Ceremony – In The Spirit World Now (relapse)

ceremony.inthespirit.againstthesilence

Ως συνήθως, όταν μια σκηνή δίνει ό,τι έχει να δώσει μουσικά, αποσυντίθεται και τα μέλη της ακολουθούν νέους ή όχι και τόσο νέους δρόμους. Μετά, λοιπόν, την πάροδο του τελευταίου, σπουδαίου κύματος του αμερικάνικου hc που ζήσαμε πριν περίπου δέκα χρόνια, έχουμε μπάντες, όπως οι Ceremony που αξίζουν και σήμερα την προσοχή μας. Αυτό, όχι μόνο μετά την ανάλυση που τους είχαμε κάνει εδώ, αλλά και με βάση το νέο τους δίσκο.

Καταρχάς, ο δίσκος αυτός δεν θέλει να κρυφτεί πίσω από τη σκιά του, με την έννοια ότι καταγράφεται εδώ ένα συνεκτικό-εθιστικό σύνολο, εντελώς post-punk ασμάτων που δεν φοβούνται να τιμήσουν τις μουσικές επιρροές τους. Εκεί όμως, που είναι το δυνατό του στοιχείο κρύβεται ακριβώς και η αδυναμία του, καθώς αυτή η συνθετική συνοχή δεν φαίνεται να απεγκλωβίζει κάτι το μη αναμενόμενο. Όχι ότι δεν υπάρχουν στιγμές που η μπάντα αφήνεται μουσικά, αλλά -συνολικά- έχουμε όμορφα μεν κομμάτια τα οποία, όμως, ούτε εκρήγνυνται, ούτε υποκρύπτουν κάποια άρρητη δυναμική, η οποία αναμένεται να φανεί κάποια στιγμή. Η έλλειψη πρωτοτυπίας και τόλμης αποδεικνύει ότι οι ανεμικές ιδέες που περιβάλλουν θεματικά το άλμπουμ ανήκουν σε μια μπάντα που όσο θέλει να σπάσει τα δεσμά που νιώθει να την καταπιέζουν σήμερα, άλλο τόσο νιώθει άνετα και οικεία εντός τους. Οπότε;…

Μπάμπης Κολτράνης

Impressions #2

Μια σύντομη ματιά σε 12 album που σηματοδοτούν το τέλος του φετινού καλοκαιριού.

  • Το Achromata (Narshaada records) των Ρώσων Aesthesys είναι από εκείνα τα άλμπουμ που μπορούν να σου διατηρήσουν ψηλά τις ελπίδες σου για το post rock. Ζεστό, πολύχρωμο και με το βιολί σε πρωταγωνιστικό ρόλο, το κινηματογραφικό τους στιλ είναι ό,τι πρέπει για το επερχόμενο φθινόπωρο.
  • Μπορεί να έχουν περάσει κάμποσοι μήνες από τότε που οι Akira Sakata & Chikamorachi with Masahiko Satoh κυκλοφόρησαν το Proton Pump (Family Vineyard records), αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία για να χάσεις το free jazz όργιο της χρονιάς. Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Sakata είναι Ιάπωνας jazz θρύλος και το σαξόφωνό του είναι υπερόπλο!
  • Ο Daron Malakian με τους Scars Of Broadway επιστρέφει και η εποχή μοιάζει να τον έχει ξεπεράσει εντελώς. Παρά την παρακμή που αποπνέει, όμως, ο τύπος τυγχάνει να είναι ο καλύτερος rock τραγουδοποιός στον μετα-Cobain κόσμο. Ως αποτέλεσμα το Dictator (Interscope) είναι τουλάχιστον συμπαθητικό από έναν κατά τα άλλα ψιλοαχώνευτο καλλιτέχνη.
  • Άλλη μια περίπτωση μπάντας που είναι επιδραστική χωρίς να είναι ιδιαίτερα καλή, οι Deafheaven με το Ordinary Corrupt Human Love (Anti) συνεχίζουν την επέλασή τους στα σαλόνια. Δίχως βάθος ή έμπνευση, θα το βλέπω στις λίστες διάφορων στο τέλος της χρονιάς και θα αισθάνομαι σαν πράσινος μπαμπουίνος από το διάστημα.
  • Άρτιο και παραδοσιακό progressive metal από το Ισραήλ μάς φέρνουν οι Distorted Harmony με το τρίτο τους άλμπουμ A Way Out (self-release), ακροβατώντας ανάμεσα στον κλασικό ’90s Theater-ικό και τον ’00s djent ήχο με αξιοπρεπέστατα αποτελέσματα.
  • Τρομερά παράξενη περίπτωση οι Jack ο’ the Clock, δεν μπορείς να αποφασίσεις αν ακούς folk/country ή prog rock. Το Repetitions of the Old City II (Self-Release) αποτελεί ένα δείγμα τρομερά χωμένου αμερικανικού underground, θα ανταμείψει όσους απολαμβάνουν ακούσματα μοναδικά και μοναχικά.
  • Το Salt (Prophecy Productions) των Khorada –μια τρομερή συνεργασία μελών των Agalloch και Giant Squid– ντύνεται σαν εκλεκτικό και βαρύ ατμοσφαιρικό metal, δεν στοχεύει όμως σε καμία ονειρική ψυχική αντανάκλαση. Μαζί του θα καταδυθείς σε ένα άβολο και άσχημο μέρος όπου η κάθαρση δεν είναι εγγυημένη. Εξαιρετικός και δύσκολος δίσκος.
  • Οι Kontinuum δεν καταφέρνουν απλώς να πιάσουν λίγο από το συναίσθημα των παλιών Katatonia αλλά επιτυγχάνουν έναν τρομερά ισορροπημένο και ποιοτικό dark gothic rock δίσκο με το No Need to Reason (Season of Mist). Η έκπληξη φέτος έρχεται από την Ισλανδία – και άσε τους άλλους να μιλάνε για τους Tribulation.
  • Το Minus (Karisma records) των Νορβηγών Krakow ξεκινά ως post metal έκρηξη για να αποκαλύψει σταδιακά έναν πλατύ ατμοσφαιρικό και σχεδόν progressive πλούτο. Άκρως ενδιαφέρον γκρουπ, που αξίζει να τσεκάρει και να παρακολουθήσει κανείς στενά.
  • Ίσως η πρώτη φορά στην καριέρα της Lisa Gerard που και η ίδια δεν αισθάνεται πρωταγωνίστρια σε έναν δίσκο. Οι The Mystery Of The Bulgarian Voices είναι ένα ιδιαίτερο world/ethnic άκουσμα, οι Έλληνες μουσικόφιλοι όμως θα νιώσουν πολύ οικεία με τις πολυφωνικές πεντατονίες του BooCheeMish (Prophecy Productions).
  • Μου είναι αδύνατο να διαβάσω κάπου τον όρο punk jazz και να μη δοκιμάσω. Σε αυτήν την περίπτωση, λέγοντας punk εννοούμε ότι η jazz των Worldservice Project είναι θορυβώδης, ξεσηκωτική και αναιδής και το Serve (RareNoise Records) θα μπορούσαν να το κυκλοφορήσουν μόνο σωστά τέκνα της Αγγλίας. Πιστεύω θα κάνουν κακό χαμό στο επερχόμενο Galway Jazz Festival, δεν τους χάνω με τίποτα!
  • Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι Yob είναι από τους πιο καταξιωμένους και αγνούς doom μάστορες σε αυτόν τον πλανήτη. Το Our Raw Heart (Relapse Records) είναι ένα ακόμα πολύτιμο ευαγγέλιο αυτού του τόσο ταλαιπωρημένου είδους. Μόνη μου ένσταση η ατελείωτή του διάρκεια, που δεν βοηθάει να πατήσεις το play περισσότερες φορές.

 

Few words for 12 albums that signify the end of this year’s summer.

  • Achromata (Narshaada Records) by Russian act Aesthesys is one of those albums that can keep one’s hopes regarding post rock high. Warm, colourful and with the violin in a starring role, their cinematic style is a perfect match for the upcoming autumn.
  • Several months may have passed since Akira Sakata & Chikamorachi with Masahiko Satoh released Proton Pump (Family Vineyard Records), still that is no excuse for you to miss the free jazz orgy of the year. For those unfamiliar, Sakata is a Japanese jazz legend and his sax is a super weapon!
  • Daron Malakian returns with Scars of Broadway and he seems to be entirely out of date. Despite this sense of decadence though, this guy happens to be the best rock songwriter in the post-Cobain world. As a result, Dictator (Interscope) is a very likeable album from an otherwise kind of dislikable artist.
  • Another case of a band that grew to be highly influential without being actually a great one, Deafheaven continue to parade in the first league with Ordinary corrupt human love (Anti). Without depth or inspiration, I will be seeing it in various end of the year lists and I will be feeling like a green baboon from outer space.
  • Israel’s Distorted Harmony deliver well-built and executed progressive metal with their 3rd album A Way Out (Self Release), balancing between classic ’90s Theater-like and ’00s djent-oriented styles in a very sufficient way.
  • A case of uncategorised obscurity, when you listen to Jack o’ the Clock it is unclear whether you listen to prog rock or folk/country. Repetitions of the Old City II (Self-Release) is another token of a well-hidden U.S underground that will ultimately reward the adventurous listener.
  • Khorada’s Salt (Prophecy Productions) – a fantastic collaboration of Agalloch and Giant Squid former members – may be dressed as eclectic and ultra-heavy atmospheric metal but it doesn’t reflect any dreamy state. You will descend with it in a very uncomfortable and scary place where catharsis is not guaranteed. A hard to grasp but extraordinary album.
  • Kontinuum doesn’t only achieve to capture that magic old Katatonia feeling but also succeeds in constructing a greatly balanced dark gothic rock album in No Need to Reason (Season of Mist). This year’s surprise comes from Iceland – and let others deal with Tribulation.
  • Minus (Karisma Records) by Norwegians Krakow kicks off like a post metal explosion only to reveal gradually its wide, atmospheric and almost progressive character. An extremely interesting band that deserves to be checked out and to be closely monitored.
  • This is probably the first time in Lisa Gerrard’s career that she is not the ultimate star of an album. The Mystery Of The Bulgarian Voices is a very special world/ethnic listen, Greek music lovers though will feel quite familiar with the pentatonic polyphonies of BooCheeMish (Prophecy Production)
  • I find it impossible to resist to an album described as “punk jazz”. In this case “punk” symbolizes Worldservice Project’s jazz as noisy, rude and entertaining and Serve (RareNoise Records) could only have been released by genuine sons of England. I think they will be a blast in the upcoming Galway Jazz Festival, I won’t miss it for the world!
  • Undoubtedly, Yob are among the most respected and true doom metal craftsmen of the planet and Our Raw Heart (Relapse Records) is another precious milestone for the genre. My only objection would be the album’s super long duration that doesn’t help pushing the Play button more often.

Antonis Kalamoutsos

 

Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος