Against a silent 2017 – This year’s top records

Άλλη μια χρονιά έφτασε στο τέλος της και άλλη μια φορά φαίνεται ότι δεν πήγε στράφι η αναζήτηση νέων μουσικών εκ μέρους μας. Φέτος, περισσότερο από άλλη χρονιά και περνώντας διάφορες φάσεις ως συντακτική ομάδα του ats, φτάσαμε να ασχολούμαστε ενδελεχώς με πολλά και διαφορετικά μουσικά είδη, αφουγκραζόμεν@ τη μουσική πραγματικότητα γύρω μας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ποικιλία στα άλμπουμ που επιλέξαμε ως τα κορυφαία του 2017. Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των γούστων μας, κοινός τόπος των επιλογών μας είναι η σχεδόν καθολική έλλειψη δίσκων από τα επονομαζόμενα μεγάλα ονόματα. Αντιθέτως, βρέθηκαν στις σχετικές λίστες μας πολλά νέα ονόματα κυρίως από το underground, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, τα οποία έκαναν φέτος τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα, αν όχι το πρώτο τους. Εξάλλου, και στην ίδια τη φετινή ύλη του ats το κύριο βάρος δόθηκε στο νέο και όχι στο παλιό, το οποίο ως μια μορφή στείρας νοσταλγικότητας εμφανίζεται είτε σε μορφή νέων κυκλοφοριών παλιών συνταγών, είτε σε αυτήν επανεκδόσεων που πλέον αποτελούν και το τυράκι στη φάκα του εμπορίου.

Σίγουρα δεν έχουμε καλύψει ολόκληρη την γκάμα του νέου ήχου σήμερα, αλλά (και) αυτές οι λίστες είναι μέρος μιας συνεχούς προσπάθειάς μας να τον αντικατοπτρίσουμε όσο γίνεται πιο πιστά και χωρίς παρωπίδες. Επίσης, εκφράζουν όχι μόνο τις προσωπικές μας μουσικές αδυναμίες για φέτος, αλλά παράλληλα και την προσπάθεια ανίχνευσης των προμηνυμάτων που θα καθορίσουν το αύριο στη μουσική. Ένα αύριο που δεν είναι τελικά τόσο μακρινό όσο νομίζουμε και που στηρίζεται στις συμπράξεις (βλ. χαρακτηριστικά την ύπαρξη πολλών γκρουπ και συνεργασιών σε αντιδιαστολή με τα προσωπικά άλμπουμ στις λίστες), το πάντρεμα ιδεών και την εξωτερίκευσή τους. Ας αφήσουμε λοιπόν να παίξει δυνατά μουσική απέναντι σε ένα φιλήσυχο 2017 και ας ευχηθούμε, ευχαριστώντας σας για τη στήριξη, για ένα πλούσιο σε συγκινήσεις 2018, από μουσικής και όχι μόνο άποψης.

 

1. Ex Eye – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Exquirla – Para Quienes Aun Viven (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Leprous – Malina (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. 1476 – Our Season Draws Near (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Junius – Eternal Rituals For The Accretion Of Light

Kudos: Alfa Mist – Antiphon (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1. Wolves in the Throne Room – Thrice Woven (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Amenra – Mass VI (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. Converge – The Dusk In Us

5. Ulver – The Assassination Of Julius Caesar

Kudos: Rope Sect – Personae Ingratae (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

ichie

 

1. Kevin Morby – City Music

2. Rhiannon Giddens – Freedom Highway

3. Nadine Shah – Holiday Destination

4. Feist – Pleasure

5. Priests – Nothing Feels Natural (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Vagabon – Infinite Worlds (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Φανή Κ.

 

1. Throane – Plus Une Main à Mordre (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godflesh – Post Self

3. Bell Witch – Mirror Reaper

4. Taake – Baktanker

5. Thantifaxath – Void Masquerading As Matter

Kudos: Wormwood – Mooncurse

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

1. Arca – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Drab Majesty – The Demonstration (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Demen – Nektyr (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Bagarre Générale – Tohu-bohu (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Second Still – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

1. Sollertia – Light

2. Amplifier – Trippin’ With Dr. Faustus

3. 1476 – Our Season Draws Near

4. DooL – Here Now There Then

5. Leprous – Malina

Kudos: Lör – In Forgotten Sleep (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος