Silent Servant – Shadows Of Death & Desire (hospital productions)

Έξι χρόνια είναι πολύς καιρός. Ειδικά για τη σύγχρονη μουσική, ακόμη πιο ειδικά για τα ηλεκτρονικά και την τέκνο. Ο Silent Servant το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, καθώς η πορεία του και η επιρροή του στην εξέλιξη της ποιοτικής τέκνο αποδεικνύει ότι δεν είναι τι λες, αλλά και πότε ακριβώς το λες. Όταν έβγαλε το ντεμπούτο του πριν έξι χρόνια, το ήξερε και ο ίδιος ότι ουσιαστικά, σφράγιζε το κεφάλαιο της επιμειξίας τέκνο με post punk, καθώς και την επέκταση του σκοτεινού χορευτικού ήχου που εμφανίστηκε με την επέλαση των Sandwell District τους οποίους υπηρέτησε ως μέλος. Από τα δεκάξι του ως dj, στα διάφορα project, το φτιάξιμο των Tropic Of Cancer, πέρασε μετά το ντεμπούτο του στην ίδρυση της Jealous God και στην κυκλοφορία διαφόρων single που όμως, δεν προσέφεραν τίποτα στο κάτι παραπέρα.

Και τώρα τι; Αυτό θέλει να απαντήσει το νέο του άλμπουμ και μάλλον το πετυχαίνει, με την έννοια ότι ο τρόπος που το κάνει είναι σαφής. Πιο συγκεκριμένα, το νέο του υλικό είναι πολύ πιο χορευτικό, πιο ελέκτρο, λιγότερο σκοτεινό, και καθόλου πειραματικό σε σχέση με τον προκάτοχο του. Αρκεί αυτό; Νομίζω πως όχι, μιας και λείπει η αίσθηση ότι ακούς ένα συνεκτικό άλμπουμ με αρχή, μέση και τέλος. Δεν αντιλέγω ότι ορισμένες συνθέσεις λειτουργούν καλά μεμονωμένα, αλλά ως σύνολο κάτι λείπει. Για την ακρίβεια, ούτε ως dj tool μπορεί να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο υλικό, γιατί δεν είναι ολόκληρο μια πηγή ανηλεών μπιτάτων γραμμών, με διαφορετικό βάθος σε κάθε κομμάτι. Από τη στιγμή που ο Juan Mendez υποτάχθηκε στη δίνη των κλαμπ, φαίνεται λογικό να εγκλωβίστηκε στο σχήμα αυτό και να περιορίστηκε από την μια στη συνεργασία του με την τραγουδίστρια των Tropic Of Cancer σε ένα μόνο κομμάτι, που πιθανότατα είναι και το άσμα του δίσκου και από την άλλη στο μη άνοιγμα του στους δρόμους που θα μπορούσαν να ανοίξουν τα “Loss Response” και “Glass Veil”.

Θα είχαμε σε αυτή την περίπτωση κάτι διαφορετικό; Οι υποθέσεις δεν ταιριάζουν στη μουσική, ό,τι γράφεται, μένει. Το άλμπουμ αυτό, που θυμίζει τον μιμητή του προσωπικού ήχου που πρεσβεύει, δηλαδή τις δουλειές του Broken English Club, αδυνατεί να θέσει νέα ερωτήματα πάνω στο σύγχρονο ήχο και την αισθητική του και για αυτό δεν ξεφεύγει από την μετριότητα που έπληξε τα τέκνο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν φέτος. Χωρίς νέα ερωτήματα, κάθε απάντηση είναι λειψή!


Μπάμπης Κολτράνης

Sophia Loizou – Function & Vatican Shadow – Federico Albanese

Sophia Loizou – Chrysalis (Astro:Dynamics)

sophialoizou.againstthesilence

Όσ@ διαολοστέλνουν το Διαδίκτυο ως μέσο αλλοτριωτικό, μάλλον δεν έχουν εξαντλήσει τις ουσιαστικές δυνατότητες του που υπάρχουν εν μέσω ενοχλητικών νεφών. Αυτό που ήταν χθες ένα καλά κρυμμένο μυστικό ενός περιορισμένου κύκλου φιλόμουσων, σήμερα είναι ευρέως διαθέσιμο εκεί έξω. Το ποια πορεία θα πάρει ως υλικό επαφίεται στο βάθος και την ποιότητα που το διατρέχει. Λοιπόν, η πρώτη ουσιαστικά κυκλοφορία της Sophia Loizou χτυπά αμέσως κέντρο. Έξι πεντάλεπτες θορυβώδεις συνθέσεις γεμίζουν τις δύο πλευρές μιας κασέτας και παράγουν έναν πληθωρικό ήχο που φέρνει στο soundtrack μιας όξινης βροχής πάνω από μια νεκρή μητρόπολη.

Εδώ έχουμε τον ορισμό της αποδόμησης του industrial ήχου, με τα συντρίμμια όμως να ορθώνονται πιο απειλητικά από όσο υπήρξαν πριν ως πρώτη ύλη. Για την ακρίβεια είναι τόσο γεμάτο το Chrysalis που κλείνοντας, χρειάζεσαι μια βαθιά ανάσα φωτεινότητας για να ισοσταθμίσεις την συναισθηματική ένταση των ήχων που σε πολιόρκησαν για 33 λεπτά. Αν και υπάρχουν κάποια κομμάτια με υπόγειους ρυθμούς και άλλα που στέκουν μετέωρα πάνω σε ένα αόρατο drone/ambient σκοινί, δύσκολα ως εμπειρία απομονώνεται κάποιο από αυτά. Εν κατακλείδι, όλα αυτά συνθέτουν ένα γενναίο κατόρθωμα και πλέον δυσκολευόμαστε να φανταστούμε ποια θα είναι η διαολεμένη δισκογραφική συνέχεια της δημιουργού.

 

 

Function & Vatican Shadow – Games Have Rules (hospital productions)

function&vaticanshadow.againstthesilence

Ευτυχώς η μουσική δεν είναι μαθηματικά να προσθέσουμε την δουλειά των δύο συμβαλλόμενων πλευρών για να βγει το ποθητό αποτέλεσμα. Βέβαια αυτό το “ευτυχώς” τις περισσότερες φορές γίνεται “δυστυχώς”, καθώς αρκετές συνεργασίες τείνουν λόγω υπερβολικής ασφάλειας των ονομάτων που τις πράττουν να μας προσφέρουν πλαδαρά έργα. Αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση με τον νέο αυτόν δίσκο όπου συναντούνται ο Vatican Shadow με τον Function. Έχοντας άλλες αφετηρίες, αλλά και αρκετά σημεία καλλιτεχνικής συνάντησης τον τελευταίο καιρό, καταφέρνουν να δημιουργήσουν μαζί μια μικρή έκπληξη. Λείπει και το εγκεφαλικό industrial του Vatican Shadow, όπως και η techno αναφορά του Function και στην θέση τους έχουμε ένα ώριμο ηλεκτρονικό album που θυμίζει ελαφρώς τις ήπιες στιγμές των πρώιμων έργων της Warp και της Morr, σε ελαφρώς πιο σκοτεινό φόντο.

Για την ακρίβεια ότι βιομηχανικό κείτεται ρυθμολογικά στο βάθος και ασυναίσθητα τραβά σε μυστήριες επαναλήψεις τις ατμόσφαιρες που συνειδητά δεν ολοκληρώνονται σε απλές μελωδίες. Επίσης το techno ως έχει, εμφανίζεται μόνο στο τέλος του δίσκου ως μια λυτρωτική αποτίναξη του όλου αστρικού μυστηρίου. Πάλι όμως, αν και φαινομενικά αταίριαστο, δένει τελικά απόλυτα με το όλο σύνολο, καθώς ένα καλειδοσκοπικό πέπλο το καλύπτει μέχρι το πέρας της ολοκλήρωσης του. Σαν πολλά κερδισμένα στοιχήματα συναντάμε εδώ πέρα τελικά.

 

 

Federico Albanese – The Houseboat And The Moon Reworked (denovali)

federicoalbanese.againstthesilence

 Καθώς εδώ έχουμε απλώς ένα ep με remix πάνω στο πρόσφατο album του Federico Albanese, ίσως φαντάζει αρχικά μια συνοδευτική και απλά ήσσονος σημασίας κυκλοφορία. Η κατάδυση όμως στο υλικό που περιέχεται αποδεικνύει πως υπάρχει μια μοναδική αυταξία στην μεταμόρφωση των πρωτότυπων συνθέσεων. Στο μεγαλύτερο μέρος του ep συναντάμε ουσιαστικά κάτι εντελώς διαφορετικό από ότι μας είχε παραδώσει τον Φλεβάρη ο Federico. Προφανώς αυτό οφείλεται στην ιερόσυλη διάθεση των remixers να αφήσουν πίσω την neoclassical/ambient πρώτη ύλη. Πιο συγκεκριμένα ο John Lemke φτιάχνει ένα ήπιο και ραφιναρισμένο electronica άσμα, ενώ με την σειρά τους οι Cassegrain απογειώνουν στιλιστικά το πρότερο κομμάτι του Federico με ένα αργό techno beat που βγάζει σε ένα μελωδικό και πρωτότυπο κρεσέντο. Η συνέχεια επιφυλάσσει κι άλλες εκπλήξεις καθώς ο Franz Kirmann (κυρίως) και ο Saffronkeira (σε μικρότερο βαθμό) αποδιοργανώνουν τα πιανιστικά και ηχητικά στοιχεία που στόλιζαν την μουσική του The Houseboat And The Moon, αφήνοντας το τέλος σαν κάτι άγνωστο, έτοιμο για ανακάλυψη.

Συνήθως οι κυκλοφορίες που συνοδεύονται από remix είναι κάπως άνισες, αλλά εδώ το σύνολο βγάζει ασπροπρόσωπη την Denovali που μετά την επιτυχία των φεστιβάλ της, έχει γίνει ακόμη πιο επιλεκτική στο τι βγάζει με την στάμπα της.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Silent Servant – Negative Fascination (Hospital Productions)

 

Από την μία υπάρχει το gothic ως ένα είδος μυστηρίου, θηλυπρεπές και πάντα επίκαιρο. Από την άλλη βρίσκονται τα ηλεκτρονικά μουσικά παιχνίδια που είτε κυλούν προς τη μηχανιστική ψυχεδέλεια, είτε φιγουράρουν με σκέρτσο στα 4/4. Ανάμεσα στους δυο αυτούς πόλους χωρά ασφυκτιούσα η μουσική του Αμερικάνου techno παραγωγού, Silent Servant, κατά κόσμο Juan Mendez.

Ειδικά στο παρόν ολοκληρωμένο ντεμπούτο του, έχει εφεύρει την αόρατη γραμμή που χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει τους δυο προαναφερθέντες διαφορετικούς κόσμους. Οι πραγματικοί προπάτορες του εν λόγω διαζευκτικού αμαρτήματος με το προκλητικό όνομα Throbbing Grsitle και κυρίως οι εξ αυτών Chris & Cosey μάς έρχονται στο νου με την πρώτη κιόλας νότα. Σίγουρα πάντως η δημιουργία αυτή δεν εγκλωβίζεται στα όρια που έθεσαν οι Βρετανοί πειραματιστές, αλλά τα θέτει ως σημείο αναφοράς και αφετηρίας της περιπλάνησης.

Η επαναληπτικότητα της συγκεκριμένης μουσικής δεν περιχαρακώνει τις αισθήσεις, αλλά αντιθέτως τις μετατοπίζει σε ένα ταξίδι χωρίς προκαθορισμένο τέλος. Όχι πως μας περιμένουν ορισμένες εκπλήξεις στη σκοτεινή γωνία, αλλά από την αρχή αυτή η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα δύσκολα καταχωρίζεται μουσικά κάπου. Ξερή χωρίς να είναι στεγνή, υποχθόνια χωρίς να είναι αφαιρετική, εκφράζει με διακριτικότητα τις προθέσεις της με την κάθε σύνθεση να ακούγεται αυτάρκης. Χωρίς η πυξίδα να στρέφεται προς ακριβή προσανατολισμό, οι τόνοι μάλλον εγκεφαλικοί θα χαρακτηριζόντουσαν παρά χορευτικοί.

Αυτός είναι ο λόγος που ως επιπλέον προσφορά κυκλοφόρησε και ένα δωδεκάιντσο με πιο μπιτάτες εκδόσεις των τριών χορευτικότερων κομματιών του δίσκου. Δεν υπάρχει καμιά τεράστια διαφορά σε αυτές πέρα από το χρονικό τράβηγμα των εκτελέσεων και την πρόσθεση παραπάνω ρυθμικών εξαρτημάτων. Εν τέλει το πακέτο των δυο αυτών κυκλοφοριών τείνει να λειτουργεί πιο επιδραστικά σε μια ενιαία δόση αν και θέλει προσοχή με τις υποβλητικές παρενἐργειες.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης