Mogwai live in Athens 1.12.18

Οι Mogwai είναι μεγάλη μπάντα, όπως οι νύχτες της Αθήνας είναι μεγάλες, με ή χωρίς εμάς. Χωράει τόσα η μουσική τους, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια κανενός κλασικού άλμπουμ, κανενός εμπορικού τρικ, καμιάς περιττής ή απέριττης κίνησης. Αν και έχουν κλείσει τις δύο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, δεν καταγράφουν καμία καθοδική πορεία ως προς την αποδοχή τους,καθώς η μπάντα χαράσσει μια ευθεία βολή που γεννά ακόμη αξιομνημόνευτα κομμάτια και βραδιές σαν κι αυτήν που παραβρεθήκαμε το περασμένο Σάββατο.

Φτάνοντας στο σημείο της συναυλίας, έγινε προφανές ότι τα παραπάνω εκφράζουν πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νόμιζα. Τουτέστιν, ακόμη κι αν βγάλουμε εκείνο το ποσοστό που πάει σε live μόνο για τη φάση, ο κόσμος που παστώθηκε στον συγκεκριμένο old school συναυλιακό χώρο ήταν πολύς (ας όψεται και η υπερπροσφορά εισιτηρίων από τους “έξυπνους” διοργανωτές). Δεν ήταν, όμως, η ουρά που μας έκανε να χάσουμε τους Afformance που άνοιγαν τη βραδιά, αλλά το γεγονός ότι αυτοί ξεκίνησαν δέκα λεπτά πριν την αναγραφόμενη ώρα εμφάνισης στην αφίσα! Αν η απάντηση στην αργοπορία σε παρόμοια σκηνικά είναι αυτή, μάλλον είμαστε καταδικασμέν@ να μη βρίσκουμε ποτέ το μέτρο. Πάντως,σύμφωνα με τα λεγόμενα των μελών της μπάντας μετά, η ίδια το ευχαριστήθηκε παίζοντας εκεί.

Για τους Mogwai, κάθε περιγραφή μιας εμφάνισής τους τείνει να φαντάζει γραφική ως προς αυτό που βγάζει η μπάντα. Ήταν η τέταρτη φορά που τους έβλεπα και, όπως σε κάθε άλλη, ένιωσα να με συγκινούν παίζοντας με το συναίσθημα, χαλιναγωγώντας το και αφήνοντάς το στις κατάλληλες δοσολογίες. Κακά τα ψέματα, αν ήθελαν να κλαίμε κυριολεκτικά για ενενήντα λεπτά, θα το είχαν καταφέρει πανεύκολα, επιλέγοντας κάμποσα θανατερά τους κομμάτια. Δεν το έκαναν όμως, καθώς δεν είναι η μπάντα που θα χαϊδέψει αυτιά, αλλά μια μπάντα που συνεχώς ανανεώνει τον χαρακτήρα της – αν και μιλώντας για τον τελευταίο τους δίσκο, τον βρήκα τόσο μέτριο που δεν μπήκα καν στον κόπο να γράψω μια κριτική για αυτό.

Οπότε, εκπλήξεις δεν είχαμε στην επιλογή των τραγουδιών (πολλά από τα τελευταία άλμπουμ, διάφορα από –σχεδόν– όλα τα παλαιότερα), πέραν του γεγονότος ότι στη σύνθεση της μπάντας είχαμε τον original ντράμερ και όχι την τύπισσα που τον έχει αντικαταστήσει, λόγω θεμάτων υγείας του. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν ο ήχος να ’ναι πιο Mogwai, δηλαδή λιγότερο τεχνικά αψεγάδιαστο παίξιμο στα ντραμς, περισσότερο, όμως, πάθος (βλ. λαθάκια στο “Don’t Believe The Fyfe” και την έκρηξη στο “Hi, I ’m Jim Morrisson, I ’mdead”). Με εξαίρεση μια κοιλιά στις συνθέσεις που επιλέχθηκαν, κάπου στη μέση του σετ, η μπάντα επεδείκνυε τέτοια συνοχή που ο φίλος στην παρέα που δεν τους είχε τσεκάρει ποτέ είπε το αμίμητο “Αυτή είναι η μουσική που χρόνια έψαχνα να ακούσω, αλλά δεν την έβρισκα ποτέ”!

Για μένα, που σε κάποιο βαθμό μου έχουν καθορίσει τα μουσικά μου γούστα, υπήρξαν στιγμές που, αν και δεν βοηθούσε ο χώρος,καταλάβαινα πιο καθαρά από ό,τι παλιά ορισμένα σημεία στα κομμάτια τους και μαγευόμουν από κάποιες ατέλειές τους που τα κάνουν να μη μοιάζουν μεταξύ τους και να μη μοιάζουν και οι στιγμές που τα αγκαλιάζουν μεταξύ τους. Τέλος, όμως, με τις περιγραφές, το βίωμα είναι το παν και οι Mogwai θα το υπηρετούν, όπως φαίνεται, για κάμποσο καιρό ακόμη.

Μπάμπης Κολτράνης

Afformance – Music For Imaginary Film #1/Pop Nihilism (United We Fly)

 Οι Afformance επιστρέφουν με δύο δίσκους που σίγουρα αξίζουν προσοχή και που θα συνοδεύσουν ωραία τα επερχόμενα μουντά Κυριακάτικα μεσημέρια. Πρόκειται για δύο project, το Music for Imaginary Film#1 και το Pop Nihilism, που ξεδιπλώνουν μια πολύπλευρη προσωπικότητα της μπάντας, η οποία καταφέρνει να βγάλει δύο πολύ ξεχωριστά album, χωρίς ωστόσο να χάνει το κεντρικό της ύφος και χαρακτήρα.

Music for Imaginary Film #1:

Το Music For Imaginary Film #1 , όπως φανερώνει και ο τίτλος, είναι στην πραγματικότητα η μουσική που τυλίγει μια ιστορία, ένα παραμύθι που θέλουν να διηγηθούν οι Afformance χωρίς στίχους, αλλά μόνο μέσα από τη μουσική τους.

Όπως περιγράφει και το ίδιο το συγκρότημα:

Είναι η ιστορία ενός άντρα, ο οποίος προσπαθεί να δραπετεύσει από ένα μεγάλο δάσος στο οποίο είναι παγιδευμένος και, κατά την απόδρασή του από αυτό, λύνει αρκετά μυστήρια σχετικά με τον εαυτό του, αλλά και τον ανεξερεύνητο κόσμο που τον περιέβαλλε. Πρόκειται για τη μεταφορική ιστορία ενός ατόμου, το οποίο απομονωμένο στον μικρόκοσμό του, αδυνατεί να καταλάβει ή να σκεφτεί το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή. Τα 8 τραγούδια που περιέχονται στο album ξεδιπλώνουν ψυχικά και φυσικά στάδια από τα οποία περνάει ο χαρακτήρας για να πραγματοποιήσει το πέρασμα από τη λήθη στη συνειδητοποίηση της ασθένειάς του”.

Οι Afformance καταφέρνουν μέσα από αυτά τα 8 τραγούδια-πέρασμα να μας μεταφέρουν μια έντονη ανησυχία που σίγουρα αναζητάει διαφυγή, σαν τον ήρωα της ιστορίας τους, που, παγιδευμένος μέσα στο δάσος (αλλά και τον εαυτό του), αναζητάει επίμονα την έξοδο προς την ελευθερία του.

Το Music for Imaginary film #1 απευθύνεται τόσο σε εκείνες κι εκείνους που επίμονα αγαπούν το post rock αλλά και σε όσους/ες πιστεύουν ότι τα post ακούσματα έχουν στερέψει γι’ αυτούς/ές. Οι Afformance επιδιώκουν μέσα από τους ήχους τους έντονες στιγμές ενδοσκόπησης, αλλά και την εξερεύνηση του κόσμου-δάσους που μας περιβάλλει.

Με το πρώτο τραγούδι του δίσκου (“Intro”) νιώθεις αυτομάτως το άγχος να σε καταβάλει, το οποίο, καθώς περνάνε τα στάδια-τραγούδια, γίνεται συνειδητοποίηση, όπως αναφέρει και η μπάντα, που συνοδεύεται από μια γλυκιά ηρεμία. Το ουρλιαχτό γίνεται αγώνας για αναζήτηση διαφυγής και φωτός και o αγώνας γίνεται λύτρωση. Το τραγούδι “619” που κλείνει τον δίσκο (αναφορά σε κάποιο λεωφορείο-γραμμή προφανώς;) μεταφέρει ένα αίσθημα γαλήνης, αλλά και κυνισμού.Σαν ό,τι προηγήθηκε να ήταν μια ιδέα, μια φαντασίωση (ή η αλήθεια;) και ο επιβάτης ψάχνει να βρει δικές του απαντήσεις σε ένα καθημερινό δρομολόγιο με πορεία κυκλική…

Οι Afformance έφτιαξαν έναν δίσκο-soundtrack που ντύνει όχι μόνο τη φανταστική ταινία τους, αλλά και το κλειστοφοβικό καθημερινό μας τοπίο.

Pop Nihilism:

Ενώ τo Music For Imaginary Film#1 αποπνέει μια έντονη ανησυχία και μυστήριο, στο Pop Nihilism, από τα πρώτα λεπτά του υπέροχου “Perspectivism” που ανοίγει τον δίσκο, προσφέρεται μια αίσθηση πιο ανάλαφρη και ξεκούραστη, αλλά μόνο φαινομενικά! To Pop Nihilism είναι ένας δίσκος που “απαιτεί” περισσότερες ακροάσεις για να σου πει όσα θέλει.

Οι Afformance αποδεικνύουν ότι μπορούν να πειραματιστούν και να συνδέσουν ήχους και επιρροές τους χωρίς να φανούν γραφικοί ή να τους λείψει το συναίσθημα. Post rock μελωδίες και λυρισμός αναμειγνύονται με μια pop, electro και πιο εναλλακτική αφήγηση. Τα γυναικεία φωνητικά που συνοδεύουν τα τραγούδια “Open Mind”, “No Point Return” και “Here, Now, A million years” (από τις δυνατές στιγμές του δίσκου) προσδίδουν μια ονειρική διάσταση στο σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος της μπάντας. Το ηχητικό κράμα των Afformance ξετυλίγει έναn βαθύτερο κυνισμό και μια αίσθηση κούρασης που αποδίδουν πετυχημένα το νόημα του τίτλου… Pop Nihilism!

Το Music for Imaginary Film #1 και το Pop Nihilism είναι δύο ολοκληρωμένα και διαφορετικά project. Ωστόσο, οι Afformance καταφέρνουν να φανερώσουν το στίγμα τους και στους δύο δίσκους, αλλά και να δημιουργήσουν τη σύνδεση τους που ίσως αναζητήσουμε.

Φανή Κ.

Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης

Afformance – Through Walls (self-released)

AFFORMANCE.throughwalls.againstthesilence.com

 

Έχουμε γράψει πλείστες φορές, σε διάφορα κείμενα και κριτικές, ότι το post-rock σαν μουσικό ιδίωμα χαρακτηρίζεται πλέον από έναν φορμαλισμό, από μια συνθετική ευκολία και συμβατικότητα ∙ ότι,λίγο-πολύ, ο ακροατ@ (με ή δίχως κριτική διάθεση) ξέρει τί να αναμένει από μια post-rock δουλειά – ή, ακόμη κι αν προχωράει στην ακρόαση χωρίς προκαταλήψεις, μπορεί εύκολα να σχηματίσει μια συνολική (και συχνά σωστή) εικόνα από τα πρώτα λεπτά της ακρόασης.

Σε γενικά πλαίσια, αυτό δεν έχει αλλάξει. Παρατηρούμε διάφορα συγκροτήματα να προχωράνε σε διάφορους ηχητικούς πειραματισμούς, εν είδει εξέλιξης του ήχου τους, οι οποίοι εν τέλει απλά προδίδουν ένα έλλειμμα φαντασίας – έλλειμμα που τροφοδοτείται κι από ένα αντίστοιχο έλλειμμα εκτίμησης αλλότριων μουσικών ακουσμάτων (δεν θα κάνω λόγο για έλλειμμα «παιδείας» – η σύναψη αυτή χρησιμοποιείται σε πάμπολλα συγκείμενα ως φάρμακο δια πάσα νόσο και μαλακία, αποκρύπτοντας εντέχνως ότι απορρέει από μια ακραία ολοκληρωτική νοοτροπία) ως προς την ουσία τους, ή και την τεχνική τους ακόμα, εκτελεστική, συνθετική και στουντιακή. Εύκολες – ή, ακόμη καλύτερα,άκοπες – λύσεις δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν όσον αφορά το οτιδήποτε. Απ’την άλλη μεριά, ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό ότι υφίσταται ακόμη η διάθεση για εξέλιξη, δημιουργία και αναδημιουργία. Δείχνει, ίσως, ότι και οι ίδιοι οι συντελεστές συνειδητοποιούν το τέλμα στο οποίο βρίσκεται το ιδίωμα, αλλά ότι, παρ’ όλα αυτά, επιθυμούν να συμμετάσχουν στη μετεξέλιξη του, όσο κι αν η απόπειρα πραγμάτωσης της μετεξέλιξης αυτής οδηγεί σε αποτελέσματα που, επί του παρόντος τουλάχιστον, δεν φαίνονται να αποδίδουν τα δέοντα.

Μια προσωπική εκτίμηση για τους Afformance είναι ότι συνειδητοποίησαν όλα τα παραπάνω από πολύ νωρίς, κι έριξαν την δουλειά που απαιτείται για να τα προλάβουν. Το Through Walls, το πιο πρόσφατο πόνημα τους, αναδεικνύει ακριβώς αυτό: ότι ο καιρός των απλών αρπισμάτων, των ανοικτών συγχορδιών και της σταδιακής – σήμα κατατεθέν του ιδιώματος – αύξησης των εντάσεων κατά την πορεία του κομματιού έφτασε πλέον σε ένα κορεσμό, έτσι ώστε οι συνθέσεις να απαιτούν λιγότερο εύπεπτες και κοινότοπες φόρμουλες. Έτσι, έχουμε προσθήκη ψυχεδελικών ήχων, επιπλέον κρουστών (“Cordyceps”), βιόλας (“Dance Lessons For The Advance In Age”), και κιθαριστικών θεμάτων που παραπέμπουν στο σύγχρονο progressive rock (το οποίο, στην Ελλάδα, για κάποιο λόγο το έχουμε ταυτίσει με τους Pink Floyd), κι όλα αυτά συνδυαζόμενα με πιο κλασικά post-rock μοτίβα (π.χ. στο κομμάτι “Christmas Truce”) που οι Afformance χρησιμοποιούν σε όλη την έως τώρα δισκογραφία τους. Για την ακρίβεια, θα μπορούσαμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι το Through Walls στο σύνολο του είναι περισσότερο progressive απ’ ότι post – ή ότι, σε κάθε περίπτωση, τα πιο αμιγώς post-rock χαρακτηριστικά του, αν και παρόντα,είναι λιγότερο διάχυτα απ’ ότι τα progressive χαρακτηριστικά, κι ότι η χρήση τους σηματοδοτεί περισσότερο μια απόπειρα σύνδεσης με την προηγούμενη δισκογραφία, και λιγότερο βάσεις σύνθεσης των κομματιών. Δίνουν, δηλαδή, την εντύπωση ότι είναι, κατά κάποιο τρόπο, περισσότερο γέφυρες, παρά θεμέλια.

Αν, όμως, υπάρχει κάτι που παραξενεύει τον ακροατή – ούτε ευχάριστα, ούτε δυσάρεστα, σαν αίσθημα απορίας περισσότερο, παρά ως οτιδήποτε άλλο – αυτό δεν είναι τίποτε από τα παραπάνω,αλλά το γενικότερο συναίσθημα που αποπνέει το Through Walls. Κι αυτό διότι είναι, γενικά,ιδιαίτερα… χαρούμενο. Χαρούμενο όχι μόνο από άποψη καθαρά μουσικών στοιχείων (μείζονες κλίμακες, συγχορδίες και αναπτύξεις θεμάτων), αλλά από την άποψη ότι μεταδίδει (ηθελημένα, υποθέτω) ένα αίσθημα ενθουσιασμού και ενέργειας καθ’ όλη τη διάρκεια του, και παρά τις συχνές αλλαγές ρυθμού, ταχυτήτων και ύφους (το οποίο αίσθημα επιτείνεται περαιτέρω από τους σχεδόν dance ρυθμούς κάποιων κομματιών, π.χ. το “Savants”). Επ’ ουδενί λόγο αυτό δεν λειτουργεί μειωτικά ως προς την δουλειά των Afformance στο σύνολο της ∙ απλά, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αυτός ο πρόσχαρος χαρακτήρας του Through Walls, μολονότι διαχωρίζει τη δουλειά από τις τόσες και τόσες μουσικές εκφράσεις φασόν μελαγχολίας, ταυτόχρονα ενδέχεται να την καταστήσει λιγότερο προσβάσιμη σε μακροπρόθεσμο επίπεδο – χώρια που για κάποιους τουλάχιστον, εμού συμπεριλαμβανομένου, ενδέχεται να την κάνει να ακούγεται κάπως παράταιρη με το ευρύτερο πνεύμα των καιρών (που, ωστόσο,αναγνωρίζω ότι ορίζεται εντελώς αυθαίρετα και συγκυριακά).

Παρ’ όλα αυτά, παραμένει το γεγονός ότι το Through Walls είναι μια δουλειά που διαχωρίζεται φύσει και θέσει από την καθιερωμένη – και αναμενόμενη, όπως ανέφερα πριν – άποψη περί του τί εστί post-rock, χαράσσοντας ίσως μια οδό περαιτέρω μουσικής εξέλιξης, αν όχι για το μουσικό ιδίωμα στο σύνολο του, τότε σίγουρα για τους Afformance ως μουσικό συγκρότημα. Κι είναι καλό, και γενικότερα ενθαρρυντικό, που οι ίδιοι φαίνονται να δουλεύουν και να επιμένουν συνειδητοποιημένα όχι για την καθιέρωση τους (την οποία έχουν έτσι κι αλλιώς κερδίσει), αλλά για την μετάβαση τους σε άλλο, πιο έντεχνο (με την καλή έννοια) στάδιο μουσικής δημιουργίας.

 

 

ΑΤΜ  

 

 

Russian Circles – Afformance – Caspian

Russian Circles – Memorial (sargent house)

 

Russian Circles - Memorial

 

Βλέποντας το εξώφυλλο αντιλαμβάνεσαι πως βρίσκεσαι στα γνωστά χωράφια του ορχηστρικού/κιθαριστικού ήχου. Διαβάζεις και το όνομα της μπάντας και θυμάσαι πως τους ξαναπέτυχες τότε που έψαχνες κάτι νέο στον χώρο αλλά τα αρκετά μεταλλικά τους μέρη σε κρατούσαν σε μια απόσταση αναπνοής. Ξεκινά λοιπόν ο δίσκος και είναι σαν να ακούς μια νέα μπάντα με το ακουστικό intro να οδηγεί απότομα σε ένα ευέλικτο ορυμαγδό που όμως δεν βγάζει κάτι το επιδεικτικά τεχνικό. Ναι, οι τρεις τους ξέρουν να βαρούν τα όργανα τους σε τέτοιο βαθμό που απορείς πως γεμίζουν τόσο πολύ τον ήχο τους, αλλά εδώ δεν μιλάμε μόνο για αυτό. Για την ακρίβεια πρόκειται για την αισθαντικότητα και την γοητεία της συνθετικής γραφής τους η οποία καθώς συναντά την αρκετή πλέον εμπειρία τους ως μπάντα, παράγει μικρά θαύματα. Τι να γράψεις για το ας πούμε ρεφρέν του “1777” που σε αφήνει αποσβολωμένο. Για την ευστοχία των λεπτομερειών του δίσκου, για την μετέωρη ευθύτητα των σκληρών στιγμών που θυμίζουν Year Of No Light σε πιο μαζεμένο και sludge ύφος. Τέλος τι να γραφτεί για την λικνιζόμενη ομώνυμη σύνθεση που κλείνει την ακρόαση μας και έχει την άσφαλτη Chelsea Wolfe στο μικρόφωνο. Σίγουρα το να αναφέρεις το Animals των Pink Floyd ως βασική επιρροή του δίσκου, είναι μάλλον προτέρημα, αλλά ο ίδιος ο πλούτος του Memorial είναι αυτόφωτος.

 

 

Afformance – Affection (name your price)

 

afformance.affection.againstthesilence

 

Σαν να μην έφτανε το φετινό τους ep, οι φορμαρισμένοι Αθηναίοι επέλεξαν να κυκλοφορήσουν μια συλλογή με ακυκλοφόρητα τους κομμάτια και remix τα οποία καλύπτουν ολόκληρη την δημιουργική τους περίοδο ως μπάντα. Μια κίνηση που σπανίζει στην ημεδαπή μουσική πραγματικότητα όπου η κάθε κυκλοφορία μιας και μόνο δουλειάς απαιτεί ιώβεια υπομονή και λεόντεια δύναμη. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. καθώς η μπάντα πετυχαίνει το ακόμη πιο σπάνιο να κερδίσει την απόλυτη σχεδόν συνοχή μέσω ενός υλικού που βγήκε ως ιδέα σε διαφορετικές περιόδους. Ακούγοντας το Affection κάλλιστα το θεωρείς ως μια σοδειά νέου τους υλικού. Αποφεύγοντας για άλλη μια φορά τα κακώς κείμενα της εγχώριας παραγωγής σε θέματα ήχου, βάζουν αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία σε ορισμένες τους συνθέσεις θυμίζοντας λίγο τους Misuse στο April. Σε αυτό βοηθάνε και τα remix πάνω σε συνθέσεις του πρόσφατου ep τους που υπάρχουν εδώ. Με όλα αυτά, πάλι φτάνουν σε ένα γλυκό post που το ατού του είναι η ουσιαστική μελωδικότητα του και οι μικρές εκπλήξεις που επιφυλάσσει όπως το μοναδικό κομμάτι με στίχους ή το θορυβώδες και καταλυτικό φινάλε.

 

 

Caspian – Hymn For The Greatest Generation (triple crown records)

 

caspian-hymn-for-the-greatest-generation-againstthesilence

 

Η ταχύτητα των γεγονότων και των αποριών που γεννιούνται από αυτά είναι τέτοια που πάλι ακολουθούμε την συγκεκριμένη μπάντα από πίσω. Πρώτον, πως αποφάσισαν να βγουν για περιοδεία ακριβώς αμέσως μετά τον θάνατο του νεαρού μπασίστα τους; Δεύτερον, τι δουλειά έχουν να σαπορτάρουν τους HIM; Τρίτον, πως έτυχε να παίζουν ξανά στα ευρωπαϊκά εδάφη με τους Defeater που δεν ταιριάζουν στον ήχο, δείχνοντας ίσως τον δρόμο που μας επιφυλάσσουν οι συνεργασίες του μέλλοντος;

Με αυτά τα περίεργα ερωτήματα βέβαια θα ξεχάσουμε την νέα τους κυκλοφορία που αποτελείται από τρεις νέες συνθέσεις, ένα demo και δυο remix από το περσινό τους δίσκο. Τα νέα κομμάτια δεν αποτελούν απολειφάδια από το παρελθόν αλλά είναι εντελώς φρέσκα βγάζοντας κάτι ίσως περισσότερο λυρικό από ότι η μπάντα μας έχει συνηθίσει. Μεγάλη θετική έκπληξη είναι το δεύτερο κομμάτι εδώ, το “The Heart That Feeds”, το οποίο έχει αυτό το midtempo μελωδικό σφάξιμο που προσωπικά δεν θυμάμαι να το συνάντησα στο τελευταίο τους δίσκο. Το ομώνυμο τραγούδι ξεκινά διακριτικά και στην συνέχεια απλώνεται παντού στον χώρο, το ακουστικό τρίτο κομμάτι είναι φόρος τιμής στον εκλιπόντα μπασίστα τους, το demo έχει ενδιαφέρον με τον θόρυβο που κουβαλά και τα remix μάλλον φαντάζουν ανούσια. Για άλλη μια φορά, αποδεικνύουν πάντως πότε να δίνουν ένταση στο ύφος τους και πότε να κουλουριάζονται υπηρετώντας την πρωταρχική (αλλά όχι μοναδική) αποστολή της μουσικής που είναι να ευφραίνει ότι έχουμε μέσα μας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης