Additional Scene – Symposium (self-released/name your price)

Η καινοτομία, η παρουσίαση μιας φρέσκιας και πρωτοποριακής δημιουργίας αποτελεί ένα από τα ζητούμενα των καλλιτεχνών. Αυτό έχει τη θετική του πλευρά, εφόσον η προσπάθεια για ρηξικέλευθες δημιουργίες μας έχει δώσει κατά καιρούς διαμάντια, δουλειές που πραγματικά έχουν μέσα τους στοιχεία νεωτερισμού. Ορισμένοι βέβαια, καλλιτέχνες παρά την υπερπροσπάθεια να παρουσιάσουν ένα νέο δημιούργημα που θα κάνει τη διαφορά στα μουσικά δρώμενα, δεν πετυχαίνουν πάντα αυτό που επιθυμούν και το αποτέλεσμα ενδέχεται να χαρακτηριστεί τουλάχιστον αδιάφορο.

Υπάρχουν, ωστόσο και οι περιπτώσεις εκείνες που, παρόλο που δεν χαρακτηρίζονται ως καινοτόμες, προκαλούν στους ακροατές ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε για μένα το τελευταίο άλμπουμ Symposium των Additional Scene. Δεν ήξερα, ως εκείνη τη στιγμή, ούτε το συγκρότημα ούτε την τελευταία τους δουλειά που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πρόκειται όμως, για ένα άλμπουμ το οποίο αμέσως μου τράβηξε την προσοχή και δεν έμεινα σε μια μόνο ακρόαση.

Πληροφορίες για το ημεδαπό σχήμα δεν βρήκα πολλές. Υποθέτω, πως η προβολή δεν είναι πρωταρχικός τους στόχος και, ίσως είναι ένα θέμα που θα μπορούσαν να διαχειριστούν με έναν διαφορετικό τρόπο, μιας και μεταξύ της υπερέκθεσης και της σπάνιας ή αραιής εμφάνισης υπάρχουν ενδιάμεσα πολλά στάδια.

Εκείνο που με έκανε να τους εκτιμήσω, πέραν της μουσικής τους και της name your price κυκλοφορίας τους είναι η αυτοκριτική διάθεση και ο αυτοσαρκασμός που τους διακρίνει. Παρουσιάζοντας, π.χ. το “Itch”, δηλώνουν ότι αρχικός σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός metal τραγουδιού, αλλά τελικά η προσπάθειά τους ήταν αποτυχημένη. Δεν βλέπεις συχνά μπάντες να είναι τόσο ειλικρινείς με τις αρχικές τους προθέσεις σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα που βγαίνει τελικά στη δουλειά τους. Πρόκειται για ένα δυναμικό τραγούδι, με κάποια, διάσπαρτα, metal στοιχεία ειδικά προς το τέλος του, αλλά θα συμφωνήσω με την μπάντα, metal δεν είναι.

Αντίθετα στο “Exploit” διακρίνονται post metal στοιχεία. Διαθέτει διάρκεια και στρωματοποιημένη δομή, έντονη εισαγωγή και συνεχίζει με εναλλαγή σημείων έντασης στα οποία κυριαρχούν οι κιθάρες και στιγμών ηρεμίας. Το “Tender” ντύνει μελωδικά την αίσθηση της ανεπάρκειας και της ατέλειας που όλ@ μας έχουμε νιώσει πολλές φορές στη ζωή μας και δίνει τη σκυτάλη στο δεκάλεπτο “Northward Migration”. Στο τραγούδι αυτό υπάρχει η αίσθηση της μελαγχολίας εκείνης που σου δημιουργείται όταν μεταναστεύεις ή όταν φεύγεις μακριά από τον τόπο σου και που (ίσως) δεν ήσουν απόλυτα έτοιμ@ να το κάνεις, παράλληλα με την αίσθηση της δύναμης που απαιτεί η πραγματοποίηση μιας τέτοιας απόφασης. Στο “Goax (The Shepherd)” κυριαρχούν η κιθάρα και τα ντραμς με έναν επαναλαμβανόμενο και συνάμα ενδοσκοπικό ήχο.

Δεν είναι επομένως η καινοτομία που μου τράβηξε την προσοχή στο Symposium. Μιλάμε για ένα instrumental post rock άλμπουμ με post metal στοιχεία, παρουσιασμένα κατά τέτοιον τρόπο που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον κατά την ακρόαση του. Εκείνο που τελικά, με κέρδισε είναι η αυθεντικότητά τους και η ψυχή που καταθέτουν στη δημιουργία τους.

Sylvia Ioannou

Omega Project 3 (OP3) – SmyrnAe (self released)

Η προσφυγιά, ο ξεριζωμός, η μετανάστευση είναι λέξεις που πέρα από το νόημα που εκφράζουν, κουβαλούν έντονο συναισθηματικό φορτίο. Το φευγιό από το σπίτι σου, από το μέρος που μεγάλωσες δεν συμβαίνει επειδή το αποφασίζεις ήρεμα και ωραία μια μέρα, αλλά αποτελεί μια αναγκαστική συνθήκη και μια απόφαση εξαιτίας της ανασφάλειας, του φόβου και της ανάγκης για επιβίωση. Ο φόβος αυτός υπάρχει, γιατί κάποιοι που καταλαμβάνουν θώκους εξουσίας θεωρούν πως, επειδή ανήκεις σε άλλη φυλή, σε άλλη εθνικότητα, σε άλλη κοινωνική ομάδα ή έχεις διαφορετικές πολιτικές απόψεις από τις επικρατούσες (με όποιον τρόπο κι αν επικράτησαν), δεν έχεις θέση στον τόπο αυτόν. Κι εσύ, ως ένας άνθρωπος του οποίου απειλείται η σωματική ακεραιότητα «αποφασίζεις» να φύγεις, για να καταφέρεις να επιβιώσεις σε έναν άλλον τόπο, μακρινό συνήθως, κάπου όπου απλά θες να νιώθεις ασφαλής.

Αρχίζει, έτσι, το μακρύ ταξίδι σου με διάσπαρτα εμπόδια σε όλη τη διαδρομή. Δεν τα ξέρεις, δεν έχουν άλλωστε προκαθορισμένη μορφή, είναι απρόσμενα και απροσδιόριστα, δύσκολα και, πολλές φορές,  χειρότερα από την πιο νοσηρή φαντασία.

Οι OP3 στο θεματικό τους νέο άλμπουμ διαπραγματεύονται ακριβώς αυτό το ζήτημα της προσφυγιάς έχοντας ως αφετηρία τη Σμύρνη, τη σημερινή Izmir που αποτελεί ένα σύμβολο του ξεριζωμού. Εφαλτήριο αποτελεί το 1922, αλλά στο SmyrnAe παρουσιάζεται η κατάσταση του πρόσφυγα που είναι ανεξάρτητη από τον τόπο καταγωγής, τα γεγονότα και το χρόνο. Τα στοιχεία που παραμένουν σταθερά είναι η ευαλωτότητα που διακρίνει τον πρόσφυγα, η αγωνία  για τον άγνωστο προορισμό, το άγνωστο παρόν και το ακόμα πιο άγνωστο μέλλον, η αμφιβολία και ο πόνος. Αυτά τα στοιχεία εξιστορούνται και παρουσιάζονται στα 12 τραγούδια του άλμπουμ.

Η μπάντα μας παρουσιάζει το ταξίδι αυτό χωρίς λόγια, αλλά με σημεία αναφοράς τα οποία αποτελούν οι τίτλοι των τραγουδιών. Το ταξίδι του εκδιωγμένου που ξεκινά από την “Anatoli”,  περνά μέσα από το “Pelagos” για να φτάσει στη “Mόria”- το χωριό στο νησί της Λέσβου, εκεί που δημιουργήθηκε ένα από τα πρώτα hot spots για τους πρόσφυγες κι εκεί που ο άνθρωπος θα είναι πάντα ένας “Xenos”. Το “SmyrnAe” , ως σημείο κορύφωσης και έντασης, με τη σπαρακτική και μελωδική φωνή, λίγο πριν σιγήσουν όλα με το “Epilogos”. Το άλμπουμ «ντύνεται» με μουσικά στοιχεία και ήχους της Ανατολής που αναδύονται και μέσα από τα μουσικά όργανα τη λύρα και τα κρουστά που αγκαλιάζουν τους ήχους του πιάνου και της κιθάρας. 

Έχοντας δουλέψει και συναναστραφεί πρόσφυγες και μετανάστες επί σειρά ετών, δεν μπορώ παρά να θεωρώ το συγκεκριμένο θέμα ιδιαίτερα σημαντικό. Γιατί η λέξη πρόσφυγας για μένα  έχει όνομα και πρόσωπα. Είναι η Σαχάρ, η Κοσάρ, ο Αλί Ρεζά, και τόσ@  άλλ@. Γιατί έχω ακούσει τις ιστορίες τους, έχω νιώσει τον πόνο τους και τις απώλειές τους. Κι αν δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο δύσκολο είναι όλο αυτό το απερίγραπτο συναίσθημα αρκεί να σκεφτείς πως θα ένιωθες αν ήξερες πως δεν θα μπορέσεις να δεις ποτέ ξανά το σπίτι σου, να δεις το δέντρο που μεγάλωνε μαζί με σένα στην αυλή σου, να δεις το παγκάκι που έδωσες το πρώτο σου φιλί, ή την αγαπημένη σου γωνιά της πόλης, στα σοκάκια της οποίας άφησες τα μεγαλύτερα και τα πιο κρυφά σου όνειρα.

Ο Μπρεχτ φαντάζει -και είναι-  τόσο επίκαιρος:

“Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν: «Μετανάστες».

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,

δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε

και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.

Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία…”



Sylvia Ioannou

Julia Kent – Temporal (The Leaf Label)

«Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ δεν θα μπορέσεις να ισορροπήσεις πάνω της” λέει ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη και αυτή είναι μια φράση που μου εντυπώθηκε από την πρώτη στιγμή χρειάστηκαν όμως αρκετά χρόνια για να γίνει ξεκάθαρο το βαθύτερο νόημά της. Γιατί το θέμα της ισορροπίας δεν αφορά -προφανώς- τη στασιμότητα, ή το αμετάβλητο (αυτό άπτεται περισσότερο της επιστήμης), αφορά κυρίως τη δυναμική που αναπτύσσεται σε αυτήν τη διαρκή κίνηση και μέσα από αυτήν, εκεί που οι αναπτυσσόμενες δυνάμεις προκαλούν και οδηγούν σε μεταβολές. Μέσα από την κίνηση και το εύθραυστο της ύπαρξης, μέσα από την ακροβασία μεταξύ αντίρροπων πολλές φορές δυνάμεων, επιδιώκεται η ισορροπία. Κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο, μιας και η ύπαρξη αντίθετων δυνάμεων προκαλεί την αλληλοεξουδετέρωση ή αλληλοεξόντωσή τους.

Στην περίπτωση του Temporal ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με μια συνύπαρξη και ένα μπλέξιμο αυτών των αντιθέσεων. Σαν να συναντιούνται σε ένα σταυροδρόμι οι ήχοι, τα συναισθήματα εκείνα που δημιουργούν τους ήχους και εκείνα που απορρέουν από αυτούς, μαζί με την κίνηση, τη χορευτική- σωματική έκφραση των δύο προηγούμενων. Η Julia Kent μετά το Asperities στο οποίο διαπραγματευόταν την έννοια της δυσκολίας και της σύγκρουσης, διαπραγματεύεται στο Temporal το ζήτημα της ίδιας της ύπαρξης.

Συνεπής, μουσικά ευφυής και με ξεκάθαρη προσωπική σφραγίδα. Η δημιουργία της βασισμένη σε ένα τόσο κλασσικό μουσικό όργανο, αλλά δοσμένη μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Η Καναδή δημιουργός δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες που είχε ήδη αποκομίσει από την εποχή των Rasputina και των Antony and the Johnsons. Μουσικά αεικίνητη συμμετείχε με τις δημιουργίες της σε ταινίες (στο “Dorval” του Trinidad το 2008, στο “This Must Be the Place” του Paolo Sorrentino το 2011), συνέθεσε μουσική για ντοκιμαντέρ, όπως το Καναδέζικο “The Boxing Girls of Kabul”, ή τα μικρού μήκους films “Birthplace” και “Oasis”. Παράλληλα, δημιούργησε μουσική για θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις στο παρελθόν και η τελευταία της δισκογραφική δουλειά το Temporal προοριζόταν για μουσική επένδυση σε χοροθέατρο.

Το τσέλο σταθερός πρωταγωνιστής και κυρίαρχος ήχος που αναδεικνύεται, παράλληλα με τις ηλεκτρονικές συνθετικές πινελιές στα επτά κομμάτια του άλμπουμ. Μια αρμονία, σχεδόν μετρονομική, μια ευστάθεια ανάμεσα σε στιγμές έντασης και στιγμές ηρεμίας, μια αίσθηση γλυκιάς και σχεδόν αόριστης μελαγχολίας. Το 12λεπτο “ Last Hour Story” ξεκινά το ταξίδι με το τέλος να υποδηλώνεται στον τίτλο, αν και αποτελεί το εναρκτήριο τραγούδι του δίσκου, σαν να θέλει να μας αποπροσανατολίσει από τις ταμπέλες και τα χρονικά διαστήματα που σηματοδοτούν στιγμές. Τα “Imbalance” και “Sheared” γεμάτα ένταση και πάθος, ενώ στο “ Through the Window” είναι σαν να παρακολουθείς τα γεγονότα της ζωής σου μέσα από το πρίσμα ενός παραθύρου, ενός τζαμιού που είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο αλλοιώνει την εικόνα που βλέπεις. Το κλείσιμο του δίσκου γίνεται με το “Crepuscolo”, εκείνο το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου και που σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.

Όπως η μαριονέτα που με τις συντονισμένες κινήσεις της αφηγείται μια ιστορία, αλλά κατά βάθος επιθυμεί αυτό το σκοινί που την ορίζει να κοπεί είτε από τη φθορά είτε με μια απότομη κίνηση από εκείν@ που θα την απελευθερώσει.

“If you do not put one of your feet outside the Earth, you will never be able to balance on it,” says Elytis to Maria Nefeli, and this is a phrase that was imprinted in me from the first moment but it took several years to understand its deepest meaning. Because the issue of equilibrium does not -of course- concern the stagnation, or the unchanging (this is more about science), it concerns mainly the dynamic that develops in this lasting movement and through it, where the developing forces cause and lead to changes. Through the movement and the fragility of existence, through the acrobatics between opposing forces, the balance is sought. Something that is neither simple nor easy, since the existence of opposing forces causes them to be mutually neutralized or intertwined.

In case of Temporal, however, we are dealing with coexistence and a complication of these contrasts. As if there is a meeting at a crossroad between sounds and emotions that create the sounds and those that flow from them, along with the movement, the dancing-physical expression of the previous ones. Julia Kent after the Asperities, in which she negotiated the concept of difficulty and conflict, negotiates Temporal with the question of the existence.

She is consistent, musically intelligent and with a clear personal stamp. The creation of such a classic musical instrument, but given through a contemporary look. The Canadian creator did not rest on the laurels he had already gained since the time of Rasputina and Antony and the Johnsons. Musically restless, she took part in films (Trinidad’s “Dorval” in 2008, at Paolo Sorrentino’s “This Must Be The Place” in 2011), composed music for documentaries, such as The Canadian “The Boxing Girls of Kabul”, or short films “Birthplace” and “Oasis”, and created music for theatrical and dance performances in the past, and her latest album Temporal, intended to be for dance theater.

Cello, steady protagonist and dominant sound emerges, alongside the electronic synthesized touches in the seven tracks of the album. A harmony, almost metronomic, a stability between moments of tension and moments of calm, a sense of sweet and almost vague melancholy. “Last Hour Story” starts the journey with the end being denoted in the title, although it is the opening song of the album, as if it wants to disorient us from the signs and time intervals that mark moments. “Imbalance” and “Sheared” full of intensity and passion, while in “Through the Window” is like watching the events of your life through the prism of a window, a glass that either for the better or the worst alters the image you see. The album closes with “Crepuscolo”, that little light that remains after sunset and marks the end of an era.

Like the puppet that tells a story in its coordinated moves, but deeply wants the rope that sets her to be cut either by attrition or by a sharp move from the one that will release it.


Sylvia Ioannou

The Marked Men – On the Other Side (Dirtnap Records)

Πριν 9 χρόνια τα φαντάσματα – Ghosts παρουσιάστηκαν από τους Marked Men και ήταν, όπως διαφάνηκε τελικά, η τελευταία LP κυκλοφορία τους. Παρά την έλλειψη νέας δισκογραφικής δουλειάς σε μορφή LP, καθόλη τη διάρκεια των περασμένων ετών, η παρουσία τους σε μουσικές σκηνές, φεστιβάλ και συναυλίες συνεχίστηκε αμείωτη και ας μην ξεχνάμε και τις παράλληλες κυκλοφορίες singles και 7ιντσων. Τα μέλη της μπάντας άλλωστε, υπήρξαν δραστήρια, ήδη πριν από το σχηματισμό της μπάντας, πάντα στο φάσμα της punk – rock μουσικής (ο Burke ήταν μέλος στους The Vomit Punx, Rolemodels και E-Class, οι Burke, Ryan & Throneberry δημιούργησαν επίσης τους Reds). Παράλληλα δε, με την ύπαρξη των ΜΜ, κάθε μέλος είναι ταυτόχρονα ενεργό και σε άλλες μπάντες (ο Burke στους The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, οι Ryan & Throneberry στους High Tension Wires, ενώ ο Ryan δημιούργησε και ένα solo project τους The Mind Spiders), στις δημιουργίες των οποίων ανιχνεύεται αυτό που έχει καταχωρηθεί ως ήχος των Marked Men.

Δεν πρόκειται δηλαδή, για μια μπάντα που σίγησε ή αποσύρθηκε, πρόκειται για ένα σχήμα δραστήριο και αεικίνητο που τυπικά ακόμα δεν έχει διαλυθεί. Επιθυμώντας να εξηγήσει τη στάση τους αυτή ο κιθαρίστας & τραγουδιστής Mark Ryan, δηλώνει πως δεν θεωρεί καλή ιδέα την επιστροφή τους μετά από τόσο μεγάλο διάστημα δισκογραφικής απουσίας, μιας και “καταφέραμε ό, τι θέλαμε με αυτή τη μπάντα, οπότε δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα “.

Η δήλωση αυτή αποτελεί μια προετοιμασία για το τέλος και τον αποχωρισμό του σχήματος από το κοινό του, τουλάχιστον δισκογραφικά. Για το κλείσιμο και σαν αποχαιρετισμό επέλεξαν να κυκλοφορήσουν κάτω από την Dirtnap Records μια συλλογή που αποτελείται από 16 τραγούδια, δύο εκ των οποίων είναι νέα τα “Disappear” και “Go Cry.” Στο On the Other Side παρακολουθούμε μια αναδρομή στις δουλειές του γκρουπ όλα αυτά τα χρόνια, με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Είναι μια κυκλοφορία από αυτές που, όταν πατάς το play, σε παρασύρει η απίστευτη ενέργειά τους, η μελωδικότητα και η φρεσκάδα του ήχου τους. Μια μουσική που δεν χρειάζεται να είσαι έφηβος για να σε συνεπάρει. Και που, παρά το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να ακροβατείς μεταξύ του πανκ, του ροκ και του ποπ ήχου και να καταφέρνεις να διατηρείς ισορροπία με σταθερή ένταση και φουλ εκλυόμενη ενέργεια από τις μουσικές σου, στην ακροβασία αυτή οι Marked Men είναι όπως πάντα, αποτελεσματικοί.

Θα ήταν δύσκολο -έως και άδικο- να προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις ένα – ένα τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στη συλλογή αυτή, ακόμα κι αν υπάρχει κάποιο ή κάποια που θα τα παίξεις στο repeat, ξανά και ξανά. Είναι προτιμότερο να το ακούσεις όλο, να σηκωθείς από την αναπαυτική σου θέση και να νιώσεις αυτήν την καλή διάθεση που σου δημιουργείται κατά την ακρόαση και που τόσα πράγματα γύρω σου προσπαθούν να σου στερήσουν.

9 years ago Ghosts were presented by Marked Men and were, as eventually revealed, their last LP release. In spite of the lack of new LP recordings, their presence in musical scenes, festivals and concerts continued unabated, not to mention the release of singles and 7’’. The members of the band were active in the punk-rock music scene (Burke was a member of The Vomit Punx, Rolemodels and E-Class, Burke, Ryan & Throneberry created the Reds). Meanwhile, each member of MM is also active in other bands (Burke at The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, Ryan & Throneberry on High Tension Wires, and Ryan created a solo project The Mind Spiders), whose creations detect what has been recorded as the sound of Marked Men.

It’ s not about a band that has been silenced or withdrawn, it is an active and animated figure that has not been dissolved yet. Wishing to explain their attitude, the guitarist and singer Mark Ryan says that he does not think it’s a good idea to return after such a long period of absence, because “We accomplished everything we wanted to, with that band, so I’m not sure there’s much more to do “.

This statement is a preparation for the end and the separation of the band from its audience, at least in the form of recordings. As a farewell they chose to release under Dirtnap Records a collection consisting of 16 songs, two of which are new “Disappear” and “Go Cry.” On the Other Side, we have been watching a group’s work over the years, with a bittersweet feeling. It’s the kind of music that when you hit the play button, drifts you with its incredible energy, the melodicity and the freshness of the sound, a music that you do not have to be a teenager to convey to you. And despite the fact that it is not easy to walk between punk, rock and pop sound and manage to keep balance with constant intensity and full energy, in this equalization, Marked Men are, as always, effective.

It would be difficult – even unfair – to try to separate the songs included, in this collection one by one, even if there is one or some of them that you would play over and over again. It is better to listen to it all, to stir up from your comfortable sofa and get the good mood, though many things are trying to deprive you.

Sylvia Ioannou

MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Σκέτος καφές (Melana Chasmata)

«Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση/ Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες/ …./έσβησε έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε/ χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά /Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκριση η νύχτα…»

Είναι απόγευμα και, κάτι που η μέρα ήταν σκοτεινή και ανήλιαγη, κάτι που ξεκίνησε ήδη να νυχτώνει, αυτοί οι στίχοι του Αναγνωστάκη καρφώνονται στο μυαλό μου. Καταφέρνει ο ποιητής να φορτίσει τη μοναξιά μου σε μια μέρα με έντονους ρυθμούς, αλλά ωστόσο άχρωμη, χωρίς να έχει συμβεί κάτι που θα ήθελα να ταράξει τη ρουτίνα της και να της δώσει μια διαφορετική τροπή. Σταμάτησα για λίγο να κάνω οτιδήποτε, χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μόνο για μένα. Χωρίς δηλαδή, να κάνω τίποτα για τη δουλειά (χαμός γίνεται εδώ μέσα, αλλά ακόμα κι αν σταματήσω για λίγο, τίποτε δεν θα φύγει από τη θέση του μοναχό του, θα με περιμένουν όλα ανυπόμονα να τα διευθετήσω), χωρίς να επισκεφτώ καμία υπηρεσία, χωρίς να απαντήσω σε τηλέφωνα, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει αυτήν την πολυπόθητη -αν και προσωρινή- ηρεμία μου.

Πολλές φορές νιώθεις πως το 24ωρο είναι πολύ λίγο για να χωρέσει όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μέσα όμως, σε αυτό υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ξεκλέψεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Θα μου πεις τώρα, πολύ αισιόδοξη είσαι που θεωρείς ότι μπορείς να βρεις αυτό το χρόνο για την πάρτη σου. Κι εγώ εκεί θα σου απαντήσω πως δεν είναι θέμα αισιοδοξίας, αλλά ζήτημα οπτικής και ιεράρχησης αναγκών. Η αδυσώπητη καθημερινότητα δεν μπορεί να σε ρουφά στους ρυθμούς της κι εσύ απλά να το αποδέχεσαι.

Εκμεταλλεύομαι λοιπόν, αυτές τις πολύτιμες στιγμές της αναπάντεχης και τόσο ποθητής μοναξιάς εν μέσω του στεγνού εργασιακού 8ωρου κι ακριβώς επειδή αυτές οι μοναχικές στιγμές συμβαίνουν σπάνια, αποφασίζω να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει. Και αξία σε στιγμές εργασιακά μοναχικές, χωρίς καφέ δεν υπάρχει. Ετοιμάζω λοιπόν, τον καφέ μου, τον τέταρτο της ημέρας, αλλά τι σημασία έχουν οι αριθμοί, δεν έχει κανένα νόημα να αριθμείς ή να ταξινομείς τις απολαύσεις. Ο καφές σκέτος, καυτός μέσα στην κούπα, «την κολυμπήθρα μου», όπως την αποκαλούν οι συνάδελφοι. Μεγάλη κούπα για μεγάλη απόλαυση, άλλωστε είμαι συνειδητά και αμετανόητα εθισμένη στην καφεΐνη. Την αγκαλιάζω, σχεδόν ευλαβικά και κάθομαι στο γραφείο μου.

Υπάρχει όμως, προσωπική στιγμή χωρίς τη μουσική; Για μένα όχι, νομίζω ότι ακόμα και τα όνειρά μου τα επενδύω μουσικά ανάλογα με το θέμα που επιλέγει το υποσυνείδητο να διαπραγματευτεί κάθε φορά. Θα προτιμούσα βέβαια, να ήμουν αυτή τη στιγμή μπροστά στο πικάπ μου, όπως κάνω κάθε φορά που είμαι μόνη μου, σαν μια προσωπική, μυστικιστική τελετή ακρόασης της μουσικής. Ελλείψει αυτού, καταφεύγω στον υπολογιστή μου και επιτρέπω στην τεχνολογία να επιληφθεί της μουσικής επένδυσης της στιγμής μου. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο νου μου ανοίγοντας τη μηχανή αναζήτησης. Κοιτάζοντας όμως, την οθόνη του υπολογιστή μια σκέψη με διαπερνά και σχεδόν, παραλύει κάθε κίνησή μου. Εκεί, αγκαλιά με την κούπα με τον ζεστό, αχνιστό και μυρωδάτο μου καφέ αυτή η σκέψη σταματά το χρόνο γύρω μου. Ή μάλλον, με γυρίζει πίσω στο χρόνο. Τι περίεργο πράγμα το μυαλό… πως επιλέγει να ανασύρει από το υποσυνείδητο γεγονότα πασπαλισμένα με τα συναισθήματα εκείνης της εποχής… ακριβώς όπως τα ένιωσες τότε…

Κινούμαι στην καρέκλα σαν να θέλω να διώξω αυτή τη σκέψη. Έλα όμως, που εκείνη δεν θέλει να φύγει, παραμένει εκεί, σταθερή, βράχος, αγκωνάρι στο μυαλό μου. Δεν έχω σωτηρία. Με ακολουθεί όπου και να πάω. Και σαν να υπάρχει ενσωματωμένο player στον εγκέφαλο ξεκινά μια μελωδία να «ακούγεται», αυτή του “Aurorae” από τους Triptykon. Τι περίεργη σχέση έχω με αυτό το τραγούδι… Παρόν σε τόσες και τόσες στιγμές της ζωής μου! Συνδεδεμένη μελωδία με κάθε δυσκολία, σαν να θέλει να είναι δίπλα μου, να μην μ΄ αφήνει μόνη.

Επιτόπου βάζω το δίσκο Melana Chasmata και ακούγεται από τα ηχεία του υπολογιστή. Και οι πρώτοι ήχοι των ντραμς συγχρονίζονται με τον καρδιακό μου ρυθμό. Ανεβάζω την ένταση στο τέρμα. Και όσο o Fischer, ο κοινώς γνωστός ως Tom Warrior, παίζει την κιθάρα του και ξεκινά να βγάζει αυτήν την απόκοσμη φωνή του τόσο στο μυαλό μου οι σκέψεις ανακατεύονται, ανακατευθύνονται, αναμοχλεύονται. Η ένταση χτυπάει κόκκινο, ακριβώς όπως μου αρέσει να τον ακούω, τόσο δυνατά, όσο και το συναίσθημα που μου προκαλεί. Ανατρεπτικός ο ίδιος ο Fisher όσο και οι εμπνεύσεις του. Με μεγάλη μουσική μεταλλική ιστορία (ιδρυτικό μέλος των Hellhamer, των Celtic Frost και των Τriptykon) ισορροπεί ανάμεσα στα βαθιά σκοτάδια και το ελάχιστο –αλλά αρκετό για να δημιουργήσει σκιές- φως, ανάμεσα στην σκληρότητα και την gothic – doom ευαισθησία, ένας καλλιτέχνης την αξία του οποίου δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ακόμα κι αν δεν είσαι φανατικός οπαδός του. Δίνοντας την απαραίτητη σημασία σε κάθε πτυχή της δουλειάς του, συνεργάστηκε στο δίσκο αυτό με τον H. R. Giger που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο των Μελανών Χασμάτων, όπως είχε κάνει και στο προηγούμενο LP Eparistera Daimones και στο To Mega Therion των Celtic Frost.

Και παρασύρομαι δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι στον εργασιακό μου χώρο, νιώθω πως είμαι κάπου αλλού έξω σε φυσικό περιβάλλον, νύχτα, μόνη, χωρίς να υπάρχει κανείς δίπλα μου. Είναι αυτή η αίσθηση που έχεις ότι θες να χαράξεις κάποια πορεία, να οδηγηθείς κάπου, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις ούτε το που θες να πας ούτε το πώς θα πορευτείς, ούτε τελικά αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον ζητούμενο προορισμό. Αλλά, ως γνήσια ξεροκέφαλη, αφήνομαι στους ήχους των Χασμάτων να με πάνε εκεί που θέλουν. Με τον καφέ να τελειώνει στην κούπα, με τη σκέψη να έχει κυριαρχήσει στο μυαλό και την καρδιά μου, συνειδητοποιώ πως πάντα στις στιγμές μου ένα σκοτάδι και μια μουσική με οδηγούσαν. Άλλοτε σωστά, άλλοτε λανθασμένα. Πάντα όμως, με οδηγούσαν σε συλλογή στιγμών που ακόμα κι αν εμπεριείχαν δυσκολίες ή ζόρια ή στενοχώριες ήταν όμορφες, γιατί τελικά η ομορφιά είναι αυτό που εμείς επινοούμε ανάμεσα στις όποιες ασχήμιες μας περιβάλλουν.

Sylvia Ioannou