OHHMS – Exist (Holy Roar Records)

Ο παραγωγικός συλλογισμός, ως τρόπος ανάπτυξης της σκέψης, ξεκινά από μια γενική ή και αφηρημένη έννοια με δεδομένη ισχύ, για να καταλήξει σε κάτι πιο ειδικό ή διευκρινιστικό. Ο επαγωγικός τρόπος κινείται ακριβώς αντίθετα, εκκινώντας από το μερικό με στόχο την αναγωγή της σκέψης σε γενικό συμπέρασμα. Αναλόγως την περίπτωση, επομένως, κατευθύνεις τη σκέψη σου επαγωγικά ή παραγωγικά. Κάπως έτσι, οι OHHMS κατέληξαν στον τίτλο του 4ου full length studio album Exist, αντί της αρχικής τους επιλογής Animal Rights, θέτοντας ως στίγμα της δουλειάς τους τη γενικότερη έννοια της ύπαρξης αντί της ειδικής που περιορίζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία, στα δικαιώματα των ζώων, στην προκειμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη, η ίδια η ζωή είναι η γενικότερη έννοια στην οποία συμπεριλαμβάνεται η μερική έννοια που αφορά στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ζώων, με στόχο την άρση της εκμετάλλευσής τους και την τελική διαφύλαξη της ελευθερίας και διαβίωσης στο φυσικό τους περιβάλλον. Ένα ξεκάθαρο μήνυμα, άμεσα προβεβλημένο ήδη από το εξώφυλλο του δίσκου με τον πίθηκο-πειραματόζωο πίσω από τα κάγκελα, εικόνα που σου προκαλεί εκτός από σφίξιμο στο στομάχι, πολλές σκέψεις και συνειρμούς. Εξάλλου, αυτό το βλέμμα του ζώου που πονά και (συν)θλίβεται μέσα από τα πειράματα που υφίσταται στον βωμό της προόδου και της ανάπτυξης είναι ξεκάθαρη έκκληση για ζωή και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον frontman των OHHMS Paul Waller, σκοπός του album είναι η αφύπνιση και η ενημέρωση του κόσμου, χωρίς όμως αυτή η διαδικασία να πάρει τη μορφή του κηρύγματος, κάτι που και ο ίδιος, άλλωστε, απεχθάνεται. Μέσα από ήχους progressive-post metal και πρόσμειξη στοιχείων doom, sludge, ακόμα και παραδοσιακού rock, εκλύεται ο θυμός, η αγανάκτηση από την εκμετάλλευση των ζώων. Αυτό διαφαίνεται με το 23λεπτο εναρκτήριο “Subjects”, με το κυρίαρχο, επαναλαμβανόμενο, βαθύ ουρλιαχτό του frontman “…murderer…” και τις εναλλαγές ανάμεσα στα δυναμικά και μελωδικά μέρη του τραγουδιού. Η συνέχεια κινείται στις ίδιες νόρμες με το “Shamples”, όπου οι δημιουργοί στηλιτεύουν τον έκδηλο ελιτισμό ορισμένων που στο όνομα της προστασίας των ζώων συμπεριφέρονται αλαζονικά προς τους ανθρώπους. Τραγούδια γεμάτα απόγνωση και οργή για την εκμετάλλευση των ζώων, με το πιο μελωδικό “Calves” να είναι σαν να μας απευθύνονται τα ίδια λέγοντας “…don’ t take my blood from me”.

Οι ίδιοι οι δημιουργοί παρουσιάζουν τη νέα τους δουλειά ως την καλύτερη ως τώρα. Η θεματική που διαπνέει τη συγκεκριμένη δουλειά των OHHMS, μέσα από τους σκληρούς ήχους και τα ιδιαίτερα νοήματα, θέλει να περάσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα της παύσης της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στα ζώα. Κάποια στιγμή, εξάλλου, η φύση εκδικείται…


Productive reasoning, as a way of developing thought, begins with a general or abstract concept with a given force, to conclude to the specific or clarifying reasoning. The inductive way moves exactly to the opposite direction, starting from the partial aiming at the deduction of thinking to general conclusions. Depending on the case, therefore, you direct your thinking inductively or productively. Somehow, OHHMS ended up giving their 4th full length studio album the tile Exist, instead of “Animal Rights” that was their original choice, highlighting the general concept of being instead of the specific – limited to a particular category, animal rights in this case.

Life itself is the general concept, including the partial concept of animal rights, aiming to remove their exploitation and ultimately entrenching freedom and living in their natural habitat. A clear message, which is immediately visible from the cover of the album that depicts a monkey – lab animal behind the bars, a picture that causes you stomach ache and many thoughts. Besides, the look of the animal is full of pain and crushed by the experiments that take place on the altar of progress and development is a clear call for life and freedom.

According to OHHMS’ frontman Paul Waller, the purpose of the album is to awaken and inform the world, but this process does not take the form of preaching, something that he rejects. Through the progressive sounds – post-metal and doom, sludge, even traditional rock sounds, anger or indignation emerges due to the exploitation of animals. This is clarified by the 23-minute “Subjects” with the predominant, repetitive, deep-grin of the frontman “..murderer …” and the alternations between the dynamic and lyrical parts of the song. The sequel goes in the same norms as the “Shamples”, where the creators stigmatize the obvious elitism of people who behave arrogantly towards humans, in the name of animal protection. Songs full of despair and anger for the exploitation of the animals, with the melodic “Calves” where it feels like animals are telling us ” do not take my blood from me ”

The creators present their new work as the best one, so far. The theme that inspires OHHMS’ work through harsh sounds and special meanings is giving a clear message for the termination of exploitation and the dominance of man over animals. At some point nature will take its revenge after all…

 

 

Sylvia Ioannou

 

Exploded View – Obey (sacred bones records)

Η δημιουργία αποτελεί “προϊόν” μιας επίπονης, τις περισσότερες φορές, διαδικασίας, κυρίως ψυχαναλυτικής –όχι με τη φροϋδική έννοια, αλλά ως απόσταγμα προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων–, παράλληλα με την ανάγκη να παλέψεις με τις αντιθέσεις, τις αντιπαραθέσεις, να οδηγηθείς σε ρήξεις, απογυμνώνοντας αρχικά τον εαυτό σου, για να μπορέσεις τελικά να ανακτήσεις τη δύναμη μέσα σου.

Μέσα από τέτοιου είδους διεργασίες “γεννήθηκε” το νέο άλμπουμ Obey των Exploded View, αυτού του δυναμικού και δημιουργικού σχήματος που αποτελείται από την Ευρωπαία Annika Henderson και τους Μεξικανούς Hugo Quezada, and Martin Thulin. Η Annika, ιθύνων νους του γκρουπ, αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Μοιράζοντας τη ζωή της σε Αγγλία και Γερμανία, ξεκίνησε για να γίνει δημοσιογράφος, αλλά τελικά ασχολήθηκε με τη μουσική (για καλή μας τύχη!), θέλοντας μέσα από τα ταξίδια που πραγματοποιεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις της και να ανοίξει τους ορίζοντές της προς κάθε κατεύθυνση. Οι προσλαμβάνουσες από τα προσωπικά της βιώματα είναι πολλές και εμφανώς καθρεφτιζόμενες στο έργο της. Ετερόκλητα στοιχεία συνταιριάζονται και μας προσφέρονται μέσα από ένα δεμένο και ολοκληρωμένο άλμπουμ.

Ακούγοντας το άλμπουμ, νιώθεις σαν να παρακολουθείς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το σκηνικό στήνεται σε μια ατμόσφαιρα σκοτεινή και κλειστοφοβική, με την αγωνία να εκφράζεται τόσο με τους στίχους όσο και με τους ήχους. Κάθε νότα, κάθε ήχος ηχογραφείται και κερδίζει τον δικό του χώρο μέσα σε κάθε τραγούδι ξεχωριστά, αποκτώντας άλλη δυναμική όταν ακούς ολόκληρο το άλμπουμ. Αποτελεί μια ολότητα που απαρτίζεται από διαφορετικά μέρη. Ψυχεδελικά περάσματα, εναλλαγές έντασης και ηρεμίας, οργή, πίκρα αλλά και μια υποβόσκουσα χαρά, με τη φωνή της Annika να τα αγκαλιάζει όλα, απογειώνοντας το δημιούργημά τους.

Η αρχή γίνεται με το ιδιότυπο και ανατρεπτικό νανούρισμα, το “Lullaby”, αυτό που σε κάνει από παιδί να ηρεμείς και να νιώθεις τη σιγουριά και την ασφάλεια πως όλα θα πάνε καλά, παρά τις όποιες δυσκολίες, για να κλείσεις τα μάτια σου χωρίς φόβο. Νιώθοντας πως τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε πειράξει όταν βρίσκεσαι σε έναν ανοιχτό δρόμο διαφυγής για να κερδίσεις την ελευθερία σου, ακολουθώντας τις δικές σου εσωτερικές προσταγές στο “Open Road”. Κατανοώντας πόσο δύσκολο και επίπονο είναι να πολεμάς όλα όσα λερώνουν σαν λεκέδες τη ζωή σου και σε εμποδίζουν να προχωρήσεις στο “Dark Stains”.

Στο “Letting Go of Childhood Dreams” σε προτρέπει να αποδράσεις από τις κοινωνικές επιταγές που σου επιβάλλονται σαν δεσμά, για να μην οδηγηθείς στην εκπλήρωση επιθυμιών των άλλων, στα απωθημένα από τα δικά τους απραγματοποίητα όνειρα, αλλά να ζήσεις τη δική σου ζωή, βασισμένη στα δικά σου θέλω. Κι αν αναρωτιέσαι πώς θα συνεχίσεις να ζεις χωρίς προσμονές και αναμονές, χωρίς δειλίες, “…don’t miss your chance, don’t be a coward”, η απάντηση έγκειται στην τόλμη, στις απαραίτητες και ηχηρές τομές στη ζωή σου στο “Gone Tomorrow”. Έντονα κλειστοφοβική και κυκλοθυμική ατμόσφαιρα, με την ένταση να κάνει δυναμικά την εμφάνισή της στο ομότιτλο τραγούδι του δίσκου “Obey”, καταδικάζοντας τα κοινωνικά συστήματα που θέλουν να διαμορφώνουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά σου, όπως και στο “Raven Raven” που νιώθεις ότι κάποι@ παρακολουθούν την κάθε σου κίνηση.

Ίσως αυτός ο δίσκος προκαλεί αναταράξεις στα θεμέλια των πεποιθήσεων και επιβαλλόμενων πρακτικών στις ζωές μας. Η προσεκτική ακρόαση των στίχων με τη μουσική επένδυση των Exploded View παρουσιάζει μια ιστορία με σκαμπανεβάσματα, ωραίες και τρυφερές στιγμές, αλλά και δυσκολίες και εμπόδια που καλείσαι να αντιμετωπίσεις με σθένος. Και κάπου εκεί, τριγυρίζει στο μυαλό μου η φράση του Tom Robbins στο κλείσιμο του Τρυποκάρυδου, πως “…ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς ευτυχισμένα παιδικά χρόνια”. Και λέγοντας τη φράση αυτή εστιάζω κυρίως στο “ποτέ δεν είναι αργά”, γενικώς για να ζήσει κανείς τις –όπως ορίζονται από τ@ ίδι@– ευτυχισμένες στιγμές, ξορκίζοντας τα διαμορφωμένα από άλλους παιδικά τ@ χρόνια.


Most of the times creation is considered as a “product” of a painful process, mostly psychoanalytic – not in the Freudian sense though, but as the essence of personal experiences–, along with the need to fight against contradictions and controversies, to be lead to ruptures, stripping yourself initially in order to finally recover the power inside you.

This process “gave birth” to the new album Obey by Exploded View, a dynamic and creative band which consists of Annika Henderson, who is European, and Hugo Quezada and Martin Thulin, both Mexicans. Annika, the mastermind of the group, is a particularly interesting case. By living in England and Germany, she wanted to become a journalist, but she eventually dedicated herself to music (good for us!), wanting to enrich her knowledge and widen her horizons through her travels. Her personal experiences have influenced her work significantly and they are obviously mirrored in it. Miscellaneous elements are matched and offered through a tied and complete album.

While listening to the album, you feel like watching a story which contains a beginning, middle and end. The setting is set in a dark and claustrophobic atmosphere, with anxiety expressed in both lyrics and sounds. Every note, every sound is recorded and earns its own space within each song separately, gaining momentum upon listening to the entire album. It is a wholeness composed of different parts. Psychedelic passages, alternations of tension and tranquility, rage, bitterness but also an underlying joy, with Annika’s voice embracing them all, causing the creation to take off .

It starts with the peculiar and subversive lullaby entitled “Lullaby”, just like the ones that used to make you feel calm, safe and secure as a child; that everything will be fine, despite the difficulties, so that you can close your eyes without feeling fear; the feeling that nothing and no one can hurt you when you are on an escape route, aiming to gain your freedom by following your own internal orders on the “Open Road”. Understanding how difficult and painful it is to fight everything that stains your life, preventing you from moving on, as in “Dark Stains”.

“Letting Go of Childhood Dreams”, urges you to escape from the social imperatives imposed on you as restraints, so as not to be lead to the fulfillment of other people’s desires, to the satisfaction of their own unrealized dreams, but to live your own life based on your needs and dreams. And if you’re wondering how you will manage to continue to live without expectations, “… do not miss your chance, don’t be a coward,” the answer lies in the bold, necessary and sonorous changes in your life in “Gone Tomorrow”. Deeply claustrophobic and turbulent atmosphere, with intensity making a strong appearance on the title song “Obey”, condemning the system for aiming to shape your way of thinking and behavior, as presented in “Raven Raven”, where you feel like someone is watching every move you take.

It is likely that this album will cause a turbulence in the foundations of beliefs and imposed practices in our lives. A careful listening of the lyrics along with the music of Exploded View reveals a story of ups and downs, of nice and tender moments, but also difficulties and obstacles which you are expected to confront with strength. And at this point, I keep thinking of Tom Robbins’s phrase in his book “Still Life with woodpecker” :“… it’s never too late to live a happy childhood”. And by saying this, I focus mainly on the phrase “it is never too late” to live the –however oneself may define them– happy moments, banishing a childhood which was shaped by others.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Vouna – Self-titled (Artemisia Records)

Είναι στιγμές που δεν χωράς πουθενά. Δεν θες να περιοριστείς σε τέσσερις τοίχους, δεν σου αρκούν οι δρόμοι της πόλης, αναζητάς κάτι διαφορετικό, κάτι που σε παίρνει μακριά από την καθημερινή σου ρουτίνα. Αναζητάς ανοιχτό ορίζοντα, ανοιχτό ουρανό, ανοιχτές θάλασσες, δάση και βουνά. Θες να περιπλανηθείς στη φύση, εκεί που δεν σου επιβάλλεται κανένας περιορισμός. Παρέα με τη νεφελώδη ατμόσφαιρα και το σούρουπο να παίζει με το φως και τις σκιές.

Συγκερασμός διαφορετικών όψεων που συνθέτουν μια εικόνα μυστικιστική. Δέντρα, βράχια, μονοπάτια, ουρανός και μια ομίχλη που τα αγκαλιάζει, χωρίς να θέλει να τα κρύψει. Το τοπίο αφήνεται στη ματιά σου, αποκαλύπτεται όσο η ομίχλη σού το επιτρέπει, σαν κάτι που είναι απαγορευμένο και θα το δεις όταν εκείνη σου επιτρέψει και όταν είσαι εσύ έτοιμ@ να το δεις πραγματικά. Κάποιες φορές, η ομίχλη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ξεκαθαρίσει ό,τι δεν είναι ξεκάθαρο (όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό).

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο νους, ακούγοντας τις πρώτες κιόλας νότες του debut album από τα Vouna. Η Yianna Bekris (υπήρξε μέλος και στις μπάντες Vradiazei, Eigenlicht και Sadhaka) αποτυπώνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα, την ομιχλώδη αίσθηση του black Cascadian metal με funeral doom και folk στοιχεία. Το άλμπουμ είναι ένα one-woman show, μιας και όλα τα όργανα παίζονται από την ίδια και, παράλληλα, στίχοι και μουσική αποτελούν δικές της δημιουργίες. Η ηχογράφηση, δε, του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε στο στούντιο των Wolves In The Throne Room, ενώ ο Nathan Weaver συνεργάστηκε με τη Yianna και στο εξώφυλλο του δίσκου.

Τα στοιχειωμένα, πένθιμα και μελαγχολικά φωνητικά της πλαισιώνουν τη μελωδία και τις νότες των μουσικών οργάνων. Το μαύρο μέταλλο κυριαρχεί στη σχεδόν επιθανάτια ατμόσφαιρα που δημιουργείται, κυρίως από τα synth, σαν μια αίσθηση λιτανείας, στο “Drowning City”. Η έναρξη του άλμπουμ με το “A place to rest” δίνει το στίγμα της μπάντας, με το ορχηστρικό “Castle” να ακολουθεί. Τα “Last Dream” και “You took me” σε παρασύρουν στην καθηλωτική ατμόσφαιρα των Βουνών.

Στο άκουσμα του άλμπουμ συνθέτεις το σκηνικό. Η φύση σού δίνει τα στοιχεία της απλόχερα. Απομένει να επιλέξεις πώς θα τα συνθέσεις. Αντιπαραθετικά, αρμονικά, ομοιόμορφα ή αντίρροπα, εσύ επιλέγεις και φτιάχνεις τη δική σου ισορροπία. Παρέα σου στην περιπλάνηση αυτή οι νύμφες, τα πλάσματα του δάσους που κινούνται σαν αερικά ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης αγκαλιάζοντάς τα, δίνοντάς τους πνοή και ανάσα ύπαρξης. Η διαφορά είναι πως στο συγκεκριμένο σκηνικό, με μουσική υπόκρουση τα Vouna, οι νύμφες φοράνε μαύρα. Και η μουσική τους απογειώνει το τοπίο με όλα όσα αυτό περιλαμβάνει.


Sometimes you feel like you don’t fit anywhere. You do not want to be confined to four walls, you feel that the city streets are not enough for you, you are looking for something different, something that will take you away from your daily routine. You are looking for an open sky, open seas, forests and mountains. You want to wander in nature, where no restrictions are imposed on you. Together with the cloudy atmosphere and the dusk, playing with light and shadows.

A combination of different images that create a mystical picture. Trees, rocks, paths, the sky and a fog that embraces them all, with no need to hide anything. The landscape shows itself before your eyes, it is revealed as long as the fog allows it, as if it were something forbidden. Something that you ‘ll see when the fog permits you to and when you are ready to actually see it. Sometimes, the fog creates the conditions under which whatever is not clear is being clarified (paradoxical as it may sound).

This is the setting that the mind creates, listening to the very first notes of the debut album from Vouna. Yianna Bekris (also a member of the bands Vradiazei, Eigenlicht and Sadhaka) portrays the mystical atmosphere, the muddy sense of black Cascadian metal with funeral doom and folk elements. The album is a one-woman show, since she is the one that plays all the instruments and, at the same time, lyrics and music are her own creations. The album was recorded in Wolves In The Throne Room’s studio and Nathan Weaver collaborated with Yianna on the cover of the album.

Her haunted, mournful and melancholic vocals surround the tune and notes of musical instruments. Black metal dominates the almost-deathly atmosphere created mainly by the synths, making you feel like you’ re in a procession, in “Drowning City”. The opening song of the album “A place to rest” leaves the band’s mark, and then, the instrumental “Castle” follows. “Last Dream” and “You took me” drift you away, into the vibrant atmosphere of the mountains.

While listening to the album, you can imagine the scenery. Nature offers its elements generously. You only have to choose the way to compose them. Confrontationally, harmoniously, evenly or in the opposite direction, you choose and create your own balance. Your nymphs, creatures of the forest, with their ethereal moves among the elements of nature, embrace them, giving them breath and life. The difference is that, in this particular scene, with the music of Vouna playing in the bagkground, the nymphs are dressed in black. And the music helps the scenery take off, including everything this may involve.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Cold Leather – Smart Moves (ADAGIO830)

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης ένα αυγουστιάτικο βράδυ απολαμβάνεις την ομορφιά του αστικού τοπίου, χωρίς τη βοή της πολυκοσμίας που συνηθίζει τέτοια εποχή να εκδράμει σε άλλους τόπους. Στο οδοιπορικό σου επιλέγεις συντροφιά σου τη μουσική, εκείνη που είναι μαζί σου κάθε στιγμή και, ίσως, η μόνη που δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Και στους δρόμους της πόλης, με την ομορφιά και την ασχήμια της να συνυπάρχουν σε κάθε εικόνα που εμφανίζεται μπροστά σου, δεν μπορείς να έχεις καλύτερη συντροφιά από νέα ακούσματα.

Νέες μουσικές, από αυτές που σου ακούγονται σαν να ξεπήδησαν από το χρονοντούλαπο της μουσικής ιστορίας, κατευθείαν από τη δεκαετία του 1970, τότε που το πανκ κατοχυρώθηκε στις συνειδήσεις του κόσμου ως το μουσικό ρεύμα ενάντια σε καθετί συστημικό και παγιωμένο.

Οι Cold Leather ακούγονται έτσι κι ας εμφανίστηκαν στη μουσική σκηνή πολύ πρόσφατα, μόλις στα τέλη του 2016. Στα δεκαεπτά –όλα κι όλα– λεπτά του άλμπουμ τους Smart Moves μάς δίνουν το στίγμα τους ξεκάθαρα. Σύντομα, δίλεπτα κυρίως, τραγούδια, δωρικές συνθέσεις, μπόλικα ροκ στοιχεία και έντονη ενέργεια που συστήνεται από την πρώτη κιόλας νότα.

Το μπλέξιμο ροκ ήχων σε πανκ διάθεση είναι χαρακτηριστικό στα ακούσματά τους, οι στίχοι τους μιλάνε για τις πλευρές της ζωής, κακής και καλής: όλα μπλέκονται –άλλοτε περίτεχνα κι άλλοτε άκομψα– αλλά πάντα ενυπάρχουν σε κάθε έκφανση και πτυχή της. Μέσα από τραγούδια όπως το “Intoxication”, που μας είχαν πρωτοπαρουσιάσει στο Demo Tape, και το ορχηστρικό “CB 7817” παράλληλα με το “Nightmare” και το “No Hard Feelings” μάς προβάλουν τη δική τους αλήθεια.

Μελωδικά και σκληρά φωνητικά, όπως ακριβώς περιμένεις από μια πανκ μπάντα, χωρίς υστερίες αλλά με θυμωμένες κραυγές. Ηχηρές κραυγές που αντιδρούν έντονα σε μια ζωή γεμάτη από πράγματα που δεν θες και δεν αποδέχεσαι ούτε για σένα ούτε και για κανέναν άλλον. Μακριά από ατομικισμούς που, άλλωστε, δεν ταίριαξαν ποτέ με τη νοοτροπία αυτού του μουσικού είδους. Με μιαν αυθεντικότητα χαρακτηριστική τόσο των δημιουργών όσο και της δημιουργίας τους.

Για να βρει καθέν@ αυτό που αναζητά, βασική προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει από την αμφισβήτηση αυτών που μας βαραίνουν ή δεν μας προσφέρουν όσα επιζητούμε σε κάθε τομέα της ζωής μας. Εξάλλου, τίποτα και όλα μπορούν να συμβούν, αρκεί να το θες και να το αποζητάς. Η αμφισβήτηση είναι μια καλή αρχή για να γίνουν οι αλλαγές που επιθυμείς να συμβούν στη ζωή σου, ανεξάρτητα από το πού, τελικά, αυτές θα σε οδηγήσουν.

Προσωπικά, αν αυτή η υπαρξιακή αμφισβήτηση είχε μουσική υπόκρουση, μόνο το πανκ θα σκεφτόμουν. Και οι Cold Leather ξεκινούν τη δική τους ιστορία βαδίζοντας σε καλά μονοπάτια, αποτελώντας την καλύτερη παρέα για τις αυγουστιάτικες νυχτερινές περιηγήσεις μου στην ερημωμένη πόλη.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Tatu Rönkkö – Spheres (Sonic Pieces)

Ένα πράγμα που δεν θα πάψει ποτέ να με εκπλήσσει είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος με τις απεριόριστες δυνατότητες που έχει, ανάλογα με την κλίση και το μεράκι του καθεν@ μας. Οι πηγές της έμπνευσης κάθε καλλιτέχνη, αλλά και το πώς αυτές μετασχηματίζονται σε δημιουργία, μπορεί να είναι πραγματικά το οτιδήποτε που μετουσιώνεται σε κάτι, ορισμένες φορές, ιδιαίτερα αξιόλογο.

O Tatu Rönkkö ανήκει σε αυτήν την κατηγορία καλλιτέχνη που μπορεί να δημιουργεί μουσική εμπνεόμενος από το οτιδήποτε. Ο αυτοσχεδιασμός είναι παρών σε όλες του τις συνθέσεις, ακόμα και στα όργανα που χρησιμοποιεί για να φτάσει στο αποτέλεσμα που επιθυμεί. Και στο αποτέλεσμα που θέλει φτάνει χρησιμοποιώντας αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως πράγματα που βρίσκονται μέσα στην κουζίνα!

Το album Spheres είναι το ντεμπούτο του Φινλανδού, ως solo καλλιτέχνη (βλ. την θητεία του ως ντράμερ στη συναυλιακή σύνθεση των Efterklang). Μέσα στα 26 λεπτά που διαρκεί, ανακαλύπτεις έναν κόσμο ηχητικών σχημάτων, σε κάποια άλλη διάσταση, όπως παραπέμπει και η εικόνα στο εξώφυλλο. Και είναι σαν να θες να κάνεις αυτό το ταξίδι ανάμεσα σε αστέρια (“Stars”), σε άλλες διαστάσεις, με τη φωνή της Islaja στο “Tekoäly” να συντροφεύει την περιήγησή σου. Κι αυτό, να συμβαίνει χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις αν θες να ξεφύγεις από την πεζή σου καθημερινότητα βολτάροντας σε άλλους πλανήτες σκεφτόμεν@ το παρόν (“Now”). Ή αν τελικά, μέσα στο χάος των γαλαξιών και του σύμπαντος, ψάχνεις να βρεις τις ρίζες σου, οτιδήποτε θα σε βοηθήσει να βρεις τις προσωπικές σου καταβολές (“Then”), μήπως έτσι καταφέρεις ευκολότερα να βρεις και το προς τα πού θες να κατευθυνθείς.

Όσο περισσότερο τελικά ασχολείσαι με τη μουσική, τόσο αναζητάς νέους ήχους, καινούριες κατευθύνσεις. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τους δημιουργούς, αλλά και για όλους εμάς που απολαμβάνουμε τη μουσική ή, καλύτερα, τη ζούμε. Το να “τολμά”, δηλαδή, κανείς να κάνει ένα βήμα παραπέρα, λίγο πιο μακριά από την “ασφάλεια” που του παρέχουν δεδομένα κι αγαπημένα ακούσματα, τις μουσικές μας, δηλαδή, πεπατημένες. Κάπως έτσι φτάνεις να ανακαλύψεις τον πλούτο που κρύβεται στις Σφαίρες του Rönkkö, ταξιδεύοντας μαζί του με ένα διαφορετικό (από τα συνηθισμένα σου) μουσικό όχημα, ηλεκτρονικό, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικό.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Oiseaux-Tempête – طرب TARAB (sub rosa)

Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα. Καταργεί περιορισμούς και όρια, ανοίγει ορίζοντες, ενώνει κόσμους, συνταιριάζει το παλιό με το νέο, μετασχηματίζει συναισθήματα και δημιουργεί πάθη. Ενώνει κουλτούρες και πολιτισμούς, μετατρέποντας την ένωση αυτή σε κάτι δυνατότερο και περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών που την απαρτίζουν.

Το Tarab είναι αυτή η συνάντηση Δύσης και Ανατολής, που μας δίνεται από τους Γάλλους Frédéric D. Oberland και του Stéphane Pigneul, σε συνεργασία με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και οι Λιβανέζοι Charbel Haber, Abed Kobeissy και Ali El Hout. Τα στοιχεία της ανατολής, με ό,τι σηματοδοτεί και εμπεριέχεται στην έννοια αυτή, προκαλούν μια απροσδιόριστη γοητεία. Το πάθος και η μυσταγωγία είναι κυρίαρχα στοιχεία που, στο δικό μου μυαλό, βρίσκονται σε αντίθεση με τον “στεγνό” συναισθηματικά δυτικό κόσμο.

Αναζητώντας τη σημασία της αραβικής λέξης Tarab ανακαλύπτεις πως δεν πρόκειται για μια απλή λέξη, αλλά για μια έννοια που αφορά τον αραβικό πολιτισμό και συνοψίζει τη συγχώνευση μουσικής και συναισθηματικού μετασχηματισμού, χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία της σε άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε να εκφραστεί ως έκσταση, ευφορία. Και δεν υπάρχει ευφορία και έκσταση χωρίς έντονο, δυνατό και ποικιλόμορφο συναίσθημα με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων που συνεργάζονται για να αποκωδικοποιήσουν τις έννοιες που κάθε καλλιτέχνης θέλει να μεταβιβάσει μέσα από τους ήχους του.

Οι Oiseaux-Tempête στο live άλμπουμ Tarab καταθέτουν ένα μουσικό οδοιπορικό, μια ζωντανή ηχογράφηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους για το AL-‘AN!. Τα τραγούδια τους παρουσιάζονται διευρυμένα τόσο χρονικά όσο και μουσικά, προκαλώντας μια μουσική έκσταση. Αυτό το ταξίδι με τις κοσμικές μουσικές που μας παρουσιάζει, αποτυπώνεται σε κάθε ήχο. Η ένωση διαφορετικών πραγμάτων στις μουσικές συνθέσεις, μια συνένωση ρυθμών, οργάνων, παραδόσεων, ηλεκτρικής ενέργειας, νέων τεχνολογιών, αλλά και συναισθημάτων. Συναυλιακοί αυτοσχεδιασμοί σε έναν διευρυμένο χρονικά και ποιοτικά συνθετικό καταιγισμό. Οι εναλλαγές έντασης και ηρεμίας σε μια εκστατική ατμόσφαιρα. Δεν μπορείς παρά να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τη μουσική να σε παρασύρει.

Οι απαγγελίες του G.W. Sok με τον έντονο, ξεσηκωτικό ρυθμό και τον δυναμισμό που γίνονται σε τρία ποιήματα: στο “Utopiya – On living”, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά τις συζητήσεις με ανθρώπους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στο πάρκο Gezi ενάντια στις πολιτικές επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης, με τους στίχους του Τούρκου ποιητή Nazim Hikmet να προτρέπουν να μην παραδινόμαστε ποτέ. “…It’s this way: being captured is beside the point, the point is not to surrender”. Στο “Tuesday and the weather is clear” του Άραβα Mahmoud Darwish, που έρχεται με τη σειρά του να μας προτρέψει μέσα από έναν δεκάλεπτο αυτοσχεδιαστικό καταιγισμό. “…Live your tomorrow now. No matter how long you live you won’t reach tomorrow … tomorrow has no land … and dream slowly …”. Και στο στο “Grasse Matinée” του Γάλλου Jacques Prévert συνεχίζεται η προτροπή για αντίσταση και αλλαγή, για ανάκτηση της ζωής ενάντια στην απλή επιβίωση που οι ανά τον κόσμο εξουσίες θέλουν να επιβάλλουν στον άνθρωπο.

Στο άλμπουμ Tarab η ένωση ετερόκλητων πραγμάτων από διαφορετικές αφετηρίες δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα χωρίς αφομοίωση, αλλά με σεβασμό σε κάθε τι διαφορετικό. Και τελικά, πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία αυτόν τον μουσικό (και όχι μόνο) πλούτο να τον απολαύσω κάτω από το φως του φεγγαριού, όπως ακριβώς αυτό απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δίσκου. Να νιώσω αυτήν τη μυσταγωγία στις σκιές που δημιουργεί το φεγγάρι σε μια αραβική νύχτα.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Soft Kill – Savior (profound lore)

“Όλοι είμαστε στον υπόνομο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάζουν τ’ άστρα”, λέει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Γι’ αυτό και όταν σου σκάει από το πουθενά η δυσκολία και αποφασίζει να έχει και διάρκεια, δύο είναι οι επιλογές σου: ή βουλιάζεις ή αντιδράς. Ή σε παίρνει η τραγωδία από το χέρι, για να σε ξαναπερπατήσει στα σκοτεινά δρομάκια του “ένδοξου” παρελθόντος σου, με σκοπό να σε βοηθήσει να ξαναχαθείς εκεί που βρίσκονται καλά κρυμμένοι οι εσωτερικοί σου δαίμονες, ή αποφασίζεις να αντιδράσεις και να τα αφήσεις όλα αυτά πίσω σου οριστικά, να κάνεις όλα τα δαιμόνια της ψυχής σου να εξαφανιστούν, μετουσιώνοντας όλον αυτόν τον πόνο σε δημιουργία και σε χάραξη καινούριας πορείας σε νέα και καθαρά μονοπάτια.

Κάπως έτσι ο Tobias Grave άρχισε την αυτοβιογραφική του εξιστόρηση. Ωμή, αλλά συνάμα συναισθηματική, σαν ψυχοθεραπευτικό ψυχογράφημα της απελπισίας του. Η πρόωρη γέννηση του γιού του στον 8ο μήνα της κύησης και η επικινδυνότητα που ενείχε τόσο για την γυναίκα του όσο και για το παιδί τους ήταν η πηγή της συγκεκριμένης δημιουργίας. Θεατής ο ίδιος στο θέατρο του παραλόγου και των αντιθέσεων, με γρήγορη εναλλαγή εικόνων και συναισθημάτων στο ήδη στημένο σκηνικό: ένα νοσοκομείο, μια ευθεία γραμμή που δείχνει την πορεία προς τον θάνατο, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αγωνίζονται για την επιβίωση ενός παιδιού που παλεύει για τη ζωή του.

Οι ατέλειωτες ώρες/μέρες της αναμονής, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα για τον Grave, για το πώς θα αντεπεξέλθει, χωρίς να επιστρέψει στις εξαρτήσεις και τους εθισμούς του, αυτήν τη συνήθη, πρότερη πρακτική αποφυγής μιας δύσκολης και μη αποδεκτής πραγματικότητας. Ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης, της μετάβασης από τον εγωκεντρισμό στην ανιδιοτέλεια, από το εγώ στο εμείς που, στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη βίαια και ξαφνικά. Εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις καμία επιλογή, παρά μόνο να παραμερίσεις κάθε προσωπική σου ανάγκη, να δοθείς απόλυτα στο πλάσμα που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από σένα, που βρίσκεται εκεί αβοήθητο και απογυμνωμένο, χωρίς εφόδια για τη μάχη που καλείται να δώσει.

Με ένα μπάσο, μια κιθάρα, έναν φορητό υπολογιστή και τον εξοπλισμό που ήδη είχε μαζί του, μιας και η γέννα τούς βρήκε στον δρόμο της επιστροφής από περιοδεία, άρχισε να καταγράφει, να συνθέτει και να δημιουργεί. Το “bunny room”, που αναφέρεται στη νεογνική εντατική μονάδα και στην προσπάθειά του να επιστρέφει εκεί για να βλέπει το παιδί του, είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Grave μαζί με το “Savior” και σε αυτά καταθέτει την απελπισία που τη δεδομένη στιγμή είχε κατακλύσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής του, γνωρίζοντας πως λυτρωτής και σωτήρας δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Το “Trying not to die”, μια μελωδική μελαγχολία στην οποία προσπαθεί να διατηρήσει την ελπίδα για την επιβίωση, ξεφεύγοντας από τη μαύρη τρύπα που παραμένει και τον περιμένει εκεί, έτοιμη να τον ρουφήξει ξανά μέσα της. Η μουσική στο “Cry Now Cry Later” γίνεται πιο δυναμική, μιας και μας δηλώνει ότι προσπαθεί να μη μείνει στάσιμος, αλλά να προχωρήσει μπροστά. Υπάρχουν εύθραυστες ισορροπίες, όπως φαίνεται και στο “Dancing on glass”, που ολοκληρώνονται με το “Hard candy” και με μια δυναμική που δηλώνει με σαφήνεια ότι το να παλεύεις τελικά για οτιδήποτε στη ζωή είναι απλώς μονόδρομος.

Ένα post punk άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από ό,τι μας έχουν συνηθίσει ως τώρα οι Soft Kill, που αφορά την προσωπική εμπειρία του Tobias και υποστηρίχθηκε πλήρως από τα μέλη της μπάντας. Κι αυτό έγινε γιατί η αναφορά στη δύναμη που εκλύεται από τον άνθρωπο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και γεμάτη αντιφάσεις στιγμή —που είναι το κυρίαρχο μήνυμα του άλμπουμ— είναι κάτι που αφορά πολλ@ από μας. Ο πόνος που μετασχηματίζεται σε δημιουργία, το πένθος σε χαρά, η αδυναμία σε δύναμη. Μια αδυναμία που, όταν εκφραστεί, βρίσκει συνοδοιπόρους. Aνθρώπους να μοιραστείς αυτό που βιώνεις, να ζητήσεις συμπαράσταση και βοήθεια, όπως ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στο εξώφυλλο του άλμπουμ, που φέρνει στον νου τον στίχο του Λειβαδίτη “δώσε μου το χέρι σου να κρατήσω τη ζωή μου”.

 

 

Sylvia Ioannou