Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

9T Antiope – Of Murk and Shallow Water (self-released)

9tantiope.murk.againstthesilence

Το ιρανικό σχήμα με έδρα στο Παρίσι παράγει ένα ηχητικό τοπίο που δεν έχει καταγωγή ή προορισμό. Αντίθετα, μοιάζει να προέρχεται από ένα ονειρικό βασίλειο κάποιας μηχανικής φαντασίας. Η ηχητική μάζα και οι αυθόρμητες συχνότητες που συνιστούν τη μουσική τους μοιάζουν με χιλιάδες μικρά αιχμηρά κομμάτια γυαλιού. Ιδού το αίνιγμα: Πρόκειται για θραύσματα της μνήμης; Για οράματα μιας αστικής δυστοπίας; Ή μήπως πρόκειται για την ήσυχη κραυγή μιας ευάλωτης απελπισίας; Μια γυναικεία φωνή, παράταιρη μέσα στην ομορφιά της, παλεύει να κυριαρχήσει πάνω στον ηλεκτρονικό παλμό. Χαλαρή και αφηρημένη, παλεύει να πείσει ότι αδιαφορεί, ότι υπάρχει μια ψυχή ανθρώπινη κλεισμένη μέσα στα γυάλινα θραύσματα. Το γλυκό jazzy βιμπράτο της μοιάζει με πικρό αστείο ή με μια πονηρή διαπίστωση. Τολμά στο “Edax” μέχρι και να κάνει ethnic υπαινιγμούς. Όμως, όπως θα έλεγε ο Sartre, μοιάζει να εκπνέει κάτω από έναν ανώφελο ουρανό.

Η ψυχή και το γυάλινο σώμα της παλεύουν όπως το φως με το σκοτάδι. Οι 9t Antiope δηλώνουν πειραματιστές. Περισσότερο βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό που τροφοδοτείται από την παραπάνω πάλη. Σαν να μας πέταξαν σε μια προβολή ταινίας του Lynch, περιμένουμε να δούμε αν τελικά η τραγουδίστρια με το ρετρό φόρεμα λιποθυμήσει επί σκηνής ή αν το γυάλινο πάτωμα θα σπάσει. Στα 4 tracks του ep Of Murk and Shallow Water δεν έρχεται η τελική απάντηση. Άλλη μια αναμέτρηση φωτός και σκοταδιού λήγει ισόπαλη. Θα χρειαστεί ρεβάνς.

Αντώνης Καλαμούτσος

Need – Hegaiamas (Self released)

need.againstthesilence

 Ο πολύπαθος χώρος του παραδοσιακού progressive metal υποφέρει εδώ και χρόνια κάτω από το βάρος της ίδιας του της αντίφασης: έχει πάψει στο σύνολο του να είναι κυριολεκτικά προοδευτικό. Ο όρος progressive έχει απομείνει απλώς για να υποδηλώνει μια ανεπτυγμένη τεχνική κι εκτελεστική εκφραστικότητα η οποία όμως – ξυπνήστε, ο μουσικός κόσμος έχει προχωρήσει! – αποτελεί πλέον δικαίωμα των πάντων. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι περισσότεροι από τους παλιούς είτε αποποιούνται τον όρο progressive, είτε στρεφόμενοι σε πιο 70’s prog φόρμες, αποποιούνται τον όρο metal. Σε αυτό το χλιαρό σκηνικό, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους οι Αθηναίοι Need αποτελούν αυτή τη στιγμή μια από τις καλύτερες prog metal μπάντες παγκοσμίως: Κινούνται μεθοδικά, με όρους μουσικής εξέλιξης και όχι βελτίωσης του PR. Λιώνουν τα μυαλά και τα δάχτυλα τους στη δουλειά. Ενδυναμώνονται από μια underground φλόγα που καίει μέσα τους φωνάζοντας ‘’Μεράκι!’’. Και κυρίως, γράφουν διαολεμένα ωραία τραγούδια.

 Η σιγουριά που αποπνέουν ήταν ήδη εύγλωττη απ’ το εξαιρετικό Orvam του 14, ένα άλμπουμ που τους άνοιξε το δρόμο προς το αμερικάνικο κοινό και γενικώς μας έκανε να επενδύσουμε τις προσδοκίες μας πάνω τους. Στο 4ο άλμπουμ τους Hegaiamas που κυκλοφορεί στις 17 Ιανουαρίου, τα πράγματα μοιάζουν ακόμα καλύτερα. Οι Need κουβαλούν κάτι από την αίγλη των καλών 90’s γκρουπ, τότε που οι ιδέες ακούγονταν φρέσκες, τα άλμπουμ σημαντικά και γεμάτα έμπνευση. Από το πρώτο δευτερόλεπτο του εναρκτήριου ‘’Rememory’’ όλα μοιάζουν κρυστάλλινα. Εδώ έχεις μια μπάντα που ξέρει τι και πόσο καλά παίζει, με ειλικρίνεια, πάθος και χωρίς συμπλέγματα. Η μουσική τους ρέει με μεγάλη φυσικότητα και τεράστια προσοχή σε κάθε συνθετική και δομική λεπτομέρεια. Η ανάγκη για εκφραστικότητα δεν εκλείπει ποτέ και δεν σπαταλιέται μόνο σε ψηλομύτικες βιρτουοζιτέ. Οι ερμηνεία όλων των μελών είναι θαυμάσια, χωρίς ποτέ κανείς να παρεκκλίνει απ’ το σύνολο. Δεν μπορώ όμως να μην κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στα πελώρια riffs του Ravaya, riffs που ’’αναγκάζουν’’ το σώμα σου να θυμηθεί όλους τους λόγους που κάποτε γνώρισες το headbanging. Riffs που δυστυχώς σε κάνουν να μελαγχολήσεις γιατί απλά δεν τα συναντάς πια συχνά.

 Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι οι Need δεν είναι ουσιαστικά νεωτεριστικοί. Αυτό ισχύει για τις ‘’μικρές’’ συνθέσεις του δίσκου (μέση διάρκεια τα 7 λεπτά) όπου ο νεωτερισμός δεν μοιάζει να είναι το καλλιτεχνικό ζητούμενο. (Για την ιστορία, να αναφέρω ότι στο άλμπουμ αναδύονται πολλάκις αναφορές σε μια Fates Warning μελωδική καλαισθησία.) Στα δυο τελευταία tracks όμως, το μινιμαλιστικό ‘’Ι.ΟΤ.Α’’ και το 22λεπτο ομώνυμο (ακριβώς όπως και στο ομώνυμο του Orvam) παρεισφρύει μια θεατρικότητα που προσεγγίζει την όπερα ή την τραγωδία, όπου η μουσική δεν είναι πια ο μοναχικός πρωταγωνιστής αλλά υποστηρίζει μια ευρύτερη δημιουργική ιδέα. Τα 22 αυτά λεπτά με τις ethnic αναφορές, τις απαγγελίες και τα υμνικά μέρη, αποτελούν μια ξεχωριστή εμπειρία, όπου φέρνουν στιλιστικά στο νου prog γίγαντες του παρελθόντος αλλά και ‘’καμένες’’ 90’s μπάντες όπως οι Time Machine ή οι Payne’s Grey , για τις οποίες η μουσική ήταν απλώς το μέσο για το ευρύτερο concept.

 Αν αγαπάς το παραδοσιακό progressive metal ή αν κάποτε το αγάπησες αληθινά, το Hegaiamas σου βροντοφωνάζει την ύπαρξη του. Είναι εδώ, ήδη υποψήφια κορυφή στο είδος του για το 2017, κουβαλώντας μια διαχρονική ποιότητα που θα το έκανε εξίσου άξιο το 1997 ή το 2037. Από αυτήν την άποψη, οι Need είναι ήδη στους κορυφαίους του παρόντος για το prog metal. Τα υπόλοιπα, ευτυχώς ή δυστυχώς, είναι ζήτημα μουσικής βιομηχανίας.

Αντώνης Καλαμούτσος

Armada Named Sound – Electronica (Self released)

Armada Named Sound.againstthesilence

Ζούσες ήσυχος στη μικρή σου γκρίζα γειτονιά και έγραφες πάντα τη μουσική σου, ψάχνοντας το τέλειο beat. Γινόταν όμως όλο και δύσκολο να νοιώσεις τον παλμό, να κάνεις τη μουσική σου να μικρύνει για να χωρέσει. Εδώ, στη χώρα του μπουζουκιού και της ρετσίνας, το beat που ψάχνεις μοιάζει άρρυθμο και παράταιρο. Έπρεπε λοιπόν είτε να σιγήσεις είτε να αλλάξεις γειτονιά. Ευτυχώς επέλεξες σωστά και, κάπως έτσι βρέθηκες στο Λονδίνο.

Φαντάζομαι τον Spiro Maus στη μεγάλη μητρόπολη. Φαντάζομαι ότι αδιαφορεί πλήρως για τη βασίλισσα, το τσάι και το ποδόσφαιρο. Μόνο του μέλημα είναι η ανακάλυψη του σωστού beat, μόνο του όπλο η μουσική. Βασίλειο του μυαλού του ο ήχος. Όταν βολτάρει στο Camden σίγουρα θα σκέφτεται συχνότητες. Κοιτώντας τις γραμμές του underground, βλέπει κυματομορφές. Οι τρελοί preachers στο Hyde park θα του γεννάνε μελωδίες. Σημασία έχει ότι μάλλον βρίσκεται ακριβώς εκεί που πρέπει. Εκεί που το beat του συνάδει με αυτό της πόλης, εκεί που η ηλεκτρονική μουσική δεν μοιάζει παράφωνη, ούτε σκεπάζεται από τις κόρνες της Πατησίων.

Ο Maus στους Armada Named Sound επιμελείται σχεδόν όλα τα στάδια της δημιουργίας και της παραγωγής, μετατρέποντας το project σε περίπου προσωπικό του όχημα. Δανείζει τη “φωνή” του σε πολύ αξιόλογες τραγουδίστριες (Bellabeth, Andromeda S. και στην εξαιρετική Marta Karis) που αναλαμβάνουν να κοινωνικοποιήσουν το μήνυμα. Βάφτισε το ντεμπούτο full length album του Electronica, ο αφηρημένος τίτλος του οποίου υποδηλώνει ότι η μουσική που εμπεριέχεται είναι εμπνευσμένη από διαφορετικά ηλεκτρονικά υποείδη. Εξάλλου, το beat που κυνηγάει δεν ανήκει σε μια μουσική, σε ένα ρεύμα ή μια γειτονιά. Δηλώνει ότι θέλει ο κόσμος να διασκεδάσει και να χορέψει με τη μουσική. Εν μέρει τον πιστεύω αλλά ταυτόχρονα μάλλον θέλει, ως άλλος Pollock, να πετάξει τόνους χρώματος σε μια υπόλευκη πραγματικότητα. Παρά τη διάθεση του Maus να μην ανήκει κάπου, η εμπορικότητα του άλμπουμ είναι έκδηλη και το περιεχόμενο του δεν είναι πραγματικά ανομοιογενές. Στα δικά μου αυτιά κατατάσσεται σ’ ένα χώρο κάπου ανάμεσα σε Juno Reactor και Massive Attack του 100th Window. Τα συνθετικά του μοτίβα υπακούουν σε μια πανταχού παρούσα μελωδικότητα που συχνά γίνεται σκοτεινή και ηπίως κινηματογραφική. Πίσω από την ψηφιακή του καρδιά, το beat διαθέτει σημαντικές δόσεις φαντασίας και ρομαντισμού, αρκεί να τεντώσεις αυτί. Ξεχωρίζω το γεμάτο αυτοπεποίθηση “Crush” και το τσαχπίνικο “NY” με το πανέξυπνο εσωτερικό tribute στο “Dirty Diana”.

Το αν η μουσική θα είναι του γούστου σου ή όχι είναι, όπως πάντα, υποκειμενικό. Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο όμως είναι η προσωπικότητα του δημιουργού. Αν σε κάποιους μοιάζει άσχετο, ένα οποιοδήποτε καλό βιβλίο θεωρίας της ιστορίας της τέχνης θα αναφέρει ότι όταν προσεγγίζουμε ένα καλλιτεχνικό έργο, το ποιόν ,ο βίος και οι πεποιθήσεις του ανθρώπου που το δημιούργησε έχουν καθοριστική σημασία για την κατανόηση του. Και η ηλεκτρονική pop μπορεί και αυτή να έχει ημερολογιακό χαρακτήρα. Έχει δικαίωμα στο να είναι ελεύθερη, ανένταχτη, ταξιδιάρικη. Στην τελική, και αυτή για την πόλη μιλάει. Για την κάθε πόλη και για το ανελέητο, υπόλευκο της beat.

Αντώνης Καλαμούτσος

Lascar – Absence (self-released/Inductive Oppression Records)

Ήχος φερμένος από αστικό τοπίο τόσο κοσμοπολίτικο όσο το Σαντιάγο της Χιλής, αλλά στην πραγματικότητα τόσο απροσδόκητα ορεινός και τραχύς.  Ο πρώτος δίσκος Lascar, Absence, κινείται στα μονοπάτια του post-black metal που τόσο μανιασμένα αγαπάμε να ακούμε στη μουσική των An Autumn For Crippled Children. Χωρίς να έχει εξακριβωθεί η οποιουδήποτε είδους σύνδεση μεταξύ των δύο αυτών σχημάτων, η νοητική διαδρομή από το ένα στο άλλο, είναι αναπόφευκτη.

Δημιούργημα ενός μόλις καλλιτέχνη, του Gabriel Hugo, το Absence συμπυκνώνει στα τέσσερα κομμάτια που το απαρτίζουν κραυγές υπαρξιακής φρίκης και στίχους σχεδόν ατάκτως ερριμμένα. Ως και οι τίτλοι των κομματιών δεν έχουν παρά λειτουργικό ρόλο. Πραγματοποιούν ένα μικρό, αναμενόμενο σορτάρισμα. Λογικό, πλην αχρείαστο. Όπως δυσκολεύομαι εγώ αυτή τη στιγμή να περιγράψω γιατί είναι επίπονη η ακρόαση οποιουδήποτε δίσκου κινείται σε τόσο ατμοσφαιρικούς τόνους, άλλο τόσο αδυνατεί να προϊδεάσει σχετικά τον ακροατή ένας τίτλος.

Αρκεί ένα απομονωμένο στιχάκι από το κομμάτι “Wilderness” για να μας πείσει όλους, ότι τα λόγια σχεδόν πάντα υπολείπονται κάθε συναισθήματος και πως η απουσία  βιώνεται μουσικά ως διαδρομή, όχι ως προορισμός  : “The clearest way into the universe is through a forest wilderness.”

 

 

Βικτώρια