Defeater – Letters Home (bridge nine)

defeater.lettershome.againstthesilence

 

Οι Defeater συγκαταλέγονται στις σύγχρονες αμερικάνικες hardcore μπάντες που ανανέωσαν όχι μόνο τον ήχο αλλά και την αισθητική του είδους. Σταθεροί στην ιδέα του θεματικού album, βάζουν ένα έντονο λογοτεχνικό τόνο στις ιστορίες που αναπτύσσουν, με έντονη σκοτεινή απόχρωση και εστιάζοντας σε σχέσεις οικογενειακές ή φιλικές. Μια εκφρασμένη κατήφεια και οργή που όμως περικλείει το αποτίναγμα της, λυτρωτικό ή μη.

Με τον ολόφρεσκο δίσκο τους φτάνουμε αισίως στο τρίτο τους κανονικό δίσκο και όπως είναι λογικό, το έργο της μπάντας να μην ξεφύγει από τρόπο που γράφει αλλά και να βγάλει κάτι το νέο, γίνεται ακόμη δυσκολότερο από ότι ήταν στον προηγούμενο δίσκο της. Δεν ξέρω κατά πόσο τους επηρέασε η όλη ιστορία με την αρνητική υποδοχή που είχαν κυρίως στην Ευρώπη λόγω της στήριξης που προσέφεραν στους Αμερικάνους Στρατιώτες με μια ειδικά για αυτούς τυπωμένη μπλούζα της μπάντας (βοστωνέζικη hc σύγχιση γαρ), αλλά είναι η πρώτη φορά που ακούγοντας τους νιώθεις πως κάπου επαναλαμβάνονται.

Βασικά εδώ η ιστορία του δίσκου δεν απεικονίζει εικόνες που συνεπαίρνουν και οι οποίες απλώνονται σε μια ευφάνταστη πλοκή, αλλά πιο πολύ θυμίζουν διάσπαρτα οργισμένα γραπτά δυο όχι πια φίλων. Δυστυχώς σε καμία στιγμή δεν έχουμε εκείνους τους στίχους του ντεμπούτου τους όπου όσο τους διαβάζεις, τόσο πιο πολύ κόλλαγες με την μουσική.

Ως προς το μουσικό, ναι μεν έχουμε αλλαγή drummer, αλλά όλα τα άλλα παραμένουν ίδια, με την δομή του δίσκου να παραπέμπει στο ντεμπούτο τους και την β’ πλευρά να θυμίζει τις εναλλαγές μελωδικού-σκληρού ήχου που εφάρμοσαν με απόλυτη συνθετική επιτυχία στο Empty Days And Sleeples Nights. Λείπουν όμως τα ακουστικά κομμάτια που είχαν κλέψει την παράσταση στο προαναφερόμενο δίσκο, λόγω ίσως της αφοσίωσης αυτής της πλευράς του τραγουδιστή Derek στο προσωπικό του σχήμα Alcoa.

Πάντως για κάποιον-α που τους ακούει πρώτη φορά, μόνο μέτριος δεν φαντάζει ο δίσκος, έχοντας ενδιαφέροντες ρυθμούς, μια ενεργητική ροή και τρία ιδιαίτερου κάλλους τραγούδια κατά μήκος του (“Bastards”, “No Relief”, “Dead Set”). Απλά όταν έχεις ανατριχιάσει με τις προηγούμενες δουλειές τους, οι απαιτήσεις γίνονται μεγαλύτερες και περιμένεις για παράδειγμα το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο με το βαρύ αργό ρυθμό, να μην κυλά αμήχανα αλλά να απογειώνει όσα για μισή περίπου ώρα εξιστορούνται, όπως το “Cowardice” στο Travels. Μήπως ο βασικός στίχος έπρεπε να είναι “And still all you see is that bastard in me” αντί για το “And still all I see…”, ώστε να ανοιγόταν το θέμα πέρα από μαστιγωτικές αυτοκριτικές;

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.