[ B O L T ] – ( 04 ) (name your price/dunk records)

Δύση του ήλιου στον καλιφορνέζικο ορίζοντα. Το φως δεν έχει χαθεί, αργοσβήνει. Ήσυχο τοπίο, με έντονα χρώματα να εμφανίζονται, απαλείφοντας σταδιακά τα φυσικά χρώματα του τοπίου. Οι σκιές των δέντρων δεσπόζουν γύρω σου, δημιουργώντας την απαραίτητη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της διαδρομής που θες να ακολουθήσεις, χωρίς ωστόσο να είναι ορατός ο δρόμος. Η εικόνα σε παραπλανά για το τι θα ακούσεις, εσύ όμως θες να περιπλανηθείς, παραμένεις.

Η σιωπή που περιβάλλει το τοπίο αναζητά διέξοδο. Κι αναδύεται ένας ήχος μινιμαλιστικός, αργός και καταιγιστικός. Σκοτεινός και συνάμα καλά δομημένος. Σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι υπάρχει ένα φως παρόμοιο με εκείνο της εικόνας, η συνύπαρξη του σκοταδιού με το φως μέσα στις μελωδίες, με τα χρώματα της συνύπαρξης αυτής να βρίσκονται εκεί, όχι για να φωτίσουν το τοπίο, αλλά για να τονίσουν τις σκιές.

Το γερμανικό συγκρότημα ξέρει πώς να χειριστεί τα συναισθήματα που σου προκαλεί η μουσική τους. Πνίγεσαι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σε καταδιώκει. Και χάνεσαι όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι. Η μουσική εξελίσσεται μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Επαναλαμβανόμενα, ρυθμικά και καταθλιπτικά μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά ξέρεις ότι έτσι πρέπει να είναι. Η κίνηση είναι βραδεία, αργή. Σε προετοιμάζει για ό,τι επακολουθεί. Η αυξανόμενη ένταση και οι ηχητικοί κυματισμοί σε παρασύρουν μαζί τους. Είναι σαν να θες να φτάσεις στον προορισμό σου και ψάχνεις πώς θα το καταφέρεις. Δεν ξέρεις αν έχεις χαθεί, δεν ξέρεις ποια κατεύθυνση να πάρεις.

Οι [ B O L T ] στο νέο τους album ( 04 ) διευρύνουν τον ήχο τους με την ένταξη των drums. Η προσθήκη αυτή προσδίδει ένταση και ρυθμική αρμονία, συνδράμοντας στη μουσική τους εξιστόρηση. Με τα drums ως ισχυρό όπλο στα χέρια τους, οργανώνουν τον χρόνο στη μουσική τους σύνθεση, παρουσιάζουν μια συμμετρική περιοδικότητα, εναλλάσσοντας δυνατά και ήπια μουσικά μέρη, ολοκληρώνουν το μουσικό τους έργο, διατηρώντας παράλληλα την ιδιαίτερη μελωδική τους υπογραφή. Μεθοδικά δομημένη μουσική, αναδυόμενη από την καταπιεστική σιωπή που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα 22 σχεδόν λεπτά του “[ 1 3 ]”, αποδίδει ένταση με τα κενά και την αργή της εξέλιξη, καταλήγοντας σε μελωδικό θόρυβο, ιδιαίτερα στο “[ 1 8 ]”, με στοιχεία drone, doom, black metal.

Η χωρίς λόγια διαλογιστική μουσική των [ B O L T ] σε αφήνει να την “ντύσεις” εσύ με στίχους, να διηγηθείς τη δική σου ιστορία από μια διαδρομή που τελικά επιλέγεις να κάνεις ακούγοντάς τους. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσες να έχεις καλύτερο οδηγό περιπλανώμενος στα σκοτάδια του δημιουργικού ηχητικού τοπίου από τους ίδιους τους [ B O L T ].

 

 

Sylvia Ioannou

 

Ape Cave – Language Of The Earth (name your price)

27 Ιανουαρίου 2016: προστίθεται στο μουσικό κουτί του Against The Silence το Pillars Of Evolution των Ape Cave.

Σχεδόν ακριβώς δύο χρόνια έπειτα, σήμερα, φωλιάζουμε τα αυτιά μας στον βρυχηθμό του Language of the Earth.

Χωρίς να ’χω κατακτήσει τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος ωριμάζει τους ανθρώπους –μουσικούς και μη– διακρίνω ήδη από την αρχή την κατασταλαγμένη μαχητικότητα της δεύτερης ολοκληρωμένης δουλειάς των Αμερικανών Ape Cave.

Καταγόμενοι από το Πόρτλαντ, μια πόλη που έχω μάθει να αναγνωρίζω ως ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από χαρακτήρες, τάσεις και ιδεολογίες (κατακάθι του Portlandia, που με ακολουθεί σθεναρά σε κάθε αναφορά στο Πόρτλαντ), σκορπίζουν τη χαρωπή μου προδιάθεση για να παρουσιάσουν μια επίγεια κόλαση.

Το Language Of The Earth δεν είναι μια ελεγεία, δεν διηγείται ιστορίες, δεν πλάθει παραμύθια. Σκοπός του είναι να περιγράψει την προαιώνια μάχη στην οποία πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος – αυτή η δημιουργία χωρίς δημιουργό, το πλάσμα από χώμα και αίμα που σφυρηλατήθηκε στη φωτιά της γης (“Creation”).

Καταρρακωμένος από την ίδια του την αδυναμία να κατανοήσει την ύπαρξή του, βυθισμένος στον λαβύρινθο της συνειδητότητας, ο καθένας από εμάς παλεύει να οριοθετήσει τη ζώνη του έναντι των υπόλοιπων ανθρώπων που περιφέρονται εξίσου άσκοπα γύρω του (“Labyrinth”).

Μόνο κίνητρο σε αυτή την περιπλάνηση, τα ίδια μας τα όνειρα, τα λόγια ενός καθοδηγητή “προφήτη”, η ανάγκη μας να φτάσουμε στο τέλος (“Percipient”) και εντέλει η ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να σωθούμε από τη βία που μας καθοδηγεί (“Temple”).

Το ηθικό δίδαγμα δεν είναι άλλο από την αναγέννηση, τη δεύτερη ευκαιρία. Θα χορέψουμε, θα τραγουδήσουμε, θα αποτινάξουμε από πάνω μας το παρελθόν, θα αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας (“Revival”). Θα καρπωθούμε τη στιγμιαία ευτυχία και γαληνεμένοι θα παραδώσουμε την ύπαρξή μας (“Green Planet”).

Σε εκείνη την κρίσιμη, τελική στιγμή είναι που θα βρούμε τις απαντήσεις, που δεν ψάχναμε αλλά που χρειαζόμασταν. Θα απογυμνωθούμε, θα γίνουμε το άπαν και το τίποτα (“Awake at the End of Time”).

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

Amniac – Matriarch (name your price)

Στην δεύτερη τους δουλειά, ονόματι Matriarch, οι Amniac αν μη τι άλλο δείχνουν ότι βρίσκονται σε μεγάλες φόρμες: καλογραμμένα και δουλεμένα – από όλες τις απόψεις – κομμάτια, έγχορδα και τύμπανα που αποπνέουν τεχνική, χωρίς ωστόσο να κάνουν επίδειξη, και χωρίς να αναλώνονται σε φλυαρίες ή να κάνουν κατάχρηση των διαθέσιμων τεχνολογικών βοηθημάτων, παθιασμένα φωνητικά, άλλοτε άγρια κι άλλοτε μελωδικά, και παραγωγή που μολονότι ο υποφαινόμενος θα την ήθελε πιο μπασαρισμένη, είναι αρκετά καθαρή και δεν υποβαθμίζει την συνολική ενέργεια της μπάντας. Εάν το Matriarch είχε βγει κατά την περίοδο 2010-2013 (άντε, 2014, που είναι και η χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας των Amniac), ο εγχώριος τύπος θα είχε βουίξει για τους έλληνες (με μικρό ή κεφαλαίο γράμμα) Neurosis, ή τους έλληνες Amen Ra, ή τους έλληνες (ας συμπληρώσει ο καθένας κι η καθεμιά το σχετικό, κατά τη γνώμη τ@, συγκρότημα).

Δεδομένου, όμως, ότι η περίοδος αυτή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, εδώ είναι που υπεισέρχεται και το «αλλά» του πράγματος.

Μέσα στα κομμάτια του Matriarch υπάρχουν δύο τάσεις: η μία τάση, εκουσίως ή ακουσίως, παραπέμπει στο πιο παραδοσιακότροπο metal, και η άλλη τάση ακολουθεί τα τυπικά postrock/metal μοτίβα. Υπάρχουν, δηλαδή, ιδέες που άνετα θα μπορούσαν να υπάρχουν σ’ έναν σύγχρονο doom metal δίσκο – και όχι μόνο (π.χ. στα “Huntress Virgin Goddess” και “Devadasi”). Τολμώ να πω ότι η ίδια τάση υπήρχε και στην πρώτη τους δουλειά, με τίτλο Infinite, αλλά στο Matriarch είναι ακόμα πιο τονισμένη. Παρ’ ότι η συνύπαρξη των δύο τάσεων δεν αποβαίνουν η μία κατά της άλλης κατά την ανάπτυξη των συνθέσεων, και χωρίς να παραβλέπω ότι οι Amniac φαίνονται γενικά ταγμένοι στον postmetal/sludge ήχο, τα πιο παραδοσιακότροπα στοιχεία ακούγονται πιο τολμηρά, ίσως και πιο «φρέσκα» (!), σε σχέση με τα post στοιχεία, που ακούγονται απλά… συνηθισμένα, σχεδόν τυπικά του ιδιώματος – σαν να θεωρήθηκε θεμιτό να υπάρχουν στα κομμάτια απλά ως δηλωτικά, σαν αναγκαία σύμβαση, ως έναν τρόπο προκειμένου οι Amniac να υπενθυμίζουν σε ποια κατηγορία ανήκουν, ίσως όμως κι ως απαραίτητο συνδετικό στοιχείο μεταξύ των δύο κυκλοφοριών των Amniac.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η συνύπαρξη των στοιχείων δεν δυσχεραίνει την ακρόαση ∙ έχει, ωστόσο, ένα άλλο αποτέλεσμα: ότι καθιστά, από ένα σημείο και μετά, τα κομμάτια προβλέψιμα ως προς την ανάπτυξη τους – πράγμα που με τη σειρά του, καθιστά πιο δύσκολη την επιβίωση του Matriarch σε βάθος χρόνου, όπως καθιστά δύσκολη και την ανάδειξη των Amniac σε μια αυτόνομη οντότητα σ’ έναν χώρο που, αν και σε μικρότερο βαθμό απ’ ότι στο postrock, φλερτάρει πολύ στενά με τις συμβάσεις. Το Matriarch είναι μια καλή δουλειά από πολλές απόψεις, αλλά εν έτει 2017, είναι εξίσου θεμιτό να υπάρχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις.

ATM

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie