Konstrukt & Ken Vandermark – Kosmik Bazaar (karl records)

Αν ανοίξουμε το κεφάλαιο των αξιομνημόνευτων συνεργασιών στη σύγχρονη μουσική δεν ξεμπλέκουμε εύκολα. Αν καταπιαστούμε, επίσης, με ένα απτό παράδειγμα του τι σημαίνει επιτυχημένη συνεργασία έχοντας στα χέρια μας ετούτον εδώ το δίσκο, μάλλον, μπλέκουμε άσχημα! Όχι γιατί δεν πληροί τον ορισμό του τί σημαίνει να βγαίνει ένα άρτιο αποτέλεσμα από μια μουσική σύμπραξη, αλλά γιατί ουσιαστικά τον ξεπερνά.

Αυτό συμβαίνει γιατί δεν χρειάζεται να προβάλλουμε εδώ τα βαριά βιογραφικά και τις μουσικές αριστείες, αλλά απλώς να επικεντρωθούμε στο υλικό καθαυτό. Τότε θα ακούσουμε νότες-χείμαρρους, μετατοπίσεις υποβάθρων, πολυπρόσωπες, δυναμικές γραμμώσεις και τις αναδιπλώσεις τους. Είναι τόσο πλούσιες, εύρωστες και μεστές οι πτυχές του Kosmik Bazaar το οποίο υπογράφουν οι «πώς δεν είχαν συνεργαστεί νωρίτερα» Τούρκοι Konstrukt με τον Αμερικάνο Ken Vandermark, που το μόνο μελανό σημείο του είναι ότι αυτός, όπως ως ένα βαθμό ακόμη και οι ίδιες οι συνθέσεις που τον απαρτίζουν, κλείνει σύντομα και κάπως απότομα. Εκτός, αν αυτό είναι ένα σημάδι ότι έπεται συνέχεια. Tamam!

If we open the chapter of memorable collaborations in contemporary music we do not easily unravel. And if we dive into it, with a tangible example of what successful collaboration means, having the album already in our hands, we are probably in trouble! Not because it does not fulfill its definition of what a perfect result from a musical partnership means, but because it actually surpasses it.

We do not need to project here the strong résumés and musical excellences but simply to focus on the material itself. Then we will listen to tonal notes, background shifts, multifaceted, dynamic lines and their folds. The aspects of Kosmik Bazaar signed by Turkish Konstrukt (how they hadn’t worked together before!) and the American Ken Vandermark are so rich and sturdy that its only black mark is that the compositions are closing abruptlyꓼ unless this is a sign of continuity. Tamam!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

HÜMA UTKU – Gnosis (karl records)

Μέσα στην ακινησία αποτυπώνεται η κίνηση του χρόνου. Απόδειξη τούτου δεν είναι μόνο η γοητεία των ακίνητων φυσικών τοπίων που μετρούν, με τον δικό τους τρόπο, το πέρασμα του χρόνου, αλλά και της μουσικής σε ορισμένες εκφράσεις της. Το ντεμπούτο της Τουρκάλας Huma Utku είναι μια απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί μουσικά μοτίβα να φαντάζουν στεκούμενα σε ένα μέρος ή περιστρεφόμενα γύρω από ένα στενό κύκλο, αλλά η ροή των συγκινήσεων κατά την ακρόαση τους να ρέει αέναα.

Ήδη, από το “Black Water Red” που διαδέχεται το αναγνωριστικό intro, δέχεσαι κάτι που σου τραβάει την προσοχή το οποίο διαθέτει ατμοσφαιρικά κύματα, παραμορφωμένες φωνές από παραδοσιακή ελληνική μουσική σε λούπα και κάτι το άγνωστο που τα συνέχει όλα αυτά, αριστουργηματικά. Επίσης, ακούγοντας και τις υπόλοιπες συνθέσεις διακρίνεις την άρνηση να καταχωρηθεί το άλμπουμ κάπου, ως ύφος. Αντ’ αυτού έχουμε την ανάδειξη ενός προσωπικού ήχου, ζεστού και μυστηριακού. Η απόρροιά του Gnosis, ανιχνεύοντας το, μπορεί να συνοψιστεί στη ρήση “… κι όμως κινείται”, θυμίζοντας το “E pur si muove” του Γαλιλαίου που εκφώνησε, όταν καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση για τις ιδέες του, θέτοντας όμως, τις δικές του βάσεις σε αυτό που αποκαλούμε Γνώση!

The movement of time is reflected within stillness. Proof of that is not only the charm of the natural landscapes that, in their own way, measures the passage of time but also the music in some of her expressions. The Turkish artist’s Huma Utku’s debut is proof of the fact that musical motifs may seem to be stagnant in one place or rotating around a narrow circle, but the flow of emotions during their listening is flowing infinitely.

Even from “Black Water Red” that comes after the unique intro, you receive something that draws your attention with atmospheric waves, loupe-distorted voices of traditional Greek music and something unknown that connects all, in an ideal way. Also, while listening to the rest of the compositions, you notice that you cannot register the album in any specific musical style. Instead, we have the appearance of a personal sound, warm and mysterious. The outcome of the Gnosis can be summed up in the phrase “… and yet it moves”, reminding of Galileo’s “E pur si muove”, when he was condemned by the Holy Inquisition for his ideas, setting his foundations in- what we call- Knowledge!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Saba Alizadeh – Scattered Memories (karl records)

Υπήρχε ένα γνωμικό που λεγόταν συχνά στον κύκλο των χαμένων σπουδαστών της σχολής οργανοποιίας Καστοριάς, το οποίο υποστήριζε ότι η μουσική γεννήθηκε στην Ινδία, μεγαλούργησε στην Περσία και απεβίωσε στην Τουρκία (όχι με την έννοια του τέλους, αλλά της κλαίουσας μορφής του θρήνου που συνοδεύει τον θάνατο). Από τη μια οι επισκέψεις μουσικών στην Ινδία για να μάθουν την εκεί παράδοση, από την άλλη η γειτονία με την Τουρκία και η συγγένεια που μας δένει και στις μουσικές, έδιναν κάποιες απαντήσεις για τα δύο αυτά μέρη, ως μουσικοί σταθμοί. Το μυστήριο, όμως, του τι συμβαίνει με τον ενδιάμεσο σταθμό της παραπάνω πορείας, παρέμενε άλυτο.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω παραδείγματα, η επαφή με τη μουσική του Ιράν έχει έρθει μέσω της σύγχρονης σκηνής του. Αντί, δηλαδή, να έχουμε μια ηχώ του παρελθόντος, ή έστω μια συγχώνευση του παλιού με το νέο, έχουμε μια σειρά ονομάτων που περιέγραψαν με δικά τους εργαλεία τα εκεί βιώματα τους. Έχουμε μιλήσει, κατά καιρούς, για την τωρινή, υπόγεια, ζωντανή σκηνή του Ιράν, όπου δεν συναντάται ο πατερναλισμός της όποιας παράδοσης, αλλά ούτε πάλι απουσιάζει το τοπικό στοιχείο ως αίσθηση, διαμέσου των δημιουργιών της. Ναι, η γλώσσα που μιλάνε μουσικά είναι παγκόσμια, αλλά είναι εμφανής και η καταγωγή της.

Όλο αυτό, ως τώρα, συνέβαινε κατά κύριο λόγο, μέσω της οικειοποίησης μέσων που συναντώνται αποκλειστικά στη χρήση του πλούτου της ηλεκτρονικής δυτικότροπης μουσικής, αλλά έρχεται με το ντεμπούτο του ο Saba Alizadeh να καταθέσει μια άλλη άποψη πάνω στο θέμα. Γόνος διάσημου οργανοπαίκτη της παραδοσιακής ιρανικής μουσικής, όντας και ο ίδιος φορέας της σε πανηγύρια κ.ο.κ., έχει παράλληλα εντρυφήσει στην ηλεκτροακουστική μουσική, όντας μέλος της σκηνής που προαναφέραμε. Μπορεί να ακούγεται απλοϊκή η περιγραφή ότι ο δίσκος του κινείται μουσικά με αμφίρροπο τρόπο μεταξύ παράδοσης και σύγχρονου πειραματισμού, αλλά στην πράξη φαντάζει τόσο δύσκολο να σμίξεις ουσιαστικά δύο διαφορετικούς κόσμους, φτιάχνοντας εν τέλει τον δικό σου.

Γιατί όντως, το Scattered Memories, το οποίο βγήκε πέρσι στο Ιράν και τώρα κυκλοφορεί παντού σε νέα “αναθεωρημένη” μορφή, αποτελεί την αποτύπωση ενός ιδιαίτερου μουσικού σύμπαντος. Δεν ακούγεται αμήχανο μπροστά στο μέλλον που έχει μπροστά του, ούτε χαμένο στο παρελθόν πάνω στο οποίο έχει πατήσει. Η βάση του είναι ο πλούτος της γραφής του και η ποικιλία των ηχοχρωμάτων του. Ακόμη και όταν αφήνεται στη ζέση των παραδοσιακών ήχων, όπου στα αυτιά μας θα κινδύνευε να ακουστεί, όπως καθετί ανατολίζον, ως αμανές ή τσιφτετέλι, βγαίνει άρτιο, σαγηνευτικό και οικείο ως τελικό αποτέλεσμα!

Μια δύναμη σε συνεπαίρνει από το πρώτο κιόλας κομμάτι, το “Blood City”, για να σου μιλήσει, χωρίς λόγια, για την μακρά ιστορία των πόλεων εκεί. Η ενατένιση των τόπων εκεί, με ονειρικό, αισθησιακό και ποιητικό τρόπο συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου χωρίς όμως, να εξαντλείται στην απλή ανάγνωση ενός μουσικού υλικού που διαθέτει field recordings, λούπες, φυσικά, παραδοσιακά όργανα και προγραμματιστές. Εδώ, όσο το βλέμμα απλώνεται στο χώρο, άλλο τόσο γεμίζει με εικόνες το εσώτερο εγώ. Δεν πρόκειται, όμως, για μονόλογο – κι ας έχουμε να κάνουμε με έναν προσωπικό δίσκο-, αλλά για την απαρχή ενός διαλόγου μεταξύ του χτες και του σήμερα, του έξω και του μέσα.

Όλο αυτό που συμβαίνει εδώ, θυμίζει την αντίστοιχη σκέψη του Νίκου Καρούζου πάνω στην ελληνικότητα και στο πως οφείλουμε να της ρίχνουμε κλεφτές ματιές ως μέσο ανοικτής επικοινωνίας με το παρελθόν μας. Δυστυχώς, αυτός ο αναστοχασμός δεν μεταφέρθηκε επιτυχώς στα ημεδαπά μουσικά δρώμενα, λόγω είτε μιας συντηρητικής και χρηστικής άποψης πάνω στα “ιερά και όσια” της νεκροφιλικής μας “εθνικής” υπόστασης, είτε μιας αντίστροφης στρουθοκαμηλικής αποστασιοποίησης από οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει κάτι παλιό. Η περίπτωση του Saba Alizadeh έρχεται ακριβώς, να πείσει, ότι αρκεί μια ανοιχτόμυαλη και ριζοσπαστική αντίληψη πάνω στη μουσική έκφραση για να επιτευχθεί αυτό που λέμε, ότι η μουσική είναι μια. Πιο τρανή απόδειξη αυτού από το “Fluid” που κλείνει το άλμπουμ και νομίζεις ότι ακούς τον Tom Waits να περιδιαβαίνει τα στενά της Τεχεράνης, δεν υπάρχει!

There was once a proverb often to be told among the old students’ society of the instrument making school of Kastoria, which supported that music was born in India, cherished in Persia and passed in Turkey (not close to the meaning of the End, but to the weeping type of mourn that accompanies death). On one side, musicians visiting India to learn the thereat tradition and on the other, the adjacency to Turkey and the relation that bonds us in music too, were giving us some feedback for these two places, as stations to music. The mystery of what’s going on with the in between station remained unsolved.

In contrast to the aforementioned examples, contact with Iranian music has come through its contemporary stage. That means that, instead of having an echo from the past or even a coalescence of Old and New, we have a range of names that described with their own tools the experiences they have there. We ‘ve talked from time to time for the modern live underground stage of Iran where no kind of tradition paternalism can be found, but the same time local footprint isn’t absent in terms of sensation, through its works. Yes, the language they express in musically is indeed global, but so are its origins obvious.

All of this, up until now, has been happening mostly through the arrogation of means that can be found exclusively in the use of western electronic music, but then Saba Alizadeh comes with his début to testify another opinion on the subject. Sprout of a famous instrument player of traditional Iranian music, being performer himself on festivals etc, he has also dived into electro-acoustic music, being a stage member, as we mentioned before. Simple though the description might sound, that his album moves balancing between tradition and modern experimentations, in fact it seems difficult to merge two literary different worlds, making eventually your own one.

Because, indeed, Scattered Memories, which came out last year in Iran and now is released everywhere in a new “revised” format, is the imprint of a particular musical universe. It does not sound awkward while facing the future ahead of it, nor lost in the past on which it is based on. Its groundwork consists on the richness of its writing and the variety of its timbres. Even when its left in the warmth of the traditional sounds, where is nearly dangerous to be heard as an eastern thing, as a traditional eastern sound of music, it comes out perfect, seductive and intimate as a final result!

A strength sweeps you, from the very first song, “Blood City”, for it narrates you, without words, the long history of the cities there. The contemplation of the places there, in a dreamlike, sensual and poetic way, continues throughout the record, without running out on the simple reading of a musical material that is composed of field recordings, loupes, traditional instruments and programmers. Here, as the gaze streches in space, it is filling with images the innermost ego. But it is not a monologue, even if we are talking about a personal record, its about the beginning of a dialogue between yesterday and today, the outside and the inside.

All these remind us of Nikos Karouzos’s corresponding thought on the “Greek thing” and how we owe to ourselves to sneak into our past, as a way of communication. Unfortunately, this reflection has not been successfully transposed into national musical events, either because of a conservative and utilitarian view of the “sacred” of our necrophilic “national” hypostasis, nor of an inverse head-in-the-sand detachment from anything that may be reminiscent of something old. The case of Saba Alizadeh comes to convince that an open-minded and radical perception of musical expression is sufficient to achieve that music is one. There is no stronger proof than the “Fluid”, that closes the album and you think you hear Tom Waits walking around the Tehran Straits!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Against The Silence VII

 

Υπήρξε μια εποχή που η τζίφρα κάτω δεξιά στην πίσω πλευρά του δίσκου ή cd υποδήλωνε το τι περίπου θα ακούσεις. Αυτό βέβαια ποτέ δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενες, αλλά το θέμα ήταν ότι σου μάθαινε τον τρόπο να ψάχνεις και ουσιαστικά να ακούς με ανοιχτόμυαλο τρόπο την μουσική. Αυτό συνέβαινε γιατί πολύ απλά όλο αυτό βασιζόταν στο ψάξιμο και την ακρόαση αυτών που κρύβονταν πίσω από τα εν λόγω label. Οι εποχές μπορεί να αλλάζουν με κεκτημένη ταχύτητα, αλλά ο τρόπος αυτός παραμένει ο ίδιος γιατί βασίζεται στην πρωτόλεια ανάγκη ενός ή μιας να μοιραστεί την μουσική που αγαπά. Αυτό πράττουμε από τότε που εμφανιστήκαμε ως ομάδα, αυτό πράττουν και τα ανεξάρτητα δισκογραφικά label, οπότε μια συλλογή που θα βασιζόταν στις δικές τους δυνάμεις ήταν μια φυσική έκβαση. Ευχαριστούμε θερμά τα συγκεκριμένα label που συνεισέφεραν στην ολοκλήρωση της αρχικής μας ιδέας και ελπίζουμε να συνεχίσουν το όμορφο ταξίδι τους που σε αυτό το σημείο μαζί μοιραζόμαστε!

There was a time when the signature down on the right at the back side of an album or cd would suggest about what you were about to listen to. That of course would never turn out to be exactly what you expected, but the thing was that it would show you how to browse and essentially listen to music in an open- minded way. That was the case simply because the whole thing was a function of browsing and listening to what was lying behind the labels in question. The seasons may well change at a fix speed, yet this way remains unchanged, for it is based on one’s vital need to share the music they love. This is what we’ ve been doing since we first emerged as a group, so do the independent record labels, thus a compilation based on their own forces was no more than a natural outcome. We cordially thank the labels which contributed to the fulfillment of our original concept and we hope that they will keep their beautiful trip at this point of which we have come to join!

 

01 The Prairie Lines – Sunset Scanners (Eilean Rec.)

02 Andrea Belfi – Vano (IIKKI)

03 Tatu Rönkkö – Olio (Sonic Pieces)

04 Thomey Bors – Haberia (Logarithm/previously unreleased)

05 Πέρα Στα Όρη – Το Ξινό Νερό (Numb Capsule Records/previously unreleased)

06 Nicolas Wiese – Expediency Atavism (Karlrecords)

07 A-Sun Amissa – The Black Path (Gizeh Records/previously unreleased)

08 Light Of The Morning Star – Nocta (Iron Bonehead)

09 Phantom Winter – Frostcoven (Golden Antenna)

 

 

artwork made by Phren Reaux
translation in English by Foteini Tsalouhou/Μετάφραση του κειμένου στα Αγγλικά από την Φωτεινή Τσαλούχου

Saenïnvey – Dag Rosenqvist – Oren Ambarchi/Stefano Pilia/Massimo Pupillo

SaenïnveyThe Path (eilean)

Saenïnvey.againstthesilence.com

Μια ομίχλη πάντα χωρίζει το ορατό από το αόρατο, τη φαντασία από την πραγματικότητα, το πνεύμα από την ύλη. Όσο καθηλώνει τις αισθήσεις τόσο δίνει μια αίσθηση ότι όλα είναι δυνατά. Εδώ ο συμβολισμός στο εξώφυλλο του ντεμπούτου του Yves-Gaël Jacak αναφέρεται στη θολή απόσταση μεταξύ καθαρού ήχου και άγνωστου θορύβου, συγκεκριμένου πόλου και αφηρημένης σκέψης, ακόμη και μεταξύ των δυο χωρών, Γαλλίας και Βιετνάμ, στις οποίες διαμένει ο δημιουργός. Υπάρχει μια συνεχής απορία από ποιά όργανα, τα οποία ο ίδιος έχει συναρμολογήσει, βγαίνουν αυτοί οι εσωτερικοί ήχοι. Στο τέλος αφήνουν μια τέτοιας υφής ένταση με τη συνοδεία ήχων μιας στιγματισμένης βροχής, όπου κάθε απορία και τελικά κάθε απόσταση παραμερίζεται μένοντας ασκιαγράφητη. Η γοητεία είναι στο ερώτημα, όχι στις σίγουρες απαντήσεις.

 

 

Dag RosenqvistThe Elephant (Dronarivm)

dagrosenqvist.againstthesilence

Υπάρχει η μελαγχολία στη μουσική που φαίνεται με γυμνό μάτι και αυτή που σε αφήνει στο τέλος γυμνό χωρίς να το περιμένεις. Ο Δανός Dag Rosenqvist στο νέο του δίσκο διαλέγει να ταχθεί αναφανδόν στη δεύτερη προαναφερθείσα κατηγορία. Καταρχάς παίζει σε τέτοιο βαθμό με την αυξομείωση των εντάσεων που ανά στιγμές σε πιάνει ένα συναισθηματικό σύγκρυο. Φανταστείτε πώς είναι να ακούς ορισμένα μέρη κομματιών όπου υπάρχει σχεδόν απόλυτη σιωπή και άλλα όπου το ηχητικό σύστημα είναι έτοιμο να εκραγεί. Κοινή γραμμή βεβαίως όλων αυτών είναι οι σκοτεινές μελωδίες οι οποίες διαπερνούν όλο το υλικό του δίσκου. Αυτές είτε αναδύονται στην επιφάνεια σαν γιγάντιο θαλάσσιο θηλαστικό , είτε κρύβονται κάπου μυστικά πριν εξαπολύσουν την επίθεση τους. Επειδή όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν ambient δίσκο, οι μελωδίες τείνουν να παίρνουν μια ύπουλη και επικίνδυνη ροπή και στο τέλος πραγματικά σου μένει ένα βάρος το οποίο δεν οφείλεται στη καθαυτή βαρύτητα των ήχων, αλλά στη βαριά ανάσα που αφήνουν οι πλούσιες συνθέσεις του.

 

 

Oren Ambarchi/Stefano Pilia/Massimo Pupillo – Aithein (karl records)

 Oren Ambarchi/Stefano Pilia/Massimo Pupillo.againstthesilence

Μερικές φορές προσπαθούμε να βρούμε ένα κρυφό νόημα πίσω από ορχηστρικούς δίσκους με μεγάλα κομμάτια, ενώ τελικά έχουμε να κάνουμε απλώς με ευκαιριακές συνευρέσεις μουσικών που ψάχνουν κάτι νέο στη μουσική τους διαδρομή. Βέβαια δεν ξέρω αν έχει μείνει κάτι ανεξερεύνητο πρωτίστως από τον Oren Ambarchi και δευτερευόντως από τους Stefano Pilia, μπασίστα των Zu, και Massimo Pupillo συμπαίκτη μεταξύ άλλων του Mike Watt και Andrea Belfi. Το Aithein πέρα από το πλούσιο βιογραφικό των συντελεστών του όσον αφορά τις συμμετοχές σε δίσκους και σε πλήθος συνεργασιών, αξίζει ως αυτό που είναι. Πιο συγκεκριμένα έχουμε μια ζωντανή καταγραφή των δυνατοτήτων ενός τρίο το οποίο κινείται από τη μια με στρατηγική ακρίβεια και από την άλλη ψηλαφεί το άγνωστο ως προς το που θέλει να καταλήξει μουσικά. Αν το “Burn” στην πρώτη πλευρά είναι απλώς η κατάνυξη πριν το ξέσπασμα, το “Shine” αποτυπώνει μια μπάντα με επικίνδυνα ανοικτούς ορίζοντες. Το Aithein είναι από τους σπάνιους ζωντανά ηχογραφημένους δίσκους πειραματικής μουσικής που σε κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις κάτι διαφορετικό και που σε κανένα σημείο δεν σε αφήνει αδιάφορ@.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης