Acid Baby Jesus – Lilac Days (fuzz club/name your price)

Υπάρχουν μουσικές που μπορεί να σ’ εντυπωσιάσουν. Δίσκοι που πατώντας το play σε κάνουν να σηκώσεις δειλά το φρύδι, ελπίζοντας η συνέχειά τους να μη σου πάρει μακριά αυτό τον ενθουσιασμό του καινούριου! Υπάρχουν, όμως, πάντα κι εκείνες οι μουσικές που μαζί τους νιώθεις κάπως… ασφαλής! Είναι οι δικές σου, οικείες μουσικές, που δεν σε νοιάζει αν θεωρούνται έργο πια χιλιοπαιγμένο! Κάπως έτσι νιώθω ακούγοντας και τον νέο δίσκο των Acid Baby Jesus Lilac Days.

Έπειτα από μια κακή ημέρα στη δουλειά, οι ψυχεδελικές κιθάρες του “Lilac Days” που ανοίγει τον δίσκο ηχούν σαν βάλσαμο στα αυτιά μου, ενώ οι ήχοι του “Faces of Janus” που ακολουθεί με κάνουν να γείρω ελαφρώς το κεφάλι στον καναπέ και να θυμηθώ πρώτες μουσικές αγάπες. Ο λυρισμός του “Down The Ley Lines” με ηρεμεί και έχω πια χαθεί στη νοσταλγική αφήγηση των Acid Baby Jesus. To “Me and Panormita” σκορπά garage και rock ’n’ roll ήχους στο σαλόνι μου, οι οποίοι ανακατεύονται με την ολιγον τι folk και γλυκά ψυχεδελική μελωδία του “Birth”, κι εγώ άθελα μου αναπολώ κάποιες παλιές βραδινές βόλτες στο κέντρο της Αθήνας.

Οι Acid Baby Jesus επιστρέφουν μετά από τρία χρόνια δισκογραφικής απουσίας, λιγότερο “βρόμικοι”, λίγο πιο… σοφιστικέ και εσωστρεφείς, και θαρρείς πως με το Lilac Days θέλουν να αποδώσουν έναν μικρό φόρο τιμής σε ήχους του μακρινού παρελθόντος. Η μαεστρία τους, όμως, δεν τους αναπαράγει απλώς, αλλά τους συνθέτει σ’ ένα εξίσου όμορφο και δικό τους παρόν.

Η ροκ απλότητα του “Love Has Left my House Today” που κλείνει τον δίσκο σβήνει αργά αργά και κάπου εκεί θυμάμαι τον φίλο μου τον Μιχάλη, που μου είπε πρόσφατα την ατάκα που χρησιμοποιεί ο φίλος του ο Μήτσος… “Ό, τι ακούμε είναι Beatles !

“Τελικά λες;” σκέφτομαι…

Ξαναβάζω το Lilac Days να παίζει…

 

 

Φανή Κ.

The Underground Youth – What Kind Of Dystopian Hellhole Is This? (fuzz club)

theundergroundyouth.againstthesilence

Μερικές φορές συμβαίνει να έχεις ακούσει τόσες πολλές φορές ένα δίσκο που δυσκολεύεσαι να αποτυπώσεις στο χαρτί τις εντυπώσεις που σου αφήνει. Εικόνες χώνονται σε καπνούς που καθορίζονται από τις διαθέσεις της εκάστοτε στιγμής και τα “καλά” τραγούδια κολλάνε πάνω σου σαν μια αυτονόητη ασχολία της καθημερινότητας. Στην περίπτωση μάλιστα του νέου δίσκου των Βρετανών TUY που πλέον διαμένουν στο Βερολίνο, έχουμε τόσα “καλά” τραγούδια που μας οδηγούν στην πεμπτουσία ενός “καλού” rock δίσκου. Εκεί, δηλαδή, που δεν μένουν και πολλά να ειπωθούν πέρα από το πάτημα ενός play και το αυτοδίδακτο λίκνισμα σε νωχελικά 4/4.

Αν κάποι@ δεν γνωρίζει τί ακριβώς παίζει αυτή η μπάντα, αρκεί να ακούσει ένα οποιοδήποτε κομμάτι της και θα καταλάβει αμέσως. Τυχαίνει μάλιστα το άλμπουμ αυτό να είναι αντιπροσωπευτικό του ήχου τους σε γενικές γραμμές και αρκετά καλογραμμένο σε ειδικές, οπότε το ξεκίνημα της γνωριμίας με δαύτους μπορεί να γίνει ανάποδα από το τελευταίο τους εν λόγω πόνημα. Θα τους χαρακτήριζα ως ψευδογκαράζ με τάσεις να γράφουν όσο πιο απλές συνθέσεις γίνεται και με μια κλίση προς ένα σκοτεινό σκηνικό που θυμίζει ημίφως σε ένα μισοάδειο μπαρ. Αυτή τους η απλότητα τους βοηθά να αναδείξουν τις συνθετικές τους ικανότητες με κομμάτια όπως το “Alice” και “Persistent Stable Hell” να σε οδηγούν με κλειστά μάτια στο βάθος του εν λόγω μπαρ. Από την άλλη λείπει κάτι που θα θεωρηθεί πρωτότυπο ή πρωτοποριακό, οπότε πάλι επιστρέφουμε στην αφετηρία του συγκεκριμένου είδους.

Πάντως στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει μια διάθεση για μια βόλτα στα ενδότερα με αποτέλεσμα δίπλα στα στοιχεία που τους έχουν καθιερώσει να έχουμε μια πιο ώριμη και πιο εμπνευσμένη, θα έλεγα, ματιά. Βλοσυροί στίχοι για έρωτες ακολουθούνται από πολιτικές σκέψεις, οι μελωδίες είναι τόσο λιτές όσο δεν πάει και κάθε κομμάτι ακούγεται διαφορετικό, αν και ως ένα αναπόσπαστο μέρος ενός ελκυστικού δίσκου. Με εξαίρεση την κουραστική διασκευή στο “Your Sweet Love” του Lee Hazlewood, η μπάντα πετυχαίνει διάνα σε ότι δοκιμάζει και αυτό δεν το λες και μικρό επίτευγμά στον κόσμο των ανούσιων νέων rock κυκλοφοριών που ζούμε σήμερα.

Μπάμπης Κολτράνης