Aidan Baker – Gamardah Fungus – The Cray Twins

Aidan Baker – Dualism (midira)

 “Αν το χάσεις, χάθηκε για πάντα”! O Aidan Baker προφανώς δεν συμφωνεί με το προαναφερθέν γνωμικό, καθώς στην εξαφάνιση του δίσκου, τον οποίο είχε ηχογραφήσει για χάρη της Midira, επέλεξε τη δύσκολη οδό της επανηχογράφησης του συγκεκριμένου υλικού! Μόνο που δεν υπολόγισε το παιχνίδι της μοίρας και τη στιγμή που είχε ολοκληρωθεί η εκ νέου αποστολή του δίσκου εμφανίστηκαν από το πουθενά οι παλιές ηχογραφήσεις του. Οπότε, από κοινού με το label αποφάσισε να το εκδώσει ως διπλό δίσκο με τον χαρακτηριστικό τίτλο… Dualism!

Ακούγοντάς το γίνεται ξεκάθαρο πως υπάρχουν διαφορές στις δύο εκδόσεις του ίδιου ακριβώς υλικού. Αρχικά οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων είναι ελαφρώς διαφορετικές, δείγμα πως ο δημιουργός δεν κινείται πάνω σε προκαθορισμένες γραμμές, αλλά αφήνεται στο πώς θα τον πάει η κάθε ιδέα κάθε φορά. Επίσης υπάρχει μια άνοδος της έντασης στη δεύτερη έκδοση η οποία ίσως να οφείλεται στην πίεση του να αποτυπώσει ξανά την ατμόσφαιρα και τις δυναμικές που είχε βγάλει την πρώτη και ως τότε μοναδική φορά. Προσωπικά πάντως θα δυσκολευόμουν να διαλέξω ποια έκδοση είναι προτιμότερη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην περίπτωση του Dualism  πρόκειται για μια δουλειά, η οποία τίθεται σαφώς υπέρ των πλεονεκτημάτων του δυισμού ως έννοια!

 

 

Gamardah Fungus – Herbs And Portions (flaming pines)

Η διαφορά του φαρμάκου από το δηλητήριο είναι στη δοσολογία. Αυτό ισχυρίζονται οι Ουκρανοί Gamandah Fungus με το νέο τους άλμπουμ το οποίο ηχογραφήθηκε σε δάσος της δυτικής επικράτειας .

Πιο συγκεκριμένα έχουμε πέντε αυτόνομες συνθέσεις, οι οποίες φέρουν την ονομασία πέντε αντίστοιχων βοτάνων, τα οποία ανάλογα με τη δοσολογία μπορούν είτε να θεραπεύσουν, είτε να προξενήσουν ζημιά στο δοκιμαστή. “Προσοχή στο Μανδραγόρα κρύβει μυστικά και δώρα”, όπως έλεγε και ο Νίκος Παπάζογλου σε ένα παρεμφερές -ως προς τη θεματολογία- άσμα του.

Η φιλοσοφία της ακρίβειας στην τοποθέτηση των ήχων και στη φυσικότητα τους κυριαρχεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μελαγχολία και τη νοσταλγία, στα κιθαριστικά αρπίσματα και τις ηλεκτρονικές παρεμβάσεις, στο σκοτάδι και το φως, οι συνθέσεις φέρουν τη μυρωδιά όχι μόνο του υγρού εδάφους ενός πρόσφορου δάσους, αλλά και της πηγαίας έμπνευσης, η οποία συνοδεύει πάντα τη θέαση ενός φυσικού τοπίου από τα μέσα. Αυτή η μουσική σαφώς εκρέει από τους δημιουργούς της, ώστε στη συνέχεια να βυθίζεται τόσο αβίαστα εντός μας.

 

 

The Cray Twins – The Pier ( Fang Bomb)

Ορχηστρική, drone ambient μουσική με αρτιστίκ εξώφυλλο υπαρξιακών αναζητήσεων ενός μοναχικού τύπου στον κόσμο του. Το όλο σκηνικό δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, αλλά μαγνητίζει το ενδιαφέρον. Οι συνθέσεις έχουν κάτι το έρπον και ενώ νομίζεις πως απεικονίζουν κάτι το ακίνητο, αυτές συνεχώς ελίσσονται σαν θολά νέφη που κινούνται πάνω από ρημαγμένες -όμως ακόμη εν ζωή- πόλεις.

Σε αντίθεση με άλλους δίσκους του είδους εδώ οι συνθέσεις είναι διακριτές (βλ. “Duao 1,2,3”) και δεν απλώνονται πολύ χρονικά,  ώστε να κουράζουν στην ακρόαση. Το The Pier επιφυλάσσει ορισμένες εκπλήξεις με την προσθήκη φωνητικών ή ήχων εκεί που δεν το περιμένεις και όσο το ακούς τόσο σε τραβάει στον κόσμο του απομονώνοντας σε από οτιδήποτε ξένο προς αυτό. Τότε είναι που το δικό του ξένο σώμα, αυτό στο εξώφυλλο, γίνεται καθολικά οικείο.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

N (37) + [ B O L T ] (midira)

Ας δηλώσω αρχικά ότι δεν ήμουν σίγουρος για το τι να περιμένω να ακούσω από την τωρινή συνεργασία των N + [BOLT], ειδικά από τη στιγμή που η προηγούμενη κυκλοφορία της συνεργασίας τους είναι σχετικά πρόσφατη. Ή, για να ακριβολογώ, έκανα μια συνειδητή προσπάθεια να μην ενδώσω σε ελπίδες και προσμονές ∙ η προηγούμενη δουλειά, εξάλλου, είχε μεν τις ατέλειες της, αλλά είχε και αρκετά καλά στοιχεία, οπότε το σύντομο διάστημα μεταξύ των κυκλοφοριών ίσως να λειτουργούσε αρνητικά – αν το δει κανείς λογικά – σε οποιεσδήποτε προσδοκίες όχι μοναχά βελτίωσης, αλλά και συνθετικής έμπνευσης από τα νέα κομμάτια.

Ως εκ τούτου, θα έλεγα ότι το καινούργιο N + [BOLT] σίγουρα διορθώνει αρκετές από τις ατέλειες της παλιάς κυκλοφορίας, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα του ήχου: αυτή τη φορά, τα έγχορδα ακούγονται πολύ καλύτερα, με βαθύ, απλωμένο, σκοτεινό, κι εντέλει καθηλωτικό ήχο – όπως ακριβώς πρέπει να ακούγονται τα έγχορδα σε drone/ doom περιβάλλον. Η ηχητική βελτίωση, περαιτέρω, δεν αρκείται μόνο σ’ ό, τι αφορά τα έγχορδα ∙ η παραγωγή, στο σύνολο της, φέρνει περισσότερο σε κατ’ εξοχήν επαγγελματική στουντιακή επεξεργασία, σε σχέση με τον καλό μεν, αλλά πιο «ερασιτεχνικό» πρότερο ήχο. Τα κομμάτια αποκτούν βάθος, αλλά και ένταση καθ’ όλη τη διάρκεια τους, πράγμα που αναδεικνύει τις ατμοσφαιρικές και αισθητικές τους αρετές πολύ περισσότερο σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση. Αν, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό του νέου ήχου που ενδεχομένως να κατηγοριοποιηθεί ως αρνητικό, αυτό είναι τ’ ότι ο τωρινός ήχος, μολονότι λειτουργεί ενισχυτικά στην αξία του μουσικοσυνθετικού σκέλους, δεν είναι πρωτότυπος: θα έλεγα ότι είναι ένας ήχος που φέρνει στο νου συγκροτήματα όπως οι Year Of No Light και άλλα σχετικής post συνομοταξίας, που παρ’ όλα αυτά φαίνεται να λειτουργεί πάρα πολύ καλά στην συγκεκριμένη περίσταση – ίσως, σε κάποια σημεία, καλύτερα, και πειστικότερα, απ’ ότι λειτουργεί στις συνθέσεις και το ευρύτερο μουσικό τέτοιων συγκροτημάτων.

Σε αντίστοιχο πνεύμα κινείται και το μουσικοσυνθετικό σκέλος – τουλάχιστον όσον αφορά τις τρεις πρώτες συνθέσεις (”11:37”, ”19:22”, ”10:59”). Ο drone/ doom προσανατολισμός τους είναι στιβαρός, ξεκάθαρος και απολύτως συνειδητοποιημένος: οι εναλλαγές είναι όσο το δυνατόν πιο συγκρατημένες – έως και πρακτικά ανύπαρκτες, αν λάβει κανείς υπόψη τις διάρκειες – οι πρόσθετοι ήχοι τοποθετημένοι στα σωστά σημεία, οι ιδέες και οι εκτελέσεις διευρυμένες και με ήχο που τους αξίζει, και την ίδια στιγμή, παρ’ όλα αυτά, συνθλίβονται από το βάρος της διάρκειας των κομματιών (υποτίθεται ότι υπάρχει μια θεωρία, όπου η διαρκής επανάληψη βοηθάει στην αποδόμηση της μουσικής – μολαταύτα, η αποδόμηση δυστυχώς γίνεται αντιληπτή σε δεύτερη φάση, αφού πρώτα γίνει αντιληπτή η βαρεμάρα).

Κι έπειτα από τα τρία αυτά κομμάτια (και σαραντακάτι λεπτά αργότερα), φτάνουμε στο τέταρτο κομμάτι της δουλειάς, το ”22:16”. Αρχίζει όπως και τα προηγούμενα, και εξελίσσεται στο ίδιο μοτίβο, αλλά εδώ, ειδικά από τη μέση του κομματιού και μετά, το ντουέτο των N + [BOLT] πρακτικά καταρρίπτει κάθε τι που προηγήθηκε, μεταμορφώνοντας ένα καλό δείγμα drone/ doom/ ambient σύνθεσης σε ένα κομμάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε συνθέσει (ή, πιο απλά, που θα το ζήλευε) ένας από τους συνθέτες σύγχρονης μουσικής του 20ου αιώνα, ντόπιος ή ξένος ∙ κι όχι μόνο μεταμορφώνει το δείγμα, αλλά το αποδομεί αριστοτεχνικά, προσθέτοντας πνευστά, ήχους, και αυτοσχεδιασμούς τόσο απροσδόκητους, όσο και εμπνευσμένους. Μ’ άλλα λόγια, χαλάλι τα όσα προηγήθηκαν – τολμώ περαιτέρω να πω ακόμη και μόνο αυτό το κομμάτι αν κυκλοφορούσαν, θα μπορούσαμε να μιλάμε για ολοκληρωμένη δουλειά. Είναι τόσο καλό.

Συνοψίζοντας: είναι πάγια τακτική μου να μην εκφέρω κριτική για μουσική δουλειά προτού την ακούσω διεξοδικά τουλάχιστον τρεις φορές. Πολλοί, συχνά, έχουν την δυνατότητα να είναι πιο άμεσοι στις κρίσεις τους ∙ ωστόσο, θα προτρέψω τον ακροατή να μην βιαστεί να πάει κατευθείαν στο τέταρτο κομμάτι, καθ’ ότι η ποιότητα του – αλλά και η δύναμη του – είναι ακόμη πιο διακριτή εάν έχουν προηγηθεί και τα άλλα τρία. Ίσως, τελικά, αυτός να ήταν και ο σκοπός των N + [BOLT] ∙ μόνο που τώρα, ο ακροατής δικαιούται να έχει πολλές προσδοκίες από την επόμενη δουλειά τους. Φρόντισαν οι ίδιοι γι’ αυτό: το ”22:16” ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη, και προσμένουμε να τους δούμε να τον ανεβάζουν ακόμη ψηλότερα.

 

ATM

 

Zenjungle – Rimbaud – Tiny Leaves

Zenjungle – Flow (midira records)

 

zenjungle.flow.againstthesilence.com

 

Η αντιστροφή της γεωγραφίας. Εκεί που δεσπόζουν κουκκίδες από ονομασίες τόπων και κινήσεις ανθρώπων ανάμεσα τους, όλα στην στιγμή παγώνουν και εμφανίζεται το αεικίνητο υπόβαθρο τους. Σκέψεις φευγαλέες, ασχεδίαστες παιδικές φωνές και φυσικές δυνάμεις ανάγονται σε μουσική και σε εικόνα.

Ο Zenjungle έχει ασχοληθεί πολλάκις με αυτό το ζήτημα της αντίληψης του ευρύτερου χώρου, αλλά φαίνεται πως με το Flow υποβάλλει την πιο λεία και εκλεπτυσμένη μορφή της μουσικής του έκφρασης. Με ακρίβεια διαχωρίζεται η εσωθερμική ambient από τον σαξοφωνιστικό λυρισμό στα δυο πρώτα κομμάτια της κυκλοφορίας αυτής, δίνοντας χώρο για να επιδράσουν πιο καταλυτικά από τις προηγούμενες φορές οι δυο αυτές πλευρές. Όταν μάλιστα συντίθενται στην συνέχεια μεταξύ τους, η εσωτερική ένταση των ήχων θεριεύει και είναι σαν ότι συμβαίνει εξόφθαλμα και ότι υπογείως να γίνονται ένα με καθηλωτικό τρόπο.

 

 

Rimbaud – Self-titled (gusstaff records)

 

rimbaud.againstthesilence.com

 

…Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα…

Η μουσική εδώ θα μπορούσε να συμπτυχθεί στις γραμμές του γνωστού αυτού ποιήματος του Ρεμπώ. Ένα πανούργο τρίο Πολωνών πειραματιστών στο οποίο συμμετέχει ο Jacaszek, ορθώνουν μια μηχανή που φτύνει στίχους και σκοτάδια προς έναν αμίλητο ουρανό. Σαν μια φλέβα που συσπάται ακούσια, κάθε μέτρο προσπαθεί να βρει διαφυγή με την βοήθεια ενός Tom Waits σε Mad Max έκδοση, μιας industrial πρόζας και ενός συνεσταλμένου σαξοφωνίστα. Κάπως σαν οι Zu να τα έχουν βρει με τους Young Gods και να γράφουν τον τελευταίο δίσκο πριν την καταστροφή του κόσμου. 

Δεν είναι τα πάντα που δοκιμάζονται εδώ πετυχημένα και όντως η φωνή μπορεί να ξενίσει με την τραχιά υφή της. Απλώς συμβαίνει οι εκπλήξεις να διαδέχονται η μια μετά την άλλη και το όλο πόνημα να συνέχει μια ψυχωτική περιπέτεια τρομακτικών ήχων και ετοιμόρροπων τοίχων. Δίσκος αίνιγμα για εξαντλητικές, με την καλή έννοια, ακροάσεις.

 

 

 

Tiny Leaves – A Certain Tide (future sequence)

 

tinyleaves.a-certain-tide.againstthesilence.com

 

Λίγο ακόμη και θα ξεχάσουμε ότι έχουμε καλοκαίρι. Ευτυχώς που βρίσκονται κυκλοφορίες σαν και αυτή εδώ που θυμίζει ξένοιαστα απογεύματα σε ακίνητες αυλές και ζεστά μπαλκόνια. Δεν γνωρίζω ακριβώς ποια εποχή έκατσαν οι διαλεχτοί φίλοι του Joel Pike για να γράψουν υπό τις οδηγίες του το δεύτερο του άλμπουμ, αλλά ακούγοντας το νομίζεις πως χωρίς κάποιο ιδιαίτερο σχέδιο, εν μέσω διακοπών στην βρετανική ύπαιθρο, αφοσιώθηκαν στις συνθέσεις με την προσήλωση ενός παιδιού που φτιάχνει περίτεχνα κάστρα από άμμο στην παραλία.

Νότες από χειμώνες και φθινόπωρα παρεισφρύουν στις ίδιες τις μελωδίες, αλλά η ερωτική ηλιοφάνεια παραμένει. Χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, το neo-classical περιεχόμενο κυλάει ευχάριστα και δροσερά. Όντως τα νερά στα οποία εκβάλλει είναι πλήρως χαρτογραφημένα, μα αυτό δεν φαίνεται να σκοτίζει τους εδώ μουσικούς. Οπότε μένουμε απλά στην αύρα των συνθέσεων και την ησυχία που αυτές σκορπίζουν γύρω τους.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης