I Can’t Give You The Life You Want (blackest ever black)

I Can't Give You The Life That You Want .againstthesilence.com

 

Ακόμη και οι πιο δύσπιστ@ με την ηλεκτρονική μουσική έχουν πάρει χαμπάρι πως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αυτή είναι η μόνη που συνεχίζει να βγάζει δίσκους οι οποίοι περιέχουν το στοιχείο της έκπληξης, ακόμη και της πρωτοπορίας. Όσο θολοί και αν φαντάζουν οι όροι ή τα είδη, η κιθαριστική εν γένει μουσική σαφώς και έχει απολέσει σε τεράστιο βαθμό τα παραπάνω στοιχεία από την φαρέτρα της.

Οι λόγοι που συνέβαλλαν στο παραπάνω γεγονός είναι κυρίως τρεις. Αρχικά έχουμε μια αέναη εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων που βοηθάν στην παραγωγή ηλεκτρονικών γενικότερα ακουσμάτων, η οποία όσο να ‘ναι δίνει μια φρεσκάδα σε κάθε νέο ήχο. Επίσης το ανοικτό μυαλό των παραγωγών του συγκεκριμένου είδους κατάφερε να αφήσει να εισχωρήσουν στοιχεία και από άλλες μουσικές παραδόσεις, οι οποίες εμπλουτίζουν συνεχώς τα πεδία ενασχόλησης τους. Το βασικότερο όμως όλων παραμένει η, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάδειξη του ανθρώπινου στοιχείου, γνωστού και ως έμπνευση, στις δουλειές του συγκεκριμένου ύφους.

Αν υπάρχει σήμερα μια σκηνή που τα περικλείει όλα αυτά σε χορταστικό βαθμό είναι η, ας την πούμε, σύγχρονη πειραματική σκοτεινήPost-everything σκηνή. Σημαντικός πυλώνας της είναι το label Blackest Ever Black το οποίο ως τώρα τηρεί μια low profile στάση και δεν σταματά να βγάζει νέα ονόματα εδώ και πέντε χρόνια. Άρα αυτή η εορταστική συλλογή με ακυκλοφόρητα κομμάτια ονομάτων του label, έρχεται ίσως την κατάλληλη στιγμή για να αποδείξει όλα αυτά που ειπώθηκαν στον μακρύ πρόλογο. Ευτυχώς η ποιότητα των κομματιών δεν δείχνει πως απλά ξέμειναν από κάπου, αλλά επιφέρει στα μισά τουλάχιστον το στοιχείο της ανατριχίλας.

Αν και ο τίτλος του label προκαταβάλει για κάτι σκοτεινό και συμπαγές, εδώ κυριαρχεί μια αίσθηση της γαλήνης πριν ή μετά (όπως λέει και το σαγηνευτικό τραγούδι των Tropic Of Cancer) την καταιγίδα. Ουσιαστικά τίποτα δεν θυμίζει κάτι άλλο εδώ μέσα και συναντάμε μια περιπετειώδης μη-γραμμική πορεία στην όλη ακρόαση. Αν και σε συλλογές συνηθίζεται η αποκοπή συγκεκριμένων συνθέσεων που ξεχωρίζουν κάπως, εδώ έχουμε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα όπου από την αρχή μέχρι το τέλος ξετυλίγεται ένα μυστήριο και εθιστικό μουσικό ταξίδι. Πέρα λοιπόν από μια ευκαιρία γνωριμίας με σύγχρονα μουσικά σχήματα, έχουμε και ένα άλμπουμ το οποίο αποδεικνύει πως αυτή η μουσική έχει να δώσει ακόμη πολλά στο κοντινό μέλλον.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Raime – Quarter Turns Over A Living Line (blackest ever black)

 raime.quarter.againstthesilence
 Το ντουέτο με το όνομα Raime αυτό που βγάζει προς τα έξω με προορισμό το βαθύ μέσα, κλίνει σίγουρα, για να μην πούμε εντελώς, στον καθαρό σκοτεινό ήχο που στο παρελθόν έχει χαρακτηριστεί ως dark, industrial ή ακόμη και post punk όπως στην χαρακτηριστική περίπτωση των Cabaret Voltaire. Βρετανοί είναι οι άνθρωποι, στα ηλεκτρονικά αυτήν την ασθμαίνουσα βιομηχανική παράδοση θα κουβαλάνε.
  Αυτό όμως που τους κάνει να ξεχωρίζουν είναι η φρεσκάδα στον ήχο των επτά ορχηστρικών κομματιών που απαρτίζουν το album. Κάθε ένα αποτελεί κάτι το ξεχωριστό ως φύση, αναπτύσσεται ως διαφορετικό δομικό μόρφωμα αλλά παρ’ όλα αυτά συνθέτει με τα υπόλοιπα ένα συμπαγές βαρύθυμο σώμα. Ίσως για αυτό το λόγο η απήχηση του δίσκου είναι ήδη ευρεία στην πλευρά αυτών που αναζητούν εναγωνίως νέους ήχους αλλά επίσης και στους techno-αμαρτωλούς που ολοένα γεμίζουν και περισσότερο το playlist τους με πειραματικά καλούδια εν είδει ταξιδιάρικων διαλειμμάτων από το μπιτάτο ξεβίδωμα.
  Θα μπορούσε να φτιαχτεί μια μεγάλη λίστα με τις επιρροές που στιγματίζουν το υλικό αυτού του δίσκου αλλά και πάλι κανένα όνομα δεν θα αποτύπωνε πιστά αυτό που φτάνει νωχελικά στα αυτιά μας. Να σταθούμε στα σκοτεινά ηχοτοπία που ξεδιπλώνονται στην αρχή του δίσκου ή στο ελαφρώς τεκνίζων “Exist In The Repeat Of Practice”; Άστοχο το ερώτημα μιας και όλα μιλάνε την ίδια γλώσσα της αποσύνθεσης. Όπως ακριβώς συμβαίνει στο “Your Cast Will Tire” όπου υπάρχει ως βάση ένας ρυθμός αργού βαλς, έρπει κάτι σαν κιθάρα, υποθάλπτεται ένα θορυβώδες υπόβαθρο και μια ζοφερή ατμόσφαιρα περνά και χάνεται στο τέλος. Πως λοιπόν να οριστεί με μια συνήθως ατυχής ταμπέλα αυτό που διασχίζει την απόσταση του ενός αυτιού μέχρι το άλλο, εγκαθιδρύοντας τον δικό του φανταστικό κόσμο στους εγκεφαλικούς διαδρόμους;
  Μπορεί να βιάστηκαν αρκετ@ να τοποθετήσουν τον δίσκο αυτό στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς αν και κυκλοφόρησε μόλις τον Νοέμβρη, αλλά σίγουρα το ψάξιμο επιβάλλεται σε αυτήν την περίπτωση, που από το αρτιστίκ εξώφυλλο μέχρι την τελευταία νότα ιντριγκάρει τ@ν μουσικόφιλο.

Μπάμπης Κολτράνης