Grouper – Grid Of Points (kranky)

Κάποιες φορές δεν χρειάζεται η μουσική να είναι περίπλοκη, πλούσια σε ήχους, φωνητικά ή στίχους με ξεκάθαρο και ιδιαίτερο νόημα. Κάποιες φορές αρκεί απλώς ένα πιάνο και μια φωνή. Στη δημιουργική κατάθεση της Harris, αυτά τα δύο συστατικά στοιχεία προσλαμβάνουν άλλες διαστάσεις. Και μια απόκοσμη, απογυμνωμένη, μινιμαλιστική ατμόσφαιρα, σε πλήρη αρμονία με αιθέρια φωνητικά, κάτι σαν μια εσωτερική ηχώ, κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Μια μουσική πληρότητα σκάρτων 21 λεπτών της ομαδοποιού των ήχων, όπως αυτοπροσδιορίζεται η Liz Harris. Λέξεις, στίχοι μπερδεύονται με τις νότες, νοήματα μένουν ανολοκλήρωτα. Το πιάνο και η φωνή καθρεφτίζονται το ένα στο άλλο, αλληλοσυμπληρώνονται, γίνονται “ένα” σε κάθε μουσική στιγμή, όσο όμορφη ή θλιβερή κι αν είναι αυτή.

Ξεκινά ένα ταξίδι, μια αναδρομή ζωής με την ανάλογη μουσική υπόκρουση για κάθε σημαντικό σταθμό. Μετά το εναρκτήριο καλωσόρισμα της βροχής στο “The Races” και το μελαγχολικό “Parking Lot” έρχεται το “Driving”, απόκοσμο και οικείο συνάμα, προτρέποντάς σε να δεις ποι@ είσαι και ποια θες να είναι η δική σου πορεία. Ο ήχος του τρένου διακόπτει και ενσωματώνεται στο τραγούδι “Breathing”, ακριβώς όπως συμβαίνει και στη ζωή μας, όταν κάτι ξαφνικό, απότομο εμφανίζεται δυναμικά, σαρωτικά για να απομακρυνθεί πριν προλάβει να ξεφτίσει. Ο απόηχος, όμως, παραμένει (για πόσο άραγε;) στη ζωή μας να μας θυμίζει την παρουσία του, όπως η ανάσα, μηχανική και αυτόματη, χωρίς σκέψη, αλλά και τόσο απαραίτητη.

Η μπλούζα –“The Blouse”– σου φέρνει μνήμες από ένα πρόσωπο οικείο, που δεν έχει σημασία αν είναι παρόν ή έχει φύγει από κοντά σου. Ένα απομεινάρι που δεν ξέρεις τελικά αν θες να το κρατήσεις, δεν μπορείς να αποφασίσεις τι θα το κάνεις. Το τραγούδι των γενεθλίων –“Birthday Song”– σηματοδοτεί μια στιγμή προσωπικού απολογισμού, για όσα θέλησες να ζήσεις. Κάποια όνειρα τα πραγματοποίησες, κάποια άλλα όχι, κι αναρωτιέσαι το γιατί.

Μιάμιση βδομάδα χρειάστηκε η Harris για να ολοκληρώσει τη δουλειά της. Παρά τη διακοπή του δημιουργικού οίστρου από έναν υψηλό πυρετό, η όλη διαδικασία, αν και σύντομη, υπήρξε, κατά δήλωσή της, πλήρης. Στο Grid Of Points συνεχίζει ακολουθώντας τη δοκιμασμένη συνταγή του Ruins, με την απλότητα να κυριαρχεί στις συνθέσεις της, που με τη σειρά τους προκαλούν πολυπλοκότητα και ποικιλία συναισθημάτων. O στίχος δεν έχει τόση σημασία όση έχει ο τρόπος που αναδύονται συναισθήματα. Η διάρκεια του δίσκου για άλλη μια φορά μικρή, κάτι που με ξένισε αρχικά, αλλά όταν το ξανασκέφτομαι, αναρωτιέμαι: θα μπορούσες να αντέξεις μεγαλύτερης διάρκειας συναισθηματική καταιγίδα;

 

 

Sylvia Ioannou

 

Christina Vantzou 2018

Η μοναξιά μάς πνίγει όλ@ς. Σφαλίζει τα παράθυρα, εστιάζει στο όνομα που ορθώνεται στον καθρέφτη και απομένει θλιμμένη στο ημίφως. Αυτό αποδεικνύεται και επιδεικνύεται περίτρανα στη σύγχρονη δισκογραφία της πειραματικής μουσικής, όπου κυριαρχούν τα προσωπικά άλμπουμ. Όσο όμως προβάλλεται το εγώ, τόσο το μέσα μένει μέσα ως ιδέα, αλλά και ως οντότητα. Η μουσική αυτή εξάλλου ερωτοτροπεί με την έννοια της απομόνωσης, καθώς διαθέτει στοιχεία εσωτερισμού, οπότε για αυτό γίνεται μεγαλύτερη η ανάγκη να σπάσει αυτό το μοτίβο της εσώκλειστης δημιουργίας και να συναντηθεί με άλλες. Πολύ απλά, να βγει (προς τα) έξω!

Η CV φαίνεται να τα έχει κατανοήσει όλα αυτά. Αφήνοντας πίσω τη θητεία της στους Dead Texan και τα τρία προσωπικά της άλμπουμ που την καταξίωσαν στον χώρο, προχωρά σε δύο απανωτές κυκλοφορίες που βασίζονται σε συνεργατικό πνεύμα. Η ευχάριστη έκπληξη εκ των δύο αυτών είναι η συνεργασία της με τον JAB των Forma. Βασισμένο στην επένδυση της έκθεσης εικαστικών του Zin Taylor, ένα αυθόρμητο και συνάμα βαθύ άλμπουμ ρέει ακολουθώντας τη ματιά τους που διατρέχει το εν λόγω ενενηντάμετρο έκθεμα σχεδίων. Οι ήχοι του είναι σαν να έρχονται από έξω και όχι από μέσα, και τις στιγμές που αποκτούν μια ambient εσωτερικότητα, αυτή λαμβάνει μια υπερβατική μορφή. Ίσως γι’ αυτό το υγρό στοιχείο είναι αρκετά έκδηλο σε ορισμένες συνθέσεις εδώ, το οποίο αποτελεί το χαρακτηριστικό της κίνησης και της διαδραστικότητας των αισθήσεων.

 

Αυτή η ζωντάνια του άλμπουμ αποτελεί και την απόδειξη ότι το εν λόγω ντουέτο ήρθε όντως σε μια γόνιμη επαφή με την τέχνη των εικαστικών, φέρνοντας κοντά τους δύο μουσικούς κόσμους των μελών του με κατεύθυνση προς τα έξω. Εξάλλου, αν η κατανάλωση ή έστω ημιτελής απόλαυση ενός έργου μπροστά σε μια οθόνη τείνει να οδηγεί ενίοτε στην κατάθλιψη, η συνάντηση με αυτό διά ζώσης δεν είναι μια αγνή μορφή επικοινωνίας, έκφρασης και συγκίνησης;

Τώρα, το τέταρτο προσωπικό της άλμπουμ θυμίζει αρκετά στην υφή τις προηγούμενες δουλειές της, μιας και κυριαρχεί πάλι μια μυστηριακή κατάνυξη. Αυτό που το ξεχωρίζει είναι η λιακάδα που το διαπνέει στο μεγαλύτερο μέρος του, η οποία οφείλεται στη γόνιμη συνεργασία με μια ομάδα μουσικών που είχαν κύριο λόγο και ως προς την τελική διαμόρφωση του υλικού. Αυτό ακούγεται σαν να ακολουθεί μια αόρατη ρυθμικότητα και ταυτόχρονα σε αρκετά σημεία είναι σαν οι ιδέες να μένουν ανολοκλήρωτες. Συνολικά ο συμπαγής αυτός δίσκος δεν θα στεναχωρήσει τον κόσμο που ήδη έχει αφεθεί στα προηγούμενα τρία άλμπουμ της, ανάγοντάς τον ως μια σταθερή δισκογραφική συνιστώσα, αλλά ταυτόχρονα ελαφρώς προβλέψιμη.

 

 

Πάντως τα δύο αυτά άλμπουμ κατά μια περίεργη σύμπτωση διαθέτουν εξώφυλλα που μοιάζουν μεταξύ τους σαν αντεστραμμένα είδωλα της ίδιας μορφής. Το ένα είναι σε λευκό φόντο με απαλή χάραξη και το άλλο σε μαύρο με διασπασμένο το πρόσωπο. Θα έλεγα ότι παραπέμπουν στο ταοϊστικό σύμβολο της λειτουργίας του σύμπαντος. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, στην περίπτωσή μας οι δύο αυτές μουσικές δουλειές, αλληλοσυμπληρώνονται, με τα θετικά του ενός, βλ. η λευκότητα ως χαλαρή δύναμη του θετικού, να αλληλεπιδρούν με τα αρνητικά του άλλου, βλ. το άγνωστο σκοτάδι ως πηγή του αρνητικού. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό και των δύο πλευρών-ημικυκλίων υπάρχει το σπέρμα του αντίθετού τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, χωρίς να ταιριάζουν απόλυτα μουσικά, ακούγονται ως ένα με έντονο ενδιαφέρον.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Demen – Nektyr (kranky)

 Το άγνωστο θέλγει. Τροφοδοτεί μια λαίμαργη φαντασία και μαθαίνει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά του. Πόσα ονόματα στη μουσική έσκασαν από το πουθενά αφήνοντας ένα σύντομο έργο πριν εξαφανιστούν πάλι; Όχι λίγα και όχι ασήμαντα. Μένουμε, λοιπόν, στο τέλος να μελετάμε με προσοχή και περιέργεια το υλικό τους για να αποκρυπτογραφήσουμε τι ήθελαν να πουν τόσο λακωνικά οι δημιουργοί τους.

 Ας ελπίσουμε πως στα παραδείγματα της παραπάνω κατηγορίας δεν θα προστεθεί η Σουηδέζα Demen. Το γράφω αυτό διότι το ντεμπούτο της αποτέλεσε ένα μυστήριο για την Kranky, που μια μέρα έλαβε ένα μέιλ-πρόμο με κάποια κομμάτια της χωρίς περαιτέρω πληροφορίες. Η απάντησή τους ήταν θετική, προφανώς, αλλά η Demen έπρεπε να περάσει καιρός για να ανταπαντήσει ώστε να προχωρήσουν μαζί στην κυκλοφορία του δίσκου. Κι έτσι το μυστήριο μεταφέρθηκε σε μας και με την έννοια του αγνώστου που συναντάμε μπροστά μας, αλλά και με την έννοια της αίσθησης που αφήνει η ίδια η μουσική της.

 Έχουμε, λοιπόν, επτά συνθέσεις υψηλής αισθητικής, στιβαρών ατμοσφαιρών και μοντέρνας αντίληψης. Η ίδια η δημιουργός παίζει όλα τα όργανα εκτός από τα ντραμς κάνοντας το Nektyr έναν προσωπικό δίσκο. Ως προς τη σύνθεση, μικρές αλλαγές στη μελωδία κάθε τραγουδιού το καθορίζουν φέρνοντας στον νου πελώρια κύματα αγριεμένου πελάγους.

 Παρόλ’ αυτά ο δίσκος βγάζει μια γεύση γαλήνης, αυτής που αγαπά τη μοναξιά και την απομόνωση. Ίσως, για αυτό τον λόγο έχει ειπωθεί ότι το Nektyr θυμίζει αρκετά Cocteau Twins και κυρίως This Mortal Coil, κάτι το οποίο ισχύει σε κάποιο βαθμό. Βοηθά βεβαίως και η αγγελική φωνή της Demen, όπως και η δυσνόητη γλώσσα που επιλέγει να ερμηνεύσει τα, κατά μια έννοια, όνειρα της, αλλά σε όλα αυτά υπάρχει έντονος ο δικός της χαρακτήρας σε όλο τον δίσκο που τον κάνει, θα έλεγα, μοναδικό. Η αρτιότητά του συνηγορεί πανηγυρικά σε αυτό.

Μπάμπης Κολτράνης

Tegh – Oiseaux-Tempête – Anjou

Tegh – Downfall (midira)

Τις ίδιες ημέρες που ανεβάσαμε το πρόσφατο μας Guest Mix των 9T Antiope το οποίο περιείχε ονόματα από τη σύγχρονη πειραματική σκηνή του Ιράν, εμφανίστηκαν τρία αφιερώματα σε παγκοσμίως γνωστά site που αναφερόντουσαν στο ίδιο θέμα. Ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η ίδια η δύναμη της μουσικής που βγάζουν εδώ και κάποια χρόνια αρκετά ιρανικά ονόματα και σχήματα. Μια δύναμη που εξανεμίζει την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ του εδώ με το εκεί και την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που άκουσα κάτι από τον Tegh (πιο συγκεκριμένα στο EP που είχε βγάλει με τον Kamyar Tavakoli πριν δύο χρόνια). Στο νέο του άλμπουμ προχωρά ακόμη παραπέρα ως προς την σύνθεση μελωδίας και ατμοσφαιρικότητας προσθέτοντας ένα συμφωνικό τόνο σε ορισμένα σημεία του.

Ουσιαστικά έχουμε μια σαραντάλεπτη σύνθεση η οποία ξεκινά ως ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων. Είναι τέτοια η ένταση του που δεν γίνεται να μη σε πιάσει μέσα σου κάτι ακούγοντας τα πρώτα μέρη του Downfall. Στη συνέχεια ρέει το υλικό προς πιο αναμενόμενα κιτάπια, χωρίς όμως να αμβλύνονται οι εντυπώσεις ως προς αυτό που μουσικά συντίθεται. Στο τέλος ένα κυκλικό άσμα απομυζεί κάθε σκέψη που γλύτωσε από το πέρασμα του δίσκου θυμίζοντας το τελικό στάδιο απώλειας μνήμης. Η πορεία προς τη λήθη παραπέμπει σε κάθοδο προς το άγνωστο. Η καθαρτική φύση του Downfall διαθέτει, λοιπόν, τέτοιου είδους χαρακτηριστικά.

Oiseaux-Tempête – AL – ‘AN! الآن (sub rosa)

Η Μέση Ανατολή έχει γένους θηλυκό, όπως και η επανάσταση, εξού και το εξώφυλλο του νέου δίσκου των OT. Ως κεντρικό θέμα το χάος στα πολύπαθα αυτά μέρη την περσινή χρονιά, χάος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, η γαλλική αυτή μπάντα συνεχίζει να ασχολείται με την πολιτική, όντας δεκτική και ανοικτή σε ριζοσπαστικές φωνές και επιρροές διαφορετικών κουλτούρων από τη δικιά της. Όσο άκουγα το συγκεκριμένο άλμπουμ ένιωθα την μουσική να υποχωρεί δίνοντας χώρο στα ανατρεπτικά νοήματα που θέλει εξαρχής να περάσει. Η βάση είναι οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ Αράβων μουσικών, της εν λόγω μπάντας και φίλων της με τις ηχογραφήσεις να έχουν μοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών μακρινών τόπων όπου οι συντελεστές ζουν.

Τα τραγούδια ηχούν σαν να οδεύει μια μπάντα στα βάθη της ερήμου με τον ήλιο μπροστά και μια υπόσχεση για το μέλλον στα χαμένα. Στην πορεία αυτή τίποτα φαινομενικά δεν αλλάζει άρδην, αν και στο τέλος της ακρόασης του δίσκου που έχει τον υπότιτλο And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams έχεις διανύσει μια καθόλα σεβαστή απόσταση εμπειριών. Ένας αστερίσκος μπαίνει για μας που καταγόμαστε από μέρη που συνορεύουν με τη συγκεκριμένη κουλτούρα της Ανατολής, οπότε και ανάλογα ακούσματα ή παντρέματα με αυτά δεν μας εντυπωσιάζουν τόσο. Εντούτοις το ταξίδι που μας παρουσιάζουν οι ΟΤ εδώ αποτελεί άλλον έναν ενδιαφέρον σταθμό στην θησαυρίζουσα δισκογραφία τους.

Anjou – Epithymia (kranky)

Υπάρχει η άποψη ότι η ambient μουσική ταιριάζει ως άκουσμα τη νύχτα, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι και ως πρωινή συνοδεία τα πάει περίφημα. Αυτό οφείλεται στην αργή ανάπτυξη μιας ιδέας, την ένταση που έρχεται στην πορεία ως το ποθητό ξύπνημα και το φινάλε που δένει με οτιδήποτε άλλο για συνέχεια. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και τη μουσική των Anjou που αποτελούνται πλέον από δύο μέλη των Labradford, της θεμελιώδους σημασίας μπάντας για τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική.

Αυτό εδώ είναι το δεύτερο τους άλμπουμ στο οποίο λόγω ίσως της απώλειας του περκασιονίστα που είχαν ως βασικό μέλος της σύνθεσης τους στο ντεμπούτο τους, βγαίνει μια πιο ηλεκτρονική χροιά από ότι θα περιμέναμε. Κάπου σαν να χάνεται η όλη φυσικότητα του μυστηρίου που μπορεί να μεταδώσει η μπάντα. Υπογραμμίζω, μάλιστα, το ρήμα “μπορεί” μιας και στην επικών διαστάσεων σύνθεση τους “An Empty Bank” συντελείται ένα μικρό θαύμα με το πάντρεμα μιας βαθιάς ατμόσφαιρας με το γλυκό παίξιμο μιας τρομπέτας. Είναι η στιγμή που η αφαίρεση δεν σ’αφήνει με αρνητικό πρόσημο, αλλά σου θυμίζει για ποιο λόγο αγαπάς αυτού του είδους την μουσική. Αυτά.

Μπάμπης Κολτράνης

Christine Ott – High Plains – Jacaszek

Christine Ott – Tabu OST (gizeh)

Ως γνωστόν οι ταινίες του βωβού κινηματογράφου δεν ήταν ποτέ βουβές, καθώς υπήρχε μια ζωντανή μουσική που διάνθιζε κάθε τους σκηνή. Πολλά ονόματα σήμερα τολμούν να επενδύσουν με δικό τους υλικό κάποια κλασσική ταινία του μακρινού παρελθόντος θέλοντας να κλέψουν κάτι από τη μαγεία τους και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν κάτι το νέο. Αυτό που συμβαίνει στη περίπτωση της Christine Ott η οποία επιλέγει να ντύσει με δική της μουσική την τελευταία ταινία του F.W. Murnau Tabu (του 1931), είναι αξιοπρόσεκτο, καθώς το soundtrack της ακούγεται μόνο του αρκετά φλύαρο. Όταν όμως συνοδεύει την ίδια την ταινία, όλα είναι σαν να βρίσκουν το τέλειο σημείο εφαρμογής τους!

Όσον αφορά την ταινία, τολμώ να πω ότι αν και χωρίς φωνές περνά το κατώφλι που διαχωρίζει τον βουβό με τον κινηματογράφο όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, καθώς η χρήση των γραμμάτων που διαβάζουν ή συγγράφουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστ@ς δίνει κάτι το πιο ζωντανό από την παράθεση απλών φράσεων που εξηγούν την πορεία των γεγονότων. Η μουσική βέβαια υπακούει στο ρυθμό της κάθε σκηνής και αποφεύγοντας πολλές εναλλαγές και δραματικά κρεσέντο, αν και κατά βάση πιανιστική, οδηγεί ιδανικά στην κορύφωση της ταινίας. Μιας ταινίας που καθώς τελειώνει μένεις απορημέν@ πώς με ηθοποιούς ερασιτέχνες ιθαγενείς των νησιών όπου γυρίστηκε και όντας παμπάλαιη, κρατά αυτή την αδιάψευστη τελειότητα που χαρακτηρίζει κάθε αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Ευχαριστούμε, λοιπόν, την Chistine για την ευκαιρία να (ξανά)δούμε το Tabu με ένα άλλο μάτι… και αυτί!

High Plains – Cinderland (kranky)

Διανύουμε μέρες κατάνυξης και νηστείας οπότε και περιμένουμε τα ανάλογα θαύματα. Θαύματα κανονικά όμως, όχι χριστιανικά με εικόνες που κλαίνε ψεύτικα δάκρυα ή σαρκία που δεν σαπίζουν ποτέ επειδή τα ζώνει η υγρασία. Θαύματα μουσικά για να έρθουμε και στο θέμα μας. Το Cinderland, ο πρώτος δίσκος της σύντομης συνεργασίας του Scott Morgan (Loscil) με τον τσελίστα Mark Bridges, αποτελεί ένα δίσκο-ρουφήχτρα. Με το που ξεκινά δεν δίνεις σημασία στις νότες ή στις ατμόσφαιρες που διακριτικά απλώνονται γύρω σου, αλλά στο ψυχρό και συνάμα γλυκό ρεύμα που σε ρουφάει και σε παρασέρνει σε μια κατηφόρα προς το άγνωστο.

Κάθε σύνθεση ξεκινά με κάτι πολύ απλό ως βάση και στη συνέχεια εμπλουτίζεται με μαγικό τρόπο χάρις στην έμπνευση των δυο δημιουργών. Κάθε απολαυστικό κομμάτι σκιαγραφεί αργά αλλά και συνεκτικά μια απαράμιλλη γοητεία, θυμίζοντας σε συγκινησιακό επίπεδο τη θέρμη post rock συνθέσεων (βλ. την έκρηξη στο “The White Truck”). Η κατάληξη του Cinderland σου γεννά την αίσθηση ανύψωσης πάνω από μια επίπεδη καθημερινότητα κι ενώ όλα ξεκίνησαν από μια κάθοδο! Αυτό κι αν είναι θαύμα!

Jacaszek – Kwiaty (ghostly international)

Πως υπολογίζεται ο χρόνος στη μουσική; Το να κυλάει αργά ένας δίσκος δεν είναι ένα καλό σημάδι, ασχέτως αν στη ζωή ισχύει το ανάποδο όσον αφορά την απόλαυση. Αμέσως όμως μετά από κάθε απάντηση έρχεται το ερώτημα πάνω στην ίδια την έννοια του χρόνου. Τί είναι αργό και τί γρήγορο; Η ταχύτητα που ένα λουλούδι ανθίζει στη νύχτα έχει άλλο μέτρο εκτός από τον εαυτό της; Σαφώς και όχι! Κάτι παρεμφερές συμβαίνει στο νέο άλμπουμ του Πολωνού Jacaszek όπου κάθε σύνθεση καθορίζει την δικιά της αργοκίνητη, αλλά και ουσιαστική κίνηση. Για άλλη μια φορά επικεντρώνεται σε λουλούδια στους τίτλους (βλ. το προηγούμενο του άλμπουμ) και ίσως η ελαφρώς ποιητική παρομοίωση που προανέφερα να μην ακούγεται τόσο άκυρη κι εδώ.

Βασικό συστατικό του δίσκου είναι οι γυναικείες φωνές των Hania Malarowska, Joasia Sobowiec-Jamioł και Natalia Grzebała. οι οποίες καθορίζουν το ηχόχρωμα κάθε κομματιού. Πότε οι στίχοι είναι καθαροί, πότε στο χάσιμο, με τα αποτελέσματα να είναι σταθερά κατανυκτικά. Είμαι σίγουρος ότι όσο θα ακούω τον δίσκο θα ανακαλύπτω ολοένα και περισσότερο τις κρυφές του χάρες, οπότε επανερχόμενος στο αρχικό μας θέμα, θα αφήσω τον χρόνο να συμμαχήσει με τις ακροάσεις του Kwiaty.

Μπάμπης Κολτράνης

Banabila & Machinefabriek – Loscil – Tilman Robinson

Banabila & Machinefabriek – Macrocosms (tapu records)

macrocosms.againstthesilence

Ακόμη και αν δεν έχετε δει το κατά τ’ άλλα βαρετό ντοκιμαντέρ Microcosmos, ίσως θα έχετε αντιληφθεί ότι ένα ολόκληρο σύμπαν πανίδας και χλωρίδας κρύβεται γύρω μας και ζει σε μια δικιά του σχετικότητα. Αν τώρα στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ γυρίζαμε την κάμερα προς τις ενδόμυχες σκέψεις των δημιουργών του θα βλέπαμε όλο αυτό μυστήριο και τη δραματικότητα της μικρότητας μας στα μάτια τους. Φανταστείτε το σε μουσική και θα έχετε μια εικόνα του πώς ακούγεται το Macrocosms, η νέα δισκογραφική συνεργασία των Banabila και Machinefabriek.

Από την μια υπάρχουν οι φυσικοί ήχοι και οι μελωδικές ατμόσφαιρες που παραπέμπουν σε αγνάντεμα φυσικών τοπίων, από την άλλη υπάρχει μια μηχανιστική ένταση απότοκο ανθρώπινων μελετημένων παρεμβάσεων και όλο αυτό όντας τόσο καλοφτιαγμένο αποκτά την δικιά του φυσικότητα. Ηλεκτροακουστική idm; Πείραμα εις το πηλίκο; Βάθος ανείπωτο σε ευθεία γραμμή; Όσο προσπαθούμε να απαντήσουμε σε κάθε περιττό ερώτημα, μια σχετικότητα όσων μας περιβάλλουν θα ορθώνεται αρθρώνοντας τη δικιά της μελωδία. Καμία απάντηση, κανένα άλλο ερώτημα, μόνο η απόλαυση της ακρόασης.

Loscil – Monument Builders (kranky)

loscil.againstthesilence

Περιμένοντας τα γερά κρύα που κάποια στιγμή υποτίθεται πως θα έρθουν, βγαίνουν συνέχεια νέες μουσικές που κουβαλάνε μπόλικο χειμώνα μαζί τους. Ο Βορράς κλασσικά φέρνει πάντα μουσικά δώρα τέτοιας κοπής σε αφθονία και είναι το άλμπουμ αυτό του Καναδού Loscil το οποίο αποτελεί το απόλυτο σύγχρονο άλμπουμ ήπιας ηλεκτρονικής μουσικής με συνοδεία ηλεκτρικού παπλώματος. Κλισέ, θα πείτε, αυτή η σύνδεση χειμωνιάτικου τοπίου και ορχηστρικής μουσικής, αλλά πραγματικά αυτές οι υπόγειες ατμόσφαιρες που ζώνουν το άλμπουμ θυμίζουν την ώριμη νωχελικότητα της συγκεκριμένης εποχής που όμως σε ετοιμάζει για κάθε επικείμενη ένταση που θα έρθει σύντομα.

Υπάρχει μια αύρα κρύου ανέμου σε κάθε σύνθεση η οποία περισσότερο εντείνει ένα μυστήριο στο όλο κλίμα, παρά αφήνει το σημάδι μιας ανιαρής μελαγχολίας. Αλλιώς αυτό λέγεται και έμπνευση! Αυτό που στο τέλος ξεχωρίζει είναι η πολυσχιδής ένταση που κρύβει κάθε κομμάτι του. Ακόμη και σε παγωμένα ηχοτόπια, φαινομενικά εντελώς ακίνητα και ακίνδυνα, η μουσική εποφθαλμιά για να καθορίσει την ανάσα τ@ ακροατ@ με βάση τους, υπόκωφους ή μη, χτύπους της. Όλα αυτά με κλειστά μάτια στο κέντρο ενός χειμώνα που θαρρείς ότι δεν θα τελειώσει ποτέ κι ενώ ακόμη δεν έχει αρχίσει!

Tilman Robinson – Deer Heart (Hobbledehoy Record Co)

tilamn robinson.againstthesilence

Πάντα ένιωθα αμηχανία όταν άκουγα ένα κομμάτι που θύμιζε αμέσως κάτι άλλο. Ο εγκέφαλος κολλούσε και προσπαθούσε να θυμηθεί το αρχικό τραγούδι και στη συνέχεια έκανε μάταιες προσπάθειες αποκόλλησης από αυτό! Συνήθως αυτό δεν συμβαίνει σε πάνω από ένα κομμάτι στον εκάστοτε δίσκο, αλλά εδώ στο ντεμπούτο του Αυστραλού Tilman Robinson το κακό παραγίνεται!

Σε πάνω από τα μισά κομμάτια ο δημιουργός έχει δανειστεί κάτι από κάπου αλλού, το οποίο είναι κάτι παραπάνω από εμφανές μετά τις πρώτες ακροάσεις του δίσκου. Πριν ακόμη πάμε στο υλικό καθαυτό, το όλο στήσιμο παραπέμπει στο έργο του επίσης Αυστραλού Ben Frost καθώς το Deer Heart ηχογραφήθηκε στην Ισλανδία, τόπο που ζει και εργάζεται εδώ και χρόνια ο Ben. Καθόλου τυχαία τα πρώτα δυο κομμάτια θυμίζουν αρκετά συνθέσεις του By The Throat του τελευταίου. Στη συνέχεια το “Orison” έχει ως βασική μελωδία αυτή του “Listen To Bach (The Earth)” που χρησιμοποίησε ο Edward Artemiev στο Solaris του Tarkovsky και ακολούθως στο “In The Always” η βάση της σύνθεσης φέρνει στο νου κάτι από ύστερους Einsturzende Neubauten.

Υποτίθεται ότι αυτή η μουσική οφείλει να ανοίγει νέα μονοπάτια, καθώς υπάρχουν άπειροι τρόποι για να ξετυλίξεις μια συνθετική ιδέα. Εδώ, όμως, ο δημιουργός είναι σαν να προσπαθεί, αλλά να μην μπορεί να ξεφύγει από τις βάσεις που ο ίδιος λογικά χρησιμοποίησε. Ως εκ τούτου, το Deer Heart ακούγεται ναι μεν μεστό και ελκυστικό, αλλά με τους αστερίσκους που κουβαλά δεν πάει παραπέρα από το σημείο αυτό.

Μπάμπης Κολτράνης

MJ Guider – Precious Systems (kranky)

MJ_Guider.againstthesilence

 Αυτή η κριτική είναι να βγει μικρή. Ακούγοντας το ντεμπούτο της πρωτοεμφανιζόμενης MJ Guider στην Kranky όλα φαντάζουν τόσο απλά. Η συγκεκριμένη είναι από αυτά τα ονόματα για τα οποία δεν υπάρχουν πολλά στο Διαδίκτυο. Αυτό βέβαια έρχεται να βοηθήσει να προσεγγίσουμε τη μουσική της άδολα, κάτι το οποίο είχε να συμβεί από τότε που εμφανίστηκε η Grouper, με την οποία πέρα και από την κοινή δισκογραφική στέγη, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που μοιράζεται μαζί της.

 Ας αφήσουμε όμως πέρα τις όποιες ομοιότητες και κοινές επιρροές τους, κυρίως όσον αφορά τις φωνές και τη λυρική/ονειρική τους διάθεση, μιας και ο δίσκος αυτός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κάτι το ξεχωριστό. Η πεμπτουσία του Precious Systems είναι ο μινιμαλισμός του, καθώς σε κάθε κομμάτι συμβαίνουν τόσα λίγα που θαρρείς ότι ένα απλό χτύπημα αποκτά αμέσως πελώρια αξία. Επίσης υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ σκοτεινών και φωτεινών στιγμών θυμίζοντας shoegaze σε hangover κατάσταση ή τις Tropic Of Cancer να έχουν ξεχάσει τα λόγια των τραγουδιών τους επί σκηνής.

 Πάνω από όλα βέβαια μπαίνει η φωνή της ίδιας από την οποία δεν βγάζεις λέξη από αυτά που λέει, αλλά την ίδια στιγμή τα νιώθεις τόσο έντονα μέσα σου. Η ένταση βέβαια κυλά υπόγεια και διακριτικά σε τέτοιο βαθμό που νομίζεις ότι τελειώνοντας ο δίσκος δεν έχουν ειπωθεί όλα. Υπάρχει δηλαδή μια αίσθηση σαν η ίδια να έχει να πει πολλά περισσότερα από όσα μας καταθέτει εδώ. Μάλλον έτσι θα μας κάνει να περιμένουμε το επόμενο της δισκογραφικό βήμα το οποίο θεωρώ ότι δεν θα αργήσει να φανεί. Για το καλό όλων μας!

Μπάμπης Κολτράνης