Harvestman – Rope Sect

Harvestman – Music For Megaliths (neurot)

Φθορά στα ερείπια, η κονσέρβα δεν κόβει. Η μοναχικότητα της σκόνης επιβιώνει από το φάντασμα της μνήμης. Κάποτε υπόλειμμα μιας ιεροτελεστίας, η μουσική του Steve von Till (Neurosis) σαν Harvestman, εξερευνά τη δογματική φύση του ιερού. Οι αργοί ρυθμοί σε συνδυασμό με μια drone αισθητική, φαντάζει σαν μια αργή κίνηση σε κινούμενη άμμο. Δεν βουλιάζει ποτέ ως το τέλος. Αέναη κίνηση. Αυτοτιμωρία για την προσβολή των αρχαίων. Music For Megaliths ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου. Ο συγκεκριμένος ηχογραφήθηκε μέσα στην πάροδο πολλών χρόνων, κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών. Διόλου τυχαίο και το αποτέλεσμα. Παρόλο που γραφόταν κατά την αυγή του ήλιου, οι αχτίδες σκοταδιού καραδοκούν. Όμορφη αντίθεση. Η συνεχόμενη παραμόρφωση της κιθάρας αναγκάζει τον θεατή να αφουγκραστεί τη μικρή ζωή του. Μικρή σχετικά με την απειρότητα του χρόνου και του χώρου. Να βρει μέσα από τις χίλιες αρνήσεις του την κινητήρια δύναμη για μια συνέχεια. Άκρως σκοτεινό, επιβλητικό και άρρωστο. Η ακόρεστη ενέργεια και εξερεύνηση της μουσικής από το Steve Von Till και την παρέα του είναι από μόνο του τουλάχιστον πηγή έμπνευσης.

Rope Sect – Personae Ingratae (caligari records)

Το ντεμπούτο των Rope Sect δεν αστειεύεται. Κάτι σε post-punk με goth πινελιές, σε κοιτάζει στα μάτια και περιμένει μια αντίδραση. Οι αυτοκτονικές επιρροές πάνε ενάντια στη κανονικότητα του ρυθμού. Έξι κομμάτια τυπωμένα μόνο σε κασέτα, βγάζουν και την cult αισθητική που έρχεται και κουμπώνει αναπαυτικά με το υπόλοιπο. Το κίτρινο υπόβαθρο του εξώφυλλου αποτυπώνει όμορφα και τη μουσική τους. Υποτονικό με ίκτερο, αγωνιώδες, επιβλητικό. Ο αυτό-ακρωτηριασμός της κοινωνικότητας αφήνει ένα σώμα χωρίς άκρα. Χωρίς τα εργαλεία της κίνησης. Ο γρήγορος ρυθμός και το ξεκούρδιστο background θυμίζει το σώμα που θέλει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί. Το Personae Ingratae είναι το σαρδόνιο γέλιο των Rope Sect απέναντι στην κοινωνικότητα Είναι το άφαντο αστέρι στον ουρανό. Το αντί- που έχει γίνει νόρμα.

ichie

Dark Buddha Rising – Inversum (Neurot Recordings)

Κάποιες φορές το αυτί σου ακούει ένα δίσκο και το μυαλό δουλεύει σε δυο ταχύτητες. Το συνειδητό και το υποσυνείδητο. Το μεν προσπαθεί να συγκεντρωθεί στη μουσική και το δε, αναπολεί, αφουγκράζεται, περιμένει. Και προκύπτει μια στιγμή όπου τα δύο κομμάτια συγκρούονται. Σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου αντιστρέφονται στιγμιαία οι μουσικές εικόνες και το μυαλό κάνει ένα rewind μέχρι τη συνειδητή σου κατάσταση.

Κάτι παρόμοιο συνέβη ακούγοντας τον δίσκο Inversum των Φιλανδών Dark Buddha Rising. Από την αργή εκκίνηση του “ESO” βρέθηκα στη κορύφωση του κομματιού. Αλλά σαν μάστορες στο είδος οι συγκεκριμένοι, ένα τέτοιο αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Ορθή επανάληψη για να γεμίσει και το κείμενο με αράδες.  Η ψυχεδέλεια διακρίνεται με αγενή τρόπο σε όλο το κομμάτι. Η αργή, συρτή εισαγωγή ρίχνει την πρώτη φτυαριά και από κει και πέρα όλα αρχίζουν και μπαίνουν σε σειρά. Η ψυχεδελική ερωτικότητα της εισαγωγής δίνει πάσα μέσα από τα φίλτρα high speed κάμερας στην κοσμική μελωδία και στα αφελή μπάσα. Το υπόβαθρο παραμένει σταθερό, αλλά κάπου εκεί αρχίζει η διαστροφή με τις απόκοσμες φωνές και τη παραμόρφωση κιθάρας. Δειλά ξεπροβάλει η drone/doom ακουστική. Η εισαγωγή ψέλνει πάνω από το πτώμα της σε άτονους ρυθμούς.  Η επόμενη μετάβαση βρίσκει κόφτη στα drone σημεία. Ο όγκος του κομματιού μεγαλώνει καθώς προχωρά. Το ερωτικό λίκνισμα πλέον έχει μετατραπεί σε αυτισμό. Και λίγο πριν το τέλος του κομματιού, διακρίνεις πάντρεμα σε ότι άκουσες πριν με ακόμα ένα στοιχείο. Οι κιθάρες πιο καθαρές και λιγότερο βρώμικες. Το κάθε σημείο δίνει πάτημα για το επόμενο και μαζί του παίρνει και την ουσία του προηγούμενου.

Το “EXO” χαρακτηρίζεται από αντίθεση. Η άβυσσος του κομματιού βγάζει κόντρα στον τίτλο. Η εισαγωγή εξαπατά με την καθαρότητα και την αφαίρεση της ψυχεδέλειας σε σχέση με τον προκάτοχο του. Η γη που πατάς είναι το μπάσο της συνέχειας. Σεισμικό και σκοτεινό. Το υπόβαθρο είναι η αντιμεταθετική ιδιότητα του δίσκου. Αυτό + εκείνο = εκείνο+ Αυτό. Το κομμάτι ξερνά μαυρίλα. Η διαφορά με προηγούμενους δίσκους φαίνεται στη παραγωγή. Η ραχοκοκκαλιά τους παραμένει, αλλά οι ιστοί έχουν αλλάξει. Περιαυτολογούν για το σκοταδισμό τους μέσα από τη μπασόγραμμή και τα υποτονικά τύμπανα. Ο επαναλαμβανόμενος ρυθμός ζέχνει δυστοπία. Και λίγο πριν τελειώσει το κομμάτι (και ο δίσκος) η ένταση δυναμώνει. Κιθάρα στα πρόθυρα σκολίωσης και ένταση που ξέρεις ότι δεν θα κορυφωθεί ποτέ. Λίγο τέμπο ακόμα και μια φωνή από πίσω. Σκούρο μαύρο. Ισοβίτης της ακρόασης. Τα τελευταία τέσσερα λεπτά διαπράττουν μοιχεία. Πονηρές κιθάρες θυμίζουν το τελείωμα του προηγούμενου κομματιού και δεν το κρύβουν. Δεν είναι μοιχεία εντέλει γιατί δεν είναι μυστικό. Αγωνιώδες όγκος και ζοφερή φωνή.

Το στοίχημα το κέρδισαν. Η αμοιβάδα βγήκε παγανιά, μάταια όμως. Αντίστροφη φύση. Η αυλαία έπεσε για τον δίσκο. Το παραβολικό φως βραχυκύκλωσε και αναβοσβήνει στην κουρτίνα. Μόλις κατακαθίσει η σκόνη ακούγεται το χειροκρότημα.

 

 

Ichie