Mamaleek – Out Of Time (The Flenser)

Τα πιο τρομακτικά όνειρα, εκείνα που ρίχνουν τη σκιά τους και στις πιο γενναίες καρδιές, είναι αυτά που όταν τα περιγράφεις ή τα θυμάσαι δεν κουβαλούν κάποια φρικαλέα εικόνα αλλά τη βαριά αίσθηση ενός φόβου αδιόρατου και παντελώς αδιαπέραστου. Οι Mamaleek, ένα μυστηριώδες και ανώνυμο ντουέτο από δύο αδερφούς που δρουν στη Δυτική Ακτή και στη Βηρυτό αντίστοιχα, ξέρουν καλά από ποια υλικά χτίζεται ένας καλός μουσικός εφιάλτης. Η μουσική φρίκη δεν κρύβεται στον ήχο αλλά σε αυτά που υπονοεί και στην ελαφριά απόκλιση της συνείδησης που προτείνει. Και αν στιλιστικά υποτίθεται πως ανήκουν στον πειραματικό black metal χώρο, ο συγκαλυμμένος εφιάλτης τους γίνεται πειστικότερος τώρα που οι κιθαριστικές παραμορφώσεις είναι στα όρια του ανύπαρκτου.

Για ποιο black metal μιλάμε, λοιπόν, όταν από τα ηχεία σου ξεπηδάνε απροσδόκητα ηλεκτρονικά, funky, jazz έως και dub grooves; Είναι τα σκοτεινά φωνητικά που επιβάλλουν την αύρα τους, όντας κάτι ανάμεσα σε ουρλιαχτούς ψιθύρους ή δαιμονικούς μονολόγους; Όχι, δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό, τουλάχιστον όχι αποκλειστικά. Είναι το κολάζ από κάθε είδους αλλόκοτο sample “από τουρκικά κοντσέρτα, διαφημίσεις που δεν υπάρχουν πια και παλιά pop τραγούδια”, όπως λέει χαρακτηριστικά το δελτίο τύπου, που γεννάνε ένα καλοσχηματισμένο βδέλυγμα; Ή μήπως τελικά είναι η αποσπασματικότητα των ιδεών, αυτή η αίσθηση του φευγαλέου, του άπιαστου, του απίθανου να αιχμαλωτιστεί; Ο συνδυασμός των παραπάνω, προφανώς. Ο ακροατής βομβαρδίζεται από ήχους και μουσικές που όλες μοιάζουν κάπως οικείες, το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι άβολο, αλλόκοτο, άγνωστο και όλα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ζοφερή διαστρέβλωση της “φυσιολογικής” πραγματικότητας.

Το Out Of Time είναι εκ φύσεως ένα άλμπουμ που είναι αδύνατον να περιγραφεί. Οι Mamaleek φαντάζομαι παρακολουθούν με απορία έναν σωρό μπάντες να δρέπουν τις δάφνες ενός δήθεν πειραματισμού ανώδυνων ουρλιαχτών πάνω σε χαρωπές ντο ματζόρε, ενώ η μουσική τους είναι μια δυο δεκαετίες μπροστά. Ας είναι. Θα τους δικαιολογήσουμε και κάποια blackgaze ατοπήματα τύπου “Almost dead dog”, αφενός γιατί η ροή του άλμπουμ το σηκώνει και αφετέρου γιατί εξισορροπούνται από γρανιτένιες συνθέσεις όπως τα “The Recompense is real” ή “Doomed Beast” και διότι τέτοιες θα μπορούσαν να παρουσιάζουν –και εδώ έρχεται η κομπλιμεντάρα– μόνο κάποιοι Dodheimsgard, αν δισκογραφούσαν με συνέπεια την τελευταία εικοσαετία. Το άθροισμα όλων αυτών; Ένας από τους πιο avant δίσκους που θα ακούσεις από την black metal οικογένεια, φέτος, του χρόνου, κάθε χρόνο. Κι αν η υπέροχη The Flenser φέτος κατάφερε οι Bosse-de-Nage να αλλάξουν κατηγορία, θα πρέπει να μην ξεχάσει ότι το αληθινό της διαμάντι είναι η γυαλισμένη παράνοια των δύο ανώνυμων αδερφών. Η μυστικοπάθεια για τους Mamaleek διανύει τις τελευταίες της στιγμές και αυτό πιστεύω ότι δεν θα επηρεάσει καθόλου τον πραγματικό εφιάλτη και τον ανόθευτο κυνισμό του. Η δική μου καρδιά, πάντως, δεν είναι αρκετά γενναία και μια παράξενη άβυσσος καλεί πίσω από αυτόν τον απόηχο που αρνείται πεισματικά να σβήσει.


The scariest of dreams, the ones that cast their shadows even upon the bravest hearts, are those that carry not images of horror when remembered or described but a sense of a fear intangible and impenetrable. Mamaleek, a mysterious and nameless duet of two siblings located on the West Coast and Beirut respectively, seem to know very well how to build a solid musical nightmare. True horror is not expressed through notes but through its insinuations and the slight deviations of conscience they suggest. And if we accept that they belong stylistically to experimental black metal territories, this well-hidden nightmare becomes even more convincing now that guitar distortions are almost non-existent.

So, what kind of black metal is this, with electronica, funky, jazzy or even dub grooves rushing out from the speakers? Is it black metal because of the dark vocals, sounding like howling whispers, demonic monologues and everything in between? No, I guess this is not enough, at least not exclusively. Is it because of the collage of all sorts of weird samples, like “excerpts from Turkish concerts, ads that no longer exist and old pop songs” as the press release aptly states, that give birth to a well-formed abomination? Or maybe finally it’s the fragmentation of ideas, that sense of something elusive and really impossible to capture and tame? Obviously, it is the sum of all of the above. The listener is being bombarded by notes and sounds that sound somehow familiar but the final result is unidentified, uncomfortable and strange, leading with mathematical precision to a bleak twist of “normal” reality.

By nature, Out Of Time is an album impossible to describe. I guess Mamaleek watch in wonder other bands being glorified because of totally harmless screaming vocals on top of cheesy C major scales “experimentations”, while their music sounds like coming from 1-2 decades ahead in the future. So be it. We have to even forgive false blackgaze steps like “Almost dead dog”, firstly because they match with the general album’s flow and secondly because they are balanced by phenomenal compositions like “The recompense is real” and “Doomed beast”, tracks that could only be presented – and here comes the ultimate compliment – by bands like Dodheimsgard, if they were to produce music consistently for the last 20 years. And what is the final verdict? One of the most avant albums coming from the big black metal family you will listen to this, next or any year. Their wonderful label The Flenser may have achieved the promotion of Bosse-De-Nage to the next league but I hope they know that the highly-polished paranoia of these brothers is a true gem in their roster. Their anonymity may be about to end very soon but I think this won’t affect the nightmare they create and its untold cynicism. In any case, my heart is not brave enough and a strange abyss is calling behind that echo that refuses to fade away.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Bosse-de-Nage – Further Still (The Flenser)

Στις επιστήμες ο πειραματισμός αφορά την ανακάλυψη νέων πεδίων, ανεξερεύνητων ως εκείνη τη στιγμή, που προσφέρονται για διερεύνηση και την άρση των ορίων. Στον καλλιτεχνικό-μουσικό χώρο, πειραματική διάθεση των δημιουργών θα μπορούσε να νοηθεί καθετί που προκύπτει από αυτήν την άρση των μουσικών και ηχητικών δεδομένων.

Ορισμένοι μουσικοί υποστηρίζουν ακριβώς αυτό, πως, προκειμένου να θεωρηθεί το δημιούργημά τους μέρος του ακραίου ήχου και της extreme μουσικής σκηνής, θα πρέπει πρωτίστως να περάσει από τα μονοπάτια του πειραματισμού. Δηλαδή, μέσα από μια δοκιμασία κατά την οποία αντιμετωπίζεται μια κατάσταση με έναν ορισμένο –διαφορετικό από τον συνηθισμένο– τρόπο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστό ή εμφανές το τελικό αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, ο black metal χώρος διακρίνεται από την υπεροχή του πειραματισμού. Και οι Bosse-de-Nage ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία καλλιτεχνών που δεν διστάζουν να εξερευνήσουν νέους τρόπους έκφρασης. Εκπρόσωποι της blackgaze σκηνής, με στοιχεία black metal & shoegaze, κινούνται με ακρίβεια ανάμεσα στην οργή, την κραυγή και στις εμβόλιμες ήρεμες στιγμές του νέου τους άλμπουμ Further Still. Η δουλειά τους είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής και με όρους ισοτιμίας δημιουργικής διαδικασίας, στην οποία δείχνουν να μην περιορίζονται, αλλά να διευρύνονται μουσικά, συμπληρώνοντας τις ηχητικές τους καταθέσεις με στίχους επηρεασμένους από λογοτέχνες, όπως ο Kafka και ο Borges.

Η μελωδία είναι τόσο ευδιάκριτη στα 9 τραγούδια του δίσκου όσο και η εκρηκτική απόγνωση και η ένταση που τον διαπνέει. Ήρεμη έναρξη στα πρώτα δευτερόλεπτα, κάτι σαν τη νηνεμία πριν την καταιγίδα στο “Τhe Trench”, με εκρηκτική συνέχεια, ώστε να καταλάβεις τι πρόκειται να επακολουθήσει. Βαθιά, οργισμένα φωνητικά, με μια μελωδικότητα που δεν περνά απαρατήρητη από τον ακροατή. Το “Listless” είναι γεμάτο με συναίσθημα, οργή και λύπη. Το “My Shroud” αναφέρεται σε αυτό το αδιόρατο και αόρατο –από τους γύρω μας αλλά και από εμάς τους ίδιους– ένδυμα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και “σύντροφό” μας από την αρχή ως το τέλος της. Ενώ στο “Dolorous Interlude” νιώθεις σαν να θέλησε η ίδια η μπάντα να κάνει ένα μελωδικό διάλειμμα, μια ανάπαυλα από τον πόνο και την οργή που ως εκείνη τη στιγμή ξεχύνεται από κάθε νότα και κάθε κραυγή που ακούγεται στον δίσκο.

Τα μέλη της μπάντας δηλώνουν πως για εκείνους το black metal αποτελεί την έκφραση της εξερεύνησης των πιο σκοτεινών πλευρών του φάσματος που εκτείνεται μεταξύ ζωής και θανάτου, σε αντιδιαστολή με τις θετικές πλευρές της ζωής που δεν αποτελούν ούτε πόλο έλξης ούτε πηγή έμπνευσης. Με ευδιάκριτη διάθεση να ξεφύγουν από τις νόρμες που επιτάσσει το μουσικό είδος που υπηρετούν και οι οποίες θα εξασφάλιζαν ευθύς εξαρχής τη δημοτικότητά τους, μας παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της πειραματικής τους εξερεύνησης και του επιθετικού τους θορύβου στο Further Still. Ας τους ακούσουμε προσεκτικά.


When it comes to science, experimentation involves the discovery of new, unexplored fields, available for exploration and boundaries obviation. When it comes to art/music, experimentation could be understood as every creation derived from this very removal of the musical and sonic data, as an expression of the experimental mood of its creators.

Some musicians argue exactly that, in order for their creation to be part of the extreme sound and extreme music scene, they must firstly go through experimental paths. Meaning, go through a situation which is treated in a certain – different from the usual – way, without knowing the final result.

In particular, black metal is distinguished by the superiority of experimentation. And Bosse-de-Nage don’ t hesitate to explore new ways of expressing themselves. As representatives of the blackgaze scene, with black metal and shoegaze elements, they move precisely between the rage, the scream and the inertial quiet moments of their new album Further Still. Their work is the result of a collective process in which they show that they are willing to expand musically, completing their sounds with lyrics influenced by writers, such as Kafka and Borges.

The melody is so distinct in all 9 songs of the album, as well as the explosive despair and the intensity within. There is a tranquil start for a few seconds, something like the calm before the storm in “The Trench” with an explosive follow-up, so that you will get the idea of what comes next. Deep, angry vocals, with a melodiousness that can’t be unnoticed by the listener. “Listless” is full of emotion, rage and sadness. “My Shroud” refers to an invisible coverall as an integral part of our life, from the beginning to the end, while on “Dolorous Interlude” you feel like the band itself wants to make a melodic break, a pause from the pain and anger expressed through each note and each cry on the album.

The band members claim that for them black metal is the expression of exploring the darkest aspects of the spectrum that are extended between life and death, opposed to the positive aspects of life that are neither a pole of attraction nor a source of inspiration for them. With an obvioud intention to escape from the music norms of the genre they play – which would guarantee them popularity from the beginning –, they present the results of their experimental exploration and aggressive noise at Further Still. Let’s listen to them carefully.

 

 

Sylvia Ioannou

Toby Driver – Madonnawhore (The Flenser)

 Ο πολυοργανίστας, πολυθεσίτης (Kayo Dot, Maudlin Of The Well, Bloodmist κ.α.), και γενικά πολυπράγμων Toby Driver έφτασε αισίως στον τέταρτο προσωπικό του δίσκο, ονόματι Madonnawhore, αποτελούμενο από έξι αργόσυρτες, σκοτεινές ατμοσφαιρικές, και μυστηριακές συνθέσεις, στις οποίες δεσπόζουν τα κιθαριστικά μοτίβα και η χαρακτηριστική ελεγειακή και μελοδραματική φωνή του Toby Driver.

Ο υποφαινόμενος αμφιταλαντεύεται για το εάν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το Madonnawhore ως «πειραματικό» δίσκο – υπάρχει σαφέστατα μια τέτοια διάθεση, όπως υπάρχει και μια εναλλακτική συνθετική αντίληψη της pop/rock μπαλάντας (ή κάτι σαν μπαλάντα, τέλος πάντων). Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, οι συνθέσεις είναι (έως πολύ) αργές και ιδιαίτερα μελωδικές, που θυμίζουν σε σημεία την τρίτη περίοδο των Pink Floyd, τους Radiohead στα πολύ λυρικά τους, την electropop των ‘80’s, ή ακόμη και – τολμώ να πω – τους Madrugada.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο η πειραματικότητα, όσο και ο λυρισμός του Madonnawhore δυστυχώς υποβαθμίζονται από δύο μειονεκτήματα των συνθέσεων, που το ένα είναι αλληλένδετο με το άλλο καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου. Αφενός, το γεγονός ότι τα συνθετικά μοτίβα και οι ρυθμοί είναι σχεδόν πανομοιότυπα σ’ ολόκληρο το Madonnawhore, σε σημείο που αν δεν παρατηρείς την αλλαγή, νομίζεις ότι ακούς ένα ενιαίο κομμάτι απ’ την αρχή ως το τέλος, και αφετέρου, η ομοιομορφία αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω απ’ την ρυθμική βραδύτητα των κομματιών – που αποδεικνύει, και σε αυτή την περίσταση, ότι το ζητούμενο μπορεί μεν να είναι τα κομμάτια να είναι υπνωτικά, αλλά αυτό δεν πραγματώνεται πάντοτε με την καλή έννοια.

 Θα επισημάνω, σε πρώτη φάση, ότι μια απόπειρα κριτικής του Madonnawhore γίνεται εύκολη υπόθεση εάν εστιάσουμε στην εν γένει αντισυμβατικότητα του Toby Driver (όποια κι αν μπορεί να είναι η σημασία της λέξης αυτής για τους συνειδητοποιημένους μουσικόφιλους του 21ου αιώνα), όπως αυτή έχει αποτυπωθεί από την μέχρι τώρα μουσική πορεία του καλλιτέχνη. Στο ίδιο μοτίβο, η κριτική μπορεί σε δεύτερη φάση να εστιάσει ακριβώς σ’ αυτή την μουσική πορεία – λες και είναι αδιανόητο ακόμη και οι πιο επιτυχημένες συνολικά καλλιτεχνικές διαδρομές να περιλαμβάνουν λακκούβες.

Όλα αυτά είναι υπεκφυγές. Το Madonnawhore δεν είναι από τους δίσκους που θα τους χαρακτηρίζαμε με απαξίωση ως λακκούβες – έχει τουλάχιστον δύο κομμάτια (“The Deepest Hole” και “Craven’s Dawn”) που είναι εξαιρετικά, ή που τουλάχιστον αναδεικνύονται σε σχέση με τα υπόλοιπα από την εξάδα του δίσκου. Μπορούμε να θεωρήσουμε το Madonnawhore απλώς ως μια μεμονωμένη, αυτόνομη κι αυτούσια οντότητα που σε κάποια σημεία αποδίδει, και σε άλλα όχι. Ακόμη κι οι πιο αξιόλογοι καλλιτέχνες, εξάλλου, έχουν τις μέτριες στιγμές τους.

ATM