Black Rain – Computer Soul (blackest ever black)

Το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αρκετή νέα μουσική που να μας ιντριγκάρει, ίσως να οφείλεται στην απροθυμία μας να της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο που της αναλογεί. Ίσως να φοβόμαστε το νέο, την αλλαγή, το άγνωστο τώρα, την παγωμένη στιγμή που είναι έτοιμη να λιώσει. Αρκεί όμως, ένα νέο άκουσμα που, έχοντας την αυτούσια δύναμη του, να σε κάνει να σκεφτείς ότι σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν, μοιραία, κάτι μένει. Μια υπόσχεση; Ένα ρήγμα στην καθημερινότητα ως μια ανάμνηση; Μια μελωδία να σφυρίζεις την ημέρα; Τι μένει, τελικά;

Δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα από το άκουσμα του μπάσου της πρώτης σύνθεσης της νέας κυκλοφορίας των Black Rain για να σου εισχωρήσει η μουσική στον εγκέφαλο με ένα αόρατο χαμόγελο να σε τυλίγει. Λυτρωτικό και επίμονο σε οδηγεί σε ένα άλλο κόσμο, γεμάτο σκηνές από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που εδώ, δεν συνοδεύουν οι εικόνες το σενάριο, αλλά αυτές είναι το ίδιο το σενάριο. Οι ατμόσφαιρες, η κολασμένη φωνή της Star Jelly, το καλοχωνεμένο παρελθόν του Suart Argabright, μέλους των Ike Yard και η ιστορία των ίδιων των BR ως στάλες σε περιλούζουν τρυφερά, αλλά και με μια ένταση.

Πραγματικά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες άλμπουμ, είναι σαν να μη λείπει τίποτα από δω. Ακόμη και το σκότος είναι αρμονικά δοσμένο, διαπεραστικό και ευσυνείδητο, σαν μια βροχή που καθαρίζει τους βρώμικους δρόμους. Τα στοιχεία που διακόπτουν την αργή κίνηση των μοτίβων εδώ δεν είναι πολλά, αλλά θυμίζουν βαρύτονες αστραπές συναισθημάτων, στιγμές που διαρρηγνύουν το παρόν.

Το Computer Soul αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται πολλά για να φτιαχτεί κάτι που να σου τραβήξει την προσοχή. Η απλότητα του συνοδεύεται, μάλιστα κι από μια υπόσχεση, ότι έπεται δισκογραφική συνέχεια για το ίδιο το σχήμα, μέσα στο 2019. Εμείς προειδοποιήσαμε!

The fact that we don’ t find enough new music to intrigue us, is due to our reluctance to give the needed time and space to it. Perhaps, we are afraid of the new, the change, the unknown and that frozen moment that is ready to melt. It is enough, however, for a new sound, that holds its own power, to make you think, that in a world where everything changes, something remains. A promise? A rift in everyday life, as a memory? A melody you whistle during the day? What’ s left, after all?

It doesn’ t take many seconds, while listening to the bass of the first song of the new release of Black Rain to let this music enters in your brain with an invisible smile to enfold you. Reedeming and persistent, leads you in another world, full of scenes of a sci-fi film. Only, the scenes here are the scenario itself! The atmospheres, the sounds, Star Kelly’ s hellish voice, the past of Stuart Argabright, member of Ike Yard and the story of BR as raidrops splashes over you tenderly, but also, with an intensity.

Actually, if we exempt the fact that this is not a full – length album, it’s is like Computer Soul lacks nothing at all. Even its darkness is harmoniously given, permeable and conscientious, like a rain which cleans the dirty roads. The elements that interrupt the slow motion of the patterns here are not that many, but they are reminiscent of heavy thunders thunders of emotions and moments that rupture the present.

Computer Soul proves that it doesn’ t take much to create something to attract attention. Its simplicity comes with a promise that there are more BR releases to come in 2019. You ‘ve been warned!

Μπάμπης Κολτράνης

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Andrea Belfi – Mytrip – Naaahhh

Andrea Belfi – Alveare (iikki)

andreabelfi.alvare.againstthesilence

  Απέναντι στο αίτημα για επιστροφή στη φύση το οποίο χωρά πάμπολλες αναγνώσεις, ως και ακραία συντηρητικές με βάση την απόρριψη κάθε νεωτερικότητας και την μυθοποίηση καθετί αρχαϊκού, έχουμε την ριζοσπαστικότητα που θρέφει στους κόλπους της μια μητρόπολη. Όλο αυτό το πιεστικό κλίμα του τσιμέντου, ο συναγελασμός τόσο πολλών πολιτισμών και η συμφόρηση τόσο πολλών απόψεων δημιουργεί ένα πλαίσιο ανοικτό για οτιδήποτε. Δεν είναι η ηρεμία της επαρχίας που θα προσφέρει αυτό το πρόσφορο έδαφος, αλλά παραδόξως είναι το χάος της πόλης που μας ωθεί στην απάντηση προσωπικών και συλλογικών ζητημάτων που θέτει χωρίς παύση.

 Αυτό προσπαθούν να απεικονίσουν ο πειραματιστής-ντράμερ Andrea Belfi και ο καλλιτέχνης Matthias Heiderich. Ο πρώτος ηχογράφησε ρυθμικές ασκήσεις ηλεκτροακουστικής μουσικής και ο δεύτερος μας προσφέρει ένα βιβλίο με εικόνες των μεταπολεμικών πόλεων στην Ιταλία. Μιας και έχουμε πρόσβαση μόνο στο μουσικό μέρος αυτής της διπλής κυκλοφορίας, το οποίο συστήνεται από τους δημιουργούς της να ακούγεται και αυτόνομα χωρίς τη συνοδεία των σχετικών εικόνων, αντιλαμβανόμαστε τη διάθεση του μουσικού να χρωματίσει με μια υπόκωφη ένταση μυστηριακές λούπες σχεδόν μινιμαλιστικές όπως οι τσιμεντένιες γωνίες μιας πολυκατοικίας. Στόχος δεν είναι η ανάδειξη της μουσικότητας καθαυτής, αλλά η έκφραση της περιπέτειας που ενυπάρχει στον διάλογο φυσικών και ηλεκτρονικών ήχων. Μιας παρόμοιας περιπέτειας που αναδεικνύεται μέσα από τις ρωγμές της καθημερινότητας κάθε πόλης.

Mytrip – Filament (amek collective)

mytrip.againstthesilence

Βέβαια, πέρα από όλα τα παραπάνω οι πόλεις παραμένουν ζωσμένες από κάθε είδους σκοτάδια. Ο Βούλγαρος Mytrip στο τελευταίο του άλμπουμ εκφράζει αυτόν το ζόφο που έχει απλωθεί σε όλα τα Βαλκάνια ως ένας καθολικός μηδενισμός που ακολούθησε την πτώση των αυτοαποκαλούμενων σοσιαλιστικών καθεστώτων. Υπάρχει μια ενδοσκόπηση, όμως, εδώ και όχι μια απλωμένη ματιά προς τα έξω. Αυτή είναι γεμάτη θορύβους, επίμονες ατμόσφαιρες και απουσία μιας απλής μελωδικότητας. Μπορεί το συνολικό αποτέλεσμα να ακούγεται ελαφρώς μονότονο, αλλά κουβαλά τη δική του αυθεντικότητα. Αυτή ευθυγραμμίζεται με την ενέργεια που βγάζουν όλες οι συνθέσεις τείνοντας προς το άγνωστο κενό. Πτώση εντός του σημαίνει καταβύθιση στο ίδιο το υλικό.

Naaahhh – Themes (blackest ever black)

naaahhh.aganstthesilence

Τέλος, υπάρχει και το χάσιμο σε όλα αυτά. Η απέλπιδη προσπάθεια να ξεφύγεις και τελικά να βυθίζεσαι περισσότερο στα ίδια αδιέξοδα. Η ζωή στην πόλη είναι σκληρή και το γνωρίζει καλά όποι@ το αγνόησε αυτό στην αρχή. Γίνεται ακόμη πιο σκληρή για τα τρωτά άτομα, τα ευπαθή στη συνεχή συναισθηματική τριβή και την πίεση των ξέφρενων ρυθμών των αργών ζωών μας. Το συγκεκριμένο άλμπουμ με το χωρίς υπεκφυγές εξώφυλλο έρχεται να αποτυπώσει τη μουντάδα που ντύνει την επιλογή να κρυφτούμε πίσω από εφήμερες απολαύσεις. Το χάσιμο πάντα έρχεται μαζί με αυτά που χάνουμε, στα πάρτι χωρίς νόημα, τα ξενύχτια με τα φθαρμένα πρωινά και το οτιδήποτε γλυκό στην αρχή και ανούσια χαμογελαστό στο τέλος. Πικρές διαπιστώσεις υπό την επήρεια ενός ψυχοτρόπου και υπνωτικού δίσκου όπως το Themes. Blackest ever black όντως!

Μπάμπης Κολτράνης

 

Carla dal Forno – You Know What It’s Like (blackest ever black)

carladalforno.againstthesilence.com

 Να ξεκινήσω με το ιστορικό της νεαρής Αυστραλέζας δημιουργού; Έχει διατελέσει μέλος των Mole House και συμμετέχει στους F Ingers και Tarcar, διαμένει στο Βερολίνο και βγάζει βίντεο τα οποία είναι σαν να κινηματογραφεί τη ζωή της εκεί. Τόσο κοινότυπα, μα συνάμα αληθινά και ελκυστικά όπως ακριβώς η μουσική της.

 Να αναλύσω τα του ντεμπούτου της; Κάθε ακρόαση του μου βγάζει κάτι το διαφορετικό. Το έχω δοκιμάσει στο τρένο και όλα φαινόντουσαν θολά, αργά και γλυκά σαν σκηνές από παλιό ιταλικό κινηματογράφο. Στο δωμάτιο υπό την ακρόαση του βυθιζόμουν στον καναπέ σαν ζαλισμένος. Την ημέρα μου βγάζει μια αθώα παιδικότητα, το βράδυ μια ανεπιτήδευτη μελαγχολία.

 Να εστιάσω μήπως στον «ερασιτεχνισμό» της που όμως λειτουργεί τέλεια ως προς αυτό που θέλει να βγάλει; Τα κομμάτια της θαρρείς ότι είναι ντέμο ενός χρονολογικά απροσδιόριστου άλμπουμ. Καμία γυαλάδα δεν αντιφεγγίζει ανάμεσα στις μελωδικές γραμμές. Τέσσερα «κανονικά» κομμάτια και άλλα τόσα περίεργα ορχηστρικά συγκροτούν ένα μισάωρο το οποίο είναι αρκετό για να αφήσει τη στάμπα του.

 Τι είναι αυτό που παίζει τελικά η Carla dal Forno; Αυτή η ερώτηση πλέον πρέπει να καταργηθεί. Τα είδη και οι ταμπέλες τείνουν να χάσουν το νόημα τους, καθώς πολλά στοιχεία αναμειγνύονται στη σύγχρονη μουσική για να βγει κάτι το νέο και πρωτοποριακό. Θες να μάθεις τι παίζει η Carla; Απλά βάλε να την ακούσεις. Ακόμη κι αν δεν καταλάβεις τι παίζει, θα μείνεις με την απόλαυση της ακρόασης του ντεμπούτου της.

Μπάμπης Κολτράνης

Caroline K – Phantom Forth

Σίγουρα θα έχετε απορήσει πώς γίνεται αυτός ο ήχος της σκοτεινής πλευράς των 1980’s να ακούγεται τόσο φρέσκος σήμερα, παρόλο που τα συγκροτήματα του τότε άνετα θα μπορούσαν αποκαλεστούν δεινοσαυρικά με βάση και τις γενιές που μας χωρίζουν απ’ αυτά. Η απλή απάντηση είναι ότι από τότε λίγα πράγματα έχουν αλλάξει ως προς την τεχνοτροπία και την αντίληψη περί μελωδίας, οπότε είναι λογικό ονόματα όπως οι The Smiths, The Sound, Joy Division κ.α. να γνωρίζουν δόξες σήμερα και εις τον αιώνα των αιώνων αμήν. Τι γίνεται όμως με τα κρυφά διαμάντια εκείνης της εποχής, τους δίσκους που ακούστηκαν σε στενό κύκλο ανθρώπων όταν βγήκαν και τα ονόματα τα οποία έβγαλαν μόνο ένα δίσκο και μετά εξαφανίστηκαν; Η λύση έχει ήδη βρεθεί και για αυτές τις περιπτώσεις και ονομάζεται επανακυκλοφορίες. Μια δεύτερη ευκαιρία δίνεται σήμερα σε ένα μεγάλο αριθμό κυκλοφοριών που λόγω της αδυναμίας των τότε ανεξάρτητων εταιρειών δεν έφτασαν μέχρι εκεί που το άξιζαν ή ακόμη έμελλε να περάσει ο χρόνος για να αναγνωριστούν. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι μια δεύτερη νεότητα μπορεί να μην υφίσταται ως έννοια στη ζωή, αλλά στη μουσική, όπου όλα μπορούν να συμβαίνουν με ένα μαγικό τρόπο, σαφώς και υπάρχει.

Caroline K – Now Wait For Last Year (blackest ever black)

caroline-k.againstthesilence.com

Ο δίσκος της Caroline K, μέλος των πρώτο-industrial Nocturnal Emissions και πριν λίγα χρόνια εκλιπούσα από λευχαιμία, διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους αντίστοιχους πειραματικούς δίσκους της εποχής του. Αρχικά ξεκινά με μια βουτιά στα βαθιά, καθώς έχουμε ένα εικοσάλεπτο άρρυθμο εγκεφαλικό κομμάτι ως μια έκπληξη με το καλημέρα. Στη συνέχεια κάθε κομμάτι έχει τη δική του ταυτότητα. Σε κάθε σύνθεση βγάζει μια ατόφια μαεστρία σε βαθμό εκπληκτικό. Αισθητικά συνταιριάζει το ουτοπικό στοιχείο της επιστημονικής φαντασίας (βλ. τον τίτλο του άλμπουμ που είναι δανεισμένος από ένα βιβλίο του Philip K. Dick), με το ερημικό και τέλος με το νεορομαντικό. Χαρακτηριστικά κομμάτια του δίσκου είναι το “Chearth” το οποίο αποτελεί μια εκλεπτυσμένη και ορχηστρική έκδοση του “Rusting Shells” των Nocturnal Emissions και το “Tracking With Close-Up”, το οποίο έχει ένα αργό κόντρα ρυθμό πάνω σε μια εθιστική ερεβώδη μελωδία. Στο τέλος, ακόμη και τα μπόνους κομμάτια, τα οποία δεν βρίσκονται σε αυτήν την έκδοση, εμπλουτίζουν την παλέτα του δίσκου με κάτι το πιο πολύχρωμο. Ενός δίσκου που στέκεται επάξια δίπλα στις νέες κυκλοφορίες της σύγχρονης ανοιχτόμυαλης δισκογραφίας και φτάνει να διεκδικεί μια αργοπορημένη, αλλά δίκαιη ιστορική αναγνώριση.

 

 

Phantom Forth – The Eepp (dark entries)

phantomforth.againstthesilence.com

Κάποια στιγμή θα πρέπει να αποτίσουμε φόρο τιμής στις μπάντες που αρκέστηκαν σε μια μόνο κυκλοφορία για να δηλώσουν αυτό που ήθελαν να πουν. Οι Phantom Forth από τη Νέα Ζηλανδία έβγαλαν μόνο ένα EP to 1984, το οποίο ξέθαψε η Dark Entries η οποία εξειδικεύεται στο να βγάζει θησαυρούς από το παρελθόν. Βρήκε άλλα δύο κομμάτια της μπάντας και τσουπ, έτοιμος ο ολοκληρωμένος δίσκος από όλες τις απόψεις. Αρχικά να σημειωθεί η καλαισθησία αυτής της μπάντας και η χρήση ορισμένων στοιχείων στη μουσική της που αποδεικνύουν τη διάθεση να πειραματιστούν έξω από τις νόρμες του post-punk/dark είδους. Υπάρχουν μάλιστα και ψήγματα ονειρικών μελωδιών, κάτι που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς ήδη εκείνη την εποχή αυτή η μετάβαση από το σκοτάδι στο καλειδοσκοπικό φως ήταν ήδη παρούσα και δεν θα αργούσε να οδηγήσει σε ρεύματα όπως η shoegaze, indie-pop και άλλα.

Σε γενικές γραμμές πάντως όλος ο δίσκος είναι εναρμονισμένος με τη σκοτεινή ανεμελιά της μετά-punk εποχής και ακούγοντάς τον έχεις την αίσθηση ότι σε ό,τι δοκιμάζει η μπάντα, πετυχαίνει κέντρο. Όπως φαίνεται λοιπόν από το δίσκο αυτό, αλλά και από την αστείρευτη όρεξη της Dark Entries να επανακυκλοφορεί υλικό από τη συγκεκριμένη εποχή, δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε έτσι εύκολα από τα 1980’s!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Dalhous – Tim Hecker – The Star Pillow

Dalhous – The Composite Moods Collection Vol.1: House Number 44 (blackest ever black)

Είναι κάποιοι δίσκοι που ακούγονται μόνο βράδυ, συνοδεύοντας την ύποπτη σιγή μιας απόκεντρης γειτονιάς. Ο νέος δίσκος των Dalhous σίγουρα είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι όμως αυτή η σκοτεινή αίσθηση που τον κάνει ιδιαίτερο, αλλά ουσιαστικά η ιδιαίτερη μορφή του. Πρόκειται για μια συλλογή συνθέσεων οι οποίες αναφέρονται σε στιγμές, σκέψεις και συναισθήματα μελών μιας συγκατοίκησης. Υπάρχει μια γλυκιά αταξία στο υλικό με συνθέσεις που παραπέμπουν σε εισαγωγές ασμάτων τα οποία  δεν έρχονται ποτέ και αναμοχλεύονται με απειλητικά ηλεκτρονικά κομμάτια, χωρίς στο τέλος να μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιες συνθέσεις ως δεσπόζουσες του άλμπουμ. Την ίδια στιγμή υπάρχει μια αρμονία η οποία συνέχει όλο το υλικό, θυμίζοντας ενσταντανέ μιας επιτυχημένης, αν και δύσκολης συμβίωσης. Αδιαμφισβήτητα το συγκεκριμένο άλμπουμ χρειάζεται χρόνο για να χωνευτεί ως άκουσμα, αλλά στο τέλος υπάρχει η αίσθηση του βάθους στην όλη ακρόαση, με ο,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, είτε λυτρωτικό, είτε επικίνδυνο.

 

 

Tim Hecker – Love Streams (4AD)

Το έργο του συγκεκριμένου δημιουργού θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ηχώ συναισθημάτων άγνωστης προέλευσης. Έχει φτάσει δε σε τέτοιο σημείο αποδοχής που μετά την αναγνώριση του παλαιότερου του Ravedeath, 1972 ως δίσκο της χρονιάς στο Rolling Stone μεταξύ κι άλλων μουσικών ιστοτόπων, έρχεται τώρα να κυκλοφορήσει το νέο του πόνημα στην αυτοαποκαλούμενη ανεξάρτητη, ιστορική και εμπορική 4AD.
Προσωπικά έχω χάσει το μέτρημα με το πόσα άλμπουμ του έχουν καταφέρει να με γοητεύσουν από το ξεκίνημα τους κιόλας. Κι εδώ έχουμε ένα άλμπουμ γεμάτο αφαιρετικές ιδέες, αφηρημένες κορυφώσεις και σημεία που εκεί που νομίζεις πως δεν κολλάνε μεταξύ τους, τελικά γίνονται όλα ένα. Υπάρχουν στοιχεία που θαρρείς ότι τα έχεις ξανακούσει σε παλαιότερες δουλειές του, αλλά και άλλα που σίγουρα είναι νεοεισαχθέντα στο έργο του. Για παράδειγμα πρώτη φορά κάνει χρήση φωνητικών, τα οποία μάλιστα τραγουδούν κάτι το θρησκευτικό ανάποδα δίνοντας ένα καθηλωτικό τόνο στις συνθέσεις που τα συναντάμε. Επίσης υπάρχει ένα φλερτ με το θόρυβο, πχ στο “Castrati Stack” υπάρχει σημείο που θυμίζει χαλασμένο βύσμα, δίνοντας το στοιχείο μιας όχι και τόσο υπόκωφης έντασης στην όλη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Προφανώς δεν βγάζεις άκρη τόσο εύκολα με ένα οποιοδήποτε άλμπουμ του Tim Hecker, αλλά το Love Streams δεν νομίζω να μη γοητεύσει όσ@ς γνωρίζουν περίπου τι θα βρουν σε αυτό.

 

 

The Star Pillow – Above (Time Released Sound & Time Sensitive Materials)

Παραμερίζοντας αναλύσεις περί της ουσίας της μουσικής βλέπουμε πως στα σκοτεινά τα πάντα φαίνονται πιο καθαρά. Τουλάχιστον όσον αφορά την θολότητα της εκάστοτε συνθετικής αύρας, εκεί είναι που το συναίσθημα περνά ανόθευτο προς τα ενδότερα. Το όνομα του προσωπικού αυτού σχήματος παραπέμπει σε DIY αστρομαξίλαρα και ίσως τελικά να ταιριάζει με την κατάσταση ημί-ύπνωσης που σε οδηγούν οι drone/ambient συνθέσεις του άλμπουμ. Με βάση όλα αυτά ο δίσκος, αν και θα μπορούσε να είναι πιο μαζεμένος χρονικά, μπαίνει στους προτεινόμενους του είδους για φέτος.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

I Can’t Give You The Life You Want (blackest ever black)

I Can't Give You The Life That You Want .againstthesilence.com

 

Ακόμη και οι πιο δύσπιστ@ με την ηλεκτρονική μουσική έχουν πάρει χαμπάρι πως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αυτή είναι η μόνη που συνεχίζει να βγάζει δίσκους οι οποίοι περιέχουν το στοιχείο της έκπληξης, ακόμη και της πρωτοπορίας. Όσο θολοί και αν φαντάζουν οι όροι ή τα είδη, η κιθαριστική εν γένει μουσική σαφώς και έχει απολέσει σε τεράστιο βαθμό τα παραπάνω στοιχεία από την φαρέτρα της.

Οι λόγοι που συνέβαλλαν στο παραπάνω γεγονός είναι κυρίως τρεις. Αρχικά έχουμε μια αέναη εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων που βοηθάν στην παραγωγή ηλεκτρονικών γενικότερα ακουσμάτων, η οποία όσο να ‘ναι δίνει μια φρεσκάδα σε κάθε νέο ήχο. Επίσης το ανοικτό μυαλό των παραγωγών του συγκεκριμένου είδους κατάφερε να αφήσει να εισχωρήσουν στοιχεία και από άλλες μουσικές παραδόσεις, οι οποίες εμπλουτίζουν συνεχώς τα πεδία ενασχόλησης τους. Το βασικότερο όμως όλων παραμένει η, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάδειξη του ανθρώπινου στοιχείου, γνωστού και ως έμπνευση, στις δουλειές του συγκεκριμένου ύφους.

Αν υπάρχει σήμερα μια σκηνή που τα περικλείει όλα αυτά σε χορταστικό βαθμό είναι η, ας την πούμε, σύγχρονη πειραματική σκοτεινήPost-everything σκηνή. Σημαντικός πυλώνας της είναι το label Blackest Ever Black το οποίο ως τώρα τηρεί μια low profile στάση και δεν σταματά να βγάζει νέα ονόματα εδώ και πέντε χρόνια. Άρα αυτή η εορταστική συλλογή με ακυκλοφόρητα κομμάτια ονομάτων του label, έρχεται ίσως την κατάλληλη στιγμή για να αποδείξει όλα αυτά που ειπώθηκαν στον μακρύ πρόλογο. Ευτυχώς η ποιότητα των κομματιών δεν δείχνει πως απλά ξέμειναν από κάπου, αλλά επιφέρει στα μισά τουλάχιστον το στοιχείο της ανατριχίλας.

Αν και ο τίτλος του label προκαταβάλει για κάτι σκοτεινό και συμπαγές, εδώ κυριαρχεί μια αίσθηση της γαλήνης πριν ή μετά (όπως λέει και το σαγηνευτικό τραγούδι των Tropic Of Cancer) την καταιγίδα. Ουσιαστικά τίποτα δεν θυμίζει κάτι άλλο εδώ μέσα και συναντάμε μια περιπετειώδης μη-γραμμική πορεία στην όλη ακρόαση. Αν και σε συλλογές συνηθίζεται η αποκοπή συγκεκριμένων συνθέσεων που ξεχωρίζουν κάπως, εδώ έχουμε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα όπου από την αρχή μέχρι το τέλος ξετυλίγεται ένα μυστήριο και εθιστικό μουσικό ταξίδι. Πέρα λοιπόν από μια ευκαιρία γνωριμίας με σύγχρονα μουσικά σχήματα, έχουμε και ένα άλμπουμ το οποίο αποδεικνύει πως αυτή η μουσική έχει να δώσει ακόμη πολλά στο κοντινό μέλλον.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης