Medicine Boy – Leigh Toro

Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records)

Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

Με αυτούς τους στίχους ξεκινά το “Bottom of the blue” και δίνεται μονομιάς ο τόνος του Lower, του ίσως καλύτερου noise pop δίσκου της χρονιάς που οδεύει προς το τέλος της. Ίσως να ’ναι παρακινδυνευμένη η επιλογή να ξεκινάμε με τόσο χιλιοειπωμένες φράσεις που αναδύουν μυρωδιά κοινοτοπίας, αλλά αυτό είναι το τίμημα του συναισθηματικού αντίκτυπου που φέρει μια πραγματικά καλή κυκλοφορία: ο νους του ακροατή μηδενίζεται και η σκέψη του καταφεύγει σε οικείες λέξεις και φράσεις για να αποδώσει όσο το δυνατόν καλύτερα το βίωμα.

Παρότι ένας μήνας θα ήταν ίσως παραπάνω από ικανοποιητικό χρονικό διάστημα για να μιλήσουμε για την κυκλοφορία του βερολινέζικου ντουέτου Medicine Boy, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στη σύνθεση και τα όποια technicalities, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα απέδιδε καθόλου τον τόνο του Lower.

Με ερωτικό θεματικό προσανατολισμό (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), φαντασιακές αναφορές (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , αισθαντικά φωνητικά, μπλουζ αισθητική που ξεδιπλώνεται σε άκρα τόσο πειραματικά όσο και του γνώριμου και κοντινού shoegaze, το Lower ξεδιπλώνεται σαν νήμα μέσα σε τρία τέταρτα πεσιμιστικής (αν όχι ενίοτε μακάβριας) απαλότητας (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).


Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

It’s with these lyrics that “Bottom of the blue” sets off and gives away the tone of Lower – probably the best noise pop album of this soon-to-be-gone year. It may seem too risky a choice to use a phrase that’s so commonplace to describe this release but that is the price one has to pay when an album hits so close to heart. The listener’s mind gets resettled and his/her thought resorts to familiar words and phrases that serve only one purpose – to describe the experience as accurately as possible.

Surely one month is thought to be a timeline sufficient enough for anybody to talk in further detail about Medicine Boy’s, a duo from Berlin, latest release in terms of compositional traits and technicalities, but that would be us overlooking the aforementioned emotional tone of Lower.

The album is set on an erotic axis (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), references to fantasies (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , sensual vocals and a blues esthetic that spirals both to experimental and shoegaze paths.

All in all, Lower unravels as naturally as a thread during three quarters of pessimistic (if not macabre) gentleness (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).

 

 

Leigh Toro – Eternal Navigation (eilean rec.)

Μια συχνή κινηματογραφική εικόνα επιτάσσει τη θέαση του εαυτού να βυθίζεται σε έναν ωκεανό σκέψεων, αναμνήσεων και συναισθημάτων – ο πρωταγωνιστής, αμέτοχος, παρακολουθεί με προσοχή. Παραδόξως, από την παθητική αυτή κατάσταση αναδύεται σοφότερος, έχοντας μια νεοαποκτηθείσα επίγνωση του είναι του.

Κατ’ αναλογία, ο επίμονος μινιμαλισμός των συνθέσεων που βρίσκουμε στο Eternal Navigation του Leigh Toro δημιουργεί την απαραίτητη συνθήκη ώστε από μια φαινομενικά ήπια και σχεδόν παρασκηνιακή ακρόαση να αναδυθούμε, έχοντας επιτύχει τον μόνο στόχο που δεν θέσαμε: την αριστοτελική κάθαρση.


One of the most recurring scenes in cinema is that of the self drowning in an ocean of thoughts, memories and feelings whilst the protagonist remains detached but closely observant. Oddly enough, from the passive state he/she emerges wiser, having a newly found awareness of the self.

By analogy, the persistent minimalism of the compositions found in Leigh Toro’s Eternal Navigation maintains the ground on which the experience of the listener may seem sublime and almost of a secondary nature but actually sets the tone for achieving the Aristotelian catharsis.

 

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

The Underground Youth – HØRD – PILES

The Underground Youth – Fill The Void (Fuzz Club Records)

Μπορεί αυτή να είναι η δεύτερη φορά μέσα σε χρονικό διάστημα ενός μήνα που μιλάμε για κυκλοφορία της Fuzz Club Records, αλλά ο ενθουσιασμός που μας προκαλεί το αποτέλεσμα παραμένει αμείωτος.

Οι Underground Youth μετά την κυκλοφορία του όγδοου album τους What Kind Of Dystopian Hellhole Is This?  τον περασμένη Φλεβάρη και την ολοκλήρωση τεσσάρων περιοδειών στην Ευρώπη, ξέκλεψαν τον χρόνο για να ηχογραφήσουν ακόμα δύο διαμαντάκια της ψυχεδελικής post-punk ποιότητας στην οποία μας έχουν συνηθίσει, τα “Fill The Void” και “Take Me Awry”.

H συναισθηματική ένταση των στίχων, η απολύτως μεθυστική επήρεια των μελωδιών, αλλά και το παιχνίδισμα του διπλού νοήματος της φράσης “Fill The Void” προσφέρουν για ακόμη μια φορά επιχειρήματα στη φαρέτρα σας όταν κάποιος σας ρωτήσει “Μπορείς να μου προτείνεις μια μπάντα με στίχους που θα με στοιχειώσουν και μουσική που θα με κάνει να χορεύω μόνος μου στο σκοτάδι;”.

This may be the second time in a period of just one month that we engage ourselves with a Fuzz Club Records release, but the enthusiasm caused by the end result remains the same.

The Underground Youth, after releasing their eighth album What Kind Of Dystopian Hellhole Is This? last February and having completed four European tours, found the time to record another pair of psychedelic post-punk jewels, “Fill The Void” and “Take Me Awry”.

The emotional intensity of the lyrics, the absolutely intoxicating melodies, as well as the intriguing double meaning of the title “Fill The Void” offer yet another argument to your quiver should someone ask you “Can you recommend any band whose music may be haunting, but would make me go dancing all alone in the dark anyway?”.

 

 

HØRD – Parallels (AVANT! Records)

Το synthwave είναι αναντίρρητα ένα από τα πιο ανθεκτικά μουσικά είδη της τελευταίας δεκαετίας – γεγονός που ενδεχομένως να αποδίδεται και στην αρραγή σχέση του είδος με τον κινηματογράφο και τον χώρο των videogame. Ονόματα όπως ο Carpenter Brut, o Kavinsky και ο Perturbator είναι γνωστά πολύ έξω από τα όρια της γενέτειρας του είδους Γαλλίας, ενώ μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης παραγωγής εξακολουθεί να προέρχεται από τον κοινό αυτό πυρήνα.

Μέρος του κανόνα αυτού αποτελεί και η δεύτερη κυκλοφορία του HØRD, κατά κόσμον Sebastien Carl, Parallels. Οκτώ κομμάτια, που παρουσιάζουν τις αναμενόμενες εναλλαγές στο tempo και είναι άλλοτε ιδανικά για εκστατικό χορό άλλοτε ικανά να μουδιάζουν κάθε άκρο του σώματος, συνθέτουν ένα σύνολο που θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως μουσική επένδυση σε οποιαδήποτε μικρού μήκους ταινία, απηχώντας κατ’ αντιστοιχία –αισθητικά και φαντασιακά– το έργο των In The Nursery.

Synthwave is undoubtedly one of the most resistant music genres of the last decade – a fact that may be ascribed to this genre’s close relation to cinema and videogames. Artists like Carpenter Brut, Kavinsky and Perturbator are widely known nowadays, way beyond the borders of France – the motherland of the genre, while the majority of synthwave releases continues to have its routs there.

A part of this production is HØRD’s, aka Sebastien Carl, second release Parallels. Eight tracks with much to be expected tempo alternations (either ideal for a fit of ecstatic dance or capable of numbing every part of your body) combine a whole that could easily be used as a soundtrack to a short film, bringing to mind the way In The Nursery’s work operates.

 

 

PILES – Una Volta (Aagoo Records)

Παραμένουμε στη Γαλλία και περνάμε στο καλλιτεχνικό σμίξιμο τριών βετεράνων drummer, των Guigou Chevenier (Etron Fou Leloublan, Volapük), Anthony Laguerre (Filiamotsa, Club Cactus, Myotis) και Michel Deltruc (Isle-Adam 95, NAJA Nancy Jazz Action).

Μέσα στις συνθέσεις τους, που εκτείνονται από μόλις ενάμισι έως και εννέα λεπτά, μπορεί κανείς να βρει στοιχεία jazz, krautrock και, φυσικά, μπόλικο αυτοσχεδιασμό. Μεμονωμένα εκρηκτικές στιγμές, όπως το κομμάτι “Mort aux cons”, μπορεί να δημιουργήσουν μια κάποια σύγχυση στον ακροατή, που έως εκείνη τη στιγμή έχει την αίσθηση ότι κρυφακούει το “ζέσταμα” της μπάντας και ξαφνικά βρίσκεται εκτεθειμένος με τον χτύπο της καρδιάς του να ακολουθεί το τέμπο του πλέον μαγνητιστικoύ “Kraut and Piles”.

We’ll stay on the grounds of France to witness the artistic bonding of three veteran drummers, Guigou Chevenier (Etron Fou Leloublan, Volapük), Anthony Laguerre (Filiamotsa, Club Cactus, Myotis) and Michel Deltruc (Isle-Adam 95, NAJA Nancy Jazz Action), in the album Una Volta.

In their compositions – lasting from one and a half to nine minutes maximum – one can find elements of jazz, krautrock and, naturally, lots of improvisation. Rare explosive moments, such as the one presented on the track “Mort aux cons”, may cause the listener a slight confusion since up until that moment you feel like you’ve been eavesdropping the band’s warm-up session. Suddenly, though, you find yourself being exposed to the rhythm of your own heart beating to the sound of the absolutely magnetic melody of “Kraut and Piles”.

 

 

Victoria L./Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Acid Baby Jesus – Lilac Days (fuzz club/name your price)

Υπάρχουν μουσικές που μπορεί να σ’ εντυπωσιάσουν. Δίσκοι που πατώντας το play σε κάνουν να σηκώσεις δειλά το φρύδι, ελπίζοντας η συνέχειά τους να μη σου πάρει μακριά αυτό τον ενθουσιασμό του καινούριου! Υπάρχουν, όμως, πάντα κι εκείνες οι μουσικές που μαζί τους νιώθεις κάπως… ασφαλής! Είναι οι δικές σου, οικείες μουσικές, που δεν σε νοιάζει αν θεωρούνται έργο πια χιλιοπαιγμένο! Κάπως έτσι νιώθω ακούγοντας και τον νέο δίσκο των Acid Baby Jesus Lilac Days.

Έπειτα από μια κακή ημέρα στη δουλειά, οι ψυχεδελικές κιθάρες του “Lilac Days” που ανοίγει τον δίσκο ηχούν σαν βάλσαμο στα αυτιά μου, ενώ οι ήχοι του “Faces of Janus” που ακολουθεί με κάνουν να γείρω ελαφρώς το κεφάλι στον καναπέ και να θυμηθώ πρώτες μουσικές αγάπες. Ο λυρισμός του “Down The Ley Lines” με ηρεμεί και έχω πια χαθεί στη νοσταλγική αφήγηση των Acid Baby Jesus. To “Me and Panormita” σκορπά garage και rock ’n’ roll ήχους στο σαλόνι μου, οι οποίοι ανακατεύονται με την ολιγον τι folk και γλυκά ψυχεδελική μελωδία του “Birth”, κι εγώ άθελα μου αναπολώ κάποιες παλιές βραδινές βόλτες στο κέντρο της Αθήνας.

Οι Acid Baby Jesus επιστρέφουν μετά από τρία χρόνια δισκογραφικής απουσίας, λιγότερο “βρόμικοι”, λίγο πιο… σοφιστικέ και εσωστρεφείς, και θαρρείς πως με το Lilac Days θέλουν να αποδώσουν έναν μικρό φόρο τιμής σε ήχους του μακρινού παρελθόντος. Η μαεστρία τους, όμως, δεν τους αναπαράγει απλώς, αλλά τους συνθέτει σ’ ένα εξίσου όμορφο και δικό τους παρόν.

Η ροκ απλότητα του “Love Has Left my House Today” που κλείνει τον δίσκο σβήνει αργά αργά και κάπου εκεί θυμάμαι τον φίλο μου τον Μιχάλη, που μου είπε πρόσφατα την ατάκα που χρησιμοποιεί ο φίλος του ο Μήτσος… “Ό, τι ακούμε είναι Beatles !

“Τελικά λες;” σκέφτομαι…

Ξαναβάζω το Lilac Days να παίζει…

 

 

Φανή Κ.

The Underground Youth – What Kind Of Dystopian Hellhole Is This? (fuzz club)

theundergroundyouth.againstthesilence

Μερικές φορές συμβαίνει να έχεις ακούσει τόσες πολλές φορές ένα δίσκο που δυσκολεύεσαι να αποτυπώσεις στο χαρτί τις εντυπώσεις που σου αφήνει. Εικόνες χώνονται σε καπνούς που καθορίζονται από τις διαθέσεις της εκάστοτε στιγμής και τα “καλά” τραγούδια κολλάνε πάνω σου σαν μια αυτονόητη ασχολία της καθημερινότητας. Στην περίπτωση μάλιστα του νέου δίσκου των Βρετανών TUY που πλέον διαμένουν στο Βερολίνο, έχουμε τόσα “καλά” τραγούδια που μας οδηγούν στην πεμπτουσία ενός “καλού” rock δίσκου. Εκεί, δηλαδή, που δεν μένουν και πολλά να ειπωθούν πέρα από το πάτημα ενός play και το αυτοδίδακτο λίκνισμα σε νωχελικά 4/4.

Αν κάποι@ δεν γνωρίζει τί ακριβώς παίζει αυτή η μπάντα, αρκεί να ακούσει ένα οποιοδήποτε κομμάτι της και θα καταλάβει αμέσως. Τυχαίνει μάλιστα το άλμπουμ αυτό να είναι αντιπροσωπευτικό του ήχου τους σε γενικές γραμμές και αρκετά καλογραμμένο σε ειδικές, οπότε το ξεκίνημα της γνωριμίας με δαύτους μπορεί να γίνει ανάποδα από το τελευταίο τους εν λόγω πόνημα. Θα τους χαρακτήριζα ως ψευδογκαράζ με τάσεις να γράφουν όσο πιο απλές συνθέσεις γίνεται και με μια κλίση προς ένα σκοτεινό σκηνικό που θυμίζει ημίφως σε ένα μισοάδειο μπαρ. Αυτή τους η απλότητα τους βοηθά να αναδείξουν τις συνθετικές τους ικανότητες με κομμάτια όπως το “Alice” και “Persistent Stable Hell” να σε οδηγούν με κλειστά μάτια στο βάθος του εν λόγω μπαρ. Από την άλλη λείπει κάτι που θα θεωρηθεί πρωτότυπο ή πρωτοποριακό, οπότε πάλι επιστρέφουμε στην αφετηρία του συγκεκριμένου είδους.

Πάντως στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει μια διάθεση για μια βόλτα στα ενδότερα με αποτέλεσμα δίπλα στα στοιχεία που τους έχουν καθιερώσει να έχουμε μια πιο ώριμη και πιο εμπνευσμένη, θα έλεγα, ματιά. Βλοσυροί στίχοι για έρωτες ακολουθούνται από πολιτικές σκέψεις, οι μελωδίες είναι τόσο λιτές όσο δεν πάει και κάθε κομμάτι ακούγεται διαφορετικό, αν και ως ένα αναπόσπαστο μέρος ενός ελκυστικού δίσκου. Με εξαίρεση την κουραστική διασκευή στο “Your Sweet Love” του Lee Hazlewood, η μπάντα πετυχαίνει διάνα σε ότι δοκιμάζει και αυτό δεν το λες και μικρό επίτευγμά στον κόσμο των ανούσιων νέων rock κυκλοφοριών που ζούμε σήμερα.

Μπάμπης Κολτράνης