Caspian – Waking Season (triple crown records)

Πως ορίζεται ένα «ποιοτικό» album; Είναι η πρωτοποριακότητα που κουβαλά, η εύηχη ροή του, ορισμένα άψογα κομμάτια που διαθέτει ή η όλη ατμόσφαιρα που το διαπνέει; Ο Walter Benjamin γράφοντας γενικότερα για την τέχνη είχε αναπτύξει «…την έννοια της Aura – της αίγλης του γνήσιου έργου τέχνης – … η οποία αναπροβάλλει μες στο παρόν και μας προσφέρει το παρελθόν του έργου, εξασφαλίζει τη διαχρονική μοναδικότητα του, που για να γίνει αποδεκτή απαιτεί τη συγκέντρωση μας.»

Θα ήταν βιαστικό το συμπέρασμα πως ο εύστοχος αυτός ορισμός πληρεί στον μέγιστο βαθμό την σκιαγράφηση του τρίτου δίσκου των Αμερικάνων  Caspian, αλλά σίγουρα τα 57 λεπτά του διαθέτουν μια ιδιαίτερη ακτινοβολία που συναντάται ολοένα και σπανιότερα στον χώρο του ορχηστρικού rock. Επίσης για να εμπεδωθεί το κλίμα του το οποίο δεν αποκόπτεται ριζικά από τις δημιουργίες που το προϋπάντησαν, οφείλουμε να δώσουμε την μέγιστη προσοχή. Όχι ως μια περισπούδαστη μελέτη πάνω σε ένα φαινομενικά δυσνόητο έργο, αλλά ως τον μοναδικό τρόπο ώστε να μην προσπεραστεί βιαστικά το υλικό ως κοινότυπο δείγμα του είδους.

Είναι αλήθεια πως αν ακουστούν τα κομμάτια του δίσκου αυτού κάτω από μια συγκεκριμένη ένταση ή καθαρότητα (βλ. καταραμένο youtube και 128 το νούμερο του διαβόλου), χάνεται η μαγεία που τεντώνει την ραχοκοκκαλιά κάθε σύνθεσης. Ως προς το θέμα της ανάπτυξης μιας ιδέας, η μπάντα είναι πιο μεστή από ποτέ, με εισαγωγικές ιδέες να ενσωματώνονται άριστα σε στιβαρές συνθέσεις, πχ “Porcellous”, και τα μοναδικά πέντε λεπτά που απλώνεται μια σχεδόν ambient σιωπή, να πλαισιώνουν ιδανικά τις ήπιες και δυνατές στιγμές του δίσκου.

Οι ίδιοι εξέφρασαν την άποψη πως ο καθένας και η καθεμία θα βρει κάτι στο Waking Season που θα του κάνει κλικ. Όντως υπάρχουν mid tempo κομμάτια που ισχνά θυμίζουν Mogwai, βλ. “Long The Desert Mile”, φωνητικά τα οποία δεν προεξέχουν καθορίζοντας την ταυτότητα ενός τραγουδιού, βλ. “Gone In Bloom And Bough”, ηλεκτρονικά βοηθήματα, βλ. “Halls Of Summer” και τέλος σχεδόν μεταλλικά-επικά μέρη όπως συναντάμε στο “Fire Made Flesh”. Στεκόμενοι στο τελευταίο αυτό σημείο-κομμάτι, που άλλωστε κλείνει τον δίσκο, δικαίως η μπάντα είχε κατηγορηθεί πως έβγαζε ανά στιγμές μια συγκεχυμένη μεταλλική πλευρά, αλλά εδώ το μοναδικό προαναφερόμενο μοναδικό άγριο κομμάτι του δίσκου, κινείται έξυπνα γνωρίζοντας που να τοποθετήσει τις κιθαριστικές του εκρήξεις.

Σίγουρα στο album αυτό δεν συναντάμε κάποιο είδος νεωτερισμού, όμως αναμφισβήτητα αποτελεί την πιο ώριμη δημιουργία του σχήματος, εναρμονισμένη στα υψηλά επίπεδα των δυο πρότερων κυκλοφοριών τους. Ως ήχος, επικεντρωμένοι στο post rock και αφήνοντας τις alternative ή πιο σκληρές φόρμες της προηγούμενης πορείας τους, πλέον ορθώνεται ευδιάκριτα κάνοντας τους να ξεχωρίζουν ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συγκροτήματα της γενιάς τους.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s