Psych-rock jams, spells and avant-punk feminism: Lydia Lunch’s Big Sexy Noise/Οmega Ray live in Athens (10.11.2018)

 

0

Έχει έρθει επιτέλους το σαββατόβραδο που ανυπομονούσα με στωικότητα για να πρωτοακούσω από κοντά και κυρίως να φωτογραφίσω την αυθεντική avant-garde μάγισσα της τελευταίας, ίσως, ανατρεπτικής γενιάς των κοινωνικών αποβλήτων, την κυνική και επιβλητική φωνή των αθεράπευτα τρελών και απροσάρμοστων στη Νέα Υόρκη των ’80s. Δέος, μελαγχολική έκσταση και εφηβικά χτυποκάρδια, θα μπορούσε κανείς να γράψει για να συμπυκνώσει, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, την ολιστική εμπειρία. Ας το πιάσουμε από την αρχή, όμως, σιγά σιγά.

Ως συναυλιακός χώρος, το Gagarin 205 έχει φιλοξενήσει αρκετές από τις πιο ξεχωριστές προσωπικές στιγμές και πετυχημένα λάιβ που έχω ζήσει, οπότε ήταν αναμενόμενο να προσδοκούσα άλλη μια τέτοια στιγμή. Και η πρόβλεψή μου δεν ήταν λανθασμένη. Σε ένα σχετικά παγωμένο και λιγοστό κοινό, που σταδιακά αυξανόταν, εμφανίστηκε το πρώτο και μοναδικό support σχήμα, η αθηνέζικη psychedelic rock μπάντα Omega Ray. Να ξεκαθαρίσω ότι, αγαπώντας διαχρονικά τους Last Drive, είχα την προκατάληψη ότι το νέο σχήμα του Γιώργου Καρανικόλα θα κινηθεί στην ίδια μουσική garage/surf-rock πεπατημένη, παρ’ ολ’ αυτά διαψεύστηκα περίτρανα. Στη σχεδόν μονόωρη παρουσίαση του ομότιτλου ντεμπούτο τους (Ω-Ray) και με τον παραδειγματικό επαγγελματισμό των υπόλοιπων νεανικών μελών (Στέφανος Φλώτσιος, Άγγελος Κώττας, Κώστας Λουκόπουλος, Αριάννα Κ.), ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ακούσω να διαπλέκεται ο μεστός ελληνικός στίχος με κατανυκτικά shoegaze φωνητικά και πειραματικά folk/acid-rock τζαμαρίσματα. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στον κρυστάλλινο ήχο του ξυλοφώνου στο “Ξενιστής”, στις αργόσυρτες κιθάρες του νεοψυχεδελικού “Κυκλικός Χορός”, στα αισθησιακά blues του “Oξείδωση” και αναμφίβολα στην κορύφωση μιας μυσταγωγικής ατμόσφαιρας με το “Αίτνα”. Σε γενικές γραμμές, οι Omega Ray μπόρεσαν να χτίσουν μια κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση, να σπάσουν τη φθινοπωρινή παγωμάρα του κοινού και να αφήσουν μια αξιοπρεπή παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εμφανίσεις τους, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό.

 Το ενδιάμεσο διάλειμμα με το εκ νέου στήσιμο της σκηνής μάς βρήκε όλες και όλους να προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για ένα χυδαίο performance, ενώ η αναμονή ήταν βασανιστική, κάτι που σίγουρα θα απολάμβανε “σαδιστικά” το αντιδραστικό τρίο των Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White μαζί με τη Lydia Lunch) στα παρασκήνια. Καθώς όλα ήταν έτοιμα, πάνω στη σκηνή είχε ήδη τοποθετηθεί ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ένα γυάλινο ψηλό ποτήρι, ένα ακόμη στοιχείο που προοικονομούσε και εξασφάλιζε την επερχόμενη απόλαυση. Δεν άργησε να βγει στη σκηνή η Lydia Lunch και με τον δικό της καυστικό και ενδυναμωτικό τροπο, μας ξόρκισε άλλοτε με τραχιά και άλλοτε με αισθησιακή φωνή, ράγισε κάθε ανδρικό εγωισμό με μια αντισυμβατική femme-fatale επιτέλεση και κυριολεκτικά έφτυσε στα μούτρα κάθε καταπιεστική κοινωνική νόρμα που καταστρατηγεί τις ηδονές μας. Η διαχυτική της παρουσία, η άλλοτε απαθής και άλλοτε παιχνιδιάρικη θεατρικότητα και οι προβοκατόρικοι μονόλογοί της κατάφεραν να ενορχηστρώσουν μαζί με την εντυπωσιακή κιθάρα του James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) και τα εκκωφαντικά τύμπανα του Ian White (Gallon Drunk) ένα “κανιβαλιστικό ρομάντζο”. Συνεπαρμένος από το μεθυστικό high της στιγμής, μπόρεσα να ξεχωρίσω το μαγευτικό “Ballin’ The Jack”, το καταγγελτικό ύφος του “Your Love Don’t Pay My Rent”, την περιρρέουσα σεξουαλικότητα του “Trust The Witch”, το αμαρτωλό “Collision Course”, την εφιαλτική διασκευή του μνημειώδους “Κill Your Sons” (Lou Reed) και, τέλος, το οργασμικό “Forever On The Run”. Ουφ, επικό ρίγος!

Σε τελική ανάλυση, όλα τα υπόλοιπα που δεν μπορούν να περιγραφούν, απαθανατίζονται με ευκρίνεια στις ακόλουθες φωτογραφίες.

This slideshow requires JavaScript.


At last it’s Saturday night for which I long awaited with tremendous stoicism, for the sole purpose of listening to, for my first live, and mainly photographing the authentic avant-garde witch of the presumably last, subversive generation of social waste, the grandiose and cynical voice of the untold mads and misfits in ’80s New York. Awe, melancholic ecstacy and adolescent heartbeats would anyone write to condense, as vivid as possible, this holistic experience. Νonetheless, let’s get it from the beginning rather slowly.

 As a concert venue, Gagarin 205 has hosted some of the most memorable personal moments and successful lives I’ve ever experienced, so I was expecting another one successful night. And I didn’t false predicted. In a relatively cold and scarce audience that gradually grew, the first and only support appeared, Omega Ray, a psychedelic rock band from Athens. To clarify, since I love eternally The Last Drive, I was biased that George Karanikolas’ new band would oscillate between the same old garage and surf-rock soundscapes, but I was totally refuted. In an almost one-hour presentation of their self-titled debut album (Ω-Ray) along with the exemplary professionalism of the other younger members (Stefanos Flotsios, Angelos Kottas, Kostas Loukopoulos, Arianna K.), the mixing of concise Greek lyrics with devout shoegaze vocals and experimental folk/ acid-rock jams was a pleasant surprise. Worth-mentioning moments involve the xylophone’s crystallic sounds in “Xenistis”, the lengthy chords of neopsychedelic “Kyklikos Horos”, the sensational blues of “Oxidosi” and , unequivocally, the climax of an atmospheric ritual with “Etna”. In a few words, Omega Ray succeeded in building up a proper emotional charge, breaking the ice among the audience and setting a decent example for their future live appearances, at least from my perspective.

This slideshow requires JavaScript.

The mid-break with the stage set-up got us all emotionally prepared for a vulgar performance, while the standing by was tantalizing, a momentum which the reactive trio of Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White with Lydia Lunch) would surely enjoy in the backstage. As everything was set up, a big bottle of white wine and a typical wine glass were placed on stage, yet another fact which foreshadowed and ensured the upcoming enjoyment. Lydia Lunch wasn’t too late to come out and, in her own poignant and empowering way, haunted us sometimes with a harsh, sometimes with a sensual voice, broke down every male’s ego with an unconventional femme-fatale persona and literally spat in the face of any oppressive social norm which stifles our pleasures. Her effusive presence, her either apathetic either playful theatricality and the provocatorial monologues managed to orchestrate a “cannibal romance” alongside with the impressive guitar of James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) and the deafening drums of Ian White (Gallon Drunk). Deluged with the moment’s high, I was able to distinguish the enchanting “Ballin’ The Jack”, the denunciatory attitude of “Your Love Don’t Pay My Rent”, the raw sexuality of “Trust The Witch”, the sinful “Collision Course”, the eerie cover of monumental “Kill Your Sons” (Lou Reed) and, finally, the orgasmic “Forever On The Run”. Sigh, what an epic shiver!

In the long run, all the rest that cannot be described, were clearly immortalized in the following photos.

Pantelis Daskalakis

The Mon – Doppelleben (Supernatural Cat)

Στοιχειωμένοι από την τυχαιότητα της ζωής και τη μεταβλητή φύση της πραγματικότητας, πολλές φορές έχουμε βρεθεί στο νευραλγικό σημείο να αναστοχαζόμαστε την πορεία μας, να αμφισβητούμε τις προσωπικές επιλογές και τις συνέπειές τους, να αναθεωρούμε το πώς συσχετιζόμαστε με τον χωροχρόνο και τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. Άλλωστε, τι καθιστά πιο ανθρώπινη την ύπαρξή μας από ένα ατέρμονο υπαρξιακό άγχος και τη διαχρονική αντίληψη ότι όλα αλλάζουν, τα πάντα ρέουν προς μια αβέβαιη κατεύθυνση; Η μόνη βεβαιότητα που συντροφεύει το μοναχικό μας οδοιπορικό από τη γέννηση προς τον θάνατο είναι η αιώνια συνέχεια του κυκλικού χρόνου, συμβολικά, ως ο ουροβόρος όφις που δαγκώνει την ουρά του.

Αυτές ακριβώς τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και το συναισθηματικό φάσμα πραγματεύεται –ενσταλάζει, καλύτερα– το νέο solo project Doppelleben (διπλή ζωή, στα ελληνικά) και δίσκος-ντεμπούτο του επιβλητικού frontman και μπασίστα, Urlo, του ιταλικού doom metal τρίο των Ufomammut, υπό το όνομα The Mon. Κατακλυσμένο από ζοφερούς συμβολισμούς, avant-garde μοτίβα και post-apocalyptic φαντασιακά, ο δίσκος καταφέρνει από νωρίς να σπείρει τον νιχιλισμό, την αποξένωση και τον φόβο στα αυτιά και στις καρδιές μας.

Πράγματι, πρώτα το “Hedy Lamarr”, με heavy-synth και ambient/drone στοιχεία, ανάλογα των δουλειών του Dominick Fernow και του Tim Hecker, μας ανυψώνει σε μια ανικανοποίητα σκοτεινή στρατόσφαιρα, σε μια ψυχρή, ταρκοφσκική δυστοπία. Τη μυσταγωγική τελετουργία ακολουθεί το “Salvator Mundi”, με ένα αμάλγαμα από σποραδικές φωνές που στοιχειώνουν και ένα εκστατικό κρεσέντο που παγώνει το αίμα. Το τρίτο κατά σειρά κομμάτι, “Hate One I Hate”, εισάγει έναν πιο αργό, glacial-synth και dark-ambient ρυθμό, με μια έντονα απειλητική ηχώ, που δοκιμάζει τα συνειδητά και υποσυνείδητα όρια της πνευματικότητάς μας. Μέχρι στιγμής, ο Urlo πετυχαίνει να οικοδομήσει μουσικά μια δαντική κόλαση, να αναβιώσει έναν γοητευτικά απαγορευμένο εφιάλτη που ελλοχεύει, βαθιά ριζωμένος στην ανθρωπινότητα.

Με εμφανείς post-punk επιρροές από τους –ύστερη Bauhaus εποχή– Tones on Tail και την πρώιμη δουλειά των Νine Inch Nails, το “Blut” επιταχύνει τον ρυθμό με μια industrial ιλιγγιώδη ορμή, συνδυάζοντας στο παρασκήνιο τον μεταλλικό ήχο από τα πιατίνια, την εκκωφαντικότητα των τυμπάνων και τα εκκλησιαστικά πλήκτρα, αναπτερώνοντας το ηθικό μας για μια επερχόμενη εξιλέωση. Δίχως δεύτερη αναπνοή, ξαναβρισκόμαστε να κυλιόμαστε στον σκοτεινό βούρκο του “Relics”, όπου ανατριχιαστικά φωνητικά και instrumentals καθοδηγούν, ενορχηστρώνουν την αγωνιώδη αναζήτησή μας για φως.

Την ίδια υποτονική ατμόσφαιρα και κλειστοφοβική ένταση χαρτογραφεί το έκτο κομμάτι του άλμπουμ, “Soulloop”, προετοιμάζοντας ό,τι απέμεινε από την ψυχή μας για ένα καθαρτικό πέρασμα. Αντιθετικά, λοιπόν, στο έρεβος, στέκεται το ψυχεδελικό διαμάντι “Her”. Αιθέρια φωνητικά, shoegaze ηχοτόπια και μια αλληλουχία συγχορδιών που αναμφίβολα υιοθετεί την πνευματική διαύγεια και, συνειρμικά, θυμίζει το άλμπουμ The Seer των Swans. Το φυγόκεντρο ταξίδι μας έχει φτάσει στον έσχατο προορισμό του, το ομώνυμο με τον δίσκο, όγδοο κομμάτι, “Doppelleben”, όπου noise και future ambient μελωδίες χαλαρώνουν τους νευρώνες μας, εξαγνίζουν τις κρυφές ενοχές μας και αποκαλύπτουν στον εαυτό μας τη βαθιά επιθυμία για μία ακόμη επανάληψη αυτής της ανατρεπτικής ενδοσκόπησης.

Ως επιστέγασμα, το solo project Doppelleben από Τhe Mon , που θα κυκλοφορήσει ολόκληρο στις 8 Νοεμβρίου, αντανακλά μια αυθεντική μουσική εμπειρία, είναι η επιτομή ενός ολιστικού βιώματος που ταλαντεύεται και πειραματίζεται ανάμεσα στο τρίπτυχο μοναχικότητα – λύτρωση – δυστοπία και αποδεικνύεται περίτρανα ένα πολύτιμο σημείο καμπής στο προηγούμενο έργο του Urlo.


Haunted by the chanciness of life and the variable nature of reality, we have often been at the neuralgic point of rethinking our course, questioning our personal choices and their consequences, reviewing how we correlate with space-time and the people around us. Besides, what renders our existence more human than a perpetual existential dread and the timeless perception that everything changes, everything flows in an uncertain direction? The only certainty that accompanies our lonely journey from birth to death is the eternal continuity of circular time, symbolically, as the ouroboros serpent biting its own tail.

Precisely, these philosophical pursuits and emotional spectrum treats – instills, better – the new solo project Doppelleben (double life) and debut album of the orotund frontman and synth/bass player, Urlo, from Italian doom metal trio, Ufomammut, under the name of The Mon. Deluged with gloomy symbolism, avant-garde motifs and post-apocalyptic fantasies, Doppelleben manages early to sow nihilism, alienation and fear in our ears and hearts.

Indeed, first of all, “Hedy Lamarr” elevates us into an unsatisfying dark stratosphere, into a cold, Tarkovsky-esque dystopia, with heavy-synth and ambient/drone elements, comparable to the works of Dominick Fernow and Tim Hecker. Subsequent to the mystic ritual, “Salvator Mundi” leads with an amalgam of sporadic, haunting vocals and an ecstatic, blood-freezing crescendo. The third song, “Hate One I Hate”, introduces a slower, glacial-synth and dark-ambient rhythm, with an intensively looming echo that challenges the conscious and subconscious boundaries of our spirituality. So far, Urlo has successfully built a musical Dante’s Inferno, reviving an enchanting forbidden nightmare, which lurks, deeply rooted in humanity.

Evidently influenced by – the late Bauhaus era – post-punk band Tones on Tail and the early work of Nine Inch Nails, “Blut” accelerates the pace with an industrial, blistering momentum by mixing the metallic sound of the cymbals, deafening drums and ecclesiastical tones in the background, raising our morale for a forthcoming atonement. Without a second breath, we find ourselves wallowing in the dark mire of “Relics”, where eerie vocals and instumentals guide, orchestrate our agonizing search for light.

Τhe same hypotonic atmosphere and claustrophobic tension cartographes the album’s sixth track, “Soulloop”, preparing what is left of our soul for a cathartic passage. Therefore, opposing to total darkness, stands the psychedelic gem “Her”. Ethereal vocals, shoegaze soundscapes and a sequence of chords which, unequivocally, adopt a spiritual clarity, spontaneously reminiscent of Swans’ The Seer. Our centrifugal trip has reached its final destination, the titular eighth track of the album, “Doppelleben”, where noise and future ambient melodies relax our neurons, purify our hidden guilt and unveil our inner desire for even one more repeat of this subversive introspection.

In a nutshell, the new solo project Doppelleben by The Mon, which will be full released on November 8, reflects an authentic musical event, epitomize a holistic experience which oscillates and experiments among isolation – redemption – dystopia and proves to be an invaluable turning point in Urlo’s previous work.

 

Pantelis Daskalakis