VR SEX – Human Traffic Jam (Dais Records)

Τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι αναρίθμητα στις μέρες μας. Ανάμεσα σε αυτά, υπάρχουν εκείνα που έχουν καταφέρει να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις, περιορίζοντας τα εμπόδια στην ανθρώπινη επικοινωνία, ώστε η αλληλεπίδραση μεταξύ μας να είναι ευκολότερη και σε παγκόσμια μάλιστα, κλίμακα. Η επικοινωνία πρακτικά διευκολύνεται, γίνεται αμεσότερη· διαπνέεται όμως, από ειλικρίνεια και αλήθεια; ή ορισμέν@ καλύπτονται πίσω από την έλλειψη της φυσικής παρουσίας και φυσικής αλληλεπίδρασης με τους υπόλοιπους και δημιουργούν περσόνες που ελάχιστη ή μικρή σχέση έχουν με τον πραγματικό χαρακτήρα τους;

Τέτοιου είδους σκέψεις για το πώς αναπτύσσονται τελικά, οι διαπροσωπικές σχέσεις, κυρίως μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα απασχόλησαν τον Noel Skum, τον Andrew Clinco των Drab Majesty. Το απόσταγμα των σκέψεων καταγράφηκε σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας το χειμώνα του 2017, όπου δημιούργησε το υλικό για το άλμπουμ Human Traffic Jam των VR SEX. Και μόνο το άκουσμα των ονομάτων που αποτελούν τους VR SEX, δηλαδή οι Noel Skum, Z. Oro -ο Aaron Montaigne των Antioch Arrow, Heroin και DBC- σε φωνητικά και ντραμς και Mico Frost -Brian Tarney- σε synths και μπάσο σε προδιαθέτει να ακούσεις το υλικό τους.

Μεγάλη μουσική εμπειρία και δημιουργικότητα στην πλάτη των μελών της μπάντας κάτι που αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, «εγγύηση» για το αποτέλεσμα. Μια πρόγευση της δουλειάς τους μας έδωσαν τον περασμένο Μάρτιο με την κυκλοφορία του EP Horseplay. Ακούγοντάς τους, δεν μπορείς παρά να διαπιστώσεις την ομοιότητα που υπάρχει με τους Drab Majesty· Στο LP τους Human Traffic Jam μας παρουσιάζουν μέσα από ποικιλία ήχων death rock, synth – post punk και ambient μια πιο σκοτεινή και ρεαλιστικά σκληρή θεώρηση των πραγμάτων.

Αυτό είναι ολοφάνερο στο “Maiden China” που αποτυπώνει μια ψεύτικη εικόνα που ορισμέν@ δίνουν στα κοινωνικά δίκτυα θέλοντας να εκμεταλλευτούν κάποιους εύπιστους, παρασέρνοντάς τους σε μονοπάτια που δεν έχουν καν φανταστεί δίνοντας ξεκάθαρα το μήνυμα αυτό με ένα δυνατό και σκληρό video. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το αφηγηματικό “Cheek Detritus”. Στο “Surrender” ο στίχος “…and you beg for attention to surrender” για να ακουστεί τελικά η προτροπή “sleep, go to sleep” . Στο “Sacred Limousine” στηλιτεύουν τα ΜΜΕ και την επίπλαστη εικόνα της ευτυχίας που μας σερβίρουν και αφορά το «φαίνεσθαι» και καμία σχέση με το «είναι» δεν έχει.

Και ο επίλογος του album έρχεται με το “Corridor (Epilogue)”. Χωρίς στίχους, σου δίνει τη δυνατότητα, μετά την ακρόαση του LP, να επιλέξεις τελικά, το διάδρομο που θα σε οδηγήσει μακριά από ψεύτικες εικόνες φαινομενικής χαράς και επιτυχίας στα μέρη μιας ειλικρινούς και αληθινής διαπροσωπικής επαφής με πρόσωπα που καμία σχέση δεν έχουν με την πλαστική και illustration αισθητική.


Technological achievements are innumerable nowadays. Among them are those who have managed to nullify distances, by limiting the obstacles to human communication, so that interaction between us is easier, even on a global scale. Communication is facilitated, becoming more direct, but is it inspired by sincerity and truth? or some people are covered behind the lack of physical presence and physical interaction with the others and create personas that are not related to their true character?

Such thoughts about the development of interpersonal relationships, mainly through social networks have occupied Noel Skum, Andrew Clinco of Drab Majesty. The distillation of thoughts was recorded in an apartment in Athens during the winter of 2017, where he created the material for VR SEX’s Human Traffic Jam album. The members of VR SEX, Noel Skum, Z. Oro – Aaron Montaigne of Antioch Arrow, Heroin and DBC – on vocals and drums and Mico Frost -Brian Tarney – on synths and bass, predisposes you to pay attention to their material.

Their great musical experience and creativity, is – in a way – “guarantee” of the outcome. A preview of their work was given to us last March with the release of their EP Horseplay. By listening, you can only notice the similarity with Drab Majesty. In their Human Traffic Jam, they present a darker and realistically cruel perspective through a variety of death rock, synth – post punk and ambient sounds.

This is obvious in “Maiden China”, which depicts a fake image that some people are giving for themselves to social networks with the will to exploit witty people, dragging them to paths they have not even imagined, and VR SEX are giving this message clearly with a loud and hard video. Τhe same issue goes in the narrative “Cheek Detritus”· in “Surrender” the lyric “… and you beg for attention to surrender” to hear the final phrase – prompt “sleep, go to sleep”. In “Sacred Limousine” they condemned media fake images of happiness that represent only the appearance and not the actual existence.

And the epilogue of the album is “Corridor (Epilogue)”. Without lyrics· it gives you the opportunity to choose the corridor that will take you away from false images of apparent joy and success in the parts of a sincere and real interpersonal contact with people who have no connection with the plastic and illustrated aesthetics.

Sylvia Ioannou

Iceage – Beyondless (Matador Records)

Δέκα χρόνια μουσικής ύπαρξης μετρούν οι Δανοί Iceage. Προσωπικά, μου ήταν παντελώς άγνωστοι ως τώρα. Το τελευταίο τους άλμπουμ, τυχαία και καθυστερημένα έπεσε στην αντίληψή μου και με έκανε να απορήσω, πως είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει αυτοί οι τύποι. Το Beyondless είναι το 4ο LP της μπάντας, κυκλοφόρησε μέσα στο 2018 και τα τραγούδια του album παρουσιάστηκαν ένα – ένα, σταδιακά μέσα σε τέσσερις μήνες.

Στο δια ταύτα, έχουμε να κάνουμε με τέσσερις νέους ανθρώπους που εδώ μας παρουσιάζουν μια πολύ φρέσκια δουλειά. Καταπιάνονται με διάφορα μουσικά είδη το punk, post punk, jazz, pop, κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο να συνταιριαστεί και να παρουσιαστεί με τέτοιο τρόπο που να είναι -το λιγότερο- αρεστός σε κάθε ακροατή/τρια.

Γενικά, μιλάμε για μια ποικιλία ήχων που δεν σε κάνει να βαριέσαι ούτε λεπτό μιας και το στοιχείο της έκπληξης είναι εμφανές στο Beyondless (ο τίτλος του album προέρχεται από τη νουβέλα Worstward Ho του Samuel Beckett), γιατί εκεί που περιμένεις -ενδεχομένως- να ακούσεις μια συγκεκριμένη μελωδία, εκεί ακριβώς, σου σκάει κάτι διαφορετικό. Ορισμένες φορές οι καλλιτέχνες δεν τολμούν να υπερβούν τις πεπατημένες και συνήθεις μουσικές τους οδούς διανθίζοντάς τες με νέα στοιχεία, φοβούμενοι την αποδοχή που μπορεί να έχει η δημιουργία τους και έτσι προτιμούν να διατηρήσουν το γνώριμο προσωπικό τους ύφος και στυλ. Ε λοιπόν, οι Iceage δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Κάνουν μίξεις, συνθέτουν, «παίζουν» με μουσικά είδη και ήχους και το αποτέλεσμα σε συνεπαίρνει αδιαμφισβήτητα.

Σαξόφωνα, τρομπέτες και τρομπόνια, βιολιά και πιάνο, μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς συνθέτουν μελωδίες που παίζουν σε μεγάλη γκάμα από σοβαρές και ατμοσφαιρικές έως παιχνιδιάρικες συνθέσεις, όπως στο “Thieves like us”. “Showtime” μας λένε και νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε καμπαρέ, περιμένοντας να δεις το μπαλέτο να χορεύει στο ρυθμό του can- can. Αντίθετα, στο “Cath it” που επέλεξαν να μας παρουσιάσουν ως πρώτο δείγμα της δουλειάς τους υπάρχει μια σκοταδιστική ατμόσφαιρα, με εναλλαγή ήρεμης μελωδίας και έντασης. Το “Pain Killer” με vintage αισθητική, που θυμίζει δεκαετία του ’60, δοσμένη με μια φρέσκια ματιά στην pop αισθητική και όλο αυτό εντείνεται από τη συνεργασία στα φωνητικά με τη Sky Ferreira. Άλλωστε, ο τραγουδιστής Rønnenfelt έχει δηλώσει πως «ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να είναι pop star».

Είναι ωραίο τελικά να εκπλήσσεσαι από την δημιουργικότητα και την ευφάνταστη παρουσίαση νέων μουσικών, με τη φρεσκάδα που τις διαπνέει και την καλή διάθεση που σου προκαλούν ακούγοντάς τες.

Sylvia Ioannou

Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou

Echo Basement – No Form Of Human Government (Rudu Records)

Πριν από περίπου δυόμισι χρόνια οι Echo Basement έδωσαν μια συνέντευξη με ενδιαφέρουσες ερωταποκρίσεις. Σε μια από τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου για το τι είναι αυτό που τους ωθεί να ασχοληθούν με τη μουσική, απάντησαν πως ο λόγος είναι η ανάγκη τους για έκφραση, ειδικά σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένη δημιουργικότητα και ακόμα λιγότερο ελεύθερο χρόνο για όλους μας, λόγω των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων που συμβαίνουν γύρω μας. Εκεί, τόνιζαν τη βαρύτητα που έχει ο ρόλος του πομπού – καλλιτέχνη που κοινωνεί τη δημιουργία του στον κόσμο, σε αντιδιαστολή με τον απλό δέκτη ερεθισμάτων από κάθε μορφή τέχνης, η οποία δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό λόγο ύπαρξης το να μας κάνει να νιώσουμε καλά, άβολα ή στενάχωρα, αλλά είναι σημαντικό να μπορεί να ευαισθητοποιεί και να αφυπνίζει το κοινό της.

Ανυπομονούσα λοιπόν, να ακούσω τη νέα τους κυκλοφορία, έχοντας ήδη θετική προδιάθεση από το debut album τους Placid με το – αγαπημένο- “Our Mondays Apart”, το οποίο είχε συμπεριληφθεί και στη συλλογή Against The Silence V.b το 2016.

Το No Form Of Human Government πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό άλμπουμ με 6 κομμάτια, ένα εκ των οποίων έχει στίχους στην αγγλική γλώσσα, όπως συνηθίζουν. Η μπάντα κινείται σταθερά στα μονοπάτια του post rock, του progressive και του indie, ενώ εντάσσει στους ήχους της και μερικά post metal στοιχεία. Η δουλειά που έχουν κάνει τα μέλη της μπάντας είναι παραπάνω από εμφανής στο δίσκο αυτό. Είναι ξεκάθαρες οι εναλλαγές ανάμεσα στα μέρη των τραγουδιών, όλα τα στοιχεία είναι τοποθετημένα με, σχεδόν, μαθηματική ακρίβεια και κάθε ήχος καταλαμβάνει τη δική του θέση. Κάθε όργανο της  βασικής τριάδας ντραμς- κιθάρας- μπάσου ξεχωρίζει μέσα από τον συμπαγή συγχρονισμό τους, ενώ στην βασική αυτή τριπλέτα προστίθενται τα πλήκτρα και το φλάουτο που αποτελεί το διακριτικό στοιχείο της μπάντας και στα δύο LP τους, παρουσιάζοντας έτσι ένα ομαδοποιημένο σύνολο.

Με μια βαθιά ανάσα ξεκινά το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ “Jones County, Mississippi” ενώ ήχοι που θυμίζουν ανατολή δίνουν μια ιδιαίτερη νότα στο “Komplex#A”. Ακολουθεί το “Klov”, στην εισαγωγή του οποίου θαρρείς πως ακούς τον ήχο από το εκκρεμές να μετρά τα δευτερόλεπτα με αγωνία και ένταση, σαν κάτι απειλητικό να πλησιάζει. Στο “Post Dance” εμφανίζεται πιο ηλεκτρονικός ήχος με τα synths να κυριαρχούν, ενώ το “Days of Retreat” χαρακτηρίζεται από post metal στοιχεία. Και για το τέλος, είναι το “Free State” το μόνο τραγούδι του άλμπουμ με στίχους που αναφέρονται στο κατά πόσο επιθυμούμε να διατηρούμε τον έλεγχο σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. 

Το No Form Of Human Government είναι ένα τεχνικά άρτιο άλμπουμ. Ορισμένες φορές βέβαια, δεν αρκεί ένα άρτιο τεχνικά αποτέλεσμα για να μας κάνει να αγαπήσουμε μια καλλιτεχνική κατάθεση. Αντίθετα, κάποιες φορές οι αρτιότητες μπορεί να αποβούν σε βάρος του συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά μια μουσική σύνθεση. Χρειάζεται να ακούσεις μια δουλειά αρκετές φορές πριν αρχίσει να σου «μιλάει». Αυτό συνέβη και σε μένα με το συγκεκριμένο άλμπουμ.



Sylvia Ioannou

Venom Prison – Samsara (Prosthetic Records)

Οι Venom Prison ξεκίνησαν τη μουσική τους πορεία το 2014 και εξαρχής ήταν φανερό πως πρόκειται για μια μπάντα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ο ήχος τους είναι ένα καθαρό death metal εμπλουτισμένο με στοιχεία grindcore και hardcore, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η εμπειρία των μελών τους από τη συμμετοχή τους σε hardcore punk μπάντες στο παρελθόν. Στο δεύτερο LP τους Samsara, ο ήχος είναι δομημένος, τεχνικά οργανωμένος και ενισχυμένος, τόσο μουσικά όσο και λυρικά, γεγονός που το διαφοροποιεί από το Animus το πρώτο τους full length albumκαι την –ελαφρώς- ατάκτως ειρημένη οργή του. Οι κιθάρες έχουν έντονη παραμόρφωση, τα ντραμς είναι αρκούντως επιθετικά, υπό τον πλήρη έλεγχο του ντράμερ και τοποθετημένα στις στιγμές του δίσκου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αρμονικό και ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο. Τα φωνητικά της Stupar είναι οργισμένα και δυνατά, βαθειά και πολύ καλά δουλεμένα. Στο Samsara είναι ξεκάθαρη η δουλειά που έχουν κάνει όλα τα μέλη της μπάντας τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, παρουσιάζοντας ένα καλοδουλεμένο υλικό που δεν μπορεί, παρά να συνεπάρει τους φαν του είδους.

Η θεματολογία τους διαφοροποιείται από τη συνήθη στιχουργική του death metal που παραπέμπει σε ταινίες θρίλερ, ή σε μυστικισμούς και μυθοπλασίες. Τα θέματα που απασχολούν τους Venom Prison και ιδιαίτερα τη στιχουργό Larissa Stupar είναι κοινωνικά. Ενδεικτικό της κοινωνικής ευαισθητοποίησης της στιχουργού είναι η αποτύπωση σε στίχους της εκμετάλλευσης των γυναικών της Ινδίας που ζουν σε συνθήκες ένδειας και οι οποίες αναγκάζονται, έναντι οικονομικής αμοιβής να γεννήσουν παιδιά ως παρένθετες μητέρες για λογαριασμό πλούσιων οικογενειών που επιθυμούν απογόνους, αλλά δεν μπορούν οι ίδιες να τεκνοποιήσουν. Αυτό το θέμα αποτυπώνεται στο “Uterine Industrialisation” με ένα εξίσου δυνατό βίντεο.

Το “Matriphagy”, αφορά στο πώς οι απόγονοι κατασπαράσσουν την γεννήτορά τους κάτι που ενέπνευσε τον καλλιτέχνη Eliran Kantor στην αποτύπωση του συγκεκριμένου θέματος στο εξώφυλλο του Samsara. Παράλληλα, θέματα που αφορούν τη βία που αναπτύσσεται ενάντια σε άτομα της LGBTQI+ κοινότητας αναφέρονται στο “Megillus & Leaena”, ενώ ο ναρκισσισμός αποτελεί το θέμα διαπραγμάτευσης στο “Sadistic Rituals”, έχοντας ως έμπνευση μια σχέση που είχε η Larissa στην ηλικία των 17 ετών με έναν ναρκισσιστή, κατά την οποία ένιωσε ότι –εκείνος- την απομυζεί υποτιμώντας της.

Η θεματολογία, της μπάντας παρουσιάζει τον κοινωνικό προβληματισμό των μελών της και αποτυπώνεται έντεχνα τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική τους. Όταν δε, η frontwoman μιας death metal μπάντας συμμετέχει στον αντιφασιστικό αγώνα ως μέλος σε ομάδες Antifa στη Γερμανία θεωρώντας μάλιστα, τη συμμετοχή της αυτή ως αυτονόητη, όταν μάχεται για τα δικαιώματα των γυναικών δηλώνοντας πως ο φεμινισμός δεν είναι ένα θέμα που αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά τους πάντες, δεν μπορεί παρά να τραβήξει την προσοχή μου και να κερδίσει την εκτίμησή μου.

Venom Prison began their musical journey back in 2014 and it was obvious from the beginning that they are a band that could not be unnoticed. Their sound is a clean death metal enriched with grindcore and hardcore elements, which also contributed to the experience of their members from their involvement in hardcore punk bands in the past. In their second LP Samsara, the sound is structured, technically organized and enhanced, both musically and lyrically, which differentiates it from Animus their first full-length album and its -slightly- frightened rage. The guitars are heavily distorted; the drums are sufficiently aggressive, under drummer‘s control and placed in such way that the result is harmonious and clearly identifiable. Stupar’s vocals are angry and strong, deep and elaborated. In Samsara, the work done by all members of the band, both individually and collectively, is clear, presenting a well-crafted material that will stimulate the fans of this music genre.

Their themes differ from the usual death metal lyrics that are referring to thriller films, or to mysticism and fiction. The issues that concern Venom Prison and especially the lyricist Larissa Stupar are social. Indicative of the social awareness of the songwriter are the lyrics about the exploitation of women in India who are forced to give birth to children as surrogate mothers on behalf of wealthy families who want descendants but cannot child bearing. This subject is imprinted on “Uterine Industrialization” with an equally powerful video.

“Matriphagy,” relates to the way that the descendants are “devouring” their parent, something that inspired the artist Eliran Kantor to imprint this particular subject on Samsara‘s cover. At the same time, issues related to violence against LGBTQI + community people are reported in “Megillus & Leaena,” while narcissism is the topic of negotiation in “Sadistic Rituals”, inspired by a relationship that Larissa had with a narcissist at the age of 17, where she felt drained by his constant devaluation.

The band’s theme contains the social concerns of its members and is imprinted both in lyrics and in their music. After all, when the front-woman of a death metal band participates in the anti-fascist struggle as a member of Antifa groups in Germany, considering her participation evident, when fighting for women’s rights, stating that feminism is not a woman’s issue but everyone’s, can only draw my attention and gain my appreciation.

Sylvia Ioannou

Additional Scene – Symposium (self-released/name your price)

Η καινοτομία, η παρουσίαση μιας φρέσκιας και πρωτοποριακής δημιουργίας αποτελεί ένα από τα ζητούμενα των καλλιτεχνών. Αυτό έχει τη θετική του πλευρά, εφόσον η προσπάθεια για ρηξικέλευθες δημιουργίες μας έχει δώσει κατά καιρούς διαμάντια, δουλειές που πραγματικά έχουν μέσα τους στοιχεία νεωτερισμού. Ορισμένοι βέβαια, καλλιτέχνες παρά την υπερπροσπάθεια να παρουσιάσουν ένα νέο δημιούργημα που θα κάνει τη διαφορά στα μουσικά δρώμενα, δεν πετυχαίνουν πάντα αυτό που επιθυμούν και το αποτέλεσμα ενδέχεται να χαρακτηριστεί τουλάχιστον αδιάφορο.

Υπάρχουν, ωστόσο και οι περιπτώσεις εκείνες που, παρόλο που δεν χαρακτηρίζονται ως καινοτόμες, προκαλούν στους ακροατές ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε για μένα το τελευταίο άλμπουμ Symposium των Additional Scene. Δεν ήξερα, ως εκείνη τη στιγμή, ούτε το συγκρότημα ούτε την τελευταία τους δουλειά που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πρόκειται όμως, για ένα άλμπουμ το οποίο αμέσως μου τράβηξε την προσοχή και δεν έμεινα σε μια μόνο ακρόαση.

Πληροφορίες για το ημεδαπό σχήμα δεν βρήκα πολλές. Υποθέτω, πως η προβολή δεν είναι πρωταρχικός τους στόχος και, ίσως είναι ένα θέμα που θα μπορούσαν να διαχειριστούν με έναν διαφορετικό τρόπο, μιας και μεταξύ της υπερέκθεσης και της σπάνιας ή αραιής εμφάνισης υπάρχουν ενδιάμεσα πολλά στάδια.

Εκείνο που με έκανε να τους εκτιμήσω, πέραν της μουσικής τους και της name your price κυκλοφορίας τους είναι η αυτοκριτική διάθεση και ο αυτοσαρκασμός που τους διακρίνει. Παρουσιάζοντας, π.χ. το “Itch”, δηλώνουν ότι αρχικός σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός metal τραγουδιού, αλλά τελικά η προσπάθειά τους ήταν αποτυχημένη. Δεν βλέπεις συχνά μπάντες να είναι τόσο ειλικρινείς με τις αρχικές τους προθέσεις σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα που βγαίνει τελικά στη δουλειά τους. Πρόκειται για ένα δυναμικό τραγούδι, με κάποια, διάσπαρτα, metal στοιχεία ειδικά προς το τέλος του, αλλά θα συμφωνήσω με την μπάντα, metal δεν είναι.

Αντίθετα στο “Exploit” διακρίνονται post metal στοιχεία. Διαθέτει διάρκεια και στρωματοποιημένη δομή, έντονη εισαγωγή και συνεχίζει με εναλλαγή σημείων έντασης στα οποία κυριαρχούν οι κιθάρες και στιγμών ηρεμίας. Το “Tender” ντύνει μελωδικά την αίσθηση της ανεπάρκειας και της ατέλειας που όλ@ μας έχουμε νιώσει πολλές φορές στη ζωή μας και δίνει τη σκυτάλη στο δεκάλεπτο “Northward Migration”. Στο τραγούδι αυτό υπάρχει η αίσθηση της μελαγχολίας εκείνης που σου δημιουργείται όταν μεταναστεύεις ή όταν φεύγεις μακριά από τον τόπο σου και που (ίσως) δεν ήσουν απόλυτα έτοιμ@ να το κάνεις, παράλληλα με την αίσθηση της δύναμης που απαιτεί η πραγματοποίηση μιας τέτοιας απόφασης. Στο “Goax (The Shepherd)” κυριαρχούν η κιθάρα και τα ντραμς με έναν επαναλαμβανόμενο και συνάμα ενδοσκοπικό ήχο.

Δεν είναι επομένως η καινοτομία που μου τράβηξε την προσοχή στο Symposium. Μιλάμε για ένα instrumental post rock άλμπουμ με post metal στοιχεία, παρουσιασμένα κατά τέτοιον τρόπο που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον κατά την ακρόαση του. Εκείνο που τελικά, με κέρδισε είναι η αυθεντικότητά τους και η ψυχή που καταθέτουν στη δημιουργία τους.

Sylvia Ioannou

Omega Project 3 (OP3) – SmyrnAe (self released)

Η προσφυγιά, ο ξεριζωμός, η μετανάστευση είναι λέξεις που πέρα από το νόημα που εκφράζουν, κουβαλούν έντονο συναισθηματικό φορτίο. Το φευγιό από το σπίτι σου, από το μέρος που μεγάλωσες δεν συμβαίνει επειδή το αποφασίζεις ήρεμα και ωραία μια μέρα, αλλά αποτελεί μια αναγκαστική συνθήκη και μια απόφαση εξαιτίας της ανασφάλειας, του φόβου και της ανάγκης για επιβίωση. Ο φόβος αυτός υπάρχει, γιατί κάποιοι που καταλαμβάνουν θώκους εξουσίας θεωρούν πως, επειδή ανήκεις σε άλλη φυλή, σε άλλη εθνικότητα, σε άλλη κοινωνική ομάδα ή έχεις διαφορετικές πολιτικές απόψεις από τις επικρατούσες (με όποιον τρόπο κι αν επικράτησαν), δεν έχεις θέση στον τόπο αυτόν. Κι εσύ, ως ένας άνθρωπος του οποίου απειλείται η σωματική ακεραιότητα «αποφασίζεις» να φύγεις, για να καταφέρεις να επιβιώσεις σε έναν άλλον τόπο, μακρινό συνήθως, κάπου όπου απλά θες να νιώθεις ασφαλής.

Αρχίζει, έτσι, το μακρύ ταξίδι σου με διάσπαρτα εμπόδια σε όλη τη διαδρομή. Δεν τα ξέρεις, δεν έχουν άλλωστε προκαθορισμένη μορφή, είναι απρόσμενα και απροσδιόριστα, δύσκολα και, πολλές φορές,  χειρότερα από την πιο νοσηρή φαντασία.

Οι OP3 στο θεματικό τους νέο άλμπουμ διαπραγματεύονται ακριβώς αυτό το ζήτημα της προσφυγιάς έχοντας ως αφετηρία τη Σμύρνη, τη σημερινή Izmir που αποτελεί ένα σύμβολο του ξεριζωμού. Εφαλτήριο αποτελεί το 1922, αλλά στο SmyrnAe παρουσιάζεται η κατάσταση του πρόσφυγα που είναι ανεξάρτητη από τον τόπο καταγωγής, τα γεγονότα και το χρόνο. Τα στοιχεία που παραμένουν σταθερά είναι η ευαλωτότητα που διακρίνει τον πρόσφυγα, η αγωνία  για τον άγνωστο προορισμό, το άγνωστο παρόν και το ακόμα πιο άγνωστο μέλλον, η αμφιβολία και ο πόνος. Αυτά τα στοιχεία εξιστορούνται και παρουσιάζονται στα 12 τραγούδια του άλμπουμ.

Η μπάντα μας παρουσιάζει το ταξίδι αυτό χωρίς λόγια, αλλά με σημεία αναφοράς τα οποία αποτελούν οι τίτλοι των τραγουδιών. Το ταξίδι του εκδιωγμένου που ξεκινά από την “Anatoli”,  περνά μέσα από το “Pelagos” για να φτάσει στη “Mόria”- το χωριό στο νησί της Λέσβου, εκεί που δημιουργήθηκε ένα από τα πρώτα hot spots για τους πρόσφυγες κι εκεί που ο άνθρωπος θα είναι πάντα ένας “Xenos”. Το “SmyrnAe” , ως σημείο κορύφωσης και έντασης, με τη σπαρακτική και μελωδική φωνή, λίγο πριν σιγήσουν όλα με το “Epilogos”. Το άλμπουμ «ντύνεται» με μουσικά στοιχεία και ήχους της Ανατολής που αναδύονται και μέσα από τα μουσικά όργανα τη λύρα και τα κρουστά που αγκαλιάζουν τους ήχους του πιάνου και της κιθάρας. 

Έχοντας δουλέψει και συναναστραφεί πρόσφυγες και μετανάστες επί σειρά ετών, δεν μπορώ παρά να θεωρώ το συγκεκριμένο θέμα ιδιαίτερα σημαντικό. Γιατί η λέξη πρόσφυγας για μένα  έχει όνομα και πρόσωπα. Είναι η Σαχάρ, η Κοσάρ, ο Αλί Ρεζά, και τόσ@  άλλ@. Γιατί έχω ακούσει τις ιστορίες τους, έχω νιώσει τον πόνο τους και τις απώλειές τους. Κι αν δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο δύσκολο είναι όλο αυτό το απερίγραπτο συναίσθημα αρκεί να σκεφτείς πως θα ένιωθες αν ήξερες πως δεν θα μπορέσεις να δεις ποτέ ξανά το σπίτι σου, να δεις το δέντρο που μεγάλωνε μαζί με σένα στην αυλή σου, να δεις το παγκάκι που έδωσες το πρώτο σου φιλί, ή την αγαπημένη σου γωνιά της πόλης, στα σοκάκια της οποίας άφησες τα μεγαλύτερα και τα πιο κρυφά σου όνειρα.

Ο Μπρεχτ φαντάζει -και είναι-  τόσο επίκαιρος:

“Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν: «Μετανάστες».

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,

δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε

και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.

Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία…”



Sylvia Ioannou