Τhe Myrrors – The Fuzz Club Session (Fuzz Club Records)

a1781959838_10

Έχω στον νου μου αμυδρά ένα κινηματογραφικό πλάνο. Ένας άνδρας αποκαμωμένος, με εμφάνιση επαίτη, διασχίζει μια κοκκινωπή, αχανή έκταση δίχως αρχή και τέλος, μια έρημο του αμερικανικού Βορρά. Ασυναίσθητα νιώθω έντονη δίψα και εξάντληση και με πιάνει μια παρανοϊκή αγωνία. “Εδώ θα πεθάνω, το κουφάρι μου θα γίνει βορά αρπακτικών και η ιστορία μου θα μείνει ανείπωτη”. Έχω γίνει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μου και αναρωτιέμαι αν αυτό γίνεται από εγωισμό ή έπαρση. Τότε, ο άντρας γυρίζει το ξεφτισμένο από τη ζέστη πρόσωπό του και μου φωνάζει υποτιμητικά “Επέλεξα να έρθω εδώ. Όχι για να πεθάνω, αλλά για να βρω κάτι που από καιρό έχω χάσει σε αυτά τα μέρη”.

Τότε γυρίζω πίσω, στον εαυτό μου. Ξυπνάω, νιώθω ξανά τα δάχτυλά μου και νιώθω ευτυχής που δεν χρειάζεται να μοιάσω στον ερημίτη του ονείρου μου για να κάνω αυτό το ταξίδι. Καταπίνω, και το σάλιο μου έχει γεύση βρεγμένου χώματος. Κλείνω τα μάτια και ακούω τις πρώτες νότες του “Juanito Laguna Duerme Con Los Grillos” των The Myrrors, επιλέγω τον ύμνο της καλοκαιρινής μου οφθαλμαπάτης.

Ίσως και να ’χει μια γερή δόση προβλεψιμότητας αυτή η επιλογή. Τι πιο ταιριαστό από τους τροβαδούρους του αντεργκράουντ ψυχελεδικού ήχου της Αριζόνα, όταν ο νοητός συνομιλητής σου ψυχορραγεί σε μια ψεύτικη έρημο αναζητώντας μια διόλου ουτοπική αλήθεια;

Είναι μόλις ένας μήνας μετά την κυκλοφορία της ηχογράφησης της σειράς Fuzz Club Session των The Myrrors στο Λονδίνο, και όμως ο ήχος που αναδίδεται από το “Semillas Sembradas” φέρει την αποπνικτική απογοήτευση χιλιάδων χρόνων της ανθρώπινης ύπαρξης. Βλέπω τον περιπατητή του ονείρου να χτυπά νωχελικά τη ζώνη του σε χτύπο του ταμπούρου και χαμογελάω. Ξέρω πως σύντομα θα φτάσει στον τόπο που αναζητά.

Ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει και το “Note From The Underground” σηματοδοτεί τον αποχαιρετισμό μας. Ένα επίμονο βουητό ηχεί στα αυτιά μου, ενώ οραματίζομαι γδαρμένα δάχτυλα να χτυπούν ρυθμικά τα τάστα ενός μουσικού οργάνου που μετά βίας αναγνωρίζω. Ο ταξιδιώτης λείπει, μόνο τα ρούχα του βρίσκονται κουρελιασμένα πάνω στη μαυρισμένη από την απώλεια φωτός άμμο. Ο ρυθμός συνεχίζει υπνωτιστικά, το πλάνο κλείνει, από τα ηχεία δεν ακούγεται παρά μια επίμονη παράκληση. “Πάμε πάλι από την αρχή”.


I bare in my memory the slightest recollection of a cinema sequence. A washed-out man with the looks of a beggar is roaming a reddish, limitless land with no beginning and no end – a dessert of the American North. Unconsciously, I begin to feel thirsty and exhausted and a paranoid anguish takes hold of me. “This is where I die. My remains will feed the predators and my story will remain untold”. I am now the protagonist of my own story and I catch myself wondering whether this is proof of my egoism or some sort of conceit. Then, the man turns his frayed face towards me and tells me in a disapproving tone “I chose to come here. Not to die, but to find something I’ve long lost in this place”.

I return to myself. I wake up, regain all feeling in my fingers and rejoice in the thought that I – unlike the hermit in my dream – have no need of taking a journey such as his. I swallow and my saliva tastes like wet dirt. I close my eyes and hear the first notes of “Juanito Laguna Duerme Con Los Grillos” by The Myrrors, the hymn I have carefully chosen to pair with this summertime illusion of mine.

This choice might as well involve a great deal of predicatibility. Who could possibly be more fit in this scenario when your imaginary interlocutor withers away in a fake dessert while looking for a truth that’s far from utopian, than a quartet representative of the underground psychedelic scene of Arizona?

It’s only been a month since the release of The Myrrors’  Fuzz Club Session series in London and yet, the sound that “Semillas Sembradas” emits bares in itself the suffocating distress of thousand years of human existence. I watch the traveler knocking his fingers on his belt as the drum beats and I smile. I am fully aware that he will soon reach his designated place.

The sun sets and “Note From The Underground” marks the time of our farewell. A persistent buzzing is in my ears as I vision a pair of scratched fingers rhythmically touching the frets of a musical instrument I can barely recognize. The traveler is nowhere to be seen but his clothes lay ragged on the now blackened by the absence of light sand. The rhythm goes on in a hypnotizing fashion, the sequence ends and from the speakers comes nothing but a plea: “Let’s take it from the start”.

 

 

Victoria L. / Βικτώρια Λαμπροπούλου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.