Sect – Blood Of The Beasts (southern lord)

Οι «δε χρειάζονται συστάσεις» SECT μπορούν άνετα να θεωρηθούν βιρτουόζοι της hardcore μουσικής σκηνής, (η συμμετοχή τους σε μεγάλες μπάντες του είδους το επιβεβαιώνει) επιδεικνύοντας γαλόνια εμπειρίας και μαεστρίας.

Στο νέο άλμπουμ τους Blood of the Beasts, μέσα απο δέκα τραγούδια και συνολική διάρκεια 15 λεπτά κατανοείς πλήρως τί εστί hardcore punk. Βαβούρα και οργή συνθέτουν ένα μεταλλικό κράμα έντασης και σκληρότητας, έναν ηχητικό καταιγισμό. Ο Colohan τραγουδά ξεκάθαρα και με πάθος. Οι στίχοι δεν αραδιάζονται απλά και άτακτα, βγαίνουν από τα σωθικά του με τόση δύναμη που, σε στιγμές, «καπελώνουν» την ίδια τη μουσική. Στίχοι με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο, που ενεργοποιούν τη σκέψη και την κρίση κάθε ανθρώπου, για την απαξίωση της εξουσίας, για τους υποταγμένους, για την αγάπη, για την ελπίδα.

“…So what light, what tunnel is this you want me to see?…”

The band SECT doesn’t need recommendations; they can easily be considered virtuosos of the hardcore music scene (their participation in great bands of the genre confirms this), displaying tones of experience and mastery.

In their new album Blood Of The Beasts, after ten songs and a total duration of 15 minutes you can fully understand what hardcore punk is: a hustle and a rage form a metallic amalgam of intensity and cruelty, a thunderstorm. Colohan sings clearly and passionately. The lyrics are not simple in their meaning neither disorderly; they come out with such force that they “catch on” to the music itself at some points. They are diving into social issues and politics triggering every person’s thinking and judgment about the depreciation of power about the subordinates, about love, about hope.

“…So what light, what tunnel is this you want me to see?…”

Sylvia Ioannou

Sect – No Cure For Death (southern lord)

Ένα πανί τινάσσεται από πάνω σου για να φανερώσεις το πρόσωπό σου, όμορφο ή άσχημο. Γράφοντας μουσική ή λόγια, δεν γίνεται να αποφύγεις την εμφάνιση κάποιου ψήγματος του εαυτού σου. Γνωστό αυτό και εξίσου γνωστό ότι υπάρχουν είδη μουσικής που απηχούν αυτή την αμεσότητα και με αντίστροφο τρόπο, καθώς και κατά την ακρόαση νιώθεις εκείνη τη στιγμή πομπός της. Ένα από αυτά είναι το punk/hc. Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που σε αυτό το είδος ακούς μουσικές που θυμίζουν ηχώ ενός όχι και τόσο πειραγμένου νου (του δικού σου ή δικού μου), όπως για παράδειγμα οι συνήθως εύκολα αναπαραγώγιμες κραυγές που ερμηνεύουν στίχους που μιλάνε όχι για άλλους κόσμους μα για αυτόν εδώ.

Κάπου εδώ θα μπορούσε να κλείσει μια κριτική παρουσίαση του πρόσφατου δίσκου των Sect, καθώς αυτός πληροί όλους του όρους ενός αρχετυπικού και χορταστικού άλμπουμ του είδους. Υπάρχει όμως ένα σημαντικό στοιχείο που μας κάνει να προχωρήσουμε στα ενδότερα και αυτό είναι το παρελθόν των μελών της μπάντας. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα που να έχει μέλη με θητεία σε τόσο σημαντικές μπάντες του συγκεκριμένου είδους (Left For Dead, Earth Crisis, Catharsis) με τον ντράμερ των Fall Out Boy να συμπληρώνει με απρόσμενο τρόπο το καρέ. Καλά κάνουν πάντως και δεν μνημονεύουν συχνά τα γαλόνια τους στο vegan straight edge το οποίο υπηρετούν και σήμερα, καθώς μουσικά δεν θυμίζουν πάρα πολλά από τα παραπάνω ονόματα και, χάρη στην παραγωγή του αρχιμάστορα Kurt Ballou, ακούγοντας το νέο τους άλμπουμ θαρρείς ότι έμπασες στο στερεοφωνικό σου τίποτα νεανίες γεμάτους οργή και πληγωμένα όνειρα. Έτσι κι αλλιώς, σπανίζουν ιδιαιτέρως τα supergroup στο punk/hc που έχουν λόγο ύπαρξης, καθιστώντας τον όρο καθαυτό ως αδόκιμο, μιας και δεν έχει πολύ νόημα να βρίσκονται μέλη διάφορων σχημάτων για να αναβιώσουν την πρωταρχική φλόγα που τους συνεπήρε στον χώρο.

Πέραν λοιπόν της ταχυφλεγούς μουσικής των Sect, είναι και οι στίχοι τους που δεν σε αφήνουν να τους αγνοήσεις με τίποτα. Όχι μόνο διακρίνονται ξεκάθαρα μέσα στον κακό χαμό, αλλά σε βάζουν να μελετήσεις προσεκτικά τα μηνύματά τους. Κάπως σαν μια crust μπάντα να έπαθε κρίση έμπνευσης και όλο το μαύρο του κόσμου υποκλίθηκε σε λέξεις γεμάτες οργή και αλήθεια, όπως σαν κι αυτό το στιχάκι “They gave you rope, you made a noose called time”. Εντάξει, υπάρχει το κλασικό μοτίβο του “εμείς κι εσείς”, αλλά εδώ εμπλουτίζεται με μια ουσιώδη και όχι ξύλινη πολιτικότητα θαρρώ.

Οπότε φτάνουμε στον επίλογο, που θα μπορούσε να γεμίσει με κάθε είδους ενθουσιώδες σχόλιο που έχει γραφτεί σε δισκοκριτικές του παλιού metal hammer. Μέχρι βέβαια να τα αραδιάσουμε όλα, ο δίσκος που διαρκεί 18 λεπτά θα έχει τελειώσει. Οπότε πάμε πάλι από την αρχή, όχι μόνο της ακρόασης, αλλά και της ιστορίας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης