις δημιουργίες που απολαμβάνεις με κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου. Η μείωση των μελών της ορχήστρας -από 28 σε 14- σε πλήρη συνεργασία με τα μέλη των Fire! Gustafsson, Berthling και Werliin, καμία έκπτωση δεν επέφερε στο μουσικό τους αποτέλεσμα. Μιλάμε, για μια μελωδικότατη και ιδιαίτερη έκφανση της jazz μουσικής, με έντονους πειραματισμούς και αυτοσχεδιασμούς που τοποθετούνται με απόλυτη συνοχή και ακρίβεια σε κάθε τραγούδι, άλλοτε στην έναρξη κι άλλοτε στο κλείσιμο τους.

Στο album αυτό αναδεικνύονται και κυριαρχούν οι δύο φωνές που ακούγονται σαν μία, των Mariam Wallentin και Sofia Jernberg, διαφορετικές μα αλληλοσυμπληρούμενες. Η μία έντονη και πιο άμεση, η άλλη τοποθετεί τη φωνή της σε ψηλότερες νότες. Προσιτές κι απρόσιτες, ευαίσθητες και δυναμικές, ταυτόχρονα. Δεν μπορείς να φανταστείς τη μία χωρίς την άλλη και η αρμονική συνύπαρξη των δύο κυριών απογειώνει το αποτέλεσμα, μετουσιώνοντάς το σε κάτι μαγικό.

Το βιολί που καταλαμβάνει την εισαγωγή του “(I am a) Horizon” το μπάσο και το σαξόφωνο με το πιάνο που ακολουθεί, ανακατεύει την jazz με την blues αισθητική. Ωστόσο, δεν γίνεται να μην σταθεί κανείς στις δύο διασκευές: στο “Blue Crystal Fire” του Robbie Basho που- προσωπικά- αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ και του “At Last I’m Free” των Chic που αποτελεί το κλείσιμο του άλμπουμ αφήνοντας έναν απόηχο απελευθέρωσης και ελπίδας σε όποι@ το ακούσει.


Arrival signifies a journey or a path that ends to a coming by, almost automatically referring to a start of new or redefined things, seen through a different prism and point of view. Arrival, Fire!Orchestra’s 4th album, is one of those creations that you enjoy with every cell of your being. The reduction of the members of the Orchestra – from 28 to 14 – in full cooperation with the members of Fire! Gustafsson, Berthling and Werliin, has made no discount to their musical result. We are talking about a melodious and particular expression of jazz music, with intense experiments and improvisations that are placed with absolute consistency and accuracy in each song, sometimes in the beginning and sometimes in their closure.

In this album the two voices sound like one, Mariam Wallentin and Sofia Jernberg, are different but also complementary. The one more intense and direct, the other puts her voice to higher notes. They are affordable and inaccessible, sensitive and dynamic, at the same time. You cannot imagine one without the other and the harmonious coexistence of the two ladies takes off the result, denouncing it to something magical.

The violin that occupies the introduction of “(I am a) Horizon,” the bass and the saxophone with the piano that follows, blends jazz with blues aesthetics. However, you cannot pass- by the two cover songs: Robbie Basho’s “Blue Crystal Fire,” which is – personally – the top moment of the album and “At Last I’m Free” by Chic, which is closing the album by leaving an echo of liberation and hope to whoever is listening to it.


Sylvia Ioannou

Pelican – Nighttime Stories (southern lord)

Κλείνεις τα μάτια κι ένας κόσμος γεμάτος με κίνηση και χρώματα κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο νους δημιουργεί και συνθέτει εικόνες ανάμεσα σε δέσμες φωτός που εμφανίζονται σαν γεωμετρικά σχήματα. Όλα χρωματίζονται έντονα. Αυτές οι νοητές εικόνες παραίσθησης δημιουργούνται για να σε παρασύρουν μακριά από μια ζοφερή και δύσκολη πραγματικότητα και έναν κόσμο που δεν είναι πάντα αρεστός ή αποδεκτός. Μια αίσθηση αλλότρια και οικεία, συνάμα. Η αποτύπωσή τους πραγματοποιείται στο εξώφυλλο του νέου άλμπουμ των Pelican, Nighttime stories ξεκινώντας ένα 45λεπτό μουσικό ταξίδι στην «εσφαλμένη» αντίληψη κάποιου υπαρκτού ερεθίσματος.

Αρχή της εξιστόρησης, η τρίλεπτη εισαγωγή με το “WST”, ένας πρόλογος όσων θα επακολουθήσουν. Και οι νυχτερινές μουσικές ιστορίες των Pelican ξεκινούν τα μεσάνυχτα με το “Midnight and Mescaline”. Τα λόγια δεν υπάρχουν, αλλά η μουσική δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερη επικοινωνία μεταξύ δημιουργού και ακροατή. Δυνατές και δύσκολες στιγμές που βίωσαν τα μέλη της μπάντας τα έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας των περασμένων χρόνων αποτυπώνονται στο άλμπουμ, η απώλεια, η θλίψη όλα τα στοιχεία αποτελούν ενεργά συστατικά στα τραγούδια τους. Ένας δίσκος που ακροβατεί ανάμεσα στις αισθήσεις και τις παραισθήσεις.

You close your eyes and a world full of motion and color makes its presence felt. The mind creates and composes images between light beams that appear as geometric shapes. All these are colored intensively. These illusionary images are created to drive you away from a bleak and difficult reality and a world that is not always acceptable. A feeling aloft and intimate, at the same time. Their stamping takes place on the cover of Pelican’s new album, Nighttime Stories, starting a 45-minute musical journey into the wrong perception of an existing stimulus.

Beginning of the narrative, the three-minute introduction with “WST”, a preface to those who will follow. Pelican’s nightly musical stories start at midnight with “Midnight and Mescaline.” There are no words, but music creates the conditions for a special communication between the creator and the listener; the strong and difficult moments experienced by the band members years of record-breaking absences of the past are depicted on the album, loss, sadness, all elements are active ingredients in their songs; an album that strikes between sensations and hallucinations.

Sylvia Ioannou

Billy Bio – Freedom’s Never Free (Bridge Nine)

Το να θέτεις στόχους, το να προσπαθείς και να αγωνίζεσαι για να τους επιτύχεις, το να δρας κατά βούληση και όχι με τον τρόπο που θέλουν να σου επιβάλλουν είναι ο ορισμός της ελευθερίας για κάθε άνθρωπο. Η εσωτερική – ατομική ελευθερία είναι ζητούμενο, ώστε να επιτευχθεί και η κοινωνική – συλλογική ελευθερία που αποτελεί επιδίωξη για όλ@ μας. Άλλωστε, σε κάθε μεγάλη στιγμή και καμπή του ιστορικού παγκόσμιου γίγνεσθαι η ελευθερία πρωτοστατεί ως αίτημα. Και δεν είναι τυχαίο. Η έννοια, απλή στη σύλληψη. Η απλότητα αυτή ωστόσο, δεν διακρίνει τους τρόπους ή την προσπάθεια για την εφαρμογή της…

Για την ελευθερία μας μιλάει και ο William – Billy Graziadei γνωστός από τη συμμετοχή του στους Biohazard, στη νέα σόλο του δουλειά με τους Billy Bio. Ο καλλιτέχνης δημιούργησε τη νέα μπάντα του γιατί θέλησε να εκφραστεί ελεύθερα και η δημιουργία του να εκφράζει στο 100% αυτό που είναι ο ίδιος και μόνο αυτός, χωρίς επιρροές σε μια στιγμή που του φάνηκε ως η καλύτερη δυνατή για να το πράξει. Η ελευθερία δεν είναι ποτέ δωρεάν μας λέει, ούτε εκτιμάται πάντα από όλ@, όπως θα έπρεπε. Έτσι, στα τέλη του 2018 κυκλοφόρησε το single “Freedom’ s Never Free” και τον Απρίλη του 2019 το EP στο οποίο περιλαμβάνεται το εν λόγω τραγούδι, μαζί με την demo version του. Σε μορφή demo ακούμε και το “Feed the Fire”. Το λεκτικό μήνυμα ξεκάθαρο όσο και ο hardcore ήχος που το συνοδεύει.

Στο EP υπάρχει και η διασκευή του “Get Up Stand Up”, -ναι πρόκειται για το γνωστό τραγούδι- του Bob Marley, σε μια πιο σκληρή βερσιόν που, δεν το κρύβω, μου άρεσε πολύ. Δεν αρκεί να δηλώνεις την αντίθεσή σου με τα κακώς κείμενα που είναι και τόσα μα τόσα πολλά, σημασία έχει να πράττεις προς την κατεύθυνση της ανατροπής και καθαίρεσής τους. Ο Marley το έκανε με έναν πιο ήπιο τρόπο, ο δε Billy Bio μας έδειξε έναν δρόμο που προσωπικά, επιλέγω. Αυτή η hardcore αισθητική που δίνεται μέσα από τους ήχους του, είναι ευθέως ανάλογη με έναν τρόπο που πολλ@ από μας προτιμάμε να αγωνιζόμαστε και να δίνουμε τις μάχες για αλλαγή και κάθε απελευθερωτική διαδικασία.

Setting goals, trying and struggling to achieve them, acting the way you choose and not the way that others want to impose on you is the definition of freedom for everyone. Internal – individual freedom is required in order to attain the social – collective freedom which is the main goal for everyone. Besides, in every great moment and the turning point of the world’s history, freedom is a pioneer. And this is not by chance. The concept, is simple to conceive. This simplicity, however, does not distinguish the ways or the effort to implement it …

William – Billy Graziadei, known from his participation in Biohazard speaks for freedom in his new solo project, the Billy Bio band. The artist formed his new band because he wanted to express himself freely, without any influence from anyone, at a time that seemed to be the best to do so. This is why he says that freedom is never free nor it is always appreciated by everyone, as it should be. The single “Freedom’s Never Free” was released at the end of 2018 and the EP in April 2019, including the demo version of the song. In the demo version we are also listening “Feed the Fire”. The verbal message is clear as well as the hardcore sound that accompanies it.

In the EP, there is the cover song “Get Up Stand Up”, Bob Marley’s famous one, in a tougher verse that I loved. It is not enough to declare your opposition to the wrong texts, which are so many, it is important to act in the direction of their overthrow and removal. Marley did it in a more gentle way, and Billy Bio showed us a way that I personally prefer. This hardcore aesthetics given through its sounds is directly analogous to a way that many of us choose to struggle and to give battles for change and every liberation process.

Sylvia Ioannou

VR SEX – Human Traffic Jam (Dais Records)

Τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι αναρίθμητα στις μέρες μας. Ανάμεσα σε αυτά, υπάρχουν εκείνα που έχουν καταφέρει να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις, περιορίζοντας τα εμπόδια στην ανθρώπινη επικοινωνία, ώστε η αλληλεπίδραση μεταξύ μας να είναι ευκολότερη και σε παγκόσμια μάλιστα, κλίμακα. Η επικοινωνία πρακτικά διευκολύνεται, γίνεται αμεσότερη· διαπνέεται όμως, από ειλικρίνεια και αλήθεια; ή ορισμέν@ καλύπτονται πίσω από την έλλειψη της φυσικής παρουσίας και φυσικής αλληλεπίδρασης με τους υπόλοιπους και δημιουργούν περσόνες που ελάχιστη ή μικρή σχέση έχουν με τον πραγματικό χαρακτήρα τους;

Τέτοιου είδους σκέψεις για το πώς αναπτύσσονται τελικά, οι διαπροσωπικές σχέσεις, κυρίως μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα απασχόλησαν τον Noel Skum, τον Andrew Clinco των Drab Majesty. Το απόσταγμα των σκέψεων καταγράφηκε σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας το χειμώνα του 2017, όπου δημιούργησε το υλικό για το άλμπουμ Human Traffic Jam των VR SEX. Και μόνο το άκουσμα των ονομάτων που αποτελούν τους VR SEX, δηλαδή οι Noel Skum, Z. Oro -ο Aaron Montaigne των Antioch Arrow, Heroin και DBC- σε φωνητικά και ντραμς και Mico Frost -Brian Tarney- σε synths και μπάσο σε προδιαθέτει να ακούσεις το υλικό τους.

Μεγάλη μουσική εμπειρία και δημιουργικότητα στην πλάτη των μελών της μπάντας κάτι που αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, «εγγύηση» για το αποτέλεσμα. Μια πρόγευση της δουλειάς τους μας έδωσαν τον περασμένο Μάρτιο με την κυκλοφορία του EP Horseplay. Ακούγοντάς τους, δεν μπορείς παρά να διαπιστώσεις την ομοιότητα που υπάρχει με τους Drab Majesty· Στο LP τους Human Traffic Jam μας παρουσιάζουν μέσα από ποικιλία ήχων death rock, synth – post punk και ambient μια πιο σκοτεινή και ρεαλιστικά σκληρή θεώρηση των πραγμάτων.

Αυτό είναι ολοφάνερο στο “Maiden China” που αποτυπώνει μια ψεύτικη εικόνα που ορισμέν@ δίνουν στα κοινωνικά δίκτυα θέλοντας να εκμεταλλευτούν κάποιους εύπιστους, παρασέρνοντάς τους σε μονοπάτια που δεν έχουν καν φανταστεί δίνοντας ξεκάθαρα το μήνυμα αυτό με ένα δυνατό και σκληρό video. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το αφηγηματικό “Cheek Detritus”. Στο “Surrender” ο στίχος “…and you beg for attention to surrender” για να ακουστεί τελικά η προτροπή “sleep, go to sleep” . Στο “Sacred Limousine” στηλιτεύουν τα ΜΜΕ και την επίπλαστη εικόνα της ευτυχίας που μας σερβίρουν και αφορά το «φαίνεσθαι» και καμία σχέση με το «είναι» δεν έχει.

Και ο επίλογος του album έρχεται με το “Corridor (Epilogue)”. Χωρίς στίχους, σου δίνει τη δυνατότητα, μετά την ακρόαση του LP, να επιλέξεις τελικά, το διάδρομο που θα σε οδηγήσει μακριά από ψεύτικες εικόνες φαινομενικής χαράς και επιτυχίας στα μέρη μιας ειλικρινούς και αληθινής διαπροσωπικής επαφής με πρόσωπα που καμία σχέση δεν έχουν με την πλαστική και illustration αισθητική.


Technological achievements are innumerable nowadays. Among them are those who have managed to nullify distances, by limiting the obstacles to human communication, so that interaction between us is easier, even on a global scale. Communication is facilitated, becoming more direct, but is it inspired by sincerity and truth? or some people are covered behind the lack of physical presence and physical interaction with the others and create personas that are not related to their true character?

Such thoughts about the development of interpersonal relationships, mainly through social networks have occupied Noel Skum, Andrew Clinco of Drab Majesty. The distillation of thoughts was recorded in an apartment in Athens during the winter of 2017, where he created the material for VR SEX’s Human Traffic Jam album. The members of VR SEX, Noel Skum, Z. Oro – Aaron Montaigne of Antioch Arrow, Heroin and DBC – on vocals and drums and Mico Frost -Brian Tarney – on synths and bass, predisposes you to pay attention to their material.

Their great musical experience and creativity, is – in a way – “guarantee” of the outcome. A preview of their work was given to us last March with the release of their EP Horseplay. By listening, you can only notice the similarity with Drab Majesty. In their Human Traffic Jam, they present a darker and realistically cruel perspective through a variety of death rock, synth – post punk and ambient sounds.

This is obvious in “Maiden China”, which depicts a fake image that some people are giving for themselves to social networks with the will to exploit witty people, dragging them to paths they have not even imagined, and VR SEX are giving this message clearly with a loud and hard video. Τhe same issue goes in the narrative “Cheek Detritus”· in “Surrender” the lyric “… and you beg for attention to surrender” to hear the final phrase – prompt “sleep, go to sleep”. In “Sacred Limousine” they condemned media fake images of happiness that represent only the appearance and not the actual existence.

And the epilogue of the album is “Corridor (Epilogue)”. Without lyrics· it gives you the opportunity to choose the corridor that will take you away from false images of apparent joy and success in the parts of a sincere and real interpersonal contact with people who have no connection with the plastic and illustrated aesthetics.

Sylvia Ioannou

Iceage – Beyondless (Matador Records)

Δέκα χρόνια μουσικής ύπαρξης μετρούν οι Δανοί Iceage. Προσωπικά, μου ήταν παντελώς άγνωστοι ως τώρα. Το τελευταίο τους άλμπουμ, τυχαία και καθυστερημένα έπεσε στην αντίληψή μου και με έκανε να απορήσω, πως είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει αυτοί οι τύποι. Το Beyondless είναι το 4ο LP της μπάντας, κυκλοφόρησε μέσα στο 2018 και τα τραγούδια του album παρουσιάστηκαν ένα – ένα, σταδιακά μέσα σε τέσσερις μήνες.

Στο δια ταύτα, έχουμε να κάνουμε με τέσσερις νέους ανθρώπους που εδώ μας παρουσιάζουν μια πολύ φρέσκια δουλειά. Καταπιάνονται με διάφορα μουσικά είδη το punk, post punk, jazz, pop, κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο να συνταιριαστεί και να παρουσιαστεί με τέτοιο τρόπο που να είναι -το λιγότερο- αρεστός σε κάθε ακροατή/τρια.

Γενικά, μιλάμε για μια ποικιλία ήχων που δεν σε κάνει να βαριέσαι ούτε λεπτό μιας και το στοιχείο της έκπληξης είναι εμφανές στο Beyondless (ο τίτλος του album προέρχεται από τη νουβέλα Worstward Ho του Samuel Beckett), γιατί εκεί που περιμένεις -ενδεχομένως- να ακούσεις μια συγκεκριμένη μελωδία, εκεί ακριβώς, σου σκάει κάτι διαφορετικό. Ορισμένες φορές οι καλλιτέχνες δεν τολμούν να υπερβούν τις πεπατημένες και συνήθεις μουσικές τους οδούς διανθίζοντάς τες με νέα στοιχεία, φοβούμενοι την αποδοχή που μπορεί να έχει η δημιουργία τους και έτσι προτιμούν να διατηρήσουν το γνώριμο προσωπικό τους ύφος και στυλ. Ε λοιπόν, οι Iceage δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Κάνουν μίξεις, συνθέτουν, «παίζουν» με μουσικά είδη και ήχους και το αποτέλεσμα σε συνεπαίρνει αδιαμφισβήτητα.

Σαξόφωνα, τρομπέτες και τρομπόνια, βιολιά και πιάνο, μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς συνθέτουν μελωδίες που παίζουν σε μεγάλη γκάμα από σοβαρές και ατμοσφαιρικές έως παιχνιδιάρικες συνθέσεις, όπως στο “Thieves like us”. “Showtime” μας λένε και νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε καμπαρέ, περιμένοντας να δεις το μπαλέτο να χορεύει στο ρυθμό του can- can. Αντίθετα, στο “Cath it” που επέλεξαν να μας παρουσιάσουν ως πρώτο δείγμα της δουλειάς τους υπάρχει μια σκοταδιστική ατμόσφαιρα, με εναλλαγή ήρεμης μελωδίας και έντασης. Το “Pain Killer” με vintage αισθητική, που θυμίζει δεκαετία του ’60, δοσμένη με μια φρέσκια ματιά στην pop αισθητική και όλο αυτό εντείνεται από τη συνεργασία στα φωνητικά με τη Sky Ferreira. Άλλωστε, ο τραγουδιστής Rønnenfelt έχει δηλώσει πως «ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να είναι pop star».

Είναι ωραίο τελικά να εκπλήσσεσαι από την δημιουργικότητα και την ευφάνταστη παρουσίαση νέων μουσικών, με τη φρεσκάδα που τις διαπνέει και την καλή διάθεση που σου προκαλούν ακούγοντάς τες.

Sylvia Ioannou

Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou