Pianos Become The Teeth – Wait For Love (epitaph)

Την εποχή που όλα έχουν παιχτεί στην κιθαριστική μουσική είναι σίγουρα πανδύσκολο μια μπάντα του χώρου αυτού να εκφράσει το νέο. Οι Βορειοαμερικάνοι PBTT το καταφέρνουν όμως. Δεν είναι ότι ως μπάντα παίζουν κάτι το πρωτότυπο, αλλά κάθε τους νότα εκτινάσσει αχαρτογράφητα συναισθήματα. Είναι η μαγική στιγμή που η μουσική απηχεί την αλήθεια, της μπάντας και στη συνέχεια τη δική σου. Απόδειξη δεν είναι μόνο το ήδη κατατεθειμένο υλικό της μπάντας, αλλά και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται μετά το πέρας πολλών ακροάσεων. Ξέρετε πολλές indie/punk/emo μπάντες που οι δίσκοι τους θεριεύουν μέσα σου με το πέρασμα του χρόνου; Εγώ όχι.

Οπότε το να ασχοληθούμε με το νέο άλμπουμ τους δεν είναι κάτι το εύκολο, καθώς στη γωνία περιμένει η ποιοτική ωρίμανσή του ως άκουσμα. Παραπέμποντας στην κριτική μου στο προηγούμενό τους άλμπουμ όπου έπεσα στην παγίδα της γρήγορης αποτίμησής του υποτιμώντας τον, θα απεικόνιζα σχηματικά την πορεία τους μέχρι και το Wait For Love ως εξής. Αρχικά, έχουμε στο πρωτόλειο έργο τους τη φόρα προς μια κατάδυση προς το άγνωστο, έπειτα στο Lack Long After το άλμα στο κενό μέχρι και την επαφή με το ψυχρό νερό με όλα τα ρίσκα του, τη βύθιση στο Keep You σε έναν αγνώριστο κόσμο όπου η ανάσα δυσκολεύεται, αλλά οι σκέψεις και τα συναισθήματα περισσεύουν και η κατάληξη στο τώρα, με τη λυτρωτική και αναζωογονητική ανάδυση από τη θάλασσα. Το ερώτημα είναι αν όντως ο τέταρτός τους δίσκος συμπληρώνει πιστά το παραπάνω σχήμα.

Καλές οι μονολεκτικές απαντήσεις, αλλά όχι για μουσικοκριτικές. Ακούγοντας το Wait For Love, πιστοποιείται για άλλη μια φορά η ποιότητα αυτής της μπάντας. Μιλάμε ξεκάθαρα για άλλο ένα συνεκτικό άλμπουμ που δύσκολα εντοπίζονται σε αυτό μέτριες στιγμές και εύκολα μεταδίδεται το τρυφερό συναίσθημα της έντασης που θέλει να βγάλει. Υπάρχει μάλιστα μια νοητή γραμμή που το συνδέει με τον προκάτοχό του ώστε η μετάβαση να είναι ήπια. Αυτή συμπυκνώνεται στο “Dancing”, που κυκλοφόρησε ενδιάμεσα των δύο δίσκων και συμβολίζει μια πιο upbeat έκδοση του Keep You, η οποία κάνει μπαμ στα τρία πρώτα τραγούδια του δίσκου αυτού.

Στη συνέχεια όμως κάτι συμβαίνει και η αρχική ορμή του δίσκου κατευνάζεται. Κάπου νομίζεις ότι λείπουν εκείνες οι εναλλαγές ή και οι στιγμές που απογείωναν τις συνθέσεις τους, κάπου οι κιθάρες σαν να παίζουν σαν ήρεμα πιάνο, χωρίς πάλι να μιλάμε βέβαια για κάτι πρόχειρο ή κακογραμμένο. Απλώς μου φαίνεται ότι είναι σαν να παίζουν στα σίγουρα, γνωρίζοντας ότι, με εφόδιο την πειστική ερμηνεία των βιωματικών στίχων του τραγουδιστή, τη συνοδεία του αδίστακτου (με την καλή έννοια) ντράμερ και την υψηλή πιστότητα όλης της μπάντας, μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Ευτυχώς, το καλύτερο το αφήνουν για το τέλος με τα “Manila” και “Love On Repeat” (τι βίντεο κι αυτό) να αποτελούν τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου και να εμπεριέχουν τις εκρήξεις που μας έχει καλομάθει η μπάντα. Το “Blue” που κλείνει τον δίσκο απλώς επαναφέρει την αίσθηση ότι η σκιά του Keep You παραμένει μεγαλύτερη από ό,τι θα έπρεπε.

Έχοντας στον νου τον ρου της ιστορίας των σχημάτων που άφησαν το underground για να πάνε στην epitaph με αποτέλεσμα να γνωρίσουν μεν επιτυχία, αλλά να χάσουν την αρχική τους φλόγα, ομολογώ ότι οι PBTT παραμένουν μέχρι και σήμερα η γλυκιά εξαίρεση στον κανόνα. Υπήρξε σαφώς μια ισχυρή μετάλλαξη στον ήχο τους, αλλά ο πήχης παραμένει ψηλά. Το δόντια ακόμη δεν έχουν ξαναγίνει πιάνα. Μήπως όμως ο χρόνος και σε αυτό το δισκογραφικό τους βήμα δεν έχει πει την τελευταία λέξη; Είτε για καλό, είτε για κακό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Pianos Become The Teeth – Keep You (epitaph)

pianosbecomethetteth.againstthesilence

Οι PBTT είναι από τις μπάντες που δεν χρειάζονται πολλά για να σε κερδίσουν ολοκληρωτικά, αν αρέσκεσαι στον συνδυασμό σκληρού ήχου και έντονης μελωδικότητας. Ένα κομμάτι αρκούσε και στην περίπτωση του γράφοντα (βλ. “I’ Be Damned”) για να τους ανακαλύψει και να πέσει πάνω στον ογκόλιθο με το όνομα The Lack Long After. Καθόλου τυχαία, αρκετός κόσμος εκτίμησε δεόντως τότε το 2011 τον πλούτο, την δύναμη και το βάθος των συνθέσεων τους. Πέρασαν τρία χρόνια όμως και τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην.

Αρχικά μετακόμισαν από την ανεξάρτητη Topshelf στην “ανεξάρτητη” Epitaph, η οποία πέρα από το αλλοπρόσαλλο ρόστερ της, διαθέτει και ένα κακό ιστορικό όσον αφορά πετυχημένες ποιοτικά μπάντες που δέχθηκε στους κόλπους της, λειαίνοντας τον ήχο τους (βλ. Hot Water Music, New Bomb Turks) και σε μερικές περιπτώσεις διαλύοντας τες (βλ. Thursday). Στην συνέχεια δήλωσαν, μετά και το “Hiding” που ήταν στο split εδώ και έδειχνε προς τα που θα κινούνταν στο μέλλον, πως δεν θα χρησιμοποιούν πλέον σκληρά φωνητικά. Σίγουρα δεν είναι οι πρώτοι που ηρεμούν στην πορεία των χρόνων τον ήχο τους και για να είμαστε ακριβείς οι μόνοι που έχουν ακολουθήσει αντίθετη κατεύθυνση στο πιο βαρύ είναι οι… Pantera. Το θέμα όμως είναι πως πέρα από το σήμα κατατεθέν του ήχου τους που τους έκανε να θεωρούνται ακόμη και screamo μπάντα, αλλάζει πλέον και όλη η φύση της μουσικής τους.

Σίγουρα είναι ένα τολμηρό βήμα να αποκοπούν σε τέτοιο βαθμό από το σύντομο παρελθόν τους. Ο στόχος τους είναι να βγάλουν έναν χαμηλότονο και συνάμα έντονο δίσκο, μόνο που το να αποφύγουν μια γενικότερη υποτονικότητα αποδεικνύεται μια ιδιαιτέρως δύσκολη αποστολή. Καθώς το στοιχείο της έκπληξης λείπει, με τις αλλαγές στην ροή ενός κομματιού ή τις εκρήξεις της φωνής που σε έπιαναν από τον λαιμό να απουσιάζουν παντελώς, περιμένεις κάτι άλλο να πάρει την θέση του. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια υπόγεια ένταση και εγκεφαλικότητα που θα ενέπνεαν οι νέες συνθέσεις, κάτι όμως που δεν συμβαίνει στο γενικότερο πνεύμα του δίσκου. Ακόμη και οι όμορφες στιγμές του όπως τα “Ripple Water Shine”, “Repine”, “Enamor Me” και “The Queen”, απλά πιστοποιούν την ποιότητα της ίδιας της μπάντας, χωρίς όμως να επιβάλλουν ένα νέο βάθος.

Ευτυχώς πάντως δεν καταλήγουν να ακούγονται ως άλλη μια εμπορική emo μπάντα του σωρού. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν να πάρουν παράδειγμα τους Elliott και τους The Appleseed Cast, οι οποίοι ηρεμώντας τον ήχο τους, πειραματίστηκαν σε πρωτόγνωρο για αυτούς βαθμό. Αυτό το σφίξιμο λοιπόν κρατά το Keep You από τους ώμους. Έτσι η ημερολογιακού χαρακτήρα παράθεση σκέψεων του τραγουδιστή στο πρoηγούμενο album, μεταβάλλεται σε μια στερεοτυπική ανάπτυξη προσωπικών θεμάτων, που ωθούνται να μπουν πλέον για πρώτη φορά σε κουπλέ, ρεφρέν και γέφυρες, στην ροή κάθε σύνθεσης. Εκεί μάλιστα που περιμένεις μια κάποιου είδους κορύφωση στο τέλος, έρχεται το “Say Nothing” για να σβήσει αναιμικά μετά το πέρας των επτά λεπτών που διαρκεί.

Όπως δείχνει και το εξώφυλλο, η φωτιά των δύο προηγ(ού)μενων τους δίσκων οφείλει να σβηστεί. Μόνο που το αποτέλεσμα αφήνει ανάμεικτα αισθήματα και το θαυμαστικό που συνόδευε το όνομα της μπάντας μέχρι χτες, πλέον γίνεται ερωτηματικό για τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτήν αύριο.

 


 

Μπάμπης Κολτράνης