Oneohtrix Point Never – Age Of (warp)

Καθώς έχουμε πλημμυρίσει από τα πάντα στη σύγχρονη μουσική και μεταξύ άλλων και των ονομάτων που δουλεύουν κατά μόνας, το ζητούμενο είναι τι έχουν αυτά να μας πουν πέρα από το να περιφέρουν τον κατά τα άλλα δημιουργικό ναρκισσισμό τους ως άλλες σέλφι με νότες. Ο Daniel Lopatin ξεχώρισε από τον όχλο, γιατί πολύ απλά αναδείκνυε μέσα από το προσωπικό έργο του πτυχές της γενιάς του και όχι σελίδες του ημερολογίου του. Μίλαγε για αυτήν, όχι προς αυτήν. Ακόμη κι αν δουλεύει με τρόπο που θυμίζει νεανία βυθισμένο στα video game, πάντα παρουσιάζει κάτι που δεν αφορά μόνο αυτόν.

Το νέο του άλμπουμ δεν παραμένει απλώς πιστό σε αυτήν την πορεία, αλλά προχωρά ακόμη παραπέρα την εξωστρεφή του ενδοσκόπηση. Πέραν των οικουμενικών νοημάτων, που προσδίδουν μια δυστοπική χροιά στο πώς αντιμετωπίζουμε αυτά που αλλάζουν γρήγορα γύρω μας, είναι και η ίδια η προσέγγιση στη μουσική που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει μια αίσθηση ακούγοντας το Age Of ότι όχι μόνο δούλεψε από το μηδέν για να φτάσει στην ολοκλήρωσή του, αλλά ήθελε να καταδείξει και τη σημασία του να φτιάξεις κάτι από το τίποτα. Μια παραπομπή σε αυτό που ζούμε στον ημιπραγματικό κόσμο του διαδικτύου, όπου περιμένουμε το κάτι έξω από αυτό για να λάβει το οτιδήποτε σε αυτό σάρκα και οστά. Αυτό είναι η ζωή, οι σχέσεις, η γλώσσα και διάφορα άλλα που τείνουμε να τα ξεχάσουμε και η τέχνη οφείλει να μας τα θυμίζει.

Γιατί όντως αυτό που κάνει ο OPN είναι τέχνη. Η μουσική του είναι ζωντανή και χυμώδης, κρύβει μυστικά περάσματα, θέλει τον χρόνο της και δεν στέκεται να σε περιμένει, αλλά έρχεται αυτή προς εσένα. Κλασικά και στο Age Of έχουμε αρκετές εκπλήξεις, ακόμη και για τον κόσμο που έχει λιώσει το πρότερο έργο του Daniel. Τη μία δοκιμάζει διάφορα χωρίς να καταλαβαίνεις πώς κολλάνε μεταξύ τους, την άλλη είναι σαν ένα κομμάτι να τελειώνει εκεί που ήδη έχει ξεκινήσει το επόμενο. Αν σας ακούγονται όλα αυτά χαοτικά, στην πραγματικότητα είναι ακόμη περισσότερο, σε βαθμό που μπορεί να σας μπερδέψουν. Δίπλα σε φοβερές συνθέσεις (“Black Snow”, “We’ll Take It”, “Last Known Image Of A Song”) βρίσκονται άλλες όπου νομίζεις ότι αφηρημένα παίζει με τα κουβαδάκια του σε μια ερημική παραλία. Παρ’ όλ’ αυτά, όλα κάπως συνδέονται με έναν περίεργο τρόπο, θυμίζοντας στο τέλος μια ήπια και αντίρροπη όψη του τελευταίου του τσιτωμένου δίσκου.

Ο Daniel δεν θέλει να χλευάσει τον τρόπο που κοιτάμε τον καθρέφτη νομίζοντας ότι το έργο μας απευθύνεται στις όποιες μάζες, ούτε ελιτίζει για να κερδίσει την αποδοχή. Προχωρά πέρα από αυτά, σαν να τα έχει καλοχωνέψει ως στάδια της ως τώρα πορείας του και καταφέρνει να βγάλει άλλον έναν ξεχωριστό δίσκο. Πέραν της αποδόμησης ή εξύψωσης ρυθμών και μελωδιών, το μόνο που λείπει στο Age Of είναι το να μπορεί να σε συνεπάρει ως σύνολο σε συνεχή ροή. Ακόμη κι αυτό όμως είναι σαν να βγαίνει μεθοδευμένα, σαν να μην ήθελε ο ίδιος να εκβιάσει κάποιο συναίσθημα σε έναν κόσμο που στοχεύει με άπληστο τρόπο σε αυτό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Clark – The Last Panthers (warp)

Πρέπει να είμαι στην οικτρή μειοψηφία που δεν βλέπει σήριαλ, οπότε ομολογώ πως δεν έχω αντίληψη του επιπέδου της παραγωγής τους τα τελευταία χρόνια. Προφανώς σε αυτήν την ποιοτική μετάλλαξη και αναβάθμιση τους δεν θα μπορούσε να υπολείπεται και η μουσική ως μορφή τέχνης που καλείται εδώ να ντύσει εικόνες και σκηνές σχεδόν, αν όχι εντελώς, κινηματογραφικές.

Οι Mogwai είχαν δοκιμαστεί γράφοντας μουσική για το The Revenants με σχετική επιτυχία και τώρα έρχεται ο πολυμήχανος Chris Clark να κυκλοφορήσει τη μουσική που έγραψε για το σήριαλ The Last Panthers, ελαφρώς παραλλαγμένη ώστε να στέκει ως αυτόνομο άλμπουμ. Ο συγκεκριμένος θεωρητικά δεν θα είχε δύσκολο έργο, καθώς η ηλεκτρονική μουσική στην οποία εξειδικεύεται βγάζοντας σωρηδόν αριστουργηματικούς δίσκους τα τελευταία χρόνια, έχει από τη φύση της μια ευρεία γκάμα ήχων και φορμών η οποία έχει αποδειχθεί η ενδεδειγμένη επιλογή για να ντύσει ταινίες μυστηρίου όπως χαρακτηρίζεται υφολογικά το συγκεκριμένο σήριαλ. Μια προσεκτική όμως ματιά στο πλούσιο έργο του με έκανε να είμαι λίγο καχύποπτος μιας και το υλικό του έχει το στοιχείο της έντασης και του ξεπεράσματος τυπικών μορφών ενός κομματιού, μεταφέροντας γερές δόσεις συγκινησιακών σύννεφων βαριάς σκόνης. Πως θα μπορούσε να τιθασεύσει αυτήν του την ροπή ώστε να προσαρμόσει απαλά τους ήχους με τις εικόνες που του προσφέρονται για να συνοδεύσει;

Ακούγοντας το άλμπουμ με κατάνυξη η απάντηση βγαίνει άμεσα. Ο δημιουργός εμφανίζεται με τις συνθέσεις του πιο ώριμος από ποτέ, οι μελωδίες ρέουν χωρίς να εκβιάζουν συναισθήματα και οι χρωματισμοί που δημιουργούνται είναι σαν να φτιάχτηκαν για να ντύσουν τη φαντασία του ακροατή και όχι κατ’ ανάγκη εικόνες στην οθόνη. Το υλικό στέκει τόσο γερά που ακόμη και με κλειστά μάτια σε παρασέρνει στη δίνη του, έχοντας μια εσωτερική ενέργεια η οποία εκφράζεται με έναν άκρως ισορροπημένο τρόπο.

Μελαγχολικό, ονειροπόλο, απλανές και συνεκτικό το The Last Panthers ίσως είναι η πιο ώριμη δουλειά του Clark. Αποτελεί επίσης άλλη μια απόδειξη γιατί η ηλεκτρονική μουσική θα είναι πάντα φρέσκια, με το βλέμμα στο μέλλον, καλύπτοντας ενίοτε ευρεία συναισθηματικά πλάτη με το εύρος της.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Oneohtrix Point Never – Garden Of Delete (warp)

Η ιδανική εισαγωγή για μια κριτική που αναφέρεται σε κάθε νέο δίσκο του OPN οφείλει να αφοσιωθεί στα έως τώρα πεπραγμένα του, χωρίς όμως η παράθεση των προηγούμενων του άλμπουμ να χρησιμεύει ως πυξίδα πλοήγησης. Μπορεί αισίως να έχουμε φτάσει στο δέκατο του πόνημα, χώρια οι άπειρες συνεργασίες που έχει κάνει με άλλους, αλλά από το Replica που δικαίως έκανε όνομα, καθετί που βγάζει εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της έκπληξης.

Ο κοινός παρανομαστής όλων των δουλειών του, βέβαια, είναι η ηλεκτρονική-πειραματική μουσική που θυμίζει εγκεφαλογράφημα νοσηλευόμενου και όχι  καρδιογράφημα επίδοξου χορευτή. Με το R Plus Seven τα κατάφερε η έκπληξη να έχει θετικό πρόσημο, οπότε μένει στο νέο του δίσκο να μας βάλει για μια ακόμη φορά αντί-SOS θέματα. Ομολογώ πως όταν άκουσα τα πρώτα δείγματα της νέας του δουλειάς ξίνισα τα μούτρα μου, καθώς ένιωσα πως το παρατραβάει το σκοινί στα άκρα, με μια φαινομενικά αντί-μουσική προσέγγιση στην αναμόχλευση των ήχων. Όντως στην πρώτη επαφή με το συγκεκριμένο υλικό έχεις την αίσθηση πως δεν μπορείς να αποφασίσεις αν αυτό που ακούς είναι αριστούργημα ή χάλια.

Μια προσεκτική ακρόαση, όμως, αποκαλύπτει ανάμεσα στο θολό τοπίο κρυμμένων ατμοσφαιρών, rock και r’n b ξεφτισμένων στοιχείων και αντισυμβατικών ξεσπασμάτων, μια πηγαία ενέργεια που κάνει το Garden Of Delete το πιο δυναμικό άλμπουμ της καριέρας του. Αυτό το “Mutant Standard”, για παράδειγμα, κάνει τον Burial να στέκει με το στόμα ανοικτό, και εμάς να απορούμε πώς γίνεται ένα γρήγορο κομμάτι να έχει μια τέτοια κορύφωση από τη μέση και πέρα, χωρίς μπάσα, χωρίς βασικό θέμα και χωρίς κανονικό beat!

Προφανώς δεν περιμένουμε και αυτή τη φορά να αποστηθίσουμε τις μελωδίες του OPN, αν και υπάρχουν σημεία που με τα πειραγμένα φωνητικά θα μπορούσαμε να κάνουμε πως σιγοτραγουδάμε, σε περίπτωση που μας έχει τελειώσει το ρεπερτόριο στη μπανιέρα. Πέρα αυτού, υπάρχουν κομμάτια όπως το “Child Of Rage” που είναι σαν ξεπερνιέται το επίπεδο του προηγούμενου του άλμπουμ σε βάθος και σε στόχευση. Μοναδική παραφωνία, ειδικά στην αρχή των ακροάσεων, είναι κάποια σημεία ή ακόμη και κομμάτια (βλ. “No Good”), στα οποία προβάλλει μια pop αισθητική σε αποσύνθεση, όπως  συμβαίνει με τα παράταιρα φωνητικά του “Animals”.

Τα αδύναμα σημεία του δίσκου υποχωρούν, καθώς βαθαίνει η ακρόαση του Garden OfDelete και στο τέλος αναδεικνύεται η ποιότητα του υλικού. Σίγουρα δεν μιλάμε για έναν ευκολοχώνευτο δίσκο, αλλά στο πέρας της ακρόασης σου γεννιέται η επιθυμία να ξαναχωθείς στα επικίνδυνα ύδατα του. Να δούμε μέχρι που θα επεκταθούν αυτά στο τέλος .

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Autechre – Exai (warp)

Exai.againstthesilence.wordpress.com

 

Η πρώτη επαφή που αποκτά κανείς με την ηλεκτρονική μουσική κρύβει πάντα μια έκπληξη. Πίσω από κουμπιά ,προγράμματα και τεχνολογικά τερτίπια κρύβονται βαθυστόχαστα καλλιτεχνικά δείγματα που συνεπαίρνουν. Αυτό συμβαίνει στον μέγιστο βαθμό, όταν, καθώς ψάχνεις τον συγκεκριμένο χώρο, έρχεσαι αντιμέτωπος με τους Autechre (automatic technological recordings). Σίγουρα δεν αρκεί μια ανοιχτόμυαλη διάθεση για να τους αντιληφθείς, καθώς ακόμη και τα πρώτα τους αριστουργήματα στα 90’s, ενώ τώρα ακούγονται ευκόλως προσεγγίσιμα, τότε αποτελούσαν την πιο πειραματική και εγκεφαλική έκδοση του είδους.

Σαν να μην είχαμε δυσκολίες ως προς την αποτύπωση σε λόγια του χαρακτήρα του πολύπλοκου έργου τους, εμφανίζεται η νέα τους δημιουργία η οποία διαρκεί χρονικά δύο ολόκληρες ώρες! Εδώ σαφώς μπαίνει ένα ζήτημα στο κατά πόσο στη σύγχρονη καθημερινότητα, όπου οι ώρες περνάνε σαν φωτοβολίδα αγχωμένες και λειψές, χωρά η προσεκτική ακρόαση ενός δίσκου μαμούθ. Αν δεν ξεπεραστεί αυτό το, ας πούμε, πρόβλημα και δεν δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος, αδιαμφισβήτητα ο πλούτος του Exai δεν γίνεται κατανοητός.

Οι πρώτες προσπάθειες επαφής σίγουρα είναι δύσκολες, καθώς προσωπικά μου πήρε έναν σχετικό χρόνο για να συνεχίσω την ακρόαση μετά και το τέταρτο περίπου κομμάτι του δίσκου. Μην ξεχνάμε πως βασικό στοιχείο για την εκτίμηση των κομματιών του σχήματος ήταν και παραμένει η συγκέντρωση σε αυτά. Πλάι όμως σε αυτήν την εγκεφαλική απαίτηση έρχεται και η αποζημίωση με τις ατμόσφαιρες και τους ραφιναρισμένους ήχους που ιντριγκάρουν τον ακροατή. Μάλιστα στην πορεία, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι είναι πως ο τετραπλός αυτός δίσκος δεν είναι κατ’ ανάγκη δυσπρόσιτος. Αυτό συμβαίνει γιατί, πέραν του μεγέθους και του -για άλλη μία φορά- πρωτοποριακού ήχου που εφευρίσκουν, ο οποίος θυμίζει κάτι το έντονα πιτσαρισμένο, οι ρυθμοί και τα στερεωμένα σε αυτούς μοτίβα είναι αρκετά συγκροτημένοι και σταθεροί παρ΄όλο το εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενο χάος.

Ακόμη και αν απομονώσεις τα στοιχεία αυτού του δίσκου (το ίδιο ισχύει και για τους προηγούμενους), αυτά στέκουν ενδιαφέροντα από μόνα τους και θέλει χρόνο για να βγάλεις ένα οριστικό συμπέρασμα. Για όσ@ς θέλουν να γνωρίσουν τώρα το μουσικό σύμπαν του βρετανικού αυτού ντουέτου, θα πρότεινα να δοκιμάσουν πρώτα άλλους δίσκους τους όπως τους Oversteps, Self-titled, Tri Repatae, Amber ή Incunabula. Πάντως μια χαρά τα κατάφεραν να μας προσφέρουν άλλη μια γλυκιά σπαζοκεφαλιά και συνάμα έναν νέο λόγο που εξηγεί γιατί η μουσική απαιτεί εμβάθυνση και όχι μια βιαστική/fast food αντιμετώπιση.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Squarepusher – Ufabulum (Warp)

 

Ας αφήσουμε τα εισαγωγικά για την περίπτωση του Βρετανού αυτού πρέσβη της ηλεκτρονικής μουσικής μιας και είχαμε κάνει λόγο σε προηγούμενες δουλειές του σε πρόσφατο αφιέρωμα μας και ας καταπιαστούμε με την δισκογραφική του επιστροφή. Πίσω στα βασικά είναι το σύνθημα για τον ίδιο, εννοώντας το γεγονός ότι καταπιάνεται πάλι αποκλειστικά με προγράμματα, κουμπιά και synths κάνοντας πέρα τα φαγωμένα από το μανιώδες και συνεχές παίξιμο drums και μπάσα του.

Τα δυο πρώτα δείγματα του Ufabulum που είχαν βγει στο διαδίκτυο ομολογώ πως με ενθουσίασαν θυμίζοντας μου παλαιότερα αριστοτεχνικά του κομμάτια. Ήταν και η συνολική εικόνα που πλάσαρε με τους θεαματικά φωτισμένους κύβους, μοιάζοντας κατά μια έννοια στην πρόσφατη πατέντα του Amon Tobin σε πιο disco έκφραση, η οποία όσο να είναι ψαρώνουν τον περισσότερο θεατή και λιγότερο ακροατή εκείνη την στιγμή της μουσικής.

Περιέργως το ίδιο κόλπο συμβαίνει σχεδόν στο σύνολο του δίσκου ως προς την παραπλανητική χρήση εξυπνακίστικων ηλεκτρονικών κόλπων ή θορυβωδών ηχητικών αναμοχλεύσεων σε βάρος της ουσίας και κυρίως του όποιου συναισθήματος. Όχι πως λείπουν οι μελωδίες αλλά φαντάζουν στείρες και κουραστικές χωρίς να οδηγούν κάπου σε αντίθεση με ότι μας έχει συνηθίσει στο παρελθόν του ο δημιουργός σε κομμάτια όπως τα “Tetra Sync”, “Beep World” και “My Sound” μεταξύ άλλων.

Ηχητικά η παραγωγή είναι αψεγάδιαστη με τα πολύπλοκα beats να είναι συνέχεια στην τσίτα αλλά σαν κάτι να λείπει από τις ενορχηστρώσεις, κάτι που να μπορεί να ξεπεράσει τις μανιέρες του παρελθόντος. Δυστυχώς επαναλαμβάνεται το ελλιπές αποτέλεσμα των πρόσφατων του δισκογραφικών βημάτων όπου αστοχεί στο να βγάλει κάτι το ουσιαστικά πρωτότυπο και αξιοπρόσεκτο.

Σίγουρα τα “Drax 2” (το οποίο φέρνει λίγο σε ένα παλαιότερο του κομμάτι με τίτλο “Tundra”), “Dark steering” και “Ecstatic Shock” δεν είναι κομμάτια που προσπερνιούνται εύκολα. Το μπλέντερ όμως των ηχητικών συστατικών σε αντίθεση με το πρόσφατο δημιούργημα του Clark στην ίδια δισκογραφική «ανεξάρτητη» εταιρία, δεν βγάζει την πλούσια ή γεμάτη θερμίδες γεύση.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Squarepusher στο τετράγωνο

Hello Everything (Warp, 2006)

Ακούγοντας πιο προσεκτικά αρκετές από τις τελευταίες μουσικές παραγωγές, αντιλαμβανόμαστε ότι σε κάποιες από αυτές η «μοριακή» πάλη του ατόμου-δημιουργού με τον ήχο είναι σαν μια μάχη για καινούργια όρια και διαφορετικούς κανόνες. Ο Βρετανός Tom Jenkinson (κατά κόσμον Squarepusher – γιος ενός ντραμίστα της jazz) μπορεί να μιλήσει για κανόνες και νέους ήχους μόνο μέσα από την ίδια τη μουσική του. Αφουγκράζεται τους τρόπους που η μουσική σύνθεση μπορεί να σχεδιάζει ρήγματα στους διαχωρισμούς των μουσικών ειδών χρησιμοποιώντας τα, όμως, σαν συγκοινωνούντα δοχεία.

Το Hello Everything ακολουθεί την παράδοση της Warp (που αναδείχθηκε και από τις δουλειές-υπογραφές του Squarepusher) και μπορεί να αποτυπώνει από τις πιο χαλαρές (ambient, jazz και ηλεκτροακουστικές) έως τις περισσότερο δυναμικές (acid house, dub, break beat και drum’n’bass) διαθέσεις. Ναι μεν ενυπάρχουν τόσο μουσικές όσο και φιλοσοφικές επιρροές δυσπρόσιτες, υποκρύπτεται όμως μια προσπάθεια για την κατάκτηση του «μέσου ακροατή».

Τελικά το Hello Everything ακούγεται σαν μουσικός χάρτης των μαγικών καταβολών που εξέτρεψαν τη μουσική φόρμα και φιλοσοφία από τις προδιαγεγραμμένες τους διαδρομές. Διαδρομές που μπορούν να εμπλουτίζονται με τοπία από την πρώιμη πειραματική μουσική (π.χ. Satie) έως την ηλεκτρονική avant-garde, rock, funk και jazz.

Υπάρχουν χορευτικές προσεγγίσεις (όπως το ”Hello Meow”), ηχητικά σχόλια πάνω στην κλασική rock φόρμα (όπως το ”Theme From Sprite”), ακουστικές αποδόσεις (όπως το ”Circlewave 2”) και πολύ έντονες break beat επιδόσεις (όπως στο ”The Modern Bass Guitar”). Εντύπωση κάνει επίσης το ”Planetarium” που ακούγεται σε γαλλικό video game.

Ο καθένας και η καθεμία μπορεί να διαπιστώσει ότι ο Squarepusher δεν μας κάνει εδώ τον έξυπνο αλλά απλώς μας προκαλεί ακόμη μία φορά με έντεχνα δημιουργικό συναισθηματισμό και με αρκετά μεγάλες δόσεις/στιγμές διαύγειας.

 

 

ΝIKOPOL

Ultravisitor (Warp, 2003)

O αλχημιστής μάγος της IDM σκηνής, στο παρόν album μας δείχνει πόσο καλά κατέχει το κεφάλαιο της funk prog jazz σκηνής των ’70s. Μπασίστας και ντράμερ ο ίδιος, τζαμάρει και ηχογραφεί live, μπολιάζοντας τον ήχο του με εμπνευσμένα bleeps & cuts, προσφέροντας μας ένα χαρμάνι  απολαυστικής future jazz. Η κληρονομιά που άφησαν πίσω τους οι ογκόλιθοι Jaco Pastorius και Herbie Hancock είναι διάχυτη σε κομμάτια όπως τα “lambic 9 Poetry” και “Tetra-sync”, το οποίο είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη σύνθεση του.

Δεν λείπουν και οι καθιερωμένες του ασκήσεις drum n bass δεξιοτεχνίας, όπως τα “Menelec” και “District Line ΙΙ”. Σίγουρα ένας τολμηρός, πολυσχιδής, σε στιγμές ακραία πειραματικός δίσκος, ο οποίος ίσως αποτελεί το πιο βαθύπνοο έργο του. Όσ@ βιάστηκαν να διακρίνουν σημάδια κόπωσης στο παρόν όγδοο album δεν θα με βρουν σύμφωνο.

 

 

Analogikos

Selection Sixteen (Warp, 1999)

 Κλείνοντας μια πενταετία στην πιάτσα, ο ψυχάκιας Tom αποφασίζει να αφοσιωθεί περισσότερο στον αναλογικό ήχο αφήνοντας πίσω (προσωρινά) τα δικής του έμπνευσης τζαμαρίσματα μπάσου με μπλιμπλίκια. Είναι η εποχή όπου όλα τα φώτα είναι στραμμένα σε περίεργους τύπους κρυμμένους πίσω από laptop και στοίβες μηχανημάτων του σατανά, με δουλειές του Aphex Twin και των Autechre να θεωρούνται ήδη κλασικές.

Σκάει, λοιπόν, ο τέταρτος του δίσκος ο οποίος αρχικά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό λόγω του χαμηλού προφίλ και της έλλειψης πρωτοποριακότητας που διακατέχεται. Το Selection Sixteen θα μπορούσε να αποκαλεστεί το έργο-επιτομή του εμπνευστή του. Εδώ περιέχονται σε οικονομική συσκευασία σύντομα σλαπαρίσματα μπάσου με συνοδεία φευγάτων ντραμς (“Freeway”), ονειρικές μελωδίες πάνω σε έντονα breaks (“Dedicated Loop”), μανιώδη drum n bass όργια (“Mind Rubbers”), λούπα από Beastie Boys (“Schism Track #1”) και οτιδήποτε κυμαίνεται εντός αυτών των ορίων. Εξαιρείται το μπόνους δεκάιντσο του διπλού αυτού δίσκου (παρ’ όλη τη μικρή του διάρκεια), όπου με εξαίρεση τη βελτιωμένη μίξη τού προαναφερθέντος “Schism Track”, ακούμε τον Tom να παίζει με κάτι ενοχλητικά εφέ και τον αδερφό του να δοκιμάζει την υπομονή μας με τη δική του έκδοση πάνω σε ένα θέμα του Squarepusher.

Χωρίς να εξαντλείται σε φλύαρα σόλο και αυτιστικά σπασίματα, ο λακωνικός αυτός δίσκος μπορεί να μην είναι το κορυφαίο του έργο (προσωπικά θα θεωρούσα το Ultravisitor το δημιουργικό ζενίθ του), αλλά αποτελεί μια ιδανική αρχή για γνωριμία με τη μουσική του.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Hard Normal Daddy (Warp, 1997)

Πρώτη full κυκλοφορία του στη Warp το 1997 (επίσης «δισκογραφικό σπίτι» των Aphex Twin και Autechre) και αφιερωμένη στη rave σκηνή του Chelmsford, συνοικίας του Essex της Αγγλίας, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ίδιος. Δεύτερος, σε σειρά, δίσκος του Tom (πρώτος ήταν το Feed Me Weird Things το 1996) και το Hard Normal Daddy κατατάσσεται στα drum n bass albums με τους πιο γρήγορους ρυθμούς που έχουν δημιουργηθεί ποτέ και σε συνδυασμό με το εξώφυλλό του, που φέρνει λίγο σε «ρομποτικές» καταστάσεις, μας κάνει μια πρόταση πραγματικά πάνω στον ήχο του μέλλοντος!

Όλο το δισκάκι θα το χαρακτήριζα «εύθυμο», με beats που σε βάζουν σε ένα trip περίεργο και σε πάνε μέχρι τον πιο μακρινό πλανήτη για να κουνηθείς όπως προστάζουν οι νόμοι του amen break. Διάχυτη ψυχεδέλεια, ποικιλία από sound effects σε keyboards και κιθάρες, όμως από ένα σημείο και μετά σου δίνουν την αίσθηση της «υπερπαραγωγής» σε όλο το σκηνικό. Δεν είναι καθόλου κακή προσπάθεια να βάζεις όλη τη φαντασία σου για να κάνεις έναν δίσκο που θες να ξεχωρίσει, όπως φαίνεται ότι θέλει να πετύχει εδώ ο Tom, αλλά σαν να το χάνει λίγο σε κομμάτια, όπως είναι το “Chin Hippy”, όπου ο ήχος αλλάζει τελείως, γίνεται τραχύς (σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κομμάτια) και κάπως απρόσιτος για το τύμπανο, θα έλεγα, ειδικά αν ακούγεται σε πάρτι -εκτός αν έχουν σκοπό, πέρα από το να σε ξεβιδώσουν απ’ το χορό, να σου πάρουν και το κεφάλι!

Εν κατακλείδι, το Hard Normal Daddy θεωρείται από τις πιο προσεγμένες δουλειές του Jenkinson. Άξιο αναφοράς είναι και το λιθαράκι που έβαλε ο Frank Arkwright (γνωστός για την εμπειρία του πάνω σε trance κυκλοφορίες), κάνοντας το mastering αυτής της δουλειάς.

 

 

Vanisink

Clark – Iradelphic (warp)

Ο Chris Clark είναι ένας Βρετανός πειραματιστής στα ηλεκτρονικά που τρώγεται με τα ρούχα του. Η Warp, η οποία κυκλοφορεί εδώ και 10 χρόνια τις δουλειές του, κατέχει τον πιο πλούσιο κατάλογο στην «εξωγήινη» μουσική. Το Iradelphic είναι ο νέος δίσκος που κυκλοφορεί υπό την αιγίδα των δύο τους και σίγουρα αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες της σεζόν.

Είναι μια εύλογη επιλογή όντας κάποιος κολλημένος με κομπιούτερ και synths, να θέλει να ξεκολλήσει μετά από δέκα και βάλε χρόνια ηλεκτρονικής φαγούρας. Ειδικά όταν, έχοντας προσπαθήσει να μην επαναλαμβάνεται στις κυκλοφορίες του, έχει φτάσει στο μνημειώδες Totems Flare το 2009, όπου περιέχονται σε όλες τις εκφάνσεις τους οι μουσικές του αναζητήσεις. Λοιπόν, τρία χρόνια περιήγησης ανά τον κόσμο φτάνουν για να ξεκινήσει μια νέα αρχή και ένα νέο κεφάλαιο που δεν φλερτάρει απλώς με τα φυσικά όργανα, αλλά τα οικειοποιείται πλήρως.

Ο νέος δίσκος του είναι το απαύγασμα του ψηλαφίσματος χειροπιαστών οργάνων, νοσταλγικών συναισθημάτων και προκλητικών παιχνιδιών πάνω στη μουσική έκφραση. Πρόκειται, βασικά, για έναν χαμηλού προφίλ δίσκο που στοχεύει σε νέα πεδία πειραματισμού κάτω από το πρίσμα όχι ρομποτοειδούς ενατένισης και αγγίγματος κοινών μουσικών οργάνων, αλλά ξεκινά από την περιέργεια ενός παιδιού που βρίσκεται σε ένα δωμάτιο από δαύτα, άγνωστα και μαγευτικά, που το προκαλούν και το σαγηνεύουν.

Φαινομενικά ανακατεμένα, χωρίς βάση, και με ήχους που αναδεικνύουν ακριβώς τον τυχαίο χαρακτήρα ενός παιχνιδιού, τα 12 κομμάτια του Iradelphic κρύβουν μια ιδιαίτερη γοητεία και την εμπειρία ενός μουσικού που πριν ασχοληθεί με τις κιθάρες, τα πιάνα και τα παράγωγά τους έχει ψηλαφίσει την υφή, το βάθος και την τραχύτητά τους. Ρυθμοί που ποικίλλουν, ιδέες που αναδεικνύουν τον φυσικό ήχο και ξαναπιάνουν το νήμα της μουσικής αναζήτησης από το μηδέν και μελωδίες που δεν κρύβονται ντροπαλά, αλλά εμφανίζονται απαστράπτουσες σαν έντονες εικόνες ενός καλειδοσκοπίου είτε σε αποχρώσεις του γκρίζου είτε στα χρώματα ενός ουράνιου τόξου.

Δύσκολο να ξεχωρίσουν κομμάτια σε μια σειρά κυρίως ορχηστρικών, αλληλοσυνδεόμενων και αλληλοσυγκρουόμενων ανά στιγμές συνθετικών μοτίβων. Το road trip του Clark απέδωσε καρπούς, κυρίως προς την εύρεση ενός νέου δρόμου από τον ίδιο και στη συνέχεια ως προς τη δημιουργία ενός μουσικού συνόλου για όσες και όσους αναζητούν κάτι νέο στα ακούσματά τους. Απλά να συστήσουμε προσοχή σε όσες και όσους τυχαία βρεθούν παρκαρισμένοι με το αυτοκίνητό τους στην άκρη ενός λιμανιού μια βροχερή μέρα ακούγοντας το πιανιστικό “Black Stone”. Υπάρχει μικρός, αλλά όχι αμελητέος κίνδυνος, να κατεβάσουν το χειρόφρενο.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης