Mogwai – A Wrenched Virile Lore (rock action records)

 

Ένας τρόπος για να εξετάσει κανείς το «νέο» δίσκο των Mogwai ο οποίος αποτελεί μια συλλογή από remix άλλων σχημάτων πάνω στο υλικό του περσινού τους Hardcore Will Never Die, You Will, είναι να το αντιπαραβάλει με το προηγούμενο τους remix album Kicking Dead Pig του ’98. Η παράθεση αυτών των δυο κυκλοφοριών όχι μόνο αποτυπώνει γλαφυρά την διαφοροποίηση που έχει επέλθει στον ήχο των Mogwai με την πάροδο των χρόνων, αλλά κατά μια έννοια εκφράζει και τις γενικότερες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο αυτοαποκαλούμενο post rock ιδίωμα τα τελευταία 14 χρόνια.

Από την μια, γυρνώντας στις πίσω σελίδες, έχουμε το ομιχλώδες ήχο που παραπέμπει στα σκωτσέζικα Highlands, με τα ηλεκτρονικά και γενικότερα την όλη μουσική να εξαπολύεται προς κάθε κατεύθυνση σχεδόν χαοτικά και χωρίς σαφή τελικό προορισμό. Από την άλλη, το νέο αυτό album βγάζει τον νέο εκλεπτυσμένο ήχο όπου όλα μεν φαντάζουν να είναι ανοιχτά αλλά στο τέλος καταλήγουν σε συγκεκριμένα μονοπάτια, κάπως σαν αποτύπωμα των γεωγραφικών ζωνών μιας μητρόπολης όπως η Νέα Υόρκη όπου ειρήσθω εν παρόδω οι Mogwai γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια μεγάλες πιένες.

Επικεντρωμένοι στην νέα τους αυτή κυκλοφορία, οφείλουμε να δώσουμε μεγάλη βαρύτητα στην αρχική μαγιά που αποτέλεσε το υλικό του περσινού τους δίσκου. Ήταν ουσιαστικά η επισημοποίηση της στροφής της μπάντας προς πιο συμβατικά κομμάτια, με το βάθος στον ήχο να δίνει την θέση του σε πιο άμεσα εντυπωμένες μελωδίες οι οποίες ορισμένες στιγμές δεν αποφεύγουν την ρηχότητα. Το remix αυτό album αποτελεί την φυσιολογική συνέχεια αυτής της πορείας, απλώνοντας γέφυρες με πολλούς εκπρόσωπους της σύγχρονης μουσικής. Υπάρχει μια διάχυτη σύνδεση με τις πρωταρχικές ιδέες σε βαθμό που ακούγονται τα κομμάτια εδώ ως συντηρητικές ή μη επανεκτελέσεις των πρωτότυπων εκδόσεων, βλ. τις επιδόσεις των Soft Moon, Tim Hecker και R.M Hubbert. Εξαίρεση αποτελούν οι συμμετοχές του Klad Hest και του Zombi, όπου δίνουν αμφότεροι έναν εντελώς δικό τους μοτίβο, κάνοντας αγνώριστα τα κομμάτια που καλέστηκαν να «πειράξουν». Ίσως μάλιστα αυτός να είναι και ο λόγος που ξεχωρίζουν από τα άλλα κομμάτια, πέρα από τον έντονα χορευτικό τόνο που τα διακατέχει. Εκτός αυτών των δυο, ξεχωρίζει η κατάθεση του Justin K. Broadrick (δηλαδή του Jesu) που επισκιάζει την πρώτη εκτέλεση του αντίστοιχου κομματιού των Mogwai, καθώς και το “Le Mort Blance” όπου επιμελείται ο Robert Hampson την σύζευξη δυο ξεχωριστών κομματιών, των “White Noise” και “Death Rays”, σε ένα συμπαγές σώμα.

Μετά τον εμπορικό θρίαμβο της ηλεκτρονικής μουσικής το 2000 περίπου, στο όνομα του remix album γεννήθηκαν σημεία και τέρατα. Ακόμη και ονόματα πρώτης γραμμής σήμερα χωλαίνουν να βγάλουν μια συλλογή από remix που να είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ενδιαφέρουσα (γκουχ γκουχ…Radiohead, Amon Tobin κλπ). Οι Mogwai κερδίζουν και αυτήν την παρτίδα, όχι ως ένα επεισόδιο σε μια ασυνεχή σειρά κυκλοφοριών που θεωρούνται ήδη κλασσικές, βλ. Ten Rapid, Mogwai Young Team, Happy Songs For Happy People, Burning, αλλά ως ένα αξιοπρεπές βήμα μιας πορείας όπου το τέλος δικαιούται να αργήσει να σημάνει ακόμα.

 

 

ΥΓ. Την ίδια στιγμή, κάπου μακριά, οι άγριοι Deafheaven καταθέτουν την δικιά τους, άκρως ενδιαφέρουσα άποψη πάνω σε δυο παλαιότερες συνθέσεις των Mogwai.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s