Statues – Adult Lobotomy (Crazysane Records)

Υπάρχουν περιπτώσεις που η μουσική δεν είναι ένα απλό ηχητικό ερέθισμα. Κουβαλάει ανάμεσα στις νότες και τ’ ακόρντα εικόνες και συναισθήματα, σαν ταινιάκια μικρού μήκους. Συνήθως αυτό συμβαίνει με μουσικές που ήδη έχουν ακουστεί και συνδεθεί με αναμνήσεις, όπου η κάθε μελλοντική ακρόαση τις επαναφέρει στην επιφάνεια. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που δεν χρειάζονται ούτε συστάσεις ούτε συνδέσεις, ούτε τίποτα. Μουσικές που έρχονται ήδη φορτωμένες.

Αυτή είναι η περίπτωση του Adult Lobotomy των Statues από το Umeå της Σουηδίας. Με τίτλο που εμφανώς κλείνει το μάτι στο “Teenage Lobotomy” των Ramones, ελαφρά πολιτικό στίχο και έντονες εναλλαγές μεταξύ μελωδίας και διαπεραστικών, επιθετικών ριφ, ο δίσκος αυτός έχει την ικανότητα να ξυπνήσει εικόνες απ’ την κρύπτη. Σκοτεινές υπόγες γεμάτες καπνό, μπίρες, DIY λαϊβάκια, κόσμος να χορεύει και μια εποχή που ήσουν κι εσύ στην καρδιά όλων αυτών. Αν πας λίγο παραπέρα και μπεις στη διαδικασία να αναλογιστείς γιατί δεν είσαι πλέον, τότε οι Statues μάλλον είναι οι κλειδοκράτορες των πυλών της υπαρξιακής κρίσης.

Τελικά, μερικές φορές, δεν χρειάζεται ούτε πρωτοτυπία, ούτε καινοτομία ούτε “φρέσκος” ήχος. Αυτό που προσφέρουν οι Statues είναι ειλικρινές post-punk, χωρίς περιστροφές και χωρίς υπερπροσπάθειες. Όσο πρέπει μελωδικό, όσο πρέπει επιθετικό, όσο πρέπει πολιτικό. Κι όσο πρέπει αληθινό.


There are times when music is not just a mere sonic stimulus. It carries among all the musical notes and chords images and feelings, sort of like short films. This usually happens with music already known to the listener and linked to memories which every future replay will have them resurface. However, there seem to be cases where there’s no introduction, no prior links, nothing. Music that comes forth already loaded.

This is the deal with Statues’ Adult Lobotomy from Umeå, Sweden. With a title that gracefully nods to Ramones’ “Teenage Lobotomy”, slightly political lyrics and intense interchanges between melodic parts and piercingly aggressive punk riffs, this album has the ability to awaken images from the crypt. Dark basements, filled with smoke, beers, DIY concerts and people dancing and an era when you were at the very heart of all this. If you venture a little further and reflect on why you’re not there anymore, then Statues are probably the gatekeepers of an imminent existential crisis.

In the end, there are times when there’s no need for innovation or frantic search of a “fresh” sound. What Statues are offering is sincere and honest post-punk, without a hint of overtrying. As melodic as it should be, as aggressive as it should be, as political as it should be. And as true as it should be.

 

 

phren

 

HALEY – Pleasureland (Memphis Industries)

Γνώρισα τη HALEY ως Haley Bonar, το 2016, όταν έβγαλε το Impossible Dream, έναν ευχάριστα indie δίσκο, που την κατέταξε στους καλλιτέχνες την πορεία των οποίων θέλω να παρακολουθώ. Δυο χρόνια αργότερα, πάτησα το play στο αρκετά μίνιμαλ Pleasureland και από το πρώτο σύνθι του “Credit Forever pt.1” έμεινα να κοιτάζω τα ηχεία αποσβολωμένη.

Ο δίσκος αυτός είναι μια πτώση στο λαγούμι που οδήγησε την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Δυναμική και απότομη είσοδος με το “Credit Forever pt.1”, γαλήνη και μια αίσθηση σαν να επιπλέεις στα πιανιστικά “Give yourself away” και το “Future maps”, για να σε παραλάβει το υποδόριο, δυνατό και λίαν κιθαριστικό “Syrup” και να σε εκτοξεύσει στον τυφώνα των αρπέτζιο του “Credit Forever pt.2”. Κι όλο αυτό να επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος. Η συνειδητή επιλογή της αυτήν τη φορά να στερήσει τα κομμάτια της (και τους ακροατές της) από οποιουδήποτε είδους φωνητικά αποδείχτηκε καίρια, ώστε το ταλέντο της ως μουσικού να λάμψει τρανταχτά και πέρα από την ομολογουμένως όμορφη και ζεστή χροιά της φωνής της.

Είναι τόσες οι εναλλαγές, τόσες διαφορετικές οι επιρροές που απαρτίζουν αυτό το αμάλγαμα ήχων και συναισθημάτων που καθιστά θαυμαστό το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά, ο δίσκος αυτός είναι μια μεστή ενότητα στο τέλος της οποίας βιώνεις ίσως κάτι σαν τη γαλήνη της κάθαρσης. Πλέον δεν μπορώ παρά να αδημονώ για ό,τι μας επιφυλάσσει για το μέλλον η HALEY.


I first encountered the wonderful world of HALEY, formerly known as Haley Bonar, on 2016, when Impossible Dream was released. A pleasantly indie album that ranked her as an artist on whom I wanted to keep an eye (or better, an ear) on. Two years later, I hit play on the quite minimalistic Pleasureland and from the first seconds of the synth-filled “Credit Forever pt.1”, I was left speechless, blankly staring at the speakers.

This album is like falling in to Mr. Rabbit’s pit from Alice in Wonderland. An abruptly bold intro with “Credit Forever pt.1”, leading to a sense of serenity and lightness much like floating mid-sea or mid-air, probably, in the piano pieces “Give yourself away” and “Future maps”, just to get caught in the webs of the haunting guitars of “Syrup”, only to find yourself swirling in the arpeggio hurricane of “Credit forever pt.2”. And all this is repeated, until the very last song. Her conscious choice of depriving her music (and her listeners) of any hint of vocals, proved to be crucial for her musical talent to shine above and beyond the admittedly nice and warm sound of her voice.

There are so many interchanges, so many different influences that make up this mosaic of sounds and feelings that makes quite formidable that this is a robust and homogenous album, at the end of which you experience something like a cathartic peace. In the end, I cannot help but feel thrilled with anticipation on what HALEY has in store for us in the future.

 

 

 

Phren

 

Godspeed You! Black Emperor live in Göteborg

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κριτικές δεν ξέρω να γράφω, ούτε είμαι μουσικός για να μπορώ να κρίνω την αρτιότητα ενός μουσικού περφόρμανς. Μπορώ μόνο να μεταδώσω εικόνες και συναισθήματα, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει το περιορισμένο μέσο της γραφής.

Οι Godspeed You! Black Emperor αφίχθησαν στο Γκέτεμποργκ την περασμένη Πέμπτη. Παρότι ήταν ένα λάιβ που περίμενα απ’ τη στιγμή που αγόρασα το εισιτήριο τρεις μήνες πριν, πήγα με μισή καρδιά. Η άλλη μισή ήταν απασχολημένη με άγχη, αυτο-αμφισβητήσεις, αυτο-μαστιγώματα, υπαρξιακές ανησυχίες, φόβους και όλα τα δεινά που ταλανίζουν τον μέσο άνθρωπο σε καπιταλιστικά περιβάλλοντα. Η μουσική εντάσσεται σ’ αυτά τα παραθυράκια που σ’ αφήνουν να δεις καλύτερες εκδοχές της πραγματικότητας, ως προβολές της υπό φαντασιακά πρίσματα ενεργοποιούμενα με τον κάθε ήχο. Διαφυγή; Ίσως. Μ’ αυτό το σκεπτικό και την ελπίδα σύρθηκα ως το Pustervik.

Μπαίνω στον χώρο και ψάχνω για ένα βολικό σημείο, μπίρα ανά χείρας, υπό τους ήχους ενός σαξόφωνου, μέσω του οποίου η Mette Rasmussen -το support δρώμενο της βραδιάς- επιδιδόταν σ’ ένα αυτοσχεδιαστικό session. Δεν θα προσπαθήσω καν να βρω ωραιότερες λέξεις ή ευφημισμούς ή ό,τι άλλο παρεμφερές. Ήταν απερίγραπτα ανυπόφορο. Μια άνευ νοήματος, ασυνάρτητη αλληλουχία ήχων, που ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.

Αναμονή. Σιγά σιγά τα φώτα χαμηλώνουν και στη σκηνή ανεβαίνουν η Sophie Trudeau και o Thierry Amar, ξεκινώντας τις πρώτες νότες ακολουθούμενοι σταδιακά και από τα υπόλοιπα μέλη, με τελευταίους το αρχικό τρίο. Ένας ένας, άφηνε τον εαυτό του στα σκαλάκια της σκηνής κι ανέβαινε για να ενωθεί με το ηχητικό παζλ του “Hope Drone”. Τουλάχιστον έτσι το ’νιωθα εγώ ως θεατής.

Τα φιλμάκια του Karl Lemieux έντυσαν πολύ όμορφα τους ήχους της υπόλοιπης μπάντας, καθοδηγώντας ελαφρά τις κατά τ’ άλλα σκόρπιες σκέψεις που παρέλαυναν στο κεφάλι και αποδίδοντας ξεκάθαρα το πολιτικό στίγμα της μπάντας. “Bosses Hang”, “Anthem For No state”, “Fam/Famine”, “Undoing A Luciferian Towers”, όλο δηλαδή το Luciferian Towers, αποδόθηκαν με αφοσίωση, κάτι που κατάφερε να παραποιήσει τους χωρικούς συσχετισμούς του απτού περιβάλλοντος. Δεν ήμουν πια ανάμεσα σε μια θάλασσα θεατών, αλλά σ’ ένα πεδίο μουσικής, σκέψεων και συναισθημάτων που δεν δύναται να οριστεί και να περιοριστεί. Κι είναι πολύ όμορφο όταν συμβαίνει αυτό.

Η συνέχεια ήρθε απ’ το παρελθόν, απ’ το Slow Riot For New Zero Kanada του 1999, τα δύο κομμάτια του οποίου, “Moya” και “BBF3”, ήρθαν να απογειώσουν ό,τι έχτισε το Luciferian Towers. Το “String Loop Manufactured During Downpour” έκλεισε 2 ώρες που δεν κατάλαβα πότε πέρασαν, με την μπάντα να φεύγει όπως μπήκε: ένας ένας, όλοι επανερχόμενοι σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Και μαζί μ’ αυτούς κι εμείς.

Συναυλίες σαν αυτή με κάνουν να καταλαβαίνω γιατί κάποια λάιβ πρέπει να βιώνονται σαν ατομικές εμπειρίες. Γιατί σε κάποια λάιβ δεν χρειάζεται να ’χεις παρέα. Οι GY!BE έχουν τη μαγική ικανότητα να σε φέρουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου και να σ’ αφήσουν μ’ ένα αίσθημα κάθαρσης και ηρεμίας.

Και κάποιες φορές είναι παραπάνω από αναγκαίο.

 

Phren