Πριν από λίγο καιρό σε ένα σύντομο διάλογο που είχα με δύο άτομα σε μια συναυλία ξεστόμισα αυθόρμητα μια ατάκα που ακολούθησε την γνωστή πορεία : α. Τι μπαρούφα είπα πάλι β. Τελικά κάτι σημαντικό κρύβεται ανάμεσα στις λέξεις της. Μετά από την εμπειρία των δύο πρόσφατων συναυλιών στην οποία θα αναφερθώ στις επόμενες παραγράφους η σημασία της ατάκας λαμβάνει τέτοιο μέγεθος που φτάνει να γεννήσει προβληματισμούς και για τις μετέπειτα βραδιές που θα ακολουθήσουν. Τόση σημασία που ξέχασα να αναφέρω την ίδια την ατάκα! Πήγαινε κάπως σαν «Τελικά σε κάθε λάιβ είναι σαν να ξέρουμε από τα πριν ποιο κόσμο θα συναντήσουμε».
Σε ενα γενικό πλαίσιο αυτή η φράση μπορεί να ακούγεται κοινότοπη. Προφανώς οι γνωριμίες κάθε ατόμου είναι συγκεκριμένες και γνωρίζει τα γούστα τους ώστε να ξέρει από τα πριν ποια θα δει και ποια όχι εκεί που θα πάει. Μήπως, όμως, αυτό το γεγονός έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που την εποχή που ενώ έχουν χαθεί οι μουσικές φυλές, έχουν πέσει τα στεγανά των μουσικών ειδών και με το Διαδίκτυο όλοι μπορούμε να τα ακούμε όλα, να περιχαρακωνόμαστε όλο και περισσότερο στα παραδόξως στενά γούστα μας; Μήπως η ίδια η μουσική σήμερα και ο τρόπος που αυτή μας μεταδίδεται μπαίνει (και μπαίνουμε κι εμείς) σε καλούπια με τα οποία εκλείπει η περιπέτεια των ακουσμάτων, η δοκιμή ενός άγνωστου φρούτου και η περιπλάνηση σε άγνωστα μονοπάτια που θα φέρουν νέες απολάυσεις και εμπειρίες;
Για παράδειγμα, όχι πως συγγενεύουν οι The Underground Youth με την Laura Jane Grace, αλλά δεν είναι και τόσο μακρινά μεταξύ τους ακούσματα ώστε να πάει στις αντίστοιχες συναυλίες εντελώς διαφορετικός κόσμος (αισθητικά και ηλικιακά). Ίσως σε ένα περιβάλλον που θα γινόντουσαν λιγότερα λάιβ να υπήρχε η διάθεση να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο από περιέργεια. Ίσως μέσα μας να κηνυγάμε τα σίγουρα περιχαρακωμένοι σε κουτάκια καταναλωτών που το ίδιο το μάρκετινγκ στοχεύει και εν τέλει πετυχαίνει να τραβήξει εκεί που μόνο αυτό θέλει. Φτάνουμε, λοιπόν, στο σημείο λίγο πριν τον τελικό κορεσμό (βλ. φούσκα που κάποια στιγμή θα σκάσει) να χάνουμε όντως σημαντικά λάιβ και να βάζουμε στην κατηγορία των συναυλιών που άλλαξαν την ζωή μας μόνο αυτές που είδαμε έφηβοι ή παιδιά.
Το πρώτο παράδειγμα που είδαμε στο Arch Club σε όλη του την στεντόρεια μορφή είναι οι The Underground Youth. Μια μπάντα που έχει χτίσει στα μέρη μας ένα συγκεκριμένο και πιστό κοινό, περιέργως άγνωστη έξω από τα όρια του (πως να γίνει πιο γνωστή όταν δεν υπάρχουν κανονικά ραδιόφωνα και ευρεία μουσικά μέσα που να στηρίζουν την κιθαριστική μουσική;) και η οποία έρχεται αρκετά συχνά στα μέρη μας για συναυλίες. Τόσο συχνά που κανονικά θα έπαιζε μια κούραση να τραβηχτούμε την δεύτερη μέρα του αθηναϊκού διημέρου (μέρος της ελληνικής μίνι τουρ) στα σκοτεινά όρια της πόλης για να την δούμε πάλι μετά από δύο χρόνια, αλλά το ένστικτο μας ευτυχώς δεν λάθεψε. Πριν φτάσουμε στο ένστικτο αυτό, έπαιξαν οι ημεδαποί Dalene που ακούστηκαν με αυτό το indie pop μιας άλλης εποχής πολύ δεμένοι σε όσα λίγα κομμάτια πρόλαβα να ακούσω (όχι, δεν είχε κίνηση στο δρόμο για να πω ότι άργησα λόγω αυτής, απλώς μην πίνετε παιδιά τσίπουρα οποιαδήποτε ώρα της ημέρας πριν από μιαν συναυλία, δεν θα πάει καλά ο προγραμματισμός μετά!). Ύστερα η YZOULA από την Γαλλία προσπάθησε να φέρει μια νοσταλγία από παλιές εποχές αναδεικνύοντας ένα στοιχείο που υπάρχει όντως και στη μουσική των TUY, αλλά τα φτωχά της μέσα, καθώς και οι διασκευές σε ελληνικά παμπάλαια τραγούδια δεν κατάφεραν και πολλά.

Το κύριο όνομα της βραδιάς, όμως, τα κατάφερε τέλεια! Με έναν ενθουσιασμό που είναι λογικό να νιώθουν αντικρύζοντας ένα γεμάτο συναυλιακό χώρο (ευτυχώς όχι σολντ άουτ όπως πρόπερσι) μπόρεσαν από τα πρώτα τραγούδια τους να επιβάλλουν την υποβλητική τους ατμόσφαιρα, αυτήν την μίξη σκοταδιού, ξεσπασμάτων, ταξιδιάρικης μελωδικότητας και νυχτερινού ρυθμού. Αν υπάρχει, δε, μόνο μια μπάντα που της πάει να προβάλλονται συνεχώς σκηνές από ασπρόμαυρες ταινίες σε ένα μεγάλο πανί πίσω της ενώ αυτή παίζει ζωντανά, αυτή είναι η συγκεκριμένη. Μάλιστα κι ενώ οι σκηνές από ιταλικό ρεαλισμό, νουβέλ βαγκ κλπ παίζουν υποτίθεται χωρίς προκαθορισμένο ρυθμό, πέφτουν μερικές με ακρίβεια πάνω στα κύματα της μουσικής που (τελικά όχι μόνο) συνοδεύουν. Αυτά τα κύματα διέρκησαν πάνω από μιάμιση ώρα με έναν αψεγαδιαστο ήχο, με το encore, το κατέβασμα από τη σκηνή του ερμηνευτή των τραγουδιών στο “The Death Of The Author” και γενικά με μια ζέση που πιθανόν να μην ξέραμε ότι χρειαζόμασταν τόσο.
Ιδιαιτέρως θερμή ήταν και η άλλη βραδιά στο ΙΛΙΟΝ PLUS (διοργανωμένη από το Plissken) στην οποία έπεσαν τα φώτα του μήνα. Αν δεν κάνω λάθος είχε καιρό να πραγματοποιηθεί μια punk συναυλία ξένου ονόματος, καθώς αυτές συνηθίζονται όταν ανοίξει ο καιρός και σκάνε οι καλοκαιρινές περιοδείες και τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Εδώ βέβαια δεν έχουμε ένα απλό όνομα, αλλά την Laura Jane Grace, ψυχή των Against Me! Η οποία πλέον έχει φτιάξει ένα προσωπικό σχήμα με δύο «δικούς μας» συμπαίκτες, αμφότερα μέλη των Despite Everything και Blame Kandinsky! Προσπερνάω τα κονέ με τη Στέγη που δεν είναι να τα συζητήσουμε επί του παρόντος, πόσο μάλλον όταν στους στίχους της δημιουργού πάντα υπάρχει μια πολιτικοποιημένη και έξυπνα κοινωνική θεματολογία και σημειώνω ότι πλέον μιλάμε για μια «δική» μας μουσικό, ασχέτως της υπερβολής που μπορεί να περιέχει αυτό το συμπέρασμα! Κοινώς, τρεις μέρες πρόβας στην Αθήνα αρκούν τελικά για να ξεκινήσουν την περιοδεία τους με έναν πανηγυρικό και (το μαντέψατε) σολντ άουτ τρόπο.
Για κατάλληλο ζέσταμα είχαμε τους Bandage που ταίριαζαν αρκετά στο όλο κλίμα και έπαιξαν άρτια. Μόνη μου ένσταση είναι το κοινό ηχητικό μοτίβο όλων των συνθέσεων τους που μου θύμισε Samiam, No Use For A Name και διάφορα άλλα σχήματα του ένδοξου punk rock παρελθόντος (και τονίζω τη λέξη παρελθόντος).
Από την άλλη η LJG με την μπάντα της έριξε φευγαλέες, αλλά καίριες ματιές στο παρελθόν της, καθώς το ρεπερτόριο βασίστηκε ελαφρώς στο τελευταίο καλούτσικο άλμπουμ της. Ορθά έπραξε μιας και τα λιτά νέα της τραγούδια ταιριάζουν για να δίνουν έναν ενθουσιώδη τόνο στην εκάστοτε συναυλία και σε τελική ανάλυση δικά της είναι τα τραγούδια και δεν θα δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Η υποδοχή, εντωμεταξύ, από τον κόσμο θύμιζε υποδοχή «δικιάς μας» μπάντας και η συμμετοχή δύο φίλων γυναικών στα φωνητικά σε αρκετά κομμάτια μεσούσης του σετ έκανε ακόμα πιο έντονη αυτή την αίσθηση. Στο κέντρο, βέβαια, παρέμενε η τραγουδίστρια, κιθαρίστρια και στιχουργός που μετέδιδε μια απίστευτη ενέργεια και μια γλυκιά νοσταλγία τραγουδώντας τα “Pints Of Guinness Make You Strong” και “Sink, Florida, Sink”, ύμνους μιας εποχής που έχουν κλείσει πάνω από δύο δεκαετίες αθάνατης ζωής. Πότε είπαμε ότι ξαναπαίζει στην Αθήνα;!

Επιστρέφουμε, λοιπόν, στο αρχικό μας ερώτημα προσθέτοντας κι άλλο. Μήπως η μη σύνδεση των συναυλιών και η μη καταγραφή τους κάπου είναι αιτία και ταυτόχρονα αποτέλεσμα της διαδικασίας που περιέγραψα πριν; Γιατί τυγχάνει να συμβαίνουν όμορφες συναυλίες, όπως αυτές που περιέγραψα πριν και να περνάνε χωρίς να ακουμπούν κάπου. Υπερβολή; Εδώ και κάποιες βδομάδες ψάχνω να βρω πώς ήταν η συναυλία των Wavves και δεν βρίσκω τίποτα. Κάπως σαν η αντιστροφή των συναυλιών που ακυρώνονται και δεν υπάρχει ενημέρωση από τα πριν, φαινόμενο που συμβαίνει συχνά. Πάντως, όπως θα δείτε και στο αυριανό καλεντάρι με τις συναυλίες του μήνα, έχουμε ακόμα πολλά βράδια για να προσθέσουμε κι άλλα ερωτήματα ως προς αυτό το φαινόμενο των πολλών και ενδιαφέροντων συναυλιών το οποίο έχει πολλές προεκτάσεις. Ή μήπως δεν έχει;
… And we sink, and we drown
And what is lost can never be found
Well these arms did swim until the lungs pulled in
The panic was lost in a deep understanding
That you will see what is wrong with everything
What is wrong with you and me
They make all the right reasons to fuck it up
You’re gonna fuck it up
Μπάμπης Κολτράνης


