Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou

Οδυσσέας Τζιρίτας – Butterflies (self-released/name your price)

 

Η περίσταση της συγκεκριμένης παρουσίασης είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη, προσωπικά μιλώντας. Ούτως ή άλλως η ιδιαιτερότητα της διατρανώνεται εμφατικά από το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά ενός νεότατου δημιουργού/μουσικού. Με τον οποίο μάλιστα, είχα συνυπάρξει σε μια συναυλιακή συνθήκη/σύμπραξη, λίγα χρόνια πριν. Είχα, τότε, κυριολεκτικά εκστασιαστεί από τον υπέροχα υγρό ήχο που έβγαζε ως κιθαρίστας. Τώρα λοιπόν, κυκλοφορεί το ντεμπούτο του, έχοντας ήδη προλάβει να δοκιμαστεί μουσικά, μέσα από μία σειρά live εμφανίσεων. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο εν λόγω καλλιτέχνης βρίσκεται ακόμα στην εφηβεία, κατανοεί εύκολα κανείς πόσο φιλόδοξη και αλματώδης είναι η κίνηση αυτή. Ειδικότερα μάλιστα, καθώς πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή, η οποία εν πολλοίς στηρίζεται στις κατευθύνσεις και στα όρια που ο ίδιος ο Οδυσσέας έθεσε. Και, συνεπώς, πρόκειται για μια δυνητικά προσωπική εκτόξευση.

Η επιλογή μιας άτυπης home recording προσέγγισης κρύβει κινδύνους, ενδεχομένως. Εδώ ωστόσο, λειτουργεί απελευθερωτικά, προσδίδοντας έναν ζωντανό χαρακτήρα στην όλη ηχογράφηση. Της οποίας το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται, έχοντας ως βάση μια χαρμόσυνα ρυθμική σύνθεση. Η οποία μόνο ως ευχάριστη έκπληξη δύναται να χαρακτηρισθεί, καθώς μου έφερε στο μυαλό τους Charlatans, αλλά και συνολικά τον πάλαι ποτέ, καλαίσθητο, indie ήχο της πόλης του Manchester. Η χρήση θηλυκών φωνητικών στο προκείμενο, είναι επίσης μια εξόχως ταιριαστή επιλογή. Ενώ επιπρόσθετα, δίνει τον τόνο, για μια σειρά εκπλήξεων και αναδομήσεων που στη συνέχεια επακολουθεί. Ειδική μνεία αξίζει να επιφυλαχθεί στους πολύ όμορφους και έξυπνα δομημένους τίτλους, οι οποίοι προσδίδουν διάφορες χρωματικές εντάσεις στα κομμάτια που εμπεριέχονται εδώ. Το “Give Me Sun, Take My Soul” στέκεται ως εμφατικά ενδεικτικό επιχείρημα της ως άνω τεθείσας πρότασης. Βάζοντας μάλιστα, στο πεδίο ηλεκτρονικά στοιχεία και ρυθμικές υπερβάσεις, δίνοντας παράλληλα τη σκυτάλη σε ένα σχεδόν αμιγώς αυτοσχεδιαστικό blues rock όργιο. Μέσα από το οποίο ο Οδυσσέας κατορθώνει να τονώσει όχι μόνο τις ικανότητες του ως κιθαρίστας, μα παράλληλα να διατυμπανίσει την έμμετρη συνθετική του δεινότητα. Υπό άλλες συνθήκες, θα βαριόμουν αγρίως με μια ανάλογη επίδειξη, για να το θέσω όσο απλούστερα γίνεται. Εδώ όμως, οι συνεχείς εναλλαγές τονίζουν τον απαράμιλλα ηδονικό χαρακτήρα που αυτή η σύνθεση αδιόρατα προϋποθέτει. Ως βάση, μα και ως αμφισημία, τοιουτοτρόπως.

Η συνέχεια της ακρόασης με οδηγεί σε απρόσμενα μονοπάτια, όπου διακρίνω μια παλέτα διαφόρων, μα και δυνητικά ουσιωδών επιρροών. Οι οποίες συμπλέκονται στο αμάλγαμα της ρυθμικής αντίληψης που είναι κυρίαρχη σε αυτή την ηχογράφηση. Σε στενό συνδυασμό με μια αβίαστη διάθεση ανάπτυξης, μα και παράθεσης, ολότελα εύηχων μελωδιών. Οι οποίες αγγίζουν ακόμα και τα πεδία της jazz, στολίζοντας το υλικό με μια ευάρεστη διάθεση ενδελεχούς διαύγειας. Θυμίζοντας μου τις πλέον funky εκ των στιγμών, των -μάλλον- αγνοημένων Mushroom. Όπως επίσης και τις solo ενατενίσεις του Jeff Parker, αφαιρώντας ευτυχώς τον απροκάλυπτο ακαδημαϊσμό του τελευταίου. Το εξαιρετικό “I Took My Shoe Off, But…” είναι ένα τρανό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης.

Το υλικό αυτό απολήγει να διατηρεί τόσο τη διακριτικότητά του, όσο και την περιπετειώδη υφή του, ταυτόχρονα. Αποφεύγοντας άνετα τις συμπληγάδες του εντυπωσιασμού, αλλά και της αχρείαστης, άκαιρης νοσταλγίας. Χρησιμοποιώντας ως καμβά ένα -γενικά μιλώντας- alternative pop/rock πλαίσιο, κατορθώνει να ενοποιήσει μια σειρά από ξέχωρους ηχητικούς κώδικες. Φροντίζοντας μάλιστα, ώστε η ροή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας να παρατίθεται σοφά, σχεδόν. Έχοντας ως αποτέλεσμα ένα album που ακούγεται ολοένα και αρτιότερο, στον ρου της συνολικής του διάρκειας. Ο θεμελιακά pop χαρακτήρας του σηματοδοτείται από την εύηχη ποιότητα των μελωδικών του σημείων τα οποία, σχεδόν πάντοτε, διατηρούν μια συναυλιακής υφής συναισθηματική διάταση. Κάνοντας με να θέλω να παρευρεθώ σε κάποια μελλοντική ζωντανή εμφάνιση του Οδυσσέα.

Σε ό,τι αφορά την εδώ παρατιθέμενη κυκλοφορία, είναι πασιφανές ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα όμορφη συλλογή στιγμών και ηχητικών φράσεων. Η οποία ως πρόσημο χαρακτηρίζεται από τον ανιδιοτελώς ευδαιμονικό της χαρακτήρα. Αν και αρχικά, κάποιος εύκολα θα υιοθετούσε την άποψη ότι η κίνηση μιας full-length εργασίας αποτελεί ένα σαφέστατα φιλόδοξο βήμα, ειδικά για έναν τόσο νεαρό καλλιτέχνη, φρονώ πως δεν είναι αυτό το σημείο στο οποίο οφείλει να σταθεί κανείς. Απεναντίας, το κρίσιμο στοίχημα αυτού του δίσκου, είναι ακριβώς η απόδοση μιας απρόσκοπτα όμορφης διαδικασίας παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που λατρεύει και λατρεύεται. Και, εν τέλει, υπάρχει ως μια απαραίτητη προσθήκη, στο μουσικό στερέωμα του σήμερα. Δηλώνω εντυπωσιασμένος, λοιπόν. Άνετα, και ολοκληρωμένα, θα προσέθετα.

 

 

Γιώργος Καναβός

Additional Scene – Symposium (self-released/name your price)

Η καινοτομία, η παρουσίαση μιας φρέσκιας και πρωτοποριακής δημιουργίας αποτελεί ένα από τα ζητούμενα των καλλιτεχνών. Αυτό έχει τη θετική του πλευρά, εφόσον η προσπάθεια για ρηξικέλευθες δημιουργίες μας έχει δώσει κατά καιρούς διαμάντια, δουλειές που πραγματικά έχουν μέσα τους στοιχεία νεωτερισμού. Ορισμένοι βέβαια, καλλιτέχνες παρά την υπερπροσπάθεια να παρουσιάσουν ένα νέο δημιούργημα που θα κάνει τη διαφορά στα μουσικά δρώμενα, δεν πετυχαίνουν πάντα αυτό που επιθυμούν και το αποτέλεσμα ενδέχεται να χαρακτηριστεί τουλάχιστον αδιάφορο.

Υπάρχουν, ωστόσο και οι περιπτώσεις εκείνες που, παρόλο που δεν χαρακτηρίζονται ως καινοτόμες, προκαλούν στους ακροατές ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε για μένα το τελευταίο άλμπουμ Symposium των Additional Scene. Δεν ήξερα, ως εκείνη τη στιγμή, ούτε το συγκρότημα ούτε την τελευταία τους δουλειά που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πρόκειται όμως, για ένα άλμπουμ το οποίο αμέσως μου τράβηξε την προσοχή και δεν έμεινα σε μια μόνο ακρόαση.

Πληροφορίες για το ημεδαπό σχήμα δεν βρήκα πολλές. Υποθέτω, πως η προβολή δεν είναι πρωταρχικός τους στόχος και, ίσως είναι ένα θέμα που θα μπορούσαν να διαχειριστούν με έναν διαφορετικό τρόπο, μιας και μεταξύ της υπερέκθεσης και της σπάνιας ή αραιής εμφάνισης υπάρχουν ενδιάμεσα πολλά στάδια.

Εκείνο που με έκανε να τους εκτιμήσω, πέραν της μουσικής τους και της name your price κυκλοφορίας τους είναι η αυτοκριτική διάθεση και ο αυτοσαρκασμός που τους διακρίνει. Παρουσιάζοντας, π.χ. το “Itch”, δηλώνουν ότι αρχικός σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός metal τραγουδιού, αλλά τελικά η προσπάθειά τους ήταν αποτυχημένη. Δεν βλέπεις συχνά μπάντες να είναι τόσο ειλικρινείς με τις αρχικές τους προθέσεις σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα που βγαίνει τελικά στη δουλειά τους. Πρόκειται για ένα δυναμικό τραγούδι, με κάποια, διάσπαρτα, metal στοιχεία ειδικά προς το τέλος του, αλλά θα συμφωνήσω με την μπάντα, metal δεν είναι.

Αντίθετα στο “Exploit” διακρίνονται post metal στοιχεία. Διαθέτει διάρκεια και στρωματοποιημένη δομή, έντονη εισαγωγή και συνεχίζει με εναλλαγή σημείων έντασης στα οποία κυριαρχούν οι κιθάρες και στιγμών ηρεμίας. Το “Tender” ντύνει μελωδικά την αίσθηση της ανεπάρκειας και της ατέλειας που όλ@ μας έχουμε νιώσει πολλές φορές στη ζωή μας και δίνει τη σκυτάλη στο δεκάλεπτο “Northward Migration”. Στο τραγούδι αυτό υπάρχει η αίσθηση της μελαγχολίας εκείνης που σου δημιουργείται όταν μεταναστεύεις ή όταν φεύγεις μακριά από τον τόπο σου και που (ίσως) δεν ήσουν απόλυτα έτοιμ@ να το κάνεις, παράλληλα με την αίσθηση της δύναμης που απαιτεί η πραγματοποίηση μιας τέτοιας απόφασης. Στο “Goax (The Shepherd)” κυριαρχούν η κιθάρα και τα ντραμς με έναν επαναλαμβανόμενο και συνάμα ενδοσκοπικό ήχο.

Δεν είναι επομένως η καινοτομία που μου τράβηξε την προσοχή στο Symposium. Μιλάμε για ένα instrumental post rock άλμπουμ με post metal στοιχεία, παρουσιασμένα κατά τέτοιον τρόπο που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον κατά την ακρόαση του. Εκείνο που τελικά, με κέρδισε είναι η αυθεντικότητά τους και η ψυχή που καταθέτουν στη δημιουργία τους.

Sylvia Ioannou

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

[ B O L T ] – ( 04 ) (name your price/dunk records)

Δύση του ήλιου στον καλιφορνέζικο ορίζοντα. Το φως δεν έχει χαθεί, αργοσβήνει. Ήσυχο τοπίο, με έντονα χρώματα να εμφανίζονται, απαλείφοντας σταδιακά τα φυσικά χρώματα του τοπίου. Οι σκιές των δέντρων δεσπόζουν γύρω σου, δημιουργώντας την απαραίτητη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της διαδρομής που θες να ακολουθήσεις, χωρίς ωστόσο να είναι ορατός ο δρόμος. Η εικόνα σε παραπλανά για το τι θα ακούσεις, εσύ όμως θες να περιπλανηθείς, παραμένεις.

Η σιωπή που περιβάλλει το τοπίο αναζητά διέξοδο. Κι αναδύεται ένας ήχος μινιμαλιστικός, αργός και καταιγιστικός. Σκοτεινός και συνάμα καλά δομημένος. Σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι υπάρχει ένα φως παρόμοιο με εκείνο της εικόνας, η συνύπαρξη του σκοταδιού με το φως μέσα στις μελωδίες, με τα χρώματα της συνύπαρξης αυτής να βρίσκονται εκεί, όχι για να φωτίσουν το τοπίο, αλλά για να τονίσουν τις σκιές.

Το γερμανικό συγκρότημα ξέρει πώς να χειριστεί τα συναισθήματα που σου προκαλεί η μουσική τους. Πνίγεσαι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σε καταδιώκει. Και χάνεσαι όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι. Η μουσική εξελίσσεται μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Επαναλαμβανόμενα, ρυθμικά και καταθλιπτικά μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά ξέρεις ότι έτσι πρέπει να είναι. Η κίνηση είναι βραδεία, αργή. Σε προετοιμάζει για ό,τι επακολουθεί. Η αυξανόμενη ένταση και οι ηχητικοί κυματισμοί σε παρασύρουν μαζί τους. Είναι σαν να θες να φτάσεις στον προορισμό σου και ψάχνεις πώς θα το καταφέρεις. Δεν ξέρεις αν έχεις χαθεί, δεν ξέρεις ποια κατεύθυνση να πάρεις.

Οι [ B O L T ] στο νέο τους album ( 04 ) διευρύνουν τον ήχο τους με την ένταξη των drums. Η προσθήκη αυτή προσδίδει ένταση και ρυθμική αρμονία, συνδράμοντας στη μουσική τους εξιστόρηση. Με τα drums ως ισχυρό όπλο στα χέρια τους, οργανώνουν τον χρόνο στη μουσική τους σύνθεση, παρουσιάζουν μια συμμετρική περιοδικότητα, εναλλάσσοντας δυνατά και ήπια μουσικά μέρη, ολοκληρώνουν το μουσικό τους έργο, διατηρώντας παράλληλα την ιδιαίτερη μελωδική τους υπογραφή. Μεθοδικά δομημένη μουσική, αναδυόμενη από την καταπιεστική σιωπή που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα 22 σχεδόν λεπτά του “[ 1 3 ]”, αποδίδει ένταση με τα κενά και την αργή της εξέλιξη, καταλήγοντας σε μελωδικό θόρυβο, ιδιαίτερα στο “[ 1 8 ]”, με στοιχεία drone, doom, black metal.

Η χωρίς λόγια διαλογιστική μουσική των [ B O L T ] σε αφήνει να την “ντύσεις” εσύ με στίχους, να διηγηθείς τη δική σου ιστορία από μια διαδρομή που τελικά επιλέγεις να κάνεις ακούγοντάς τους. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσες να έχεις καλύτερο οδηγό περιπλανώμενος στα σκοτάδια του δημιουργικού ηχητικού τοπίου από τους ίδιους τους [ B O L T ].

 

 

Sylvia Ioannou

 

Ape Cave – Language Of The Earth (name your price)

27 Ιανουαρίου 2016: προστίθεται στο μουσικό κουτί του Against The Silence το Pillars Of Evolution των Ape Cave.

Σχεδόν ακριβώς δύο χρόνια έπειτα, σήμερα, φωλιάζουμε τα αυτιά μας στον βρυχηθμό του Language of the Earth.

Χωρίς να ’χω κατακτήσει τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος ωριμάζει τους ανθρώπους –μουσικούς και μη– διακρίνω ήδη από την αρχή την κατασταλαγμένη μαχητικότητα της δεύτερης ολοκληρωμένης δουλειάς των Αμερικανών Ape Cave.

Καταγόμενοι από το Πόρτλαντ, μια πόλη που έχω μάθει να αναγνωρίζω ως ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από χαρακτήρες, τάσεις και ιδεολογίες (κατακάθι του Portlandia, που με ακολουθεί σθεναρά σε κάθε αναφορά στο Πόρτλαντ), σκορπίζουν τη χαρωπή μου προδιάθεση για να παρουσιάσουν μια επίγεια κόλαση.

Το Language Of The Earth δεν είναι μια ελεγεία, δεν διηγείται ιστορίες, δεν πλάθει παραμύθια. Σκοπός του είναι να περιγράψει την προαιώνια μάχη στην οποία πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος – αυτή η δημιουργία χωρίς δημιουργό, το πλάσμα από χώμα και αίμα που σφυρηλατήθηκε στη φωτιά της γης (“Creation”).

Καταρρακωμένος από την ίδια του την αδυναμία να κατανοήσει την ύπαρξή του, βυθισμένος στον λαβύρινθο της συνειδητότητας, ο καθένας από εμάς παλεύει να οριοθετήσει τη ζώνη του έναντι των υπόλοιπων ανθρώπων που περιφέρονται εξίσου άσκοπα γύρω του (“Labyrinth”).

Μόνο κίνητρο σε αυτή την περιπλάνηση, τα ίδια μας τα όνειρα, τα λόγια ενός καθοδηγητή “προφήτη”, η ανάγκη μας να φτάσουμε στο τέλος (“Percipient”) και εντέλει η ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να σωθούμε από τη βία που μας καθοδηγεί (“Temple”).

Το ηθικό δίδαγμα δεν είναι άλλο από την αναγέννηση, τη δεύτερη ευκαιρία. Θα χορέψουμε, θα τραγουδήσουμε, θα αποτινάξουμε από πάνω μας το παρελθόν, θα αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας (“Revival”). Θα καρπωθούμε τη στιγμιαία ευτυχία και γαληνεμένοι θα παραδώσουμε την ύπαρξή μας (“Green Planet”).

Σε εκείνη την κρίσιμη, τελική στιγμή είναι που θα βρούμε τις απαντήσεις, που δεν ψάχναμε αλλά που χρειαζόμασταν. Θα απογυμνωθούμε, θα γίνουμε το άπαν και το τίποτα (“Awake at the End of Time”).

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης