Oak – False Memory Archive (Karisma Records)

Μου ειπώθηκε πρόσφατα μια ιστορία κατά την οποία ένας δάσκαλος είπε στον μαθητή του: “Μην αφήνεις την προοπτική του Σπουδαίου να εμποδίζει το Καλό”. Σίγουρα μια τέτοια παρότρυνση μοιάζει παράταιρη στον όμορφο καπιταλιστικό μας κόσμο, όπου ο δημιουργός κάθε είδους οφείλει να είναι ανταγωνιστικός και να αποδεικνύει την υπεροχή του. Ο δάσκαλος προφανώς εννοούσε ότι το κυνήγι της υπεροχής απομακρύνει τον άνθρωπο από την απλή δημιουργικότητα και παραγωγικότητα που θα έπρεπε να χρωματίζει την καθημερινότητά του, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, προσθέτοντας ότι πολλοί στον κόσμο της μουσικής χάθηκαν μέσα σε κάποια υπερφίαλη φιλοδοξία. Ας συμφωνήσουμε στο ότι, για μια μπάντα, το να ξοδέψει πολύ χρόνο στο να δημιουργήσει κάτι ισοδυναμεί με ένα ρίσκο. Ρίσκο που πήραν και οι Νορβηγοί Oak, αλλά ευτυχώς τους βγήκε.

Σύμφωνα με το δελτίου τύπου, ξεκίνησαν ως ένα folk rock ντουέτο που τελικά εξελίχθηκε σε μια progressive pop/rock μπάντα, καταθέτοντας το ντεμπούτο τους Lighthouse το 2013. Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική καμπή τους, όμως , αντί να επενδύσουν στο όποιο momentum, προτίμησαν να πάρουν τον χρόνο τους, να δουλέψουν και να αναπτυχθούν. Ίσως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να δυναμώσει η προσωπική τους φωνή πάνω από τη φασαριόζικη πολυφωνία των επιρροών τους, που, κατά τα λεγόμενα των ίδιων, ξεκινάει από την κλασική και την electronica και φτάνει στο παραδοσιακό progressive και το heavy. Ακούγοντας προσεκτικά το False Memory Archive, μπορείς όντως να διακρίνεις την πολλαπλότητα των δημιουργικών τους καταβολών και να νιώσεις ανακουφισμένος που η δουλειά τους απέδωσε καρπούς. Το φιλτράρισμα των παραπάνω έχει γίνει με τρόπο καταπληκτικό και η προσωπική τους φωνή ακούγεται δυνατά και καθαρά.

Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά, το υλικό που εμπεριέχεται στο False Memory Archive είναι το υλικό μιας σπουδαίας μπάντας. Ακριβολογώντας, οι πιο πολλές από τις μπάντες που θεωρούνται “μεγάλες” στον prog rock κόσμο του 2018, ΔΕΝ έχουν τόσο καλή μουσική όσο αυτό το άλμπουμ. Τόσο απλά. Με επιμονή, φαντασία κι ανοιχτό μυαλό, αυτός ο Δαυίδ υψώνει το μικρό του ανάστημα και η σκιά του φαντάζει πελώρια. Κινούμενοι στον χώρο του χαμηλόφωνου, λυρικού προοδευτικού rock –έναν χώρο που οι συμπατριώτες τους Gazpacho έμοιαζαν να διαφεντεύουν μόνοι τους τα τελευταία χρόνια– η καλλιτεχνική ποιότητα του False Memory Archive το τοποθετεί αμέσως σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα συμφραζόμενά του. Να το πω αλλιώς, σε μια θαυμάσια χρονιά για τον χώρο, οι Oak παραδίδουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του. Τόσο απλά.

Το στιλ των Oak δεν έχει απαραίτητα κάτι το ανανεωτικό και η προοδευτικότητά του έγκειται περισσότερο στις ατμόσφαιρες και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, οι ίδιες όμως οι συνθέσεις διαθέτουν τέτοιο μελωδικό κι ενορχηστρωτικό πλούτο που τελικά είναι ικανές να μετατραπούν σε πλημμύρα συναισθημάτων και χρωμάτων. Το False Memory Archive διαθέτει μια ευρεία γκάμα συνθέσεων που ποικίλλουν από ημι-μπαλάντες και τραγούδια σχετικά τυπικής κουπλέ-ρεφρέν δομής μέχρι πιο ελεύθερες μεγάλες συνθέσεις των 8 έως 11 λεπτών. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν το ίδιο πετυχημένα και η ροή είναι εξαιρετικά φυσική, με πολύ εύστοχη διαδοχή φωτεινών και σκοτεινών μερών. Επίσης, εδώ δεν θα βρεις filler, ίσως με την ελαφριά εξαίρεση του “Transparent Eyes” που δεν με “πήγε” κάπου. Αναφέροντας το σκοτεινό στοιχείο, πρέπει να αναφέρω την απίστευτη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές συχνότητες του άλμπουμ από και σε όλα τα όργανα, συχνότητες που παράγουν ένα συμπαγές και μοντέρνο έδαφος για να πατήσουν οι “από πάνω” μελωδικότερες φόρμες. Στην παραπάνω φράση κωδικοποιούνται τα μεγαλύτερα ατού του False Memory Archive, η φωνή και η παραγωγή.

Η φωνή. Ο Simen Johannensen μπορεί να είναι περήφανος ότι διαθέτει μια από εκείνες τις φωνές με το ιδιαίτερο χρώμα που ξεχωρίζουν αμέσως και ολοένα και σπανίζουν. Η ζεστασιά και το μέταλλο της φωνής του είναι ο Δούρειος Ίππος της μουσικής τους και η ταπεινή του ερμηνεία δεν συγκαλύπτει την ποιότητα μιας χροιάς που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό σου. Οι δικοί μου συνειρμοί συνδέουν τη φωνή του με τη νεότερη κληρονομιά των Leprous και των επίσης συμπατριωτών του Madrugada, στο ακριβώς ενδιάμεσο τονικό τους ύψος.

Η παραγωγή. Πολλοί καλλιτέχνες βλέπουν το studio διεκπεραιωτικά, οι Oak αντίθετα φαίνεται ότι έλιωσαν τα αυτιά και τις ιδέες τους στο στούντιο, εξερευνώντας τις όποιες ηχητικές δυνατότητες είχαν στη διάθεσή τους προς ένα εξαιρετικά άρτιο και τεχνοκρατικό αποτέλεσμα. Το studio, τα εφέ και η ιδανική χρήση τους σε κάθε όργανο και σε κάθε στιγμή του άλμπουμ, δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία. Θα έλεγα ότι συμπρωταγωνιστούν, κάνοντας τον ήχο πιο πυκνό, πιο απρόβλεπτο και πιο περιπετειώδη. Ένα κατεξοχήν άλμπουμ για να ακούς με καλά ακουστικά και να βουτάς στις μικρές του ηχητικές λεπτομέρειες.

Ξέρουμε καλά ότι ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι απαραίτητα δίκαιος και κανείς δεν μπορεί να ξέρει την εξέλιξη που θα έχουν οι Oak. Ξέρω όμως ότι αυτό το “Σπίτι” που αναφέρουν συχνά στους στίχους τους ότι ψάχνουν να βρουν, θα μπορέσουν να το βρουν εύκολα στις καρδιές των ακροατών τους. Κι ότι αυτή η “Polaroid που λέει ψέματα για καλοκαίρια που δεν τελειώνουν” θα μπορούσε να περιγράφει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι το False Memory Archives. Αυτό αντίθετα λέει τη μικρή και θριαμβευτική αλήθεια μιας αληθινής ανάμνησης. Τόσο απλά.


I was recently told a story in which a teacher told his student: “Don’t let the potential of Great destroy what is already Good”. Naturally, an encouragement like this seems to be a bit discrepant in our beautiful capitalistic world, where creators of any sort have to be competitive and constantly prove their excellence. The teacher obviously meant that pursuing excellence may distract a creator from the simpler forms of creating/producing that should rule his/her everyday life and I can do nothing more than agree, adding to this that many creators in the world of music got lost into some extravagant ambition. We can agree that there are serious risks if a band decides to spend a lot of time in creating something unique. This is a risk that Oak from Norway took and thankfully succeeded.

According to the press release, they started as a folk/rock duo and eventually evolved into a progressive pop/rock band, releasing the debut Lighthouse in 2013. It was right then upon this creative curve that, instead of taking an advantage of the momentum, they decided to take their time to work and to grow. It was probably the only way to make their own personal voice rise above the noisy polyphony of their influences which, in their own words, range from classical and electronica to traditional prog or heavy music. Carefully listening to False Memory Archive indeed one can sense the multifaceted nature of their inspiring origins and feel relieved that their growing procedure and hard work was fruitful. Filtering their influences has been accomplished in an astonishing manner and their personal voice can be heard loud and clear.

To put things into place, the material included in False Memory Archive is that of a great band. To be more precise, most of the regarded as “big” bands within the 2018 prog rock cosmos, do not have such good music to offer. It’s as simple as that. Being consistent, imaginative and open minded, this David manages to raise his short height and cast an enormous shadow. Moving into a melodic and lyrical rock musical territory – dominated by their countrymates Gazpacho in recent years –, the artistic quality of False Memory Archive instantly puts Oak in a very prominent place among their context. Let me rephrase: it has been a marvelous year for prog rock and Oak deliver one of the finest albums of the genre. As simple as that.

Oak’s style is not necessarily innovative and its progressiveness lies mostly in the atmospheres and the intellectuality of their compositions. Still, it is the exact same compositions that consist of such melodic and arranging richness that can actually be experienced as a flood of colours and emotions. False Memory Archive includes a very wide range of songwriting, from semi-ballads and verse/chorus traditional type of songs to freer, longer, 8 to 11 minutes compositions. Both types are equally successful, contributing to the album’s very natural flow and the remarkable sequence of lighter and darker parts. Also, you won’t find any fillers here, maybe with the slight exception of “Transparent Eyes” that didn’t particularly trip me. Having referred to the dark element, I have to point out the incredible work that has been done to the album’s low frequencies in every instrument, frequencies that build a concrete and modern ground for the melodic lines to stand upon. In the above sentence, False Memory Archive’s greatest advantages are being encoded: vocals and production.

Vocals. Simen Johannensen can be proud to own one of those instantly recognizable voices with the very unique timbre, voices that become increasingly rare to find. The warmth and intimacy of his voice is the Trojan horse of Oak’s music and his modest performance doesn’t disguise the tone quality of a voice fully capable of creeping into one’s mind. My personal free associations connect him with the recent legacy of Leprous and of his other countrymen Madrugada, precisely in the middle of their tonal pitch.

Production. Many artists treat studio as an unavoidable obligation but Oak instead have worked their heads off exploring any sonic resources at their disposal, in order to achieve an exquisite and technocratic result. All mixing/processing tools and the perfect use of effects in every instrument at all times make the sound experience a co-star of the album and the music sounding thicker, unpredictable and adventurous. An ideal album to be experienced through good quality headphones so one can dive into its tiny sound details.

We all know very well that music industry is not necessarily fair and no one knows how Oak will develop. What I know though is that the often mentioned “Home” in their lyrics, the Home they seek can be easily found in the hearts of their listeners. I know also that this “Polaroid that’s telling a lie about endless summer” may describe many things but not False Memory Archive. For this album tells a small, triumphant truth of a real memory. As simple as that.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Impressions #2

Μια σύντομη ματιά σε 12 album που σηματοδοτούν το τέλος του φετινού καλοκαιριού.

  • Το Achromata (Narshaada records) των Ρώσων Aesthesys είναι από εκείνα τα άλμπουμ που μπορούν να σου διατηρήσουν ψηλά τις ελπίδες σου για το post rock. Ζεστό, πολύχρωμο και με το βιολί σε πρωταγωνιστικό ρόλο, το κινηματογραφικό τους στιλ είναι ό,τι πρέπει για το επερχόμενο φθινόπωρο.
  • Μπορεί να έχουν περάσει κάμποσοι μήνες από τότε που οι Akira Sakata & Chikamorachi with Masahiko Satoh κυκλοφόρησαν το Proton Pump (Family Vineyard records), αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία για να χάσεις το free jazz όργιο της χρονιάς. Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Sakata είναι Ιάπωνας jazz θρύλος και το σαξόφωνό του είναι υπερόπλο!
  • Ο Daron Malakian με τους Scars Of Broadway επιστρέφει και η εποχή μοιάζει να τον έχει ξεπεράσει εντελώς. Παρά την παρακμή που αποπνέει, όμως, ο τύπος τυγχάνει να είναι ο καλύτερος rock τραγουδοποιός στον μετα-Cobain κόσμο. Ως αποτέλεσμα το Dictator (Interscope) είναι τουλάχιστον συμπαθητικό από έναν κατά τα άλλα ψιλοαχώνευτο καλλιτέχνη.
  • Άλλη μια περίπτωση μπάντας που είναι επιδραστική χωρίς να είναι ιδιαίτερα καλή, οι Deafheaven με το Ordinary Corrupt Human Love (Anti) συνεχίζουν την επέλασή τους στα σαλόνια. Δίχως βάθος ή έμπνευση, θα το βλέπω στις λίστες διάφορων στο τέλος της χρονιάς και θα αισθάνομαι σαν πράσινος μπαμπουίνος από το διάστημα.
  • Άρτιο και παραδοσιακό progressive metal από το Ισραήλ μάς φέρνουν οι Distorted Harmony με το τρίτο τους άλμπουμ A Way Out (self-release), ακροβατώντας ανάμεσα στον κλασικό ’90s Theater-ικό και τον ’00s djent ήχο με αξιοπρεπέστατα αποτελέσματα.
  • Τρομερά παράξενη περίπτωση οι Jack ο’ the Clock, δεν μπορείς να αποφασίσεις αν ακούς folk/country ή prog rock. Το Repetitions of the Old City II (Self-Release) αποτελεί ένα δείγμα τρομερά χωμένου αμερικανικού underground, θα ανταμείψει όσους απολαμβάνουν ακούσματα μοναδικά και μοναχικά.
  • Το Salt (Prophecy Productions) των Khorada –μια τρομερή συνεργασία μελών των Agalloch και Giant Squid– ντύνεται σαν εκλεκτικό και βαρύ ατμοσφαιρικό metal, δεν στοχεύει όμως σε καμία ονειρική ψυχική αντανάκλαση. Μαζί του θα καταδυθείς σε ένα άβολο και άσχημο μέρος όπου η κάθαρση δεν είναι εγγυημένη. Εξαιρετικός και δύσκολος δίσκος.
  • Οι Kontinuum δεν καταφέρνουν απλώς να πιάσουν λίγο από το συναίσθημα των παλιών Katatonia αλλά επιτυγχάνουν έναν τρομερά ισορροπημένο και ποιοτικό dark gothic rock δίσκο με το No Need to Reason (Season of Mist). Η έκπληξη φέτος έρχεται από την Ισλανδία – και άσε τους άλλους να μιλάνε για τους Tribulation.
  • Το Minus (Karisma records) των Νορβηγών Krakow ξεκινά ως post metal έκρηξη για να αποκαλύψει σταδιακά έναν πλατύ ατμοσφαιρικό και σχεδόν progressive πλούτο. Άκρως ενδιαφέρον γκρουπ, που αξίζει να τσεκάρει και να παρακολουθήσει κανείς στενά.
  • Ίσως η πρώτη φορά στην καριέρα της Lisa Gerard που και η ίδια δεν αισθάνεται πρωταγωνίστρια σε έναν δίσκο. Οι The Mystery Of The Bulgarian Voices είναι ένα ιδιαίτερο world/ethnic άκουσμα, οι Έλληνες μουσικόφιλοι όμως θα νιώσουν πολύ οικεία με τις πολυφωνικές πεντατονίες του BooCheeMish (Prophecy Productions).
  • Μου είναι αδύνατο να διαβάσω κάπου τον όρο punk jazz και να μη δοκιμάσω. Σε αυτήν την περίπτωση, λέγοντας punk εννοούμε ότι η jazz των Worldservice Project είναι θορυβώδης, ξεσηκωτική και αναιδής και το Serve (RareNoise Records) θα μπορούσαν να το κυκλοφορήσουν μόνο σωστά τέκνα της Αγγλίας. Πιστεύω θα κάνουν κακό χαμό στο επερχόμενο Galway Jazz Festival, δεν τους χάνω με τίποτα!
  • Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι Yob είναι από τους πιο καταξιωμένους και αγνούς doom μάστορες σε αυτόν τον πλανήτη. Το Our Raw Heart (Relapse Records) είναι ένα ακόμα πολύτιμο ευαγγέλιο αυτού του τόσο ταλαιπωρημένου είδους. Μόνη μου ένσταση η ατελείωτή του διάρκεια, που δεν βοηθάει να πατήσεις το play περισσότερες φορές.

 

Few words for 12 albums that signify the end of this year’s summer.

  • Achromata (Narshaada Records) by Russian act Aesthesys is one of those albums that can keep one’s hopes regarding post rock high. Warm, colourful and with the violin in a starring role, their cinematic style is a perfect match for the upcoming autumn.
  • Several months may have passed since Akira Sakata & Chikamorachi with Masahiko Satoh released Proton Pump (Family Vineyard Records), still that is no excuse for you to miss the free jazz orgy of the year. For those unfamiliar, Sakata is a Japanese jazz legend and his sax is a super weapon!
  • Daron Malakian returns with Scars of Broadway and he seems to be entirely out of date. Despite this sense of decadence though, this guy happens to be the best rock songwriter in the post-Cobain world. As a result, Dictator (Interscope) is a very likeable album from an otherwise kind of dislikable artist.
  • Another case of a band that grew to be highly influential without being actually a great one, Deafheaven continue to parade in the first league with Ordinary corrupt human love (Anti). Without depth or inspiration, I will be seeing it in various end of the year lists and I will be feeling like a green baboon from outer space.
  • Israel’s Distorted Harmony deliver well-built and executed progressive metal with their 3rd album A Way Out (Self Release), balancing between classic ’90s Theater-like and ’00s djent-oriented styles in a very sufficient way.
  • A case of uncategorised obscurity, when you listen to Jack o’ the Clock it is unclear whether you listen to prog rock or folk/country. Repetitions of the Old City II (Self-Release) is another token of a well-hidden U.S underground that will ultimately reward the adventurous listener.
  • Khorada’s Salt (Prophecy Productions) – a fantastic collaboration of Agalloch and Giant Squid former members – may be dressed as eclectic and ultra-heavy atmospheric metal but it doesn’t reflect any dreamy state. You will descend with it in a very uncomfortable and scary place where catharsis is not guaranteed. A hard to grasp but extraordinary album.
  • Kontinuum doesn’t only achieve to capture that magic old Katatonia feeling but also succeeds in constructing a greatly balanced dark gothic rock album in No Need to Reason (Season of Mist). This year’s surprise comes from Iceland – and let others deal with Tribulation.
  • Minus (Karisma Records) by Norwegians Krakow kicks off like a post metal explosion only to reveal gradually its wide, atmospheric and almost progressive character. An extremely interesting band that deserves to be checked out and to be closely monitored.
  • This is probably the first time in Lisa Gerrard’s career that she is not the ultimate star of an album. The Mystery Of The Bulgarian Voices is a very special world/ethnic listen, Greek music lovers though will feel quite familiar with the pentatonic polyphonies of BooCheeMish (Prophecy Production)
  • I find it impossible to resist to an album described as “punk jazz”. In this case “punk” symbolizes Worldservice Project’s jazz as noisy, rude and entertaining and Serve (RareNoise Records) could only have been released by genuine sons of England. I think they will be a blast in the upcoming Galway Jazz Festival, I won’t miss it for the world!
  • Undoubtedly, Yob are among the most respected and true doom metal craftsmen of the planet and Our Raw Heart (Relapse Records) is another precious milestone for the genre. My only objection would be the album’s super long duration that doesn’t help pushing the Play button more often.

Antonis Kalamoutsos