Lab Rat XL – Function – Regis

“Όχι άλλη νοσταλγία”, είπε μια φωνή στο βάθος. Πήγε να αναλύσει την άποψή της, αλλά ο χρόνος την ταλάνισε με το άγχος που τον διατρέχει, κι εκεί που πήγε μια άγνωστη αντίρροπη δύναμη να την κρατήσει πίσω, αυτή ακινητοποιήθηκε κινούμενη στο τώρα. “Ναι, αλλά τι γίνεται με το μέρος που ξεκινήσαμε τα πρώτα μας βήματα στο οπουδήποτε;”. Άλλη φωνή αυτή, με χροιά παιδική. Πάει κι αυτή ως χαμένη ηχώ να καλέσει το παρόν να την περισώσει από το πέρασμα της σκόνης. Το τώρα είναι το νερό που ζει την κάθε ρίζα.

Φρεσκάδα, λοιπόν, κι αν υπάρχει ακόμη μια μουσική που, οπλισμένη από τη συνεχή τεχνολογική πρόοδο, όλο και βγάζει ενδιαφέρον νέο υλικό, αυτή είναι η techno. Σε άνθιση βρίσκεται λοιπόν αυτή η ξερή, σκοτεινή και χορευτική μουσική, με πληθώρα νέων ονομάτων, label και πάρτι ακόμη και στα μέρη μας (θέμα που θα μας απασχολήσει σε μελλοντικό κείμενο). Υπάρχει όμως περίεργη τάση επανακυκλοφορίας παλιών κιταπιών της μουσικής αυτής, η οποία φαντάζει παράταιρη. Αφού αυτή η μουσική συνεχώς προχωρά, ποιος ο λόγος να γυρνάμε προς τα πίσω; Τις απαντήσεις θα προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε μέσω τριών “νέων” κυκλοφοριών.

 

Lab Rat XL – Mice Or Cyborg (clone)

Όπως ψαχνόμαστε στη μουσική, αργά ή γρήγορα θα περάσουμε και θα καταλήξουμε σε κοινά ονόματα, παρά τα πολυποίκιλα γούστα μας. Στην περίπτωση, λοιπόν, που κάνεις ένα πέρασμα από την electro, techno ή idm μουσική, δεν γίνεται να μη συμπεριλάβεις τους Drexciya στα βασικά σου ακούσματα. Η 2ης γενιάς του Detroit συγκεκριμένη μπάντα, η οποία αποτελούνταν από τον James Stinson που δεν ζει πια και τον Gerald Carroll Donald, πάτησε βεβαίως πάνω στους Kraftwerk , αλλά προχώρησε στα βάθη μιας θάλασσας γεμάτης πολύτιμα μουσικά μαργαριτάρια και συναίσθημα. Ένα από αυτά τα μαργαριτάρια δεν φέρει τη σφραγίδα της μπάντας, μιας και οι συγκεκριμένοι είχαν πολλά side project, αλλά μοναχά του James Stinson με το όνομα Lab Rat XL. Μια εξάδα άτιτλων κομματιών συμπληρώνουν ένα σύντομο αλλά συνεκτικό άλμπουμ, το οποίο ναι μεν βγήκε το 2003, αλλά ακούγοντας το νομίζεις ότι την ίδια στιγμή που θα μπορούσε να ’ναι σύγχρονο, θα μπορούσε άνετα να έχει βγει το 1993 (για να μην πω και παλαιότερα). Αν μάλιστα τα τρία τελευταία κομμάτια του δίσκου ήταν ισάξια των πρώτων, θα μίλαγα για έναν κλασικό δίσκο, αλλά και πάλι είναι τέτοια η εγκεφαλικότητα και συνάμα η αμεσότητα του υλικού που το αναδεικνύει σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της παρακαταθήκης των Drexciya.

 

 

Function – Recompiled I-II (ostgut ton)

Το παρελθόν είναι για να σβήνεται, αλλά όχι για να χάνεται, εφόσον το αξίζει. Για αυτό εξάλλου υπάρχουν και τα μαγικά ραβδάκια, για να κάνουν να επανεμφανίζονται μέρη του ως μικρά θαύματα με σάρκα και οστά. Αυτό έπραξε ο Νεοϋορκέζος David Summer/Function, ο οποίος ανέσυρε επιλεγμένο υλικό από την όλη πορεία του. Υλικό σχεδόν καθολικά εξαντλημένο στη φυσική του μορφή, το οποίο συνδυάζει όλους τους χρόνους χωρίς να είναι άχρονο, αλλά σύγχρονο. Αστεροσκοπικές ατμόσφαιρες, έντονοι ρυθμοί σκιών σε σκοτάδια, μια μίνιμαλ διάθεση του χτες με τον πλούτο του ήχου σήμερα αποτυπώνεται σε δύο ώρες δύο διπλών δίσκων που καλύπτουν μια πορεία δύο περίπου γεμάτων μουσικά δεκαετιών. Προσωπικά αρκετά κομμάτια που βρίσκονται εδώ τα αγνοούσα και ακούγοντας τα ένιωσα όλο το συναίσθημα που κρύβει αυτό το σπουδαίο κεφάλαιο για την techno μουσική. Περαιτέρω σχόλια περιττεύουν!

 

 

Regis – Live In N.Y.C. (cititrax)

Μπορεί οι Cabaret Voltaire να υποστήριζαν ότι ο τόπος της καταγωγής τους δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της μουσικής τους ταυτότητας (βλ. Σέφιλντ), αλλά πιθανόν ο Regis (Karl O’ Connor) να διαφωνεί κάθετα μαζί τους. Ο ίδιος μάλιστα ποτέ δεν αρνήθηκε τον όρο “ήχος του Μπίρμινχαμ”, τον οποίο καθόρισε με τη συμβολή του από τα ’90’s μέχρι και σήμερα. Η χιλιομετρική απόσταση των δύο προαναφερθεισών πόλεων δεν επιτρέπει πολλές διαφορές πάντως πάνω σε μια μουντή αντίληψη για τα πράγματα. Βέβαια, ο Regis έχει ως βάση το techno, και αυτό αποδεικνύεται από τις κυκλοφορίες παλαιότερού του υλικού, όπως κι αυτή εδώ. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου του Gymnastics, το οποίο μάλιστα επανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μορφή, πραγματοποίησε μια εμφάνιση στη Νέα Υόρκη στις 4.1.97 και κάποια ψυχή είχε τη φαεινή ιδέα να ηχογραφήσει το σετ, το οποίο ακούγεται σαν ένα μήνυμα από έναν ξερό πλανήτη που πέρασε ξυστά από τη Γη και εξαφανίστηκε πάλι στο επέκεινα. Αν έχετε γνώση του πρόσφατου υλικού του Regis, πιθανόν να ξαφνιαστείτε με την αγριότητα του πρωτόλειου έργου του, το οποίο αναπαρίσταται συνοπτικά και με ιδανικό τρόπο εδώ. Κατά την ταπεινή μου άποψη, ο συγκεκριμένος ήχος έχει περάσει ανεπιστρεπτί και έχει μόνο αρχειακή αξία η μελέτη του, αλλά είναι γεγονός ότι σε αυτό βρίσκουμε αγνά ψήγματα μιας περιόδου που καθόρισε τη σύγχρονη techno και αποτέλεσε μια συνιστώσα της απίστευτης ακμής που γνώρισε η ηλεκτρονική μουσική εκείνη τη δεκαετία.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Svreca – Oscar Mulero – Exium

Στον παγκόσμιο χάρτη της techno μουσικής, εκτός από την Μύκονο της Ισπανίας, την Ibiza, δεν υπάρχουν πολλά που να κεντρίζουν με μια πρόχειρη ματιά το ενδιαφέρον κοιτώντας αυτά που συμβαίνουν στην Ιβηρική χερσόνησο. Σε αντίθεση με την φήμη άλλως περιοχών και πιο συγκεκριμένα άλλων μητροπόλεων, εδώ ούτε πανίσχυρα clubs, ούτε ίχνη παλαιών δοξασμένων rave εποχών δεσπόζουν ως φετίχ ή ως εμπορεύσιμη πραγματικότητα.

Κι όμως, υπάρχει ένας όχι και τόσο υπόγειος κόσμος όπου εν μέσω ηλιοφάνειας και μεσογειακής ευεξίας, βγάζει μερικές φορές πολύ πιο ενδιαφέροντα ακούσματα από ότι οι φημισμένες σκηνές του Βερολίνου ή του Λονδίνου. Είναι αυτή η αντίθεση του φωτός με την σκοτεινή αλλά άκρως χορευτική μουσική που δίνει αυτόν τον ξεχωριστό τόνο σε αυτό που αμυδρά ακόμη αναφέρεται ως ισπανικό techno. Μην ξεχνάμε πως ο ρυθμός αυτής της μουσικής ακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς, οπότε ίσως η παραπομπή με την εντοπιότητα και το ταμπεραμέντο που διαθέτει, να μην είναι τόσο άστοχη.

Svreca – Vilna/Hagagatan (semantica records)

Αν ήταν να διαλέξουμε ότι πιο σοφιστικέ βγαίνει σήμερα στο είδος αυτό, ίσως επιλέγαμε τον κατάλογο της σημαντικότατης Semantica. Ιθύνων νους αυτής ο Μαδριλένος Svreca ο οποίος έχει έρωτα με την σκοτεινή techno, την αφηρημένη electronica και τις δεκάιντσες κυκλοφορίες. Ίχνη από industrial και gothic πλαισιώνονται από ότι πιο ωμό έχει βγει στο είδος τις τελευταίες δεκαετίες, με το αποτέλεσμα συχνά να εντυπωσιάζει.

Στην τελευταία κυκλοφορία του label συναντάμε τον Svreca με δυο κομμάτια που ισοπεδώνουν κάθε αμφιβολία για το τί σημαίνει ένα techno άσμα που κινεί εγκέφαλο και σώμα ταυτόχρονα. Ειδικά η κατακλυσμιαία εκδοχή του Orph στο Vilna που είναι στην πρώτη πλευρά, κεντρίζει με μιας την προσοχή και την θετική έκπληξη μας με το παρατεταμένο χτίσιμο οξέων δυναμικών .

 

 

Oscar Mulero – Black Propaganda (warm up recordings)

Σαν να βιάστηκε ο συγκεκριμένος να κεφαλαιοποιήσει την αναγνώριση που γνωρίζει τον τελευταίο καιρό. Μόλις ένα χρόνο από το εξαιρετικό Grey Fades To Green, επιστρέφει με νέο δίσκο ο οποίος διακατέχεται από έντονα «γερμανικά» στοιχεία. Έχουμε αναφερθεί ξανά στην επιρροή που ασκεί το Βερολίνο και τα μεγάλα clubs του στην σύγχρονη techno, αλλά το ζήτημα παραμένει αν όλη αυτή η καταχθόνια-στεγνή μουσική φαντάζει πλέον επιτηδευμένη και ανούσια.

Ακούγοντας το Black Propaganda αισθάνεσαι την μορφή να υπερνικά το περιεχόμενο, καθώς όλα είναι στημένα για να αποτελούν το υπόβαθρο μιας μακριάς νύχτας σε κάποιο υπερτιμημένο ντεμέκ underground club. Δύσκολο να ταιριάξει κάπου αλλού η ακρόαση του δίσκου παρόλο που ο δημιουργός του ουκ ολίγες φορές έχει πετύχει να βρει με τις δουλειές του την χρυσή ισορροπία μεταξύ εγκεφαλικότητας και χορευτικότητας. Σαφώς υπάρχουν οι στιγμές όπου αυτό που ασκεί ο Mulero βγάζει μια εκλεκτική ενέργεια αλλά όταν ο πήχης των απαιτήσεων είναι υψηλός, δεν μπορείς να αρκεστείς απλά σε ένα συμπαθητικό σύνολο laptop techno ασκήσεων.

 

 

Exium – Pulser (nheoma)

Το ντουέτο αυτό με καταγωγή τις Αστούριες αποτελείται από τους Valentin Corujo και Hector Sandoval. Όπως κάθε όνομα του χώρου με υποτυπώδη προνοητικότητα και επιχειρηματικές αγωνίες, έτσι και αυτοί έχουν ιδρύσει το δικό τους δισκογραφικό label από το 2004.

Η τελευταία τους κυκλοφορία στην Nheoma αποτελεί ένα τυπικό δείγμα απλής techno που αποσκοπεί αποκλειστικά στην πίστα. Βρίσκουμε τρία κομμάτια που μας δίνουν ιδανικά την ευκαιρία να γνωρίσουμε αυτό το σκοτεινό και ευθυτενές ήχο των Evium ο οποίος μπορεί να μην διεκδικεί δάφνες πρωτοποριακότητας  αλλά τουλάχιστον είναι ειλικρινές ως προς τις προθέσεις του και επίσης αρκούντως ξεσηκωτικός.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης