Du bist kein Berliner

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να σου ξαναμουτζουρώσω τις σχεδόν κατάλευκες σου σελίδες. Για την ακρίβεια, αυτές οι γαλανές γραμμές σε συστοιχία προβάλλουν μια άτυπη προστακτική που μεταδίδουν στον γράφοντα ένα άγχος. Αν υπολογίσουμε και την πάλη να γεφυρωθεί η χαώδης διαφορά μεταξύ της καλλιγραφίας και των ορνιθοσκαλισμάτων, τότε το έργο που έχει να πράξει το συνήθως δεξί χέρι φαντάζει τιτάνιο.

Αυτά όλα βέβαια στη φαντασία, εκεί δηλαδή που αρχίζουν όλα, γιατί στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο αυτό χέρι που επιλέγει να βάλει στη σωστή σειρά λέξεις και ιδέες έχει ξεθαρρέψει αρκετά με το πέρασμα του χρόνου. Έγραψε για το κρύο εδώ στον Βορρά, για τις συναυλίες, για τον αόρατο έλεγχο της σύγχρονης αυτής πρωτεύουσας και διάφορα άλλα σχεδόν ασήμαντα που ίσως προκαλούν εντύπωση μόνο σε κάποιον ξένο που θέλει να πάψουν να τον αντιμετωπίζουν ως τέτοιον. Αυτό το τελευταίο λοιπόν συναίσθημα είναι κάτι που, αν και εμφανίστηκε από την πρώτη στιγμή, παρέμενε θολό και αδιευκρίνιστο. Ο κύριος λόγος ήταν πως μιλάμε για ένα προφανές γεγονός. Είμαι ξένος, δεν είμαι από εδώ και όσο φιλόξενη κι αν είναι αυτή η πόλη θα μ’ αντιμετωπίσει ως ξένο. Βέβαια χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε πως η έννοια του ξένου έχει αρκετές υποστάσεις που τείνουν να διαφοροποιούν εντελώς το νόημά της. Άλλο αυτός που έρχεται από άλλα βόρεια κράτη για καριέρα, άλλο ο ξένος που έρχεται από τα νότια γιατί σκόνταψε σε αδιέξοδα και άλλο αυτός που άφησε ρημαγμένη γη πίσω του και έπαιξε το κεφάλι του για να φτάσει εδώ. Όλοι ξένοι είναι βέβαια και σίγουρα υπάρχουν κάποια ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά, αν και με μόνο μία πρόχειρη ταξική ματιά οι διαφορές μεταξύ τους είναι τεράστιες.

Για αυτές τις διαφορές χρειάζεται αρκετή ανάλυση, που δεν είναι της ώρας, ώστε να μην αναφερθούν χιλιοειπωμένα λόγια που συνήθως δεν οδηγούν και πουθενά. Αυτή όμως η ομοιότητα των ξένων εν τέλει δεν οφείλεται στους ίδιους, αλλά στο πώς τους βλέπουν οι ντόπιοι. Ακούγεται αστείο να μιλάμε πάντως για ξένους και ντόπιους την στιγμή που στους δρόμους της πόλης αυτής ακούς ένα κάρο άγνωστες γλώσσες που δεν οφείλονται μόνο σε τουρίστες οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αφθονούν κάθε εποχή. Πώς να νιώσεις από την πλευρά σου πως είσαι κάπου μακριά, όταν δεν ακούς μόνο μία κυρίαρχη γλώσσα γύρω σου και όταν και η μητρική σου συχνά φαντάζει σαν να σε ακολουθεί από πίσω, χωρίς να καταλαβαίνουν οι φορείς της ότι τους καταλαβαίνεις; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η δεκτικότητα των κατοίκων απέναντι στον άλλον φαντάζει δεδομένη. Στον μη αυτόχθονα εξάλλου χρωστά αυτή η πόλη το ξαναχτίσιμο της από την αρχή καθώς και την ανάδειξη του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, για τον οποίο τόσο υπερηφανεύεται. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σε βοηθάνε στον δρόμο αν δείχνεις χαμένος, σου προσφέρουν ορισμένα δικαιώματα ως πολιτογραφημένου κάτοικου της Ε.Ε., σου ενοικιάζουν τον προσωπικό τους χώρο, σου χαμογελάνε χωρίς να κρύβουν κάτι, σου αφήνουν προσωπικό χώρο κ.α. Η πρώτη όμως ερώτηση πάντα έρχεται να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά…”Πόσο σκέφτεσαι να κάτσεις στην πόλη;” Φαντάζει αρχικά κάπως δικαιολογημένη αυτή η επιμονή στην συγκεκριμένη ερώτηση από την πλευρά τους, καθώς σίγουρα θα έχουν δει αρκετό κόσμο να περνά για λίγο και να φεύγει για άλλες πολιτείες, ίσως αναρχικές. Μήπως αυτό όμως το συμπέρασμα αποτελεί την εύκολη δικαιολογία, ώστε να σε βλέπουν a priori ως έναν περαστικό από την πόλη, άρα όχι ισότιμο με αυτούς; Εδώ δεν μιλάμε για μέρη που η ξενοφοβία είναι υπαρκτή, π.χ. ορισμένα προάστια της πόλης, αλλά για το κέντρο και τις γειτονιές που χαρακτηρίζονται προοδευτικές. Εκεί είναι που θα δεις τύπους με μπλουζάκια που γράφουν Du bist kein Berliner (δεν είσαι Βερολινέζος) ή αυτοκόλλητα με το έξυπνο αλλά προβληματικό Berlin doesn’t love you. Ή θα διαβάσεις με μαρκαδόρο γραμμένο “Ισπανοί, Άγγλοι, ή απ’ οπουδήποτε στο διάολο έχετε έρθει, πίσω στην κόλαση από όπου ήρθατε”. Άνετα αυτές οι επιθετικές φράσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάργα ξενοφοβικές, καθώς δεν εστιάζουν πουθενά (γιάπιδες, hipsters κλπ), παρά μόνο σε αυτ@ που ενίοτε έρχονται να διεκδικήσουν περισσότερο χώρο από όσο αρχικά τους αναλογεί.

Η πόλη αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι θα φανταζόταν κανείς αλλά ακόμη και οι ρακοσυλλέκτες, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι, σίγουρα γνωρίζουν πως επωφελούνται από όλους αυτούς που συρρέουν από όλα τα μέρη του κόσμου στην πόλη αυτή. Όπως γνωρίζουν όλοι πως τα νοίκια δεν ανεβαίνουν μόνο από τα μεσιτικά γραφεία και τις τράπεζες που αγοράζουν σωρηδόν φιλέτα, αλλά και από τον καθένα και την καθεμιά που υπενοικιάζει ένα δωμάτιο ζητώντας εξωφρενικά ποσά. Εξάλλου οι περισσότερ@ από εμάς, τη δεύτερη κατηγορία έχουμε να συναντήσουμε την πρώτη περίοδο που ερχόμαστε εδώ. Δεν φέρνει όμως λίγο η ρήση, ότι έρχονται απ’ έξω και ανεβάζουν τα νοίκια, ότι φταίνε οι μη Βερολινέζοι (πχ οι επενδυτές από τη Δυτική Γερμανία) για τη γρήγορη και βίαιη μεταμόρφωση της πόλης, σε έναν υφέρποντα ρατσισμό; Αν το συμπέρασμα φαντάζει υπερβολικό, είναι γιατί σε έναν εξωτερικό παρατηρητή όλα φαντάζουν αγγελικά πλασμένα. Όσο όμως προσεγγίζεις τον πυρήνα τους, αντιλαμβάνεσαι πως διαχωρισμοί υπάρχουν ακόμη κι εκεί που δεν το φανταζόσουν.

Αν επρόκειτο για ένα αίσθημα ανωτερότητας των ημεδαπών απέναντι στους υπόλοιπους, θα ήταν πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Αυτό που υπάρχει είναι ένας διάχυτος φόβος μην τυχόν χαθεί ο έλεγχος και γεννηθούν καταστάσεις που δεν έχουν προβλεφθεί. Οι οδηγίες εξάλλου σε κάθε δημόσιο χώρο, αναφέρονται αποκλειστικά στο τι να μην κάνεις και όχι στο τι επιτρέπεται. Στήνεται δηλαδή ένα πλαίσιο αυστηρών κανόνων, διαφορετικών μεταξύ τους αλλά της ίδιας λογικής, από την αστυνομία μέχρι σ’ έναν συναυλιακό χώρο ή σε ένα WG (ΒεΓκέ, συγκατοίκηση που μένουν συνήθως πάνω από δύο άτομα), που στοχεύουν στην τήρηση της τάξης. Όταν συμβαίνει οι κανόνες να καταρρίπτονται από αυτούς που τους ορίζουν, φανερώνεται η όποια ιεραρχία ως ευάλωτη και ηλίθια. Για παράδειγμα το να θεωρεί άξιο έντονου παραπόνου ένας άστεγος το γεγονός πως περνάς με το ποδήλατο ένα κόκκινο φανάρι πεζών, ενώ ο δρόμος είναι εντελώς άδειος, αφορά την τήρηση και μόνο μιας τάξης και όχι την ασφάλεια κανενός.

Εφαρμόζεται ολοκληρωτικά αυτό το παραπάνω μοντέλο; Σαφώς όχι. Η πόλη πρέπει να παραμείνει χοάνη πολιτισμών, γιατί είναι αυτό που πουλάει καλύτερα, όπως επίσης η παραπάνω κατάσταση δεν αφορά καθολικά όλους τους κατοίκους της πόλης. Θα καταφέρει το Βερολίνο να συντηρήσει την πρότερη γοητεία του; Άγνωστο. Εμείς τι κάνουμε εδώ; Μαθαίνουμε να μιλάμε ξένες γλώσσες για να επικοινωνήσουμε με άτομα που ούτε φανταζόμασταν πως υπάρχουν. Να ανακαλύψουμε πτυχές της καθημερινότητας που αγνοούσαμε στο προηγούμενο περιβάλλον που ζούσαμε. Ριζώνοντας εν τέλει κάπου, αποβάλλοντας όμως κάθε έννοια που να θυμίζει πατρίδα. Αυτός είναι ο στόχος.

Μπάμπης Κολτράνης

One thought on “Du bist kein Berliner

  1. εύχομαι να συναντήσεις τον Herr Lehmann!είναι “ο καλύτερός μου φίλος”!τον γνώρισα στο μπλουζ του Βερολίνου…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.