Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

Amniac – Matriarch (name your price)

Στην δεύτερη τους δουλειά, ονόματι Matriarch, οι Amniac αν μη τι άλλο δείχνουν ότι βρίσκονται σε μεγάλες φόρμες: καλογραμμένα και δουλεμένα – από όλες τις απόψεις – κομμάτια, έγχορδα και τύμπανα που αποπνέουν τεχνική, χωρίς ωστόσο να κάνουν επίδειξη, και χωρίς να αναλώνονται σε φλυαρίες ή να κάνουν κατάχρηση των διαθέσιμων τεχνολογικών βοηθημάτων, παθιασμένα φωνητικά, άλλοτε άγρια κι άλλοτε μελωδικά, και παραγωγή που μολονότι ο υποφαινόμενος θα την ήθελε πιο μπασαρισμένη, είναι αρκετά καθαρή και δεν υποβαθμίζει την συνολική ενέργεια της μπάντας. Εάν το Matriarch είχε βγει κατά την περίοδο 2010-2013 (άντε, 2014, που είναι και η χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας των Amniac), ο εγχώριος τύπος θα είχε βουίξει για τους έλληνες (με μικρό ή κεφαλαίο γράμμα) Neurosis, ή τους έλληνες Amen Ra, ή τους έλληνες (ας συμπληρώσει ο καθένας κι η καθεμιά το σχετικό, κατά τη γνώμη τ@, συγκρότημα).

Δεδομένου, όμως, ότι η περίοδος αυτή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, εδώ είναι που υπεισέρχεται και το «αλλά» του πράγματος.

Μέσα στα κομμάτια του Matriarch υπάρχουν δύο τάσεις: η μία τάση, εκουσίως ή ακουσίως, παραπέμπει στο πιο παραδοσιακότροπο metal, και η άλλη τάση ακολουθεί τα τυπικά postrock/metal μοτίβα. Υπάρχουν, δηλαδή, ιδέες που άνετα θα μπορούσαν να υπάρχουν σ’ έναν σύγχρονο doom metal δίσκο – και όχι μόνο (π.χ. στα “Huntress Virgin Goddess” και “Devadasi”). Τολμώ να πω ότι η ίδια τάση υπήρχε και στην πρώτη τους δουλειά, με τίτλο Infinite, αλλά στο Matriarch είναι ακόμα πιο τονισμένη. Παρ’ ότι η συνύπαρξη των δύο τάσεων δεν αποβαίνουν η μία κατά της άλλης κατά την ανάπτυξη των συνθέσεων, και χωρίς να παραβλέπω ότι οι Amniac φαίνονται γενικά ταγμένοι στον postmetal/sludge ήχο, τα πιο παραδοσιακότροπα στοιχεία ακούγονται πιο τολμηρά, ίσως και πιο «φρέσκα» (!), σε σχέση με τα post στοιχεία, που ακούγονται απλά… συνηθισμένα, σχεδόν τυπικά του ιδιώματος – σαν να θεωρήθηκε θεμιτό να υπάρχουν στα κομμάτια απλά ως δηλωτικά, σαν αναγκαία σύμβαση, ως έναν τρόπο προκειμένου οι Amniac να υπενθυμίζουν σε ποια κατηγορία ανήκουν, ίσως όμως κι ως απαραίτητο συνδετικό στοιχείο μεταξύ των δύο κυκλοφοριών των Amniac.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η συνύπαρξη των στοιχείων δεν δυσχεραίνει την ακρόαση ∙ έχει, ωστόσο, ένα άλλο αποτέλεσμα: ότι καθιστά, από ένα σημείο και μετά, τα κομμάτια προβλέψιμα ως προς την ανάπτυξη τους – πράγμα που με τη σειρά του, καθιστά πιο δύσκολη την επιβίωση του Matriarch σε βάθος χρόνου, όπως καθιστά δύσκολη και την ανάδειξη των Amniac σε μια αυτόνομη οντότητα σ’ έναν χώρο που, αν και σε μικρότερο βαθμό απ’ ότι στο postrock, φλερτάρει πολύ στενά με τις συμβάσεις. Το Matriarch είναι μια καλή δουλειά από πολλές απόψεις, αλλά εν έτει 2017, είναι εξίσου θεμιτό να υπάρχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις.

ATM

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie

Kalpa – Dissociation (name your price)

  Η ζωή των Kalpa ως μπάντα, μετράει περίπου τρία χρόνια. Μέσα σε αυτή τη περίοδο πέρα από τα tour και τις μεμονωμένες συναυλίες, κατάφεραν να παρουσιάσουν και δυο δουλειές. Διαφορετικές μεταξύ τους αλλά με την ίδια υπογραφή. Ο λόγος για το καινούργιο δίσκο ονόματι Dissociation.
Με την έντονη εισαγωγή του πρώτου κομματιού με τίτλο “Plunger” διακρίνουμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η παρουσία φωνητικών, η οποία δίνει μια ένταση και μια μαυρίλα στο δίσκο. Το ανεβασμένο τέμπο του κομματιού σε συνδυασμό με τα φωνητικά θυμίζουν τις σκοτεινές ημέρες της προηγούμενης ζωής. Ίσως η σπειροειδής κατάδυση στην αποκόλληση του εαυτού από το κοινωνικό περίγυρο να ήταν προδιαγραμμένη. Το μαθηματικό μοντέλο δεν είναι κάτι άλλο παρά η γέννηση. Είναι ντετερμινιστικό. Το δεύτερο που διακρίνουμε είναι η νόρμα του όγκου. Tο βαρύ στοιχείο έρχεται και κάθεται σε σχέση με τον προκάτοχο του από την αρχή. Τα απόκοσμα βαριά φωνητικά και οι γρήγορες εναλλαγές στο τέμπο δίνουν μια εισαγωγή για αυτό που θα ακολουθήσει.
  Χωρίς φανφάρες το “Subduction pt.1” αναλαμβάνει το ρόλο της μέσης της ιστορίας. Η έντονη γεύση από το προηγούμενο συνεχίζει αλλά η βάση έχει αλλάξει. Ο εαυτός έσπασε στα δύο και τα δυο κομμάτια μοιράστηκαν με βάση το μοντέλο που προαναφέρθηκε. Το πρώτο κράτησε την βίαιη κληρονομία της εισαγωγής και το δεύτερο εισέπραξε το μελωδικό τελείωμα του προηγούμενου. Η διακριτική συμφωνία που πραγματεύτηκε αντικατοπτρίζεται στον καθρέφτη. Ο όγκος του ήχου μετατρέπεται σε μελαγχολικό συναίσθημα στο “Subduction pt.2”, αλλά τα φωνητικά δεν αφήνουν το χέρι της μνήμης.
  Και εκεί ίσως προκύπτει και ένα τρίτο (αόρατο) πρόσωπο στην εξίσωση. Αυτό που κουβαλάει τα βάρη των προηγούμενων και όπου σταδιακά αρχίζει και κατανοεί την ύπαρξη του. Ο πληθωρικός ρόλος των οργάνων θυμίζει κάτι σαν μπαρόκ στο post-κάτι είδος. Και δεν είναι μουσικός μανιερισμός. Ίσως είναι ένας διακριτικός φόρος τιμής στις μπάντες του είδους. Τα βαριά riff και η λυρική ατμόσφαιρα αναλαμβάνουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή αλλά στο τέλος φαίνεται η αναγεννησιακή επιρροή του τρίτου προσώπου. Με την αυθαιρεσία που μας επιτρέπει τη σχετική υποκειμενικότητα του ακροατή απέναντι στο δημιουργό.
  Το τέλος του δίσκου δείχνει τα αγχωτικά δόντια από την αρχή, με την Gaza-μανούρα να δίνει πάσα σε πιο sludge ήχο και πομπώδη μελωδίες. Ο στροβιλισμός δεν έχει σταματήσει και η μικρή διάρκεια του δίσκου δείχνει προς μια κατεύθυνση. Αυτό του απείρου και της επαναληψιμότητας. Άπειρο για τον αέναη κατάδυση του πρωταγωνιστή και επανάληψη για τα αυτιά μας. Η παραγωγή και η δημιουργικότητα της μπάντας για άλλη μια φορά είναι άψογη και σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική αισθητική του δίσκου ακουμπάει την νοσταλγική χορδή της χρυσής post εποχής και ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στο θεατή για αυτό που θα ακολουθήσει.
ichie

Blind Them With Science – This Is Not Scientifically Proven, Donald… (name your price)

Ανέκαθεν είχα την εντύπωση ότι το post rock είναι ο κατεξοχήν μουσικός χώρος για τα socially awkward άτομα της γενιάς μας. Θέλετε η κυρίαρχη απουσία στίχων, οι παρατεταμένες ήπιες μελωδίες με τις στιγμιαίες εκρήξεις και οι υπαινικτικοί τίτλοι; Ή μήπως η εσωστρέφεια που εκδηλώνεται από τη στάση των μουσικών στις live εμφανίσεις των συγκροτημάτων του μουσικού αυτού είδους, οι οποίοι και στέρησαν από το shoegaze την ιδιαίτερη ονοματική του προέλευση με το να κοιτούν σχεδόν μονίμως τις σόλες των παπουτσιών τους και σχεδόν ποτέ τους εκστατικούς τύπους γύρω τους;

Ποιος ξέρει.

Λέγεται ότι αυτή την περίοδο το post rock έχει αρχίσει να ξεφτίζει. Ειδικά από όταν συνδέθηκε με τη συναισθηματική μιζέρια, ο κόσμος στράφηκε σε πιο χαρωπά μουσικά μονοπάτια. Και κάπου εδώ αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί μέσα σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα μερικά μέλη ή πρώην μέλη μπαντών όπως οι The Fuzzy Nerds, Quiet Pliz και Their Methlab  σχημάτισαν τους Blind Them With Science (κάθε επιρροή από Jakob είναι εύστοχη και επιθυμητή!)  και βρέθηκαν σε ένα στούντιο στο Κουτσελιό Ιωαννίνων για να μας προσφέρουν το This is not scientifically proven, Donald…

Αν είναι όντως τόσο ξεπερασμένο το post rock τι είναι αυτό που συγκινεί από την πρώτη νότα του “I’m under your bed…I can see u…” μέχρι την τελευταία του “Sulfuric acid blindness”; Ποια η ανάγκη του ακροατή να περιοριστεί στα λόγια ενός καλλιτέχνη για να συνδεθεί με ό,τι ακούει; Γιατί να στερηθούμε την ευκαιρία να ντύσουμε με το “Have you ever tasted oxygen? …it’s in the air” τις πιο ανείπωτα επίπονες στιγμές της ζωής μας και με το “Little lady Mary Jane in need” έναν ξέφρενο χορό στην κουζίνα μας αφότου μας πιτσίλησε μια γενναία δόση λαδιού ενόσω μουρμουρίζαμε αφηρημένοι έναν φανταστικό στίχο;

Γιατί να μη στηρίξουμε μια ακόμα εγχώρια προσπάθεια που μάλιστα είχε την ομορφιά να λάβει υπόσταση σε ένα από τα μελαγχολικότερα, ψυχρά και “διάφανα” μέρη αυτού του τόπου;

 

 

Βικτώρια

EUS – Luminar (name your price/soft recordings)

Όπως έχει ήδη γραφτεί αρκετές φορές, η διαρκής αντιπαράθεση μεταξύ πειραματισμού και μουσικότητας κρίνεται εκ του αποτελέσματος: ο πειραματισμός έχει συχνά μια τάση να πιέζει τα όρια της ακρόασης, εις βάρος όμως του ακροατή – ενίοτε λειτουργώντας πατερναλιστικά απέναντι στον τελευταίο, θεωρώντας τον εκ προοιμίου σαν μουσικά «εφησυχασμένο» που πρέπει να αφυπνιστεί και να δει καθαρά την βολική του περιχαράκωση ∙ η μουσικότητα, από την άλλη μεριά, τείνει εξίσου λανθασμένα να αντιμετωπίζει το μουσικό αισθητήριο ως κάτι εκ προοιμίου οριοθετημένο και καθορισμένο, και να διαμορφώνεται στο εσωτερικό ενός πλαισίου που πάνω απ’ όλα δεν θα μπερδέψει, ούτε θα ταράξει τον ακροατή με τρόπο δραστικό – θα μπορούσαμε, κατ’ αυτό τον τρόπο, να πούμε ότι και η επιδίωξη της μουσικότητας λειτουργεί κι αυτή πατερναλιστικά, αλλά απ’ την ανάποδη.

Η επίτευξη της ισορροπίας, πέρα από δύσκολη, οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και δύο ακόμη βασικούς παράγοντες. Πρώτον, ότι ο ακροατής (ως γενική μονάδα μέσου όρου) σπανίως έχει τον χρόνο – κατά συνέπεια, και την υπομονή – να εστιάσει στις προθέσεις και το ουσιαστικό σκεπτικό του πειραματισμού, οπότε δεν θα έχει απαραίτητα ενδοιασμούς να γειώσει το μουσικό προϊόν χωρίς πολλή-πολλή σκέψη. Δεύτερον, σε αντιδιαστολή με το πρώτο, δεν θα έχει επίσης ενδοιασμούς να γειώσει το μουσικό προϊόν εάν θεωρήσει ότι αυτό κινείται σε βολικά κι εύκολα – πεπατημένα μουσικά μονοπάτια που απλά αναπαράγουν (πατερναλιστικά) συνθετικά στερεότυπα (ακόμη κι αν αυτά εμπίπτουν στις κατηγορίες του «πειραματισμού»).

Το Luminar, η πρόσφατη δουλειά των (του) EUS, κινείται σε αυτή τη μεθοριακή ζώνη, έχοντας γνώθι σαυτόν και εφαρμόζοντας στην πράξη τις παραδοχές του, φέρνοντας στο νου τις εποχές όπου η σύνθεση της ηλεκτρονικής μουσικής είχε πάνω απ’ όλα τις αρετές των συνθέσεων μουσικής. Μολονότι φαίνονται να πατάνε σε κλασικές φόρμες, θυμίζοντας για παράδειγμα τις παλιές δουλειές του Βαγγέλη Παπαθανασίου σε διάφορα σημεία, τα δώδεκα κομμάτια του Luminar είναι μεν μελωδικά και ατμοσφαιρικά, αλλά με τρόπο που να πείθει τους ακροατές ότι αξίζει τον κόπο και τον χρόνο που θα αφιερώσουν προκειμένου να αφουγκραστούν τόσο τις μελωδίες, όσο και το υπόλοιπο ηχητικό σκηνικό επί του οποίου αναπτύσσονται – κι είναι ένα σκηνικό ιδιαίτερα πλούσιο, αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπινο στο άκουσμα. Κι είναι ανθρώπινο για τον λόγω του ότι μπορεί μεν να στήνεται σε μοτίβα και αρμονίες που φαινομενικά δεν ξενίζουν το αυτί, αλλά απαιτούν μια προσήλωση, απ’ τη μεριά του ακροατή, έτσι ώστε να φανερώσουν όλη την έκταση – και την δύναμη – των καθοριστικών λεπτομερειών τους, όπως συμβαίνει, λόγου χάρη, στα κομμάτια “Velo” και “Expectiva”, καθώς και στην ομώνυμη της δουλειάς και πολύ όμορφη τριλογία κομματιών “Luminar I, II, και ΙΙΙ”, αναδεικνύοντας την συνθετική εξυπνάδα και αρτιότητα των (του) EUS.

Ενέχει, σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί το Luminar ως απλοϊκό – ή ακόμη κι ως τυποποιημένο, κλισέ – εάν λάβουμε υπόψη τις πιο «δύσκολες» συνεργασίες των (του) EUS με άλλους καλλιτέχνες και άλλα σχήματα της ηλεκτροπειραματικής σκηνής, όπως για παράδειγμα την περσινή συνεργασία με τους Postdrome και Saåad στο Different Streams. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια απόσταση από τη νοοτροπία των κυκλοφοριών αυτών, αν και όχι τόσο μεγάλη, ειδικά όσον αφορά τα πρώτα κομμάτια της δουλειάς, χωρίς όμως αυτό να μειώνει, ούτε στο ελάχιστο, την αξία του Luminar – κι αυτό επειδή, όπως αναφέρθηκε πριν, το Luminar διέπεται από μελωδίες που έχουν γραφτεί για να λειτουργούν ανθρώπινα, και να αποτυπώνονται μέσω του ακούσματος με τρόπο που και να μην ζορίζει την υπομονή του ακροατή, αλλά και να τον παρακινεί να διακρίνει όλα τα αξιοθέατα (ή, καλύτερα, αξιοάκουστα) του ηχοτοπίου. Εν κατακλείδι, οι (ο) EUS έχουν κυκλοφορήσει μια δουλειά που και διέπεται από μουσικές αρετές, και είναι φιλική στο άκουσμα, και ταυτόχρονα δείχνει ξεκάθαρα ότι η «απλότητα», σε πρώτο επίπεδο, είναι το καλύτερο όχημα για να ακούσει προσεκτικά – και να αντιληφθεί τη σημασία τους – ο ακροατής τις πολυπλοκότητες που την συγκροτούν, και να βγει στο τέλος κερδισμένος απ’ αυτή την εμπειρία.

 

 

 

ΑΤΜ

Ape Cave – Pillars Of Evolution (name your price)

Ακόμα μια χρονιά έκανε την έλευσή της, αν και οι αξιώσεις για ανανέωση και τα ελπιδοφόρα resolutions φαίνονται πιο ισχνές από ποτέ. Αρκετά ταρακουνημένοι από όσα έφυγαν και ολίγον τι επιφυλακτικοί απέναντι σε όσα θα έρθουν, ξεκινήσαμε να ακούμε «νέες», ήτοι σύγχρονες κυκλοφορίες, χωρίς την απαίτηση να προτείνουν κάτι πράγματι καινοφανές στα αυτιά μας. Αρκεί να είναι καλύτερο από το παρελθόν και καλή συντροφιά για τις διαδρομές του παρόντος.

Όσο συγκρατημένο κι αν ακούγεται, όσος ενθουσιασμός κι αν του λείπει, είναι ακριβώς ό,τι χρειαζόμαστε και με αυτή τη διάθεση υποδεχτήκαμε το πρώτο full-length album των Ape Cave, Pillars Of Evolution. Λίγους μόλις μήνες μετά από την πρώτη γεύση της δουλειάς τους με το ep τους Primordium, τον περασμένο Μάιο, παρουσιάζουν στα αυτιά μας οκτώ κομμάτια μέτριας ως και εκτεταμένης διάρκειας βγαλμένα από ψυχεδελικές περιπλανήσεις σε σκοτεινές ερήμους.

Και τι εννοούμε με αυτό παρά την παρατεταμένη έκκληση του μπάσου στο σφυγμό μας και τα φωνητικά που θυμίζουν κάτι από Electric Wizard ήδη με το ποδαρικό του “Vesuvius”. Με στιχουργικές στιγμές παρότρυνσης σε αμφισβήτηση(Resent the falsehoods which you oncewere toldReclaim your conscience, take back your world) και ένα μικρό κι όμως  έντονα «στονερικό» διάλειμμα  στο “Pharaohs Eclipse”  κάνουν ξεκάθαρη τη θεματική τους ανάπαυση στην περίοδο ακμής των Φαραώ.

Κατευθύνονται σταθερά από την περιγραφή και την αποδοχή μίας καταπιεστικής πραγματικότητας στο “Pyramid” (Heaving, heaving, the sweat runs down their faces – Like so many tears – However they must push forward), στην αμφισβήτηση του “Ego Death” (Preconceived are the notions I dissect – Dogmatic filters dethroned with the rest) για να καταλήξουν εκρηκτικά στην απόρριψη και την απογοήτευση του “Etna” (Risen from stone, twin faced conqueror – Forge of gods, timeless captivator – Blackened skies, all hope lost).

Κι όλα αυτά με τη λυτρωτική παύση του «σιωπηλού» κομματιού “36” να προλογίζει στα μόλις τέσσερα λεπτά του το κλείσιμο ενός δίσκου που –μεταξύ πολλών άλλων κυκλοφοριών- μπόρεσε να μας κρατήσει από την αρχή ως το τέλος του.

 

 

Βικτώρια