Exploded View – Obey (sacred bones records)

Η δημιουργία αποτελεί “προϊόν” μιας επίπονης, τις περισσότερες φορές, διαδικασίας, κυρίως ψυχαναλυτικής –όχι με τη φροϋδική έννοια, αλλά ως απόσταγμα προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων–, παράλληλα με την ανάγκη να παλέψεις με τις αντιθέσεις, τις αντιπαραθέσεις, να οδηγηθείς σε ρήξεις, απογυμνώνοντας αρχικά τον εαυτό σου, για να μπορέσεις τελικά να ανακτήσεις τη δύναμη μέσα σου.

Μέσα από τέτοιου είδους διεργασίες “γεννήθηκε” το νέο άλμπουμ Obey των Exploded View, αυτού του δυναμικού και δημιουργικού σχήματος που αποτελείται από την Ευρωπαία Annika Henderson και τους Μεξικανούς Hugo Quezada, and Martin Thulin. Η Annika, ιθύνων νους του γκρουπ, αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Μοιράζοντας τη ζωή της σε Αγγλία και Γερμανία, ξεκίνησε για να γίνει δημοσιογράφος, αλλά τελικά ασχολήθηκε με τη μουσική (για καλή μας τύχη!), θέλοντας μέσα από τα ταξίδια που πραγματοποιεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις της και να ανοίξει τους ορίζοντές της προς κάθε κατεύθυνση. Οι προσλαμβάνουσες από τα προσωπικά της βιώματα είναι πολλές και εμφανώς καθρεφτιζόμενες στο έργο της. Ετερόκλητα στοιχεία συνταιριάζονται και μας προσφέρονται μέσα από ένα δεμένο και ολοκληρωμένο άλμπουμ.

Ακούγοντας το άλμπουμ, νιώθεις σαν να παρακολουθείς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το σκηνικό στήνεται σε μια ατμόσφαιρα σκοτεινή και κλειστοφοβική, με την αγωνία να εκφράζεται τόσο με τους στίχους όσο και με τους ήχους. Κάθε νότα, κάθε ήχος ηχογραφείται και κερδίζει τον δικό του χώρο μέσα σε κάθε τραγούδι ξεχωριστά, αποκτώντας άλλη δυναμική όταν ακούς ολόκληρο το άλμπουμ. Αποτελεί μια ολότητα που απαρτίζεται από διαφορετικά μέρη. Ψυχεδελικά περάσματα, εναλλαγές έντασης και ηρεμίας, οργή, πίκρα αλλά και μια υποβόσκουσα χαρά, με τη φωνή της Annika να τα αγκαλιάζει όλα, απογειώνοντας το δημιούργημά τους.

Η αρχή γίνεται με το ιδιότυπο και ανατρεπτικό νανούρισμα, το “Lullaby”, αυτό που σε κάνει από παιδί να ηρεμείς και να νιώθεις τη σιγουριά και την ασφάλεια πως όλα θα πάνε καλά, παρά τις όποιες δυσκολίες, για να κλείσεις τα μάτια σου χωρίς φόβο. Νιώθοντας πως τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε πειράξει όταν βρίσκεσαι σε έναν ανοιχτό δρόμο διαφυγής για να κερδίσεις την ελευθερία σου, ακολουθώντας τις δικές σου εσωτερικές προσταγές στο “Open Road”. Κατανοώντας πόσο δύσκολο και επίπονο είναι να πολεμάς όλα όσα λερώνουν σαν λεκέδες τη ζωή σου και σε εμποδίζουν να προχωρήσεις στο “Dark Stains”.

Στο “Letting Go of Childhood Dreams” σε προτρέπει να αποδράσεις από τις κοινωνικές επιταγές που σου επιβάλλονται σαν δεσμά, για να μην οδηγηθείς στην εκπλήρωση επιθυμιών των άλλων, στα απωθημένα από τα δικά τους απραγματοποίητα όνειρα, αλλά να ζήσεις τη δική σου ζωή, βασισμένη στα δικά σου θέλω. Κι αν αναρωτιέσαι πώς θα συνεχίσεις να ζεις χωρίς προσμονές και αναμονές, χωρίς δειλίες, “…don’t miss your chance, don’t be a coward”, η απάντηση έγκειται στην τόλμη, στις απαραίτητες και ηχηρές τομές στη ζωή σου στο “Gone Tomorrow”. Έντονα κλειστοφοβική και κυκλοθυμική ατμόσφαιρα, με την ένταση να κάνει δυναμικά την εμφάνισή της στο ομότιτλο τραγούδι του δίσκου “Obey”, καταδικάζοντας τα κοινωνικά συστήματα που θέλουν να διαμορφώνουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά σου, όπως και στο “Raven Raven” που νιώθεις ότι κάποι@ παρακολουθούν την κάθε σου κίνηση.

Ίσως αυτός ο δίσκος προκαλεί αναταράξεις στα θεμέλια των πεποιθήσεων και επιβαλλόμενων πρακτικών στις ζωές μας. Η προσεκτική ακρόαση των στίχων με τη μουσική επένδυση των Exploded View παρουσιάζει μια ιστορία με σκαμπανεβάσματα, ωραίες και τρυφερές στιγμές, αλλά και δυσκολίες και εμπόδια που καλείσαι να αντιμετωπίσεις με σθένος. Και κάπου εκεί, τριγυρίζει στο μυαλό μου η φράση του Tom Robbins στο κλείσιμο του Τρυποκάρυδου, πως “…ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς ευτυχισμένα παιδικά χρόνια”. Και λέγοντας τη φράση αυτή εστιάζω κυρίως στο “ποτέ δεν είναι αργά”, γενικώς για να ζήσει κανείς τις –όπως ορίζονται από τ@ ίδι@– ευτυχισμένες στιγμές, ξορκίζοντας τα διαμορφωμένα από άλλους παιδικά τ@ χρόνια.


Most of the times creation is considered as a “product” of a painful process, mostly psychoanalytic – not in the Freudian sense though, but as the essence of personal experiences–, along with the need to fight against contradictions and controversies, to be lead to ruptures, stripping yourself initially in order to finally recover the power inside you.

This process “gave birth” to the new album Obey by Exploded View, a dynamic and creative band which consists of Annika Henderson, who is European, and Hugo Quezada and Martin Thulin, both Mexicans. Annika, the mastermind of the group, is a particularly interesting case. By living in England and Germany, she wanted to become a journalist, but she eventually dedicated herself to music (good for us!), wanting to enrich her knowledge and widen her horizons through her travels. Her personal experiences have influenced her work significantly and they are obviously mirrored in it. Miscellaneous elements are matched and offered through a tied and complete album.

While listening to the album, you feel like watching a story which contains a beginning, middle and end. The setting is set in a dark and claustrophobic atmosphere, with anxiety expressed in both lyrics and sounds. Every note, every sound is recorded and earns its own space within each song separately, gaining momentum upon listening to the entire album. It is a wholeness composed of different parts. Psychedelic passages, alternations of tension and tranquility, rage, bitterness but also an underlying joy, with Annika’s voice embracing them all, causing the creation to take off .

It starts with the peculiar and subversive lullaby entitled “Lullaby”, just like the ones that used to make you feel calm, safe and secure as a child; that everything will be fine, despite the difficulties, so that you can close your eyes without feeling fear; the feeling that nothing and no one can hurt you when you are on an escape route, aiming to gain your freedom by following your own internal orders on the “Open Road”. Understanding how difficult and painful it is to fight everything that stains your life, preventing you from moving on, as in “Dark Stains”.

“Letting Go of Childhood Dreams”, urges you to escape from the social imperatives imposed on you as restraints, so as not to be lead to the fulfillment of other people’s desires, to the satisfaction of their own unrealized dreams, but to live your own life based on your needs and dreams. And if you’re wondering how you will manage to continue to live without expectations, “… do not miss your chance, don’t be a coward,” the answer lies in the bold, necessary and sonorous changes in your life in “Gone Tomorrow”. Deeply claustrophobic and turbulent atmosphere, with intensity making a strong appearance on the title song “Obey”, condemning the system for aiming to shape your way of thinking and behavior, as presented in “Raven Raven”, where you feel like someone is watching every move you take.

It is likely that this album will cause a turbulence in the foundations of beliefs and imposed practices in our lives. A careful listening of the lyrics along with the music of Exploded View reveals a story of ups and downs, of nice and tender moments, but also difficulties and obstacles which you are expected to confront with strength. And at this point, I keep thinking of Tom Robbins’s phrase in his book “Still Life with woodpecker” :“… it’s never too late to live a happy childhood”. And by saying this, I focus mainly on the phrase “it is never too late” to live the –however oneself may define them– happy moments, banishing a childhood which was shaped by others.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Exploded View – Self-titled (sacred bones records)

explodedview.againstthesilence.com

 Αναζητώντας την κατάλληλη εισαγωγή για τη συγκεκριμένη κριτική, μετά από πολλές ακροάσεις του ντεμπούτου των E.V., αντιλαμβάνομαι ότι έχω απέναντι μου απλά ένα χυμώδη δίσκο. Αυτό όσο απλό ακούγεται, τόσο πιο δύσκολα περιγράφεται γιατί η ίδια η μουσική εδώ στηρίζεται στη συγγραφή ανορθόδοξων μελωδιών που στοχεύουν στον απόλυτο εθισμό. Γενικά συνδυάζονται αρκετά αταίριαστα στοιχεία με αποτέλεσμα το άκουσμα να είναι μυστήριο, ψυχεδελικό μα και απόλυτα εύστοχο.

 Ουσιαστικά μιλάμε για μια μεξικάνικη μπάντα που διευθύνει η Anika, η οποία ήδη έχει καταθέσει solo υλικό χάρις στη βοήθεια του Geoff Barrow. Όλα ξεκίνησαν στη συνάντηση της μαζί τους σε μια τουρνέ το 2014, όπου και οδηγήθηκε στη συγγραφή και ηχογράφηση με απλά μέσα ενός ολόκληρου δίσκου.

 Το κιθαριστικό αυτό σχήμα με τη φωνή της Anika να τα περιβάλλει όλα, αντιμετωπίζει κάθε σύνθεση με διαφορετική λογική και ταυτόχρονα έχει κατασταλάξει σε έναν ήχο, σήμα κατατεθέν όλου του άλμπουμ. Ο δίσκος από τη μια έχει ένα παλαιάς κοπής ύφος με μια βρωμιά στην παραγωγή και ένα σκοτεινό και ελαφρώς post-punk ύφος να το χαρακτηρίζει και την ίδια στιγμή ακούγεται απόλυτα σύγχρονος.

 Όλες οι συνθέσεις έχουν αυτό τον αέρα της πρώτης ιδέας που δεν χρειάστηκε πολλά για να ηχογραφηθεί και να φτάσει στον τελικό της προορισμό, οπότε είναι σαν να μπαίνουμε στο συννεφάκι της αυτούσιας έμπνευσης της μπάντας. Μιλώντας λοιπόν για έμπνευση φτάνουμε στα ιδία τα τραγούδια τα οποία ασχέτως παραγωγής, ύφους ή μουσικής οξύνοιας, δεν παύουν να καθορίζουν την ποιότητα τελικά κάθε δίσκου. Εδώ πραγματικά η μπάντα με φειδωλά μέσα αναδεικνύεται σε μια πραγματική αποκάλυψη. Κομμάτια όπως τα “One Too Many”, “No More Parties In The Attic”, “Gimme Something” κ.α. είναι τόσο εθιστικά και καλογραμμένα που θες να τα ακούς ξανά και ξανά. Κομμάτια που δεν μοιάζουν μεταξύ τους, σε διαφορετικά τέμπο και χρωματισμούς, τα οποία όμως αποκαλύπτουν σε κάθε ακρόαση τα δικά τους μυστικά.

 Τέλος θα ήθελα να καταλήξω στην όλη αισθητική πρόταση των E.V. που αποτυπώνεται στο πανέμορφο εξώφυλλο και βεβαίως στη φωνή της τραγουδίστριας η οποία συνδυάζει τη μελωδία με το σκοτάδι και την απόγνωση με τη δύναμη. Αν και η ορχηστρική μουσική έχει κατακλύσει τα προσωπικά μου γούστα, είναι περιπτώσεις σχημάτων με φωνή που με αφοπλίζουν με την πρώτη. Μια από αυτές είναι και οι E.V. με αυτόν το δίσκο.

Μπάμπης Κολτράνης

Marissa Nadler – Strangers (Sacred Bones Records)

marissanadler.againstthesilence

 Μία γυναικεία φιγούρα καθισμένη σε ένα γυμνό, αν κι όχι εντελώς άδειο δωμάτιο, με μια κιθάρα καθισμένη στα πόδια της και τα μακριά μαύρα μαλλιά της να κρύβουν κάθε υποψία έκφρασης στο πρόσωπό της – αυτή είναι η πρώτη εικόνα που αποκτάς για τη Marissa και στηρίζεται γερά στο γκόθικ-φολκ πρότυπο που έχει ως τώρα χτίσει για τον εαυτό της. Τα υπόλοιπα αφήνονται στη μουσική και τους τίτλους για να αποκαλυφθούν.

 Το Strangers απηχεί μία αποστασιοποίηση από το φολκ στοιχείο και –αντίστοιχα- μια εμβάθυνση στους ήπιους, μελαγχολικούς τόνους της γκόθικ κουλτούρας. Η αίσθηση αυτή εντείνεται αναπόφευκτα από τους ίδιους τους στίχους που μοιάζουν να απαρτίζουν μία καταγραφή απομάκρυνσης από άτομα άλλοτε πολύ κοντινά (People leaving faster than they come / In my life I remember none – “Katie I Know”). Όπου στο παρελθόν η διήγηση ήταν αφοσιωμένη στην απώλεια, πλέον φαίνεται να έχει επικρατήσει η επιφανειακή συμφιλίωση που προσφέρει ο χρόνος παρά τα υφέρποντα πάθη (Hungry is the ghost inside /And nothing seems to stop – “Hungry Is The Ghost”).

 Το ταξίδι στις ευαίσθητες αυτές περιοχές του μυαλού γίνεται με μια ανάσα, το άλμπουμ δεν προσφέρει περιττές ηχητικές εκπλήξεις. Η ίδια η φωνή της Nadler φροντίζει ώστε η μετάβαση από το ένα κομμάτι στο άλλο να γίνεται με τη λιγότερη δυνατή αποξένωση για να φτάσουμε ομαλά στην εξαΰλωση που κάθε τίμιος μηδενιστής οραματίζεται (Dissolve into the air/I am another body/In this town/I don’t care about anybody – “Dissolve”).

 

Βικτώρια

Almost Holy OST – No Man’s Sky OST

Atticus Ross, Leopold Ross & Bobby Krlic – Almost Holy OST (sacred bones records)

almostholy.againstthesilence

 Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί της Ουκρανίας αντιμετωπίζουν τεράστιες αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης μιας όλο και πιο διεφθαρμένης κυβέρνησης με όλο και πιο ανάπηρες υποδομές. Μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων είναι άστεγοι, αλκοολικοί και εξαρτημένοι από οτιδήποτε θανατηφόρο. Όλο αυτό το σκηνικό λοιπόν, μας παρουσιάζει ο Steve Hoover στο ντοκιμαντέρ του με τίτλο Almost Holy. Μια δουλειά που αφιερώνεται στην πραγματική ζωή και στην διάσωση εκείνων που προέρχονται από μια κοινωνία που πλανάται στα βάθη.

 Το σάουντρακ από μόνο του βοηθάει στην όποια εσωτερική ένταση και σίγουρα ηλεκτρίζει κάθε ατμόσφαιρα. Σε κάθε ανάσα η δυσφορία είναι και πιο έντονη. Μάλλον είναι η μόνη αίσθηση που θα μπορούσε να σου αφήσει κάθε κακοποίηση, παραμέληση, ψυχική και σωματική βια. Κάθε κομμάτι μας υπενθυμίζει τελικά ότι ποτέ δεν πρέπει να παίρνεις τον οποιοδήποτε τρόπο ζωής ως δεδομένο. Τελειώνοντας, το μόνο που μπορείς να νιώσεις είναι τρόμος. Τρόμος για το ότι υπάρχουν πράγματι μέρη στον κόσμο τα οποία είναι μακρυά από εμάς και από ότι έχουμε ζήσει. Μήπως όμως αυτό που σε τρομάζει δεν είναι τόσο μακρυά; Μήπως είναι δίπλα σου; Μήπως τα έχεις ζήσει ο ίδιος; Όχι, τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Kat

65 Days Of Static – No Man’s Sky (laced records)

65daysofstatic-no-mans-sky.againstthesilence.com

 Η εποχή κατά την οποία αναφερόταν η λέξη “σάουντρακ” (αντί της φράσης “μουσική επένδυση” των σκληροπυρηνικών) και όλοι μας κάναμε νοητική προβολή σε κάποια αίθουσα κινηματογράφου ή τη βολική οθόνη του υπολογιστή μας, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση της στο βάθρο των παρωχημένων αντιστοιχιών.

 Από το Atomic των Mogwai μέχρι το No Man’s Sky : Music For An Infinite Universe μας χωρίζουν όχι μόνο τέσσερις μήνες, αλλά και ένα ολόκληρο επίπεδο καλλιτεχνικής έκφρασης – περνάμε από το ντοκιμαντέρ στον ψηφιακό κόσμο ενός sci-fi παιχνιδιού. Φυσικά η διάκριση αυτή δε γίνεται για να υπαινιχθούμε κάποια ιεραρχία μεταξύ των δύο αυτών περιβαλλόντων, αλλά για να τονίσουμε την αυτονομία καθενός από αυτά.

 Το No Man’s Sky , ένα sci-fi παιχνίδι με αντικείμενο την εξερεύνηση ενός αχανούς σύμπαντος, βρίσκει στην ορχηστρική ηλεκτρονική μουσική φόρμα των 65daysofstatic ένα ταιριαστό συνοδοιπόρο. Το Music For An Infinite Universe, αποτελούμενο από 10 κομμάτια και 6 soundscapes, ελάχιστα απέχει από τις έως τώρα συνθέσεις της μπάντας και φαίνεται να έχει επηρεαστεί από το έναυσμα της δημιουργίας του κυρίως ονοματοδοτικά με τίτλους όπως Asimov, Heliosphere και Supermoon.

 Παρότι κυκλοφορεί ως σάουντρακ, ακούγεται και αυτόνομα, αλλά δεν μπορεί κανείς να περιορίσει τη φαντασία του και να μην απορήσει – πώς θα είναι άραγε να βυθίζεσαι σε έναν ψηφιακό κόσμο υπό τον ήχο του “End of the World Sun”; Και πόσο πρόκειται να επηρεαστεί η εμπειρία της ακρόασης από το γεγονός ότι η μουσική επένδυση επηρεάζεται από το game play με αποτέλεσμα οι συνθέσεις να αποκόπτονται από το σύνολό τους όπως αυτό παρουσιάζεται στον δίσκο και να σχηματίζουν νέα σύνολα – σαν ένα μωσαϊκό με απειράριθμους δυνατούς συνδυασμούς; 

Βικτώρια Λάμδα