Arca – Self-titled (XL Recordings)

 Όλα ξεκινούν με ένα μουρμουρητό ενός αγνώστου μέσα στην ακόμη πιο άγνωστη νύχτα. Τα βήματα του σχεδόν δεν ακούγονται στον έρημο δρόμο και τα κίτρινα φώτα αδυνατούν να φανερώσουν το πρόσωπο του. Το μουρμουρητό γίνεται τραγούδι σε μια σαρκώδη γλώσσα. Κάθε σκέψη του ξένου γίνεται στίχος, διαπερνά το σώμα και διαφεύγει στο βάθος της νύχτας.

 Η φωνή κινείται ολοένα και με μεγαλύτερο ρίσκο μπρος στο οριστικό γκρέμισμα της. Ένας ρυθμός την ζώνει για να κρατήσει την πνοή των στίχων όρθια. Αυτή βαδίζοντας μόνη συναντά φωτισμένα παράθυρα, κρυμμένα είδωλα, άγνωστες ιστορίες, κλειδωμένες πόρτες, βιαστικά ζευγάρια στο πεζοδρόμιο, νυσταγμένα άπαντα σε μια πόλη σε παύση. Η φωνή γίνεται μουσική και όλα αυτά τα ενσωματώνει. Φτύνει ιδιότυπες μηχανικές κραυγές από τα βάθη μιας χαλκόδετης καρδιάς με συνοδεία μοναχικών πιάνων που επαναστάτησαν εναντίον της τελευταίας πρόβας πριν την πρεμιέρα. Ποια πύλη άνοιξε για να βγουν όλα αυτά στη φόρα; Όσο κλείνεις τα μάτια, τόσο πιο κοντά πλησιάζεις στην κάθε απάντηση.

 Κι άλλη ερώτηση στην πορεία. Ποιο δάκρυ είναι αληθινό; Αυτό της νεκρής ανάμνησης ή εκείνο της ζωντανής μηχανής; Το μονοπάτι των ερωτήσεων από την άγνωστη φωνή στα σκοτάδια δεν έχει τέλος. Όλα στάδια αναπαλαίωσης εμπειριών και γκρεμίσματος θορύβων εντός. Όταν βγει το απαύγασμα τους ένα μικρό θαύμα θα έχει συντελεστεί.

 Η φωνή συνεχίζει να κινείται χωρίς σαφή κατεύθυνση με τις σειρήνες της νύχτας να την χαώνουν. Αλλάζει υφή ανάλογα με τη στενότητα των μονοπατιών. Προχωρά κι όμως αισθάνεται ότι παραμένει σταθερά στο ίδιο σημείο. Στο τέλος αυτό το σημείο είναι η κατάκτηση της και δεν μένει τίποτα άλλο παρά να σιωπήσει, καθώς η μουσική σβήνει ως φυσικός αντίλαλος της.

Μπάμπης Κολτράνης

Exploded View – Self-titled (sacred bones records)

explodedview.againstthesilence.com

 Αναζητώντας την κατάλληλη εισαγωγή για τη συγκεκριμένη κριτική, μετά από πολλές ακροάσεις του ντεμπούτου των E.V., αντιλαμβάνομαι ότι έχω απέναντι μου απλά ένα χυμώδη δίσκο. Αυτό όσο απλό ακούγεται, τόσο πιο δύσκολα περιγράφεται γιατί η ίδια η μουσική εδώ στηρίζεται στη συγγραφή ανορθόδοξων μελωδιών που στοχεύουν στον απόλυτο εθισμό. Γενικά συνδυάζονται αρκετά αταίριαστα στοιχεία με αποτέλεσμα το άκουσμα να είναι μυστήριο, ψυχεδελικό μα και απόλυτα εύστοχο.

 Ουσιαστικά μιλάμε για μια μεξικάνικη μπάντα που διευθύνει η Anika, η οποία ήδη έχει καταθέσει solo υλικό χάρις στη βοήθεια του Geoff Barrow. Όλα ξεκίνησαν στη συνάντηση της μαζί τους σε μια τουρνέ το 2014, όπου και οδηγήθηκε στη συγγραφή και ηχογράφηση με απλά μέσα ενός ολόκληρου δίσκου.

 Το κιθαριστικό αυτό σχήμα με τη φωνή της Anika να τα περιβάλλει όλα, αντιμετωπίζει κάθε σύνθεση με διαφορετική λογική και ταυτόχρονα έχει κατασταλάξει σε έναν ήχο, σήμα κατατεθέν όλου του άλμπουμ. Ο δίσκος από τη μια έχει ένα παλαιάς κοπής ύφος με μια βρωμιά στην παραγωγή και ένα σκοτεινό και ελαφρώς post-punk ύφος να το χαρακτηρίζει και την ίδια στιγμή ακούγεται απόλυτα σύγχρονος.

 Όλες οι συνθέσεις έχουν αυτό τον αέρα της πρώτης ιδέας που δεν χρειάστηκε πολλά για να ηχογραφηθεί και να φτάσει στον τελικό της προορισμό, οπότε είναι σαν να μπαίνουμε στο συννεφάκι της αυτούσιας έμπνευσης της μπάντας. Μιλώντας λοιπόν για έμπνευση φτάνουμε στα ιδία τα τραγούδια τα οποία ασχέτως παραγωγής, ύφους ή μουσικής οξύνοιας, δεν παύουν να καθορίζουν την ποιότητα τελικά κάθε δίσκου. Εδώ πραγματικά η μπάντα με φειδωλά μέσα αναδεικνύεται σε μια πραγματική αποκάλυψη. Κομμάτια όπως τα “One Too Many”, “No More Parties In The Attic”, “Gimme Something” κ.α. είναι τόσο εθιστικά και καλογραμμένα που θες να τα ακούς ξανά και ξανά. Κομμάτια που δεν μοιάζουν μεταξύ τους, σε διαφορετικά τέμπο και χρωματισμούς, τα οποία όμως αποκαλύπτουν σε κάθε ακρόαση τα δικά τους μυστικά.

 Τέλος θα ήθελα να καταλήξω στην όλη αισθητική πρόταση των E.V. που αποτυπώνεται στο πανέμορφο εξώφυλλο και βεβαίως στη φωνή της τραγουδίστριας η οποία συνδυάζει τη μελωδία με το σκοτάδι και την απόγνωση με τη δύναμη. Αν και η ορχηστρική μουσική έχει κατακλύσει τα προσωπικά μου γούστα, είναι περιπτώσεις σχημάτων με φωνή που με αφοπλίζουν με την πρώτη. Μια από αυτές είναι και οι E.V. με αυτόν το δίσκο.

Μπάμπης Κολτράνης

Minor Victories – Self-titled (Fat Possum Records)

minorvictories.againstthesilence.com

Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως supergroup η δημιουργία μιας μπάντας με μέλη από τους Mogwai, Slowdive και Editors. Πριν από ένα χρόνο λοιπόν οι Rachel Goswell, Stuart Braithwaite, Justin Lockey και James Lockey σχημάτισαν τους Minor Victories. Καλοκαιριάτικα κυκλοφορούν το πρώτο τους ομότιτλο άλμπουμ το οποίο περιλαμβάνει guest εμφανίσεις από τον Mark Kozelek και τον James Graham.

Βάζεις το άλμπουμ να παίζει και είσαι σίγουρα περίεργ@ (έχοντας και κάποιες απαιτήσεις παραπάνω) για το τι θα ακούσεις. Από το πρώτο κομμάτι σου δίνεται ένας περίεργος αλλά καθοριστικός τόνος. “Give up the ghost”…  γραμμές για τα σημάδια που δεν θα εξασθενήσουν και μια τεράστια αφοσίωση που έρχεται μέσα από έναν εσωτερικό κώδικα εκκρεμότητας. Κάπως έτσι θα μάθουμε πώς να επιβιώσουμε στο σκοτάδι, πώς αισθάνεσαι στην αρχή, πως είναι η εξέλιξη και τι μαθαίνεις τελικά ζώντας σε μια υπόγεια νοοτροπία. Δεν ξέρουμε τις απαντήσεις στα δυσκολότερα ερωτήματα της ζωής. Μπορούμε όμως να αντέξουμε τις προσωρινές αποτυχίες και να περιμένουμε για κάποια λύτρωση(;). Μπορούμε να μάθουμε να ζούμε με τον πόνο. Υπάρχει κάτι εξαιρετικά βαθύ από το πρώτο τραγούδι μέχρι το τελευταίο, ένα ολίσθημα και μια αγκίδα που δυσκολεύουν κάθε ελπίδα. Φτάνοντας στο τέλος του άλμπουμ με το κομμάτι “Higher Hopes” αισθάνεσαι ότι κάτι τελικά πραγματοποιήθηκε μυστικά και μια μαγευτική απλότητα υπονόησε μια επερχόμενη θύελλα.

Η μουσική είναι ένα καλό μείγμα από indie και shoegaze με τ@ς καλλιτέχνες που συμμετέχουν να γνωρίζουν τον τρόπο προσέγγισης αυτού του είδους της μουσικής. Οι στίχοι δένουν τόσο στενά με το όνομα της μπάντας, περιγραφικά μιλώντας. Τελικά όλα είναι σχετικά με την καταπολέμηση συναισθημάτων, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα μικρό τόξο προς την πρόοδο, για τον σχηματισμό νέων συνηθειών και την αντικατάσταση αυτών που ήδη σε βαραίνουν.

 

 

Kat