Οδυσσέας Τζιρίτας – Butterflies (self-released/name your price)

 

Η περίσταση της συγκεκριμένης παρουσίασης είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη, προσωπικά μιλώντας. Ούτως ή άλλως η ιδιαιτερότητα της διατρανώνεται εμφατικά από το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά ενός νεότατου δημιουργού/μουσικού. Με τον οποίο μάλιστα, είχα συνυπάρξει σε μια συναυλιακή συνθήκη/σύμπραξη, λίγα χρόνια πριν. Είχα, τότε, κυριολεκτικά εκστασιαστεί από τον υπέροχα υγρό ήχο που έβγαζε ως κιθαρίστας. Τώρα λοιπόν, κυκλοφορεί το ντεμπούτο του, έχοντας ήδη προλάβει να δοκιμαστεί μουσικά, μέσα από μία σειρά live εμφανίσεων. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο εν λόγω καλλιτέχνης βρίσκεται ακόμα στην εφηβεία, κατανοεί εύκολα κανείς πόσο φιλόδοξη και αλματώδης είναι η κίνηση αυτή. Ειδικότερα μάλιστα, καθώς πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή, η οποία εν πολλοίς στηρίζεται στις κατευθύνσεις και στα όρια που ο ίδιος ο Οδυσσέας έθεσε. Και, συνεπώς, πρόκειται για μια δυνητικά προσωπική εκτόξευση.

Η επιλογή μιας άτυπης home recording προσέγγισης κρύβει κινδύνους, ενδεχομένως. Εδώ ωστόσο, λειτουργεί απελευθερωτικά, προσδίδοντας έναν ζωντανό χαρακτήρα στην όλη ηχογράφηση. Της οποίας το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται, έχοντας ως βάση μια χαρμόσυνα ρυθμική σύνθεση. Η οποία μόνο ως ευχάριστη έκπληξη δύναται να χαρακτηρισθεί, καθώς μου έφερε στο μυαλό τους Charlatans, αλλά και συνολικά τον πάλαι ποτέ, καλαίσθητο, indie ήχο της πόλης του Manchester. Η χρήση θηλυκών φωνητικών στο προκείμενο, είναι επίσης μια εξόχως ταιριαστή επιλογή. Ενώ επιπρόσθετα, δίνει τον τόνο, για μια σειρά εκπλήξεων και αναδομήσεων που στη συνέχεια επακολουθεί. Ειδική μνεία αξίζει να επιφυλαχθεί στους πολύ όμορφους και έξυπνα δομημένους τίτλους, οι οποίοι προσδίδουν διάφορες χρωματικές εντάσεις στα κομμάτια που εμπεριέχονται εδώ. Το “Give Me Sun, Take My Soul” στέκεται ως εμφατικά ενδεικτικό επιχείρημα της ως άνω τεθείσας πρότασης. Βάζοντας μάλιστα, στο πεδίο ηλεκτρονικά στοιχεία και ρυθμικές υπερβάσεις, δίνοντας παράλληλα τη σκυτάλη σε ένα σχεδόν αμιγώς αυτοσχεδιαστικό blues rock όργιο. Μέσα από το οποίο ο Οδυσσέας κατορθώνει να τονώσει όχι μόνο τις ικανότητες του ως κιθαρίστας, μα παράλληλα να διατυμπανίσει την έμμετρη συνθετική του δεινότητα. Υπό άλλες συνθήκες, θα βαριόμουν αγρίως με μια ανάλογη επίδειξη, για να το θέσω όσο απλούστερα γίνεται. Εδώ όμως, οι συνεχείς εναλλαγές τονίζουν τον απαράμιλλα ηδονικό χαρακτήρα που αυτή η σύνθεση αδιόρατα προϋποθέτει. Ως βάση, μα και ως αμφισημία, τοιουτοτρόπως.

Η συνέχεια της ακρόασης με οδηγεί σε απρόσμενα μονοπάτια, όπου διακρίνω μια παλέτα διαφόρων, μα και δυνητικά ουσιωδών επιρροών. Οι οποίες συμπλέκονται στο αμάλγαμα της ρυθμικής αντίληψης που είναι κυρίαρχη σε αυτή την ηχογράφηση. Σε στενό συνδυασμό με μια αβίαστη διάθεση ανάπτυξης, μα και παράθεσης, ολότελα εύηχων μελωδιών. Οι οποίες αγγίζουν ακόμα και τα πεδία της jazz, στολίζοντας το υλικό με μια ευάρεστη διάθεση ενδελεχούς διαύγειας. Θυμίζοντας μου τις πλέον funky εκ των στιγμών, των -μάλλον- αγνοημένων Mushroom. Όπως επίσης και τις solo ενατενίσεις του Jeff Parker, αφαιρώντας ευτυχώς τον απροκάλυπτο ακαδημαϊσμό του τελευταίου. Το εξαιρετικό “I Took My Shoe Off, But…” είναι ένα τρανό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης.

Το υλικό αυτό απολήγει να διατηρεί τόσο τη διακριτικότητά του, όσο και την περιπετειώδη υφή του, ταυτόχρονα. Αποφεύγοντας άνετα τις συμπληγάδες του εντυπωσιασμού, αλλά και της αχρείαστης, άκαιρης νοσταλγίας. Χρησιμοποιώντας ως καμβά ένα -γενικά μιλώντας- alternative pop/rock πλαίσιο, κατορθώνει να ενοποιήσει μια σειρά από ξέχωρους ηχητικούς κώδικες. Φροντίζοντας μάλιστα, ώστε η ροή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας να παρατίθεται σοφά, σχεδόν. Έχοντας ως αποτέλεσμα ένα album που ακούγεται ολοένα και αρτιότερο, στον ρου της συνολικής του διάρκειας. Ο θεμελιακά pop χαρακτήρας του σηματοδοτείται από την εύηχη ποιότητα των μελωδικών του σημείων τα οποία, σχεδόν πάντοτε, διατηρούν μια συναυλιακής υφής συναισθηματική διάταση. Κάνοντας με να θέλω να παρευρεθώ σε κάποια μελλοντική ζωντανή εμφάνιση του Οδυσσέα.

Σε ό,τι αφορά την εδώ παρατιθέμενη κυκλοφορία, είναι πασιφανές ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα όμορφη συλλογή στιγμών και ηχητικών φράσεων. Η οποία ως πρόσημο χαρακτηρίζεται από τον ανιδιοτελώς ευδαιμονικό της χαρακτήρα. Αν και αρχικά, κάποιος εύκολα θα υιοθετούσε την άποψη ότι η κίνηση μιας full-length εργασίας αποτελεί ένα σαφέστατα φιλόδοξο βήμα, ειδικά για έναν τόσο νεαρό καλλιτέχνη, φρονώ πως δεν είναι αυτό το σημείο στο οποίο οφείλει να σταθεί κανείς. Απεναντίας, το κρίσιμο στοίχημα αυτού του δίσκου, είναι ακριβώς η απόδοση μιας απρόσκοπτα όμορφης διαδικασίας παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που λατρεύει και λατρεύεται. Και, εν τέλει, υπάρχει ως μια απαραίτητη προσθήκη, στο μουσικό στερέωμα του σήμερα. Δηλώνω εντυπωσιασμένος, λοιπόν. Άνετα, και ολοκληρωμένα, θα προσέθετα.

 

 

Γιώργος Καναβός

Methexis – Topos (Self Released)

Τα μοναχικά και δύσκολα μονοπάτια είναι αυτά που οδηγούν στα ωραιότερα μέρη.

Ο καθημερινός άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή προσπαθεί να κρατήσει μακριά του τις δυνάμεις του χάους, αυτές που υποδηλώνουν την τυχαιότητα, την απρόβλεπτη και εύθραυστη φύση της ίδιας της ύπαρξης, μένοντας προσκολλημένος αντίστοιχα στις δυνάμεις της τάξης. Λοιπόν, ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψη του περί τέχνης και η δική μου είναι ότι αυτή θα έπρεπε να λειτουργεί αντίθετα: να αναγκάζει τον καλλιτέχνη να αποφεύγει την τάξη και τη γραμμική συντήρηση, αλλά να επιδιώκει το χαοτικά φευγαλέο και τη δημιουργική του ορμή.

Οι παραπάνω σκέψεις γεννήθηκαν με την ακρόαση του Topos. Ο λόγος είναι ότι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω διαφορετικά την πλήρη ανατροπή της γραμμικότητας που επιχειρεί ο Νικήτας Κίσσωνας με το δημιουργικό του όχημα που ονομάζεται Methexis. Το Suiciety του 2015 πήρε πολύ καλές κριτικές, όντας ένα φιλόδοξο concept που συνδύαζε κοινωνικό λόγο με “κανονική” progressive rock μουσική. Μουσική με φωνητικά, εκλεκτικές jazz, funk και rock πινελιές. Αντί όμως οι Methexis να πατήσουν πάνω στα κεκτημένα, επιλέγουν στο Topos να σαλπάρουν για νέες και απροσδόκητες κατευθύνσεις.

Το Topos αποτελείται από δύο 20λεπτες instrumental συνθέσεις που αδυνατούν να χωρέσουν σε όρους δημοφιλούς μουσικής. Τα πρώτα δύο λεπτά του “Topos I” παρουσιάζουν ένα παραδοσιακό prog riff, με τα παράξενα μετρήματα, τις άρσεις του και τα όλα του, για να αποδειχθεί όμως σύντομα ότι αυτό ήταν απλώς μια εισαγωγή. Αυτό που ακολουθεί είναι ένα “κινηματογραφικό” όργιο με εναλλασσόμενους ηχητικούς ορίζοντες και ασταθείς διαθέσεις, ένα επικό ταξίδι όπου φως και σκοτάδι αδυνατούν να εξοντώσουν και να εξοντωθούν αλλά πορεύονται μαζί, σφιχτά αγκαλιασμένα. Μου έρχεται έντονα στο μυαλό μου η έννοια του χρώματος: πρόκειται για μια σύνθεση με ιδιαίτερα πολύχρωμη και ανοιχτή ενορχήστρωση, απόδειξη του γεγονότος ότι ο Κίσσωνας χρησιμοποιεί άριστα τους συνεργάτες του Θ. Χριστοδούλου (Τύμπανα), Ν. Νικολόπουλο (Φλάουτο), Κ. Κεφαλά (Τρομπέτα) και Π. Κραμπή (Πιάνο) . Το “Topos II” έχει την ίδια νοηματική αφετηρία, αποτελεί όμως μια ελαφρώς πιο πυκνή σύνθεση, με περισσότερα μέρη, λίγο πιο σύνθετα ηχωστρώματα και σαφώς πιο κιθαριστική διάθεση. Και τα δύο track είναι αφηγηματικά και όσο αποσπασματικά πρέπει, αν και οι φίλοι του παραδοσιακού prog ίσως προτιμήσουν την πιο fusion διάθεση του “Tops II”. Ο Κίσσωνας προσφέρει στον ακροατή την επιλογή να ακούσει τις συνθέσεις τεμαχισμένες (σε 8 και 5 μέρη αντίστοιχα), δεν θα πρότεινα όμως σε κανέναν αυτήν την εύκολη οδό, κατά την οποία η μεγάλη εικόνα θολώνει και τρεμοπαίζει. Συνιστώ ανεπιφύλακτα την ολοκληρωμένη εμπειρία της ενιαίας ακρόασης.

Θα σταθώ σε δύο σημεία που έχουν επίσης ιδιαίτερη σημασία, αρχίζοντας με την παραγωγή. Αν η μπάντα διάλεγε έναν ελαφρώς vintage και λίγο πιο “ζεστό” ήχο, θα δημιουργούσε ίσως μια σχετική σύνδεση με πράγματα που έκαναν στο παρελθόν γίγαντες του prog όπως οι ELP ή οι King Crimson, άρα θα ήταν ίσως και λίγο πιο αρεστοί, τουλάχιστον σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Αντίθετα όμως, επιλέγουν μια μεγάλη και μοντέρνα παραγωγή, χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα περιβάλλον που συγγενεύει ισότιμα με το prog, την contemporary classical ή την κινηματογραφική μουσική.

Το καλύτερο όμως είναι μια καλά κρυμμένη λεπτομέρεια. Κάθε δημιουργός στη θέση του Κίσσωνα θα προτιμούσε να κατευθύνει τον ακροατή προς την εννοιολογική και θεματική ρίζα του album, μασώντας για αυτόν τα γιατί και τα διότι αυτού του περιγραφόμενου “τόπου”. Στα credit notes όμως, ο Κίσσωνας λέει καθαρά “Φαντάσου τον δικό σου τόπο, ο δικός μου δεν έχει σημασία”, σεβόμενος με αυτόν τον τρόπο μια πρωταρχικά χαοτική λειτουργία της τέχνης, κατά την οποία ο δημιουργός δεν έχει κανέναν απολύτως έλεγχο στο δημιούργημα όταν αυτό φτάνει στις αισθήσεις του δέκτη. Ηθελημένα ή άθελα του, το Topos είναι ελεύθερο να γίνει δικό σου, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς αυθυποβολές, χωρίς τάξη.

Όπως ανέφερα και κάπου αλλού λοιπόν, “οι Methexis συνεχίζουν να κυκλοφορούν τη μία αλμπουμάρα μετά την άλλην κάτω από τα ανυποψίαστα αυτιά μας”. Άσχετα από το πώς θα το αξιολογήσει κανείς τελικά, το Topos είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να τσεκαριστεί από οποιονδήποτε θεωρεί ότι η μουσική πρέπει να είναι μια περιπέτεια και κάτι παραπάνω από διασκέδαση, απλή ή ραφιναρισμένη. Ο μεγαλύτερος θρίαμβος των Methexis, όμως, δεν είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ, αλλά η δικαιωματική μας περιέργεια για το τι θα κάνουν μετά. Ευπρόσδεκτο το χάος της τέχνης στις καλά τακτοποιημένες μας ζωές.

Πάρε, λοιπόν, αν το θες εκείνο το μοναχικό, δύσκολο μονοπάτι και δες από μόνος σου αν ο τόπος που βρήκες είναι όμορφος ή όχι. Ταξίδεψε ελαφρά.


The lonely and difficult paths are the ones that lead to the most beautiful places.

Regular humans in their everyday lives try to keep the forces of chaos at bay, those forces that indicate randomness and the unpredictable and fragile nature of existence itself, remaining closely attached to the forces of order. Well, everyone is entitled to have an opinion about Art and mine is that art should function the other way around, forcing the creator to avoid Order and its linear conservatism and to pursue the fleeting, the chaotic and his/her creative momentum.

The thoughts above came to my mind after listening to Topos, since I can’t explain or describe differently the total twist of linearity attempted by Nikitas Kissonas and his creative vehicle Methexis. Their 2015 album Suiciety gained excellent reviews by being an ambitious concept that combined social sensitivities with “normal” progressive rock, music with vocals and eclectic jazz, funk and rock influences. Nevertheless, instead of safely leaning on their achievement, they set sail with Topos to new and unexpected directions.

Topos (translated as “place”) is consisted of two 20 minutes long instrumental tracks that cannot be easily described with popular music terms. “Topos I” kicks off with a traditional prog rock riff, with its odd time signature, off beat dynamics and everything, but it is soon proved that it was just an intro. What follows is a “cinematic” orgy of alternating sound horizons, an epic journey where Light and Dark fail to eliminate or to be eliminated but travel together, tightly held to one another. The sense of colour intensively comes to mind: this is a composition with very colourful and wide arrangements and instrumentation, demonstrating the fact that Kissonas gets the best out of his bandmates, T. Christodoulou (Drums), N. Nikolopoulos (Flutes), K. Kefalas (Trumpets) and P. Krabis (Piano). “Topos II” has the same conceptual roots but feels a bit more dense as a composition, with more parts, a bit more complicated textures and obviously being more guitar oriented. Both tracks are as recitative and fragmentary as they should, though prog rock fans may prefer the fusion mood of “Topos II” a bit more. Kissonas offers the listener the option of listening the tracks in “slices” (in 8 and 5 parts respectively), I wouldn’t suggest this easy road to anyone though, a road in which big picture gets blurry and shimmering. I recommend the experience of the undivided, cohesive listening.

One needs to focus on two points of great significance, starting with the production. If Methexis had chosen a slightly more vintage and “warm” sound, they would build a bridge with music released in the past by prog giants like ELP or King Crimson, thus they could sound a bit more likeable, at least to a specific audience. By choosing a wide and modern production instead, they construct an environment that equally relates to prog, contemporary classical and cinematic music.

But the best feature of all is a well-hidden detail. Almost any creator in Kissonas’ place would rather guide the listener to the conceptual and thematic roots of the album, chewing up the “whys” and “becauses” of the described “place” for him/her. On the contrary, in the credit notes he clearly states “Imagine your own place”, respecting in this way the primary and chaotic function of art, in which the creator should have no control over the creation when it reaches the senses of the receiver. Willingly or not, he lets Topos free for the listener to make it his own, with no guidance, no self-suggestions, no Order.

As I have written elsewhere, “Methexis keep releasing one amazing album after the other under our unsuspicious noses”. Regardless of the final evaluation, Topos is an album that has to be checked out by everyone who believes that music has to be an adventure and something more that simple or refined fun. Methexis’ greatest triumph though is not the release of a remarkable album, but leaving us righteously eager to see what they will do next. We should welcome the chaos of art upon our well settled lives.

So follow, if you will, that lonely and hard path and discover for yourself if it will lead you into a beautiful place. Travel light.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Yurt – IV-The Obstacle Is Everything (self-released)

Γλυκιά είναι η γεύση της αφάνειας!

Γιατί ο rock κόσμος είναι γεμάτος από εκείνους τους παράξενους τύπους που παίζουν μουσική με υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο, χωρίς ψαρωτικά photo shooting και ακριβά βίντεο, χωρίς sponsored διαφημίσεις και προβεβλημένες περιοδείες. Τύποι που δεν σκέφτονται αναμενόμενα, δεν παίζουν αναμενόμενα, ούτε καν μιλάνε αναμενόμενα και που σίγουρα δεν φέρονται σαν να διαθέτουν κάποιο είδος καλλιτεχνικής αυθεντίας. Αν σε τραβάνε τέτοιοι τύποι, συνέχισε να διαβάζεις.

Αφού μετακόμισα στην Ιρλανδία και μετά από ελάχιστη έρευνα, συνειδητοποίησα ότι το προοδευτικό rock εδώ δεν είναι και πολύ δυνατό, για να το θέσω απαλά. Στην αρχή απόρησα, μετά όμως κοιτώντας το απέραντο πράσινο της γης και το απέραντο γκρι του ουρανού κατάλαβα ότι κάπως έτσι είναι και η μουσική της. Το ιρλανδικό τοπίο μοιάζει να σου ανοίγει δυο μεγάλα μουσικά μονοπάτια, αυτό της folk ονειρικής αφηγηματικής τραγουδοποιίας ή αυτό της βαριάς, πολύ βαριάς και μουντής μουσικής, ειδικά αν χρησιμοποιείς κιθάρες. Λοιπόν, οι Yurt χρησιμοποιούν κιθάρες και διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει τίποτα ονειρικό και νεραϊδίσιο στον σκονισμένα ψυχεδελικό τους κόσμο.

Οι Yurt υπάρχουν από το 2006 και το IV: The obstacle is everything είναι το τέταρτο βήμα μιας πορείας που είναι συνεπής από την πρώτη τους μέρα. Το γεγονός ότι επέλεξαν να παίξουν ένα σοφιστικέ είδος rock, στην περίπτωσή τους πειραματικό prog/psych, δεν έμοιασε ποτέ να αφαιρεί τίποτα από την πρωτόγονη και σχεδόν περιπαικτική τους θορυβοποιία. Αρκούν λίγες νότες για να κάνεις τον ελεύθερο συνειρμό ότι οι Yurt είναι γνήσια τέκνα της μεγάλης παράδοσης των Hawkwind: heavy space ήχος, τεράστιες συνθέσεις, “αλλού” μπλιμπλίκια και μεγάλα χασίματα. Αν όμως περάσεις λίγο χρόνο με την μουσική τους και τους καταλάβεις καλύτερα, θα εστιάσεις σε αυτά που τους διαφοροποιούν.

Τα riff. Για την ακρίβεια, αυτά τα γεμάτα τραχιές γωνίες και πελώριας βαρύτητας riff που θυμίζουν περισσότερο mid ’80s underground metal ή ακόμα και proto-doom σχήματα. Αν δεν υπήρχαν εκείνα τα πιο αυτοσχεδιαστικά σημεία όπου οι κιθάρες αποσύρονται ελαφρώς για να δημιουργήσουν χώρους για τους ηλεκτρονικούς θορύβους, ίσως ήταν δικαιότερο να μιλάμε για καθαρό metal.

Το tempo τους. Παρά το ότι ο δίσκος περιέχει 5 κομμάτια συνολικής διάρκειας 53 λεπτών, η μουσική έχει ελάχιστες παύσεις, μελωδικά ή αργά σημεία. Απεναντίας, το tempo είναι σχεδόν πάντα γρήγορο και υπερ-ενεργητικό, όπως ορίζεται από ένα ανεξέλεγκτο και ασταμάτητο rhythm section, οι κιθάρες αλλάζουν πρόσωπο από βαριές σε πειραματικές, ενώ τα εντελώς σαλεμένα φωνητικά, όπου εμφανίζονται, θυμίζουν μια εντελώς διεστραμμένη εκδοχή του “Astronomy Domine”.

Το συνθετικό ύφος. Αν συνδυάσεις τα παραπάνω, θα δεις ότι τελικά οι Yurt μοιάζουν περισσότερο με μια μεταλλαγμένη kraut μπάντα. Οι συνθέσεις δεν κοιτάνε πίσω, δεν κάνουν κύκλους κι έχουν μια λογική πρόσθεσης. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν γίνονται βαρετοί. Αντίθετα, τα λεπτά περνούν και η ακρόαση μοιάζει να γίνεται όλο και πιο εθιστική, φτάνοντας τελικά στο σημείο όπου μπάντα και ακροατής συγχρονίζονται σε έναν κόσμο με παράξενους νόμους.

Αυτό που μου μένει περισσότερο είναι ότι η μουσική των Yurt είναι περισσότερο προϊόν ενστίκτου παρά σκέψης. Όλα παραμένουν τεντωμένα και στην τσίτα, σε μια “δεν υπάρχει αύριο” λογική που επιτάσσει να ψυχαγωγήσει ενοχλητικά ή να ενοχλήσει διασκεδαστικά. Το καταφέρνουν άνετα με τον πειραματισμό, τον θόρυβο και την εκκεντρικότητά τους.

Οι Yurt δεν θα αλλάξουν τον προοδευτικό κόσμο, είναι όμως από εκείνες τις μπάντες που χαίρεσαι να γνωρίζεις και να γράφεις δυο λόγια για αυτούς. Οι κύριοι Boz Mugabe, Steven Anderson και Andrew Bushe παραμένουν αληθινοί μακριά από σύνδρομα φήμης και πολιτικές ορθότητες, δεν έχουν τίποτα να χάσουν και τελικά το διασκεδάζουν. Κι εμείς μαζί τους συμφωνούμε, ότι γλυκιά είναι η γεύση της αφάνειας, ειδικά όταν δεν αποτελεί τύχη ή μοίρα αλλά επιλογή.


Sweet is the taste of obscurity!

This big rock n roll world always had those weirdos that play music with their middle fingers raised against the industry, without impressive photo shootings and expensive videos, with no sponsored ads or fancy tours. Those weird musicians that don’t think in the obvious way, they don’t play music in the obvious way, they don’t even communicate with others in the obvious ways and that they certainly don’t behave as they possess some kind of artistic authority. If you feel attracted by bands of such profile, keep reading.

After my relocation in Ireland 15 months ago, it took me only some hours of research to realise that progressive rock is not particularly strong here, to put it mildly. At first, this came as a surprise but after spending some months observing the endless green of the land and the endless grey of the skies, it made sense that music follows the same patterns. The wild Irish landscape seems like leaving you the option of two different wide paths, that of lyrical folk storytelling or that of heavy, heavy and gloomy music, especially if guitars are being used. Well, Yurt use them and I can assure you, there is nothing eerie or dreamy within their dusty, psychedelic world.

The band was formed back in 2006 and IV: The Obstacle is everything is the fourth step of a route that seems to be very consistent since day one. The fact that they chose to be part of a sophisticated rock genre, prog/psych in their case, doesn’t reduce anything from their primitive and almost mockingly noise-making music. Few seconds of their music are enough to realise that Yurt are genuine descendants of the long Hawkwind tradition: Heavy space sound, super lengthy compositions, otherworldly effects and electronics, abstract atmospheres. Nevertheless, spending time with their music will eventually make the listener focus on the elements that make them differentiate.

Riffs. To be precise, extremely rough edged riffs of ultra-heaviness that resemble mid ’80s underground metal or even proto-doom bands. If it wasn’t for those improvisational parts where guitars step back to create empty spaces for the electronic textures, it would probably be fair to regard Yurt as proper metal.

Their tempo. Despite the fact that this album includes 5 tracks of 53 minutes of total running time, there are only few pauses, melodic or slow parts. On the contrary, the uncontrollable and unstoppable rhythm section keeps time to hyper-energetic fast tempos, guitars constantly trip from heavy to experimental parts and the really weird vocals, where they appear, always remind a very twisted version of “Astronomy Domine”.

Compositional style. If one combines all these details, he/she may realise that Yurt actually sound and behave as a kraut rock band. Their compositions never look back, never move in circles but always keep adding things up. It is quite impressive that they never get boring though, as the album progresses it becomes growingly addictive instead, to the final point where the music and the listener are somehow perfectly synchronised in a cosmos ruled by strange laws.

The dominating thought in my mind is that Yurt’s music is ultimately a product of instinct and not of intellectuality. Everything here remains intensively stretched, under a “there is no tomorrow” philosophy that dictates music to be annoying and highly entertaining at the same time. Yurt achieve this easily with their noisy experimentations and their eccentricity.

Yurt won’t change the progressive world, still they are one of these bands that you are delighted to meet, get to know and write some words about. Boz Mugabe, Steven Anderson and Andrew Bushe are three true gents that keep themselves away from syndromes of false fame and political correctness, three guys that have nothing to lose and eventually have a great time. We raise our voices with them, that sweet is the taste of obscurity, especially when it is not a matter of luck but of choice.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Saturnist – The Horns, Teeth & The Hooves (self-released)

Η ιστορία με το να χρησιμοποιούνται ορισμοί στην έναρξη των μουσικοκριτικών ξεκίνησε –για μένα– από την ανάγκη να γράφω (και να διαβάζετε κι εσείς με τη σειρά σας) σε ένα πλαίσιο αμφίδρομα κατανοητό.

Πέρα δε από αυτό, έχει μια συμβολική αξία και μια νοηματοδοτική λειτουργία το πώς θα θελήσεις να ονομάσεις την μπάντα σου. Οι Depeche Mode, έστω και σε ασυνείδητο επίπεδο, σε είχαν εξαρχής προϊδεάσει για την έμφαση που θα έδιναν στο στιλ και στην εικόνα τους καθόλη τη διάρκεια της μουσικής τους πορείας, ενώ οι Red Hot Chili Peppers –όσο κι αν το αμφισβητείς– θα έχαναν κάτι από το αλλοπρόσαλλο του νεανικού τους χαρακτήρα αν κρατούσαν την παρήχηση του “μ” και ονομάζονταν ακόμα Tony Flow & the Miraculously Majestic Masters of Mayhem.

Επομένως, εύκολα κατανοεί κανείς ότι αν μια μπάντα θελήσει να ονομαστεί Saturnist, σκοπός της είναι να μας μεταδώσει τη μουντάδα, το “βάρος” και την “ακρότητα” (παρακαλώ πετάξτε από τον νου σας οποιαδήποτε ταύτιση με το edginess που τόσοι και άλλοι τόσοι ψοφάνε να αποδείξουν ότι κατέκτησαν από τα γεννοφάσκια τους) ενός ατόμου άμεσα επηρεαζόμενου από την ατμόσφαιρα των μοτίβων του Κρόνου.

Ερχόμενοι από το Ελσίνκι της Φινλανδίας μας παρουσιάζουν την πρώτη τους δουλειά, το σχεδόν σαραντάλεπτο σε διάρκεια The Horns, Teeth & The Hooves. Πρόκειται για έναν doom metal δίσκο, συνεπή στις επιταγές του είδους. Τη συνέπεια αυτή δεν την τονίζω για να υπαινιχθώ κάποιας μορφής βαρεμάρα που θα σας φέρει πονοκέφαλο κατά τη διάρκεια του δίσκου. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι η διάρκεια δεν ξεπερνά την ώρα λειτουργεί υπέρ των Saturnist. Περιττές επαναλήψεις ή προεκτάσεις των riff έχουν αποφευχθεί και, με την εξαίρεση του καταληκτικού κομματιού “Mouth of a Sepernt”, κανένα κομμάτι δεν είναι αρκετά εκτενές ώστε να πιάσεις το μυαλό σου να περιηγείται σε άσχετες με τη μουσική σκέψεις.

Σίγουρα δεν πρόκειται για μια πρωτότυπη δουλειά, αλλά είναι μια τίμια αρχή, για την οποία άξιζε τόσο εγώ να γράψω όσο κι εσείς να ακούσετε, έστω και μόνο χάρη στην τωρινή κακοκαιρία, που σηκώνει τις βαριές μπασογραμμές όσο κανένα χαρωπό καλοκαιράκι ποτέ δε θα μπορέσει.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Mother Turtle – Zea Mice (self-released)

Μόλις πριν από μια εβδομάδα κυκλοφόρησε σε αμιγώς ηλεκτρονική μορφή η τρίτη κατά σειρά δουλειά των Θεσσαλονικέων, Mother Turtle.

Ναι, τους ξέρετε τους “προγκρεσιβάδες”, επαναλαμβανόμενο είδος υπηρετούν κι αυτοί – εξαντλημένο, όπως κι όλα τα άλλα.

Αμ δε.

Ελάτε να μιλήσουμε για κλασικά prog rock μοτίβα, περιπλεκόμενα με τζαζ νότες, έναν διακριτικό αλλά παρόντα απόηχο βαλκανικής μουσικής, σποραδικά φωνητικά και ποιητικές απαγγελίες, για μια ηχητική εμπειρία στη θέση μιας ξερής ακουστικής μελέτης.

Το Zea Mice δεν αποτελεί έναν ακόμα δίσκο, μια τυχάρπαστη σύνθεση. Είναι βέβαιο ότι θα κατέχει και στο μέλλον μια ιδιαίτερη θέση στη δισκογραφία των Mother Turtle.

Από πού αντλώ τόση σιγουριά;

Μα από τη δυναμικότητα του εναρκτήριου “Kukuruzu”, το οποίο θέτει μια σχετικά γνώριμη αφετηρία, μια βάση από την οποία ολοένα και περισσότερο θα απομακρυνόμαστε, καθώς εναλλάσσονται τα οκτώ κομμάτια του δίσκου. Από το σαξόφωνο του “Kukuruzu” περνάμε στο βιολί του “#Cornhub”, και η μετάβαση αυτή μοιάζει να μην είναι μόνο μουσική αλλά και χρονική, καθώς τόσο η σύλληψη όσο και η εκτέλεση απηχούν κάτι παρελθοντικό και συνάμα νοσταλγικό.

Στη νοσταλγία αυτή θα κουρνιάσουμε κατά τη διάρκεια του επτάλεπτου “Sea Mice”, προτού κοιτάξουμε στιγμιαία μες στον μαγικό καθρέπτη του “Zeitenlik”, ώσπου να μας τραβήξουν από τα μαλλιά οι Ερινύες του “Vermins”.

Τα τελευταία τρία κομμάτια του δίσκου, “Fourward”, “Vermins (Reprise)” και “Nostos”, σε τίποτα δεν υπολείπονται της μουσικής μαεστρίας και της συγκινησιακής φόρτισης των μεγαλύτερων αδελφών τους.

Αρκεί όμως, για να οδηγήσεις κάποιον σε ένα μυστικό μονοπάτι, μόνο να του δείξεις την κατεύθυνση και να γεμίσεις το μυαλό του με τη γλύκα της προσμονής, παρά να του αποθέσεις στα χέρια έναν λεπτομερή χάρτη της διαδρομής με όλες τις κακοτοπιές και τις οάσεις της.

Έτσι δεν είναι;

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

9T Antiope – Of Murk and Shallow Water (self-released)

9tantiope.murk.againstthesilence

Το ιρανικό σχήμα με έδρα στο Παρίσι παράγει ένα ηχητικό τοπίο που δεν έχει καταγωγή ή προορισμό. Αντίθετα, μοιάζει να προέρχεται από ένα ονειρικό βασίλειο κάποιας μηχανικής φαντασίας. Η ηχητική μάζα και οι αυθόρμητες συχνότητες που συνιστούν τη μουσική τους μοιάζουν με χιλιάδες μικρά αιχμηρά κομμάτια γυαλιού. Ιδού το αίνιγμα: Πρόκειται για θραύσματα της μνήμης; Για οράματα μιας αστικής δυστοπίας; Ή μήπως πρόκειται για την ήσυχη κραυγή μιας ευάλωτης απελπισίας; Μια γυναικεία φωνή, παράταιρη μέσα στην ομορφιά της, παλεύει να κυριαρχήσει πάνω στον ηλεκτρονικό παλμό. Χαλαρή και αφηρημένη, παλεύει να πείσει ότι αδιαφορεί, ότι υπάρχει μια ψυχή ανθρώπινη κλεισμένη μέσα στα γυάλινα θραύσματα. Το γλυκό jazzy βιμπράτο της μοιάζει με πικρό αστείο ή με μια πονηρή διαπίστωση. Τολμά στο “Edax” μέχρι και να κάνει ethnic υπαινιγμούς. Όμως, όπως θα έλεγε ο Sartre, μοιάζει να εκπνέει κάτω από έναν ανώφελο ουρανό.

Η ψυχή και το γυάλινο σώμα της παλεύουν όπως το φως με το σκοτάδι. Οι 9t Antiope δηλώνουν πειραματιστές. Περισσότερο βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό που τροφοδοτείται από την παραπάνω πάλη. Σαν να μας πέταξαν σε μια προβολή ταινίας του Lynch, περιμένουμε να δούμε αν τελικά η τραγουδίστρια με το ρετρό φόρεμα λιποθυμήσει επί σκηνής ή αν το γυάλινο πάτωμα θα σπάσει. Στα 4 tracks του ep Of Murk and Shallow Water δεν έρχεται η τελική απάντηση. Άλλη μια αναμέτρηση φωτός και σκοταδιού λήγει ισόπαλη. Θα χρειαστεί ρεβάνς.

Αντώνης Καλαμούτσος