Vatican Shadow – Berghain 09 (ostgut ton)

Λένε ότι η αφετηρία ενός μουσικού ονόματος συμπυκνώνει όλα τα βιώματα της ως τότε ζωής του και για αυτό οι πρώτες δουλειές του είναι και οι πιο ουσιώδεις. Συμβαίνει όμως, το ίδιο αφότου έχει περάσει ένα σεβαστό διάστημα όπου οι εμπειρίες έχουν βοηθήσει να διανυθεί η απόσταση από το μηδέν ως την ωριμότητα; Ως απάντηση μπορεί να ιδωθεί αυτή εδώ η κυκλοφορία του Vatican Shadow.

Μιλάμε για 21 χρόνια πορείας, για τα άπειρα project με το κύριο και πιο αναγνωρίσιμο να είναι το προσωπικό του σχήμα ως Prurient, για τη σκυτάλη που πήρε από την χρυσή γενιά της Sandwell District, ως VS ο ίδιος, για την διάθεση του να συνδέσει τις underground παραδόσεις που τον έκαναν αυτό που είναι μουσικά σήμερα. Θα μπορούσε να αποτυπωθεί το εύρος των μουσικών του καταθέσεων σε ένα ενενηντάλεπτο μιξ; Σίγουρα όχι! Αυτό όμως, που αποτυπώνεται είναι ένας πλούτος εμπειριών και ένας τρόπος προσέγγισης της καλλιτεχνικής δημιουργίας που λέγεται μουσική (ας μην το ξεχνάμε αυτό), κάπως φιλοσοφημένος.

Η ύπαρξη των cut ups λουπών που διαχέεται στη ροή του μιξ, δίνει ένα μυστηριακό τόνο, όχι όμως, απόκοσμο, αλλά με ουσία. Οι αμέτρητες επιλογές δένονται μεταξύ τους ως ένα παζλ που αναδεικνύει κάτι νέο και διαφορετικό από αυτό που φάνταζε ότι θα βγει στην αρχή. Οι πιο electro και ήπιες ατμοσφαιρικές στιγμές δίνουν τη σειρά τους σε πιο techno περάσματα και, κάπου προς το τέλος, έρχεται η καθολική αποδόμηση, με τον θόρυβο να εναλλάσσεται με την μελωδία, χωρίς όμως, να νικά το χάος στην όποια μορφή του. Απόδειξη της μεστότητας του όλου μιξ είναι η αίσθηση της μαθηματικής κυκλικότητας του, όπου κάνει το κλείσιμο να θυμίζει αρκετά το μπάσιμο του σετ, φέρνοντας στο νου το νόημα της ρήσης του Genesis P Orridge που ακούγεται και στα δύο αυτά μέρη και αναδεικνύει το όλον ως ένα… One being, one orientation, one power.


http://ostgut.de/label//record/238

Καθώς έχω την άποψη, ότι στις περισσότερες δουλειές του κατά κόσμο Dominick Fernow λείπει αυτό το κάτι που θα τις απογείωνε, εδώ ομολογώ, ότι όλα βρίσκονται σε μια χορταστική ισορροπία. Κάπως έτσι και η βινυλιακή έκδοση που περιέχει τις αποκλειστικότητες της λίστας, ενώ αρχικά φάνταζε ως το διαμάντι του ντουέτου των κυκλοφοριών, εντούτοις είναι το μιξ στο οποίο επιχειρείται επιτυχημένα το πάντρεμα της χορευτικότητας με την εγκεφαλικότητα, κάνοντας της κυκλοφορία αυτή να αποτελεί μια επιτομή του τι σημαίνει techno σήμερα!

It is said that the beginning of a music name conjures all the experiences of their life up until then and that’s why their first works are the most essential ones. Does, though, the same happens even after a considerable amount of time in which experiences aid in traversing the distance from zero to maturity? This Vatican Shadow’s very launch can be taken as a response to that.

We’re talking over a 21-year course; innumerable projects with “Prurient” being its main and most popular personal line up; the baton it took from the Sandwell District golden generation being himself the VS; his willingness to link the underground cults that made him what he musically is today. Could his whole range of musical deposits be captured in a 90-minute mix? Definitely not! But what is captured is a wealth of experiences and a manner of approaching artistic creation called “music” (not to be forgotten) somewhat philosophical.

The existence of the cut-up loops, which are diffused in the mix, gives a mysterious tone, far from eerie but with meaning. The innumerable options are bound together as a puzzle highlighting something new and different from what it seemed to come out at first. The most electro and mild atmospheric moments give their place to some more techno riffs and, somewhere in the end, absolute degradation comes, with the noise interchanging with the melody, but without defeating chaos of whatever form. Proof of the meaningfulness of the whole mix is the sensation of mathematical circularity which makes the closure resembling the introduction of the set, bearing in mind the meaning of the quote of Genesis P. Orridge, heard in both placements designating the whole as one… “One being, one orientation, one power”.

Having the opinion that in most of his work –worldly- Dominick Fernow is missing the very point that would skyrocket it, hereby I admit that everything is in an indulging balance. Somehow as that, the vinyl version, containing the exclusivities of the list, while initially seemed to be the diamond of the duet of the works, it is nevertheless the mix in which the breeding of dance and intellectuality is attempted, making this work to be the epitome of what techno means today!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Lab Rat XL – Function – Regis

“Όχι άλλη νοσταλγία”, είπε μια φωνή στο βάθος. Πήγε να αναλύσει την άποψή της, αλλά ο χρόνος την ταλάνισε με το άγχος που τον διατρέχει, κι εκεί που πήγε μια άγνωστη αντίρροπη δύναμη να την κρατήσει πίσω, αυτή ακινητοποιήθηκε κινούμενη στο τώρα. “Ναι, αλλά τι γίνεται με το μέρος που ξεκινήσαμε τα πρώτα μας βήματα στο οπουδήποτε;”. Άλλη φωνή αυτή, με χροιά παιδική. Πάει κι αυτή ως χαμένη ηχώ να καλέσει το παρόν να την περισώσει από το πέρασμα της σκόνης. Το τώρα είναι το νερό που ζει την κάθε ρίζα.

Φρεσκάδα, λοιπόν, κι αν υπάρχει ακόμη μια μουσική που, οπλισμένη από τη συνεχή τεχνολογική πρόοδο, όλο και βγάζει ενδιαφέρον νέο υλικό, αυτή είναι η techno. Σε άνθιση βρίσκεται λοιπόν αυτή η ξερή, σκοτεινή και χορευτική μουσική, με πληθώρα νέων ονομάτων, label και πάρτι ακόμη και στα μέρη μας (θέμα που θα μας απασχολήσει σε μελλοντικό κείμενο). Υπάρχει όμως περίεργη τάση επανακυκλοφορίας παλιών κιταπιών της μουσικής αυτής, η οποία φαντάζει παράταιρη. Αφού αυτή η μουσική συνεχώς προχωρά, ποιος ο λόγος να γυρνάμε προς τα πίσω; Τις απαντήσεις θα προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε μέσω τριών “νέων” κυκλοφοριών.

 

Lab Rat XL – Mice Or Cyborg (clone)

Όπως ψαχνόμαστε στη μουσική, αργά ή γρήγορα θα περάσουμε και θα καταλήξουμε σε κοινά ονόματα, παρά τα πολυποίκιλα γούστα μας. Στην περίπτωση, λοιπόν, που κάνεις ένα πέρασμα από την electro, techno ή idm μουσική, δεν γίνεται να μη συμπεριλάβεις τους Drexciya στα βασικά σου ακούσματα. Η 2ης γενιάς του Detroit συγκεκριμένη μπάντα, η οποία αποτελούνταν από τον James Stinson που δεν ζει πια και τον Gerald Carroll Donald, πάτησε βεβαίως πάνω στους Kraftwerk , αλλά προχώρησε στα βάθη μιας θάλασσας γεμάτης πολύτιμα μουσικά μαργαριτάρια και συναίσθημα. Ένα από αυτά τα μαργαριτάρια δεν φέρει τη σφραγίδα της μπάντας, μιας και οι συγκεκριμένοι είχαν πολλά side project, αλλά μοναχά του James Stinson με το όνομα Lab Rat XL. Μια εξάδα άτιτλων κομματιών συμπληρώνουν ένα σύντομο αλλά συνεκτικό άλμπουμ, το οποίο ναι μεν βγήκε το 2003, αλλά ακούγοντας το νομίζεις ότι την ίδια στιγμή που θα μπορούσε να ’ναι σύγχρονο, θα μπορούσε άνετα να έχει βγει το 1993 (για να μην πω και παλαιότερα). Αν μάλιστα τα τρία τελευταία κομμάτια του δίσκου ήταν ισάξια των πρώτων, θα μίλαγα για έναν κλασικό δίσκο, αλλά και πάλι είναι τέτοια η εγκεφαλικότητα και συνάμα η αμεσότητα του υλικού που το αναδεικνύει σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της παρακαταθήκης των Drexciya.

 

 

Function – Recompiled I-II (ostgut ton)

Το παρελθόν είναι για να σβήνεται, αλλά όχι για να χάνεται, εφόσον το αξίζει. Για αυτό εξάλλου υπάρχουν και τα μαγικά ραβδάκια, για να κάνουν να επανεμφανίζονται μέρη του ως μικρά θαύματα με σάρκα και οστά. Αυτό έπραξε ο Νεοϋορκέζος David Summer/Function, ο οποίος ανέσυρε επιλεγμένο υλικό από την όλη πορεία του. Υλικό σχεδόν καθολικά εξαντλημένο στη φυσική του μορφή, το οποίο συνδυάζει όλους τους χρόνους χωρίς να είναι άχρονο, αλλά σύγχρονο. Αστεροσκοπικές ατμόσφαιρες, έντονοι ρυθμοί σκιών σε σκοτάδια, μια μίνιμαλ διάθεση του χτες με τον πλούτο του ήχου σήμερα αποτυπώνεται σε δύο ώρες δύο διπλών δίσκων που καλύπτουν μια πορεία δύο περίπου γεμάτων μουσικά δεκαετιών. Προσωπικά αρκετά κομμάτια που βρίσκονται εδώ τα αγνοούσα και ακούγοντας τα ένιωσα όλο το συναίσθημα που κρύβει αυτό το σπουδαίο κεφάλαιο για την techno μουσική. Περαιτέρω σχόλια περιττεύουν!

 

 

Regis – Live In N.Y.C. (cititrax)

Μπορεί οι Cabaret Voltaire να υποστήριζαν ότι ο τόπος της καταγωγής τους δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της μουσικής τους ταυτότητας (βλ. Σέφιλντ), αλλά πιθανόν ο Regis (Karl O’ Connor) να διαφωνεί κάθετα μαζί τους. Ο ίδιος μάλιστα ποτέ δεν αρνήθηκε τον όρο “ήχος του Μπίρμινχαμ”, τον οποίο καθόρισε με τη συμβολή του από τα ’90’s μέχρι και σήμερα. Η χιλιομετρική απόσταση των δύο προαναφερθεισών πόλεων δεν επιτρέπει πολλές διαφορές πάντως πάνω σε μια μουντή αντίληψη για τα πράγματα. Βέβαια, ο Regis έχει ως βάση το techno, και αυτό αποδεικνύεται από τις κυκλοφορίες παλαιότερού του υλικού, όπως κι αυτή εδώ. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου του Gymnastics, το οποίο μάλιστα επανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μορφή, πραγματοποίησε μια εμφάνιση στη Νέα Υόρκη στις 4.1.97 και κάποια ψυχή είχε τη φαεινή ιδέα να ηχογραφήσει το σετ, το οποίο ακούγεται σαν ένα μήνυμα από έναν ξερό πλανήτη που πέρασε ξυστά από τη Γη και εξαφανίστηκε πάλι στο επέκεινα. Αν έχετε γνώση του πρόσφατου υλικού του Regis, πιθανόν να ξαφνιαστείτε με την αγριότητα του πρωτόλειου έργου του, το οποίο αναπαρίσταται συνοπτικά και με ιδανικό τρόπο εδώ. Κατά την ταπεινή μου άποψη, ο συγκεκριμένος ήχος έχει περάσει ανεπιστρεπτί και έχει μόνο αρχειακή αξία η μελέτη του, αλλά είναι γεγονός ότι σε αυτό βρίσκουμε αγνά ψήγματα μιας περιόδου που καθόρισε τη σύγχρονη techno και αποτέλεσε μια συνιστώσα της απίστευτης ακμής που γνώρισε η ηλεκτρονική μουσική εκείνη τη δεκαετία.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Planetary Assault Systems – Arc Angel (ostgut ton)

planetary assault systems.arc angel.againstthesilence

Πριν λίγο καιρό ο Steve Albini σε μια συνέντευξη του εκθείασε την πρώιμη ηλεκτρονική μουσική (βλ. Kraftwerk, Cabaret Voltaire κ.α.) και επιτέθηκε στην μετάλλαξη της σε club/χορευτική μουσική. Η αλήθεια είναι ότι στη σύγχρονη techno η διαφοροποίηση των δυο αυτών φάσεων τείνει να ξεπερνιέται χάρις σε δουλειές που ξεπερνάνε το όποιο χάσμα (βλ. αυτές των Perc, Silent Servant), μόνο που ο κανόνας είναι κυρίαρχα προς το μέρος των club. Άρα αυτό που μένει είναι όχι απλά να σπάσει το δίπολο, αλλά να αφεθεί πίσω για το προχώρημα σε νέα μονοπάτια και επ’ αυτού ο πιο ειδικός για να μιλήσει είναι σίγουρα ο Luke Slater, γνωστός και ως PAS.

Πιο συγκεκριμένα, η πορεία του αποτελεί και μια πυξίδα του πώς έχει κινηθεί η techno τις τελευταίες δεκαετίες. Από τα πριονίδια στην δεκαετία του ‘90, στις πιο νορμάλ φόρμες με το δικό του όνομα μπροστά, στην επιστροφή του ως PAS την εποχή που η techno επέστρεφε στα πράγματα και με την επαφή του στο σήμερα, είτε με τις ambient δουλειές του, είτε με το house πρότζεκτ του L.B. Dub Corp., πάντα η ποιοτική στάθμη του υλικού του ήταν υψηλότατη. Οι δυο μάλιστα τελευταίοι δίσκοι του ως PAS ήταν πραγματικά άπιαστοι και στον ήχο και στην έμπνευση, οπότε έρχεται το Arc Angel σήμερα για να μας κάνει να αναρωτηθούμε τι άλλο να περιμένουμε από αυτόν.

Υποτίθεται ότι με αυτό το άλμπουμ ήθελε να ξεφύγει από τα καθιερωμένα του standards και να βάλει, επιτέλους, μελωδία στην εγκεφαλική του μουσική. Δυστυχώς ακούγοντας το, δεν φαίνεται πουθενά να έγινε πράξη η επιθυμία του αυτή. Σε αντίθεση με τους δυο προκάτοχους του και κυρίως με το The Messenger όπου όσο άκουγα το δίσκο, τόσο μου εμφανιζόντουσαν οι κρυφές χάρες του, εδώ όσο τον μελετάω μου φεύγει ο αρχικός ενθουσιασμός και καταλαβαίνω ότι έχει λειανθεί ο ήχος του, χωρίς όμως το απαιτούμενο βάθος. Ακόμη και τα ατμοσφαιρικά ιντερλούδια που χρησιμοποιεί κατά κόρον, παραπέμπουν σε μια πρακτική που συναντάμε στην techno από τα zeros, οι τίτλοι θυμίζουν αυτούς παλαιότερων του κομματιών και οι χορευτικοί δυναμίτες του δεν κρύβουν κάποια έκπληξη. Κάτι βέβαια που συμβαίνει γενικότερα στο συγκεκριμένο είδος σήμερα, κάνοντας μας να νιώθουμε πως η εποχή που ο Jeff Mills, ο Plastikman και το label της Tresor έβγαζαν δίσκους όπου δεν ήξερες τι να περιμένεις πως θα ακούσεις, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ίσως για όλα αυτά να φταίει η εμπορική απήχηση της μουσικής αυτής, οπότε και επιστρέφουμε στην αρχική μας σκέψη ότι τελικά αυτή η μονοδιάστατη αντίληψη με κατεύθυνση τα clubs στενεύει τα όρια του techno και γενικότερα της ηλεκτρονικής μουσικής. Μάλιστα συμβαίνει το ενενηντάλεπτο Arc Angel να λειτουργεί καλύτερα στη μορφή του συνεχόμενου mix που έχει βάλει ως μπόνους κομμάτι ο παραγωγός στο τέλος, κάτι που αποδεικνύει την τήρηση των χορευτικών στεγανών του. Ναι μεν ο Luke Slater έχει διευρύνει με τις δουλειές του τα όρια του φορμαλισμού της σύγχρονης techno, αλλά όμως φτάνει κάποια στιγμή που αυτό από μόνο του δεν αρκεί.

Μπάμπης Κολτράνης

Function – Incubation (ostgut ton)

function.incubation.againstthesilence.wordpress.com

Στο χώρο της ηλεκτρονικής-χορευτικής μουσικής, το να κυκλοφορήσει ένα όνομα ένα κανονικό album με την υπογραφή του είναι σπανιότατο τόλμημα το οποίο καταλήγει συνήθως σε κάτι που όλ@ θέλουν να ξεχαστεί σύντομα. Προτιμούνται τα δωδεκάιντσα/eps τα οποία περιέχουν κομμάτια που απευθύνονται στις πίστες, συνοδευόμενα από πιο πειραματικά που χρησιμεύουν για το απαραίτητο διάλειμμα όλων. Που να μπλέκουν τώρα με δίσκους που οφείλουν να έχουν συνοχή, ιδέες, ποικιλία στις συνθέσεις και άλλα δεινά.
Για παράδειγμα ο Νεοϋορκέζος Function που ζει πλέον μόνιμα στο Β…(το βρήκατε), αν και βγάζει μουσική από το ’96, μέχρι σήμερα δεν είχε βγάλει ένα προσωπικό ολοκληρωμένο δίσκο. Βέβαια όταν με τον Regis και το ντουέτο τους Sandwell District εδέησε να βγάλει album , το Feed Forward το 2010, όλοι έπαθαν ταράκουλο. Εγίνηκεν η ώρα λοιπόν και για αυτόν να αφήσει την σφραγίδα του μέσω του γνωστότατου Βερολινέζικου label του Berghain. Καλά τα singles αλλά άλλη βαρύτητα έχει ένα album.
Και τι album! Δεν ξέρω αν με το να γράφεις για την techno μουσική κάπου εξαντλούνται τα περιγραφικά εργαλεία, αλλά εδώ δεν χρειάζονται πολλά λόγια γιατί πράγματι είναι σαν να ακούς κάτι που είναι ακριβώς όπως θα ήθελες φτιαγμένο. Ντελικάτο αλλά συνάμα βαθύ, σκοτεινό αλλά και άκρως χορευτικό, το Incubation αποτελεί ένα δεμένο σύνολο κομματιών και όχι απλά ένας δίσκος που τυγχάνει να έχει ορισμένα δυνατά κομμάτια. Ένα στοιχείο που όχι μόνο συναντάται σπάνια στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά και γενικότερα στην σύγχρονη μουσική.
Τι να γραφτεί για το εισαγωγικό κομμάτι, το οποίο σε στυλ πρώιμου industrial-electronica σε βάζει αμέσως στο κλίμα; Για το διαστημικό, ελαφρώς ρετρό αλλά φρεσκότατο “Incubation (Ritual)”; Για το στακάτο “Against The Wall”; Όλα ανεξαιρέτως έχουν τον δικό τους χαρακτήρα και προσδίδουν μια ξεχωριστή πνοή. Δεν έχουν τοποθετηθεί απλώς χορευτικές συνθέσεις δίπλα σε ψαγμένες, αλλά όλα τα στοιχεία έχουν αναμειχθεί για να παράξουν αυτό το κοφτερό και περιπετειώδες αποτέλεσμα.
Σε άλλες εποχές όπου τα όρια στην ηλεκτρονική και όχι μόνο μουσική ήταν ανύπαρκτα, το Incubation θα έφτανε σε περισσότερα αυτιά από ότι σήμερα. Πάντως στο techno συμβαίνει αυτό που συνέβαινε στο hip-hop πριν είκοσι περίπου χρόνια: μέσα στον σχετικό σωρό θα βγει κάθε χρονιά ένας δίσκος που θα πάει το είδος ένα βήμα μπροστά. Μάλλον για φέτος κλείσαμε!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης